Μοναχή Μαρκέλλα κ.α. ν. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ κ.α., Αρ.Αγωγής 2046/2011, 14/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A109 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής 2046/2011 Μεταξύ:
- Μοναχή Μαρκέλλα κ.α. Εναγουσών και
- ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ κ.α. Εναγομένων Αίτηση ημερ. 4.4.2016 Ημερ.: 14.6.2016 Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ.Χρ.Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τις Ενάγουσες 1-3 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ.Χρ.Πουργουρίδης για Χρήστος Πουργουρίδης & Σία ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 30.11.2015 εκδόθηκε Απόφαση με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε. Ένα από τα επίδικα ζητήματα στην αγωγή ήταν και το δικαίωμα κατοχής της Ιεράς Μονής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο χωριό Αβδελλερό της Λάρνακας και η συνακόλουθη εξουσία διαχείρισης της περιουσίας της. Η Απόφαση αφορούσε τις Ενάγουσες 1, 2 και
- Η Ενάγουσα 4 είχε αποβιώσει πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και η εκ μέρους της αξίωση είχε απορριφθεί. Η απόρριψη της αγωγής των Εναγουσών 1 - 3 με την Απόφαση της 30.11.2015 είχε ως αποτέλεσμα και τον τερματισμό της ισχύος του συντηρητικού διατάγματος ημερ. 8.7.2011 που είχε εκδοθεί στο πρώιμο εκείνο στάδιο της διαδικασίας προς το σκοπό της διαφύλαξης ποσού χρημάτων σε λογαριασμό της Μονής στη ΣΠΕ Αλληλεγγύης Λτδ μέχρι αποπερατώσεως της αγωγής. Οι Ενάγουσες 1 - 3 που καταχώρησαν έφεση κατά της Απόφασης στην αγωγή, έχοντας τη θέση ότι ελλείποντος του προστατευτικού καθεστώτος του συντηρητικού διατάγματος τα χρήματα κινδύνευαν να αποσυρθούν και χρησιμοποιηθούν από τους Εναγόμενους, αναζήτησαν την προστασία του Δικαστηρίου ώστε αυτά να διασφαλιστούν μέχρι να αποπερατωθεί η έφεση που καταχώρησαν. Αποτάθηκαν με μονομερή αίτηση ημερ. 1.3.2016 στο Δικαστήριο και πέτυχαν την έκδοση διατάγματος ημερ. 2.3.2016 για την αναστολή της εκτέλεσης της Απόφασης ημερ. 30.11.2015, στην έκταση που ακύρωσε το διάταγμα ημερ. 8.7.2011 σε σχέση με τα χρήματα στον πιο πάνω λογαριασμό. Ουσιαστικά, όπως τα χρήματα στο ρηθέντα λογαριασμό παραμείνουν δεσμευμένα μέχρι την έκδοση απόφασης στην έφεση. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση με την οποία εξαιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει ή και ακυρώνει το διάταγμα ημερ. 2.3.
- Στην Αίτηση αναγράφεται ως διάταγμα ημερ. 1.3.2016, είναι όμως πρόδηλο πως πρόκειται περί τυπογραφικού σφάλματος. Αλλωστε, σημειώνεται ότι είχε εκδοθεί στα πλαίσια αίτησης ιδίας ημερομηνίας. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Υπεύθυνη Δήλωση ημερ. 4.4.2016 της Εναγόμενης
- Και εδώ γίνεται αναφορά σε διάταγμα ημερ. 1.3.2016, πρόδηλα και πάλι συνεπεία του ιδίου σφάλματος. Οι αναφορές στο περιεχόμενο του διατάγματος καθιστούν βέβαιο ότι η δηλούσα εννοούσε το διάταγμα ημερ. 2.3.
- Αλλωστε διάταγμα ημερ. 1.3.2016 δεν υφίσταται. Οι Ενάγουσες 1-3 καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης, με πέντε λόγους ένστασης, που υποστηρίζεται από Διαβεβαίωση ημερ. 5.5.2016 της Ενάγουσας
- Με την Αίτηση εγείρονται δύο ζητήματα που αφορούν την αίτηση ημερ. 1.3.2016, στη βάση της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα. Ότι αυτή καταχωρίστηκε εκ μέρους όλων των Εναγουσών, ενώ η αγωγή της Ενάγουσας 4 είχε αποσυρθεί. Είναι πρόδηλο ότι η αίτηση ημερ. 1.3.2016 καταχωρίστηκε εκ μέρους των Εναγουσών 1-3 και όχι και της Ενάγουσας
- Ουσιαστικά πρόκειται για την πρώην Ενάγουσα
- Μετά την απόσυρση της εκ μέρους της αξίωσης παρέμειναν τρεις μόνο Ενάγουσες, οι Ενάγουσες 1-3 και η αίτηση ημερ. 1.3.2016 όταν αναφερόταν σε Ενάγουσες εννοούσε τις Ενάγουσες 1-
- Η πρώην Ενάγουσα 4 έχει αποβιώσει και δεν υφίσταται καν ως πρόσωπο που θα μπορούσε να ενάγει ή να ενάγεται. Το δεύτερο ζήτημα αφορά στην Ενάγουσα 1 για την οποία προβάλλεται η θέση ότι δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον και δεν αντιλαμβάνεται τις δικαστικές διαδικασίες που καταχωρούνται στο όνομα της και επομένως δεν μπορούσε να εκδοθεί υπέρ της διάταγμα. Τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Είναι αρκετό ότι δικηγόρος παρουσιάζεται ότι την εκπροσωπεί και λαμβάνει από αυτή οδηγίες. Δεν είναι στην δυνατότητα των αντιδίκων στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να αμφισβητήσουν την εξουσιοδότηση του δικηγόρου να εμφανίζεται για την πελάτισσα του. Επί της ουσίας της, η Αίτηση εδράζεται στη Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος προνοεί ότι: «Οιονδήποτε πρόσωπο (άλλο από τον αιτητή) που επηρεάζεται από διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς μπορεί να υποβάλει αίτηση διά κλήσεως για παραμερισμό ή τροποποίηση του και το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει ή τροποποιήσει το ρηθέν διάταγμα με τέτοιους όρους που θα θεωρήσει δίκαιους». Η διαδικασία της καταχώρησης αίτησης δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4)είναι η πρόσφορη οδός για θεραπεία σε οποιοδήποτε επηρεάζεται από διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς. Ακόμα και όταν εγείρεται ζήτημα υπέρβασης εξουσίας από το Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα, η δυνατότητα ενεργοποίησης της διαδικασίας της Δ.48, θ.8
(4)μπορεί και συνήθως συνιστά κώλυμα στην αναζήτηση θεραπείας μέσω προνομιακού διατάγματος (βλ. K.E.M. Ltd v. Pavlides & Araouzos
(1979)1C.L.R. 269, 272 και Boύρου κ.α.
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1309, 1313-4). Η διαδικασία της καταχώρησης αίτησης δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4)φαίνεται να αφορά τόσο στις περιπτώσεις όπου το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς στη βάση του άρθρου 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 (βλ. Boύρου κ.α.) και αναμφίβολα στις περιπτώσεις όπου το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς γιατί επιτρεπόταν όπως η σχετική αίτηση καταχωριστεί ως μονομερής αίτηση δυνάμει των προνοιών της Δ.48, θ.8
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. K.E.M. όπου το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς δυνάμει των διατάξεων της Δ.43Β, θ.1). Η Δ.48, θ.8
(4)έχει σπουδαιότερη εφαρμογή σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου το εκδοθέν διάταγμα δεν ορίζεται επιστρεπτέο, και δεν παρέχεται έτσι η ευκαιρία, τουλάχιστο στο διάδικο στον οποίο απευθύνεται, να το αμφισβητήσει. Και εξασφαλίζει ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς δεν παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των επηρεαζομένων προσώπων αφού τους παρέχει τη δυνατότητα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για τον παραμερισμό ή την τροποποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Kαθ΄ όσον αφορά την προκειμένη περίπτωση, δηλαδή αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως δυνάμει της Δ.35, θ.18, προνοείται στη Δ.48, θ.8
(1)(εε) ότι τέτοια αίτηση μπορεί να καταχωρείται ως μονομερής αίτηση. Σε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί ασκώντας διακριτική εξουσία να διατάξει την επίδοση της αίτησης (Δ.48, θ.8
(3)). Στην περίπτωση, όμως, που το Δικαστήριο προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος χωρίς να διατάξει την επίδοση της αίτησης, το διάταγμα δεν ορίζεται επιστρεπτέο όπως συμβαίνει σε διατάγματα που εκδίδονται μονομερώς κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 9
(1)του Κεφ.6 (βλ. Ιωάννου ν. Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 305). Η ευχέρεια που παρέχει η Δ.48, θ.8
(3)ώστε να διαταχθεί η επίδοση της μονομερούς αιτήσεως, ευχέρεια που ασκείται δικαστικά με γνώμονα τις περιστάσεις της υπόθεσης, υποδηλώνει ότι η αναγκαιότητα έκδοσης του διατάγματος άμεσα είναι παράγοντας που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου κατά πόσο να εκδώσει το εξαιτούμενο διάταγμα μονομερώς ή να διατάξει την επίδοση της αίτησης. Η κατεπείγουσα φύση του διατάγματος δεν είναι δικαιοδοτικός όρος, όπως στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 9
(1)του Κεφ.6, όμως η παράμετρος κάθε άλλο παρά αδιάφορη είναι. Το διάταγμα ημερ. 8.7.2011 εκδόθηκε μονομερώς δυνάμει των προνοιών του άρθρου 9
(1)του Κεφ.6 και είχε οριστεί επιστρεπτέο την 19.7.2011. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(3)αυτό θα παρέμενε σε ισχύ για όσο χρόνο ήταν απαραίτητο για να επιδοθεί στους Εναγόμενους και στο τέλος αυτής της περιόδου θα έπαυε να ισχύει εκτός εάν το Δικαστήριο διέτασσε διαφορετικά. Η διαταγή του Δικαστηρίου της 8.7.2011 δεν είναι αυτή που διατήρησε το διάταγμα σε ισχύ μέχρι την έκδοση της Απόφασης την 30.11.
- Όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, το διάταγμα της 8.7.2011 είχε καταστεί απόλυτο την 20.3.2012 και είναι η διαταγή του Δικαστηρίου της 20.3.2012 που το διατήρησε ισχυρό μέχρι και την 30.11.
- Το διάταγμα ημερ. 8.7.2011 όπως είχε καταστεί απόλυτο την 20.3.2012, είχε ορίζοντα ισχύος μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής και έπαψε να ισχύει την ημέρα εκείνη. Δεν καλείται το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως εφετείο στη δική του απόφαση της 2.3.
- Αν έτσι συνέβαινε, η πρόνοια της Δ.48, θ.8
(4)δεν θα είχε καμιά πρακτική εφαρμογή. Στα πλαίσια της διαδικασίας της Δ.48, θ.8
(4)το Δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα του παραμερισμού ή της τροποποίησης του εκδοθέντος διατάγματος υπό το φως των στοιχείων που παρουσιάζονται από το πρόσωπο που επηρεάζεται από την έκδοση του διατάγματος. Όπως άλλωστε συμβαίνει, τηρουμένων των αναλογιών, όταν εξετάζει την οριστικοποίηση μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Στην τελευταία περίπτωση το βάρος ώστε το διάταγμα να παραμείνει σε ισχύ παραμένει στους ώμους του διαδίκου προς όφελος του οποίου εκδόθηκε, ενώ στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι, ως Αιτητές, έχουν το βάρος να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμεριστεί ή τροποποιηθεί. Το προσβαλλόμενο διάταγμα εκδόθηκε σε αίτηση των Εναγόντων ημερ. 1.3.2016 που υποστηριζόταν από υπεύθυνη δήλωση ιδίας ημερομηνίας της Μοναχής Προκοπίας, Ενάγουσας
- Η πληροφόρηση που δόθηκε στο Δικαστήριο (παρ.8 της υπεύθυνης δήλωσης) ήταν ότι την Παρασκευή 26.2.2016 υπάλληλος της ΣΠΕ Αλληλεγγύης Λτδ τηλεφώνησε στο δικηγόρο των Εναγουσών κ.Χρ.Πουργουρίδη και τον ρώτησε κατά πόσο είχε καταχωριστεί έφεση και ζητήθηκε διάταγμα αναστολής της Απόφασης ημερ. 30.11.2015 επειδή ο Εναγόμενος 1, επικαλούμενος την Απόφαση, ζητούσε να αποσύρει τα χρήματα από τους λογαριασμούς της Μονής. Το ζήτημα παρουσιάστηκε ως επείγον δεδομένου ότι οι Εναγόμενοι είχαν ήδη αποταθεί στη ΣΠΕ Αλληλεγγύης Λτδ και επιχείρησαν να αποσύρουν τα χρήματα της Μονής (παρ.13). Οι εξελίξεις αυτές προβλήθησαν και ως ο λόγος που η αίτηση δεν καταχωρίστηκε νωρίτερα οπόταν και θα παρεχόταν το χρονικό περιθώριο για να επιδοθεί η αίτηση στους Εναγόμενους και το ζήτημα να αποφασιστεί σε διαδικασία και με τη δική τους συμμετοχή. Στην Ενορκη Δήλωση ημερ. 4.4.2016 της Εναγόμενης 2 που υποστηρίζει την Αίτηση, αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε ζήτησε να αποσύρει χρήματα από τους λογαριασμούς της Μονής στη ΣΠΕ Αλληλεγγύης Λτδ. Το τι επεσυνέβηκε την 26.2.2016 ήταν ότι αποστάληκε από τους δικηγόρους της Μονής προς τη ΣΠΕ επιστολή με την οποία ζητείτο αλλαγή στα ονόματα των προσώπων που δέσμευαν τους λογαριασμούς της Μονής ώστε πέραν της Μοναχής Συγκλητικής, που θα εξακολουθούσε να δεσμεύει τη Μονή, να προστεθεί και το όνομα της Λαμπαδίας, Ηγουμένης της Μονής. Η ΣΠΕ απάντησε στους δικηγόρους με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 2.3.2016 ότι είχε αναθέσει στους νομικούς της συμβούλους την ερμηνεία της Απόφασης σε ότι αφορά τη πτυχή του καθορισμού των εξουσιοδοτημένων προσώπων για χειρισμό των λογαριασμών της Μονής και σύντομα θα ενημέρωνε τους δικηγόρους σχετικά. Με αυτά τα δεδομένα κανένας υπάλληλος της ΣΠΕ δεν θα μπορούσε υπεύθυνα και βάσιμα να έχει την εντύπωση και να πληροφορεί και άλλους ότι ο Εναγόμενος 1 επικαλέστηκε την Απόφαση ζητώντας να αποσύρει τα χρήματα από τους λογαριασμούς της Μονής. Οι Ενάγουσες, ενιστάμενες στην υπό κρίση Αίτηση, και αντιμέτωπες με το πιο πάνω έγγραφο μαρτυρικό υλικό, ουδεμία εξήγηση προσέφεραν με τη Διαβεβαίωση ημερ. 5.5.2016 της Ενάγουσας 2, που υποστηρίζει την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης τους, σε σχέση με την ισχυριζόμενη πληροφόρηση προς τον κ.Χρ.Πουργουρίδη που αποτέλεσε και τη βάση για την έκδοση του διατάγματος ημερ. 2.3.
- Αφησαν την ισχυριζόμενη πληροφόρηση αστήρικτη και συντετριμμένη υπό το βάρος των ανατρεπτικών εγγράφων στοιχείων. Η γυμνή υιοθέτηση από την Ενάγουσα 2 της υπεύθυνης της δήλωσης ημερ. 1.3.2016, χωρίς περαιτέρω στοιχεία ή επεξηγήσεις, δεν αρκεί. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι, υπό το φως των παρουσιασθέντων από τους Εναγόμενους στοιχείων, το διάταγμα ημερ. 2.3.2016 θα πρέπει να παραμεριστεί. Αναφέρεται στην επιχειρηματολογία των δικηγόρων των Εναγομένων ότι το εκδοθέν διάταγμα δεν μπορούσε να εκδοθεί εφόσον με την έκδοση της Απόφασης την 30.11.2015 ακυρώθηκαν αυτοδίκαια τα ενδιάμεσα διατάγματα που είχαν εκδοθεί και δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο διάταγμα σε ισχύ για να κρατηθεί στη ζωή ή για να αναβιώσει με αναστολή της εκτέλεσης της Απόφασης. Μπορεί να υποστηριχτεί ότι μια απορριπτική απόφαση, εφόσον δεν επιδικάζει οιοδήποτε ποσό, δεν διατάσσει οτιδήποτε και δεν αναγνωρίζει θετικά οιοδήποτε δικαίωμα, δεν υπόκειται σε εκτέλεση. Δηλαδή κανένα από τα μέτρα εκτέλεσης που καταγράφονται στα Μέρη ΙΙΙ μέχρι XI του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, δεν τυγχάνει εφαρμογής ώστε με διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης να αποτραπεί η λήψη του. Όταν εκδίδεται διάταγμα αναστολής εκτέλεσης απόφασης, η απόφαση παραμένει καθ΄ όλα ισχυρή και δεσμευτική και αυτό που αναστέλλεται είναι μόνο η εκτέλεση της. Αυτό που ουσιαστικά ζήτησαν οι Ενάγουσες δεν ήταν αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης, αφού τίποτε δεν υπήρχε για να εκτελεστεί, αλλά εξάλειψη του αποτελέσματος της έστω για περιορισμένο ζήτημα. Η προσέγγιση που υπό τις περιστάσεις είχε κριθεί πρόσφορη για να εξυπηρετήσει τη δικαιοσύνη δεν ήταν η κατάλληλη. Ενδεχομένως η αρμόζουσα θεραπεία και εφόσον συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, να ήταν η επιδίωξη νέου συντηρητικού διατάγματος με ισχύ μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης. Ως εκ των ανωτέρω το διάταγμα ημερ. 2.3.2016 παραμερίζεται και παύει να ισχύει. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγουσών 1-3, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........................ Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο