← Κύπρος

Μιχάλη Ηροδότου & Μάριου Λαζάρου ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Τζιούβα άλλως ANDREW TSOUVAS, άλλως Ανδρέα Μιχαήλ Τζιούβα ν

Μιχάλη Ηροδότου & Μάριου Λαζάρου ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Τζιούβα άλλως ANDREW TSOUVAS, άλλως Ανδρέα Μιχαήλ Τζιούβα ν. Αικατερίνης (άλλως Καίτης) Μίκη Νησιώτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3110/2014, 26/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A68 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 3110/2014 Μεταξύ: Μιχάλη Ηροδότου & Μάριου Λαζάρου ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Τζιούβα άλλως ANDREW TSOUVAS, άλλως Ανδρέα Μιχαήλ Τζιούβα Εναγόντων /Καθ΄ων η Αίτηση και

  1. Αικατερίνης (άλλως Καίτης) Μίκη Νησιώτου
  2. Μιχ. Ον. Τζούβας υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Ονούφριου Μ.Τζούβα άλλως Τζιούβα
  3. Γεώργιος Ον. Τζούβας
  4. Ανδρέας Ον. Τζούβας
  5. Μιχαήλ Ον. Τζούβας
  6. Ελένη Ον. Χ¨ Λουκά Τζούβα Εναγομένων - Αιτητών ---------------------------------------- Ημερομηνία: 26 Απριλίου, 2016 Για τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση: Η κα Μ. Μιλτιάδους για Δρ Κ. Χρυσοσστομίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους - αιτητές: Η κα Θεοδούλου για Βελάρης & Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε. στην εκφώνηση κα Γ. Γεωργίου Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες για ισχυρισμούς που προβάλλονται στην έκθεση απαιτήσεως των εναγόντων) Οι ενάγοντες ενεργώντας ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Τζιούβα επιδιώκουν με την αγωγή τους την ακύρωση της μεταβίβασης ενός διαμερίσματος το οποίο βρίσκεται στην Λάρνακα και ανήκε στο παρελθόν στον Ανδρέα Τζιούβα, κοινό συγγενή τόσο των εναγόντων όσο και των εναγομένων του οποίου είναι μαζί και με άλλους συγγενείς τους οι κληρονόμοι του. Ο αποβιώσας Ανδρέας Τζιούβα απεβίωσε ανύπαντρος στις 18.07.2010 στο Σύδνεϋ της Αυστραλίας και άφησε περιουσία στη Κύπρο. Το ως άνω ακίνητο είχε μεταβιβαστεί στις 7.11.2002 από την εναγόμενη 1 και τον αποβιώσαντα Ονούφριο Μ. Τζούβα επ΄ονόματι τους από ½ μερίδιο στον καθένα τους με βάση πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 19.08.
  7. Είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο πιο πάνω αποβιώσας ο οποίος ήταν μόνιμος κάτοικος Αυστραλίας και ζούσε εκεί σε ίδρυμα τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του, λόγω του ότι ασθενούσε με χρόνια άνοια και χρόνια σύφιλη σύμφωνα και με το πιστοποιητικό θανάτου του. Κρίνω σκόπιμο να καταγράψω αυτούσιο το περιεχόμενο της παρ.13 της έκθεσης απαιτήσεως, καθώς για τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτή ζητούνται με την παρούσα αίτηση λεπτομέρειες εκ μέρους των αιτητών: «Λόγω των πιο πάνω ασθενειών, ο αποβιώσας δεν ήταν σε θέση να διαχειρίζεται τις προσωπικές και οικονομικές του υποθέσεις και/ή να έχει οποιαδήποτε δικαιοπρακτική ικανότητα και στις 7.08.2000 εκδόθηκε διάταγμα οικονομικής διαχείρισης των οικονομικών του υποθέσεων και της περιουσίας του (Financial Management Order), σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους στην Αυστραλία (Guardianship Act 1987). Το πιο πάνω διάταγμα παρέμεινε σε ισχύ μέχρι την ημερομηνία θανάτου του Ανδρέα Τζιούβα στην Αυστραλία.» Τα επόμενα ερωτήματα τα οποία θέτει η πλευρά των αιτητών και για τα οποία επιζητεί την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών αφορούν το περιεχόμενο της παρ. 20 της Έκθεσης Απαιτήσεως το περιεχόμενο της οποίας επίσης καταγράφω αυτούσιο: «Λόγω των ιατρικών προβλημάτων του, ο αποβιώσας ήταν πρόσωπο ανίκανο να εκτελεί τις προσωπικές και οικονομικές του υποθέσεις και για το λόγο αυτό εκδόθηκε το διάταγμα διαχείρισης των οικονομικών του υποθέσεων ημερ. 7.08.2000, το οποίο ίσχυε μέχρι το θάνατο του.» Οι αιτητές με την παρούσα αίτηση τους εξαιτούνται διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι καθ΄ων η αίτηση να παράσχουν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με τις παραγράφους 13 και 20 της έκθεσης απαίτησης τους ως ακολούθως: Α) Με ποιού την πρωτοβουλία εκδόθηκε το αναφερόμενο Financial Management Order; B) Ποιος ήταν ο διαχειριστής της περιουσίας του σύμφωνα με το εν λόγω διάταγμα; Γ) Ποιες ήταν οι εξουσίες του διαχειριστή σε σχέση με την περιουσία του αποβιώσαντα; Δ) Αν γνώριζε ο διαχειριστής περί της υπογραφής του επίδικου πληρεξουσίου και/ή της διαθήκης του αποβιώσαντος ημερομηνίας 19.08.2002 και αν ερωτήθηκε για την υπογραφή του από τον αποβιώσαντα; E) Ποιες συνέπειες έχει το εν λόγω Financial Management Order στη δικαιοπρακτική ικανότητα του αποβιώσαντος με βάση τους εν ισχύ νόμους της Αυστραλίας κι από ποιες συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις προκύπτουν οι περιορισμοί αυτοί; Περαιτέρω με το αιτητικό 2 της αίτησης επιζητείται διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία η αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης ημερ. 16.10.2015 ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης και/ή μέχρι 14 μέρες μετά την παροχή των αιτούμενων λεπτομερειών. Η αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 Θ. 6 και 8, Δ.21 Θ. 1, Δ.48 Θ. 1,2,3,9 (i), Δ.57 Θ.2 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές κα Στέλλα Διαμιανού. Σε αυτή υποστηρίζει εξ όσων η ίδια γνωρίζει και την πληροφορούν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση ότι η παροχή των αιτούμενων λεπτομερειών είναι αναγκαία για την ετοιμασία της υπεράσπισης των εναγομένων. Είναι δε λεπτομέρειες που μπορούν να παρασχεθούν στο παρόν στάδιο και θα βοηθήσουν στην καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Δεν ζητείται από τους εναγόμενους να παραθέσουν το σύνολο της μαρτυρίας που διαθέτουν αναφορικά με αυτά τα σημεία, αλλά να διευκρινίσουν στους εναγόμενους ορισμένα ζητήματα. Αυτό για να μπορέσουν και οι ίδιοι να προετοιμάσουν, εφόσον χρειάζεται, ειδικούς επί του Αυστραλιανού δικαίου για να λάβουν και αυτοί γνωμάτευση για τις εν λόγω νομοθετικές διατάξεις. Εκφράζει την πίστη ότι οι αιτούμενες θεραπείες είναι αναγκαίες για τον σκοπό της ετοιμασίας της Υπεράσπισης των εναγομένων και ότι καμία ζημιά δεν μπορεί να προκληθεί στην υπόθεση των εναγόντων από την παροχή τους. Οι καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως την οποία στηρίζουν στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό Δ.48 Θ. 4, Δ.19, Θ. 6 - 9, Δ.21 Θ. 1 Δ.57 Θ. 2 στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη διακριτική εξουσία και /ή τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται είναι οι ακόλουθοι:
  8. Η αίτηση και/ή η ένορκη δήλωση δεν πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις και/ή δεν είναι σε συμμόρφωση με το Νόμο και/ή τους Κανονισμούς και/ή την πρακτική του Δικαστηρίου.
  9. Οι Εναγόμενοι/Αιτητές επικαλούνται στην αίτησή τους και στην Ένορκη Δήλωση η οποία την συνοδεύει, γεγονότα τα οποία δεν υποστηρίζουν το αιτητικό της αίτησης τους.
  10. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Εναγομένων/Αιτητών είναι έκδηλα ανεπαρκής και δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αυτά που οι Εναγόμενοι/Αιτητές ζητούν με την αίτησή τους, αποτελούν μαρτυρία, την οποία οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση θα παρουσιάσουν κατά την ακρόαση της υπόθεσης.
  11. Η αιτούμενη θεραπεία, όπως αυτή αναφέρεται στην παράγραφο 1 Α), Β), Γ), Δ) και Ε) της υπό εξέτασης αίτησης των Εναγομένων/Αιτητών, δεν αποτελεί θεραπεία, η οποία μπορεί να λάβει τη μορφή διατάγματος προς συμμόρφωση, καθ' ότι όσα ζητούν οι Εναγόμενοι/Αιτητές αποτελούν μαρτυρία, η οποία στοιχειοθετεί τους ισχυρισμούς των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση.
  12. Οι Αιτητές/Εναγόμενοι προωθούν την επίδικη αίτηση, για να καθυστερήσουν τη διαδικασία και να δημιουργήσουν αχρείαστα έξοδα.
  13. Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται κατά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και έχει προωθηθεί εις βάρος του δικαστικού χρόνου και το αιτούμενο διάταγμα δεν μπορεί να εγκριθεί.
  14. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος των Εναγομένων/Αιτητών.
  15. Οι επιπτώσεις στους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση από την τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δυσμενείς και/ή επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα και συμφέροντα των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν χρησιμεύει σε ο,τιδήποτε, αλλά έχει ως μόνο σκοπό την καθυστέρηση και το "ψάρεμα" και/ή την εκμαίευση μαρτυρίας.
  16. Όλες οι λεπτομέρειες που ζητούνται από τους Εναγόμενους/Αιτητές, αποτελούν μαρτυρία, η οποία θα αποδειχθεί κατά τη δικάσιμο και/ή αποτελούν γεγονότα, το βάρος των οποίων είναι στους ώμους των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση για να τα αποδείξουν και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Τζιούβα, άλλως Andrew Tsouvas, άλλως Ανδρέα Μιχαήλ Τζουβα, δεν είναι υπόχρεοι να προβούν στις αιτούμενες λεπτομέρειες.
  17. Η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και καταχρηστικά. Οι Εναγόμενοι/Αιτητές, με την υπό εξέταση αίτησή τους προσπαθούν να. καθυστερήσουν τη διαδικασία, με αποτέλεσμα να προκληθεί δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση, των εν γένει συμφερόντων της δικαιοσύνης και ειδικά του δικαιώματος διεξαγωγής δίκαιης δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο, όπως αυτό καθιερώνεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης στηρίζεται στην ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο πρώτος εκ των καθ΄ων η αίτηση ο κ. Μιχάλης Ηροδότου με εξουσιοδότηση και του κ. Μάριου Λαζάρου. Σε αυτήν, πέραν της απόρριψης των ισχυρισμών της υποστηρικτικής στην αίτηση ένορκης δήλωσης με την οποία υποστηρίζεται η αίτηση, υποστηρίζει ότι εφόσον οι αιτητές δεν καταχώρησαν ακόμα την υπεράσπιση τους, σύμφωνα με τη Δ.19 Θ. 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν μπορούν να τους δοθούν περαιτέρω λεπτομέρειες και μάλιστα πέραν των όσων αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης τους, καθώς αποτελούν μαρτυρία, η οποία στοιχειοθετεί τους ισχυρισμούς τους. Υποστηρίζει περαιτέρω:
  18. Η αίτηση και/ή η ένορκη δήλωση δεν πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις και/ή δεν είναι σε συμμόρφωση με το Νόμο και/ή τους Κανονισμούς και/ή την πρακτική του Δικαστηρίου.
  19. Οι Εναγόμενοι/Αιτητές επικαλούνται στην αίτησή τους και στην Ένορκη Δήλωση η οποία την συνοδεύει, γεγονότα τα οποία δεν υποστηρίζουν το αιτητικό της αίτησης τους.
  20. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Εναγομένων/Αιτητών είναι έκδηλα ανεπαρκής και δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αυτά που οι Εναγόμενοι/Αιτητές ζητούν με την αίτησή τους, αποτελούν μαρτυρία, την οποία θα παρουσιάσουν κατά την ακρόαση της υπόθεσης.
  21. Η αιτούμενη θεραπεία, όπως αυτή αναφέρεται στην παράγραφο 1 Α), Β), Γ), Δ) και Ε) της υπό εξέτασης αίτησης των Εναγομένων/Αιτητών, δεν αποτελεί θεραπεία, η οποία μπορεί να λάβει τη μορφή διατάγματος προς συμμόρφωση, καθ' ότι όσα ζητούν οι Εναγόμενοι/Αιτητές αποτελούν μαρτυρία, η οποία στοιχειοθετεί τους ισχυρισμούς τους.
  22. Οι Αιτητές/Εναγόμενοι προωθούν την επίδικη αίτηση, για να καθυστερήσουν τη διαδικασία και να δημιουργήσουν αχρείαστα έξοδα.
  23. Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται κατά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και έχει προωθηθεί εις βάρος του δικαστικού χρόνου και το αιτούμενο διάταγμα δεν μπορεί να εγκριθεί.
  24. Οι επιπτώσεις στους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση από την τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δυσμενείς και/ή επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα και συμφέροντα τους, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν χρησιμεύει σε ο,τιδήποτε, αλλά έχει ως μόνο σκοπό την καθυστέρηση και το "ψάρεμα" και/ή εκμαίευση μαρτυρίας.
  25. Όλες οι λεπτομέρειες που ζητούνται από τους Εναγόμενους/Αιτητές, αποτελούν μαρτυρία, η οποία θα αποδειχθεί κατά τη δικάσιμο και/ή αποτελούν γεγονότα, το βάρος των οποίων είναι στους ώμους τους για να τα αποδείξουν και ως εκ τούτου, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Τζιούβα, άλλως Andrew Tsouvas, άλλως Ανδρέα Μιχαήλ Τζουβα, δεν είναι υπόχρεοι να προβούν στις αιτούμενες λεπτομέρειες.
  26. Υποβάλλουν ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Είναι η θέση τους ότι οι Εναγόμενοι/Αιτητές, με την υπό εξέταση αίτησή τους προσπαθούν να καθυστερήσουν τη διαδικασία, με αποτέλεσμα να προκληθεί δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων τους και των συμφερόντων της διαχείρισης του πιο πάνω αποβιώσαντα, των εν γένει συμφερόντων της δικαιοσύνης και ειδικά του δικαιώματος διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο, όπως αυτό καθιερώνεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας. 10 Εκφράζουν την πίστη τους ότι υπό τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας προς όφελος των Εναγομένων/Αιτητών και για το λόγο αυτό αιτούνται την απόρριψη της παρούσας αίτησης με έξοδα σε βάρος των Εναγομένων/Αιτητών. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι δύο πλευρές δεν ζήτησαν την αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και έτσι η υπόθεση προχώρησε με τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων του. Στις αγορεύσεις τους εκτός από το ιστορικό της υπόθεσης και τα γεγονότα της, παρέθεσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους νομολογία που διέπει την κάθε πτυχή η οποία τους απασχόλησε. Ειδικότερη αναφορά σε αυτές θα γίνει στη συνέχεια της απόφασης μου όταν θα προβώ στην ανάλυση των λόγων επί των οποίων εδράζεται η αίτηση όπως και αυτών της ένστασης. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Θεωρώ ότι θα ήταν καλό να εκτεθούν οι πλήρεις πρόνοιες των Θεσμών 4, 6, 7 και 8 της Διαταγής 19 για καλύτερη κατανόηση του ζητήματος από δικονομικής πλευράς: Θ.
  27. Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. Dates, sums, and numbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person. Σε μετάφραση: Θ.
  28. Κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει και να περιέχει μόνον, σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων πάνω στα οποία ο διάδικος που υποβάλλει το δικόγραφο στηρίζει την απαίτηση του ή την υπεράσπιση του αναλόγως της υπόθεσης, αλλά όχι μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα και πρέπει , όπου είναι αναγκαίο να διαιρείται σε παραγράφους, αριθμημένες κατά σειρά. Οι ημερομηνίες, τα ποσά και οι αριθμοί πρέπει να αναγράφονται με αριθμούς και όχι λέξεις. Τα δικόγραφα πρέπει να υπογράφονται από τον Δικηγόρο ή τον διάδικο αν μηνύει ή υπερασπίζεται προσωπικά. Θ.
  29. Α further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, upon such terms, as to costs and otherwise, as may be just. Σε μετάφραση: Θ.
  30. Περαιτέρω και καλύτερη έκθεση της φύσης της απαίτησης ή υπεράσπισης ή περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες οποιουδήποτε ζητήματος που αναφέρεται σε οποιοδήποτε δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία που απαιτεί λεπτομέρειες, μπορεί σε όλες τις περιπτώσεις να διαταχθεί, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως όπως θα ήθελε φανεί δίκαιο. Θ.
  31. Before applying for an order for particulars a party may apply for them by letter. The costs of the letter and of any particulars delivered pursuant thereto shall be allowed on taxation. In dealing with the costs of any application for an order for particulars, the provisions of this rule shall be taken into consideration by the Court or Judge. Σε μετάφραση: Θ.
  32. Προτού ένας διάδικος αποταθεί για διάταγμα για λεπτομέρειες μπορεί να τις ζητήσει με επιστολή. Τα έξοδα της επιστολής και οποιωνδήποτε λεπτομερειών που θα παραδοθούν σύμφωνα με την επιστολή θα επιτρέπονται κατά την ψήφιση. Όταν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής ασχολείται με τα έξοδα οποιασδήποτε αίτησης για διάταγμα για λεπτομέρειες οι πρόνοιες αυτού του κανονισμού θα λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο ή δικαστή. Θ.
  33. Particulars of a claim shall not be ordered under rule 6 of this Order to be delivered before defence unless the Court or Judge shall be of opinion that they are necessary or desirable to enable the defendant to plead or ought for any other special reason to be so delivered. Σε μετάφραση: Θ.
  34. Λεπτομέρειες μιας απαίτησης δεν πρέπει να διατάσσονται, σύμφωνα με τον κανονισμό 6 αυτής της Διάταξης όπως παραδίδονται πριν την υπεράσπιση εκτός αν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής θα είναι της γνώμης ότι είναι αναγκαίες ή επιθυμητές για να μπορέσει ο Εναγόμενος να απαντήσει ή ότι πρέπει να παραδοθούν για ειδικό λόγο. Στις πλείστες από τις ακόλουθες αποφάσεις ή αυθεντίες έγινε αναφορά κατά τις αγορεύσεις τους και από τις δύο πλευρές υποστηρίζοντας βέβαια η κάθε πλευρά τις δικές της θέσεις. Στην υπόθεση Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ,

(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 157) στην οποία με παρέπεμψε η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση, έχει αναφερθεί ότι η Δ.19 Θ. 6 θα πρέπει να αντικρίζεται υπό το πρίσμα της Δ.19 Θ. 4. Στην ίδια πιο πάνω απόφαση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απήνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν». Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 σελ. 260, ο σκοπός των λεπτομερειών είναι να θέσει σε λειτουργία το πρωταρχικό αξίωμα ότι η δικαστική αντιπαράθεση μεταξύ των διαδίκων θα πρέπει να διεξάγεται δίκαια, με ανοικτά χαρτιά, χωρίς εκπλήξεις και με γνώμονα τη μείωση των εξόδων και αναφέρεται συγκεκριμένα ότι οι λεπτομέρειες πρέπει να έχουν στόχο: "To inform the other side of the nature of the case they have to meet as distinguished from the mode in which that case is to be proved." Σύμφωνα με τη Δ.19 Θ. 6 μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οποιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οποιοδήποτε δικόγραφο. Η ευχέρεια αυτή φαίνεται να πηγάζει από την αναγκαιότητα σαφούς προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων στη δικογραφία με απώτερο σκοπό τον καθορισμό της βάσης πάνω στην οποία θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης ώστε οι σκοποί της δικαιοσύνης να μην παρακωλύονται από δικογραφικές αβεβαιότητες (βλ. GIP Constructions Ltd v. Neophytou and Others,
(1983)1 (Β) CLR 669, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά όπως θα θεωρηθεί δίκαιο. Παραπέμπω επίσης στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Χριστοδούλου v. Μαρνέρος και Σία Λτδ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 718, όπου στη σελ. 721 σκιαγραφεί το νομικό πλαίσιο εξέτασης αιτήσεων όπως η παρούσα: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως, η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophytou and Others (ανωτέρω). Σύμφωνα με τη Δ.19 Θ. 6, μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο. Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης. Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται ο αντίδικος δικαιούται να αξιώνει και επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να παράσχει τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 A.A.Δ. 649, 652). Στην υπόθεση Νational Supply Corporation of the Lybyan Arab Republic v. Achaia Shipping Ltd
(1975)1 C.L.R. 427,432, τονίστηκε η ανάγκη για ακρίβεια στα δικόγραφα ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει με βεβαιότητα την πραγματική διαφορά και να ετοιμαστεί για τη δίκη». Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν (βλ. Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ, ( πιο πάνω). Στο σύγγραμμα Orders' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελ. 148, αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Particulars will be ordered whenever the master is satisfied that without them the applicant cannot tell what is going to be proved against him at the trial. But how his opponent will prove it is a matter of evidence of which particulars will not be ordered.» Στην υπόθεση Τζιακούρα v. Οικονομίδη,
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 669, προβλήθηκε στην έκθεση υπεράσπισης ο ισχυρισμός ότι η επίδικη σύμβαση ήταν εξ αρχής άκυρη και ή ακυρώθηκε εκ των υστέρων, όπως και ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα, με τη συμπεριφορά της, ανάγκασε τον εναγόμενο να τερματίσει τη συμφωνία (παρ. 3 και 4 της Υπεράσπισης). Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αποφάνθηκε ότι ο μεν ισχυρισμός ότι η επίδικη συμφωνία ήταν εξ υπαρχής άκυρη ήταν νομικό ζήτημα, το οποίο δεν έπρεπε να περιλαμβάνεται στο δικόγραφο, οι δε λεπτομέρειες αναφορικά με τη συμπεριφορά της ενάγουσας, αφορούν σε αποδεικτικό υλικό και όχι σε γεγονότα, απέρριψε σχετικό αίτημα της ενάγουσας για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών των σχετικών παραγράφων της Υπεράσπισης. Το Εφετείο στην απόφαση του, την οποία εξέδωσε ο Χρ. Αρτεμίδης, Δ, όπως ήταν τότε, κάμνοντας δεκτή την έφεση, αναφέρει τα εξής στη σελ. 672: «Η άποψη του πρωτόδικου δικαστή, πως ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ότι δηλαδή η συμφωνία ήτο εξ υπαρχής άκυρη, είναι νομικό ζήτημα, είναι εσφαλμένη. Έχουμε τη γνώμη πως όταν προβάλλεται από διάδικο στο δικογράφημα ισχυρισμός κάποιου νομικού αποτελέσματος, που εξαρτάται από την επενέργεια ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναγράφονται στο δικογράφημα. Είναι επιβεβλημένο λ.χ. να αναφέρονται τα γεγονότα βάσει των οποίων προβάλλεται ισχυρισμός πως οι προϋποθέσεις του νόμου για τον έγκυρο καταρτισμό μιας διαθήκης δεν έχουν τηρηθεί. Συνεπώς, και στην υπόθεση μας, εφόσον προτείνεται πως η σύμβαση ήταν εξ υπαρχής άκυρη, είναι αναγκαία η αναφορά στα πραγματικά γεγονότα που, κατά τον ισχυρισμό του εφεσίβλητου επέφεραν αυτό το νομικό αποτέλεσμα. Η αρχή της νομολογίας, ότι νομικά σημεία δεν αναφέρονται στα δικογραφήματα, εφαρμόζεται όταν γίνονται νομικές εισηγήσεις. Όπου όμως το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε εκ της επενέργειας ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναφέρονται στα δικογραφήματα. Ότι είπαμε αμέσως πιο πάνω εφαρμόζεται και στο διαζευκτικό ισχυρισμό της 3ης παραγράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης ¨και /ή ακυρώθη εκ των υστέρων¨. Αναφορικά με την 4η παράγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης, είναι έκδηλο πως οι λεπτομέρειες που ζητούνται αφορούν σε γεγονότα που είναι απαραίτητο να γνωρίζει η εφεσείουσα για να μπορέσει να παρουσιάσει την υπόθεση της στο Δικαστήριο με μαρτυρία, αν έχει, για να τα απαντήσει». Στην υπόθεση Κουρσουμά v. Κοσμά,
(1991)1 Α.Α.Δ. 973 τονίστηκε ότι υποχρέωση για παροχή λεπτομερειών δεν υπάρχει όπου το βάρος απόδειξης του συγκεκριμένου γεγονότος το φέρει η άλλη πλευρά. Στην ίδια υπόθεση έχει αποφασιστεί ότι: «Διάδικος που παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες, θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές έτσι που να μην μπορεί κατά τη δίκη να αποκλείσει την εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη κάποιου γενικού ισχυρισμού.» Στην υπόθεση Σάββα v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ.2),
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 1146 αποφασίστηκε ότι το αίτημα για παροχή λεπτομερειών από την εφεσίβλητη, δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό διότι αφενός αφορούσε σε γεγονότα που ήταν εις γνώση του εφεσείοντος και αφετέρου επειδή με τις ζητούμενες λεπτομέρειες επιδιωκόταν αποκάλυψη της μαρτυρίας που τις υποστήριζε. Στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ κ.α. v. Credit Libanais S.A.L.,
(1991)1 AAΔ.649 δόθηκε το ακόλουθο σκεπτικό για τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σε σχέση με τη δικογράφηση: «Ο γενικός κανόνας, όπως προκύπτει από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία, είναι ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεων και τετελεσμένων γεγονότων.» Στην υπόθεση Τζιακούρα v. Οικονομίδη, 1997 1B AAΔ,669 στη σελ. 672 λέχθηκαν τα εξής από τον Δικαστή Αρτεμίδη (όπως ήταν τότε): «Έχουμε τη γνώμη πως όταν προβάλλεται από διάδικο στο δικογράφημα ισχυρισμός κάποιου νομικού αποτελέσματος, που εξαρτάται από την επενέργεια ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναγράφονται στο δικογράφημα.» Στην δε υπόθεση Royal Βank of Scotland P.L.C. v. Geodrill Co. Ltd κ.α.,
(1993), 1 ΑΑΔ 753 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την δικογράφηση που αφορά αλλοδαπά νομοθετήματα: «Τα κυπριακά δικαστήρια εκλαμβάνουν το ξένο νόμο ως απλό πραγματικό γεγονός. Από το δεδομένο αυτό προκύπτει η υποχρέωση του διαδίκου, που επικαλείται τις διατάξεις του, να τις αναφέρει στο δικόγραφο του, σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό των εγγράφων προτάσεων, για να μπορούν να καταστούν αντικείμενο απόδειξης αργότερα κατά τη δίκη. Ο κανόνας είναι επιτακτικός.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΩΝ ΣΕ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Μετά την πιο πάνω παράθεση του νομικού πλαισίου και των αρχών που προκύπτουν από την νομολογία και σχετικές αυθεντίες που διέπουν το ζήτημα παροχής περαιτέρω ή καλύτερων λεπτομερειών, τις οποίες λαμβάνω υπόψη, όπως ασφαλώς και άλλες αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου σε σχέση με τη παρούσα υπόθεση αναγάγοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της. Προχωρώ στην ανάλυση τους. Ο σκοπός για τον οποίο επιζητούνται οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες είναι η διασαφήνιση των γεγονότων και νομικών ζητημάτων τα οποία στηρίζονται σε αλλοδαπή νομοθεσία και τα οποία θα παρουσιάσουν οι ενάγοντες κατά την ακρόαση, ούτως ώστε οι εναγόμενοι να είναι σε θέση να προετοιμαστούν κατάλληλα και να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αιφνιδιασμού τους, όπως απαιτεί η νομολογία. Οι λεπτομέρειες που ζητούνται έχουν σχέση με την αλλοδαπή νομοθεσία και είναι ακόμα πιο επιτακτική η ανάγκη να δοθούν. Θα συμφωνήσω με την πλευρά των αιτητών η οποία θέτει το ζήτημα ως ακολούθως: «.ότι προκύπτει η ανάγκη όπως όλα τα ουσιώδη γεγονότα περιλαμβάνονται στα δικόγραφα, για να αποφεύγεται η πιθανότητα πρόκλησης αιφνιδιασμού στην άλλη πλευρά. Προκύπτει ειδικότερα από την υπόθεση Royal Bank of Scotland P.L.C. ότι είναι επιτακτική η ανάγκη να δικογραφούνται οι διατάξεις του αλλοδαπού νομοθετήματος. Αυτή η ανάγκη προκύπτει και για ένα επιπρόσθετο λόγο. Επειδή ακριβώς τα κυπριακά δικαστήρια δεν έχουν ιδία γνώση του ξένου νομοθετήματος, θα στηριχθούν σε εμπειρογνώμονες του ξένου νομοθετήματος, τους οποίους θα προσκομίσει η κάθε πλευρά.» Και αυτό εφόσον στις παρ. 13 και 20 της Έκθεσης Απαιτήσεως, το μόνο που αναφέρεται είναι ότι ο αποβιώσας στερείτο δικαιοπρακτικής ικανότητας, δυνάμει κάποιου διατάγματος οικονομικής διαχείρισης που εκδόθηκε υπό το αυστραλιανό Guardianship Act 1987. Ο σκοπός της επιζήτησης λεπτομερειών από ένα διάδικο είναι να επιτρέψει στον αντίδικο του να γνωρίζει την υπόθεση που θα αντιμετωπίσει κατά τη δίκη ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να βρεθεί προ εκπλήξεως και να σπαταληθεί δικαστικός χρόνος και έξοδα. Για να εκδοθεί διάταγμα παροχής λεπτομερειών προτού καταχωρηθεί η Έκθεση Υπεράσπισης, πρέπει να ικανοποιούνται οι πρόνοιες της Δ.19, Θ. 8. Οι λεπτομέρειες πρέπει να είναι αναγκαίες ή επιθυμητές για να μπορεί ο εναγόμενος να διαμορφώσει την υπεράσπιση του ή να είναι αναγκαίο ή επιθυμητό να δοθούν για κάποιο άλλο ειδικό λόγο. Σύμφωνα με τη νομολογία μας στην περίπτωση που η Αίτηση καταχωρείται πριν την Υπεράσπιση, ο Αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι οι λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για την καταχώρηση της Υπεράσπισης του ή ότι υπάρχουν ειδικοί λόγοι για την έκδοση του διατάγματος (βλ. Alte Maritime Compania Naviera S.A. v. Toumbia Kneid
(1982)JSC 226, Cyprus Airways v. Evdokios Savva
(1992)1 ΑΑΔ 1 και Rodosthenous v. Varvia
(1985)2 JSC 235). Στην υπόθεση Vector Onega A.G. v. Του Πλοίου M/V Girvas κ.α. (Αγ. Ναυτοδικείου, 1 ΑΑΔ 986 στη σελ. 993 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να εκδοθεί διάταγμα πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι η ύπαρξη ιδιαίτερων λόγων ή η αναγκαιότητα παροχής των λεπτομερειών στο στάδιο αυτό για να μπορέσει ο εναγόμενος να ετοιμάσει το διό του δικόγραφο. Ο όρος ¨ιδιαίτερος λόγος¨ εξετάστηκε από τον Πική, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε). Στην Alte Maritime Compania Naviera S.A. v. Toubia Kmeid
(982)2 J.S.C. 226, όπου στη σελ. 228 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «However there is nothing restricting the of the Court to direct particulars at this early stage in the light of special reasons. Special reasons may be found in the face of uncommon or extraordinary circumstances making it necessary, in the interests of justice, to order particulars before defence (On the meaning of special circumstances see Clarks of Hove Ltd v. Bakers' Union 11979 1 All E.R. 152).» Δεν γίνεται αναφορά στο δικόγραφο με ποιού την πρωτοβουλία είχε εκδοθεί το διάταγμα με το οποίο αποστερήθηκε της δικαιοπρακτικής του ικανότητας ο αποβιώσας με βάση το αυστραλιανό Guardianship Act, ποιος ορίστηκε ως διαχειριστής των υποθέσεων του αποβιώσαντα, ποιες είναι οι εξουσίες του διαχειριστή, όπως επιζητούν να μάθουν οι αιτητές με τα αιτητικά Α.Β και Γ της αίτησης τους. Σε σχέση δε με το αιτητικό Δ προκύπτει από την αναγκαιότητα να γνωρίζουν οι αιτητές υπό ποιες προϋποθέσεις εκδόθηκε το διάταγμα αποστέρησης της δικαιοπρακτικής ικανότητας του αποβιώσαντος και αν αυτό άφηνε κάποιο περιθώριο πρωτοβουλιών ή εξουσιών σε αυτόν ή στον διαχειριστή του. Είναι φανερόν επομένως ότι οι εναγόμενοι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν από το δικόγραφο, ως έχει, τις πιο πάνω λεπτομέρειες, οι οποίες δεν αποτελούν μαρτυρία αλλά έχουν ουσιαστική νομική σημασία. Για τους λόγους αυτούς κρίνω ότι οι λεπτομέρειες και τα στοιχεία που ζητούνται με τα αιτητικά της αίτησης είναι αναγκαίες και συνιστούν ιδιαίτερους λόγους και αναγκαία στοιχεία που απαιτείται να τα γνωρίζουν οι αιτητές κατά την προετοιμασία της υπεράσπισης τους και σίγουρα δεν συνιστά προσπάθεια για να ¨ψαρέψουν¨ μαρτυρία. Κατά την Royal Βank of Scotland (πιο πάνω) το Κυπριακό Δικαστήριο θα στηριχθεί στις γνώμες ειδικών εμπειρογνωμόνων για να αποφασίσει επί του Αυστραλιανού δικαίου καθώς : «Το μέσο γνώσης του αλλοδαπού δικαίου είναι βασικά οι γνώμες των νομομαθών [.] Τέλος το βάρος απόδειξης του αλλοδαπού νόμου βαρύνει το διάδικο που βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του σε αυτόν.» Επομένως έχουν δίκαιο οι αιτητές κατά την άποψη μου να επιζητούν αυτές τις λεπτομέρειες έτσι ώστε να δικογραφήσουν με βεβαιότητα τη θέση τους αφού εξασφαλίσουν σχετική γνώμη από ειδικό και να μη βρεθούν προ αιφνιδιασμού κατά την ακρόαση. Σε σχέση με τους λόγους ένστασης εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση αυτοί συνίστανται εν πρώτοις στο ότι το αίτημα είναι καθυστερημένο και ότι γίνεται καταχρηστικά των δικαστικών διαδικασιών. Σε σχέση με τον ζήτημα του χρόνου κατά τον οποίο υποβλήθηκε η αίτηση, σύμφωνα με τον φάκελο της υπόθεσης η αγωγή εγέρθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η έκθεση απαιτήσεως καταχωρήθηκε μετά από 10 μήνες. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν την παρούσα αίτηση λίγο περισσότερο από 1 μήνα μετά και αφού που είχε προηγηθεί η απαραίτητη επιστολή προς τους δικηγόρους των εναγόντων με την οποία ζητούσαν τις ίδιες λεπτομέρειες και την αναμονή της εκ μέρους τους απάντησης. Επομένως δεν διακρίνεται ούτε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ούτε και εξ αυτού του λόγου κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η αίτηση σκοπεύει στο ψάρεμα μαρτυρίας, ήδη έχω αποφανθεί πιο πάνω ότι εκείνο που επιζητείται είναι ουσιώδη γεγονότα που αφορούν νομικές πτυχές της υπόθεσης των εναγόντων. Χωρίς αυτές θα υπάρχει αδυναμία να απαντηθούν με την Υπεράσπιση και ως εκ τούτου θα προκληθεί αδικία στην πλευρά των αιτητών. Από την άλλη δεν διακρίνεται οποιαδήποτε ζημιά την οποία θα μπορούσαν να υποστούν οι ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση (βλ. Τζιακούρα και Royal bank of Scotland P.L.C.) πιο πάνω. Τέλος, θα με απασχολήσει το ζήτημα της υποστήριξης της αίτησης με την ένορκη δήλωση της κ. Στέλλας Δαμιανού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των αιτητών. Η εν λόγω ενόρκως δηλούσα δηλώνει την ιδιότητα της και τη γνώση των όσων υποστηρίζει στην ένορκη δήλωση της. Αποκαλύπτει δε από πού προέρχεται η γνώση της για όσα ζητήματα δεν γνωρίζει προσωπικά. Οι λεπτομέρειες τις οποίες ζητούν οι αιτητές αφορούν ζητήματα αλλοδαπής νομοθεσίας και εφαρμογής αυτής ως εκ τούτου συνιστούν νομικά ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στη γνώση της και γι΄αυτό κρίνεται κατάλληλο πρόσωπο να ορκισθεί γι΄αυτά. Επομένως ο σχετικός λόγος ένστασης δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Εξάλλου η Δ.48 Θ.9 (i) εξειδικεύει ότι για αιτήσεις λεπτομερειών κάτω από τη Δ.19 Θ. 6 δεν είναι αναγκαία η χρήση οποιασδήποτε συνοδευτικής ένορκης δήλωσης. Όπως είναι γνωστό στις αιτήσεις η μαρτυρία, όπου υπάρχει, τίθεται υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων όπου, σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.1, είναι επιθυμητή ή αναγκαία η αναφορά σε γεγονότα που δεν είναι εμφανή στο δικαστικό φάκελο ή αρχείο. Η Δ.48 Θ. 2
(3)προνοεί ότι στις αιτήσεις που κάτω από εξειδικευμένες παραγράφους των Θ.Θ. 8 και 9 μπορούν να γίνουν χωρίς ένορκη δήλωση, τα γεγονότα (αν υπάρχουν) που υποστηρίζουν την αίτηση, θα πρέπει να αναφέρονται στο σώμα της αίτησης. Το προνοούμενο έντυπο αρ. 46 του Πίνακα ¨Α¨ των Δικονομικών Θεσμών, έχει ειδική θέση για την αναγραφή τέτοιων γεγονότων. Κατά κανόνα, στις αιτήσεις για λεπτομέρειες δεν υπάρχουν γεγονότα αλλά μόνο νομική επιχειρηματολογία. Σύμφωνα με την Ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική του 1970 σελ. 272, είναι αχρείαστη η χρήση οποιασδήποτε ένορκης δήλωσης, εκτός ίσως από ιδιάζουσες περιπτώσεις που εξειδικεύονται εκεί. Σε κάθε περίπτωση στην παρούσα πρόκειται στην ουσία για προβολή νομικών ισχυρισμών. Όπως δε έχει νομολογηθεί το πραγματικό υπόβαθρο στήριξης μιας αίτησης μπορεί να αποτελέσει μόνο αποδεκτή μαρτυρία με βάση τις πρόνοιες της Δ.39 Θ. 2. Σύμφωνα με αυτές μια ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει μόνο εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο ενόρκως δηλών μπορεί να αποδείξει με βάση τη δική του προσωπική γνώση ενώ σε ενδιάμεσες αιτήσεις γίνεται αποδεκτή και εξ ακοής μαρτυρία νοουμένου ότι προσδιορίζεται με σαφήνεια η πηγή από την οποία αντλείται (βλ. μεταξύ άλλων El Fath Co v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 1255). Στην προκείμενη περίπτωση η ενόρκως δηλούσα είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των αιτητών και δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο από το φάκελο της υπόθεσης όσο και από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση. Επειδή οι λόγοι τους οποίους προβάλλει η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης δεν εδράζονται αποκλειστικά επί πραγματικών γεγονότων αλλά σε νομικούς ισχυρισμούς κρίνω ότι προσδίδει σε αυτή εγκυρότητα και η ένορκη δήλωση είναι σύμφωνη με τη Δ.39 Θ. 2. Επομένως δεν εντοπίζω οποιαδήποτε αντικανονικότητα ως προς την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Μετά από όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η καταχώρηση της αίτησης δεν συνιστά καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κακόπιστη ενέργεια η οποία αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας και ως εκ τούτου δεν είναι καταχρηστική. Εξηγήθηκε επαρκώς η ανάγκη που προέκυψε για την προώθηση της και πότε διαπιστώθηκε ότι δεν θα μπορούσε να συνταχθεί ορθά η Υπεράσπιση, χωρίς να δοθούν οι επιζητούμενες λεπτομέρειες και καταχωρήθηκε χωρίς καθυστέρηση. Για αυτό είναι η απόφαση μου ότι η αίτηση είναι βάσιμη και έτσι προχωρώ να την εγκρίνω εκδίδοντας όλα τα διατάγματα που επιζητούνται. Εκδίδονται διατάγματα ως τα αιτητικά 1 Α - Ε και 2 της αίτησης. Η προθεσμία συμμόρφωσης με τα διατάγματα 1 Α - Ε καθορίζεται στις 15 ημέρες από της επίδοσης του παρόντος διατάγματος στους δικηγόρους των καθ΄ων η αίτηση. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - αιτητών και εναντίον των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.