ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΕΥΘΥΜΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1399/2014, 26/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1399/2014 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και
- ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΕΥΘΥΜΙΟΥ, από Αυγόρου
- ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΡΕΑ ΜΙΧΑΗΛ, από Αυγόρου
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, από Αυγόρου
- ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟΥ, από Αυγόρου
- ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΕΥΘΥΜΙΟΥ, από Αυγόρου Εναγομένων Ημερομηνία: 26 Μαΐου 2016 Εμφανίσεις: Για τον αιτητή: κ.κ. Ε. Πελεκάνος & Σία Για την καθ'ου η αίτηση: κ. Παναγιώτη Α. Αβραάμ Απόφαση Στις 27 Νοεμβρίου 2014 εκδόθηκε απόφαση ερήμην της εναγόμενης 2 για το ποσό των 37868.51 πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Δικαστικού επιδότη η αγωγή επιδόθηκε νομότυπα στην εναγόμενη 2 στις 6.11.2014 αλλά παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Συγκεκριμένα η αγωγή επιδόθηκε στην μητέρα της εναγόμενης 2 στην οικία όπου συγκατοικούν. Η εναγόμενη έχει καταχωρήσει αίτηση με την οποία ζητεί τον παραμερισμό της απόφασης στις 16.11.
- Είναι θέση της ότι δικαιούται παραμερισμό επειδή δεν έλαβε γνώση της αγωγής παρά μόνο όταν έλαβε γνώση διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης που είχε επιδοθεί με τον ίδιο τρόπο ως είχε επιδοθεί η αγωγή. Χωρίς να αναφερθεί σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες των γεγονότων ισχυρίστηκε ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής επειδή κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής διέμενε προσωρινά με τρίτο πρόσωπο σε άλλη επαρχία με τον οποίο διατηρούσε δεσμό. Τότε δεν επικοινωνούσε με την μητέρα της αλλά ούτε με τους εναγόμενους 1,3,4 και 5 που είναι συγγενικά πρόσωπα του συζύγου της σε διάσταση. Ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση της διαδικασίας για πρώτη φόρα όταν επισκέφθηκε την μητέρα της στις 15.9.2015 και είδε την αίτηση έρευνας ημερομηνίας 9.7.2016 στο τραπέζι. Προβάλει ως υπεράσπιση ότι τραπεζικός υπάλληλος και σύζυγος της εναγόμενος 1 της είχαν πει ότι θα υπέγραφε το δάνειο ως εγγυήτρια και όχι ως οφειλέτρια. Η τράπεζα της χρέωσε το δάνειο χωρίς να πάρει τα χρήματα. Είναι θέση της ότι οι ενάγοντες σε συνεργασία με τον εναγόμενο της παρέστησαν ψευδώς ότι επρόκειτο να υπογράψει ως εγγυήτρια και όχι ως πρωτοφειλέτρια. Λεπτομέρειες αυτής της εκδοχής δεν καταγράφονται στην ένορκη δήλωση αλλά διατυπώνονται με ασάφεια και γενικότητα χωρίς αναφορά σε ονόματα, τις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν στις παραστάσεις, ημερομηνίες τοποθεσία κτλ. Ο δεύτερος λόγος υπεράσπισης που προβάλλεται είναι παράνομος ανατοκισμός. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην οποία αμφισβητούν τον ισχυρισμό της εναγομένης 2 ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Παραθέτουν ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη που επέδωσε την αγωγή ο οποίος ισχυρίζεται ότι η μητέρα της εναγομένης 2 μίλησε μαζί της στο τηλέφωνο στην παρουσία του προτού παραδώσει το κλητήριο ένταλμα στην μητέρα της στην οικία της. Επίσης η μητέρα της εναγόμενης 2 είχε πει ότι η εναγόμενη συγκατοικούσε μαζί της. Στην ένορκή δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης οι ενάγοντες σημείωσαν ότι οι αίτηση μηναίων δόσεων επιδόθηκε στην ίδια διεύθυνση με το κλητήριο ένταλμα. Εφόσον η εναγομένη 2 έλαβε γνώση της αίτηση μηναίων δόσεων δεν είναι δυνατόν να μην έλαβε γνώση της αγωγής επίδοση της οποίας έγινε στην ίδια διεύθυνση. Αυτοί οι ισχυρισμοί αποτελούν σκέψεις εκ των υστέρων. Κατά την αντεξέταση του δικαστικού επιδότη προέκυψε ότι ο επιδότης ήταν παρών όταν η μητέρα μιλούσε με την εναγομένη 2 για να την ενημερώσει για την επίδοση της αγωγής. Είναι μόνο όταν εξηγήθηκε με την μητέρα που ο επιδότης της άφησε αντίγραφο του κλητήριου εντάλματος στην κατοχή της μητέρας. Η μητέρα του είπε ότι η εναγόμενη 2 διέμενε μαζί της . Η εναγόμενη 2 δεν έχει προβάλει ισχυρισμό ότι η μητέρα της σκόπιμα παραπληροφόρησε τον επιδότη να νομίζει ότι διέμενε στην οικία. Συνεπώς, αυτά που είπε η εναγόμενη 2 έρχονται σε αντίθεση με την μαρτυρία του επιδότη ο οποίος θα πρέπει να θεωρείται αμερόληπτος και αξιόπιστος μάρτυρας. Η θέση της ότι έχει καλή υπεράσπιση καταρρίπτεται επειδή υπέγραψε έγγραφο που επισυνάπτεται στην ένσταση ως τεκμήριο δηλαδή, απόδειξη έκδοσης συνεργατικού δανείου και απόδειξης πληρωμής, στο οποίο αναγνωρίζει την ιδιότητα της ως πρωτοφειλέτρια στο δάνειο. Επίσης οι ενάγοντες παραπέμπουν σε κατάσταση λογαριασμού που καταρρίπτει ισχυρισμούς της εναγομένης ότι χρεώθηκε με παράνομο ανατοκισμό. Η Δ.17 θ.10 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακολούθως, στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον εναγόμενου ερήμην λόγω του ότι παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή: "Where judgment is entered pursuant to any of the proceeding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary judgment upon such terms as may be just." Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμερισθεί η εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στην διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Σ' αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο εναγόμενος δικαιωματικά ( ex debito justitiae) δικαιούται παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στην διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο ενάγοντας απόφαση κατά τον δεδομένο χρόνο, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίσθηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Η διάκριση μεταξύ της πρώτης και δεύτερης περίπτωσης σύμφωνα με τον Lord Wright στην Αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam [1], η οποία υιοθετείται και εφαρμόζεται από τα Κυπριακά Δικαστήρια, είναι ότι στην περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στην περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης μόνο εάν ο εναγόμενος πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν γεγονότα που στοιχειοθετούν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης και που θα πρέπει να ακουσθούν στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Θα πρέπει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι προκαλείται αδικία εάν δεν παραμερισθεί η απόφαση διότι παρά της ύπαρξης καλής υπεράσπισης δεν δίδεται ευκαιρία στον εναγόμενο να ακουσθεί. "A discretion necessarily involves a latitude of individual choice, according to the particular circumstances, and differs from a case where the decision follows ex debito justitiae, once the facts are ascertained. In a case like the present, there is a judgment, which though by default, is a regular judgment, and the applicant must show grounds why the discretion to set it aside should be exercised in his favor. The primary consideration is whether he has merits, to which the Court should pay heed; if merits are shown the court will not prima facie desire to let pass a judgment on which there has been no proper adjudication. The Court might also have regard to the applicants explanation why he neglected to appear after being served, though as a rule his fault in that respect can be sufficiently punished by the terms, as to costs.. The appellant here has an explanation, the truth of which is indeed denied by respondent, but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a conflict on affidavits." Στην παρούσα περίπτωση η επίδοση της αγωγής υπήρξε νομότυπη επειδή επιδόθηκε σε πρόσωπο συγγενικό που ισχυρίσθηκε ότι διέμενε μαζί της στην ίδια κατοικία. Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα αντικανονικότητας στην διαδικασία και θα πρέπει να εξετασθεί προσεκτικά ο ισχυρισμός της εναγόμενης 2 ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής παρά το νομότυπο της επίδοσης της αγωγής. Στην δεύτερη αυτή περίπτωση το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση άλλα έχει την διακριτική εξουσία να παραμερίσει την απόφαση εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (β) η μη εμφάνιση του είναι δικαιολογημένη υπό της περιστάσεις. Ο εναγόμενος έχει το βάρος αποδείξεως σε σχέση με την ύπαρξη των πιο πάνω προϋποθέσεων . Να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος δεν είναι ανάγκη να αποδείξει την αλήθεια των γεγονότων που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού τα οποία θεμελιώνουν το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης. Αυτό που θα πρέπει να αποδείξει ο εναγόμενος είναι ότι τα γεγονότα πού περιέχονται στην ένορκη του δήλωση εάν ήταν αλήθεια θα αποτελούσαν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Λευκίδου ν. Αρίστου Κανναουρίδη[2], από τον Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδη, διά να αποδειχθεί η ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή σε αίτηση παραμερισμού της απόφασης δεν απαιτείται η απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η απόδειξη γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση των προνοιών της Δ.48 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο σκοπός της αίτησης παραμερισμού δεν είναι για να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής επί των γεγονότων και να γίνει αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά να εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσο υπάρχουν ισχυρισμοί που βασίζονται σε κάποια γεγονότα που αποτελούν υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι γι' αυτό τον λόγο που τα γεγονότα αυτά δεν είναι ανάγκη να αποδειχθούν για την αλήθεια των. 'Η νομολογία σε σχέση με την Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν τέμνεται με την Evans v. Bartland και την Κυπριακή νομολογία ως προς τις αρχές που διέπουν το παραμερισμό απόφασης. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδειχτούν.' Όμως σε σχέση με τους λόγους μη εμφάνισης του εναγόμενου στην αγωγή είναι ανάγκη να αποδειχθούν τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του. Ως λόγο για την μη εμφάνιση τους στην αγωγή η εναγόμενη ανέφερε ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Εάν αυτός ο ισχυρισμός αποδειχθεί τότε είναι απόλυτος λόγος για να παραμερισθεί η απόφαση. Τούτου λέχθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ. ν. Μιχαήλ 1 ΑΑΔ 1044
(2003). Λέχθηκε ότι εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταλήξει σε θετικό εύρημα ότι ο εναγόμενος δεν είχε λάβει γνώση της αγωγής τότε έχει δικαίωμα παραμερισμό της απόφασης για να προβάλει την υπεράσπιση του. Σε εκείνη την περίπτωση ο εναγόμενος ανέφερε ότι έγινε επίδοση στην σύζυγο του με την οποία ήταν σε διάσταση και δεν επικοινωνούσαν. Στην δική μας περίπτωση η εναγόμενη 2 πέραν τον ισχυρισμό ότι ζούσε σε άλλο σπίτι εξήγησε ότι δεν είχε επικοινωνία με την μητέρα της κατά το επίδικο διάστημα με αποτέλεσμα να μην λάβει γνώση της αγωγής. Ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί αυτό το γεγονός είναι με το συνηθισμένο τρόπο απόδειξης γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση την Δ.
- Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Luis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ.[3] η μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση παρέχεται με ένορκη δήλωση, όπως προβλέπεται στη Δ.
- Όταν υπάρχει διάσταση των γεγονότων μεταξύ των γεγονότων της ένορκης δήλωσης της αίτησης και της έντασης αυτά τα γεγονότα πρέπει να αποδειχθούν και ο αιτητής έχει το βάρος αποδείξεως. " Εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης, όπως ορίζεται στη Δ.48 θ.4."[4] Στην υπόθεση Λευκίδου[5] υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι τα γεγονότα που αφορούν τον λόγο μη εμφάνισης του εναγόμενου θα πρέπει να αποδειχθούν σε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης από τον αιτητή. "Με προσδιορισμό το βάρος απόδειξης , ορισμένου γεγονότος, εφάρμοσαν την Δ.48 θ.4 αναφορικά με τη μέθοδο της απόδειξης του...Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδειχθούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών της Evans v Bartlam πρέπει να αποδεικτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης." Από το απόσπασμα της απόφασης Evans v. Bartlam [6] πιο πάνω η οποία αναφέρει ότι τα γεγονότα θα πρέπει να διαπιστωθούν (ascertained facts) διά να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα με τον λόγο μη εμφάνισης στην αγωγή είναι φανερό ότι το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί μέσα στα πλαίσια αυτής της αίτησης με βάση τις πραγματικές παραστάσεις της κάθε πλευράς όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις. Δεν αμφισβητείται το νομότυπο της επίδοσης της αγωγής από την εναγόμενη. Το επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσο η εναγόμενη 2 έχει αποδείξει ότι η μη εμφάνιση στην αγωγή είναι δικαιολογημένη. Δεν θεωρώ ότι απέδειξαν κάτι τέτοιο. Ο δικαστικός επιδότης επέδωσε την αγωγή στην μητέρα και συγκάτοικο της εναγομένης
- Το όνομα της εναγόμενης 2 φαίνεται ευκρινώς στο κλητήριο ένταλμα και προφανώς ο επιδότης πρέπει να έκανε χρήση του ονόματος της εναγομένης 2 για να επιδώσει την αγωγή. Στην παρουσία του η μητέρα μίλησε με την θυγατέρα της και την ενημέρωσε για το κλητήριο ένταλμα. Οπότε αυτά που έγιναν στην παρουσία του επιδότη αντικρούουν τους ισχυρισμούς της εναγομένης 2 η οποία ισχυρίζεται ότι δεν μιλούσε με την μητέρα και δεν είχε ιδέα για την ύπαρξη της αγωγής. Έπειτα ισχυρίσθηκε ότι ζούσε με άλλο άτομο σε άλλη επαρχία. Δεν ανέφερε σε ποια διεύθυνση ζούσε, το όνομα του προσώπου με το οποίο ζούσε αλλά και ούτε την επαρχία στην οποία ζούσε. Ο ισχυρισμός της ότι δεν ζούσε και δεν μιλούσε με την μητέρα της έρχεται σε αντίθεση μ' αυτά που είπε ο επιδότης δηλαδή, ότι η μητέρα είπε ότι ζούσε μαζί της η θυγατέρα της και είχε στην παρουσία του τηλεφωνική επικοινωνία. Περαιτέρω, η αγωγή επιδόθηκε στην ίδια διεύθυνση με την αίτηση μηναίων δόσεων. Είναι μόνο όταν ήρθε αντιμέτωπη με τις συνέπειες της δικαστικής απόφασης που αποφάσισε να εμφανισθεί στην διαδικασία. Δεν εξήγησε γιατί τον Οκτώβριο 2015 είχε επικοινωνία με την μητέρα της ενώ κατά τον χρόνο έκδοση της απόφασης δεν είχε τέτοια επικοινωνία. Πιο σημαντικό δεν ανέφερε ακριβώς που αλλού διέμενε ώστε να πείσει ότι η θέση της ότι ζούσε σε άλλη διεύθυνση είναι η αλήθεια. Η αιτήτρια έχει το βάρος να αποδείξει ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Με την αντιφατική , γενική και αόριστη εκδοχή που έχει προβάλει δεν είχε κατορθώσει να αποσείσει αυτό το βάρος. Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει ως δεδομένο ότι είχε λάβει γνώση της αγωγής αλλά για μήνες δεν έκανε οτιδήποτε παρά μόνο όταν ήρθε αντιμέτωπη με τις συνέπειες της έκδοσης της απόφασης δηλαδή της εκτέλεσης της απόφασης. Περαιτέρω η εναγομένη δεν έχει αποδείξει ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αγωγή. Στην απόφαση Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστα Παύλου και Σία Λτδ [7] επεξηγήθηκε ότι γενική και αόριστη ισχυρισμοί δεν υποδηλούν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Εκεί ένας απλός ισχυρισμός του εναγόμενου ότι είχε εξοφλήσει το χρέος δεν θεωρήθηκε αρκετό για να πείσει το Δικαστήριο περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης καθόσον τα εύλογα ερωτήματα του Δικαστηρίου για το ποιος, πότε, και πως εξοφλήθηκε το χρέος έμειναν αναπάντητα. Είναι ανάγκη οι ισχυρισμοί του εναγόμενου να στοιχειοθετούνται ως προς τις λεπτομέρειες των γεγονότων και με υποστηρικτικό έγγραφο μαρτυρικό υλικό διότι εάν δεν απαιτηθεί αυτό από το Δικαστήριο θα είναι εύκολο για τον εναγόμενο να προβαίνει σε ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς και να πετυχαίνει με μεγάλη ευκολία το επανάγνοιμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd[8] λέχθηκε ότι τα στοιχεία πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας για να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας υπέρ του παραμερισμού. "Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύει μέσα από τους ιδίους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς , ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετεί χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων.Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων , όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών." Μοναδικός ισχυρισμός της εναγομένης είναι ότι οι ενάγοντες σε συνεργασία με τον εναγόμενο 1 την εξαπάτησαν με ψευδείς παραστάσεις να νομίζει ότι υπέγραφε ως εγγυήτρια της οφειλής. Λεπτομέρειες και γεγονότα αυτών των παραστάσεων δεν τα έχει εκθέσει. Επιπρόσθετα, οι εναγόντες έχουν θέσει υπόψη μου έγγραφο που δεν έχει αμφισβητήσει η εναγόμενη 2 που αντικρούει εκ θεμελίων τον ισχυρισμό της εναγόμενης 2 διότι δείχνει ότι αναγνώρισε την ιδιότητα της ως συνοφελέτρια διά της υπογραφής της στο δάνειο. Η εναγόμενη δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι είχε καλό λόγο να μην εμφανισθεί στην αγωγή. Ούτε έχει πείσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ώστε να δικαιολογείται παραμερισμό της απόφασης και επανάνοιγμα της υπόθεσης. Δεν είναι η κατάλληλη περίπτωση για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ του παραμερισμού δικαστικής απόφασης. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αίτησης επιδικάζονται εναντίον της εναγόμενης 2 όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. [1]
(1937)2 ALL ER 646,656 [2] Πολιτική Εφεση 10015 ημερ. 26.4.99 [3] 1 ΑΑΔ 1454 ,1463
(1992)[4] Id at 1465 [5] Supra note 2 [6] Supra note 1 [7] Πολιτική Έφεση 10640 ημερ. 30/6/00 [8] Πολιτική Εφεση 11115 ημερ. 18/6/02 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο