← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΤΖΑΜΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΑΝΔΡΕΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 400/15, 23/6/2016

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΤΖΑΜΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΑΝΔΡΕΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 400/15, 23/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 400/15 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγόντων -και- 1. ΤΖΑΜΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΑΝΔΡΕΑ (Α.Δ.Τ. 710554) 2. ΑΝΝ ΣΟΦΙ σύζυγος Παρασκευά Τζάμα το γένος Τρέβορ Μάικολ Ντέιβις (Α.Δ.Τ. 05-337281) 3. ΤΖΙΑΜΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΝΔΡΕΑ (Α.Δ.Τ. 710555) 4. ΤΖΑΜΑΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΔΡΕΑ (Α.Δ.Τ. 686153) Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 3/12/15 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23 Ιουνίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κος Χριστοφόρου Καθ' ου η Αίτηση: κος Παπαλλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 7 Οκτωβρίου 2015 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγόμενο 4 για το ποσό των 10454.44 πλέον τόκους και έξοδα. Η αποφαση εκδόθηκε εναντίον του εναγόμενου 4 επειδή δεν καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή. Σύμφωνα με τον φάκελλο δικογραφίας της υποθεσης η αγωγή επιδόθηκε στην σύζυγο του εναγόμενου με την οποία συζεί στις 10 Ιουνίου 2015. Ο εναγόμενος 4 έχει καταχωρήσει την αίτηση με σκοπό να αιτηθεί παραμερισμό της αποφασης. Προβάλει ως ισχυρισμό για να πετύχει τον παραμερισμό ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της αγωγής στις 14 Οκτωβρίου από την σύζυγο του με την οποία τους τελευταίους έξι μήνες οι σχέσεις του ήταν τεταμένες. Δεν ανεφερε όμως κατά πόσο για εκείνους τους έξι μήνες και συγκεκριμένα κατά πόσο τον Ιούνιο 2015 διέμενε στην ίδια στέγη με την σύζυγο του. Προβάλλεται επίσης ως γεγονός η ύπαρξη τεταμένων σχέσεων με την σύζυγο αλλά υπάρχει ασάφεια σε σχέση με τον τόπο διαμονής του εναγόμενου 4 κατά το διάστημα που ισχυρίζεται ότι οι σχέσεις με την σύζυγο του δεν ήταν καλές. Ισχυρίζεται επίσης, ότι η σύζυγος του αρνήθηκε να παραλάβει τα έγγραφα όταν την βρήκε στο σπίτι ο δικαστικός επιδότης. Περαιτέρω, υπάρχει ισχυρισμός ότι η επίδοση δεν έγινε στον τόπο διαμονής της συζύγου αλλά στον χώρο εργασίας της. Ισχυρισμός του ήταν ότι η σύζυγος ξέχασε την ύπαρξη του κλητηρίου εντάλματος και γι' αυτό δεν έλαβε γνώση της αγωγής ο εναγόμενος 4. Υπάρχει αποδεικτικό κενό σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα που κατ' ισχυρισμό του εναγόμενου 4 οδήγησαν στην έκδοση απόφασης εναντίον του χωρίς να λάβει γνώση της αγωγής. Δεν παρέθεσε κανένα γεγονός ενώπιον του Δικαστηρίου για να εξηγήσει πως και η σύζυγος, η οποία ισχυρίζεται ότι ξέχασε τα έγγραφα της επίδοσης, ξαφνικά αντιλήφθηκε την ύπαρξη τους και αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να ενημερώσει τον εναγόμενο για την ύπαρξη τους. Αυτά που αναφέρονται για τους λόγους μη εμφάνισης του εναγόμενου 4 στην αγωγή είναι τόσο αόριστα και ασαφής που δίδεται η εντύπωση ότι ο εναγόμενος 4 δεν ήθελε να δεσμευθεί σε συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων που εύκολα θα μπορούσε να διασταυρωθεί για την αλήθεια της. Σε σχέση με την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ο εναγόμενος 2 αναφέρει ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τον ενημέρωσαν ως εγγυητής για τις καθυστερήσεις και υπερβάσεις του λογαριασμού σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν στον πρωτοφειλέτη. Εγείρουν ζήτημα παράνομο υπολογισμού του τόκου επειδή ως διαιρέτης του τόκου χρησιμοποιήθηκαν οι 360 ημέρες και όχι οι 365 μέρες. Ο εναγόμενος όμως δεν καθόρισε επακριβώς ποιό ποσό επιβαρύνθηκε το οφειλόμενο ποσό με τέτοιο υπολογισμό ώστε να προκύπτει ως δεδομένο ότι πράγματι υπολογίσθηκε λάθος ο οφειλόμενος τόκος. Το ίδιο ισχύει για τον ισχυρισμό ότι ο τόκος υπολογίζετο κάθε μήνα και λογίζετο πλέον ως μέρος του κεφαλαίου αντί να κεφαλαιοποιείται ο τόκος δύο φορές ετησίως. Δεν έχει εξηγήσει γιατί δεν είναι συμβατικό το δικαίωμα των εναγόντων να προβούν σε κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως. Στην ένσταση τους οι ενάγοντες έχουν αναφέρει ότι ο τόπος εργασίας της συζύγου είναι η ίδια διεύθυνση με την δηλωμένη διεύθυνση διαμονής του συζύγου του εναγόμενου 4 αλλά και του εναγόμενου 4. Περαιτέρω, στην ίδια διεύθυνση και με τον ίδιο τρόπο επιδόθηκε η επιστολή τερματισμού της συμφωνίας και σε εκείνη την περίπτωση η σύζυγος υπέγραψε για την παραλαβή της επιστολής τέλη Απριλίου 2015 και δεν ανέφερε ότι ήταν σε διάσταση με τον σύζυγο της. Από έρευνα που έγινε στον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι οι δικηγόροι του εναγόμενου 4 προέβηκαν σε έρευνα του φακέλου για να διαπιστώσουν πως εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγόμενου 4 ερήμην του εναγόμενου στις 15.10.15 ενώ η αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε στις 3.12.15. Σε σχέση με την υπεράσπιση που προβάλλεται οι ενάγοντες έχουν παραθέσει σε αντίθεση με τον εναγόμενο 4 λεπτομερή στοιχεία για να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 4 περί ύπαρξης καλής υπεράσπισης. Επί παραδείγματι, στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης επισυνάπτονται ως τεκμήρια πλειάδα επιστολών που στάληκαν στον εναγόμενο 4 για να ενημερωθεί ότι υπήρχαν καθυστερήσεις των πληρωμών και τον καλούσαν να τακτοποιήσει το πρόβλημα. Αρνούνται ότι χρησιμοποιήθηκε ως διαιρέτης οι 360 μέρες αντί οι 365 μέρες για να υπολογισθούν οι τόκοι και αντιθέτως, παραπέμπουν σε σχετική πρόνοια της συμφωνίας που προβλεπει ότι θα χρησημοποιείται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος των 365 ημερών. Ισχυρίζεται ότι η κεφαλαιοποίηση του τόκου έγινε ως προνοούσε το συμβόλαιο και παραπέμπει στον σχετικό όρο του συμβολαίου. Ισχυρίζεται ότι η θέση του εναγόμενου 4 για κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε μήνα είναι αβάσιμη και ατεκμηρίωτη. Με βάση την Δ.17 θ.10 οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί της Πολιτικής Δικονομίας προνοούν ως ακολούθως, στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον εναγόμενου ερήμην λόγω του ότι παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή: "Where judgment is entered pursuant to any of the proceeding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary judgment upon such terms as may be just." Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμερισθεί η εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στην διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Σ' αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) δικαιούται παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στην διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο ενάγοντας απόφαση κατά τον δεδομένο χρόνο, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίσθηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Η διάκριση μεταξύ της πρώτης και δεύτερης περίπτωσης σύμφωνα με τον Lord Wright στην Αγγλική απόφαση Evans v Bartlam[1] , η οποία υιοθετείται και εφαρμόζεται από τα Κυπριακά Δικαστήρια, είναι ότι στην περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στην περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης μόνο εάν ο εναγόμενος πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν γεγονότα που στοιχειοθετούν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης και που θα πρέπει να ακουσθούν στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Θα πρέπει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι προκαλείται αδικία εάν δεν παραμερισθεί η απόφαση διότι παρά της ύπαρξης καλής υπεράσπισης δεν δίδεται ευκαιρία στον εναγόμενο να ακουσθεί. "A discretion necessarily involves a latitude of individual choice, according to the particular circumstances, and differs from a case where the decision follows ex debito justitiae, once the facts are ascertained. In a case like the present , there is a judgement , which though by default , is a regular judgement, and the applicant must show grounds why the discretion to set it aside should be exercised in his favour. The primary consideration is whether he has merits, to which the Court should pay heed; if merits are shown the court will not prima facie desire to let pass a judgement on which there has been no proper adjudication. The Court might also have regard to the applicants explanation why he neglected to appear after being served , though as a rule his fault in that respect can be sufficiently punished by the terms, as to costs.. The appellant here has an explanation , the truth of which is indeed denied by respondent , but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a conflict on affidavits." Στην δεύτερη αυτή περίπτωση το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση άλλα έχει την διακριτική εξουσία να παραμερίσει την απόφαση εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (β) η μη εμφάνιση του είναι δικαιολογημένη υπό της περιστάσεις. Ο εναγόμενος έχει το βάρος αποδείξεως σε σχέση με την ύπαρξη των πιο πάνω προϋποθέσεων. Να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος δεν είναι ανάγκη να αποδείξει την αλήθεια των γεγονότων που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού τα οποία θεμελιώνουν το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης. Αυτό που θα πρέπει να αποδείξει ο εναγόμενος είναι ότι τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση εάν ήταν αλήθεια θα αποτελούσαν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Λευκίδου ν Αρίστου Κανναουρίδη[2], από τον Δικαστη του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδη, δία να αποδειχθεί η ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή σε αίτηση παραμερισμού της απόφασης δεν απαιτείται η απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η απόδειξη γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση των προνοιών της Δ.48 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο σκοπός της αίτησης παραμερισμού δεν είναι για να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής επί των γεγονότων και να γίνει αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά να εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσο υπάρχουν ισχυρισμοί που βασίζονται σε κάποια γεγονότα που αποτελούν υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι γι' αυτό τον λόγο που τα γεγονότα αυτά δεν είναι ανάγκη να αποδειχθούν για την αλήθεια των. 'Η νομολογία σε σχέση με την Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση , σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν τέμνεται με την Evans v Bartland και την Κυπριακή νομολογία ως προς τις αρχές που διέπουν το παραμερισμό απόφασης. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδεικτούν. ' Στην παρούσα περίπτωση ο εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής επειδή η σύζυγος του με την οποία είχε τεταμένες σχέσεις τους τελευταίους 6 μήνες δεν του ανέφερε οτιδήποτε για την επίδοση της αγωγής. Ο εναγόμενος 4 δεν παρέθεσε κανένα στοιχείο για να πείσει ότι κατά το επίδικο διάστημα, ήτοι τον χρόνο που επιδόθηκε η αγωγή δεν διέμενε με την σύζυγο του. Δεν ανέφερε σε ποια διεύθυνση διέμενε , πότε έφυγε από το σπιτι και πότε επέστρεψε. Υπάρχει μία αόριστη αναφορά ότι κατά τον επίδικο χρόνο οι σχέσεις μεταξύ του ζεύγους δεν ήταν καλές και αφήνει να νοηθεί ότι σ' αυτό το διάστημα δεν συζούσαν. Όμως εκείνος που έχει το βάρος να αποδείξει ότι πράγματι δεν συζούσε με την σύζυγο κατά τον χρόνο της επίδοσης ήταν ο εναγόμενος 4. Εφόσον δεν ανέφερε πότε και εάν έφυγε από την οικογενειακή εστία και δεν ανέφερε που διέμενε αλλά και το συγκεκριμένο διάστημα που δεν διέμενε στην οικογενειακή εστία ή έστω να δεσμευθεί σε συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων κρίνω ότι δεν έχει αποσείσει το αποδεικτικό βάρος για να αποδείξει ότι πράγματι κατά το επίδικο διάστημα δεν ζούσε στην ίδια οικία με την σύζυγο του. Περαιτέρω, οι αόριστοι και ασαφής ισχυρισμοί του εναγόμενου 4 έρχονται σε αντίθεση με άλλα απτά στοιχεία της υπόθεσης που τείνουν να επιβεβαιώσουν ότι διέμενε με την σύζυγο. Οι ενάγοντες ανέφεραν ότι η επιστολή τερματισμού επιδόθηκε στην ίδια διευθυνσή και τότε η σύζυγος αποδέχθηκε την ίδια επιστολή χωρίς να αναφέρει ότι ο σύζυγος της διέμενε αλλού. Περαιτέρω, εκείνο που ο εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι είχε αναφέρει η σύζυγος του στον επιδότη δεν ήταν ότι αυτός διέμενε αλλού αλλά ότι εκείνη την στιγμή δεν βρισκόταν στον συγκεκριμένο χώρο. Συνεπώς, δεν κατάφερε ο εναγόμενος 4 να αποδείξει ότι η σύζυγος του δεν συζούσε μαζί του κατά τον επίδικο χρόνο. Επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε μέλος της οικογένειας του εναγόμενου 4 θα πρέπει να θεωρείται ότι πρόκειται για έγκυρη επίδοση της αγωγής. Στην απόφαση Θεοδώρου ν ΣΠΕ Μακράσυκας[3] ο Δικαστής Γ. Αρέστης ασχολήθηκε με την ερμηνεία των λέξεων 'μέλος της οικογένειας ' για σκοπούς επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Είναι σημαντικό, όπως ανέφερε, να ληφθεί υπόψη η Κυπριακή πραγματικότητα δια να βρεθεί η σωστή προσέγγιση σε σχέση μ' αυτό το ζήτημα. Ενα συγκεκριμένο πρόσωπο θεωρείται μέλος της οικογένειας όχι μόνο ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και από τους σκοπούς της συγκεκριμένης νομικής πρόνοιας στην οποία η λέξη 'οικογένεια' απαντάται. Σύμφωνα με το Annual Practice Book του 1953 η αντίστοιχη Αγγλική Διαταξη της Δ.5 θ.2 είναι το Ο.9 r.2. Στην σελίδα 63 του Annual Practice Book επεξηγείται ότι ο σκοπός της επίδοσης είναι να λάβει γνώση ο εναγόμενος του Κλητηρίου Εντάλματος διά να μπορέσει να λάβει τα δέοντα μέτρα έγκαιρα για την υπεράσπιση της αγωγής. The object of all service was, of course, only to give notice to the party on whom it was made , so that he might be aware of , and be able to resist , that which was sought against him, and where that had been done , that the Court might feel perfectly confident that service had reached him , everything had been done that could be required. Η μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή η κακή επίδοση κλητηρίου εντάλματος είναι μία από τις περιπτώσεις όπου δεν θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση την Δ.17 των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η κακή επίδοση της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα να μην ενημερωθεί ο εναγόμενος για την διαδικασία εναντίον του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο αφού διαπιστώσει ότι η επίδοση υπήρξε κακή είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Χρίστου[4] επίδοση που έγινε σε γραμματέα στο γραφείο του εναγόμενου που δεν ήταν υπεύθυνη στο χώρο εργασίας θεωρήθηκε κακή επίδοση. Το Δικαστήριο που είχε εκδόσει την απόφαση βασίσθηκε στην επίδοση για να ικανοποιηθεί ότι ο εναγόμενος είχε λάβει γνώση της αγωγής. Επομένως η διαδικασία υπήρξε πλημμελής με αποτέλεσμα να εκδοθεί αντικανονικά απόφαση εναντίον του εναγόμενου. Από την στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή το Δικαστήριο όφειλε να παραμερίσει την απόφαση. " Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά την γνώμη μας το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα ασκησης διακριτικής ευχέρειας. Εκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του." Οι ίδιες αρχές και η σημασία της ορθής επίδοσης σε σχέση με τα κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα θεμελιώδη δικαίωματα έχουν τονισθεί στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου JZ Classic Muzic Pro Ltd v Alkadia Music Land Ltd.[5] Όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Δεν αμφιβαλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοση κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρο 30.3 (α) και (β) θα προσθέταμε του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με την δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίος εγκαλείται στο Δικαστήριο." Επομένως η κακή επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος εκθεμελιώνει την κανονονικότητα της μετέπειτα διαδικασίας και γι' αυτό είναι σημαντικό στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο να εξετάσει εάν υπήρξε καλή επίδοση πρωτού προχωρήσει να εξετάσει τους υπολοιπούς λόγους για τους οποίους ο εναγόμενος ζητεί τον παραμερισμό της απόφασης. Εξετάζοντας το δικογραφικό φάκελο το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαπιστώσει κατά πόσο η επίδοση υπήρξε αντικανονική. Τουναντίον, η επίδοση φαίνεται να έγινε κανόνικα και σε πλήρη συμμόρφωση με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Ο δικαστικός επιδότης έχει καταχωρήσει την νενομισμένη ένορκη δήλωση η οποία βασίζεται στο έντυπο 5 της Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών όπου δηλώνει ότι δεν βρήκε τον εναγόμενο στο σπίτι του ή στην εργασία του και έτσι παρέδωσε αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος στην σύζυγο και συγκάτοικο του εναγόμενου 4 στην Δερύνεια. Η επίδοση Κλητήριου Εντάλματος διέπεται από την Δ.5 θ.2 η οποία προνοεί ως ακολούθως: "The service shall whenever it is practical , be effected by leaving the copy with the person to be served ; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left - (
  2. i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof ; or (
  3. ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) with his master in the case of a servant living with his master. Where service is effected by leaving the copy with a person other than the person to be served, the affdavit of service shall state (if such be the case ) that the person to be served was not found at his house or at his usual place of employment.(form 5)" Το έντυπο 5 είναι η ένορκη δήλωση που θα πρέπει να γίνεται και να καταχωρείται στον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης από τον δικαστικό επιδότη. Σ' αυτό το έντυπο πρέπει να αναφερθεί σε ποιον επιδόθηκε το Κλητήριο Ενταλμα, η σχέση αυτού του προσώπου με τον εναγόμενο, και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει κατορθωτή προσωπική επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στον εναγόμενο ότι ο δικαστικός επιδότης τον αναζήτησε στο σπίτι του και στην εργασία του και δεν τον βρήκει εκεί. Η σημασία της λέξης οικογένεια (family) σύμφωνα με το Strouds Judicial Dictionary[6] δεν περιορίζεται μόνο στον στενό οικογενειακό κύκλο που περιλαμβάνει γονείς και ανήλικα παιδία αλλά ανάλογα με την περίπτωση επιδέχεται λογική και ευρήτερη σημασία. Family

(1)The primary legal meaning of family is not equivalent to familia or famille but means "children
(2)The word "family" may, however, without difficulty be controlled by the context and is in itself , a word of a most loose and flexible description it is a popular ,and not a technical , expression. So the word "family" may by the context , be controlled to mean " posterity" or descendants "generally.or to mean "heirs" or "next of kin" or "heir" or "heir at law" or "heirs of the body" or "blood relations" or "relations" or "relations by marriage". Με γνώμονα τα πιο πάνω οι λέξεις "member of his family" της Δ.5 θ2 θα πρέπει να ερμηνευθούν έχοντας υπόψη το σκοπό της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος ο οποίος είναι να λάβει γνώση της αγωγής ο εναγόμενος με το να πάρει αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος εντός της προθεσμίας που προνοούν οι θεσμοί. Η Χριστίνα Τζάμα είναι σύζυγος του εναγόμενου
  1. Αυτή αρνήθηκε να υπογράψει το κλητήριο ένταλμα . Δεν ανέφερε στον επιδότη ότι ο εναγόμενος 4 δεν διέμενε μαζί της και έτσι αυτός σημείωσε στην ένορκη δήλωση ότι ήταν σύζυγος και συγκάτοικος του. Θεωρώ ότι η Χριστίνα Τζάμα μπορεί να θεωρηθεί μέλος της οικογένειας του εναγόμενου 4 για σκοπούς της διάταξης 5 κ.2 . Είναι συζυγος του εναγόμενου
  2. Ο εναγόμενος 4 παραδέχεται ότι τώρα συζεί με την σύζυγο του. Πρόβαλε κάποιους ασαφής και αόριστους ισχυρισμούς για να καταδείξει ότι δεν συγκατοικούσε κατά το επίδικο διάστημα με την σύζυγο του. Έλλειψη συγκεκριμένων στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι ο εναγόμενος 4 διέμενε για συγκεκριμένη περίοδο σε άλλη συγκεκριμένη διεύθυνση μακριά από την οικογενειακή εστία δεν πείθει το Δικαστήριο για τα λεγόμενα του και έτσι δεν έχει αποδειχθεί ότι η σύζυγος του έπαυσε κατά το συγκεκριμένο διάστημα να είναι μέλος της οικογένειας του ώστε να θεωρηθεί ότι η επίδοση της αγωγής σ' αυτή είναι νομότυπη. Εφόσον θεωρώ την επίδοση νομότυπη ο εναγόμενος 4 δεν έχει δικαίωμα σε παραμερισμό της απόφασης λόγω κακής επίδοσης στην αγωγή. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπερ του παραμερισμού της απόφασης. Ως λόγο για την μη εμφάνιση τους στην αγωγή ο εναγόμενος 4 ανέφερε ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής επειδή η σύζυγος του ξέχασε για την ύπαρξη της αγωγής και διά μαγείας θυμήθηκε την ύπαρξη της αγωγής τον Οκτώβριο 2015.. Εάν αυτός ο ισχυρισμός αποδειχθεί τότε είναι απόλυτος λόγος για να παραμερισθεί η απόφαση. Τούτο λέχθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ. ν Μιχαήλ[7]. Λέχθηκε ότι εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταλήξει σε θετικό εύρημα ότι ο εναγόμενος δεν είχε λάβει γνώση της αγωγής τότε έχει δικαίωμα παραμερισμό της απόφασης για να προβάλει την υπεράσπιση του. Σε εκείνη την περίπτωση ο εναγόμενος ανέφερε ότι έγινε επίδοση στην σύζυγο του με την οποία ήταν σε διάσταση και δεν επικοινωνούσαν. Στην δική μας περίπτωση ο εναγόμενος 4 ανέφερε ότι η σύζυγος του τοποθέτησε την αγωγή σε ένα συρτάρι και μετά την ξέχασε για μήνες μέχρι που αντιλήφθηκε την ύπαρξη του στις 14 Οκτωβρίου
  3. Πρόκειται και πάλι για ένα αόριστο και ασαφή ισχυρισμό. Δεν εξήγησε πως και αντιλήφθηκε ξαφνικά την ύπαρξη της αγωγής στις 14 Οκτωβρίου αλλά και ούτε γιατί ξέχασε την αγωγή παρόλο που αφέθηκε στην παρουσία της. Κατά την άποψη μου, υπάρχει κενό στο αποδεικτικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση μ'αυτόν τον ισχυρισμό. Ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν έλαβε γνώση της αγωγής είναι με το συνηθισμένο τρόπο απόδειξης γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση την Δ.
  4. Οπως έχει λεχθεί στην απόφαση Luis Vuitton v Δερμοσακ Λτδ.[8] η μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση παρέχεται με ένορκη δήλωση, όπως προβλέπεται στη Δ.
  5. Όταν υπάρχει διάσταση των γεγόνοτων μεταξύ των γεγονότων της ένορκης δήλωσης της αίτησης και της έντασης αυτά τα γεγονότα πρέπει να αποδειχθούν και ο αιτητής έχει το βάρος αποδείξεως. "Εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειθετούν την αίτηση, επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που έχει το βάρος αποδείξης, όπως ορίζεται στη Δ.48 θ.4."[9] Στην υπόθεση Λευκίδου [10] υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι τα γεγονότα που αφορούν τον λόγο μη εμφάνισης του εναγόμενου θα πρέπει να αποδειχθούν σε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης από τον αιτητή. "Με προσδιορισμό το βάρος απόδειξης , ορισμένου γεγονότος, εφαρμόσαν την Δ.48 θ.4 αναφορικά με τη μεθοδο της απόδειξης του...Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται...Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδειχθούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών της Evans v Bartlam πρέπει να αποδεικτούν.Οπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι μη εμφάνισης ή της οποιας καθυστέρησης." Από το απόσπασμα της αποφασης Evans v Bartlam [11] πιο πάνω η οποία αναφέρει ότι τα γεγονότα θα πρέπει να διαπιστωθούν (ascertained facts) διά να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι υπήρχε αντικανονικότητα στην επίδοση της αγωγής και της έκδοσης της απόφασης είναι φανερό ότι το ζήτημα της κακής επίδοσης που έχει εγερθεί από τον αιτητή θα πρέπει να αποδειχθεί μέσα στα πλαίσια αυτής της αίτησης με βάση τις πραγματικές παραστάσεις της κάθε πλευράς που προκύπτουν από της ένορκες δηλώσεις. Όσα έχει αναφέρει ο εναγόμενος 4 για την σύζυγο του είναι εξ΄ ακοής μαρτυρία. Δεν προέβη η ίδια σε ένορκη δήλωση για να εξήγησει γιατί δεν παρέδωσε την αγωγή στον σύζυγο της από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβριο και γιατί τον Οκτώβριο αφού είχε ήδη εκδοθεί απόφαση εναντίον του εναγόμενου 4 ξαφνικά θυμήθηκε την ύπαρξη της αγωγής. Περαιτέρω, ως ανέφεραν οι καθ'ων η αίτηση λίγους μήνες πριν την επίδοση της αγωγής επιδόθηκε με τον ίδιο τρόπο η επιστολή τερματισμού χωρίς να προκύψει παρόμοιο πρόβλημα γνωστοποίησης της αγωγής στον εναγόμενο
  6. Ο εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι τώρα έχουν αποκατασταθεί οι σχέσεις με την σύζυγο του και διαμένουν μαζί. Συνεπώς, για να πείσει ότι για το συγκεκριμένο διάστημα των έξι μηνών ήταν σε διάσταση θα ανέμενε κανείς ότι θα παρέθετε περισσότερα στοιχεία ώστε να πείσει ότι γνήσια δεν έλαβε γνώση της αγωγής κατά το επίδικο διάστημα. Οι αόριστες και ατεκμηριώτες αναφορές δεν πείθουν και αντιθέτως, δίδεται έντονα η εντύπωση ότι αυτή η εκδοχή των πραγμάτων είναι επινόηση εκ των υστέρων για να δικαιολογήσει την απραξία του και αργοπορία του. Συνεπώς, κρίνω ότι ο εναγόμενος 4 απέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος για να αποδείξει ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Αναφορικά με την θέση του ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή κρίνω ότι και πάλι δεν έχει παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία ώστε να πείσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι ανάγκη οι ισχυρισμοί του εναγόμενου να στοιχειοθετούνται ως προς τις λεπτομέρειες των γεγονότων και με υποστηρικτικό έγγραφο μαρτυρικό υλικό δίοτι εάν δεν απαιτηθεί αυτό από το Δικαστήριο θα είναι εύκολο για τον εναγόμενο να προβαίνει σε ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς και να πετυχαίνει με μεγάλη ευκολία το επανάγνοιμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν Alpha Bank Ltd.[12] λέχθηκε ότι τα στοιχεία πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας για να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας υπέρ του παραμερισμού. "Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία η αποκάλυψη συζητίσιμης υπόθεσης προυποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής , διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύει μέσα από τους ιδίους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς , ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετεί χρήσιμος σκοπός επίλυσεως της διαφοράς των διαδίκων.Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ'αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει , τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων , όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών." Ως υπέδειξα πιο πάνω, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο 4 να αναφέρει ότι υπάρχουν παράνομες χρεώσεις και παράνομος τόκος που λογίζεται επί του οφειλόμενου ποσού. Πρέπει να είναι συγκεκριμένος και να παραθέσει συγκεριμένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν τέτοια θέση. Όφειλε να παραθέσει στο Δικαστήριο γεγονότα και στοιχεία για να δείξει ότι χρησιμοποιήθηκε ο διαιρέτης των 360 ημερών αντί των 365 ημερών. Αντ'αυτού το έθεσε ως συμπέρασμα αντί να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι χρεώθηκε το οφειλόμενο ποσό μ'αυτόν τον τρόπο. Εν των μεταξύ οι ενάγοντες στην δική τους ένορκη δήλωση παρέπεμψαν σε πρόνοιες του συμβολαίου και εξήγησαν ακριβώς πως έγινε η χρεώση του οφειλόμενου ποσού για να αντικρούσουν τον ισχυρισμό του εναγόμενου
  7. Το ίδιο ισχύει με το ζήτημα των επιστολών. Προέβηκε σε μία γενική τοποθέτηση ότι ποτέ δεν έλαβε ενημέρωση για τις καθυστερήσεις επί του λογαριασμού και τελικά προκύπτει ότι του στάληκαν πολλές επιστολες από το 2011 που τον ενημέρωναν για την κατάσταση του λογαριασμού. Δίδεται η εντύπωση ότι προέβη σε γενικούς ισχυρισμούς για παράνομες χρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος χωρίς να γνωρίζει στην πραγματικότητα εάν αυτό έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι να δοθεί σε διάδικο με πραγματικά στοιχεία που πλαισιώνουν την υπεράσπιση του να τα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου προς υπεράσπιση του και όχι να προβάλει γενικούς και ατεκμηριώτους ισχυρισμούς και να ψάξει αργότερα να ανακαλύψει εάν τέτοια υπεράσπιση τεκμηριώνεται ώστε να προωθηθεί με επιτυχία. Είναι γι' αυτόν τον λόγο που κρίνω ότι ο εναγόμενος 4 έχει αποτύχει να καταδείξει βάσιμη υπεράσπιση που να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Όμως αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος που θεωρώ ότι δεν πρεπει να παραμεριστεί η απόφαση. Ο τελευταίος λόγος που δεν δικαιολογείται κάτι τέτοιο είναι επειδή ο εναγόμενος 4 αφού πληροφορήθηκε για την έκδοση απόφασης εναντίον του επέδειξε αδικαιολόγητη ολιγωρία προς προώθηση αυτού του αιτήματος. Συμφωνώ με την θέση των καθ' ων η αίτηση ότι δεν χρειάζεται πέραν του 1 ½ μηνός να ερευνήσουν οι δικηγόροι τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης και μετά να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Miluca Motor Trading Ltd. v Χρυσάνθουν Κούρτη [13] οι εξηγήσεις που δίδει ο εναγόμενος για την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο δεν συνιστούν αυτομάτως και δικαιολογία. Περαιτέρω λέχθηκαν τα ακόλουθα: " Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης , εφόσο διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνσης της δικαστικής διαδικασίας και δικαιωμάτων του αντιδίκου" Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει και την όλη συμπεριφορά του διαδίκου παρά του γεγονότος ότι έχει καλή υπεράσπιση διαφορετικά το αποτέλεσμα, όπως επεξηγείται στην πιο πάνω απόφαση, θα είναι ότι "πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή." Δεν εξήγησε γιατί χρείασθηκε τέτοιο χρονικό διάστημα για να συντάξει και να καταχωρήσει αυτή την αίτηση. Όλα τα πιο πάνω δείχνουν μία αδιαφορία προς τους θεσμούς και στην δικαστική διαδικασία που δεν μπορεί να παραβλεφθεί . Ως εκ τούτου και για όλους του πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης. Ούτε το θεωρώ δίκαιο υπό αυτές τις περιστάσεις να στερήσω την ενάγουσα από τα δικαίωματα που έχει αποκτήσει ως αποτέλεσμα της εκδοθείσας απόφασης. Η αίτηση απορρίπτεται, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του εναγόμενου 4 όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή. (Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1]
(1937)2 ALL ER 646,656 [2] Πολιτική Εφεση 10015 ημερ. 26.4.99 [3] 1 ΑΑΔ 1305
(2003)[4] Πολιτική Εφεση 9477 ημερ. 5.3.97 [5] Πολιτική Εφεση 10987 ημερ. 4.7.02 [6] Volume 2 D-H, 4th Edition, Sweet & Maxwell [7] 1 ΑΑΔ 1044
(2003)[8] 1 ΑΑΔ 1454 ,1463
(1992)[9] Id at 1465 [10] Supra note 2 [11] Supra note 1 [12] Πολιτική Εφεση 11115 ημερ. 18/6/02 [13] Πολτική Εφεση 9686 ημερ. 8 Αυγούστου 1997 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.