← Κύπρος

ΚΟΥΤΡΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 658/15, 20/5/2016

ΚΟΥΤΡΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 658/15, 20/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 658/15 Μεταξύ: ΚΟΥΤΡΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Ενάγοντας -και- 1. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD 2.ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ 3.ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 4.ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Εναγομένων Αίτηση Ημερομηνίας 6.11.2015 Ημερομηνία: 20 Μαΐου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Ραπτοπούλου Για τον Καθ' ου η αίτηση: κα Αλεξάνδρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε είναι συνολικά 23 σελίδες και φαίνεται ότι έχει γίνει στον τύπο 2, που προβλέπεται από τους Θεσμούς, δηλαδή έχει καταχωρηθεί αγωγή με κλητήριο ένταλμα που είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δηλαδή περιλαμβάνει και την Έκθεση Απαίτησης. Στις παραγράφους

(9)μέχρι
(12)διαπιστώνονται ισχυρισμοί για δόλο και απάτη ως βάση για την απαίτηση του ενάγοντα. Η παράγραφος 12 αφορά τις λεπτομέρειες δόλου, απάτης και παραπλάνησης του ενάγοντα και/ή ψευδών. Η αξίωση του ενάγοντα δεν περιορίζεται στο δόλο και την απάτη. Αυτές οι παραστάσεις των εναγομένων 1 και 2 κατά του ενάγοντα, αιτίες αγωγής απαρτίζουν ένα μέρος της μακροσκελής απαίτησης του ενάγοντα. Οτιδήποτε χρειάζομαι για να αποφασίσω επί των ζητημάτων που άπτονται της αίτησης είναι μέσα στο φάκελο της υπόθεσης. Με την αίτηση, οι αιτητές ζητούν όπως διαγραφούν τα αποσπάσματα στο κλητήριο ένταλμα που αφορούν ισχυρισμούς για δόλο και απάτη και εναλλακτικά και διαζευκτικά στην παράγραφο (γ) της αίτησης ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου για θεραπεία της παρατυπίας που υπάρχει στο ειδικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησε ο Ενάγοντας, καθότι εγείρονται σε αυτό ισχυρισμοί για δόλο και/ή απάτη (fraud) κατά παράβαση της Δ.2 θ.
  1. Όταν ζήτησα από την κα Ραπτοπούλου να διευκρινίσει ακριβώς ποια θεραπεία θα είχε κατά νου να δώσει το Δικαστήριο, για να θεραπεύσει την παρατυπία, διευκρίνισε στο Δικαστήριο ότι αυτό το οποίο ενδεχομένως μπορούσε να γίνει για να θεραπευθεί η παρατυπία είναι να δώσει οδηγίες για διαγραφή ολόκληρου του κλητήριου εντάλματος και αντικατάσταση του με κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο και/ή μετά ο ενάγοντας να καταχωρήσει Έκθεση Απαίτησης. Εναλλακτικά της θεραπείας της διαγραφής είναι το Δικαστήριο να υποχρεώσει τον ενάγοντα να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης για να αντικαταστήσει το ειδικό οπισθογραφημένο κλητήριο με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο. Για τον τρόπο έναρξης μιας δικαστικής διαδικασίας εφαρμογή έχει η Δ.2.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: "2.1 Save where other provision is made, any action before a District Court shall be commenced by a writ of summons". Επομένως το εναρκτήριο μέτρο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί καθορίζεται επιτακτικά από τους θεσμούς, εξού και χρησιμοποιείται στην διάταξη η λέξη 'shall'. Το κλητήριο ένταλμα μπορεί να καταχωρηθεί σε δύο τύπους. Αυτοί που καθορίζονται στον τύπο 1 και εκείνοι στον τύπο 2, δηλαδή γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο, τύπος 1 και ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο τύπος
  2. Η Δ.2 θ.6 απαριθμεί συγκεκριμένου τύπου των απαιτήσεων όπου είναι επιλογή του ενάγοντα να κάνει την χρήση του τύπου 2, δηλαδή ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ως εναρκτήριο μέσω της αγωγής. Στην παράγραφο 4 του καν. 6 αναφέρεται ότι οποιαδήποτε απαίτηση εκτός των απαιτήσεων που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 4 μπορεί να γίνει κατ' επιλογή του ενάγοντα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. 'Δ. 2.6
(4)In all other actions in the District Court (except actions for libel. slander, malicious prosecution, false imprisonment, seduction or breach of promise of marriage, and actions in which fraud is alleged by the plaintiff)'. Aν ερμηνευθεί κυριολεκτικά αυτή η διάταξη εξαιρούνται απαιτήσεων που περιέχουν οποιοδήποτε ισχυρισμό για απάτη. Η εξαίρεση εφαρμόζεται όπου υπάρχει στο σώμα της απαίτησης οποιοσδήποτε ισχυρισμό για δόλο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχουν και άλλες αιτίες αγωγής που διατυπώνονται στο κλητήριο ένταλμα. Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Φαλέκκος ν. Χριστοφίδη[1], προκύπτει ότι όταν διατυπώνεται ισχυρισμός δόλου ή απάτης είναι από τις περιπτώσεις κατ' εξαίρεση όπου ο ενάγοντας δεν έχει την επιλογή και πρέπει να διατυπώσει την απαίτηση του με τύπο
  1. Όμως όπως επεξηγείται σε αυτή την υπόθεση η διάκριση μεταξύ αυτών των δύο τύπων κλητηρίου εντάλματος είναι ιστορικής σημασίας και όχι πρακτικής σημασίας. Το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα χρησιμοποιείτο σε αγωγές όπου η απαίτηση ήταν ξεκαθαρισμένη για να προχωρεί πιο γρήγορα η αγωγή, δηλαδή να ενσωματώνεται στο κλητήριο ένταλμα και η Έκθεση Απαίτησης. Ο χρόνος εμφάνισης του εναγομένου θα γινόταν σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα. Καθοδήγηση γι' αυτό το ζήτημα δίδει το Annual Practice Book Direction Book του
  2. Ο Αγγλικός Θεσμός το 1952, είναι αντίστοιχος του δικού μας του Θεσμού 2.
  3. Εκείνο το οποίο λέχθηκε σε σχέση με την διαφορά μεταξύ των δύο τύπων κλητηρίων είναι ότι ειδικώς οπισθογραφημένο χρησιμοποιείτο σε εκκαθαρισμένη απαίτηση για να είναι συνοπτική η διαδικασία (σελ. 24): "
(4)Ιn all other actions - The insertion of these words would appear to have rendered all the previous words of the section unnecessary, so far as relates to actions in the King's Bench Division. The nice distinctions which formerly prevailed as to what is or what is not a liquidated demand have disappeared for the purposes of this Rule, but they subsist in relation to actions in, e.g., the Chancery Division (see note "In actions", p. 18, supra), in relation to demands which are properly damages and so not liquidated and in relation to the recovery of fixed costs. It is further to be noted that summary judgment may now be obtained by a landlord in all the numerous, forms of action which he may be advised to bring against his tenant". Οπότε είναι κατανοητό από αυτό το απόσπασμα ότι δεν θα μπορούσε ο ενάγοντας να καταχωρήσει κλητήριο ένταλμα στο οποίο απλά να προβάλει ένα ισχυρισμό για δόλο και μόνο για να τεκμηριώσει την απαίτηση. ΄Επρεπε να δικογραφήσει με περισσότερη λεπτομέρεια ισχυρισμό για δόλο: "Fraud is alleged by the plaintiff. It would seem that an issue of fraud must be raised. It is submitted that it would not be enough for the plaintiff to allege that the defendant acted fraudulently (Everett n. Islington Guardians,
(1923)1 K.B. 44, and see mote "Fraud" in the notes to O.19, r.6)" Η σελίδα αυτή του White Book παραπέμπει στην Αγγλική διαταγή 19.6 που είναι η αντίστοιχη Δ.19.5 των δικών μας θεσμών. Στην σελίδα 342 του White Book 1952 σε σχέση με το τι πρέπει να διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα για να εκφράζεται μία ολόκληρη απαίτηση βασιζόμενη σε δόλο και απάτη αναφέρονται τα εξής: "Fraud. Fraudulent conduct must be distinctly alleged and as distinctly proved and it is not allowable to leave fraud to be inderred from the facts (Davy v. Garrett[2], Behn v. Bloom[3] ,Claudius Ash, Sons & Co., Ltd. v. Invicta Manufacturing Co., Ltd.[4] "General allegations, however strong may be the words in which they are stated, are insufficient to amount to an averment of fraud of which any Court ought to take notice" (Walling-ford v. Mutual Society[5], The acts alleged to be fraudulent must be set out, and then it must be stated that these acts were done fraudulently. See note to O.19, r. 22, infra, p.
  1. Where the plaintiff alleged that the entries made by defendant in certain books are false, he was ordered in the first place to give particulars of the entries which he alleged to be false. He gave a list of such entries. The defendant then applied for further particular, showing in what respect these entries were false, and the C.A. held that the defendant was entitled to know what case he had to meet, and that the plaintiff must state in a general way the nature of the falsehood or fraud alleged against each item (Newport, etc., Co. v. Paynter[6], Harbord v. Monk[7]). But the fraud alleged in the pleading, and the fraud disclosed in the particulars, must be the fraud of the other party to the action, and not of a third person (Staffordshire Financial Co. v. Hill[8]). And see (n.) "Concealed Fraud", p. 341". Η Δ.2 θ.1 των θεσμών προβλέπει ότι όλες οι διαδικασίες θα πρέπει να αρχίζουν με κλητήριο ένταλμα είτε στον τύπο 1 είτε στον τύπο
  2. Με βάση επεξηγηματική σημείωση στο White Book και την υπόθεση Φαλέκκος, πιο πάνω προκύπτει ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο τύπων που να επηρεάζει ουσιαστικά και δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγομένων και η ουσία εδώ είναι να διατυπώνεται η απαίτηση των εναγόντων με τρόπο που να πληροφορείται επαρκώς η πλευρά των εναγομένων για την υπόθεση που θα έχουν να αντιμετωπίσουν εναντίον τους. Έναρξη της διαδικασίας με κλητήριο ένταλμα Δ.2 κ.6 δεν είναι ουσιώδες μη θεραπεύσιμο λάθος. Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι πρόκειται για παρατυπία, που φαίνεται ότι πρόκειται για παρατυπία, διότι έχει εφαρμογή η Δ.2 κ.6 κρίνω ότι είναι το είδος του λάθους του που δεν επηρεάζει την διαδικασία. Είναι θεραπεύσιμη παρατυπία με βάση την Δ.64 των θεσμών. Στην υπόθεση Φαλέκκος (πιο πάνω) το Εφετείο επικύρωσε πρωτόδικη απόφαση στην οποία δεν παραμερίστηκε κλητήριο ένταλμα με παρόμοια παρατυπία και επεξήγησε τις διατάξεις της Δ.
  3. Επεξήγησε ότι η Δ.64 όπως τροποποιήθηκε είναι ίδια με την διαταγή 2 των Αγγλικών Θεσμών του Supreme Court. Σκοπός αυτού του θεσμού είναι η απάλειψη και απάμβλυνση της διάκρισης μεταξύ άκυρων διαδικαστικών μέτρων και παράτυπων διαδικαστικών μέτρων ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να ασκεί την διακριτική του εξουσία προς διόρθωση των παρατυπιών εκεί όπου η διόρθωση δεν θα επιφέρει αδικία στην άλλη πλευρά. Διευκρίνισε ότι η Δ.64 παράγραφος 3 της διάταξης παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να διορθώσει την ίδια τη διαδικασία από την παρατυπία. Σε σχέση με την Δ.64 παράγραφο 2 εξήγησε ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή σε σχέση με την διαδικασία για να διορθώσει μια παρατυπία. Το Εφετείο έκρινε ότι παρατυπία παρόμοια αν όχι όμοια με αυτή ήταν θεραπεύσιμη και ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εκδώσει διάταγμα για διόρθωση της παρατυπίας. Με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να θεραπευθεί το λάθος στη δική μας υπόθεση. Επεξήγησε επίσης ότι θα ήταν άσκοπο να καταχωρηθεί αίτηση για θεραπεία της παρατυπίας αφ' ης στιγμής το ίδιο το Δικαστήριο μπορούσε να θεραπεύσει το λάθος. Παραθέτω απόσπασμα: "Στη προκείμενη περίπτωση, από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, δεν βλέπουμε λόγο γιατί να μην μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64, εφόσον το έκρινε αναγκαίο. Θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση αν κρίναμε ότι για να θεραπευθεί η ήδη διαπιστωθείσα παρατυπία θα έπρεπε το πρωτόδικο δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση, ώστε να δοθεί χρόνος στον Εφεσίβλητο να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει της Δ.64 για να θεραπεύσει την παρατυπία. Διερωτόμαστε σε τι θα εξυπηρετούσε η αίτηση, εφόσον η άλλη πλευρά δεν θα μπορούσε να έχει ουσιαστικούς λόγους ένστασης, αφού το ουσιαστικό θέμα είχε ήδη κριθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο. Βέβαια οι πιο πάνω παρατηρήσεις μας δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο. Επομένως ούτε ο δεύτερος λόγος έφεσης ευσταθεί ". Εφόσον διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει πρόβλημα ουσίας, υπό την έννοια ότι δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα της πλευράς των εναγομένων θα ήταν κατά την άποψη μου άδικο να μην επιτρέψω στους ενάγοντες να διατυπώσουν την απαίτηση τους με τον τρόπο που θέλουν με διαγραφή μερικών παραγράφων ή όλου του κλητηρίου εντάλματος. Έχει καταχωρηθεί η αγωγή με κλητήριο ένταλμα, τύπου 2, αντί τύπου
  4. Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο, παρά μόνο ιστορική. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, κρίνω ότι ο τρόπος που έχουν εισηγηθεί οι εναγόμενοι για να θεραπευθεί η παρατυπία δεν είναι σωστός και ενδεδειγμένος. Αντιθέτως, θεωρώ ότι διαγραφή μέρους ή όλου του κλητηρίου θα ήταν ένας άδικος τρόπος να αντιμετωπισθεί η παρατυπία. Δεν βλέπω τον λόγο γιατί το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει ότι είναι το είδος της παρατυπίας που είναι τέτοια που να μην επηρεάζει καθόλου την εγκυρότητα της διαδικασίας και μετά να προχωρήσει με την αγωγή ως έχει. Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή στην περίπτωση διαγραφής του κλητηρίου και αντικατάσταση του η πλευρά των εναγόντων θα υποχρεωθεί να ξαναρχίσει από την αρχή με επιπρόσθετα έξοδα αλλά και με καθυστέρηση απλά για να αντικαταστήσουν ένα δικόγραφο με το ίδιο δικόγραφο. Εφόσον η παρατυπία δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της διαδικασίας δηλώνω ότι η συγκεκριμένη παρατυπία δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της διαδικασίας και απόφαση του Δικαστηρίου είναι να προχωρήσει η διαδικασία ως έχει. Παρόμοια μη τυπολατρική προσέγγιση υιοθέτησε και ο Λόρδος Deming στην υπόθεση Harkness v. Bells Asbestas and Engineering Ltd[9] όταν έκανε χρήση της εξουσίας του Δικαστηρίου να θεραπεύσει παρατυπία με βάση την Δ.2 κ.1 των Αγγλικών Supreme Court Rules παρατυπία που παλαιότερα θα θεωρείτο άκυρο δικονομικό μέτρο για την έναρξη της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτητής είχε αποταθεί στον District Registrar να καταχωρήσει αίτηση και να προλάβει τoν εκμηδενισμό της αξίωσης του εξαιτίας του νόμου της παραγραφής. Όμως έκανε λάθος και χρησιμοποίησε λανθασμένο δικονομικό μέτρο διότι η αίτηση έπρεπε να είχε καταχωρηθεί στο Δικαστήριο ώστε να τεθεί ενώπιων Δικαστή (judge in chambers). Αυτό το διάβημα ακυρώθηκε από Δικαστή ο οποίος θεώρησε ότι ήταν άκυρο δικονομικό μέτρο. Δεύτερο Δικαστής αρνήθηκε να του χορηγήσει άδεια για να διορθώσει την παρατυπία. Κατ' έφεση η παρατυπία διορθώθηκε και ο Lord Diplock ανέφερε τα ακόλουθα ώστε να τονίσει ότι σκοπός της διαταγής είναι η διόρθωση λαθών στην διαδικασία ώστε να απονέμεται πραγματική δικαιοσύνη αντί να επικρατεί μια προσήλωση σε περίπλοκους δικονομικούς κανόνες που θα έχει το αποτέλεσμα της άρνησης της δικαιοσύνης. O Λόρδος Diplick ανέφερε: "Harkness..if he had followed the intricacies of the interlocutory proceedingς in the case .. must have thought that the law is an ass. I am not sure that this judgment will change his opinion but at any rate he will not feel it is such an unjust ass as he must have felt before.." Ενώ ο Λόρδος Deming ανέφερε τα ακόλουθα: "This new rule 6.2 r.1 does away with the old distriction between nullities and irregularities. Every omission or mistake in practice or procedure is henceforth regarded as an irregularity which the court can and should rectity so long as it can do so without injustice. It can at last be asserted that it is not possible for an honest litigant to be deteated by a mere technicality and slip and mistaken step in his litigation. " Η πλευρά των αιτητών δεν έχει εντοπίσει κανένα λόγο γιατί δεν θα μπορούσαν να καταχωρήσουν υπεράσπιση στην πολυσέλιδη και λεπτομερής απαίτηση του βασίζεται σε συγκεκριμένες παραστάσεις για δόλο και απάτη. Καλούν το Δικαστήριο να επιδείξει προσήλωση στους θεσμούς. Δεν πρέπει να ενθαρρύνεται ακαταστασία και επιπολαιότητα στην προώθηση αιτημάτων ενώπιον του Δικαστηρίου όμως προσήλωση στους θεσμούς δεν μπορεί να είναι το όχημα μέσω του οποίου ένας διάδικος θα στερηθεί το δικαίωμα να ακουστεί ή υποβληθεί σε κακουχίες, ταλαιπωρία και έξοδα σε τέτοιο βαθμό που το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Γι' αυτό κρίνω ότι η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση άσκησης διακριτικής εξουσίας υπέρ της διόρθωσης του λάθους ή και απάλειψης της παρατυπίας. Όσο αφορά τα έξοδα της αίτησης δεν θεωρώ ότι η πλευρά των εναγόντων έκανε οτιδήποτε το μεμπτό να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση για να ξεκαθαρίσει το ζήτημα αυτό έγκαιρα. Ακόμα και με δεδομένο ότι δεν δόθηκαν οι θεραπείες που έχουν ζητήσει από το Δικαστήριο, δηλαδή της διαγραφής μέρος του δικογράφου ή διαγραφής ολόκληρου του δικογράφου και άμεσης αντικατάστασης του, κρίνω ότι τα έξοδα αυτά θα είναι απλά ένα μέρος της διαδικασίας αφού έπρεπε να θεραπευθεί το λάθος από το Δικαστήριο ούτως ή άλλως. Συνεπώς τα έξοδα της αίτησης να είναι έξοδα της διαδικασίας, που θα κριθούν στο τέλος από το Δικαστήριο αλλά όχι εναντίον των αιτητών. (Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Π.Ε. 63/13 ημερομηνίας 17.12.2013 [2] 7 Ch. D. p. 489 [3]
(1911), 132 L.T.J. 87; [4]
(1912), 29 R.P.C. 465, H.L.) [5] 5 App. Cas. p. 697; see especially the ramarks of Lords Hatherley and Blackburn, pp. 701, 704 [6] 34 Ch. D. 88, C.A [7] 38 L.T. 411 [8]
(1909), 53 S.J. 446, H.L [9] [1967] 2 QB 729 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.