← Κύπρος

FARIBORZ ASKARI ν. IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LTD, Αρ. Αγωγής: 3237/2009, 30/6/2016

FARIBORZ ASKARI ν. IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LTD, Αρ. Αγωγής: 3237/2009, 30/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A125 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3235/2009 Μεταξύ: MASOUD MICHAEL AFKHAMI Ενάγοντος και IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LTD Εναγόμενης ............................... ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3236/2009 Μεταξύ: AKBAR ZARGANI NEJAD Ενάγοντος και IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LTD Εναγόμενης ............................... ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 16.05.2013 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3236/2009 Μεταξύ:

  1. ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ
  2. NAVID ZARGANI NEJAD ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα ΑKBAR ZARGINI NEJAD Εναγόντων και IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LTD Εναγόμενης ............................... ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3237/2009 Μεταξύ: FARIBORZ ASKARI Ενάγοντος και IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LTD Εναγόμενης .................................... Ημερομηνία: 30 Ιουνίου, 2016 Για τους ενάγοντες: Ο κ. Α. Παπαλλής για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη: Η κα Δ. Μιχαήλ για Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο τρεις αγωγές συνεκδικάστηκαν μετά από αίτημα της εναγόμενης στο οποίο συγκατατέθηκαν οι ενάγοντες και προς τούτο εκδόθηκε σχετικό διάταγμα συνεκδίκασης τους την 28.06.
  3. Η οδηγός αγωγή καθορίστηκε η 3235/
  4. Πρόκειται για πανομοιότυπες αγωγές οι οποίες καταχωρήθηκαν από τους ενάγοντες, ιρανικής καταγωγής, που αφορούν τα ίδια γεγονότα και όπου προβάλλονται οι ίδιοι κατά βάση ισχυρισμοί και όπου, σε όλες, οι ενάγοντες αξιώνουν από την εναγόμενη αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας καθώς και επιστροφή των ποσών που κατέβαλαν ως προκαταβολή και /ή ως τέλος κράτησης (reservation fee) για την εξασφάλιση του δικαιώματος από τον καθένα τους αγοράς κατοικίας (option), σε συγκρότημα κατοικιών με το όνομα "Regina Gardens" στο χωριό Περβόλια, τις οποίες οι εναγόμενοι διαφήμιζαν ότι θα έκτιζαν και είχαν προς πώληση και τις οποίες όμως ποτέ δεν έκτισαν. Είναι παραδεκτό ότι στις 19.03.2010 κατατέθηκε από την εναγόμενη, σε κάθε μια από τις πιο πάνω υποθέσεις, ειδοποίηση πληρωμής στο Δικαστήριο του ποσού της προκαταβολής την οποία κατέβαλαν οι ενάγοντες σε αυτήν, ποσά τα οποία παραδέχεται ότι είναι τα μόνα που οφείλει στους ενάγοντες και τα οποία αξιώνουν μεταξύ άλλων με τις αγωγές τους οι τελευταίοι, τις οποίες και επέδωσαν στην εναγόμενη την 22.03.
  5. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Oι ενάγοντες ισχυρίζονται στο δικόγραφο τους και στις τρεις υποθέσεις ότι σύναψαν συμφωνίες με την εναγόμενη για την εξασφάλιση δικαιώματος αγοράς (option), κατοικίας σε συγκρότημα κατοικιών με το όνομα "Regina Gardens", στα Περβόλια Λάρνακας. Όλες οι αγωγές αφορούν αξιώσεις των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης για αποζημιώσεις και επιστροφή του ποσού που κατέβαλαν σε αυτήν ως προκαταβολή πλέον νόμιμο τόκο, τόσο επί του ποσού αυτού όσο και επί των αποζημιώσεων που διεκδικούν για ισχυριζόμενη εκ μέρους της εναγόμενης παράβαση των ως άνω συμφωνιών. Ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη με έδρα της την Λάρνακα και ασχολείται μεταξύ άλλων με εργοληπτικές εργασίες καθώς και με την πώληση ακινήτων. Τις εν λόγω συμφωνίες τις είχαν συνάψει την 2.04.2007 και οι ενάγοντες απέκτησαν το δικαίωμα (option), για απόκτηση ή/και αγορά ο καθένας τους μιας κατοικίας δύο υπνοδωματίων στο συγκρότημα κατοικιών "Regina Gardens", το οποίο επρόκειτο να ανεγερθεί στα Περβόλια Λάρνακας και κατέβαλαν στην εναγόμενη ο καθένας τους το ποσό των €5.125,80σ. (Λ.Κ.3.000,00), το οποίο αντιπροσώπευε το option ή και αποτελούσε "reservation fee". Το τεμάχιο προσδιοριζόταν με κίτρινο χρώμα σε τοπογραφικό σχέδιο της περιοχής το οποίο επισυνάφθηκε στη συμφωνία και υπογράφτηκε και από τα δύο μέρη. Η ακριβής τιμή πώλησης θα προσδιοριζόταν ανάλογα με τα τετραγωνικά μέτρα της κάθε μιας κατοικίας, τις οποίες διάλεξαν οι αγοραστές (purchasers), ευθύς ως τα αρχιτεκτονικά σχέδια και οι τεχνικοί όροι των κτηρίων θα ήταν διαθέσιμα και/ή θα ήταν τελειωμένα. Αναμενόταν δε αυτό να γινόταν στις 30.04.2007 ή ενωρίτερα. Στο εν λόγω έγγραφο καταγράφονται λεπτομέρειες των εν λόγω συμφωνιών παροχής δικαιώματος με την αξία των κατοικιών ανά τετραγωνικό μέτρο και τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά. Οι τιμές που είχαν συμφωνηθεί συμπεριλάμβαναν και τον Φ.Π.Α. και βασίζονταν σε προκαταρτικά αρχιτεκτονικά σχέδια, οι διαστάσεις των οποίων πιθανόν να άλλαζαν. Το δικαίωμα για αγορά (option), θα βρισκόταν σε ισχύ για 15 ημέρες maximum από την ημερομηνία που ο κάθε αγοραστής θα ειδοποιείτο από τον πωλητή ότι τα αρχιτεκτονικά σχέδια και οι τεχνικοί όροι είχαν συμπληρωθεί. Εντός της περιόδου αυτής των 15 ημερών, ο κάθε αγοραστής θα έπρεπε να ασκήσει το δικαίωμα του να αγοράσει και το πωλητήριο έγγραφο θα υπογραφόταν από τα μέρη μέσα σε άλλες 30 ημέρες και καθοριζόταν ο τρόπος πληρωμής. Ο Δεκέμβριος του 2009 είχε συμφωνηθεί ως η ημερομηνία συμπλήρωσης/ υλοποίησης της ανάπτυξης αλλά την ακριβή ημερομηνία ο πωλητής θα την επιβεβαίωνε ευθύς ως θα ετοιμάζονταν τα λεπτομερή σχέδια την 30.04.2007 ή νωρίτερα και θα εκδιδόταν η πολεοδομική άδεια. Σε περίπτωση που τα σχέδια δεν θα ήταν έτοιμα μέχρι την 30.04.2007 ή σε περίπτωση που δεν θα τους ικανοποιούσαν οι τεχνικοί όροι του κτηρίου, οι αγοραστές είχαν το δικαίωμα να ακυρώσουν το option και σε αυτήν την περίπτωση η μόνη υποχρέωση του πωλητή θα ήταν να τους επιστρέψει αμέσως μόνο το ποσό των Λ.Κ.2.600,
  6. Σε περίπτωση που η τράπεζα που χρηματοδοτούσε το έργο δεν ενέκρινε τη δανειοδότηση των αγοραστών, ο πωλητής αναλάμβανε να επιστρέψει ολόκληρο το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 στους αγοραστές και η συμφωνία θα εθεωρείτο άκυρη. Οι ενάγοντες κατέβαλαν τα πιο πάνω συμφωνηθέντα ποσά στην εναγόμενη την ίδια ημερομηνία που υπεγράφη η συμφωνία (option). Οι ενάγοντες διατείνονται ότι η εναγόμενη, κατά παράβαση των πιο πάνω συμφωνιών, δεν τους ενημέρωσε για την ολοκλήρωση των αρχιτεκτονικών σχεδίων έτσι ώστε να προβούν στην αγορά των κατοικιών. Αντ΄αυτού ισχυρίστηκαν ότι το δικαίωμα (option), ήταν υπό όρους και για λόγους και καταστάσεις που δεν ήταν σε θέση να αποτρέψουν ή να προβλέψουν, το δικαίωμα δεν είχε ενεργοποιηθεί. Ουσιαστικά η εναγόμενη διέδιδε ότι το συγκρότημα κατοικιών, στο οποίο οι ενάγοντες απέκτησαν δικαίωμα αγοράς, δεν θα ανεγερθεί. Η συμφωνία της 2.04.2007 δεν προνοούσε ότι η εναγόμενη είχε οποιαδήποτε δυνατότητα υπαναχώρησης από την εν λόγω σύμβαση ή/και δυνατότητα υπαναχώρησης από τη σύμβαση εάν προέκυπταν οποιοιδήποτε απρόβλεπτοι λόγοι ή καταστάσεις. Η εναγόμενη μετά την ισχυριζόμενη ακύρωση του σχεδίου ανέγερσης του εν λόγω συγκροτήματος κατοικιών διαφήμισε ή και προώθησε ή και διαπραγματεύτηκε την πώληση ανάλογων ή/και ίδιων ή/και παρόμοιων κατοικιών σε συγκρότημα που θα ανήγειρε στην ίδια τοποθεσία με αυξημένες τιμές πώλησης. Η εναγόμενη με επιστολή των δικηγόρων της μεταγενέστερα, σε απάντηση επιστολής των δικηγόρων των εναγόντων, τους πρόσφερε πίσω ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής που είχαν δώσει επικαλούμενη απρόβλεπτους λόγους για την μη υλοποίηση της ανέγερσης του κτιριακού συγκροτήματος. Η εναγόμενη διαφήμιζε την ανέγερση συγκροτήματος κατοικιών εντός του ίδιου τεμαχίου με τη διαφορά ότι τα πωλούσε σε ψηλότερες τιμές. Η εναγόμενη στις πανομοιότυπες υπερασπίσεις της σε κάθε μια από τις υποθέσεις, αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων εκτός όπου προβαίνει σε ρητή παραδοχή τους. Καταγράφω στη συνέχεια τους ουσιώδεις από αυτούς τους ισχυρισμούς της: Ενώ παραδέχεται την υπογραφή των εγγράφων με τον τίτλο "Option to Purchase" και την καταβολή από τους ενάγοντες του ποσού των Λ.Κ.3.000,00 - ισάξιου με €5.125,80σ., εντούτοις ισχυρίζεται ότι το έγγραφο που υπέγραψε δεν συνιστά έγκυρη νόμιμη ή δεσμευτική σύμβαση και/ή είναι άκυρη λόγω αοριστίας. Σε σχέση με τον ισχυρισμό από πλευράς εναγόντων για καθορισμό του τρόπου πληρωμής, ισχυρίζονται ότι αυτό που αναφέρεται είναι ο τρόπος πληρωμής που θα καταγραφόταν στη συμφωνία πώλησης στην περίπτωση που οι διάδικοι τελικώς υπέγραφαν τέτοια συμφωνία. Αρνείται τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι διαφήμισε ή και προώθησε ή και διαπραγματεύτηκε την πώληση ανάλογων ή και ίδιων ή και παρόμοιων κατοικιών σε συγκρότημα που θα ανήγειρε στην ίδια τοποθεσία με αυξημένες τιμές πώλησης και ισχυρίζεται ότι μέχρι σήμερα η εναγόμενη δεν έχει ανεγείρει οποιοδήποτε συγκρότημα εντός του πιο πάνω αναφερόμενου τεμαχίου. Διαζευκτικά και/ή χωρίς επηρεασμό των όσων η εναγόμενη ισχυρίζεται ως πιο πάνω, στην περίπτωση που τυχόν θεωρηθεί και/ή ερμηνευθεί το έγγραφο ημερομηνίας 2.04.2007 ως έγκυρη και/ή νόμιμη και/ή σύμβαση, τότε η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το επίδικο έγγραφο αποτελούσε σύμβαση υπό αίρεση και/ή εν πάση περιπτώσει δεν κατέστη εκτελεστή για λόγους που δεν οφείλονται και/ή δεν ήταν στον έλεγχο της. Περαιτέρω δε η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η πολεοδομική αρχή δεν επέτρεψε την προτιθέμενη από αυτή και/ή τους ιδιοκτήτες του τεμαχίου ανάπτυξη, γεγονός που το πληροφορήθηκαν έγκαιρα οι ενάγοντες και/ή οι αντιπρόσωποι τους. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, λόγω των προβλημάτων και/ή των περιορισμών που επέβαλε και/ή εκδήλωσε πρόθεση να επιβάλει η αρμόδια πολεοδομική αρχή, για λόγους που δεν οφείλονται στην εναγόμενη, η συμπλήρωση των αρχιτεκτονικών σχεδίων της κατοικίας και/ή η έκδοση της πολεοδομικής άδειας κατέστη αδύνατη να εκπληρωθεί πριν ή κατά τις 30.04.2007 και/ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο και/ή σε μεταγενέστερο εύλογο υπό τις περιστάσεις χρόνο. Επίσης η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο ιδιοκτήτης του εν λόγω τεμαχίου δεν επιθυμούσε πλέον την ανάπτυξη του τεμαχίου και/ή τερμάτισε τη συμφωνία ανάπτυξης γης. Διαζευκτικά και/ή χωρίς επηρεασμό των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το έγγραφο αποτελεί άκυρη συμφωνία και/ή μη εκτελεστή, καθότι τελούσε υπό την αίρεση έκδοσης πολεοδομικής άδειας για την ανάπτυξη, όπως είχε πρόθεση να προωθήσει και/ή τελούσε υπό αδύνατη υπό τις περιστάσεις αίρεση. Ισχυρίζεται ότι πληροφόρησε με διάφορους τρόπους τους ενάγοντες για τη μη υλοποίηση του έργου και ότι τους είχε προσφέρει την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.4.000,00 ισάξιου των €6.384,40σ., προσφορά ή πρόταση την οποία οι ενάγοντες δεν απέρριψαν και/ή αποδέχθηκαν άμεσα και/ή έμμεσα δυνάμει συμπεριφοράς και/ή σιωπής. Οι ενάγοντες εμποδίζονται (estopped) δυνάμει συμπεριφοράς και/ή απραξίας να προβαίνουν στην επίδικη αξίωση και/ή να αξιώνουν αποζημιώσεις από την εναγόμενη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αξιώνει την απόρριψη των αγωγών με έξοδα σε βάρος των εναγόντων. Στην απάντηση τους στην Υπεράσπιση, οι ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς της εναγόμενης και επαναλαμβάνουν ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που πρόβαλαν στις εκθέσεις απαιτήσεως τους. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν κατά σειρά τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα για κάθε υπόθεση ξεχωριστά τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμ. 1, 2 και 3 Παραδεκτά γεγονότα για την υπόθεση 3235/2009 (Τεκμήριο 1) Απόδειξη πληρωμής (Reservastion fee) για το bungalow No. 12 στο Έργο "Regina Beach Gardens" Περβόλια. Συμφωνία ημερ. 02 Απριλίου 2007 για option to Purchase Bungalow No. 12 μεταξύ IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LTD και Masoud Michael Afkhami. Δέσμη Σχεδίων Regina Development. Βιβλίο Παρουσίασης του Έργου "Regina Beach Gardens" της Εταιρείας Iacovou Brothers (Development) Ltd. Διαφημιστικό βιβλίο της Εταιρείας KKAM ESTATES LTD. Επιστολή δικηγόρων Εναγομένων ημερ. 25/9/2008 προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα. Παραδεκτά γεγονότα για την υπόθεση 3336/2009 (Τεκμήριο 2) Απόδειξη πληρωμής (Reservastion fee) για το bungalow No. 13 στο Έργο "Regina Beach Gardens" Περβόλια. Συμφωνία ημερ. 02 Απριλίου 2007 για option to Purchase Bungalow No. 13 μεταξύ IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LTD και Akbar Zargsini Nejad. Δέσμη Σχεδίων Regina Development. Βιβλίο Παρουσίασης του Έργου "Regina Beach Gardens" της Εταιρείας Iacovou Brothers (Development) Ltd [βλ. Τεκ. 1

(4)]. Διαφημιστικό βιβλίο της Εταιρείας KKAM ESTATES LTD. Παραδεκτά γεγονότα για την υπόθεση 3237/2009 (Τεκμήριο 3) Απόδειξη πληρωμής (Reservastion fee) για το Bungalow No. 26 στο Έργο "Regina Beach Gardens" Περβόλια. Συμφωνία ημερ. 02 Απριλίου 2007 για option to Purchase Bungalow No. 26 μεταξύ IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LTD και Fariborz Askari. Δέσμη Σχεδίων Regina Development. Βιβλίο Παρουσίασης του Έργου "Regina Beach Gardens" της Εταιρείας Iacovou Brothers (Development) Ltd [βλ. Τεκ. 1
(4)]. Διαφημιστικό βιβλίο της Εταιρείας KKAM ESTATES LTD.» Ο κ. Fariborz Askari, ενάγων στην Αγωγή Αρ. 3237/2009 (M.E.1), στη γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρει ότι κατάγεται από το Ιράν και είναι ένας από τους ενάγοντες στις συνενωμένες αγωγές. Οι Θεοχάρης Καραγιάννης και Navid Zargani Nejad ως οι διαχειριστές την περιουσίας του αποβιώσαντος Akbar Nejad και ο Masoud Afkhami είναι οι άλλοι ενάγοντες στις παρούσες αγωγές από τους οποίους εξουσιοδοτήθηκε να καταθέσει και υποστηρίξει τις απαιτήσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Δηλώνει δε περαιτέρω τα ακόλουθα, τα οποία καταγράφω αυτολεξεί: « 1. Η εναγόμενη είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ασχολείται με εργοληπτικές εργασίες και την πώληση ακινήτων. 2.Κατά την 02/04/2007, εγώ και οι δύο άλλοι ενάγοντες, υπογράψαμε ο καθένας ξεχωριστά γραπτή Συμφωνία απόκτησης δικαιώματος αγοράς κατοικίας (option to purchase), με την εναγόμενη. Σημειώνω ότι το έγγραφο της εν λόγω Συμφωνίας συντάχθηκε από την εναγόμενη. Οι τρεις
(3)Συμφωνίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως παραδεκτά έγγραφα. 3.Με την εν λόγω Συμφωνία, η εναγόμενη μας προσέφερε ανέκκλητα και εμείς αποδεχτήκαμε την απόκτηση δικαιώματος αγοράς μιας για τον καθένα μας κατοικία δύο υπνοδωματίων, οι οποίες επρόκειτο να ανεγερθούν από την αναγόμενη στο συγκρότημα κατοικιών "Regina Gardens" στο χωριό Περβόλια της Επαρχίας Λάρνακας. 4.Κατά την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας, καταβάλαμε ο καθένας μας στην εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.3.000= ή €5.125,80 ως τέλος κράτησης της κατοικίας (reservation fee). Με την καταβολή του εν λόγω ποσού από εμάς, η εναγόμενη εξέδωσε απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 02/04/2007. Οι τρεις
(3)αποδείξεις πληρωμής κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως παραδεκτά έγγραφα. 5.Η τοποθεσία στην οποία επρόκειτο να ανεγερθεί το συγκρότημα κατοικιών, ήταν το τεμάχιο γης 360, υπ' αριθμό εγγραφής 4664, με έκταση 39458 τετραγωνικών μέτρων, Φ/Σχ. L/39, στην τοποθεσία Πύργος, στο χωριό Περβόλια της Επαρχίας Λάρνακας. Το εν λόγω τεμάχιο γης προσδιορίζεται στο τοπογραφικό σχέδιο, το οποίο είναι συνημμένο στην Συμφωνία, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως παραδεκτό έγγραφο. 6.Η ακριβής τιμή πώλησης του ακινήτου δεν προσδιορίστηκε κατά την υπογραφή της Συμφωνίας, αλλά συμφωνήθηκε ρητώς η τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο στις Λ.Κ.1.600,00 η οποία θα περιλάμβανε κεντρική θέρμανση, σύστημα κλιματισμού και προαιρετικά ιδιωτική πισίνα. 7.Ήταν όρος της εν λόγω Συμφωνίας ότι κατά ή πριν την 30/04/2007, θα ολοκληρώνονταν τα αρχιτεκτονικά σχέδια και οι τεχνικοί όροι του συγκροτήματος και τότε θα υπολογιζόταν η τελική τιμή πώλησης, ανάλογα με τα τετραγωνικά μέτρα που θα επέλεγε ο κάθε αγοραστής. 8. Για διευκρινιστικούς σκοπούς, στη Συμφωνία αναφέρονται ενδεικτικές τιμές των κατοικιών, οι οποίες βασίστηκαν σε προκαταρκτικά αρχιτεκτονικά σχέδια, ήτοι για 90 τετραγωνικά μέτρα δύο υπνοδωματίων κατοικία περίπου Λ.Κ.144.000,00 για 150 τετραγωνικά μέτρα δύο υπνοδωματίων έπαυλη και δωμάτιο ξένων περίπου Λ.Κ.240.000,00 και για 188 τετραγωνικά μέτρα τριών υπνοδωματίων έπαυλη και δωμάτιο ξένων περίπου Λ.Κ.300.800,00. 9. Ήταν ρητός όρος της Συμφωνίας ότι η εναγόμενη, με την ολοκλήρωση των αρχιτεκτονικών σχεδίων και των τεχνικών όρων του συγκροτήματος, θα ειδοποιούσε έκαστον από εμάς και τότε θα είχαμε δεκαπέντε
(15)ημέρες στην διάθεση μας να ασκήσουμε το δικαίωμα, που αποκτήσαμε με την υπογραφή της Συμφωνίας και να αγοράσουμε τις κατοικίες. 10. Περαιτέρω στη Συμφωνία που υπογράφηκε, προσδιοριζόταν ο τρόπος πληρωμής σε περίπτωση που θα ασκούσαμε το δικαίωμα μας να αγοράσουμε τις κατοικίες και θα υπογράφαμε Πωλητήριο Έγγραφο με την εναγόμενη. Η σύμβαση αγοράς του ακινήτου θα υπογραφόταν εντός τριάντα
(30)ημερών από την απόφαση μας να αγοράσουμε τις κατοικίες.
  1. Ως ημερομηνία ολοκλήρωσης του έργου από την εναγόμενη προσδιορίστηκε ο Δεκέμβριος του 2009, αλλά η ακριβής ημερομηνία θα επιβεβαιωνόταν με την ολοκλήρωση των αρχιτεκτονικών σχεδίων, ήτοι κατά ή πριν την 30/04/
  2. Η Συμφωνία προνοούσε ότι σε περίπτωση που μέχρι την 30/04/2007, δεν ολοκληρώνονταν τα αρχιτεκτονικά σχέδια ή δεν ικανοποιούνταν οι τεχνικοί όροι του κτηρίου, θα είχαμε την επιλογή να ακυρώσουμε το δικαίωμα που αποκτήσαμε με την υπογραφή της Συμφωνίας. Σε αυτήν την περίπτωση, η εναγόμενη θα είχε την υποχρέωση να επιστρέψει σε έκαστον από εμάς το ποσό των Λ.Κ.2.600,
  3. Σε περίπτωση που η Τράπεζα, η οποία χρηματοδοτούσε το έργο, δεν ενέκρινε την αίτηση δανειοδότησης μας, συμφωνήθηκε ότι η Συμφωνία θα θεωρείτο άκυρη και η εναγόμενη θα είχε την υποχρέωση να επιστρέψει το ποσό των Λ.Κ. 3.000 σε έκαστον από εμάς.
  4. Ενώ αναμέναμε να ολοκληρωθούν τα αρχιτεκτονικά σχέδια, όπως προνοούσε ρητά η Συμφωνία, η εναγόμενη ουδέποτε μας ενημέρωσε σχετικά, ώστε να μας δοθεί η ευκαιρία να ασκήσουμε το δικαίωμα που αποκτήσαμε με την υπογραφή της Συμφωνίας ημερομηνίας 02/04/
  5. Με επιστολή των δικηγόρων μας ημερομηνίας 14/08/2008 καλέσαμε την εναγόμενη να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από την Συμφωνία ημερομηνίας 02/04/
  6. Η εναγόμενη απέστειλε στους δικηγόρους μας απαντητική επιστολή ημερομηνίας 25/09/2008 μέσω των δικηγόρων της, με την οποία παραδεχόταν την παράλειψη της να μας ενημερώσει για την ολοκλήρωση των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Περαιτέρω, δικαιολογούσαν την παράλειψη τους στο γεγονός ότι το συγκρότημα δεν ολοκληρώθηκε για λόγους που δεν ήταν σε θέση να αποτρέψουν ή να ελέγξουν, χωρίς όμως να διευκρινίζουν τους λόγους αυτούς. Διευκρινίζω ότι ουδέποτε ενημερώθηκα εγώ ή οι δύο άλλοι ενάγοντες σχετικά με την μη έκδοση πολεοδομικής άδειας. Επιπρόσθετα, με την εν λόγω επιστολή, ισχυρίστηκε ότι η Συμφωνία, η οποία δήθεν ήταν υπό όρους, δεν μπορούσε να ενεργοποιηθεί και γι' αυτό προσφέρθηκε να επιστρέψει στον καθένα από εμάς το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 το οποίο καταβλήθηκε ως εξασφάλιση του δικαιώματος αγοράς. Η εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 25/09/2008 κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως παραδεκτό έγγραφο.
  7. Στην μεταξύ των διαδίκων Συμφωνία, δεν προβλεπόταν οποιαδήποτε δυνατότητα της εναγόμενης να υπαναχωρήσει από την Συμφωνία για κανένα λόγο. Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η Συμφωνία δεν μπορούσε να ενεργοποιηθεί για λόγους που δεν μπορούσε να ελέγξει, είναι αβάσιμος. Επιπρόσθετα, ανεδαφικός είναι και ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η Συμφωνία ήταν υπό αίρεση, αφού ουδέποτε συμφωνήθηκε οποιαδήποτε προϋπόθεση για την υλοποίηση της.
  8. Παρόλο που η εναγόμενη διέδιδε ότι το συγκρότημα κατοικιών, για το οποίο εγώ και οι άλλοι δύο ενάγοντες αποκτήσαμε δικαίωμα αγοράς, δεν θα ανεγειρόταν, εντούτοις με διάφορα έντυπα και βιβλία διαφήμιζαν την πώληση ανάλογων κατοικιών σε συγκρότημα που θα ανέγειραν εντός του ίδιου τεμαχίου, με τη διαφορά όμως ότι πωλούνταν σε υψηλότερες τιμές. Τα εν λόγω διαφημιστικά βιβλία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως παραδεκτά έντυπα.
  9. Στα εν λόγω διαφημιστικά έντυπα διαφημίζεται κατοικία δύο
(2)υπνοδωματίων 98 τετραγωνικών μέτρων, η οποία βρίσκεται σε τεμάχιο γης 518 τετραγωνικών μέτρων, σε τιμή πώλησης προς €395.000,
  1. Σημειώνεται ότι οι κατοικίες για τις οποίες υπογράψαμε Συμφωνία απόκτησης δικαιώματος αγοράς, θα αναγείρονταν σε τεμάχιο γης με έκταση 600 τετραγωνικά μέτρα. Συνεπάγεται ότι η ζημιά που υπεστήκαμε, εγώ και τα άλλα δύο πρόσωπα, είναι ακόμα μεγαλύτερη από το ποσό που διεκδικούμε με τις παρούσες αγωγές.
  2. Μετά από σχετική έρευνα διαπιστώσαμε την αύξηση της αγοράς ακινήτων στην Κύπρο μεταξύ της περιόδου Ιανουαρίου του 2007 και τέλους του
  3. Σχετική μαρτυρία θα προσκομισθεί.
  4. Περαιτέρω, αναφέρω ότι αγόρασα άλλο διαμέρισμα τον Νοέμβριο του 2007 στην τιμή των Λ.Κ.115.500,00 ή €197.343,46 ενδεικτικά της αύξησης των τιμών. Η Συμφωνία Αγοράς του εν λόγω διαμερίσματος ημερομηνίας 12/11/2007 κατατίθεται ως Τεκμήριο
  5. Συνεπώς, με τις παρούσες αγωγές, ζητούμε έκαστος το ποσό των €148.962,00 που αντιστοιχεί στη διαφορά της αξίας των κατοικιών για τις οποίες εξασφαλίσαμε δικαίωμα αγοράς με την τιμή πώλησης στην οποία διατίθεντο οι κατοικίες από την εναγόμενη με βάση τα διαφημιστικά της. Επιπρόσθετα, ζητούμε έκαστος την επιστροφή του ποσού των €5.125,80 που αντιστοιχεί στο ποσό που καταβάλαμε στην εναγόμενη ως τέλος κράτησης (reservation fee) για την εξασφάλιση του δικαιώματος αγοράς των κατοικιών, καθώς επίσης και νόμιμο τόκο επί των εν λόγω ποσών και τα έξοδα.
  6. Λόγω των πιο πάνω, ζητούμε από το Δικαστήριο την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης.» Ο μάρτυρας ανάφερε περαιτέρω ότι είχε εξουσιοδοτηθεί από τους άλλους δύο ενάγοντες να τους αντιπροσωπεύσει στη δίκη. Εξήγησε ότι το ποσό που αξιώνουν των €148.962,00 προκύπτει από τη συμφωνία που είχαν συνάψει η οποία προνοούσε Λ.Κ.1.600,00 το Τ.Μ. για αγορά bungalows δύο υπνοδωματίων. Είχαν επιλέξει από τα σχέδια την κατοικία που επιθυμούσαν να αγοράσουν ο καθένας και ο αριθμός τους αναγράφηκε στις αποδείξεις πληρωμής της προκαταβολής που εκδόθηκαν για τον καθένα τους. Ο ίδιος είχε επιλέξει την υπ΄αριθμό 26 κατοικία και οι άλλοι δύο ενάγοντες τις υπ΄αριθμό 11 και
  7. Αναγνώρισε το τοπογραφικό σχέδιο του συγκροτήματος και τα αρχιτεκτονικά σχέδια των bungalows δύο υπνοδωματίων τα οποία κατατέθηκαν αντίστοιχα ως Τεκμ. 5 και 6 αντίστοιχα. Αναγνώρισε επίσης το βιβλίο παρουσίασης του έργου Regina Beach Gardens των εναγομένων (αρ. 4 στα παραδεκτά γεγονότα). Επρόκειτο, όπως είπε για διαφημιστικό συγκροτήματος κατοικιών το οποίο είχε δημοσιευτεί ένα χρόνο μετά τη συμφωνία τους και αφορούσε άλλη ανάπτυξη στην ίδια όμως περιοχή. Είχε βρει αργότερα τυχαία το διαφημιστικό της εταιρείας ΚΚΑΜ ESTATES LTD ως Regina Beach Garden όπως αναγράφεται στη σελ. 11 κάτω δεξιά. Ο λόγος που τους είχαν πει οι εναγόμενοι ότι δεν τους επέτρεψαν να ανεγείρουν το εν λόγω συγκρότημα κατοικιών ήταν το υφιστάμενο κάστρο και αυτό παρόλο ότι διαφήμιζαν ότι θα ανεγείρουν άλλο κτηριακό συγκρότημα σε γειτονικό ακίνητο. Κατά την αντεξέταση του εξήγησε ότι ερμηνεύει τη συμφωνία που υπέγραψαν με την εναγόμενη ως το δικαίωμα κάποιου να αγοράσει ή πωλήσει κάτι το συγκεκριμένο, όμως το έγγραφο κατοχύρωνε το δικαίωμα τους να αγοράσουν και όχι στους πωλητές να πωλήσουν. Σε ερώτηση αν θα συμφωνούσε με τη θέση ότι επρόκειτο για μια αβέβαιη συμφωνία, ανάφερε ότι αυτό δεν ήταν δικό τους λάθος. Επανέλαβε ότι είχαν επιλέξει το σπίτι που επιθυμούσαν να αγοράσουν και αυτό ήταν 90 τ.μ. και αν θα ήταν μεγαλύτερο θα πλήρωναν περισσότερα. Εξήγησε ότι το Τεκμ. 6 δείχνει ένα bungalow 2 υπνοδωματίων και ότι αυτό το σχέδιο ήταν επισυνημμένο στη συμφωνία που υπέγραψε. Το γεγονός ότι δεν γράφει σε αυτό 90τ.μ. δεν μπορεί να το ξέρει ο ίδιος αλλά ο αρχιτέκτονας. Εξήγησε ότι υπήρχαν και άλλα διαμερίσματα αλλά ο ίδιος προτίμησε να αγοράσει το συγκεκριμένο. Συμφώνησε ότι δεν ήταν κτισμένο την ημέρα της συμφωνίας. Το ότι δεν υπήρχαν την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας εγκεκριμένα αρχιτεκτονικά σχέδια δεν ήταν λάθος δικό του, τους έλεγαν όμως ότι θα έπαιρναν έγκριση. Εξήγησε, όπως προνοείται και στη συμφωνία τους, ότι αν επιθυμούσε να έχει πισίνα θα πλήρωνε για αυτή στο τέλος. Όταν κλήθηκε να υποδείξει που γράφει στη συμφωνία ότι θα έπρεπε να πλήρωναν περισσότερα, ανάφερε ότι ήταν επιλογή τους αν θα ήθελαν πισίνα αλλά η τιμή που είχαν συμφωνήσει αναγραφόταν στη συμφωνία. Το έργο, ανάφερε, συμφωνήθηκε ότι θα τέλειωνε τον Δεκέμβριο του
  8. Σε υποβολή ότι η ημερομηνία παράδοσης τον Δεκέμβριο 2009 ήταν ενδεικτική και ότι η συγκεκριμένη ημερομηνία θα εξαρτιόταν από το πότε θα εγκρίνονταν τα σχέδια, ανάφερε ότι θα έπρεπε να τους κρατούσαν ενήμερους γι΄αυτό, για να έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν άλλο Bungalow ή σπίτι. Παραδέχθηκε ότι είχαν ενημερωθεί το τέλος του 2007 από την εναγόμενη για την αδυναμία της να προχωρήσει στο έργο για αυτό και αγόρασε άλλο διαμέρισμα στην τιμή των Λ.Κ. 115.000=. Η εναγόμενη θα έπρεπε να τους είχε ενημερώσει τον Απρίλιο του 2007 και όχι μόλις στις 25.09.2007 με την επιστολή της. Σε υποβολή ότι την 7.
  9. 2007 τους είχε ενημερώσει για τον τερματισμό και τους εξηγούσε τον λόγο (Tεκμ. 7), ανάφερε ότι αυτό έγινε πράγματι το τέλος του
  10. Παραδέχθηκε ότι τους είχε σταλεί και η επιστολή ημερομηνίας 7.03.2008 (Τεκμ. 9), όπου και πάλι τους εξηγούσαν τον λόγο που δεν προχώρησαν με την ανέγερση του έργου και ότι τους πρότειναν αποζημίωση 50% περισσότερα από την προκαταβολή που είχαν δώσει. Επέμενε ότι δικαιούνται στις αξιώσεις τους. Ο κ. Γιώργος Ε. Ιακώβου ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για την εναγόμενη. Στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β), κατέγραψε τα ακόλουθα τα οποία παραθέτω αυτολεξεί:
  11. Είμαι ένας εκ των διευθυντών της εναγόμενης εταιρείας IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LTD στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη εταιρεία όπως προβώ στην παρούσα δήλωση εκ μέρους της.
  12. Γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τόσο από προσωπική μου γνώση όσο και από εμπλοκή στα γεγονότα αλλά και από την μελέτη και κατοχή των σχετικών εγγράφων.
  13. Η IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LTD κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη με έδρα της την Λάρνακα και ασχολείται μεταξύ άλλων με εργοληπτικές εργασίες καθώς και με πώληση ακινήτων.
  14. Κατά την 2.4.2007 οι ενάγοντες εις την αγωγή με αρ. 3235/2009, 3236/2009 και 3237/2009 και η εναγόμενη εταιρεία IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LTD υπέγραψαν έγγραφα με τον τίτλο «Οption to Purchase bungalow No. 12» «Οption to Purchase bungalow No. 13» και «Οption to Purchase bungalow No. 26» αντίστοιχα.
  15. Με την υπογραφή των εν λόγω εγγράφων ο καθένας εκ των εναγόντων για την δική του περίπτωση κατέβαλε εις την εναγόμενη εταιρεία το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 ισάξιο με €5,125,80σ. ως τέλος κράτησης (reservation fee). Σχετικές αποδείξεις έχουν ήδη κατατεθεί ως Τεκμήρια.
  16. Το ως άνω έγγραφο ημερ. 2/4/2007 αναφερόταν σε ανάπτυξη που η εναγόμενη εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο εκδήλωσε την πρόθεση να αναπτύξει εντός του τεμαχίου με αρ. 360, Φ/Σχ L/39,στα Περβόλια της Επαρχίας Λάρνακας. Να σημειωθεί ότι το εν λόγο τεμάχιο δεν ήταν ιδιοκτησίας της εναγόμενης εταιρείας αλλά ήταν ιδιοκτησίας άλλης εταιρείας και συγκεκριμένα της Three I Properties Ltd με την οποία η εναγόμενη εταιρεία συμβλήθηκε με σκοπό την ανέγερση του συγκροτήματος Regina Gardens.
  17. Με επιστολή της η Three I Properties Ltd την 19/2/2008 την οποία και κοινοποίησαν στους ενάγοντες με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 7/3/2008, μας ανάφεραν ότι λόγω των προϋποθέσεων που επιβλήθηκαν από το Τμήμα Πολεοδομίας καθώς και την καθυστέρηση που προκλήθηκε, το όλο έργο δεν ήταν πλέον οικονομικά δυνατό και ως εκ τούτου ακύρωναν την μεταξύ μας συμφωνία. Η δε επιστολή ημερ. 19/2/2008 είναι κατατιθέμενη ως Τεκμήριο και ως εκ τούτου παραπέμπω το Σεβαστό σας Δικαστήριο στο περιεχόμενο του.
  18. Αναφορικά με το εν λόγο έγγραφο ημερ. 2/4/2007, είναι η θέση της εναγόμενης εταιρείας ότι από την στιγμή που δεν προσδιόριζε επαρκώς το εμβαδό, ούτε την ακριβή τιμή, ούτε τους τεχνικούς όρους αλλά ούτε και τα αρχιτεκτονικά σχέδια της προτιθέμενης προς ανέγερση κατοικίας, τότε το εν λόγο έγγραφο ημερ. 2/4/2007 δεν συνιστά έγκυρη σύμβαση και λόγω της αοριστίας και της ασάφειας του δεν συνιστούσε νόμιμη και δεσμευτική σύμβαση.
  19. Η ακριβής τιμή της κατοικίας δεν είχε συμφωνηθεί ούτε είχε καθοριστεί και έτσι παρέμεινε ασαφής καθώς αυτή (τιμή αγοράς της κατοικίας) θα καθοριζόταν όταν θα καθοριζόταν το επακριβές εμβαδό της προτιθέμενης προς ανέγερση κατοικίας και μόλις τα αρχιτεκτονικά σχέδια και τεχνικοί όροι θα συμπληρώνονταν.
  20. Τα δε αρχιτεκτονικά σχέδια που επισυνάφθηκαν στο έγγραφο ημερ 2/4/2007 ήταν απλώς γενικά σχέδια της οικοδομής που επέκειτο σε διαφοροποιήσεις με βάση τις τοποθετήσεις του Τμήματος Πολεοδομίας. Εξάλλου αυτό επιβεβαιώνεται και από τα ίδια τα σχέδια αφού δεν υπήρχαν διαστάσεις για να καθοριστεί το ακριβές εμβαδόν της συγκεκριμένης κατοικίας. Επίσης στην κατοχή μου έχω την αίτηση προς εξασφάλιση της πολεοδομικής άδειας που αναφέρει πως το είδος ανάπτυξης αφορούσε 38 οικιστικές μονάδες, ως αυτό φαίνεται και στο τοπογραφικό σχέδιο το οποίο επισυνάφθηκε στο έγγραφο ημερ. 2/4/2007, αλλά η γνωστοποίηση χορηγήσεως της πολεοδομικής άδειας αναφέρεται σε 25 οικιστικές μονάδες εξηγώντας και τους λόγους γιατί έπρεπε το είδος ανάπτυξης να μειωθεί. Έγγραφα τα οποία επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήρια.
  21. Ακόμη, και στο ίδιο το έγγραφο ημερ. 2/4/2007 αναφέρεται πως οι τιμές που αναγράφονταν ήταν για διευκρινιστικούς σκοπούς και ήταν ενδεικτικές, οι οποίες βασίστηκαν σε προκαταρτικά αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία αρχιτεκτονικά σχέδια μπορούσαν να αλλάξουν, άρα η ακριβής τιμή της κατοικίας δεν είχε συμφωνηθεί ούτε καθοριστεί και παρέμεινε ασαφής.
  22. Στο έγγραφο ημερ. 2.4.2007 αναφέρεται ότι η ημερομηνία συμπλήρωσης της Ανάπτυξης ήταν προγραμματισμένη για τον Δεκέμβριο 2009, πλην όμως η ακριβής ημερομηνία θα επιβεβαιωνόταν μόλις τα λεπτομερή σχέδια ήταν έτοιμα κατά ή πριν τις 30.4.2007 και με την έκδοση της πολεοδομικής άδειας. Tο έγγραφο ημερ. 2/4/2007 αποτελούσε σύμβαση υπό αίρεση και εν πάση περιπτώσει δεν κατέστη εκτελεστή για λόγους που δεν οφείλονται και δεν ήταν στον έλεγχο της εναγόμενης εταιρείας και εν πάση περιπτώσει η άσκηση του δικαιώματος αγοράς των εναγόντων κατέστη αδύνατη για λόγους που δεν οφείλονται και δεν ήταν στον έλεγχο μας. Είναι η πολεοδομική αρχή που δεν επέτρεψε την προτιθέμενη ανάπτυξη από την εναγόμενη και τους ιδιοκτήτες του ως άνω τεμαχίου. Γεγονός που το πληροφορήθηκαν έγκαιρα οι ενάγοντες και η αντιπρόσωπος αυτών αφού τους απεστάλησαν στις 29/11/2007 ηλεκτρονικό μήνυμα αναφέροντας τους το γεγονός αυτό. Ακόμη και εγώ ο 'ίδιος τους το είχα αναφέρει και ενωρίτερα προφορικά. Περαιτέρω στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 7/12/2007 όπου τους αναφέραμε και πάλι τις δυσκολίες μας και τη δική μας τοποθέτηση καθώς επίσης με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 7/3/2008 τους ενημερώσαμε και πάλι γραπτώς επισυνάπτοντας στο ηλεκτρονικό μήνυμα σχετικές επιστολές τόσο της εναγόμενης εταιρείας όσο και της ιδιοκτήτριας εταιρείας του ακινήτου, σχετικά είναι τα τεκμήρια 7 και 8
  23. Θα ήθελα επίσης να αναφέρω πως, ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη εταιρεία διαφήμιζε, προωθούσε και διαπραγματευόταν την πώληση ανάλογων ή και ιδίων ή και παρόμοιων κατοικιών σε συγκρότημα που θα ανέγειραν στην ίδια τοποθεσία με αυξημένες τιμές πώλησης αναφέρω πως μέχρι και σήμερα δεν έχουμε ανεγείρει οποιοδήποτε συγκρότημα εντός του πιο πάνω αναφερομένου τεμαχίου και πως οποιεσδήποτε διαφημίσεις που τυχόν ακόμη κυκλοφορούν δεν είναι ευθύνη της εταιρείας. Από τη στιγμή που το έργο δεν θα ανεγειρόταν και από την στιγμή που οι εταιρείες που ασχολούνταν με την πώληση ακινήτων ενημερώθηκαν προς τούτου έπρεπε να αποσύρουν και να πάψουν να διαφημίζουν οτιδήποτε σχετικό με την εν λόγω ανάπτυξη.
  24. Λόγω των προβλημάτων και των περιορισμών που επέβαλε η αρμόδια πολεοδομική αρχή και για λόγους που δεν οφείλονται στην εναγόμενη εταιρεία, η συμπλήρωση των αρχιτεκτονικών σχεδίων της κατοικίας και η έκδοση της πολεοδομικής άδειας κατέστη αδύνατη να εκπληρωθεί πριν ή κατά τις 30.4.2007 καθώς και σε μεταγενέστερο εύλογο υπό τις περιστάσεις χρόνο και για αυτό και ο Ιδιοκτήτης του εν λόγω τεμαχίου δεν επιθυμούσε πλέον την ανάπτυξη του τεμαχίου και έτσι τερμάτισε τη συμφωνία ανάπτυξης γης.
  25. Το έγγραφο ημερ. 2.04.2007 αποτελεί άκυρη συμφωνία και μη εκτελεστή καθότι τελούσε υπό την αίρεση έκδοσης πολεοδομικής άδειας για την ανάπτυξη όπως αυτή είχαμε πρόθεση να προωθήσουμε και τελούσε αδύνατη υπό τις περιστάσεις αίρεση.
  26. Είναι σημαντικό να αναφερθεί πως ως εταιρεία προσφέραμε τόσο στον ενάγοντα όσο και σε ακόμα δύο αγοραστές κατοικιών στην ίδια προτιθέμενη ανάπτυξη, τους ενάγοντες εις την αγωγή 3236/2009 και 3237/2009 την επιστροφή των Λ.Κ.3.000.- που κατέβαλαν. Ο ενάγοντας όσο και οι αγοραστές - ενάγοντες στις αγωγές 3236/09 και 3237/09 του Ε. Δ. Λάρνακας πληροφορήθηκαν γραπτώς και προφορικά σε διάφορες ημερομηνίες για τη μη εκτέλεση της ανάπτυξης και του τερματισμού του δικαιώματος αγοράς για λόγους που δεν οφείλονταν στην εταιρεία μας. Ιδιαίτερα δε με επιστολή μας και μέσω εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου τους αποστάληκε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) στις 7.12.2007 στους ενάγοντες και προσφέρθηκε σε αυτούς η επιστροφή και καταβολή σε κάθε αγοραστή της επίδικης ανάπτυξης, του ποσού των Λ.Κ.4.000,00 (ισάξιο με €6.384,40σ.), προσφορά την οποία οι ενάγοντες τότε δεν απέρριψαν και αποδέχτηκαν έμμεσα δυνάμει συμπεριφοράς και σιωπής.
  27. Όσο αφορά τον ισχυρισμό ότι δήθεν οι ενάγοντες ζημιώθηκαν από τη μη εκπλήρωση/υλοποίηση της «σύμβασης», είναι η θέση μας πως η ισχυριζόμενη ζημιά είναι πραγματικά αβάσιμη και απομακρυσμένη.
  28. Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, η εναγόμενη και στις 3 αγωγές ενώπιον σας αρνείται τις αξιώσεις των εναγόντων ως πραγματικά αβάσιμες και αξιώνει την απόρριψη των αγωγών με έξοδα εναντίον των εναγόντων και υπέρ της εναγόμενης εταιρείας.» Ο μάρτυς αναγνώρισε τα Τεκμ. 7 και 8 στα οποία κάνει αναφορά στη γραπτή του δήλωση. Κατάθεσε την επιστολή του Τμήματος Αρχαιοτήτων προς το Τμήμα Πολεοδομίας σε σχέση με την αίτηση της εναγόμενης για παραχώρηση πολεοδομικής άδειας ως Τεκμ. 9 και τη Γνωστοποίηση Χορήγησης Πολεοδομικής Άδειας ως Τεκμ.
  29. Είχαν αιτηθεί την έγκριση 38 οικιστικών μονάδων και το Τμήμα Πολεοδομίας τους ενέκρινε
  30. Ανάφερε ότι είχε τεθεί περιορισμός από το Τμήμα Αρχαιοτήτων όσον αφορά το υψόμετρο των οικοδομών δίπλα από το κάστρο της Ρήγαινας. Κατά την αντεξέταση του ανάφερε ότι το Τεκμ. 8 στάλθηκε από τον τότε διευθυντή πωλήσεων της εναγόμενης Άνδρο Ανδρονίκου στην Μαρία Μάμα η οποία ήταν η μεσίτης που μεσολάβησε για να γίνει η πράξη με τους ενάγοντες. Εξήγησε ότι η εταιρεία του Ομίλου τους Three I Properties Ltd ήταν η εταιρεία που είχε αγοράσει τη γη και η εναγόμενη είχε αναλάβει την ανάπτυξη της. Σε αυτές τις εταιρείες είναι οι ίδιοι οι μέτοχοι άλλα δεν ήταν σίγουρος αν ήταν και οι ίδιοι οι διευθυντές τους. Πρόκειται όμως για συγγενική εταιρεία. Ο μάρτυς κλήθηκε να εξηγήσει πως αντιλαμβανόταν διάφορους όρους της συμφωνίας και όταν του υποβλήθηκε ότι και η τιμή προσδιοριζόταν σ΄αυτήν επ΄ακριβώς και τα τετραγωνικά μέτρα και το περιθώριο να άλλαζαν αυτά και να γίνονταν αναπροσαρμογές στα σχέδια, παραδέχθηκε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ασάφεια ή αοριστία επ΄αυτών. Σε ερώτηση αν η συμφωνία αυτή συμπεριλαμβάνει οποιοδήποτε δικαίωμα αν υπάρξουν οποιεσδήποτε διαφοροποιήσεις, η εναγόμενη να μπορεί να ακυρώσει τη συμφωνία ανάφερε ότι στη 2η σελίδα διδόταν το δικαίωμα στον αγοραστή. Συμφώνησε δε ότι το option δόθηκε μόνο στον αγοραστή και δεν διατηρήθηκε για την εναγόμενη. Επέρριψε την ευθύνη της καθυστέρησης στην έκδοση πολεοδομικής άδειας στην Πολεοδομική Αρχή και παραδέχθηκε ότι δεν έχουν φταίξιμο γι΄αυτήν οι αγοραστές. Παραδέχθηκε ότι το αν ήταν οικονομικά δυνατό το έργο είναι κάτι που αφορά την εταιρεία και όχι τους αγοραστές. Σε ερώτηση αν όφειλε η εταιρεία τους να κάνει τις αναγκαίες μελέτες, να εξασφαλίσει τις αναγκαίες άδειες και να είναι σίγουρη για το τι θα έκτιζε και το τι της επιτρεπόταν να κτίσει και μετά να βγει στην αγορά να πωλεί, ανάφερε ότι ήταν option to purchase και όχι sales agreement, δεν επρόκειτο για μια άδεια τελεσίδικη και δεν ήθελαν να πωλήσουν με αυτή, έδιδαν απλώς το δικαίωμα σε ενδιαφερόμενους να αγοράσουν εφόσον εκπληρώνονταν όλα αυτά που προνοούσε. Στην ερώτηση: «Επομένως το αν ήταν οικονομικά δυνατό σου υποβάλλω ότι είναι θέμα που αφορά την εταιρεία και μόνο και όχι τους αγοραστές και το ρίσκο και τον κίνδυνο τον πήρε η εταιρεία και δεν πρέπει να μεταφερθεί πάνω στον αγοραστή.» απάντησε μονολεκτικά χρησιμοποιώντας την αγγλική λέξη Ok. Σε ερώτηση ότι υπήρχε και τιμή στη συμφωνία, απάντησε και πάλι μονολεκτικά με τη λέξη ¨ναι¨ και πως υπήρχε σχετική πρόνοια στη συμφωνία. Παραδέχτηκε ότι δεν είναι δικηγόρος για να ξέρει αν μια συμφωνία είναι άκυρη λόγω αοριστίας ή λόγω ασάφειας και ότι οι σχετικές δηλώσεις του στη γραπτή του δήλωση έγιναν με τη βοήθεια του δικηγόρου τους. Παραδέχθηκε δε ότι δεν μπορούσε να υποστηρίξει ο ίδιος αυτές τις νομικές έννοιες. Ούτε κατά πόσο η συμφωνία αυτή ήταν νόμιμη και δεσμευτική σύμβαση. Παραδέχθηκε ότι δεν αναφέρεται στη συμφωνία περί διαφοροποίησης της συμφωνίας αν η Πολεοδομική Αρχή άλλαζε τους όρους και πως η μη έγκριση τελικά όλων των οικιστικών μονάδων που πρότειναν στην Πολεοδομική Αρχή δεν αφορούσε τους αγοραστές. Παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει τι είναι σύμβαση υπό αίρεση. Συμφώνησε επίσης ότι δεν είχε τεθεί κανένας όρος, καμιά προϋπόθεση για να ισχύει η συμφωνία με τους ενάγοντες. Παραδέχθηκε ότι η πρώτη επικοινωνία που είχαν με τους ενάγοντες δεν ήταν τέλος Απριλίου του 2007 όταν είχαν υποχρέωση να τους δείξουν τα τελικά σχέδια αλλά τον Δεκέμβρη του
  31. Διαφώνησε με τη θέση ότι μετά που εγκρίθηκε η πολεοδομική ανάπτυξη με 25 όμως οικιστικές μονάδες επιχείρησαν να ακυρώσουν τις πρώτες πωλήσεις και να πωλήσουν αυτές που εγκρίθηκαν με πιο ακριβές τιμές. Σε υπόδειξη του Τεκμ. 4 που ήταν ένα έντυπο (leaflet) διαφημιστικό των αρχικών διαμερισμάτων και το Τεκμ. 5 διαφημιζόταν ένα δυάρι στο Regina Gardens στην τιμή των €395.000= ανάφερε ότι αυτό ήταν διαφημιστικό κάποιας μεσιτικής εταιρείας και οι ίδιοι δεν μπορούσαν να ελέγχουν τι διαφήμιζαν και πόσα. Πολλές φορές ανάφερε, καθορίζουν ό,τι τιμή θέλουν. Σε υποβολή ότι μετά που δεν τους έγκρινε η Πολεοδομία το έργο όπως το υπέβαλαν και για να βγουν από πάνω ήθελαν να ακυρώσουν τις συμφωνίες που είχαν κάνει για να πωλήσουν πιο ακριβά ανέφερε επί λέξει: ¨ Μα αφού δεν το κάναμε το έργο¨. Διαφώνησε με το διαφημιστικό της ΚΑΑΜ Estates, καθώς οι ίδιοι είχαν καθορίσει μια τιμή στο option purchase και δεν ήταν μόνο οι πιο πάνω μεσίτες που διέθεταν για πώληση αλλά και άλλοι μεσίτες και δεν μπορούσε να ελέγξει ποια τιμή ανέγραφε ο καθένας τους στα διαφημιστικά του φυλλάδια. Διαφώνησε με υποβολή ότι ήταν με δική τους συγκατάθεση που διαφήμιζαν αυτή τη τιμή. Παραθέτω τις τελευταίες ερωτήσεις και απαντήσεις της αντεξέτασης του αυτολεξεί για όποια σημασία μπορεί να ενέχουν: « Ε. Ανεξάρτητα από τούτο σας ρωτώ πόσο εσείς προσωπικά θεωρείτε ότι μετά που σας εγκρίναν τις 25 κατοικίες εσείς θα προχωρούσατε να πουλάτε με τις τιμές του option agreement; Σύμφερε σας να πουλάτε με τες ίδιες τιμές; A. Σύμφερε μας να πουλούμε με τες ίδιες τιμές; E. Που δώσατε στους Ιρανούς; Α. Οι τιμές που δώκαμε στους ιρανούς εντάξει ήταν. Ε. Μα είπετε το μόνος σας ότι δεν σύμφερε οικονομικά μετά που δεν σας έγκρινε; A. Ναι. Ε. Επομένως γι΄αυτό δεν προχωρήσατε με τους Ιρανούς και θέλετε να ακυρώσετε τες συμφωνίες; Α. Ναι.» ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών στις γραπτές και εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, με τις οποίες είχαν την καλοσύνη να με εφοδιάσουν, κάνουν αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προέκυψαν από τη μαρτυρία και τα κοινά παραδεκτά γεγονότα και σε νομική επιχειρηματολογία που κατά την άποψη τους βοηθά τις θέσεις τους. Η πλευρά των εναγόντων εισηγήθηκε ότι φάνηκε από τη μαρτυρία και επικαλέστηκε προς τούτο τη μαρτυρία του Μ.Υ. κ. Γιώργου Ιακώβου, ο οποίος παραδέχθηκε ουσιαστικά ότι οι εναγόμενοι υπαναχώρησαν από τη συμφωνία τους, επειδή η Πολεοδομική Αρχή τους ενέκρινε μικρότερο αριθμό οικιστικών μονάδων από αυτόν που είχαν υποβάλει. Αυτό το γεγονός κατέστησε ασύμφορη την πώληση και τότε επιστρατεύτηκαν οι ισχυρισμοί της δήθεν αοριστίας, ασάφειας, συμφωνίας υπό αίρεση κ.λπ ώστε οι εναγόμενοι να απεκδυθούν των ευθυνών τους. Οι ενάγοντες, εισηγήθηκε, απέδειξαν ότι δικαιούνται αποζημιώσεις με τη παρουσίαση μαρτυρίας για τις νέες τιμές των κατοικιών που διαφήμιζε η εναγόμενη. Η πλευρά των εναγομένων επέμεινε ότι το έγγραφο που επικαλούνται οι ενάγοντες δεν συνιστά έγκυρη σύμβαση και είναι άκυρη λόγω αοριστίας και ασάφειας και δεν έχει καμιά νομική ισχύ λόγω του ότι αποτελούσε σύμβαση υπό αίρεση η οποία δεν κατέστη εκτελεστή. Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί προκληθείσας απώλειας διαφυγόντος κέρδους από τους ενάγοντες, εισηγήθηκε ότι αυτοί δεν τεκμηρίωσαν την πρόκληση ζημιάς σε αυτούς. Σε σχέση με την διεκδίκηση της επιστροφής της προκαταβολής που είχαν καταβάλει οι ενάγοντες επεσήμανε ότι αυτό το μέρος των αξιώσεων ήταν πάντα στη διάθεση των εναγόντων από τους εναγόμενους και έγινε και πληρωμή του στο Δικαστήριο (payment into Court), και έτσι θα πρέπει να τύχουν εφαρμογής οι αρχές που εφαρμόζονται σε τέτοιες περιπτώσεις ως προς την διαταγή για τα έξοδα. Έχω μελετήσει με προσοχή τις αγορεύσεις και σε σημεία αυτών θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο σημείο της απόφασης μου όπου χρειαστεί να γίνει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τόσο τον μάρτυρα που κατάθεσε για την πλευρά των εναγόντων όσο και αυτόν για την πλευρά της εναγόμενης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Για τον τρόπο αντίκρισης μιας μαρτυρίας έχω περαιτέρω υπόψη μου τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Λαμβάνω επίσης υπόψη τα όσα έχουν λεχθεί από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ. πάνω στο ίδιο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 ΑΑΔ 339 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά,.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: «... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Στην υπόθεση Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω την σύγκριση και αντιπαραβολή της προφορικής μαρτυρίας, τις παραδοχές και αρνήσεις των μαρτύρων σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία έχω εξετάσει και μελετήσει με προσοχή, και σε συσχετισμό ασφαλώς με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipson on Evidence 14η έκδοση
(1990)Παρ. 12 - 20 και Λάρκου κ.α. v. Παναγή,
(1996)1 ΑΑΔ 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447). Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήριο συνολικά και όχι αποσπασματικά (βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (βλ. Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138 και στη σελ. 81 του συγγράμματος Murphy on Evidence, 8η έκδ.
(2003)στις σελ. 80-83). Η απόδειξη των αξιώσεων των εναγόντων, ως αστικής φύσεως, θα εξεταστεί υπό το πρίσμα του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1858 ειπώθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1858: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (Onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι 'πιο πιθανή παρά ή αντίθετη», εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του.» Η εφαρμογή του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, δόθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Rhesa Shipping Co. S.A. v. Edmunds [1985] 1 W.L.R. 948, όπου λέχθηκε ότι εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βρει ότι η μαρτυρία που είχε προσαχθεί προς υποστήριξη της αγωγής ήταν εξαιρετικά απίθανη, έπρεπε να αποφασίσει ότι οι ενάγοντες είχαν αποτύχει να ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν και δεν ήταν υποχρεωμένο να επιλέξει μεταξύ δύο αντικρουόμενων θεωριών, απλώς και μόνο διότι προωθήθηκε κάποια εξήγηση ως προς την πιθανή αιτία της βλάβης που είχε εκεί παρουσιαστεί στο πλοίο. Σε σχέση δε με τη σημασία των δικογράφων, επανειλημμένα έχει τονισθεί στη νομολογία ότι οι αρχές της δικονομίας περιορίζουν αυστηρά τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις. Η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και διατρέχει την ίδια πορεία, όπως και το τραίνο, κατά μήκος των πρωτοτοποθετημένων σιδηρογραμμών της χαραχθείσας διαδρομής και χωρίς τη δυνατότητα εκτροπής απ΄ αυτές (βλ. μεταξύ άλλων Courtis ν. Iasonides
(1979)1 C.L.R. 180, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836). Η σημασία της δικογραφίας επεξηγήθηκε περαιτέρω και στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα,
(1991)1 ΑΑΔ 24 όπου τονίστηκε ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την Απαίτηση, την Υπεράσπιση και την Απάντηση όπου υπάρχει. Στην δε υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. v. Παπαμιχαήλ,
(1992)1 ΑΑΔ 549 τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα.» H Υπεράσπιση αποτελεί δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του ενάγοντος (βλ. Μαυρομιχάλη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1996)1 ΑΑΔ 530) και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει για ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας (βλ. Βοσκού ν. Ζήνωνος [2003] 1Β ΑΑΔ 695.) Υπόψη μου έχω επίσης τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν τη μαρτυρία, κατά τον τρόπο βέβαια που η κάθε πλευρά την αντιλήφθηκε, και τις θέσεις ή απόψεις τους επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης και την ερμηνεία που η κάθε πλευρά προσέδωσε σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία προβαίνω αμέσως στη συνέχεια. Τόσο ο μάρτυρας που κατάθεσε για την πλευρά των εναγόντων όσο και αυτός για την πλευρά των εναγομένων μου προκάλεσαν εντύπωση ανθρώπων που προσήλθαν στο Δικαστήριο για να πουν την αλήθεια. Εξάλλου γι' αυτό το ζήτημα δεν είχαν να αντιτάξουν κάτι διαφορετικό οι συνήγοροι των δύο πλευρών, οι οποίοι μάλιστα επικαλέστηκαν σημεία από τη μαρτυρία τους ότι βοηθούσαν τη δική τους υπόθεση. Όσα ανάφεραν ή επεξήγησαν προέρχονταν είτε από την προσωπική τους γνώση λόγω της προσωπικής τους εμπλοκής στη σύναψη του επίδικου εγγράφου, είτε από τα έγγραφα - τεκμήρια τα οποία κατάθεσαν. Η μαρτυρία τους ασφαλώς περιστρεφόταν γύρω από τη δική τους αντίληψη τόσο για τα γεγονότα που περιτοιχίζουν την υπόθεση όσο και για τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Οι απαντήσεις που έδιδαν ήταν ειλικρινείς και σε καμιά περίπτωση δεν διέκρινα τάση υπεκφυγής. Δέχομαι ότι όσα ανάφεραν στο Δικαστήριο πηγάζουν από την πεποίθηση τους σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι απορρέουν από το δίκαιο που διέπει τις αξιώσεις των εναγόντων σε σχέση με τη μαρτυρία του μάρτυρος για τους ενάγοντες κάτι που δεν μειώνει καθόλου την αντίληψη μου για την ειλικρίνεια του όπως και εκείνης του μάρτυρα της εναγομένης για τις παραδοχές του σε σχέση με τους λόγους που δεν προχώρησε με την υλοποίηση του έργου ότι δηλαδή δεν ευθύνονταν γι΄αυτό οι ενάγοντες. Εξάλλου πλείστα από τα ζητήματα για τα οποία κλήθηκαν να δώσουν τη δική τους άποψη είναι καθαρά νομικά τα οποία θα αντιμετωπιστούν κάτω από αυτό το πρίσμα. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία τους για την εξαγωγή των δικών μου συμπερασμάτων. Σε επιμέρους πτυχές και σημεία της μαρτυρίας τους θα επανέλθω στη συνέχεια της απόφασης στην ανάλυση που θα ακολουθήσει. Η πλευρά της εναγόμενης εισηγείται ότι στην παρούσα υπόθεση εγείρονται δύο νομικά ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν. Το πρώτο αφορά το κατά πόσο τα έγγραφα που υπέγραψαν οι διάδικοι την 2.04.2007 (Έγγραφο 2 στα Τεκμ. 1,2 και 3), με την ονομασία "option to purchase", τα οποία στη συνέχεια για σκοπούς ευκολίας θα καλούνται ως «το επίδικο έγγραφο», συνιστούν έγκυρες συμβάσεις ή είναι άκυρες λόγο αοριστίας και ασάφειας. Το δεύτερο, αν το επίδικο έγγραφο αυτό δεν έχει καμία νομική ισχύ λόγω του ότι αποτελούσε σύμβαση υπό αίρεση η οποία δεν κατέστη εκτελεστή. Είναι δε εν τέλει η εισήγηση της ότι το επίδικο έγγραφο είναι άκυρο και για τις δύο πιο πάνω νομικές αρχές. Έχω μελετήσει το έγγραφο το οποίο επικαλούνται οι ενάγοντες και από το οποίο ερείδονται κατά την άποψη τους το δικαίωμα να αξιώνουν αποζημιώσεις από την εναγόμενη. Σε αυτό υπάρχουν οι ακόλουθες αναφορές: «in a forthcoming development» «which will be known» «will be constructed» «will be located» λέξεις και εκφράσεις που ανάγονται στο μέλλον και κατά τρόπο που καθίστανται ταυτόχρονα αόριστες. Η τιμή πώλησης καθορίζει ότι θα εξαρτηθεί «will be determined», με βάση τα τετραγωνικά μέτρα συγκεκριμένου ακινήτου το οποίο θα επιλέξει ο αγοραστής μόλις τα αρχιτεκτονικά θα ολοκληρώνονταν. Είναι φανερόν ότι μόνον ενδεικτικά αναφέρονται οι τιμές των κατοικιών στο επίδικο έγγραφο, οι οποίες τιμές βασίστηκαν σε προκαταρτικά σχέδια τα οποία όμως θα μπορούσαν και να αλλάξουν μετά από εξέταση τους από την αρμόδια πολεοδομική αρχή. Κατά την άποψη μου από τη στιγμή που το έγγραφο δεν προσδιόριζε επακριβώς και επαρκώς το εμβαδόν, ούτε την ακριβή τιμή, ούτε τους τεχνικούς όρους, το εν λόγο έγγραφο παρέμεινε αβέβαιο, ασαφές και αόριστο. Από την άλλη προσδιορίστηκε ως ημερομηνία συμπλήρωσης του έργου ο μήνας Δεκέμβριος του
  1. Η ακριβής όμως ημερομηνία θα επιβεβαιωνόταν με την ολοκλήρωση των αρχιτεκτονικών σχεδίων και όταν θα εκδιδόταν η σχετική πολεοδομική άδεια με την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ των μερών, επομένως ο χρόνος συμπλήρωσης του έργου παρέμενε απροσδιόριστος και ασαφής. Τα όποια αρχιτεκτονικά σχέδια επιδείχθηκαν στους ενάγοντες κατά την υπογραφή του επίδικου εγγράφου ήταν απλώς γενικά και προκαταρτικά σχέδια της οικοδομής, τα οποία υπόκειντο σε διαφοροποιήσεις κατά την κρίση της πολεοδομικής αρχής από την οποία δεν είχε εξασφαλιστεί έγκριση και άδεια. Εξάλλου, αυτό καθίσταται φανερόν και από τα ίδια τα σχέδια, αφού δεν υπήρχαν διαστάσεις για να καθοριστεί το ακριβές εμβαδόν μιας εκάστης των κατοικιών που οι ενάγοντες επέλεξαν. Στο πιο πάνω αναμφισβήτητο γεγονός έκανε αναφορά τόσο ο μάρτυρας από πλευράς εναγόντων όσο και αυτός της πλευράς της εναγόμενης. Τα πιο πάνω επιτείνει και η επιστολή του Τμήματος Αρχαιοτήτων, από το οποίο η πολεοδομική αρχή ζήτησε απόψεις όταν υποβλήθηκε η αίτηση, όπου σ΄αυτή αναφέρεται ότι η αίτηση αφορούσε την έγκριση 38 οικιστικών μονάδων (Τεκμ. 9) και δόθηκε τελικά πολεοδομική άδεια για 25 οικιστικές μονάδες σύμφωνα με το Τεκμ.
  2. Σε σχέση με την τιμή, στο ίδιο το επίδικο έγγραφο αναφέρεται πως οι τιμές που αναγράφονταν ήταν για διευκρινιστικούς σκοπούς και ήταν ενδεικτικές, οι οποίες βασίστηκαν σε προκαταρτικά αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία αρχιτεκτονικά σχέδια μπορούσαν να αλλάξουν, επομένως η ακριβής τιμή κάθε μιας από τις κατοικίες στις οποίες γινόταν αναφορά στα επίδικα έγγραφα, δεν ήταν επακριβώς προσδιορισμένη και παρέμενε ασαφής. Δεν ήταν δε δεσμευτική η τιμή εφόσον αυτή εξαρτάτο από το εμβαδό της κατοικίας το οποίο ακόμη δεν είχε καθοριστεί, καθώς δεν υπήρχαν ακόμη τα εγκεκριμένα αρχιτεκτονικά σχέδια και η πολεοδομική άδεια. Αν και στο επίδικο έγγραφο αναφέρεται ότι η ημερομηνία συμπλήρωσης της ανάπτυξης ήταν προγραμματισμένη για τον Δεκέμβριο του 2009 εντούτοις η ακριβής ημερομηνία θα επιβεβαιωνόταν μόλις τα λεπτομερή αρχιτεκτονικά σχέδια θα ήταν έτοιμα κατά ή πριν την 30.04.2007 και με την έκδοση της πολεοδομικής άδειας. Ο πιο πάνω όρος επί των επιδίκων εγγράφων δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως ασαφής και αβέβαιος. Με βάση τα πιο πάνω και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 29 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ 149 το οποίο προνοεί ότι: «Συμφωνίες, των οποίων το νόημα δεν είναι σαφές ή δεν δύναται να καταστεί σαφές, είναι άκυρες.», το εν λόγω έγγραφο δεν συνιστά νόμιμη και δεσμευτική σύμβαση λόγω αοριστίας και ασάφειας του και ως εκ τούτου πάσχει από ακυρότητα. Δεν μπορεί να υπάρξει σύμβαση εάν δεν είναι δυνατόν να της αποδοθεί σαφής έννοια και η οποία να διέπεται από βεβαιότητα. Στην προκείμενη περίπτωση μάλιστα αφορά ουσιώδεις όρους του εγγράφου και το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση αντικειμενικά να το ερμηνεύσει ως σύμβαση και ασφαλώς με την ερμηνεία που θα του αποδώσει δεν μπορεί να δημιουργήσει εξ υπαρχής σύμβαση. Επισημαίνω ότι απαραίτητη προϋπόθεση σύναψης της συμφωνίας ήταν η έγκριση των σχεδίων από την πολεοδομική αρχή τα οποία όμως σύμφωνα με το Τεκμ. 10 εγκρίθηκαν μόλις την 30.04.
  3. To βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο τρίτος, ο οποίος ειλικρινά αναζητεί να προσδιορίσει το περιεχόμενο της συμφωνίας είναι σε θέση να το πράξει. Οι ουσιώδεις όροι της συγκεκριμένης συμφωνίας εξαρτώνται από το αντικείμενο και το περιεχόμενό της. Ο βέβαιος καθορισμός των ουσιωδών όρων της συμφωνίας αποτελεί προϋπόθεση για την εγκυρότητά της. Το θέμα εξετάστηκε σε κάποια έκταση στην υπόθεση Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Neophytos, 1982
(1)C.L.R. 499. Σε σχέση με τα πιο πάνω, βοηθητικά είναι τα όσα αναφέρονται στο Σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος Β' εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, Λευκωσία 2014, στη σελ.447- 455 όπου πραγματεύεται διάφορα ζητήματα υπό τον τίτλο ¨Βεβαιότητα, Ασάφεια και Ερμηνεία Σύμβασης¨. Στην υπόθεση May and Butcher v R 1934 2 KB 17 τα μέρη συμφώνησαν ότι η τιμή και η ημερομηνία καταβολής του τιμήματος θα καθορίζονταν από καιρό σε καιρό. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα μέρη δεν είχαν καταλήξει σε δεσμευτική σύμβαση διότι ορισμένα βασικά θέματα (critical part of the contract) δεν είχαν καθοριστεί. Περαιτέρω στην υπόθεση Dhanani v Crasnianski 2011 EWHC 926 τα δύο μέρη συμφώνησαν να δημιουργήσουν ένα επενδυτικό ταμείο. Τα μέρη είχαν καταλήξει σε συμφωνία για διάφορα θέματα καθώς και για χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου θα έπρεπε να συμφωνήσουν για τα υπόλοιπα θέματα. Το Δικαστήριο, παρά την προσπάθεια του, δήλωσε αδυναμία να συμπληρώσει την συμφωνία των μερών. Ουσιαστικά ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε μια συμφωνία που δεν ήταν ολοκληρωμένη εφόσον τα μέρη δεσμεύονταν να συμφωνήσουν επί άλλων θεμάτων στο μέλλον. Μια τέτοια συμφωνία, ενόψει της σημασίας των θεμάτων που παρέμεναν, δεν μπορούσε να θεωρηθεί νομικά δεσμευτική. Οι εφαρμοστέες αρχές αναφορικά με το θέμα και εφαρμογή των κριτηρίων της βεβαιότητας και της σαφήνειας καθώς και της αοριστίας, έχουν παραταθεί κατά ιδιαίτερο εύστοχο τρόπο στην υπόθεση Mamidoil-Jetoil Greek Petroleum Co SA v Okta Crude Oil Refinery AD
(2001)2 Lloyd's Rep 76 από τον Δικαστή Rix ως ακολούθως: (
  1. i)Each case must be decided on its own facts and on the construction of its own agreement. Subject to that (
  2. ii)Where no contract exists, the use of an expression such as "to be agreed" in relation to an essential term is likely to prevent ay contract coming into existence, on the ground of uncertainty. This may be summed up by the principle that you cannot agree to agree. (iii) Similarly, where no contract exists, the absence of an agreement on essential terms of the agreement may prevent any contract coming into existence, again on the ground of uncertainty (
  3. iv)...(
  4. ix)Ως συμπέρασμα από τα πιο πάνω εξάγεται πως εκεί όπου η κατ' ισχυρισμό σύμβαση είναι ασαφής ή ατελής ή σαφώς προνοεί περαιτέρω διεργασίες για να ολοκληρωθεί η συνομολόγηση της, τότε δεν υπάρχει νομικά δεσμευτική σύμβαση και τα Δικαστήρια θα αρνηθούν να την εφαρμόσουν. Ως τέτοια κρίνω ότι είναι και το επίδικο έγγραφο το οποίο επικαλούνται οι ενάγοντες για να αξιώσουν αποζημιώσεις από την εναγόμενη οι οποίες και απορρίπτονται καθώς το επίδικο έγγραφο κρίνω ότι δεν συνιστά σύμβαση καθώς πάσχει από ασάφεια και αοριστία και προνοούσε περαιτέρω διεργασίες οι οποίες δεν ολοκληρώθηκαν. Σε περίπτωση όμως που ήθελε η πιο πάνω κατάληξη μου να θεωρηθεί ως λανθασμένη, θα προχωρήσω και θα εξετάσω και την άλλη πτυχή όπως την έθεσε η πλευρά της εναγόμενης ότι δηλαδή το επίδικο έγγραφο διέπεται υπό αίρεση εφόσον εξαρτιόταν η σύναψη σύμβασης από μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός. Η μαρτυρία κατέδειξε ότι αυτή δεν κατέστη εκτελεστή για λόγους που δεν οφείλονται και δεν ήταν στον έλεγχο της εναγόμενης και εν πάση περιπτώσει η άσκηση του δικαιώματος αγοράς των εναγόντων κατέστη αδύνατη για λόγους που δεν οφείλονται και δεν ήταν στον έλεγχο της εναγόμενης. Είναι η πολεοδομική αρχή που δεν επέτρεψε με τη δραστική μείωση των οικιστικών μονάδων που είχαν προγραμματιστεί να ανεγερθούν την προτιθέμενη και προγραμματισμένη ανάπτυξη από την εναγόμενη και τους ιδιοκτήτες του τεμαχίου - και δεν έχει οποιανδήποτε σημασία αν οι μέτοχοι ή κάποιοι από τους διευθυντές τους, ενδεχόμενα, να συνέπιπταν με αυτούς της εναγόμενης - κάτι που πληροφορήθηκαν οι ενάγοντες και η αντιπρόσωπος τους από την 29.11.2007 (Τεκμ.8), με ηλεκτρονικό μήνυμα, με το οποίο τους πληροφορούσαν σχετικά με αυτό το γεγονός το οποίο κατέστησε την προγραμματιζόμενη ανάπτυξη οικονομικά ασύμφορη. Περαιτέρω με ηλεκτρονικό μήνυμα με ημερομηνία 7.12.2007 (Τεκμ. 7) οι ενάγοντες έλαβαν γνώση και πάλι για τις δυσκολίες των εναγόντων και τη δική τους τοποθέτηση καθώς επίσης με ηλεκτρονικό μήνυμα με ημερομηνία 7.03.2008 ενημερώθηκαν και πάλι γραπτώς επισυνάπτοντας στο ηλεκτρονικό μήνυμα σχετικές επιστολές τόσο της εναγόμενης εταιρείας όσο και της ιδιοκτήτριας εταιρείας του ακινήτου. Η ενημέρωση που έγινε των εναγόντων από πλευράς της εναγόμενης, ως είναι παραδεκτή και από τις δύο πλευρές, αφορούσε τις δυσκολίες που συνάντησε για την ανάπτυξη του ακινήτου της όπως την είχε σχεδιάσει και την ακύρωση πλέον κάθε τέτοιας ανάπτυξης στο εν λόγω ακίνητο το οποίο και δεν έχει αναπτυχθεί έκτοτε και καθ΄οιονδήποτε τρόπο, όπως επίσης ανάφερε ο κ. Γ. Ιακώβου (Μ.Υ.) και αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Για τις «Συμβάσεις υπό Αίρεση» γίνεται πρόνοια στον Περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, στο Μέρος ΙV του Νόμου Άρθρα 31 - 36 τα οποία παραθέτω αμέσως στη συνέχεια: «31. «Σύμβαση υπό αίρεση» είναι σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη, αν γεγονός συνακόλουθο της σύμβασης επέλθει ή δεν επέλθει. 32. Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος δεν είναι νομικά εκτελεστή μέχρι την επέλευση του γεγονότος. 33. Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη, υπό την αίρεση της μη επέλευσης μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος καθίσταται εκτελεστή, όταν η επέλευση του γεγονότος καταστεί αδύνατη και όχι προηγουμένως. 34. Αν το μελλοντικό γεγονός, από το οποίο εξαρτάται η σύμβαση, είναι ο τρόπος συμπεριφοράς προσώπου σε ακαθόριστο χρόνο, το γεγονός θεωρείται ότι κατέστη αδύνατο όταν το πρόσωπο αυτό πράξει κάτι, το οποίο καθιστά αδύνατη τη συμπεριφορά αυτή σε οποιοδήποτε ορισμένη χρόνο ή διαφορετικά αν εκπληρωθούν περαιτέρω αιρέσεις. 35.
(1)Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης ορισμένου αβέβαιου γεγονότος εντός ορισμένου χρόνου καθίσταται άκυρη αν, με την πάροδο του ορισμένου χρόνου, το γεγονός δεν επήλθε ή αν πριν από τον ορισμένο χρόνο, το γεγονός κατέστη αδύνατο.
(2)Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό τον αίρεση της μη επέλευσης ορισμένου αβέβαιου γεγονότος εντός ορισμένου χρόνου καθίσταται νομικά εκτελεστή, όταν με την πάροδο του ορισμένου χρόνου δεν επέλθει το γεγονός ή πριν από την πάροδο του ορισμένου χρόνου, αν καταστεί βέβαιο ότι το γεγονός δεν θα επέλθει. 36. Συμφωνία για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης αδύνατου γεγονότος είναι άκυρη, ανεξάρτητα αν κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας τα μέρη γνώριζαν ή όχι ότι η αίρεση ήταν αδύνατη.» Στην υπόθεση Στυλιανού κ.α. ν. Εφορείας Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Στροβόλου
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 1924, οι Εφεσίβλητοι κατακύρωσαν Προσφορά για εκμετάλλευση Κυλικείων σε Σχολεία στους Εφεσείοντες. Επειδή όμως τα Κυλικεία κατέχονταν από τον προηγούμενο προσφοροδότη, δεν ήταν δυνατή η άμεση παράδοσή τους. Στη σύμβαση που υπογράφηκε, περιλήφθηκε όρος ότι οι Εφεσίβλητοι δεν είχαν ευθύνη έναντι των Εφεσειόντων για τυχόν καθυστέρηση στην παράδοση του Κυλικείου λόγω άρνησης του προηγούμενου προσφοροδότη να αποχωρήσει, δεδομένου ότι οι Εφεσίβλητοι θα λάμβαναν δικαστικά μέτρα για την αποχώρησή του. Τελικά οι Εφεσίβλητοι απέτυχαν δικαστικώς να πετύχουν έξωση του προηγούμενου προσφοροδότη και είχαν να αντιμετωπίσουν Αγωγή εναντίον τους από τους νέους προσφοροδότες/Εφεσείοντες. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, κατέληξε ότι η σύμβαση ήταν υπό την αίρεση της παράδοσης των Κυλικείων, γι΄ αυτό και οι Εφεσείοντες απέτυχαν στην απαίτησή τους. Το ενδεχόμενο να μην παραδιδόταν η κατοχή των Κυλικείων από τον προηγούμενο προσφοροδότη ήταν στη σκέψη των διαδίκων, ενώ αμφότεροι είχαν τη σαφή αντίληψη ότι κατά τη μέρα της υπογραφής δεν ήταν δυνατή η ανάληψη της κατοχής. Σε συμβάσεις υπό αίρεση με βάση τα πιο πάνω Άρθρα, το μελλοντικό γεγονός από το οποίο εξαρτάται η σύμβαση, μπορεί να είναι ο τρόπος συμπεριφοράς τρίτου. Οι ίδιες αρχές επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Κανναουρίδης ν. Οικοδομικής Εταιρείας Τακτικών Κυβερνητικών Εργατών Κύπρου "Η Μέριμνα" Λτδ,
(2002)1 (Β) ΑΑΔ 1390, όπου οι Εφεσίβλητοι απαλλάγηκαν υποχρέωσης πληρωμής του ποσού των £50.000 στον Εφεσείοντα αφού η Συμφωνία τους προνοούσε ότι τα ποσά θα ήταν πληρωτέα για την ύδρευση των οικοπέδων όταν θα εγκρινόταν ο διαχωρισμός τους. Ο διαχωρισμός τελικά δεν έγινε, αφού, παρόλο ότι έγιναν όλα τα διαβήματα, δεν εξασφαλίστηκε η νενομισμένη άδεια. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την Απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, αποφάνθηκε ότι η Συμφωνία αποτελούσε Σύμβαση υπό Αίρεση, ο δε Νικήτας Δ. όπως ήταν τότε, ανέφερε στις σελ. 1398-1399: "Στην κρινόμενη υπόθεση η συμφωνία δεν επιβάλλει από τη γένεση της την υποχρέωση καταβολής των £50.000. Απλώς η εκτέλεση της μετατίθεται σε μέλλοντα χρόνο. Δεν υφίσταται όμως άμεση υποχρέωση. Θα μπορούσε να γεννηθεί τέτοια υποχρέωση μόνο σε περίπτωση έγκρισης διαχωρισμού, αφού την υδροδότηση θα εξασφάλιζε από την παραπάνω γεώτρηση του ο εφεσείων. Με άλλα λόγια η καταβολή του ποσού υπόκειτο σε εκ των υστέρων προϋπόθεση (condition subsequent), που δεν πληρώθηκε, οπόταν η συμφωνία κατέστη ανίσχυρη: βλ. Chitty on Contracts, 27η έκδοση, τόμος 1, παραγρ. 12-028, σελ. 573 και Pollock & Mulla "Indian Contract and Speicific Relief Acts", 9η έκδοση,σελ. 325". Σχετική αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Κλεάνθους κ.α. v. Union General De Bienfaisance Armenien
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1659. Από ερμηνεία του επίδικου Πωλητηρίου, είναι φανερό ότι αυτό αποτελούσε σύμβαση υπό αίρεση, η αίρεση ούσα η επίτευξη του διαχωρισμού του Ακινήτου. Η επιτυχία του σκοπού εξαρτιόταν από τους δύο άλλους συνιδιοκτήτες οι οποίοι, σε σχέση με το Πωλητήριο, αποτελούν τρίτα πρόσωπα, κάτι το απόλυτα επιτρεπτό όπως περιγράφεται πιο πάνω. Κρίνω ότι η εναγόμενη στην παρούσα προέβη σε λογικές ενέργειες προς το σκοπό να εκδώσει την σχετική πολεοδομική άδεια και έκαμε ό,τι ήταν δυνατό από πλευράς της αφού δεν ήταν δυνατό να υποχρεώσει την Εταιρεία Three I Properties έστω και αν, όπως ανέφερα πιο πάνω μέτοχοι και διευθυντές της συνέπιπταν, να συνεχίσει με την ανάπτυξη του τεμαχίου και η συγκεκριμένη τερμάτισε την μεταξύ τους σχετική συμφωνία. Η επίδικη συμφωνία προνοούσε ανάπτυξη στην οποία η εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε εκδηλώσει την πρόθεση να προβεί. Το τεμάχιο στο οποίο είχε προγραμματιστεί η ανάπτυξη δεν ήταν ιδιοκτησίας της εναγόμενης αλλά ήταν ιδιοκτησίας άλλης εταιρείας και συγκεκριμένα της Three I Properties Ltd με την οποία η εναγόμενη εταιρεία συμβλήθηκε με σκοπό την ανέγερση του συγκροτήματος Regina Gardens. Αυτά δικογραφούνται στην παράγραφο 13 της Υπεράσπισης της εναγόμενης. Με επιστολή της Τhree I Properties Ltd) ημερ. 19.02.2008 (Τεκμ. 8), την οποία και κοινοποίησαν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες με ηλεκτρονικό μήνυμα την 7.03.2008, ανάφεραν ότι λόγω των προϋποθέσεων που επιβλήθηκαν από το Τμήμα Πολεοδομίας καθώς και την καθυστέρηση που προκλήθηκε, το όλο έργο δεν ήταν πλέον οικονομικά δυνατό και ως εκ τούτου ακύρωναν την συμφωνία τους με τους εναγόμενους. Ήταν δε λόγω των περιορισμών που επέβαλε η αρμόδια πολεοδομική αρχή και για λόγους που δεν οφείλονται στην εναγόμενη εταιρεία που κατέστησε το έργο ασύμφορο στην εναγόμενη, όπως ειλικρινά παραδέχθηκε και ο κ. Γ. Ιακώβου (Μ.Υ.), η συμπλήρωση των αρχιτεκτονικών σχεδίων της κατοικίας και η έκδοση της πολεοδομικής άδειας κατέστη αδύνατη να εκπληρωθεί πριν ή κατά τις 30.4.2007 όπως διελάμβανε η επίδικη συμφωνία, καθώς και σε μεταγενέστερο εύλογο υπό τις περιστάσεις χρόνο, και για αυτό και ο Ιδιοκτήτης του εν λόγω τεμαχίου δεν επιθυμούσε πλέον την ανάπτυξη του τεμαχίου και έτσι τερμάτισε την συμφωνία ανάπτυξης της γης του. Στους Halsburys Laws of England, 4η έκδοση (reissue), τόμος 9
(1), στις παραγράφους 962 και επόμενες, γίνεται εκτενής αναφορά στη φύση και τα αποτελέσματα της σύμβασης υπό αίρεση «Condition precedent». Στη σελίδα 702 του ως άνω τόμου σημειώνεται ανάμεσα σε άλλα η διάκριση μεταξύ του «Conditional promise» και του «Condition precedent». Σημειώνεται δε πως: «A condition precedent to the formation of a contract is a conditional promise which should be distinguished from a condition precedent to the performance of the contract. In the former case, no contract comes into existence until the contingency occurs, whereas in the latter case, there is a contract but the obligation of one or both of the parties are suspended. Where the liability to perform only arises on the happening of the contingency or the performance of the condition, the condition is called a condition precedent.» Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 27η έκδοση, τόμος 1, παρ. 12-026 υπό τον τίτλο «Conditions precedent» αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: «The liability of one or both of the contracting parties may become effective only if certain facts are ascertained to exist or upon the occurrence or non-occurrence of some further event. In such a case the contract is said to be subject to a condition precedent. The failure of a condition precedent may have one of a number of effects ................... ......... These conditions precedent are, however, normally contingent and not promissory, and in such a case neither party will be liable to the other if the condition is not fulfilled.» Παραπέμπω επίσης στις σχετικές με το ζήτημα αναφορές στο σύγγραμμα Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, γίνεται συζήτηση πανομοιότυπων διατάξεων με τις πρόνοιες των άρθρων 31, 32 και επόμενα του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Treitel "The Law of Contract¨ 8η Έκδοση σελ. 58-62, μια συμφωνία θεωρείται υπό αίρεση (conditional) εάν η εφαρμογή της εξαρτάται από ένα γεγονός το οποίο δεν είναι βέβαιο ότι θα επέλθει. Υπόκειται δηλαδή σε ένα αβέβαιο ή ενδεχόμενο γεγονός (contingency). Αυτού του είδους οι όροι μπορεί να είναι προγενέστεροι ή μεταγενέστεροι (precedent or subsequent conditions). Ο πρώτος είναι όρος ο οποίος προνοεί ότι η σύμβαση δεν θα είναι δεσμευτική μέχρις ότου το συγκεκριμένο γεγονός επισυμβεί, ενώ ο δεύτερος προνοεί ότι μια ήδη δεσμευτική σύμβαση θα τερματίζεται όταν ή εάν επισυμβεί κάποιο γεγονός. Σε σύμβαση η οποία υπόκειται σε τέτοιου είδους προγενέστερο συμβάν, κανένας των συμβαλλομένων δεν αναλαμβάνει υποχρέωση ότι θα συμβεί το γεγονός εκείνο, πλην όμως μπορεί να εναποτίθεται σε συμβαλλόμενο κάποιου βαθμού υποχρέωση να ασκήσει εύλογες προσπάθειες ώστε να ικανοποιηθεί ο συμφωνηθείς όρος. Αναφέρονται στο σύγγραμμα σαν παραδείγματα περιπτώσεις συμβάσεων με τις οποίες γίνεται αγοραπωλησία αγαθών η οποία όμως υπόκειται π.χ. σε εξασφάλιση άδειας εξαγωγής ή εισαγωγής. Ή ακόμα σε περιπτώσεις όπου καταρτίζεται μια συμφωνία, αλλά υπόκειται στην έγκριση του Δικαστηρίου. Υπό τέτοιες συνθήκες η απαιτούμενη αποδοχή ή έγκριση άλλου προσώπου ή οργάνου πρέπει να επιζητηθεί. Όμως η κυρίως συμφωνία δεν καθίσταται δεσμευτική μέχρις ότου δοθεί έγκριση ή συγκατάθεση. Εάν δεν δοθεί, τότε η κύρια υποχρέωση δεν έχει ισχύ. (βλ. Treitel (ανωτέρω) σελ. 60.61). Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων τελούσε υπό την αίρεση της έκδοσης πολεοδομικής άδειας σύμφωνα με τα προκαταρτικά σχέδια τα οποία υπέβαλαν στην πολεοδομική αρχή τα οποία και είχαν υποδείξει στους ενάγοντες.. Την αίρεση αυτή γνώριζε εκ των προτέρων η πλευρά των εναγόντων εφόσον ρητά προνοείτο στο επίδικο έγγραφο. Η εναγόμενη δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για την εκτέλεση ή μη της υποχρέωσης της ως η μεταξύ τους συμφωνία, αφού η προαπαιτούμενη και συμφωνηθείσα αίρεση για την ανάπτυξη την οποία η εναγόμενη επιθυμούσε να προβεί έχει καταστεί εκ των πραγμάτων αδύνατη αίρεση. Κατά την άποψη μου δεν ενέχουν οποιαδήποτε σημασία οι παραδοχές του κ. Γ. Ιακώβου (Μ.Υ.) στην αντεξέταση του όπως αυτές καταγράφηκαν πιο πάνω, περί μη ευθύνης της πλευράς των εναγόντων γι΄αυτή την ανατροπή που επήλθε στους σχεδιασμούς τους και την ακύρωση της ανάπτυξης ως οικονομικά ασύμφορης για την εναγόμενη. Η εναγόμενη αμέσως μόλις αποφάσισε ότι δεν θα προχωρούσε με την υλοποίηση του έργου πρόσφερε στους ενάγοντες την επιστροφή των Λ.Κ.3.000.οο που κατέβαλαν και επιπλέον 50% υπό μορφή αποζημίωσης. Οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν γραπτώς και προφορικά σε διάφορες ημερομηνίες για την μη εκτέλεση της ανάπτυξης και τον τερματισμό του δικαιώματος αγοράς για λόγους που δεν οφείλονταν στην εναγόμενη. Σιώπησαν δε μέχρι την έγερση της αγωγής σε σχέση με την πιο πάνω προσφορά της εναγόμενης. Σύμφωνα με παραδεκτή μαρτυρία με επιστολή και μέσω εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου τους αποστάληκε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) στις 7.12.2007 στους ενάγοντες και προσφέρθηκε σε αυτούς η επιστροφή και καταβολή του ποσού των Λ.Κ.4.000,00 (ισάξιο με €6.384,40σ.), προσφορά την οποία αυτοί τότε δεν απέρριψαν και αποδέχτηκαν έμμεσα με τη σιωπή τους. Στο Σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος Β' εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, Λευκωσία 2014, στη σελ. 522 - 524 καταγράφονται σε σχέση με τη διαφοροποίηση μεταξύ «σύμβασης» και «συμφωνίας υπό αίρεση περαιτέρω ή τελικής σύμβασης» τα ακόλουθα: «Είναι δυνατόν κάποια συμφωνία να είναι «υπό αίρεση ή επιφύλαξη περαιτέρω ή τελικής σύμβασης» (subject to contract). Στη συνήθη περίπτωση, τέτοια συμφωνία δεν θεωρείται νομικά δεσμευτική. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η συμφωνία μεταξύ των μερών συνήθως θεωρείται προκαταρκτική και υπό την αίρεση της προετοιμασίας περαιτέρω και λεπτομερούς συμφωνίας, η οποία όταν υπογραφεί, θα είναι νομικά έγκυρη και δεσμευτική σύμβαση μεταξύ των μερών. Παρά την πιο πάνω γενική θέση [...] είναι δυνατόν να κριθεί με βάση τα γεγονότα κάποιας υπόθεσης ότι τα μέρη έχουν συνομολογήσει νομικά έγκυρη και δεσμευτική σύμβαση παρά τη χρησιμοποίηση των πιο πάνω όρων, διότι η πραγματική τους πρόθεση ήταν οι όροι που συμφωνήθηκαν να ισχύουν άμεσα παρά την απόφασή τους να ετοιμαστεί πληρέστερο κείμενο σε μεταγενέστερο στάδιο. Αντίθετα, είναι δυνατόν το Δικαστήριο να κρίνει ότι η ερμηνεία του κειμένου που ετοιμάστηκε και που τελεί «υπό επιφύλαξη» (subject to contract), είναι ότι τα όσα έχουν καταγραφεί δεν θα έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ, διότι η κοινή πρόθεση των μερών είναι η νομικά δεσμευτική σύμβαση να διατυπωθεί με πληρότητα ή/και με διαφοροποιημένους όρους αργότερα. [...] Σε περίπτωση που κάποια συμφωνία είναι υπό αίρεση ή επιφύλαξη, υπό την παραδοσιακή έννοια, και δεν ακολουθεί νομικά έγκυρη και δεσμευτική σύμβαση, τότε δεν έχει προκύψει οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση εκ μέρους των μερών. Είναι όμως δυνατόν, στην κατάλληλη περίπτωση, το Δικαστήριο να αποδώσει θεραπεία είτε του τύπου quantum meruit σε σχέση με υπηρεσίες που προσφέρθηκαν από το ένα μέρος στο άλλο είτε του τύπου αποκατάστασης (restitution) για επιστροφή χρημάτων ή αντικειμένων που μεταβιβάστηκαν από έναν συμβαλλόμενο στον άλλο, παρά την απουσία συμβατικής σχέσης.» Η μαρτυρία που προσκομίστηκε στην παρούσα υπόθεση κατέδειξε ότι δεν υπήρξε ολοκληρωμένη τελική συμφωνία μεταξύ των μερών, δεν ετίθετο ούτε θέμα τερματισμού της και κατ' επέκταση ούτε άντλησης δικαιωμάτων για αποζημιώσεις. Το μόνο που μπορεί να αποδοθεί ως θεραπεία είναι η επιστροφή οποιουδήποτε ποσού αχρεωστήτως καταβλήθηκε στη βάση της προκαταρκτικής και μη νομικά δεσμευτικής συμφωνίας, εν προκειμένω του ποσού των προκαταβολών. Όσον αφορά το επιστρεπτέο της προκαταβολής η ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης με παρέπεμψε στην υπόθεση Kαλησπέρας Kώστας ν. Δάφνου Δρυάδη κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 867 όπου λέχθηκε ότι: «Αδιαμφισβήτητο είναι ότι, βάσει των γενικών αρχών του δικαίου, χρηματικό ποσό, το οποίο καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο έναντι ανταλλάγματος, το οποίο δεν παρέχεται, είναι ανακτητέο ως χρέος (money had and received). Ότι παραγνωρίζεται από τον εφεσείοντα, είναι ότι το ποσό καταβλήθηκε αποκλειστικά για την απόκτηση της ιδιοκτησίας του διαμερίσματος. Η απουσία ανταλλάγματος ήταν πλήρης.. Ανάλογα απόλυτη ήταν και η υποχρέωση του εφεσείοντα να επιστρέψει το ποσό στους εφεσίβλητους, για την αποκατάστασή τους. (Βλ. Hicks v Hicks [1802] 3 East 16, 102 ER 502. Rover International v Cannon Film Sales (No 3) [1989] 3 All ER 423. Westdeutsche v Islington London BC [1996] 2 All ER 961. Guinness Mahon v Kensington BC [1998] 2 All ER 272.)» Στην υπόθεση Αγαπίου κ.α ν. Λεωνίδου,
(2007)1 Α.Α.Δ. 50 λέχθηκαν τα εξής: «Η εφεσίβλητη διεκδίκησε το ποσό με την αγωγή της και το πρωτόδικο Δικαστήριο το επεδίκασε υπέρ της θεωρώντας ότι ήταν μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος και ως τέτοιο επιστρεπτέο εφόσον η συμφωνία τερματίστηκε, ανεξάρτητα από το λόγο του τερματισμού της. Ο πυρήνας των επιχειρημάτων των εφεσειόντων αφορά στη φύση του ποσού και με αναφορά σε νομολογία και οι δύο πλευρές επικεντρώθηκαν στο κατά πόσο αυτό το ποσό θα έπρεπε, στο πλαίσιο της συμφωνίας, να θεωρηθεί ότι αποτελούσε είδος εγγύησης που κατά την εισήγηση των εφεσειόντων θα χανόταν εφόσον με υπαιτιότητα η εφεσίβλητη τερμάτιζε τη συμφωνία ή ήταν μέρος του τιμήματος που θα επιστρεφόταν. Αντίστοιχη ήταν και η κατάληξη στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Χαρίτου
(2004)1(Β) ΑΑΔ
  1. Σε αυτή ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση όπου κρίθηκε ότι διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων - Εφεσείων αξίωνε την επιστροφή της προκαταβολής και όπου απορρίφθηκε η αγωγή με το σκεπτικό ότι ο Ενάγων - Εφεσείων ήταν υπαίτιος της παράβασης της συμφωνίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, αφού διαπίστωσε ότι ήταν δεόντως δικογραφημένη η αξίωση του ποσού της προκαταβολής, εξέδωσε απόφαση υπέρ του Εφεσείοντος, χωρίς να υπεισέλθει σε εξέταση ανεξάρτητα από τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για τις συνθήκες παράβασης της συμφωνίας. Τα πιο πάνω οδηγούν στο ότι οι ενάγοντες δικαιούνται σε αυτό το μέρος της αξίωσης τους και ανάλογη θα είναι και η απόφαση μου. Αυτό το μέρος της αξίωσης, όμως, ήταν πάντοτε στη διάθεση των εναγόντων από τους εναγόμενους. Είναι γεγονός επίσης, ότι το ποσό αυτό ήταν σε θέση να το καταβάλει η εναγόμενη και προς τούτο υπήρξε και η πληρωμή του στο Δικαστήριο (payment into Court), ως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Σχετική διαδικασία φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Στην κρινόμενη περίπτωση η πλευρά της εναγόμενης εισηγείται όπως τύχουν εφαρμογής κατ' αναλογία οι αρχές που εφαρμόζονται στην περίπτωση που γίνεται πληρωμή στο Δικαστήριο από έναν εναγόμενο. Και εφόσον οι ενάγοντες δεν αποδεχθούν το ποσό της πληρωμής και το Δικαστήριο στο τέλος της ημέρας επιδικάσει σε αυτούς το ίδιο ή μικρότερο ποσό από αυτό που πλήρωσε η εναγόμενη στο Δικαστήριο και να καταδικαστούν οι ενάγοντες στα έξοδα της αγωγής τα οποία προέκυψαν από την στιγμή που αυτοί έλαβαν την ειδοποίηση πληρωμής (notice of payment) του εναγόμενου (βλ. Civil Litigation, John O' Hare and Robert Hill, 8η έκδοση στη σελ. 329). Παρόλη την πιο πάνω κατάληξη μου και ως προς τις δύο πτυχές της Υπεράσπισης της εναγόμενης για την μη εγκυρότητα συμφωνίας στη βάση του επίδικου εγγράφου και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, θα επιχειρήσω μια σύντομη αναφορά και ως προς την απόδειξη εκ μέρους των εναγόντων της πρόκλησης σε αυτούς απώλειας διαφυγόντος κέρδους όπως αξιώνονται στην έκθεση απαιτήσεως τους. Οι ενάγοντες με τη μαρτυρία που προσκόμισαν σε σχέση με την απόδειξη της ζημιάς που υπέστησαν, παρόλο ότι επιφυλάχθηκε ο κ. Fariborz Askari (Μ.Ε.) να το κάμει (βλ. παρ. 21 της Γραπτής του Δήλωσης Έγγραφο Α), χωρίς εν τέλει να προσκομιστεί τέτοια μαρτυρία, κρίνω ότι δεν απέδειξαν ποια ήταν η αξία του επίδικου ακινήτου κατά ή περί την 2.04.2007 που ως είναι παραδεκτό είναι η ημερομηνία κατά την οποία συνήφθη το επίδικο έγγραφο, οι ενάγοντες παρέλειψαν να δώσουν και/ή επέλεξαν να μην δώσουν καθόλου μαρτυρία για το ποια ήταν η αξία του ακινήτου κατά το χρόνo της καταχώρησης της αγωγής τους την 2.11.
  2. Ούτε η αξία του διαμερίσματος εκ μέρους του Μ.Ε. σύμφωνα με το Τεκμ. 4 θα μπορούσε να συγκριθεί και να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς τη ζημιά που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι υπέστησαν, καθώς δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από ειδικό η οποία θα ανέλυε τεκμηριωμένα και συγκριτικά αν υπάρχει και ποια είναι αύξηση στις αξίες των ακινήτων κατά την περίοδο από τον Απρίλιο του 2007 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2007 και πως από μια τέτοια αύξηση οι ενάγοντες υπέστησαν οποιανδήποτε ζημιά. Σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγόντων περί της ζημιάς τους από την μη εκπλήρωση και υλοποίηση της «σύμβασης», αυτή δεν αποδείχθηκε καθώς καμιά προς τούτο μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε. Σε σχέση με τις τιμές με τις οποίες διαφήμιζαν οι ΚΚΑΜ Estates, τις οποίες επικαλούνται οι ενάγοντες, δέχομαι την εξήγηση που έδωσε ο κ. Γ. Ιακώβου (Μ.Υ.) ότι δηλαδή αυτοί, όπως και άλλοι, διαφήμιζαν τιμές όπως οι ίδιοι τις καθόριζαν και δεν μπορούσαν να τους ελέγξουν για τούτο. Επομένως καμιά μαρτυρία για το ύψος της ζημιάς για να δικαιολογείται η έκδοση απόφασης υπέρ των εναγόντων ως τα αιτητικά Α και Δ της Έκθεσης Απαίτησης τους δεν προσκομίστηκε. Τουναντίον, τουλάχιστον ο ενάγων στην αγωγή Αρ. 3237/2009 ο οποίος και κατάθεσε και ως μάρτυρας (Μ.Ε), ανάφερε ότι ήδη από τον Νοέμβριο του 2007 αγόρασε άλλο διαμέρισμα (Τεκμ. 4), το οποίο ειρήσθω εν παρόδω φέρει ημερομηνία 12.11.2007 και επομένως τα όσα ανάφερε ο κ. Γ. Ιακώβου (Μ.Υ.) περί προηγούμενης της 29.03.2007 προφορικής ενημέρωσης των εναγόντων περί της ακύρωσης του έργου είναι απόλυτα αληθή. Αυτό αποδεικνύει ότι είχε πληροφόρηση ότι δεν θα εκπληρωνόταν η ανάπτυξη που αφορούσε το επίδικο έγγραφο και γι΄αυτό πήγε και αγόρασε άλλο διαμέρισμα για να καλύψει τις ανάγκες του στην Κύπρο όπως ο ίδιος ανάφερε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο διάδικος που επιδιώκει να ανακτήσει ζημιά ή απώλεια πρέπει τόσο να εξειδικεύει στο δικόγραφο του τη ζημιά αυτή όσο και να την αποδεικνύει με σαφήνεια και με την αναγκαία μαρτυρία (βλ. Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου,
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083, 1089) Όπου ο ενάγων έχει υποστεί ειδική ζημιά αυτή θα πρέπει να δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης με όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες και δεν θα επιτραπεί στον ενάγοντα κατά τη δίκη να προσκομίσει μαρτυρία οποιασδήποτε ειδικής ζημιάς, η οποία δεν θα απαιτείται επακριβώς στην Έκθεση Απαίτησης ή στις λεπτομέρειες. Ειδική ζημιά υπό την έννοια της χρηματικής απώλειας που οι ενάγοντες έχουν υποστεί μέχρι τη μέρα της δίκης θα πρέπει να δικογραφείται και να δίδονται γι΄αυτή λεπτομέρειες διαφορετικά δεν μπορεί να ανακτηθεί (βλ. Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings 12η έκδοση σελ. 60) "But whenever the plaintiff has suffered any "special damage," this must be alleged in the statement of claim with all necessary particulars, and the plaintiff will not be allowed at the trial to give evidence of any special damage which is not claimed explicitly in his statement of claim or particulars. Special damage in the sense of a monetary loss which the plaintiff has sustained up to the date of trial must be pleaded and particularised, otherwise it cannot be recovered." Επιπλέον ο ισχυρισμός από μόνος του ότι οι ενάγοντες υπέστηκαν «ζημιά» ή η αξίωση ότι οι ενάγοντες έχουν υποστεί «ζημιά» δεν είναι αρκετά για να τους νομιμοποιήσουν να διεκδικήσουν αποζημιώσεις. Εκεί όπου οι ενάγοντες είναι σε θέση να βασίσουν την απαίτηση τους για αποζημιώσεις επί τη βάσει συγκεκριμένου υπολογισμού ή ίσως καθ΄ υπολογισμό, θα πρέπει να δικογραφούν λεπτομέρειες των γεγονότων που καθιστούν τέτοιο υπολογισμό εφικτό και να προσκομίσουν την σχετική μαρτυρία επί των ισχυρισμών τους (βλ. Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings 12η έκδοση στη σελ. 61). «If the plaintiff is able to base his claim for damages upon a precise or perhaps estimated calculation, he must plead particulars of the facts which make such a calculation possible.» ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι είχαν συνάψει με την εναγόμενη εκτελεστή συμφωνία και επομένως ότι δικαιούνται στις αποζημιώσεις τις οποίες αξιώνουν. Επρόκειτο για αόριστη και αβέβαιη συμφωνία η οποία σε κάθε περίπτωση ήταν υπό την αίρεση μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος το οποίο δεν επήλθε και έτσι κατέστη άκυρη. Εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγών. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €5.125,80σ. για κάθε μια από τις υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγές ποσά τα οποία δεν θα φέρουν οποιονδήποτε τόκο. Εκδίδεται διαταγή όπως το ποσό των €5.125,80σ. που έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο για κάθε υπόθεση ξεχωριστά και που συνιστούσε την προκαταβολή που κατέβαλε ο καθένας από τους ενάγοντες στην εναγόμενη, να επιστραφεί σ΄αυτούς ή στον δικηγόρο τους. Με προβλημάτισε ιδιαίτερα ποια θα ήταν η δίκαιη υπό τις περιστάσεις διαταγή ως προς τα έξοδα. Η διαταγή ως προς τα έξοδα δεν παύει να εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασφαλώς και ασκείται με βάσει τις καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Δεν μου διαφεύγει η εισήγηση της πλευράς της εναγόμενης ως προς το θέμα την οποία κατέγραψα πιο πάνω. Τα γεγονότα της υπόθεσης και ειδικότερα το γεγονός ότι η εναγόμενη μόλις τον Νοέμβριο του 2017 ενημέρωσε εγγράφως για πρώτη φορά τους ενάγοντες για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στην προώθηση της προγραμματισμένης ανάπτυξης για το οποία συνάφθηκε το επίδικο έγγραφο, όταν θα έπρεπε από την 30.04.2007 να τους είχε καλέσει να υπογράψουν την συμφωνία πώλησης, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι φέρουν ευθύνη τουλάχιστον ως προς αυτήν την πτυχή της μη έγκαιρης ενημέρωσης των εναγόντων ότι δεν θα προέβαιναν εν τέλει στην ανέγερση του οικιστικού συγκροτήματος. Ο ίδιος ο κ. Γ Ιακώβου (Μ.Υ.) παραδέχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν έφεραν οποιοδήποτε μερίδιο ευθύνης που δεν προχώρησαν με την υλοποίηση του έργου καθώς κρίθηκε οικονομικά ασύμφορη μια τέτοια ανάπτυξη για την εναγόμενη και γι΄αυτό και δεν προχώρησαν σε τελική συμφωνία με τους ενάγοντες. Κρίνω ότι υπό τις πιο πάνω περιστάσεις η πιο δίκαιη διαταγή ως προς τα έξοδα θα ήταν όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπογρ.)............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.