← Κύπρος

Φουκαρίδης & Σία Λτδ ν. Γιώτα Καλλή, Αρ. Αγωγής: 26/13, 6/6/2016

Φουκαρίδης & Σία Λτδ ν. Γιώτα Καλλή, Αρ. Αγωγής: 26/13, 6/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 26/13 Μεταξύ: Φουκαρίδης & Σία Λτδ Ενάγουσα και Γιώτα Καλλή Εναγόμενης Αίτηση ημερομηνίας 19.2.16 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6 Ιουνίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κος Α Ποιητής Καθ' ου η Αίτηση: κος Λ Λουκαίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση η εναγομένη ζητεί την απόρριψη της αγωγής. Είναι θέση της εναγομένης ότι η αγωγή θα πρέπει να απορρίφθεί χωρίς να ακουσθεί επειδή ο Σάββας Φουκαρίδης που ήταν διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας κατά τον χρόνο διορισμού δικηγόρου και έγερση της αγωγής είχε πτωχεύσει. Κατά τον χρόνο που πήρε την απόφαση για την έγερση της αγωγής και που εξουσιοδοτησε τον δικηγόρο Λουκή Λουκαίδη να ενεργεί ως δικηγόρος της ενάγουσας εταιρείας ήταν προσωπο που είχε πτωχεύσει και το όνομα του βρισκόταν στο μητρώο προσώπων που έχουν πτωχεύσει και δεν έχουν αποκατασταθεί στον επίσημο παραλήπτη. Με την ένσταση τους οι ενάγοντες δεν αμφισβητούν το γεγονός ότι κατά τον χρόνο διορισμού του δικηγόρου με οδηγίες να εγείρει την αγωγή εναντίον της εναγομένης ο Σάββας Φουκαρίδης ήταν πρόσωπο που είχε πτωχεύσει και δεν είχε αποκατασταθεί. Το νομικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η πράξη του διορισμού δικηγόρου προς έγερση αγωγής από διευθυντή εταιρείας που είχε πτωχεύσει και δεν είχε αποκατασταθεί επιφέρει ακυρότητα στην διαδικασία. Εάν η πράξη του διευθυντή να διορίσει δικηγόρο προς έγερση αγωγής εκ μέρους της εταιρείας πρόκειται για άκυρη πράξη τότε επιλύεται η όλη διαφορά προκαταρτικά χωρίς να είναι ανάγκη να ακουσθεί η διαφορά μεταξύν των μερών επί της ουσίας. Προτού προχωρήσω να ακούσω την ουσία της αίτησης πρέπει να παρατηρήσω ότι οι αιτητές δεν έχουν καθορίσει στο σώμα της αίτησης την διάταξη των θεσμών στην οποία βασίζονται για να προβάλουν αυτό το αίτημα για απόρριψη της αγωγής πριν την ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Παραπέμπουν μόνο στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας γενικά. Αντιλαμβάνομαι ότι με βάση την Δ.64 έχω την εξουσία να παραβλέψω λάθη στην διατύπωση της αίτησης και αυτό θα κάνω στην προκειμένη περίπτωση ώστε να μην στερήσω στον διάδικο το δικαίωμα να ακουσθεί. Όμως όφειλαν οι αιτητές να παραπέμψουν στην συγκεκριμένη δικονομική διάταξη στην οποία βασίζονται ώστε και το Δικαστήριο να γνωρίζει το πλαίσιο επί του οποίου θα πρέπει να εξετάσει το αίτημα. Ως έχω αντιληφθεί οι αιτητές εγείρουν ζήτημα νομικό του οποίου η επίλυση του θα οδηγήσει και στην επίλυση της όλης αγωγής. Διάταξη των θεσμών που δίνει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει τέτοιο ζήτημα πριν την ακροαμτική διαδικασία είναι η Δ.27 κ.

  1. Τέτοια αίτηση δύναται να καταχωρηθεί δυνάμει της Δ.27 θ.1 που προνοεί τα ακόλουθα. O. 27 r. 1 and 2: "Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just." Η αντίστοιχη Αγγλική διάταξη της Δ.27 θ. 2 είναι με βάση το Annual Practice Book 1956 το O. 25 r.
  2. Στην σελίδα 418 αυτού του εγχειρίδιου επεξηγείται ότι είναι σωστή πρακτική η επίλυση νομικών ζητημάτων εκ των προτέρων στην περίπτωση που η επίλυση του συγκεκριμένου νομικού ζητήματος θα οδηγήσει και στην εππίλυση της όλης διαφοράς. Επί παραδείγματι, ζητήματα δικαιοδοσίας, ή ζητήματα παραγραφής της απαίτησης είναι το είδος των νομικών ζητηματων που μπορεί καταλληλα να εγερθούν μ'αυτόν τον τρόπο. Στην Αγγλική υπόθεση Andreson v M.R.[1] ζήτημα κατά πόσο ένα γραμμάτιο προνομίου ήταν πράξη ultra vires θεωρήθηκε ότι μπορούσε να επιλύσει εξ' ολοκλήρου την διαφορά των μερών εκ των προτέρων. Όμως ως επεξηγείται στο Annual Practice Book όταν διάδικος προτίθεται να επικαλεσθεί αυτή την διάταξη πρέπει να έχει προειδοποιήσει την άλλη πλευρά μέσω του δικόγραφου του ότι προτίθεται να ζητήσει την επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος προκαταρτικά. Σε διαφορετική περίπτωση θα πρέπει να περιμένει μέχρι την ακροαματική διαδικασία για να εγείρει το συγκεκριμένο ζήτημα. "If a party intends to apply under r. 2 for determination of a point of law he must raise it on his pleadings pg. 418-419". Στην σελίδα 419 του εγχειριδίου αναφέρεται ότι τα νομικά ζητήματα που δεν εγείρονται στα δικόγραφα μπορεί να εγερθούν μόνο σε ειδική περίπτωση με βάση το Ο. 34 r.
  3. Η αντίστοιχη δική μας διάταξη είναι η Δ.29 κ. 2 Special Case η οποία έχει τις ακόλουθες πρόνοιες της Αγγλικής O. 34 r.
  4. 29.2 "If it appears to the Court or a Judge that there is in any cause or matter a question of law which it would be convenient to have decided before any evidence is given or any question or issue of fact is tried, or before any reference is made to an arbitrator, the Court or Judge may make an order accordingly and may direct such question of law to be raised for the opinion of the Court either by special case or in such other manner as the Court or Judge may deem expedient, and all such further proceedings as the decision of such question of law may render unnecessary may thereupon be stayed." Η εμβέλεια της διαταγής 29 κ. 2 είναι ίδια με Δ.27 κ.2 με διαφορά ότι είναι η διάταξη που έχει εφαρμογή εκεί όπου το ζήτημα δεν εγείρεται ρητώς στα δικόγραφα. Είναι επιθυμητό να εγείρονται με αίτηση των διαδίκων ή κατά το στάδιο των οδηγιών από το Δικαστήριο νομικά ζητήματα τα οποία εάν αποφασισθούν θα καθιστούν την διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας περιττή. [consequently it is very desirable that questions of law, the decision of which may make unnecessary the trial of any question of fact, should be raised under this rule]. Annual practice Book 1956 pg.
  5. Προχωρώ τώρα να εξετάσω το αίτημα της εναγομένης επί της ουσίας. Επικαλείται το άρθρο 179 του Κεφ. 113 ως το ουσιαστικό δίκαιο επί του οποίου θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα της για απόρριψη της αγωγής. Το άρθρο 179 προνοεί ως ακολούθως: «179.-

(1)Αν πρόσωπο που είναι μη αποκατασταθείς πτωχεύσας ενεργεί ως σύμβουλος, ή αμέσως ή εμμέσως λαμβάνει μέρος ή ενδιαφέρεται στη διοίκηση, εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου που το κήρυξε σε πτώχευση, καταδικάζεται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και του προστίμου: Νοείται ότι πρόσωπο δεν είναι ένοχο αδικήματος σύμφωνα με το άρθρο αυτό λόγω του ότι ενώ ήταν μη αποκατασταθείς πτωχεύσας, ενέργησε ως σύμβουλος, ή έλαβε μέρος ή ενδιαφερόταν για τα διοίκηση εταιρείας αν κατά την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού ενεργούσε ως σύμβουλος, ή λάμβανε μέρος ή ενδιαφερόταν για τη διοίκηση της εταιρείας και συνεχώς ενεργούσε με τον τρόπο αυτό, λάμβανε μέρος και ενδιαφερόταν από την ημερομηνία εκείνη, η δε πτώχευση ήταν πριν από την ημερομηνία εκείνη.
(2)Δεν δίνεται άδεια του Δικαστηρίου για τους σκοπούς του άρθρου αυτού εκτός αν ειδοποίηση για την πρόθεση ότι θα υποβληθεί αίτηση για αυτό επιδίδεται στον Επίσημο Παραλήπτη και Έφορο, και αποτελεί καθήκον του, αν έχει τη γνώμη ότι η αποδοχή της αίτησης είναι εναντίον του δημόσιου συμφέροντος, να παραστεί κατά την ακρόαση της και υποβάλει ένσταση για την αποδοχή της αίτησης.
(3)Στο άρθρο αυτό η έκφραση "εταιρεία" περιλαμβάνει εταιρεία που συστάθηκε εκτός της Δημοκρατίας η οποία εγκαθίδρυσε ως τόπο εργασίας της εντός της Δημοκρατίας.» Έχει δίκαιο ο κ. Ποιητής ότι διευθυντής που πρόκειται για πρόσωπο που έχει πτωχεύσει και δεν έχει αποκατασταθεί είναι παράνομο να εκτελεί καθήκοντα διευθυντή εταιρείας εξού και τέτοια συμπεριφορά ποινικοποιέιται. Όμως το ζήτημα που εγείρεται δεν είναι κατά πόσο ο ενάγοντας παρανόμησε όταν εξουσιόδοτησε την καταχώρηση της αγωγής αλλά κατά πόσο αυτή η απόφαση και η εκτέλεση αυτής της απόφασης είναι μία παράνομη ενέργεια που δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Το άρθρο 174 του Κεφ. 113 προνοεί ως ακολούθως: «Εγκυρότητα πράξεων συμβούλων
  1. Οι πράξεις συμβούλου ή διαχειριστή είναι έγκυρες ανεξάρτητα από οποιαδήποτε έλλειψη η οποία δυνατό να αποκαλυφθεί αργότερα στο διορισμό ή προσόντα του.» Συνεπώς, με βάση το λεκτικό αυτού του άρθρου προκύπτει ότι οι πράξεις του συμβούλου μπορεί να είναι έγκυρες ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρόκειται για πρόσωπο που πάσχει από έλλειψη των προσόντων του. (disqualification) Αυτή η έλλειψη στα προσόντα του μπορεί να αφορά, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι πρόκειται για πρόσωπο που έχει πτωχεύσει και δεν έχει αποκατασταθεί πράγμα που εάν επισυμβεί είναι λόγος που αυτόματα ακυρώνει το δικαίωμα προσώπου να είναι σύμβουλος εταιρείας. (βλ. κανονισμο 88 του Πίνακα Α του Κεφ. 113). Αυτό δεν σημαίνει ότι κατά την ημέρα που κυρήσσεται πτωχεύσαντας αυτόματα ακυρώνεται και ο διορισμός του ως σύμβουλος. Μόνο στην περίπτωση που το καταστατικό της εταιρείας προβλέπει κάτι τέτοιο η ακύρωση του διορισμού του θα επέλθει παράλληλα και αυτόματα με την πτώχευση του. In such a case the director upon the event happening vacates his office automatically if this is the intent of the article. The effect of the article upon its true construction may however be different thus in Glossorp v Glossorp the articles provided that the office of a director vacated in certain specified events ´provided that . the vacation of office shall not take effect unless the directors shall pass a resolution to the effect that the director has vacated his office such resolution to be passed within six months from the happening of the event whereby such director has vacated his office. Neville J found that upon the happening of one of the specified events ´he has vacated his office ´although by proviso the effect of that vacation is not immediate, but is suspensory and does not take effect until a resolution has been passed by the directors. (Palmers company law[2]) Συνεπώς, χρειάζεται να μελετηθεί το καταστατικό της εταιρείας για να αποφανθεί το Δικαστήριο εάν κατά την ημέρα που πτώχευσε αυτόματα σταμάτησε να είναι κατά τον νόμο διευθυντής της εταιρείας. (de jure director) Συνεπώς, το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υποψη του αυτό το έγγραφο ώστε να αποφανθεί κατά πόσο ορθά ο κ. Λουκαίδης επικαλείται το άρθρο
  2. Όμως ακόμη και εάν κάποιο πρόσωπο έχει παύσει να είναι de jure διευθυντής μίας εταιρείας διότι έχει πτωχεύσει υπάρχουν και οι περιπτώσεις διευθυντών που δεν είναι πλέον διευθυντές de jure αλλά επειδή κατά τον επίδικο χρόνο εκτελούσαν καθήκοντα της εταιρείας προς όφελος της εταιρείας θεωρείται ότι κατά τον επίδικο χρόνο ενεργούσαν ως διευθυντές de facto της εταιρείας παρά την ύπαρξη έλλειψης σε σχέση με τον διορισμό τους ή τα προσόντα τους. Σε εκείνες τις περιπτώσεις και για να προστατεύεται η εταιρεία θεωρείται ότι το πρόσωπο που ενήργησε de facto ως σύμβουλος της εταιρείας αλλά δεν είχε το δικαίωμα να το κάνει επειδή είχε έλλειψη σε σχέση με τα προσόντα του ή τον διορισμό του από το πρόσωπο αυτό θεωρείται ότι δεσμεύεται έναντι της εταιρείας και είναι υπόλογος στην εταιρεία για τις πράξεις του. Το άρθρο 174 του Κεφ. 113 είναι το αντίστοιχο του άρθρου 180 του Αγγλικού Companies Act
  3. Επεξηγείται ότι το άρθρο 180 θεσπίσθηκε για προστασία της εταιρείας και τρίτων προσώπων από ενέργειες συμβούλων που δεν είχαν νομικό δικαίωμα να ενεργούν ως διευθυντές αλλά πρόσωπα που εκ των πραγμάτων με τις ενέργειες τους εκτελούσαν καθήκοντα διευθυντών. A de facto director is as much in a fiduciary position as a de jure director and liable accordingly . It would likewise seem that the principle of the decision would also apply to a director who had been invalidly appointed or who acted after becoming disqualified but in craven-ellis v canons ltd a director who acted after having ceased to be qualified as a director was entitled to be paid quantum meruit for his services of which the company had had the benefit. A person who has not been duly appointed purporting to act as a director does not give the company any right of action against him unless it can show damage but the company may bring an action to restrain a de facto director from acting as a director or representing himself as such. ) palmers ch. 53 page 534) Το πιο πάνω απόσπασμα καταδεικνύει ότι κάτω από κάποιες προυποθέσεις πρόσωπο που τελεί από ανικανότητα να είναι διευθυντης διότι έχει πτωχεύσει μπορεί να δεσμεύσει την εταιρεία για πράξεις που έχουν γίνει προς όφελος της εταιρείας. Αναμφίβολα το πρόσωπο που ενεργεί ως διευθυντής της εταιρείας γνωρίζοντας την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων και με όχι αγνές προθέσεις έναντι της εταιρείας δεν μπορεί να επικαλείται τις πρόνοιες του άρθρου 174 για να δεσμεύσει την εταιρεία. Όμως ο σκοπός της πρόνοιας αυτής είναι η προστασία της εταιρείας για ενέργειες που έγιναν προς όφελος της εταιρείας από πρόσωπο που ενεργούσε εν αγνοία του και πεπλανημένα ως διευθυντής ενώ τελούσε από κάποια ανικανότητα σε σχέση με τον διορισμό του ή τα προσόντα του. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 174 προδιαγράφηκαν από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Morris v Kanssen[3]. Τα γεγονότα εκείνης της υποθεσης ήταν ως ακολούθως δύο ήταν οι διευθυντές και μέτοχοι μίας εταιρείας. Αυτά τα δύο πρόσωπα είχαν διαφορές μεταξύ τους και ο ένας εκ των δύο χωρίς να το γνωρίζει ο άλλος έκανε εικονική συνέλευση διευθυντών στην οποία διόρισε και τρίτο σύμβουλο εταιρείας. Η παρανομία αυτού του διορισμού σε πρόσωπο που γνώριζε όλα τα γεγονότα της υπόθεσης ήταν αυταπόδεικτη. Σε μία άλλη συνέλευση και πάλι εν αγνοία του άλλου μετόχου και διευθυντή της εταιρείας διόρισε και τέταρτο σύμβουλο. Ο τέταρτος σύμβουλος που διορίσθηκε γνώριζε για τον διορισμό του τρίτου και είχε λόγους να πιστεύει ότι εκείνος ο διορισμός δεν ήταν νόμιμος. Παρόλο που υποψιάστηκε κάτι τέτοιο δεν το έψαξε το ζήτημα καθόλου και έτσι το εφετείο αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να βασισθεί στις διατάξεις του αρθου 180 για να περισώσει ενέργειες που είχε λάβει κατά τον χρόνο που ενεργούσε ως διευθυντής. Αυτές οι προϋποθέσεις είναι ως ακολούθως :
  4. A party to the transaction may be able to rely on the section if he does not know of an irregularity even though other parties know that the appointment was irregular
  5. The section may apply though the parties concerned know the facts if the defect is not present to their minds at the time
  6. Where a person is put on inquiry and makes no inquiries it is no answer for him to contend that if he had made inquiries he would have had false statements made to him
  7. A person who takes an interest as transferee from one of the parties to the transaction is not protected by the section and if the transferor could not rely on the section the transferee is in no better position Στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης ο Σαββας Φουκαρίδης ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο που έδωσε οδηγίες για την έγερση της αγωγής ήταν με την εντύπωση ότι δεν υπήρχε θέμα πτώχευσης του. Ελαβε μία απόφαση για την έγερση της αγωγής που ισχυρίζεται ότι έγινε προς όφελος της εταιρείας. Στο παρόν στάδιο δεν υπάρχει οποιαδήποτε διάβημα της εταιρείας κατά του Σάββα Φουκαρίδη ότι ενήργησε εις βάρος των συμφερόντων της εταιρείας. Εγείρει ζήτημα γεγονότων ότι εν αγνοία του τελούσε υπό πτώχευση κατά τον επίδικο χρόνο. Στην περίπτωση που εν αγνοία του τελούσε υπό πτώχευση και ενήργησε καλή τι πίστη στην έγερση της αγωγής διά να προωθήσει τα συμφέροντα της εταιρείας είναι περίπτωση συζητήσιμη ότι μπορεί να επικαλεσθεί την προστασία που παρέχει το άρθρο 174 που διασφαλίζει την εγκυρότητα ενεργειών διευθυντών ο διορισμός των οποίων πάσχει εξαιτίας της ιδιότητας τους ως πτωχεύσαντας. Οπότε θα πρέπει να ακούσω μαρτυρία τουλάχιστον γι' αυτό το ζήτημα διά να αποφανθώ κατά πόσο η ενέργεια αυτή διασώζεται παρά την ύπαρξη της πτώχευσης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 174 Κεφ.
  8. Ως εκ τούτου η αίτηση αυτή δεν μπορεί να επιλύσει την διαφορά των μερών και πρέπει να ακούσω μαρτυρία πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας στην αγωγή. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της εναγομένης όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ­(Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] [1902] 1 Ch. 369 [2] 20th [2] edition stevens and sons ltd. 1959 chapter 53 Appointment and retirement of directors pg. 530-531 [3] [1918] AC 459 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.