ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ AGROMARKET (LARNACA) LTD, Αρ. Αγωγής: 129/15, 14/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 129/15 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ AGROMARKET (LARNACA) LTD, εκ Πίπης, Πυργά, 7648, Λάρνακα ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 Αίτηση Ημερομηνίας: 1/12/2015 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14 Ιουνίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κα Ζαχαρίου Για τον Καθ' ου η αίτηση: κος Γεωργίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Mε την αίτηση ζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διαγράφεται ή να απορρίπτεται εκ προοιμίου αίτηση για την εκκαθάριση της εταιρείας Agromarket (Larnaca) Ltd πρόκειται για αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 1.12.
- Είναι η θέση των αιτητών ότι δικαιολογείται αυτό το μέτρο επειδή το χρέος στο οποίο θεμελιώνεται η αίτηση διάλυσης δεν είναι εκκαθαρισμένο και έτσι κακώς καταχωρήθηκε η αίτηση διάλυσης με όλες τις συνεπακόλουθες δυσμενής συνέπειες για την εταιρεία. Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας Agromarkets ουδέποτε εξουσιοδότησε με νόμιμο τρόπο το δικηγορικό γραφείο Φοίβος Χριστος Κληρίδης και Σία ΣΕΠΕ να καταχωρήσει την αίτηση διάλυσης. Δεύτερος λόγος που επικαλούνται για να προωθήσουν την θέση ότι η αίτηση διάλυσης πρέπει να απορριφθεί εκ προοιμίου είναι ότι οι αιτητές στην αίτηση διάλυσης βρίσκονται οι ίδιοι σε δυσμενή οικονομική θέση και δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στα έξοδα της διαδικασίας εάν ήθελε απορριφθεί η αίτηση επί της ουσίας. Τρίτος λόγος είναι ότι το ποσό που απαιτείται δεν οφείλεται πράγματι και επειδή οι λογιαριασμοί των αιτητών στα πλαίσια της αίτησης διάλυσης είναι λανθασμένοι. Τέταρτος λόγος είναι επειδή η αίτηση έχει γίνει για αλλότριους λόγους και όχι επειδή η εταιρεία είναι αφερέγγυα. Εκ μέρους της εταιρείας Agromarkets έχει καταχωρηθεί ένσταση. Ισχυρίζονται ότι η απόφαση για την καταχώρηση της αίτησης εξουσιοδοτήθηκε από τους τρεις διευθύνον συμβούλους της εταιρείας Agromarkets. To καταστατικό της εταιρείας δεν παρεμποδίζει τους διευθύνων συμβούλους να διορίζουν δικηγόρους για να προωθούν τα συμφέροντα της εταιρείας. Επίσης για τα πλείστα ζητήματα τα οποία εγείρουν οι αιτητές στα πλαίσια αυτής της αίτησης όπως επί παραδείγματι, κατά πόσο το χρέος είναι εκκαθαρισμένο είναι θέση τους ότι αυτό στηρίζεται σε αμφισβητούμενα σημεία των δύο πλευρών που μπορούν να αποφασισθούν από το Δικαστήριο αφού ακούσει μαρτυρία και αποφασίσει τα σημεία στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης. Είναι θέση των καθ' ων η αίτηση ότι τίποτε στο καταστατικό της εταιρείας Agromarkets Ltd, απόσπασμα του οποίου επισυνάπτεται αυτούσιο στην αίτηση ως τεκμήριο, δεν απαγορεύει σε διευθύνων συμβούλους του διοικούν την εταιρεία προς όφελος της εταιρείας να προβούν σε ενέργειες συμπεριλαμβανομένου και την λήψη αποφάσεως για την καταχώρηση νομικών διαδικασίων εναντίον άλλων εταιρειών ώστε να διεκδικήσουν τα συμφέροντα της εταιρείας. Ούτε είναι θέση των καθ' ων η αίτηση ότι υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στο καταστατικό που να εμποδίζει μέρος των συμβούλων να καταχωρήσουν την αίτηση διάλυσης κατά θυγατρικών εταιρειών του ομίλου. Στα πλαίσια παράγωγης αγωγής προς όφελος της εταιρείας Agromarkets Ltd. ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό 2490/15 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα που αφορούσε μη αμφισβητούμενο χρέος θυγατρικών εταιρειών προς την μητρική εταιρεία και επειδή οι σύμβουλοι απέκτησαν τον απόλυτο έλεγχο αυτών των εταιρειών αρνούνταν να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά στην μητρική εταιρεία. Το απαγορευτικό διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 2490/15 στρεφόταν κατά των συμβούλων που αρνούνται να πληρώσουν εκκαθαρισμένη οφειλή προς την μητρική εταιρεία και προνοεί να σταματήσουν να παρεμποδίζουν την είσπραξη οφειλόμενων ποσών από θυγατρικές εταιρείας προς την μητρική εταιρεία του ομίλου. Είναι θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η θυγρατική εταιρεία αδυνατεί να πληρώνει τα χρεή της επειδή παρά την ύπάρξη του εν λόγου απαγορευτικού διατάγματος εξακολουθεί να μην εισπράττει και να αποδίδει προς όφελος της μητρικής εταιρείας τα οφειλόμενα χρέη. Αναφορικά με τον ισχυρισμό των αιτητών ότι η εταιρεία Agromarkets Ltd, είναι αφερέγγυα και έτσι η αίτηση πρέπει να παραμεριστεί ή εναλλακτικά να καταβληθεί ασφάλεια για τα έξοδα των αιτητών αυτός ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί επειδή η εταιρεία έχει οικονομικούς πόρους οι οποίοι έχουν παγιοποιηθεί από δόλιες ενέργειες των συμβούλων Α της μητρικής εταιρέιας οι οποίοι έχουν αποκτήσει έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Παραθέτουν στα σημεία i μέχρι v της παραγράφου 15 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης τα στοιχεία τεκμηρίωσης του χρέους για να προβληθεί η θέση ότι το χρέος είναι αδιαμφισβήτητο και καλώς έχει απαιτηθεί. Αυτά τα σημεία παρατίθενται πιο κάτω στην αίτηση ημερομηνίας 1.12.15 παρ.15: i. Κατάσταση οφειλομένων της Εταιρείας καθώς και όλων των θυγατρικών εταιρειών της Μητρικής εταιρείας - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης. Αυτή η κατάσταση οφειλομένων ετοιμάστηκε συμφώνως των ενδιάμεσων λογαριασμών (intercompany balances) μέχρι 30/06/2015 που ετοιμάστηκαν από το βοηθό οικονομικό διευθυντή της Μητρικής Εταιρείας κ. Νικόλα Σώζου για όλες τις εταιρείες του ομίλου εταιρειών. Δηλαδή το βοηθό του κ. Δημήτρη Μαρίνου. ii. Κατάσταση του λογαριασμού της Εταιρείας δια την περίοδο 01/07/15 μέχρι 31/07/15 - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14 της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης. Εκ της εν λόγω κατάστασης, η στήλη υπό την επικεφαλίδα BALANCE δεν έχει διορθωθεί λόγω παράλειψης του οικονομικού διευθυντή της εταιρείας ο οποίος έχει μόνο περιλάβει αξία παραδόσεων εμπορευμάτων από την μητρική εταιρεία στην Καθ 'ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση εταιρείας και πληρωμές και όχι, τα ορθά οφειλόμενα υπόλοιπα. Εν πάση περιπτώσει το ορθό ποσό που οφείλεται προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού που ετοιμάστηκε από τον βοηθό οικονομικό διευθυντή της εταιρείας και κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης. Εκ της εν λόγω κατάστασης που ετοιμάστηκε στις 20/08/15 και αφορά τις οφειλές όλων των θυγατρικών κατά τις 30/06/15, διαφαίνονται οι σχετικές οφειλές. Η Εταιρεία τότε όφειλε €532,918.
- Τον Ιούλιο του 2015 της παραδόθηκαν εμπορεύματα αξίας €244,863.65 και, πλήρωσε στην Αιτήτρια το ποσό των €354,755.
- Συνεπώς, για τον Ιούλιο του 2015 αφαιρέθηκε υπόλοιπο €109,891.45 από το οφειλόμενο ποσό των €532,918.
- Το υπόλοιπο τότε ανέρχετο €423,026.
- iii. Κατάσταση λογαριασμού δια την περίοδο 01/08/15 μέχρι 31/08/15 - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης. Καθόσον αφορά την κατάσταση αυτή ισχύουν επακριβώς όλα όσα ισχύουν με την ως άνω κατάσταση - ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Δια τον μήνα αυτό έγιναν πληρωμές €185,148.80 και παραδόθησαν εμπορεύματα αξίας €184,682.
- Συνεπώς από το υπόλοιπο αφαιρέθηκε ποσό €466.
- Το συνολικό υπόλοιπο μέχρι την ημέρα αυτή ανέρχεται σε €422,560.00 δηλαδή, το ποσό που οφείλεται από την Εταιρεία. iv. Το ως άνω ποσό είναι και το οφειλόμενο ως εμφαίνεται δια των επιδοθέντων απαιτήσεων πληρωμής στην Εταιρεία - ΔΕΣΜΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ 19 της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης. v. Αναφέρω ότι έχουν παραδοθεί και άλλα εμπορεύματα στην Καθ' ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση εταιρεία τα οποία παραμένουν απλήρωτα. Στην ουσία με την αίτηση τους οι αιτητές ζητούν όπως το Δικαστήριο μην επιληφθεί της αιτήσης διάλυσης επί της ουσίας και όπως αποφασίσει εκ προοιμίου ότι η κυρίως αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί πρώτο επειδή οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της αίτησης, δεύτερο επειδή το χρέος είναι αμφισβητούμενο και τρίτο επειδή η εταιρεία που ζητεί την διάλυση της θυγατρικής εταιρείας είναι αφερρύγγυα. Στα πλαίσια της αίτησης διάλυσης ημερομηνίας 6 Νοεμβρίου 2015 ζητείται εκκαθάριση της εταιρείας με διαταγή του Δικαστηρίου επειδή η εταιρεία Agromarket Larnaca Ltd είναι θυγατρική της εταιρείας Agromarkets Ltd. δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρεή της. Εταιρεία λογίζεται ότι δεν είναι ικανή να πληρώνει τα χρεή της σύμφωνα με το άρθρο 212 του Κεφ. 113 όταν συντρέχουν μία από τις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά η μερικά ανικανοποίητη· ή (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας· (δ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας είναι μικρότερη από το ποσό των υποχρεώσεων της, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της. Είναι θέση των αιτητών ότι δεν θα πρέπει να ακούσω την αίτηση διαλύσεως επειδή οι τρεις Σύμβουλοι που έχουν καταχωρήσει την αίτηση δεν ήταν εξουσιοδοτημένοι να καταχωρήσουν τέτοια αίτηση εκ μέρους της εταιρείας. Ο νόμος κεφ. 113 προνοεί ότι όλες οι πράξεις και συναλλαγές που γίνονται εκ μέρους της εταιρείας από συμβαλλόμενους της είναι έγκυρες ως ακολούθως: Εγκυρότητα συναλλαγών που συνάπτονται εκ μέρους της Εταιρείας. 33Α.-
(1)Η εταιρεία δεσμεύεται έναντι τρίτων από πράξεις ή συναλλαγές των αξιωματούχων της, έστω και εάν τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, εκτός εάν τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές τελούνται καθ' υπέρβαση των εξουσιών, που ο νόμος παρέχει ή επιτρέπει να παρέχονται στους συγκεκριμένους αξιωματούχους: Νοείται ότι, η εταιρεία δε δεσμεύεται έναντι τρίτων σε περίπτωση που τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, εάν και εφόσον, η εταιρεία αποδείξει ότι το τρίτο πρόσωπο γνώριζε ότι οι πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας ή δεν ήταν δυνατό λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, να το αγνοεί. Νοείται περαιτέρω, ότι η δημοσίευση του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της εταιρείας δεν αποτελεί, από μόνη της, επαρκή απόδειξη γνώσης από μέρους τρίτου προσώπου.
(2)Οι εκ του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού ή οι εξ αποφάσεως των συμβούλων ή της γενικής συνελεύσεως της εταιρείας, περιορισμοί στις εξουσίες των αξιωματούχων της Εταιρείας, δε δύναται να αντιταχθούν έναντι τρίτων προσώπων, ακόμα και εάν έχουν δημοσιευτεί. Θεωρώ ότι η καταχώρηση αίτηση διαλύσεως εναντίον άλλης εταιρείας για χρέος που έχει απαιτηθεί και δεν έχει πληρωθεί επειδή αυτή είναι ανίκανη να πληρώνει το χρέος της είναι ενέργεια που γίνεται προς όφελος της εταιρείας και κάτι που ανήκει στην σφαίρα της καθημερινής λειτουργίας της εταιρείας εκτός και εάν το καταστατικό έχει καθορίσει ότι η διένεργεια τέτοιας πράξης από μέρος συμβούλου ή συμβούλων της εταιρείας είναι μη εξουσιοδοτημένη ενέργεια δηλαδή συναλλαγή ultra vires. The powers delegated to the directos are set out in the companies aricles of association. These normally contain a genera ´clause in the line of article 80 which provides inter alia that the directos may exercise all the powers of the company not by the articles or by statute required to be exercised by the company in general meeting. The articles in Re patent File Co.
(1870)L.R. 6 CH. App. 83 give the directors the whole powers of the company subject to the provision of the articles and of the companies Act and I cannot find anything in the articles or in the Act to prohibit their making a mortgage by deposit. The general clause in the articles vesting management of the company in the directors is of great practical importance it means that the directors have full powers of management and are only subject to control by the shareholders in manner laid down by statute and articles. (Palmers Company Law[1]) Θέση των αιτητών είναι ότι οι τρεις συμβούλοι πήραν την απόφαση για την καταχώρηση της αίτησης χωρίς την έγκριση του διοικητικού συμβουλιου στα πλαίσια νόμιμης συγκληθείσας συνέλευσης των συμβούλων ενώ θέση των καθ'ων η αίτηση είναι ότι δεν υπάρχει τίποτε στο καταστατικό της εταιρείας αλλά και στην συμφωνία μετόχων που να απαγορεύει τους συγκεκριμένους συμβούλους από το διενεργήσουν την συγκεκριμένη ενέργεια προς όφελος και εκ μέρους της εταιρείας Agromarkets. Οπότε εάν οι τρεις σύμβουλοι έχουν ενεργήσει ultra vires με την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης είναι ζήτημα πραγματικό που δεν επιλύεται χωρίς αναφορά των πραγματικών παραστάσεων των μερών ως προς το ζήτημα αυτό και έτσι το ζήτημα που δεν μπορεί να αποφασισθεί εκ προοιμίου χωρίς εις βάθος ανάλυση όλων των γεγονότων συμπεριλαμβανομένου και αξιολόγησης του πλήρους κειμένου του καταστατικού, αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου για εξουσίες των διευθυντών. Επομένως, εφόσον δεν μπορώ να διαπιστώσω εκ προιμίου ότι οι τρεις σύμβουλοι έχουν ενεργήσει ultra vires και η συγκεκριμένη ενέργεια αφορά ζήτημα που θα μπορούσε να εμπίπτει σε ζήτημα καθημερινής λειτουργίας της εταιρείας που επιτρέπεται με βάση γενικών εξουσιών που παρέχεται σε συμβούλους της εταιρείας δεν είναι ορθό προκαταρτικά και χωρίς να ακούσω την κυρίως αίτηση να αποφασίσω αυτό το ζήτημα και να απορρίψω την αίτηση. Περαιτέρω, οι αιτητές δεν με έχουν παραπέμψει σε πρόνοια του καταστατικού της εταιρείας που να απαγορεύει την λήψη απόφασης διευθυντή για απαίτηση χρέους από άλλη εταιρεία από την οποία διεκδικεί οφειλόμενο ποσό και στην συνέχεια στην περίπτωση που αρνηθεί να καταβάλει το χρέος η άλλη εταιρεία, να δώσει οδηγίες για καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης εναντίον εκείνης της εταιρείας. Θεωρητικά κανένας μέτοχος εταιρείας δεν έχει δικαίωμα να προωθήσει νομικά δικαιώματα της εταιρείας. Αυτό το δικαίωμα το έχει μόνο η εταιρεία. Τα νομικά δικαιώματα της εταιρείας ανήκουν μόνο στην εταιρεία ως ξεχωριστό από τους μετόχους της πρόσωπο (βλ.Prudential Assurance Co Ltd v Newman Industries Ltd[2]). Οι αιτητές με έχουν παραπέμψει σε πρόνοια του καταστατικού που απαγορεύει την προώθηση απόφασης συμβούλου στην περίπτωση που υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Εκ πρώτης όψεως δεν μπορεί να αποφασισθεί κατά πόσο αυτή η πρόνοια έχει εφαρμογή και αντιθέτως, φαινομενικά προκύπτει ότι οι σύμβουλοι επειδή προωθούν αίτημα για εκκαθάριση άλλης εταιρείας που τους οφείλει χρήματα, δεν τίθεται ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων. Από το τεκμήριο Ε που επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, προκύπτει ότι πρόσωπα του είναι σύμβουλοι Α όσο και σύμβουλοι Β εκτελούσαν με εξουσιοδότηση του Συμβουλίου χρέη Γενικού Διευθυντή της Εταιρείας. Γενικός Διευθυντής είναι υπεύθυνος για την καθημερινή λειτουργία της εταιρείας και δεν υπάρχει νόμος ή κανονισμός που να περιορίζει τις εξουσίες του Γενικού Διευθυντή ή που να καθορίζει τα καθήκοντα του. In large companies the day-to-day management and decisions are nowadays normally left to one or more managing directors. A managing director as such has no specific powers or duties recognized in the law. What powers and duties he is to have must be derived from the company itself (Βλ. Palmers Company Law[3]) I need not consider at length the law on the authority of an agent, actual, apparent, or ostensible. That has been done in the judgments of this court in Freeman & Lockyer v Buckhurst Park Properties (Mangal) Ltd. It is there shown that actual authority may be express or implied. It is express when it is given by express words, such as when a board of directors pass a resolution which authorises two of their number to sign cheques. It is implied when it is inferred from the conduct of the parties and the circumstances of the case, such as when the board of directors appoint one of their number to be managing director. They thereby impliedly authorise him to do all such things as fall within the usual scope of that office. Actual authority, express or implied, is binding as between the company and the agent, and also as between the company and others, whether they are within the company or outside it. Ostensible or apparent authority is the authority of an agent as it appears to others. It often coincides with actual authority. Thus, when the board appoint one of their number to be managing director, they invest him not only with implied authority, but also with ostensible authority to do all such things as fall within the usual scope of that office. Ως προκύπτει πιο πάνω στην υπόθεση Hely-Hutcinson Mangal Ltd[4] πολλές φορές δεν χρειάζεται να υπάρχει ρητή συγκατάθεση του Συμβουλίου για τις ενέργειες των Συμβούλων που θεωρείται ότι έχουν ληφθεί για να προωθήσουν τα συμφέροντα της εταιρείας ειδικά στην περίπτωση που έχουν αναθέσει την καθημερινή λειτουργία της εταιρείας σε ένα εκ των συμβούλων. Δεν είναι αβάσιμο το επιχείρημα ότι η προώθηση της αίτησης κατά άλλης οφειλέτριας εταιρείας προς διεκδίκηση χρέους είναι ενέργεια που γίνεται προς όφελος της εταιρείας από συμβούλος που έχουν κατά τεκμήριο την εξουσία να προωθούν τα συμφέροντα της εταιρείας κατά την καθημερινή της λειτουργία. Τα πρόσωπα που εξουσιοδότησαν την καταχώρηση της κυρίως αίτησης είναι σύμβουλοι της εταιρείας. Ο ένας εκ αυτών ήταν και γενικός διευθυντής της εταιρείας. Συνεπώς, εκτός και εάν ακούσω μαρτυρία επί του ζητήματος είναι αδύνατο να αποφασίσω ότι αυτοί οι σύμβουλοι δεν είχαν το δικαίωμα να καταχωρήσουν αυτή την αίτηση εκ μέρους της εταιρείας. Το δεύτερο ζήτημα που έχουν εγείρει οι αιτητές είναι ότι η αίτηση εγείρεται καταχρηστικά για αλλότριους λόγους όχι επειδή η εταιρεία δεν είναι σε θέση να πληρώσει τα χρέη της αλλά για να μπορέσουν οι τρεις σύμβουλοι να τους πιέσουν και να εκμετελλευτούν την κατάσταση ώστε να επιλύσουν άλλα ζητήματα μεταξύ Α και Β συμβούλων της εταιρείας που επιδιώκουν τη διάλυση της θυγατρικής. Κύριος λόγος που θεωρούν ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει καν να ακούσει την αίτηση διάλυσης είναι επειδή η οφειλή που θεμελιώνει την αίτηση είναι αμφισβητούμενη. Οι πρόνοιες του άρθρου 211 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπουν ότι εταιρεία μπορεί να διαλυθεί από το Δικαστήριο εάν η εταιρεία δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Το άρθρο 212 προνοεί ότι μία εταιρεία θεωρείται ότι δεν μπορεί να πληρώνει τα χρέη της εάν διαδικασία εκτέλεσης που θεμελιώνεται σε δικαστική απόφαση η διαταγή του Δικαστηρίου υπέρ του πιστωτή διεκπεραιωθεί χωρίς να ικανοποιηθεί ο πιστωτής είτε για όλο το ποσό ή μέρος του ποσού. Το άρθρο 218 του Κεφ. 113 προνοεί ότι πιστωτής δύναται να αιτηθεί για την διάλυση της οφειλέτριας εταιρείας με εναρκτήρια αίτηση (petition). Ο κανονισμός 92 των Company (Winding up ) rules του 1933 που έχουν εφαρμογή παραπέμπουν στους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας ως δικονομικό πλαίσιο για ζητήματα που μπορεί να προκύψουν στην διαδικασία διάλυσης εταιρείας. Ομως ο κ. 92 προνοεί ότι οι θεσμοί της πολιτικής δικονομίας εφαρμόζονται μόνο στο βαθμό που δεν έρχονται σε αντίθεση με τους Company (Winding
- up)rules. ( βλ. KMC Motors Ltd. v. Jorephanco Trading and Contracting Co.)[5]. Στην περίπτωση που γίνει αίτηση για την διάλυση εταιρείας είναι φανερό ότι το δικονομικό μέτρο που εφαρμόζεται με βάσει τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 είναι ενακτήρια αίτηση (petition) επομένως, δεν έχει εφαρμογή η Δ.48 διότι υπάρχει συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια που προβλέπει την διαδικασία με την οποία πιστωτής θα ζητήσει από το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα για την διάλυση της οφειλέτριας εταιρείας. Πιστωτής δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για την διάλυση εταιρείας μόνο στην περίπτωση που πληρείται μία από τις προυποθέσεις του άρθρου 212 του Κεφ. 113. Οι αιτητές επικαλέσθηκαν το άρθρο 212(α) του Κεφ. 113 για να στηρίξουν το αίτημα τους για διάλυση της καθ'ης η αίτηση εταιρείας. Είναι θέση τους στα πλαίσια της αίτησης ότι η οφειλή είναι εκκαθαρισμένη και ότι μπορούν να αποδέιξουν ότι η καθ'ης η εταιρεία στην αίτηση διάλυσης δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Προς τούτο επικαλούνται και διάταγμα της Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 2490/15 στις 17.7.2015 στην οποία διατάττονται σύμβουλοι Α να μην παρακωλούν εισπράξεις οφειλόμενων ποσών των θυγατρικών εταιρειών του ομίλου προς την μητρική εταιρεία Agromarkets Ltd. Οι καθ' ων η αίτηση έχουν παραθέσει λεπτομερή στοιχεία και τεκμήρια για να αποδείξουν ότι το ποσό που ζητείται με την αίτηση διάλυσης οφείλεται και είναι θέση τους ότι εν τω μεταξύ έχουν προκύψει και νέες οφειλές της θυγατρικής εταιρείας προς την μητρική που και αυτά έχουν παραμείνει απλήρωτα. Είναι θέση των αιτητών στην παρούσα αίτηση ότι αυτά το ποσό δεν οφείλεται και θέση τους είναι ότι οι λογαριασμοί που έχουν παρουσιάσει οι καθ' ων η αίτηση για να τεκμηριώσουν την οφειλή είναι λανθασμένες. Από την πλευρά τους οι καθ' ων η αίτηση επιμένουν ότι η σύμβουλοι Α που ελέγχουν την θυγατρική εταιρεία Agromarket Larnaca Ltd. έχουν ενεργήσει με δόλιο τρόπο να υφαρπάξουν τα περιουσιακά στοιχεία του ομίλου και έτσι δεν ενεργούν καλή τι πίστη και δεν είναι η περίπτωση αυτή που υπάρχει καλή τι πίστη αμφισβήτηση (bona fide dispute) περί της ύπαρξης του χρέους. Στην υπόθεση Moulettaris Machinery Co. Ltd. v Ζήνωνος[6] το Εφετείο επεξήγησε ότι οι περιστάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 212 δεν περιορίζουν την γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία μίας εταιρείας να πληρώνει τα χρέη της. Οι εξειδιεκευμένοι λόγοι που απαριθμούνται στο άρθρο 212 όμως εάν αποδειχθούν εγείρουν νομοθετικά τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας της πληρωμής χρεών. Στην υπόθεση Constructions Ltd. v Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων[7] επεξηγήθηκε από το Εφετείο ότι το άρθρο 211(
- e)αφορά γενικότερη εξέταση του ζητήματος κατά πόσο μία εταιρεία είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Μέσα σ'αυτό το γενικότερο πλαίσιο λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου και αυτά που έχει θέσει υπόψη του το Δικαστήριο η οφειλέτρια εταιρεία και τα αξιολογεί. Όμως στην περίπτωση όπου η αίτηση βασίζεται στις εξειδικευμένες περιπτώσεις του άρθρου 212 η εκπλήρωση των προυποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 212 οδηγά από μόνο του στην κατάληξη ότι η εταιρεία δεν μπορεί να πληρώνει τα χρέη της. Εξηγήθηκε ότι σε τέτοια περίπτωση εγείρεται το νομοθετικό τεκμήριο περί αδυναμίας πληρωμής των χρεών. Να σημειωθεί ότι σε εκείνη την περίπτωση ο Διευθυντής Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων είχε καταχωρήσει 19 εντάλματα κινητών εναντίον της οφειλέτριας εταιρείας και ότι και τα 19 επεστράφησαν ανεκτέλεστα. Υπό το φως τέτοιας πειστικής μαρτυρίας δεν θα μπορούσε να υπάρχει άλλη κατάληξη παρά του ότι η οφειλέτρια εταιρεία δεν ήταν σε θέση να πληρώσει τα χρέη της και έτσι με βάση των αρχών της επιείκιας ήταν ορθό να εκδοθεί το διάταγμα. Η πιο πάνω νομολογία προέκυψε μετά από σχετική ανάλυση της Αγγλικής νομολογίας όπου ερμηνεύονται τα άρθρα 222 και 223 του Αγγλικού Bankruptcy Act 1948 που έχουν το ίδιο λεκτικό με τα άρθρα 211 και 212 του Κεφ. 113. Η Αγγλική υπόθεση In re Douglas Griggs Engineering Ltd. 1 Ch.D.[8] είναι βοηθητική σε σχέση με την διαδικασία που ακολουθείται από το Δικαστήριο στην περίπτωση που έχει ενώπιον του αίτηση που βασίζεται στο Αγγλικό άρθρο 223 το οποίο είναι αντίστοιχο με το δικό μας άρθρο 212. Σε εκείνη την υπόθεση οι πιστωτές είχαν εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον της οφειλέτριας εταιρείας και απέστειλαν επιστολή στους δικηγόρους της οφειλέτριας εταιρείας και ζήτησαν να πληρωθούν ή να υποδείξουν οι δικηγόροι της εταιρείας κατά πόσο υπάρχουν περουσιακά στοιχεία της εταιρείας για να εκτελέσουν την απόφαση στην περίπτωση που η οφειλέτρια εταιρεία ήθελε να αρνηθεί να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό. Οι δικηγόροι της οφειλέτριας εταιρείας απάντησαν ότι δεν είχαν στο γραφείο τους περουσιακά στοιχεία της εταιρεία για να εκτελεστεί η δικαστική απόφαση και ούτε είχε περουσιακά στοιχεία η οφειλέτρια εταιρείας στο εγγραγραμμένο της γραφείο. Αυτή η μαρτυρία αποδείχθηκε ικανοποιητική για να κρίνει το Δικαστήριο ότι η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Είναι φανερό επομένως, ότι σκοπός αυτών των άρθρων ήταν να απαλλάξει τον πιστωτή από εξαντλητική απόδειξη σε σχέση με την ικανότητα της οφειλέτριας εταιρεία να πληρώνει τα χρέη της, ώστε να δικαιουται εκεί που είναι ορθό την έκδοση διατάγματος. Στο σύγγραμμα Palmers Company Law[9] επεξηγείται ότι συνήθως όταν καταχωρείται αίτηση διάλυσης που επικαλείται την αδυναμία της εταιρείας να πληρώνει τα χρέη της ως λόγος για την διάλυσης της εταιρείας συνήθως η μόνη οδός που απομένει για τον χρεώστρια εταιρεία να πετύχει την απόρριψη της αίτηση είναι να καταδέιξει ότι υπάρχει καλή τι πίστη αμφισβήτηση του χρέους. The fact that the petitioner has made repeated application for payment and that the company has neglected to pay affords cogent evidence that it is unable to pay its debts and this is the evidence generally relied upon. Almost the only answer open to the company is to show that the debt claimed is bona fide disputed in which case a winding up petition is not a proper mode of enforcing it. Είναι ορθή η θέση που έχει προβάλει η κα Ζαχαρίου με την αγόρευση της ότι δεν είναι επιτρεπτό να χρησημοποιείται η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα που αμφισβητεί ότι οφείλει. Όπως επεξήγησε το Εφετείο στην υπόθεση IN RE PELMAKO DEVELOPMENT LTD v. IN RE THE COMPANIES LAW [10] κατά την εξέταση αιτήσεως για την διάλυση της εταιρείας έχουν εφαρμογή οι αρχές της επιεικείας και έτσι στην περίπτωση που διάδικος χρησιμοποιεί αυτή την διαδικασία για άλλο σκοπό από αυτή που προορίζεται, το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει ζήτημα διαγραφής της αίτησης εκ προοιμίου. Η σημασία του όρου "δίκαια και εύλογη" (just and equitable), έχει επίσης εξηγηθεί σε πολλές αποφάσεις. Εννοιολογικά, ο όρος "equitable" δεν έχει διάφορη σημασία από τον όρο "just". Στο αγγλικό όμως δίκαιο, ο όρος ενέχει ειδική έννοια (term of art), συνυφασμένη με τις αρχές της επιείκειας (equity), όπως αυτές αναπτύχθηκαν και διαμορφώθηκαν στο αγγλικό δίκαιο. Η επιείκεια έχει ως λόγο το μετριασμό των επιπτώσεων εφαρμογής των αρχών του θετικού δικαίου όταν τούτο επιβάλλουν οι αρχές της δικαιοσύνης (equity). Οι αρχές της επιείκειας επενεργούν στο προσωπικό επίπεδο και αποβλέπουν στον περιορισμό κατάχρησης στην άσκηση δικαιωμάτων. Θα ήταν πράγματι άδικο να επέτρεπε το Δικαστήριο την προώθηση της διαδικασίας διάλυσης με όλα τα συνεπακόλουθα αποτελέσματα πχ. δημοσίευση, αναστολή και παρακώληση στην λειτουργία της εταιρείας εάν διαπίστωνε εκ προοιμίου το θεμέλιο της αίτησης να είναι σαθρό με αποτέλεσμα η αίτηση να συνιστά όχημα καταπίεσης της εταιρείας. Όμως όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση Pelmako το ότι η αίτηση είναι καταχρηστική πρέπει να προκύπτει ξεκάθαρα από την ίδια την αίτηση ώστε να δικαιλογείται η διαγραφή της ως θέμα δικαίου πρωτού το Δικαστήριο της επιληφθεί και ακούσει των πραγματικών παραστάσεων των μερών επί της ουσίας. Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ορθά επισημαίνεται ότι η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. (Βλ. Buttes Gas & Oil Co. v. Hammer[11]). Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσο διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου· δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Αναλύεται επίσης η έννοια του όρου "frivolous and vexatious" (Βλ. Bullen & Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings)[12] (κακόβουλου και ενοχλητικού δικονομικού μέτρου), για να διαπιστωθεί αν το υπόμνημα για διάλυση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως υπάρχει ισχυρισμός. Όπως έχουμε αναφέρει, η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, ούτε η καταβολή των λογαριασμών ούτε η έγκριση τους, κατά πλειοψηφία, δεν έχουν άρει τη διαφορά μεταξύ των μερών, ούτε τις αμφισβητήσεις για τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας. Οι αιτητές διατηρούν τις ενστάσεις τους και επιμένουν στον ισχυρισμό ότι η πλειοψηφία ασκεί τις εξουσίες της με τρόπο καταπιεστικό για τη μειοψηφία, σε βαθμό και έκταση που να δικαιολογείται η επίκληση των θεραπειών που παρέχει το άρθρο 202 του Κεφ. 113. Το βασικό ερώτημα είναι, και σε αυτό το πλαίσιο περιορίζονται τα επίδικα θέματα της έφεσης, αν το Υπόμνημα για διάλυση αποκαλύπτει γεγονότα τα οποία δικαιολογούν την υποβολή της αίτησης για διάλυση της εταιρείας. (Βλ. Halsbury's Laws of England)[13]. Από την ανάγνωση της αίτησης διάλυσης των αιτητών δεν θεωρώ ότι μπορώ εκ προοιμίου να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι αυτή η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Δεν προκύπτει από την ανάγνωση της αίτησης ως συμπέρασμα ότι το χρέος είναι αμφισβητούμενο ή ότι αυτή η αίτηση είναι όχημα καταπίεσης και όχι μία γνήσια προσπάθεια να προωθηθεί τέτοιο διάβημα επειδή η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώνει τα χρέη της. Οι καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια αυτής της αίτησης εξάλλου αρνούνται ότι υπάρχει καλή τι πίστη αμφισβήτηση του χρέους και είναι κατά την άποψη μου αδύνατον να αποφασίσω κατά πόσο η αμφισβήτηση των χρεών είναι (bona fide) καλή τι πίστη χωρίς να ακούσω και να αξιολογήσω τις πραγματικές παραστάσεις των μερών επί της ουσίας. Κάθε περίπτωση πρέπει να κρίνεται με τα δικά της γεγονότα ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το χρέος είναι αμφισβητούμενο και όχι εκκαθαρισμένο. Επί παραδείγματι στην υπόθεση Ανδρέας Χατζηγιάννης ν CJ Kyprianou Promotions Ltd[14] το Εφετείο επικύρωσε απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου που εκδίκασε την ουσία της αίτησης εκκαθάρισης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το χρέος ήταν αμφισβητούμενο και κακώς χρησιμοποιήθηκε η διαδικασία εκκαθάρισης για να κριθεί κατά πόσο το χρέος πράγματι οφειλόταν. Σε εκείνη την υπόθεση υπήρχαν περίπλοκα γεγονότα που έχρηζαν αξιολόγησης από το Δικαστήριο σε σχέση με την ύπαρξη της οφειλής, μεταξύ άλλων, και την διαπίστωση κατά πόσο υπήρξε διάρρηξη συμβατικής σχέσης εξ' υπαιτιότητας της "οφειλέτριας" εταιρείας. Η απόφαση Χατζηγιάννης είναι βοηθητική διότι παραθέτει κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με παράγοντες που μπορεί να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο το χρέος είναι καλή τι πίστη αμφισβητούμενο ή εκκαθαρισμένο και οφειλόμενο. Όπως καθαρά διαφαίνεται από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του Άρθρου 212, τις οποίες κατά κύριο λόγο επικαλείται ο εφεσείων, η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία, θα πρέπει να προέρχεται από "πιστωτή". Τίθεται επομένως ευθέως το ερώτημα ποίος θεωρείται "πιστωτής" ή πιο συγκεκριμένα κατά πόσο ο εφεσείων - αιτητής στην εκδικασθείσα αίτηση μπορούσε να θεωρηθεί ως "πιστωτής". Παρόμοιο θέμα που αφορούσε στη διακρίβωση του ποιός μπορεί να θεωρηθεί ως "πιστωτής" μέσα στην έννοια του επόμενου άρθρου που ακολουθεί, δηλαδή του Άρθρου 213(Ι) του Νόμου, το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, εξετάστηκε από το Εφετείο στη Σπανού v. G.I.P. Constructions.[15] Εξετάζοντας το θέμα τούτο, το Εφετείο, αφού υπενθύμισε ότι οι πρόνοιες του Άρθρου 213
(1)του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου ήταν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του S.224
(1)του Αγγλικού Companies Act 1948, ανέφερε και τα εξής στη σελίδα 321 του τόμου αποφάσεων: "Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golastein[16]). Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co.)[17]." Όπως δε πρόσθεσε το Εφετείο στην ίδια απόφαση, έστω ακόμα και αν ένα μέρος της απαίτησης του αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός εστερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Ακόμη και πολύ παλαιότερα τα Δικαστήρια ακολουθούσαν την ίδια σταθερή προσέγγιση επί του εξεταζόμενου θέματος. Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green[18] επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company)[19]. Ο συνήγορος του εφεσείοντα είχε αντιτάξει προς τα ανωτέρω, πως δεν πρέπει να επιτρέπεται στον κάθε οφειλέτη να αποφεύγει τις κυρώσεις του περί Εταιρειών Νόμου, προβάλλοντας απλά ότι αμφισβητεί το χρέος. Αυτό είναι βέβαια ορθό, πλην όμως δεν είναι τούτο που εισηγείται η νομολογία. Η απλή άρνηση πληρωμής ενός αδιαμφισβήτητου χρέους συνιστά πάντα καλή μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να πληρώσει. Εάν το Δικαστήριο όμως εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει απλά να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε ασφαλώς δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης. Εισηγήθηκε περαιτέρω ο συνήγορος του εφεσείοντα ότι η εφεσίβλητη εταιρεία, πέραν της αμφισβήτησης της οφειλής της, δεν κατέδειξε ότι αυτή η αμφισβήτηση είναι και καλόπιστη (bona fide). Σε σχέση με τούτο, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα στο οποίο αναφέρθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, από το σύγγραμμα Palmer' s Company Law[20]: "Bona fide dispute over debt We have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. Coupled with this is a related general principle that a petition for winding up with a view to enforcing payment of a disputed debt is an abuse of the process of the court and should be dismissed with costs. Each case ultimately turns on its facts but the following points arise from the cases. Where a debt is not disputed or the claim is substantial a creditor may present a petition with the object of forcing the company to pay. «Substantial» here means having substance. In such a case pursuit of the claim with personal hostility, even venom and an ulterior motive, do not constitute an abuse of the process of the court. Similarly where the company is proved by other means to be insolvent or where the dispute is as to amount only an order will be made. To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding". In considering the matter the court will take into account the following factors:
(1)the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based;
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained be fraud. However, none of these factors is conclusive." Εξαιρετικό παράδειγμα για το τι συνιστά καλή τι πίστη αμφισβήτηση του χρέους είναι η περίπτωση που περιγράφεται στην Αγγλική υπόθεση Mann v. Goldstein[21]. Σε εκείνη την περίπτωση δύο ομάδες μετόχων αποφάσισαν να χωρίσουν τα περιουσιακά στοιχεία μίας κοινής εταιρείας. Η μία πλευρά καταχώρησε αίτηση διάλυσης της κοινής επιχείρησης επικαλουμενης οφειλής για αμοιβή διευθυντικού στελέχους της εταιρείας για τα προηγούμενα έτη. Η άλλη πλευρά απάντησε ότι αυτή η οφειλή είχε πληρωθεί. H πλευρά των αιτητών ισχυρίσθηκε ότι ήταν μία θυγατρική εταιρεία του όφειλε χρήματα και όχι η μητρική ενώ ο καθ' ου η αίτηση απάντησε ότι ήταν άλλη εταιρεία που όφειλε τα χρήματα και όχι η θυγατρική. Στην απόφαση το Αγγλικό Δικαστήριο δίδει καθοδήγηση σε σχέση με τον τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης μαρτυρίας σε σχέση με το καλόπιστο της αμφισβήτησης του χρεόυς. Στα πλαίσια αίτησης για την διάλυση εταιρείας όπως και στην πτωχευτική διαδικασία εφαρμόζονται οι αρχές της επιείκειας. Είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα για την διάλυση εταιρείας μόνο εάν αποδειχθεί με πειστική μαρτυρία ότι πράγματι η εταιρεία αδυνατεί να πληρώνει τα χρέη της. Όμως όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Μαnn πιο πάνω στην περίπτωση που πρόσωπο είναι πιστωτής και νομιμοποιείται να εγείρει τέτοια αίτηση κατά της εταιρείας δεν μπορεί να αποφασισθεί εκ προοιμίου ότι η αίτηση θα αποτύχει παταγωδώς. Όταν υπάρχει αξίωση για το χρέος και εγείρεται ζήτημα ότι η εταιρεία δεν μπορεί να πληρώνει τα χρέη της αυτό εξετάζεται στα πλαίσια της αίτησης. I come now to the allegation of lack of bona fide and to abuse of process. It seems to me that to pursue a substantial claim in accordance to the procedure provided in the normal manner even though with personal hostility and even venom, and from some ulterior motive such as the hope of compromise or some indirect advantage is not an abuse of court or acting mala fide but acting bone fide according to the process. And certainly no authority suggesting otherwise has been brought to my attention. In re Welsh Brick Industries .Lord Greene MR treated a bona fide claim as being a claim based on substantial ground which referred to considering whether or not the dispute is bona fide or putting it another way whether or not there is some substantial ground for defending the action. When the debt is disputed by the company on some substantial ground and not some ground which is frivolous or without substance and which the court should therefore ignore and the company is solvent the court will restrain the prosecution of a petition to wind up the company. Οι καθ' ων η αίτηση αναγνωρίζουν ότι οι αιτητές αμφισβητούν τα στοιχεία που πλαισιώνουν το χρέος όμως είναι θέση των καθ' ων η αίτηση ότι αυτά τα επιχειρήματα δεν γίνονται καλή τι πίστη αλλά κακόβουλα επειδή οι σύμβουλοι Α αμφισβητούν το χρέος για να αποκρύψουν με απατηλές τους ενέργειες την υφαρπάγη των περουσιακών στοιχείων της εταιρείας με αποτέλεσμα να μην πληρώνει τα χρέη της. Από την άλλη η θέση των αιτητών είναι ότι οι λογαριασμοί που έχουν παρουσιάσει οι καθ' ων η αίτηση για να τεκμηριώσουν το χρέος είναι πλασματικός διότι απώτερος τους σκοπός με την καταχώρηση της αίτησης είναι να πιέσουν τα πράγματα για να αποκτήσουν αθέμιτο πλεονέκτημα σε σχέση με τον έλεγχο των περουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Προφανώς δεν μπορεί να ευσταθούν και οι δύο θέσεις αλλά και ούτε μπορεί το Δικαστήριο χωρίς να ακούσει και τις δύο πλευρές να αποφασίσει εάν είναι βάσιμο το επιχείρημα ότι το χρέος δεν είναι εκκαθαρισμένο. Θα ήταν άδικο να στερηθούν οι καθ' ων η αίτηση του δικαιώματος να ακουσθούν όταν ισχυρίζονται ότι οι αιτητές έχουν δολίως και κατά παράβαση διατάγματος δικαστηρίου υφαρπάξει περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας με αποτέλεσμα αυτή να μην είναι παρά τις εκκλήσεις τους σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Εάν αληθεύουν οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση δεν υπάρχει άλλη θεραπεία στο πρόβλημα εφόσον έχουν ήδη αποταθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος που να υποχρεώνει την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών και παρόλο τούτο τα ίδια συνεχίζονται επειδή οι σύμβουλοι της θυγατρικής παραβιάζουν το διάταγμα και τα ίδια συνεχίζονται και δεν μπορούν να κάνουν κάτι άλλο για να πληρωθεί το χρέος που οφείλεται στην μητρική εταιρεία. Επομένως, πλην την αίτηση για διάλυση της εταιρείας δεν υπάρχει εναλλακτική θεραπεία. Σε άλλη Αγγλική υπόθεση Bryanston Finance Ltd. v De[22] το Δικαστήριο επεξήγησε ότι δεν δικαιολογεί την εκ των προτέρων περιορισμό της άσκησης δικαιώματος του πιστωτή να καταχωρήσει αίτηση διάλυσης για χρέος που ισχυρίζεται ότι οφείλεται και είναι δικαίωμα που του παρέχεται από τον νόμο εκτός και εάν αποδειχθεί ότι συντρέχουν πολύ σοβαροί λόγοι να διεκδικήσει τον περιορισμό αυτού του δικαιώματος. It has long been recognized that the jurisdiction of the court to stay an action in limine as an abuse of process is a jurisdiction to be exercised with great circumspection and exactly the same consideration must apply to a quia timet injunction to restrain commencement of proceedings. The principles are in my opinion just as applicable to a winding up petition as to an action. The right to petition the court for a winding up order in appropriate circumstances is a right conferred by statute. A would be petitioner should not be restrained from exercising it except on clear and persuasive grounds. Εν κατακλείδι οι καθ' ων η αίτηση με την αίτηση διάλυσης ισχυρίζονται ότι είναι πιστωτές εκκαθαρισμένου χρέους και ισχυρίζονται ότι οι αιτητές με τις ενέργειες τους έχουν φέρει την θυγατρική εταιρεία Πρίνος στο χείλος της καταστροφής με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να πληρώνει τα χρεή της. Αναφορικά με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί ζήτημα εκκαθάρισης της εταιρείας Agromarket Larnaca Ltd, η νομοθεσία που διέπει το ζήτημα είναι το άρθρο 209 του Κεφ. 113. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό Δικαστής λαμβάνει δικαιοδοσία για την εκδίκαση αίτησης εκκαθάρισης λαμβάνοντας υπόψη το Μετοχικό Κεφάλαιο της εταιρείας που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε ότι καταβλήθηκε. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας που καταβλήθηκε δεν υπερβαίνει τις 100,000 ευρώ ή και οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι το μετοχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 100,000 ευρώ. Αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι το χρέος που οφείλεται, ή ως λέγουν οι αιτητές χρέους που δεν οφείλεται, άλλο κατά πόσο το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει διαταγή για εκκαθάριση της εταιρείας, η αξία της οποίας καθορίζεται για σκοπούς δικαιοδοσίας από το μετοχικό κεφάλαιο. Το δικαστήριο δεν μπορεί στα πλαίσια αίτησης εκκαθάρισης να διατάξει την εκκαθάριση στην περίπτωση που το χρέος είναι καλή τι πίστη αμφισβητούμενου. Οπότε δεν τίθεται ζήτημα εξαγωγής ευρημάτων σε σχέση με την ύπαρξη του χρέους εάν υπάρχουν σε σχέση μ' αυτό πραγματικά ζητήματα που πρέπει να επιλυθούν. Αναφορικά με το αίτημα για ασφάλεια εξόδων κρίνω ότι οι αιτητές δεν έχουν προσκομίσει εκείνα τα στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι πράγματι η εταιρεία Agromarkets Ltd είναι αφερέγγυα και είναι αυτοί που έχουν το βάρος να αποδείξουν κάτι τέτοιο εφόσον οι καθ' ων η αίτηση αμφισβητούν έντονα αυτόν τον ισχυρισμό. Το δικαίωμα του πιστωτή να αποταθεί στο Δικαστήριο για διάλυση εταιρείας που δεν πληρώνει τα χρέη της είναι δικαίωμα που δίδεται σε πιστωτή από τον νόμο. Συνεπώς ακόμη και ο πιστωτής να ήταν αφερέγγυος δεν θα μπορούσε να στερηθεί η πρόσβαση του στο Δικαστήριο για νομικό του δικαίωμα επειδή αδυνατεί να καταβάλει ασφάλεια για τα έξοδα της διαδικασίας. Στην υπόθεση Vincent david Conway v. Νεόφυτος Ηλίας[23] το Εφετείο επεξήγησε ότι δεν υποχρεούται το Δικαστήριο ακόμη και εάν διάδικος είναι κάτοικος εξωτερικού να διατάξει να καταβληθούν εξασφαλίσεις για τα έξοδα και το ζήτημα εμπίπτει πάντα κατά την κρίση του Δικαστηρίου. Όμως στην περίπτωση που ο διάδικος δεν μπορεί να καταβάλει τέτοια έξοδα αυτός ειναι σοβαρός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη ώστε το Δικαστήριο να μην τον υποχρεώσει να καταβάλει τις αναγκαίες εξασφαλίσεις για τα έξοδα. Η απόφαση στην Continental Ins. Co of Hampshire v. O'Regan[24], διαγράφει το πλαίσιο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου κάτω από τη Δ.60, θ.1, υπό το πρίσμα των συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης του ατόμου στη Δικαιοσύνη. Ως υπέδειξε το Δικαστήριο στην Continental Ins. Co of Hampshire v. O'Regan, η ασφάλεια για τα έξοδα παρέχεται υπό το πρίσμα των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, οι οποίες κατοχυρώνουν την πρόσβαση του ατόμου στο δικαστήριο ως θεμελιώδες δικαίωμά του. Συναρτάται, τοιουτοτρόπως, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με τη δυνατότητα του ενάγοντος ή του εφεσείοντος, ως η περίπτωση, ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια, να παράσχει την εξαιτούμενη ασφάλεια. Εφόσον δε διαθέτει τα μέσα, το αίτημα απορρίπτεται. Ο λόγος της απόφασης αυτής συμπυκνώνεται στην πρόταση ότι δε χωρεί διαταγή για την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, όπου η έκδοσή της απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο του ενάγοντος ή του εφεσείοντος. Πρέπει να επισημάνουμε ότι η Δ.60 αποτελούσε μέρος των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι τύγχαναν εφαρμογής κατά το χρόνο ανακήρυξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Διατηρήθηκε, όπως και οι θεσμοί, γενικά, σε ισχύ, υπό την αίρεση των διατάξεων του Άρθρου 188.1 του Συντάγματος, που επιβάλλουν την προσαρμογή των προνοιών τους προς το Σύνταγμα, περιλαμβανομένου του Άρθρου 30 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στη Δικαιοσύνη. Ως διαπιστώθηκε στην United Bible Societies v. Χ"[25] οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι υφίσταντο κατά την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, υπόκεινται, κατά την εφαρμογή τους, σε εναρμονισμό προς το Σύνταγμα. Η ίδια αρχή επαναλαμβάνεται και στην Τουβλ. Γίγας Λτδ. ν. Ουστά[26]. Όπως προκύπτει από την απόφαση της Ολομέλειας στη Γιωργαλλά ν. Χ" Χριστοδούλου[27] ,όροι περιοριστικοί του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο ή ακριβέστερα ρυθμιστικοί της άσκησής του, μπορεί να τεθούν, νοουμένου ότι δεν πλήττουν τον πυρήνα του δικαιώματος, ο οποίος εντοπίζεται στη λελογισμένα ανεμπόδιστη πρόσβαση στο δικαστήριο. Ο πυρήνας του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο πλήττεται και το δικαίωμα παραβιάζεται, εφόσον ο προσφεύγων στο δικαστήριο δε διαθέτει τα μέσα για εξασφάλιση των εξόδων του αντιδίκου. Το γεγονός ότι ο προσφεύγων κατοικεί εκτός της επικράτειας, θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιβολή υποχρέωσης για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα του εναγόμενου ή του εφεσίβλητου, ως η περίπτωση, εφόσον καταδεικνύεται ότι αυτός διαθέτει τα μέσα για το σκοπό αυτό. Συνεπώς, κατά την άποψη μου δεν συντρέχει κανένας λόγος να ρυθμίσω ή να περιορίσω την πρόσβαση των καθ' ων η αίτηση στο Δικαστήριο μ' αυτόν τον τρόπο. Τα ζητήματα που έχουν εγείρει οι αιτητές πρέπει να ακουσθούν για να αποφασισθούν δεν είναι κατάλληλη περίπτωση διαγραφής, παραμερισμού ή αναστολή της διαδικασίας χωρίς να εξετασθεί η ουσία. Συνεπώς, αυτή η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα αυτά επιδικάζονται εναντίον των αιτητών όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] 20th edition CM Schmithoff Stevens and Sons Ltd. Chapter 52 The position and powers f directors. [2] 1982 ch. 204 [3] Ch. 54- Proceedings of directors pg. 548, 20th edition 1959 [4]
(1964)2 QBD 480 [5] 1 ΑΑΔ 390
(1984)[6] 1 ΑΑΔ 1649
(2001)[7] 1 ΑΑΔ 14
(1991)[8] [1963] 19 [9] 20th edition Chapter 69 Winding up by the Court pg. 697 [10]
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, CAP 113 [11] [1975] 2 W.L.R., 425 [12] 12th ed., p. 145 [13] 4th ed., Vol. 7, p.602 [14] 1B AAΔ.991
(2010)[15] Ltd
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 315 [16] [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.L.R. 523, Palmer's πιο πάνω, σελ. 1127, παρ. 85-14, Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004 [17] [1877] 6 Ch. D. 477 [18] [1894] 70 LT 271 [19] [1992] 2 Αll E.R. 797 [20] 24th Edn. pp. 1364-1367 [21] 1 WLR 1091 [1968] [22] Vries [1976] Ch. 63 [23] 1ΑΑΔ 1653
(2002)[24]
(1998)1 Α.Α.Δ. 1087 [25] Κακού
(1990)1 Α.Α.Δ. 395, [26] (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109 [27]
(2000)1 Α.Α.Δ. 2060 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο