← Κύπρος

Μάριου Κουντουρέτη ν. 1. Κύπρος Ανδρέου ως εκκαθαριστής της εταιρείας Κ. & M. (Famagusta) Developers and Constructions Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2669/

Μάριου Κουντουρέτη ν.

  1. Κύπρος Ανδρέου ως εκκαθαριστής της εταιρείας Κ. & M. (Famagusta) Developers and Constructions Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2669/2010, 12/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A78 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 2669/2010 (Ως αυτή τροποποιήθηκε δυνάμει 2ου διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 27.06.2014) Μεταξύ: Μάριου Κουντουρέτη Ενάγοντος και
  2. Κύπρος Ανδρέου ως εκκαθαριστής της εταιρείας Κ. & M. (Famagusta) Developers and Constructions Ltd
  3. Κύπρου Κυπριανού
  4. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων ---------------------------------------- Ημερομηνία: 12 Μαΐου, 2016 Για τον ενάγοντα: Η κα Κ. Λιασίδου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη 1: Ο κ. Α. Αριστοτέλους για κ. Κύπρο Ανδρέου Δ.Ε.Π.Ε. Ο εναγόμενος 2 - αιτητής: Προσωπικά Για τον Γενικό Εισαγγελέα: Η κα Ζ. Κυριακίδου Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση του εναγόμενου 2 - αιτητή για εξαίρεση των δικηγόρων που εκπροσωπούν τον ενάγοντα) Ο εναγόμενος 2 που εμφανίζεται προσωπικά χωρίς την εκπροσώπηση του από δικηγόρο, την 18.11.2015 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση πέντε διαταγμάτων εναντίον του δικηγορικού γραφείου το οποίο εκπροσωπεί τον ενάγοντα. Αυτά θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε αίτημα για την εξαίρεση ή παύση του εν λόγω δικηγορικού γραφείου από του να ενεργούν για τον ενάγοντα και να τον αντιπροσωπεύουν αλλά και τον ίδιο τον ενάγοντα από του να παρουσιάσουν έγγραφα και άλλα τεκμήρια καθώς και πληροφορίες που αφορούν την παρούσα υπόθεση που ο εναγόμενος 2 τους παρέδωσε όταν ήταν δικηγόροι ή αντιπρόσωποι του κατά τα έτη 2010 μέχρι
  5. Η απαγόρευση αυτή να ισχύει μέχρι και την ολοκλήρωση της εξέτασης και απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Δικηγόρων όπου έγινε καταγγελία την 10.02.2013 η οποία αφορά ενέργειες των δικηγόρων αυτών και για την παρούσα υπόθεση. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 κ. 1,2,3,4,8,9, Δ.39, στο άρθρο 53 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α και επί της συμφυούς και γενικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του αιτητή ο οποίος δηλώνει προσωπικά γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης. Δηλώνει ότι είχε διοριστεί ως ο διευθυντής της εναγόμενης 1 την 22.01.
  6. Διατείνεται ότι είχε αποταθεί στο δικηγορικό γραφείο του Ευστάθιου Ευσταθίου κατά ή περί τον Ιούνιο του 2010 και έδωσε οδηγίες για υπόθεση που είχε κινήσει αγωγή για λίβελλο εναντίον εφημερίδας η οποία είχε δημοσιεύσει κακόβουλες ειδήσεις εναντίον τους. Παρόλο ότι είχε πληρώσει το ποσό των €2.500,00 ο κ. Κώστας Ευσταθίου τον πληροφόρησε ότι δεν θα προχωρούσε στην αγωγή. Το ίδιο δικηγορικό γραφείο αποτάθηκε εκ μέρους του ενάγοντα την 17.06.2010 στον Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας για να προχωρήσει σε έρευνα σε σχέση με καταγγελία του ενάγοντα εναντίον της εναγομένης 1 και του ίδιου προσωπικά. Η απάντηση του Αστυνομικού Διευθυντή δόθηκε την 16.07.
  7. Τον Ιούλιο του 2010 είχε αναθέσει στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο την εκπροσώπηση τους στην ποινική υπόθεση 1890/2010 στο Ε.Δ. Αμμοχώστου και προς τούτο τους κατέβαλε έναντι το ποσό των €1.000,00 την 21.07.
  8. Πράγματι το εν λόγω δικηγορικό γραφείο τους εκπροσώπησε μέχρι και τον Μάρτιο του 2012 μέσω του κ. Κώστα Ευσταθίου. Στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης του προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς για τις σχέσεις του με το εν λόγω δικηγορικό γραφείο, την ανάθεση σε αυτό της εκπροσώπησης του σε ποινική υπόθεση που εκκρεμούσε εναντίον του και της εναγόμενης 1 και πως στη συνέχεια τον εγκατέλειψε λόγω επίκλησης σύγκρουσης συμφερόντων τους επειδή εκπροσωπούσαν ενάγοντες σε πολιτικές αγωγές εναντίον τους κάτι για το οποίο του είχαν πει ότι δεν υπήρχε όταν ανέλαβαν την ποινική του υπόθεση. Δεν κρίνω σκόπιμο να καταγράψω σε αυτό το στάδιο άλλες λεπτομέρειες, όπως αυτές παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του και αν χρειαστεί θα επανέλθω στη συνέχεια της απόφασης μου αυτής. Η πλευρά του ενάγοντος προέβαλε ένσταση στην εν λόγω αίτηση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: Η αίτηση είναι αβάσιμη, παράτυπη, αντικανονική και αντίθετη με το Νόμο και τους κανονισμούς. Η αίτηση είναι ατεκμηρίωτη και/ή στερείται πραγματικού και νομικού υπόβαθρου. Οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση δεν μπορούν να αποτελέσουν νομική βάση της αίτησης. Η αιτούμενη θεραπεία αποβλέπει στο να στερήσει από τον ενάγοντα να εκπροσωπηθεί από το δικηγόρο της επιλογής του. Ο δικηγόρος κ. Κώστας Ευσταθίου και το Δικηγορικό Γραφείο Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. δύνανται να εκπροσωπούν νομότυπα τον ενάγοντα. Η αίτηση είναι κακόπιστη υπό την έννοια ότι ο αιτητής επιχειρεί να αποστερήσει από τον ενάγοντα τα δικαιώματα του σε μια δίκαιη δίκη να εκπροσωπείται από δικηγόρο της επιλογής του. Τα επίδικα θέματα της αίτησης αφορούν θέματα για τα οποία έχει αποκλειστική αρμοδιότητα το πειθαρχικό Σώμα των δικηγόρων που θεσπίζεται με βάση των Περί Δικηγόρων Νόμο. Το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της αίτησης. Ο εναγόμενος αρ. 2 δεν δικαιούται τις αιτούμενες θεραπείες. Δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Κωστή Ευσταθίου ο οποίος πέραν της ιδιότητας του δηλώνει ότι γνωρίζει καλά και προσωπικά τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται. Υιοθέτησε τους λόγους ένστασης. Υποστηρίζει ότι η αίτηση στερείται νομικού υπόβαθρου καθώς οι διαδικαστικοί κανονισμοί στους οποίους στηρίζεται δεν μπορούν να αποτελέσουν νομική βάση της αίτησης καθώς η Διαταγή 48 είναι γενική διαταγή που αφορά τον τρόπο και τη μορφή που πρέπει να έχουν οι αιτήσεις οι οποίες καταχωρούνται σε μια δικαστική διαδικασία και δεν μπορεί να αποτελεί νομική βάση αίτησης από μόνη της. Η Δ.39 αφορά τις ένορκες καταθέσεις και το άρθρο 53 του Ν.14/60 αφορά κλήτευση φυλακισμένου ως μάρτυρα οι οποίες και πάλιν δεν μπορούν να δώσουν νομική βάση στην αίτηση. Το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αφορούν το δικαίωμα εκάστου να εκπροσωπείται από δικηγόρο της επιλογής του. Η συμφυής και γενική εξουσία του Δικαστηρίου επίσης δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον νόμο ή στους θεσμούς. Ισχυρίζεται ότι αποκλειστική αρμοδιότητα έχει το Πειθαρχικό Σώμα των δικηγόρων και τα επίδικα θέματα αφορούν θέματα δεοντολογίας των δικηγόρων τα οποία διέπονται από τους Περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμούς. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να έχει κανένα ρόλο σε αυτά τα θέματα. Ο αιτητής υπέβαλε σχετική καταγγελία στο Πειθαρχικό Συμβούλιο το οποίο είναι και το μόνο αρμόδιο να εξετάσει την καταγγελία του. Το δικαίωμα ενός διαδίκου να εκπροσωπείται από δικηγόρο της επιλογής του είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο όπως έχει νομολογηθεί. Σε σχέση με την καταχώρηση αγωγής λίβελου εναντίον εφημερίδας παραδέχεται ότι του είχε ανατεθεί να μελετήσει το ενδεχόμενο καταχώρησης της κάτι που έκανε και εισηγήθηκε στον αιτητή να μη προχωρήσει εφόσον οι ενέργειες που του καταλογίζονταν ήταν αληθείς και επομένως και ο χαρακτηρισμός που του απέδωσε η εν λόγω εφημερίδα στη βάση των ενεργειών του δεν ήταν άδικος. Απέρριψε τον ισχυρισμό περί πληρωμής του σε μετρητά του ποσού των €2.500,
  9. Σε σχέση με την υπόθεση 1890/2010 του Ε.Δ. Αμμοχώστου η οποία ήταν παντελώς άσχετη με την παρούσα αγωγή, πράγματι αποσύρθηκε από δικηγόρος του κατόπιν παρακλήσεως του ίδιου λόγω του ότι προέκυψε τόσο οικονομική διαφορά μεταξύ τους όσο και ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης. Παραδέχεται τα της πειθαρχικής καταγγελίας του η οποία εξετάζεται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο των δικηγόρων. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι δύο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις όπου εκτός από την ανάλυση που κάνουν των γεγονότων της υπόθεσης προχωρούν σε παράθεση νομολογίας και αυθεντιών σε σχέση με το ζήτημα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη τις θέσεις της κάθε πλευράς. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Η αίτηση του εναγόμενου αρ.2 βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 και Δ.39, στο άρθρο 53 του Ν. 14/60, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Τοποθετούμαι εξ αρχής ότι η νομική βάση δεν μπορεί να αποτελέσει νομικό υπόβαθρο της αίτησης και κατά συνέπεια η αίτηση στερείται νομικού υπόβαθρου ως θα επεξηγήσω στη συνέχεια. Οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση δεν μπορούν να αποτελέσουν νομική βάση της αίτησης. Η Δ.48 είναι γενική διαταγή που αφορά τον τρόπο και την μορφή που πρέπει να έχουν οι αιτήσεις οι οποίες καταχωρούνται σε μια δικαστική διαδικασία και δεν μπορεί να αποτελεί νομική βάση αίτησης από μόνη της. Ξεκάθαρη για αυτό είναι η ίδια η πρόνοια της Δ.48 θ.1 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court books or records, it shall be supported by affidavit.» Με βάση και την Δ.48 θ.1, χρειάζεται να υπάρχει νομική βάση είτε νόμου είτε σχετικού διαδικαστικού κανονισμού επί των οποίων να στηρίζεται μια αίτηση σύμφωνα βέβαια με το τι επιδιώκεται μ' αυτή. Η Δ.39 αφορά τις ένορκες καταθέσεις και το άρθρο 53 του Ν. 14/60 αφορά την κλήτευση φυλακισμένου ως μάρτυρα, οι οποίες και πάλιν δεν μπορούν να δώσουν νομική βάση στην αίτηση. Το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αφορούν το δικαίωμα εκάστου να εκπροσωπείται από δικηγόρο της επιλογής του. Το υπό κρίση αίτημα βασίζεται και στη συμφυή και γενική εξουσία του Δικαστηρίου. Η φύση και η έκταση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου επεξηγείται μεταξύ άλλων στην υπόθεση Evand Promotions Ltd κ.α.,

(1998)1Β ΑΑΔ 736, όπου λέχθηκε ότι η σύμφυτη εξουσία (inherent power) του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της και ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από τους νόμους και τους θεσμούς. Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στο νόμο ή στους θεσμούς. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου (βλ. επίσης Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)1994 1 ΑΑΔ 109, Sofocli v. Leonidou
(1988)1 CLR 584, Αυξεντίου ν. Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1963, Διευθυντής Φυλακών ν. Παρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217). Στην υπόθεση Εμπεδοκλής κ.ά. (Αρ. 3)
(2009)1 A.A.Δ. 529, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου τόνισε ότι η συμφυής εξουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ad libitum για να δημιουργεί, στην απουσία σχετικών δικονομικών κανονισμών, μηχανισμούς για να δώσει διέξοδο στο ζητούμενο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του [δικαστηρίου], εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας (σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122).» Στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 226 λέχθηκαν επίσης τα εξής σε σχέση με τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου: «Οι συμφυείς και/ή εγγενείς και/ή σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν περιγραφεί ως το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve powers) του Δικαστηρίου τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί που αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς.» Χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Μαυρογένη ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά.,
(1996)(1 Α) ΑΑΔ 49 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου συναρτώνται με τη διασφάλιση του χαρακτήρα του ως του φορέα απονομής της δικαιοσύνης - (βλ. Bremer Vulkan v. South India Shipping [1981] 1 All E.R. 289,295 (απόφαση του Λόρδου Diplock) και Corby DC v. Hoist & Co. Ltd. [1985] 1 All E.R. 321). Αποτελούν (οι συμφυείς εξουσίες) τους εφεδρικούς κανόνες για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας του δικαστηρίου και την εκπλήρωση της αποστολής του να απονέμει το δίκαιο εις πάντας σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. Ακόμα παρέχεται εξουσία να περιστέλλει κατάχρηση των διαδικασιών, όπου η χρήση τους δεν προάγει τους σκοπούς για τους οποίους παρέχονται - (βλ. Αίτηση Α. Μ. Αρχιεπισκόπων Κύπρου κ. κ. Χρυσοστόμου (Αρ.2),
(1993)1 Α.Α.Δ. 248 και Αίτηση Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1),
(1993)1 Α.Α.Δ. 356). Η εξουσία του δικαστηρίου να ρυθμίζει τη διαδικασία ενώπιον του, αναγόμενη στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, δεν αποτελεί μέσο, ούτε παρέχει ευχέρεια απόκλισης ή παράκαμψης των δικονομικών κανόνων. Η διεξαγωγή της δίκης σύμφωνα με τους θεσμοθετημένους κανόνες αποτελεί το πρωταρχικό καθήκον του δικαστηρίου.» Αυτό που προκύπτει από τη νομολογία που αναλύει τη φύση και τις προεκτάσεις της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξή της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου, η επίκλησή της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ (βλ. Paul Kythreotis (Αρ. 2)
(2011)1Β Α.Α.Δ. 779). Οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν ρόλο επικουρικό εκεί όπου η χρήση τους είναι αναγκαία χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιον του διαδικασιών. Σχετική είναι η υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου),
(1997)1Β ΑΑΔ 724. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω σε σχέση με το ζήτημα αυτό ότι είναι καθαρό ότι στην παρούσα περίπτωση δεν μπορούν οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου να διασώσουν την υπό κρίση αίτηση λόγω έλλειψης νομικής βάσης. Επιπρόσθετα με την έλλειψη νομικής βάσης της αίτησης, τα επίδικα θέματα της αίτησης αφορούν θέματα για τα οποία έχει αποκλειστική αρμοδιότητα το Πειθαρχικό Σώμα των δικηγόρων που θεσπίζεται με βάση των Περί Δικηγόρων Νόμο. Τα επίδικα θέματα της αίτησης αφορούν θέματα δεοντολογίας των δικηγόρων, τα οποία διέπονται από τους Περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμούς. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να έχει κανένα ρόλο στα θέματα αυτά. Αρμόδιο να τα επιλύει είναι το Πειθαρχικό Σώμα των δικηγόρων. Δεν μπορεί να μετατραπεί το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση σε πειθαρχικό σώμα σε ότι αφορά τα θέματα δεοντολογίας των δικηγόρων. Δηλαδή, ακόμη και εάν οι Περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμοί περιλαμβάνονταν στη νομική βάση της αίτησης - που σρτην προκείμενη περίπτωση δεν περιλαμβάνονται - δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν νομική βάση της αίτησης. Ο ίδιος ο αιτητής αναφέρει στην παράγραφο 17 της ενόρκου δηλώσεως του που συνοδεύει την αίτηση του ότι υπέβαλε σχετική καταγγελία προς το Γενικό Εισαγγελέα, ως Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου των δικηγόρων, για τα ίδια θέματα που αφορά η υπό κρίση αίτηση. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο είναι το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει την καταγγελία και/ή τα παράπονα του αιτητή. Πέραν των πιο πάνω, δεν θα πρέπει να παραγνωρισθεί το δικαίωμα ενός διαδίκου να εκπροσωπείται από συνήγορο της επιλογής του, δικαίωμα συνταγματικά καταχωρημένο. Τούτο προνοούν τόσο το άρθρο 30
(3)(δ) του Συντάγματος όσο και το άρθρο 6.3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ατόμου στα οποία κατά τα άλλα βασίζεται η αίτηση. Ειδικότερα το Άρθρο 30
(3)(δ) του Συντάγματος προνοεί ότι έκαστος έχει το δικαίωμα να εκπροσωπείται από συνήγορο της επιλογής του: «(δ) να έχη συνήγορον της ιδίας αυτού εκλογής και να έχη δωρεάν νομικήν αρωγήν, οσάκις το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτή τούτο και όπως ο νόμος ορίζει.» Το Άρθρο 6
(3)της ΕΣΔΑ επίσης προνοεί: «Ειδικώτερο πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) όπως πληροφορηθή, εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον της κατηγορίας , β) όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του, γ) όπως υπερασπίσει ο ίδιος εαυτόν ή ανάθεση την υπεράσπισιν του εις συνήγορον της εκλογής του, εν ή δε περιπτώσει δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώση συνήγορον της εκλογής του, εν ή δε περιπτώσει δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώση συνήγορος να του παρασχεθή τοιούτος δωρεάν, όταν τούτο ενδείκνυται υπό του συμφέροντος της δικαιοσύνης, δ) να εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιν οι μάρτυρες κατηγορίας και επιτύχη την πρόσκλησιν και εξέτασιν των μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους ως των μαρτύρων κατηγορίας, ε) να τύχη δωρεάν παραστάσεως διερμηνέως, εάν δεν εννοεί ή δεν ομιλεί την χρησιμοποιούμενην εις το δικαστήριον γλώσσαν». Σχετική νομολογία για το δικαίωμα ενός διαδίκου να εκπροσωπείται από το δικηγόρο της επιλογής του είναι, μεταξύ άλλων, και η Αναθεωρητική έφεση KAMAL HASSANEIN v. HELLENIC ISLAND AND/OR ISLAND ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ (ΑΡ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 303, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει τα ακόλουθα: «Το δικαίωμα διαδίκου να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο της εκλογής του (άρθρα 30.3 και 12.5 του Συντάγματος), συνιστούν δικαιώματα του διαδίκου και όχι του δικηγόρου, τα οποία δεν ταυτίζονται ούτε είναι επάλληλα με την άσκηση της δικηγορίας που διέπεται και ρυθμίζεται από τον περί Δικηγόρων Νόμο. » Περαιτέρω στην Αίτηση Αρ. 26/2012, Αίτηση από ARRICANO TRADING LIMITED, από Κύπρο, (Αίτηση από την εταιρεία Stockman Interhold S.A. για έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στον προσωρινό παραλήπτη της εταιρείας Assofit Holdings Limited από του να λάβει νομική συμβουλή από συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο ή δικηγόρο λόγω σύγκρουσης συμφερόντων), ημερομηνίας 5.3.2013, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: «Το Άρθρο 30
(3)(δ) του Συντάγματος μας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Έκαστος έχει το δικαίωμα να έχει συνήγορον της ίδιας αυτού εκλογής και να έχει δωρεάν νομικήν αρωγήν, οσάκις το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτή τούτο και όπως ο νόμος ορίζει.» Στο Σύγγραμμα του Α.Ν. Λοϊζου «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας», στη σελ. 203, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η διάταξη αυτή αντιστοιχεί με τη τρίτη παράγραφο του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Φαίνεται ότι η τρίτη παράγραφος του άρθρου 30 καλύπτει, κατά κύριο λόγο, τα δικαιώματα διαδίκων σε αστικές υποθέσεις αλλά εφαρμόζεται και σε ποινικές.» Στη δε σελ.206 του ίδιου συγγράμματος καταγράφονται τα ακόλουθα: «Η ελευθερία που διασφαλίζεται από την υποπαράγραφο (δ) να έχει ένας διάδικος συνήγορο της εκλογής του και να έχει δωρεάν νομική αρωγή, όταν αυτό απαιτείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, είναι απόλυτη σε ό,τι αφορά εκείνη της εκλογής δικηγόρου. Αλλά η εφαρμογή της στην πράξη εξαρτάται από την αποδοχή του διορισμού εκ μέρους του δικηγόρου και τη μη ύπαρξη λόγου που τον καθιστά ανίκανο να εμφανιστεί στη συγκεκριμένη υπόθεση. Το Σύνταγμα δεν επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον στο δικηγόρο που επιλέγεται να αποδεχθεί το διορισμό. Κάτω από το νομικό μας σύστημα, ένας δικηγόρος κατέχει μία μοναδική θέση. Είναι με κάθε έννοια λειτουργός στην απονομή της δικαιοσύνης. Έχει συντρέχοντα καθήκοντα προς τον πελάτη και το Δικαστήριο. Το δικαίωμα εκπροσώπησης διαδίκου από δικηγόρο της εκλογής του κάτω από την υποπαράγραφο αυτή, συνιστά δικαίωμα του διαδίκου και όχι του δικηγόρου.» Η υπόθεση Επί τοις Αφορώσι την άιτηση της Εταιρείας EVAND PROMOTIONS LTD
(1998)1 AAΔ 736 είναι απόλυτα σχετική με το υπό κρίση ζήτημα γι΄αυτό και θα καταγράψω στη συνέχεια εκτεταμένα αποσπάσμα της για να γίνει κατανοητό το ζήτημα: «Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης ήταν:- (α) Όσον αφορά το δικονομικό μηχανισμό εγέρσεως του θέματος, ως δικονομικό δηλαδή υπόβαθρο, η Δ.48 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. (β) Όσον αφορά τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ως ουσιαστικό δηλαδή υπόβαθρο, το γενικό δίκαιο αναφορικά με την προστασία εμπιστευτικών πληροφοριών, οι εξουσίες του Δικαστηρίου να ελέγχει τη διαγωγή των δικηγόρων ως λειτουργών της δικαιοσύνης, οι Κανονισμοί 10
(1)και 11 των Περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμών του 1996, η εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγχει την ενώπιόν του διαδικασία και η εγγενής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το κύριο ερώτημα, από την απάντηση στο οποίο θα κριθεί και η τύχη της αίτησης, είναι κατά πόσο ήταν ή όχι δικονομικά επιτρεπτό για το Δικαστήριο, μέσα στα πλαίσια των δικονομικών κανόνων που εφαρμόζονται στην Κύπρο σε πολιτικές υποθέσεις, να επιληφθεί της ουσίας της αίτησης, αν αυτό δηλαδή είχε τη δικαιοδοσία, μέσα στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης που του υποβλήθηκε βάσει της Δ.48 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, να επιληφθεί και αποφασίσει το αίτημα για τον αποκλεισμό των δικηγόρων των εναγόντων για τους λόγους που προβλήθηκαν και, ακολούθως, σε περίπτωση θετικής απόφασης, να παράσχει, πάντοτε μέσα στα ίδια δικονομικά πλαίσια, τη θεραπεία που ζητήθηκε.» Συνεχίζω με την παράθεση του ακόλουθου αποσπάσματος από την πιο πάνω απόφαση για την κατανόηση του ζητήματος και για το πώς ρυθμίζεται από τη νομολογία: «Κατά την ενώπιόν μου διαδικασία έγινε εκτενής αναφορά σε τρεις αποφάσεις των Αγγλικών Δικαστηρίων. Στην υπόθεση Rakusen v. Ellis Munday & Clarke [1912] 1 Ch. D. 831, στην υπόθεση Supasave Retail v. Coward Chance (a firm) and Others και David Lee and Co. (Lincoln) Ltd v. Coward Chance (a firm) and Others [1991] 1 All E.R. 668, και στην υπόθεση Re a firm of solicitors [1992] 1 All E.R. 353. Στη θεμελιακή υπόθεση Rakusen αποφασίστηκε ότι δεν υπάρχει γενικός νομικός κανόνας ότι δικηγόρος που ενήργησε για κάποιο πρόσωπο, είτε πριν είτε μετά την έναρξη της δίκης, δεν μπορεί σε καμμιά περίπτωση να ενεργήσει για την άλλη πλευρά. Αν, όμως, το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι, σε τέτοια περίπτωση, δυνατόν να προκύψει βλάβη για το εν λόγω πρόσωπο, τότε ο δικηγόρος είναι δυνατόν να εμποδισθεί με απαγορευτικό διάταγμα από του να ενεργήσει για την άλλη πλευρά. Η κύρια διαφορά στην υπόθεση αφορούσε παράνομη απόλυση που ακουόταν στα πλαίσια διαιτησίας. Το αίτημα για παραμερισμό των δικηγόρων δεν υποβλήθηκε με ενδιάμεση αίτηση εντός της κυρίας διαφοράς, πράγμα το οποίο, εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσε να γίνει μέσα στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας, αλλά με εναρκτήρια κλήση (originating summons) που καταχωρήθηκε στο Chancery Division του High Court με διάδικους τον αιτητή και τους πρώην δικηγόρους του. Στην υπόθεση Supasave, το ίδιο Δικαστήριο επανέλαβε και εφάρμοσε την αρχή της υπόθεσης Rakusen αναφορικά με την ουσία του ζητήματος. Διαδικαστικά τα πράγματα εξελίχθηκαν ως εξής. Το 1986 οι ενάγουσες εταιρείες, μέσω των εκκαθαριστών τους ήγειραν αγωγή εναντίον ενός συνεταιρισμού δικηγόρων, ενός συνεταιρισμού λογιστών και ενός από τους συνεταίρους λογιστές για συμμετοχή σε δόλια παράβαση καθήκοντος εμπιστοσύνης από δύο διευθυντές των εταιρειών. Ο εναγόμενος λογιστής και ο συνεταιρισμός των λογιστών ανέθεσαν την υπεράσπισή τους σε ένα συνεταιρισμό δικηγόρων. Αργότερα ο συνεταιρισμός αυτός ενώθηκε με άλλο συνεταιρισμό δικηγόρων, ο δε εναγόμενος λογιστής έπαυσε να εκπροσωπείται από τον τελευταίο συνεταιρισμό. Στη συνέχεια ο συνεταιρισμός αυτός, εκκρεμούσης της αγωγής, το 1990, ενώθηκε με το συνεταιρισμό των δικηγόρων των δύο εναγουσών εταιρειών, οπότε προέκυψε το ζήτημα κατά πόσο ο συνεταιρισμός αυτός, που προήλθε από τη συνένωση τριών συνεταιρισμών δικηγόρων, μπορούσε να συνεχίσει να ενεργεί εκ μέρους των εναγουσών εταιρειών. Οι ενάγουσες εταιρείες, μέσω των εκκαθαριστών τους, με ειδοποίηση αιτήματος (notice of motion) ζήτησαν από το Δικαστήριο (
  1. i)οδηγίες κατά πόσο, συγκεκριμένοι δικηγόροι που κατονομάζονταν, μπορούσαν δεοντολογικά να συνεχίσουν να ενεργούν και ή να λαμβάνουν οδηγίες από τις ενάγουσες, πάντοτε μέσω των εκκαθαριστών τους, στη διαδικασία, και (
  2. ii)σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, διαταγή (order) όπως οι εν λόγω δικηγόροι συνεχίσουν να ενεργούν για τις ενάγουσες. Εκ συμφώνου μεταξύ των μερών, και αυτό έχει, κατά την άποψη μου, σημασία για την ορθή απάντηση στο δικονομικό ερώτημα που εξετάζω, το ζήτημα έτυχε χειρισμού από το Δικαστήριο ως εάν να είχαν καταχωρηθεί pro-forma (κατά την προδιαγεγραμμένη δηλαδή διαδικασία) ειδοποιήσεις αιτήματος ή εναρκτήριες κλήσεις με αίτημα την έκδοση διατάγματος (injunction) με το οποίο να απαγορεύεται στο συγχωνευθέντα συνεταιρισμό να συνεχίσει να ενεργεί για τους εκκαθαριστές των δύο εταιρειών. Στην υπόθεση Re a firm of solicitors, όσον αφορά την ουσία του ζητήματος, εφαρμόσθηκε και πάλιν η αρχή της υπόθεσης Rakusen ενώ, παράλληλα, εξετάστηκε και η υπόθεση Supasave. Η διαδικασία όμως που ακολουθήθηκε για τον παραμερισμό του συνεταιρισμού των δικηγόρων από την κύρια αγωγή δεν ήταν εκείνη της καταχώρισης ενδιάμεσης αίτησης στην κύρια αγωγή. Το αίτημα υποβλήθηκε με εναρκτήρια κλήση στην οποία διάδικοι ήσαν οι αιτητές και ο συνεταιρισμός των δικηγόρων εναντίον του οποίου επιδιώκετο η έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών παρέθεσε προς υποστήριξη της θέσεώς του και αριθμό αποφάσεων Δικαστηρίων των Ηνωμένων Πολιτειών. Από την ανάγνωση των αποφάσεων αυτών προκύπτει ότι, όπως και στην Αγγλία, με περισσότερη μάλιστα ευκολία, τα εκεί δικαστήρια συχνά παρεμβαίνουν και απαγορεύουν σε δικηγόρους να χειρίζονται υποθέσεις εκ μέρους ενός διάδικου όταν, λόγω του ότι αυτοί διετέλεσαν δικηγόροι του αντιδίκου ή για παρόμοιο λόγο, περιήλθαν σε γνώση τους εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν ή έχουν σχέση με την υπόθεση του αντιδίκου. Από δικονομικής όμως πλευράς, δεν είναι σαφής ο τρόπος της παρέμβασης εφ' όσον, όπως φαίνεται, υπάρχει σωρεία δικονομικών διατάξεων οι οποίες είναι εντελώς άγνωστες ή διαφορετικές από εκείνες που εφαρμόζονται τόσο στο δικό μας δικονομικό σύστημα όσο και σ' εκείνο της Αγγλίας. Ως εκ τούτου, για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης, θα αγνοήσω τις αποφάσεις αυτές ως μη υποβοηθητικές.» Στη συνέχεια ο Έντιμος Γαβριηλίδης, Δ. καταπιάνεται με το τι ισχύει στο δικό μας δικονομικό δίκαιο επεξηγώντας τη λειτουργία της Δ.48 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και ότι η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ' εαυτής δικαίωμα καταχώρισης οποιασδήποτε αίτησης. Η Δ.48 διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μία ενδιάμεση αίτηση εφ' όσον αυτή έχει ως νομικό υπόβαθρο ειδικό άρθρο του Νόμου ή ειδικό Θεσμό (specific section of the Law or specific Rule of Court). Καταπιάνεται επίσης με το ζήτημα της σύμφυτης εξουσίας (inherent power) του δικαστηρίου και εξηγεί ότι αυτή ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται όμως πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της ούτε, κατά κανόνα, αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Με άλλα λόγια, τονίζει ο πιο πάνω Δικαστής, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, είτε στο νόμο είτε στους θεσμούς, δεν μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκλησή της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. (Βλ., Markides Europa v. Vassos Eliades LTD.
(1984)1 C.L.R. 189, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Τουβλ. Γίγας Λτδ. ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109.) Όπως στην περίπτωση μας έτσι και σε εκείνη την υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα στη συνέχεια: «Στην προκείμενη περίπτωση, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η ενδιάμεση αίτηση στρέφεται εναντίον προσώπων τα οποία δεν είναι διάδικοι στην αγωγή, ήτοι των δικηγόρων, είναι δεδομένο ότι δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, είτε στη νομοθεσία είτε στους θεσμούς, που να παρέχει εξουσία ή δικαιοδοσία στο δικαστήριο να αποκλείει δικηγόρο της επιλογής ενός διαδίκου για τους λόγους που προβλήθηκαν από τους αιτητές. Από δε τις αγγλικές αποφάσεις που παρατέθηκαν δεν φαίνεται να εκπηγάζει νομολογιακή αρχή ουσιαστικού δικαίου τέτοιας εμβέλειας ώστε να αίρει την αναγκαιότητα της συγκεκριμένης ειδικής πρόνοιας ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την έγκυρη προσφυγή στο ένδικο βοήθημα της ενδιάμεσης αίτησης βάσει της Δ.48. Εξ άλλου, και τούτο είναι αναντίλεκτο, δεν προκύπτει θέμα αποστέρησης συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου.» Στη βάση των πιο πάνω, ο Γαβριηλίδης, Δ. κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ορθά το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, μη δεχόμενο ότι είχε εξουσία ή δικαιοδοσία, μέσα στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης, να υπεισέλθει και εξετάσει το αίτημα στην ουσία του, εφ' όσον δεν του παρατέθηκε, αλλά ούτε και υπήρχε, ειδική πρόνοια, είτε στη νομοθεσία είτε στους θεσμούς, η οποία να του παρέχει την εξουσία ή δικαιοδοσία, με διάταγμα (injunction), να αποκλείει, και μάλιστα χωρίς αυτός να είναι διάδικος, το δικηγόρο της επιλογής ενός διαδίκου για τους λόγους που προβλήθηκαν, ενώ, ταυτόχρονα, δεν εγειρόταν θέμα ασκήσεως σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Περαιτέρω αποφάνθηκε και ότι απόφαση του Δικαστηρίου είναι ορθή και για άλλο λόγο. Τυχόν ανάληψη δικαιοδοσίας επί του αιτήματος των δικηγόρων των εναγομένων, θα έσυρε αναγκαστικά τους δικηγόρους του ενάγοντα στην αγωγή στο εδώλιο του μάρτυρα στην ενδιάμεση αίτηση για να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς των εναγομένων, και τούτο χωρίς τα εχέγγυα μίας ολοκληρωμένης δίκης, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Μαχλουζαρίδη, ενώ, παράλληλα, θα οδηγούσε και στην παραβίαση της νομικής αρχής ότι είναι ασυμβίβαστη η ιδιότητα του δικηγόρου και του μάρτυρα στην ίδια υπόθεση για οποιοδήποτε ζήτημα (βλ. In Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329 και Τζεννάρο Περρέλλα (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356). Ήταν η θέση του κ. Γαβριηλίδη ότι το ζήτημα του αποκλεισμού των δικηγόρων δεν μπορούσε δικονομικά να εξεταστεί μέσα στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης βάσει της Δ.48 και τούτο ενισχύεται και από τις αγγλικές αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκε προηγουμένως. Στην υπόθεση Rakusen δεν παύει να είναι γεγονός ότι το ζήτημα του αποκλεισμού των δικηγόρων ήχθη στο δικαστήριο με εναρκτήρια κλήση. Τούτο είναι, κατά την άποψή μου σημαντικό, ανεξάρτητα του ότι το ίδιο ζήτημα δεν ήταν δυνατό να είχε εγερθεί με ενδιάμεση αίτηση εντός της κυρίας διαφοράς εφ' όσον αυτή ακουόταν στα πλαίσια διαιτητικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Supasave το ζήτημα έτυχε χειρισμού από το δικαστήριο ως εάν να είχαν καταχωρηθεί pro-forma ειδοποιήσεις ή εναρκτήριες κλήσεις. Τούτο όμως έγινε ύστερα από συμφωνία των μερών. Αν είχε προβληθεί δικονομική ένσταση, όπως έγινε στη δική μας περίπτωση, δεν φαίνεται ότι το δικαστήριο θα προχωρούσε στην εξέταση της ουσίας του ζητήματος. Τέλος, στην πιο πρόσφατη απόφαση Re a firm of solicitors, είναι καθαρό ότι το αίτημα για παραμερισμό του συνεταιρισμού των δικηγόρων δεν υποβλήθηκε με ενδιάμεση αίτηση στην κυρία αγωγή αλλά με ανεξάρτητη εναρκτήρια κλήση. Το γεγονός ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε οι αιτητές ούτε, βεβαίως, οι δικηγόροι ήσαν διάδικοι στην κύρια αγωγή δεν διαφοροποιούσε κατά την άποψή του, την ουσία του πράγματος. Υιοθετώντας το πιο πάνω σκεπτικό της απόφασης του Γαβριηλίδη Δ. με τις αναγκαίες διαφοροποιήσεις ασφαλώς που χαρακτηρίζουν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης οδηγούμαι στο να απορρίψω για τους πιο πάνω λόγους το αίτημα από πλευράς του εναγόμενου 2. Είναι περαιτέρω γεγονός ότι ο αιτητής ενώ αναφέρεται σε έγγραφα, τεκμήρια και πληροφορίες που εμπιστεύτηκε στους δικηγόρους του, χωρίς να τα συγκεκριμενοποιεί και αν αυτά αφορούσαν την παρούσα συγκεκριμένη υπόθεση και πως ένα έκαστο από αυτά θα επηρέαζαν την εκπροσώπηση του ενάγοντος από αυτούς τους δικηγόρους. Από την άλλη θα έλεγα ότι μέσα στα πλαίσια δικονομικών υποχρεώσεων, οι διάδικοι αποκαλύπτουν έγγραφα που έχουν στη διάθεση τους και τα οποία θα παρουσιάσουν στη δίκη στην άλλη πλευρά. Επίσης παρέχεται το δικαίωμα επιθεώρησης τους. Επομένως δεν τέθηκε υπόψη μου οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να δόθηκε στο Δικηγορικό Γραφείο του κ. Ε. Ευσταθίου και το οποίο να μην ήταν υπόχρεη η πλευρά του εναγόμενου 2 να είχε αποκαλύψει. Ούτε και τέθηκε υπόψη μου οποιαδήποτε πληροφορία τέτοιας σημασίας ως προς την υπόθεση του εναγόμενου 2 η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη στα δικαιώματα του αποκαλύφθηκε σ΄αυτούς τους δικηγόρους μέσα στα πλαίσια της δημιουργηθείσας σχέσης εμπιστοσύνης και απορρήτου μεταξύ πελάτη και δικηγόρου. Ως αόριστος ένας τέτοιος ισχυρισμός θα οδηγούσε την αίτηση σε απόρριψη και γι΄αυτόν τον λόγο. Καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντος - καθ΄ου η αίτηση και σε βάρος του εναγόμενου 2 - αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.