ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΠΕΝΤΑΣΧΟΙΝΟΣ ν. ΣΕΔΙΓΕΠ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΜΑΡΩΝΙΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής:1707/2011, 3/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1707/2011 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΠΕΝΤΑΣΧΟΙΝΟΣ Ενάγουσας /Καθ΄ης η Αίτηση και
- ΣΕΔΙΓΕΠ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΜΑΡΩΝΙΟΥ ΛΤΔ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγόμενος 29 /Αιτητής Ημερομηνία: 3 Ιουνίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/καθ΄ης η αίτηση: Ο κ. Α. Κοζάκος για Ανδρέα Αυξεντίου Γεωργίου & Σία Για τον εναγόμενο 29/αιτητή: Η κα Μ. Ιακώβου για Γεώργιος Τσίκκος και Μαρία Ιακώβου στην εκφώνηση της απόφασης ο κ. Αναστάσης Κουμής Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για παραμερισμό ή/και ακύρωση απόφασης του Δικαστηρίου) Η ενάγουσα/ καθ΄ης η αίτηση την 12.02.2013 εξασφάλισε απόφαση στην απουσία τους εναντίον 14 από τους εναγόμενους από τους 37 συνολικά οι οποίοι ενάγονται στην παρούσα αγωγή και οι οποίοι δεν είχαν καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης. Μεταξύ αυτών και εναντίον του παρόντος εναγόμενου ο οποίος είναι ο υπ΄ αριθμό 29 στον κατάλογο των εναγομένων, ο οποίος στη συνέχεια για σκοπούς ευκολίας θα αναφέρεται ως «ο αιτητής». Η απόφαση διαλάμβανε όπως ο αιτητής πληρώσει ομού και/ή κεχωρισμένως με τους άλλους συνεναγόμενους του στους ενάγοντες το ποσό των €249.200,53σ. με τόκο προς 9.5% ετησίως από 1.01.2011 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30.06 και 31.12 εκάστου έτους. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ο αιτητής είναι ένας από τους εγγυητές δανείου που συνήψε η εναγόμενη 1 από τους ενάγοντες. Ο αιτητής διατάχθηκε επίσης να καταβάλει ομού και/ή κεχωρισμένως μαζί με τους άλλους συνεναγόμενους του τα έξοδα της αγωγής τα οποία ανέρχονταν στο ποσό των €1.385,00 με τόκο 5.5% ετησίως επί του ποσού των €1.326,00 από 30.05.2011 μέχρι εξοφλήσεως πλέον ΦΠΑ και €120,00 έξοδα επίδοσης. Για τους υπόλοιπους εναγόμενους οι οποίοι καταχώρησαν υπεράσπιση εκκρεμεί η αγωγή για ακρόαση την 13.06.
- Ο αιτητής την 16.12.2015 καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία επιζητεί την ακύρωση και/ή παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης εναντίον του. Η αίτηση βασίζεται στη Διαταγή 33, Δ.17 Θ. 10, Δ.48 Θ.2,4,9 (h),Δ.26 Θ. 14, Δ.64 Θ. 1,2 στο Σύνταγμα άρθρα 30,32, επί της πρακτικής και των γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του ίδιου του αιτητή. Δηλώνει ότι πληροφορήθηκε λίγες ημέρες πριν την καταχώρηση της αίτησης του ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εντελώς τυχαία σε σύσκεψη των εναγομένων οι οποίοι έχουν καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης. Μέχρι τότε δεν γνώριζε την ύπαρξη της παρούσας αγωγής και εναντίον του. Έδωσε αμέσως οδηγίες στον Δικηγόρο του να προβεί σε έρευνα στο φάκελο της αγωγής για να ελέγξει σε ποιόν επιδόθηκε η αγωγή και να δει τι είχε γίνει στην υπόθεση αυτή. Η αγωγή διαπιστώθηκε ότι είχε επιδοθεί στον γιό της συζύγου του από άλλο γάμο, τον Γεώργιο Αλεξάνδρου. Έδειξε σε αυτόν αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης και φωτοαντίγραφο της αγωγής που πήρε από το δικαστήριο όπου υπάρχει μια μονογραφή που κατ΄ισχυρισμό είναι η υπογραφή του εν λόγω Γεώργιου Αλεξάνδρου, ο οποίος του ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω μονογραφή δεν είναι δική του και ούτε έλαβε την εν λόγω αγωγή και ούτε υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο ή αγωγή. Δηλώνει περαιτέρω ότι ο Γεώργιος Αλεξάνδρου κατά την εν λόγω περίοδο ήταν φοιτητής στο Frederick University στη Λευκωσία και ότι διέμενε στη Λευκωσία σε διαμέρισμα που ενοικίασε η εταιρεία του και του το διέθεσε κατά την περίοδο των σπουδών του εκεί. Η αγωγή θα μπορούσε πολύ εύκολα να είχε επιδοθεί στον ίδιο εφόσον είναι μόνιμος κάτοικος του χωριού Ψεματισμένος όπου είναι πολύ γνωστό πρόσωπο. Επιφυλάσσει τα δικαιώματα του να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία για ψευδή ένορκη δήλωση του επιδότη. Δηλώνει ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στους ενάγοντες και οι αναφερόμενες εγγυήσεις ουδέποτε έλαβαν χώρα και προς τούτο δηλώνει περαιτέρω τα πιο κάτω: Όλοι οι εναγόμενοι όπως και ο ίδιος είναι γεωργοί και κατά τον επίδικο χρόνο η εναγόμενη 1 τους χρωστούσε διάφορα ποσά από αγορά γεωργικών προϊόντων τους, λόγω οικονομικών δυσκολιών της αυτή αδυνατούσε να τους πληρώσει. Με παραπλανητικό τρόπο κάποιος εκ των υπαλλήλων της εναγόμενης 1 περιέφερε ένα κατάλογο με διάφορα ονόματα παραγωγών, μεταξύ των οποίων και του ονόματος του. Ουδέποτε οι εναγόμενοι και ο ίδιος ενημερώθηκαν τον λόγο που υπέγραφαν ούτε και αναφέρθηκε ότι θα εγγυούνταν την εναγόμενη 1 για το αναφερόμενο ποσό της αγωγής. Ο ίδιος υπέγραψε τον εν λόγω κατάλογο σύμφωνα με τις αναφορές του υπαλλήλου της εναγόμενης 1 για να πληρωθεί τα ποσά που του χρωστούσε. Ουδέποτε είχε πρόθεση να εγγυηθεί την εναγόμενη 1 διότι γνώριζε ότι ήταν καταχρεωμένη και οι εργασίες της δεν πήγαιναν καλά. Αμφισβητεί και θεωρεί άκυρη και ανυπόστατη και χωρίς κανένα νομικό έρεισμα την εν λόγω εγγύηση. Πέραν των πιο πάνω, αμφισβητεί τη νομιμότητα του αναφερόμενου γραμματίου μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 1 καθώς και της σύμβασης πιστώσεως μεταξύ τους ημερομηνίας 12.04.2002 και ισχυρίζεται ότι εφόσον αυτό κριθεί ως άκυρο και ή υπογραφέν από μη νόμιμο αντιπρόσωπο της εναγόμενης 1, αυτό θα συμπαρασύρει και την δήθεν συμφωνία εγγύησης. Ο λόγος που το έγγραφο εγγύησης φέρει την υπογραφή τους σε μια από τις σελίδες του είναι ότι δεν τους είχαν υποδειχθεί οι υπόλοιπες σελίδες και υπέγραψαν έχοντας τη θέση των αντιπροσώπων της εναγομένης 1 ότι θα υπέγραφαν στην εν λόγω σελίδα απλούστατα για να μπορέσουν να τους πληρώσουν, γεγονός το οποίο τους έχει παραπλανήσει. Εφόσον όλοι γνώριζαν ότι οι εργασίες της εναγόμενης 1 δεν πήγαιναν καλά και τους χρωστούσε για τα προϊόντα που της είχαν παραδώσει, διερωτάται πως ήταν δυνατόν να την εγγυηθούν για τόσο μεγάλο ποσό και για ποιο λόγο. Εξ αυτού του λόγου είναι φανερή η απάτη που έγινε. Μόλις έλαβε γνώση την ύπαρξη της αγωγής και της δικαστικής απόφασης εναντίον του, έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα γα τον παραμερισμό της. Εξ όσων πιστεύει, και όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, έχει καλή υπεράσπιση καθώς δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό ούτε και υπέγραψε οποιαδήποτε εγγύηση και επαναλαμβάνει την πιο πάνω παραπλανητική στάση των υπαλλήλων της εναγόμενης
- Πιστεύει πως εάν παραμεριστεί η απόφαση θα είναι σε θέση να αποδείξει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του και να απαλλαγεί από την υποχρέωση πληρωμής ενός χρέους το οποίο δεν οφείλει στην πραγματικότητα. Η ενάγουσα (στη συνέχεια «η καθ΄ης η αίτηση»), καταχώρισε ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως της η οποία βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.5, Δ.5Α, Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ14, και 15, Δ.33 Θ.1, Θ.2, Θ.3, Θ.4, Θ.5, Θ.
- Θ.7, Θ.8, Θ.9, Θ.10, Θ.11, Θ.12, Θ.13, Θ.14 και Θ.15 και Δ.48 Θ.1, Θ.2, Θ.3, Θ.4, Θ.5, Θ.
- Θ.7, Θ.8, Θ.9 και Θ.11, Δ.51, Δ.59 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, επί της Νομολογίας και επί των Γενικών και Συμφυών Εξουσιών και της Πρακτικής του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «
- Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 30.05.2011 και επιδόθηκε στον γιο της συζύγου του εναγομένου 29 - αιτητή Ανδρέα Ανδρέου, τον Γεώργιο Αλεξάνδρου, στις 04/06/
- Ο Γεώργιος Αλεξάνδρου υπέγραψε για την παραλαβή του Κλητηρίου Εντάλματος, και καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης συζούσε και συζεί αρμονικά με τον εναγόμενο 29 - αιτητή και ως εκ τούτου η επίδοση προς αυτόν είναι καλή και καθ' όλα νόμιμη.
- Ο εναγόμενος 29 - αιτητής παρέλειψε να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης και οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης.
- Στις 12.02.2013 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον του εναγομένου 29 - αιτητή για το ποσό των €249.200,53 πλέον τόκο 9.5% ετήσια από 01.01.2011 μέχρι τν πλήρη εξόφληση, πλέον Φ.Π.Α., πλέον €120 έξοδα επίδοσης.
- Στις 16.12.2015 ο εναγόμενος 29 - αιτητής καταχώρησε αίτηση για ακύρωση ή/και παραμερισμό (set aside) της κατά τα πιο πάνω εκδοθείσας απόφασης.
- Η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος είναι καθ' όλα νομότυπη και σύμφωνα με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας.
- Ο εναγόμενος 29 - αιτητής δεν δίνει σοβαρό και/ή εύλογο λόγο ούτε επαρκή και/ή λογική δικαιολογία για τη μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης, αλλά ούτε επαρκή και/ή λογική δικαιολογία για την μη έγκαιρη λήψη μέτρων από την έκδοση της απόφασης.
- Ο εναγόμενος 29 - αιτητής επέδειξε αδιαφορία για την παρούσα αγωγή η οποία προσλαμβάνει την μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντίδικου.
- Ο εναγόμενος 29 - αιτητής γνώριζε και γνωρίζει για το εξ αποφάσεως χρέος του και ο λόγος που δεν υπερασπίστηκε την αγωγή είναι ακριβώς διότι δεν είχε ούτε έχει οποιανδήποτε υπεράσπιση.
- Όλοι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 29 - αιτητή είναι ψευδείς και προϊόν υστεροβουλίας και δεύτερης σκέψης και σε καμιά περίπτωση δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψης υπεράσπιση ούτε και δικαιολογούν την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης.
- Το επανάνοιγμα της υπόθεσης λαμβανομένης υπόψη της αδικαιολόγητης μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, καθότι το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε νομότυπα, αλλά και της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης και γενικά της όλης διαγωγής του εναγόμενου 29 - αιτητή, θα αποτελέσει μέτρο υπονόμευσης της απονομής της δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων, θα παραβιάσει το συνταγματικό δικαίωμα των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης τους σε εύλογο χρόνο και θα θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία των θεσμών της απονομής της δικαιοσύνης.
- Ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση, παρεμποδίζοντας τους να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους νομότυπα εκδοθείσα απόφαση.
- Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.» Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης εκτίθεται σε ένορκες δηλώσεις του κ. Ιωακείμ Νεοκλέους και της κας Μαρίας Μαππούρα. Ο κ. Ι. Νεοκλέους ήταν κατά τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ο Γραμματέας της ΣΠΕ Μαρωνίου. Δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και από έγγραφα που είναι στην κατοχή του καθώς και από πληροφορίες που έλαβε από τους δικηγόρους της καθ΄ης η αίτηση και τον επιδότη στην ένορκη δήλωση του οποίου παραπέμπει για την επίδοση. Δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Έχει διαβάσει την ένορκη δήλωση του αιτητή τον οποίο γνωρίζει προσωπικά και διαφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο της. Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του είναι ψευδείς, παραπλανητικοί και προϊόν δεύτερης σκέψης και ως εκ τούτου τους αρνείται. Προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς προς αντίκρουση αυτών του ατητή σε σχέση με τα γεγονότα της επίδοσης και το νομότυπο της. Ο Γεώργιος Αλεξάνδρου ενήλικος γιός της συζύγου του αιτητή θα μπορούσε να είχε βρεθεί στο σπίτι των γονέων του ανεξάρτητα αν κατά τη διάρκεια των σπουδών του διέμενε και στη Λευκωσία σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Η 4η Ιουνίου 2011 ήταν ημέρα Σάββατο και ήταν πολύ πιθανόν ο Γεώργιος Αλεξάνδρου να είχε μεταβεί στο σπίτι του όπου διέμενε και η μητέρα του με τον αιτητή κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου. Αλλά και αν δεν είχαν συμβεί έτσι τα γεγονότα της επίδοσης, όπως τα υποστηρίζει ενόρκως ο επιδότης, προκύπτει εύλογα το ερώτημα πως ο επιδότης είχε μάθει το όνομα του Γεώργιου Αλεξάνδρου και την ιδιότητα του, τα οποία σημείωσε στην ένορκη δήλωση επίδοσης. Η κα Μ. Μαππούρα από την άλλη και αυτή δηλώνει υπάλληλος της εν λόγω Συνεργατικής κατά τη σύναψη της σύμβασης πιστώσεως και του εγγυητηρίου εγγράφου και κάμνει αναφορά στις συνθήκες σύναψης τους διαμετρικά ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση εξετάζεται κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγής 17 Θ. 10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Σε μετάφραση: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διαταγής, θα είναι νόμιμο για το δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Η νομολογία μας, έχοντας σαν καθοδηγητική την υπόθεση Evans v. Bartham,
(1937)2 All E.R. 646, καθόρισε τις αρχές που το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία ασφαλώς θα πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση τις αρχές και τα κριτήρια που καθιερώνονται στη νομολογία, όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης (βλ. μεταξύ άλλων την Bush κ.ά. v. Γιαννή,
(2001)1(Β) ΑΑΔ σελ. 1342 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 457). Η πιο πάνω απόφαση έτυχε ανάλυσης και στην υπόθεση Μερκής v. Yiannouka Holiday Inns Ltd κ. ά.,
(1994)1 ΑΑΔ σελ. 736, η οποία αφορούσε έκδοση τελικής απόφασης σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως από το πρωτόδικο Δικαστήριο εφόσον δεν είχε καταχωρηθεί εμφάνιση από τον εναγόμενο, όπου ο Κούρρης, Δ (απόφαση πλειοψηφίας), συνόψισε το σκεπτικό της ως εξής σε σχέση με τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που λαμβάνεται ερήμην του εναγόμενου, με τις οποίες βέβαια δεν διαφώνησε με την απόφαση του (μειοψηφίας), ο Χρυσοστομής, Δ. καθώς η διαφωνία του έγκειτο στον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας προς απόδειξη της ύπαρξης καλής υπεράσπισης επί της ουσίας όπως ερμηνευόταν τότε η Δ.48 Θ. 4: «
(1). Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2). Ο αιτητής πρέπει να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3). Το δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Οι ακόλουθες δύο αποφάσεις επεξηγούν επίσης τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αυτής της μορφής τις αιτήσεις: Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) AAΔ 2118, στη σελ. 2123 λέχθηκαν τα εξής: «Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγόμενου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης.» Στην δε υπόθεση Phylactou and others v. Michael,
(1982)1 CLR 204 στη σελ. 210 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Η αίτηση έχει επίσης ως νομική βάση της τη Διαταγή 26 Θ. 14 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Οιαδήποτε απόφαση κατόπιν παραλείψεως είτε σύμφωνα με αυτή τη Διάταξη ή κάτω από οποιανδήποτε άλλη των κανονισμών αυτών, μπορεί σε κατάλληλη περίπτωση να παραμερισθεί από το Δικαστήριο κάτω από τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα, ή όπως θα κρίνει το Δικαστήριο.» Στην υπόθεση Burns v. Kondel [1971] LI.L.Rep. Volume 1,554 o Λόρδος Denning, αναφερόμενος στους νέους Αγγλικούς Θεσμούς Order 13,r.9 είπε τα ακόλουθα: - «we are know that in the ordinary way the Court does not set aside a judgment in default unless there is an affidavit showing a defence on the merits. That does note mean that the defendant must show a good defence on the merits. He need only show a defence which discloses an arguable or friable issue.» Ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση δεν πρέπει να αποκλείεται από του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο, εάν έχει «εκ πρώτης όψεως» υπεράσπιση ή «συζητήσιμο θέμα». Οι φράσεις αυτές έχουν ερμηνευθεί στις υποθέσεις Sidnell v. Wilson & Others [1966] 1All E.R. 681, σελ. 686, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District [1983] 3 All E.R.254. Η νομολογία μας είναι πλούσια σε σχέση με το εξεταζόμενο ζήτημα και την εφαρμογή της Δ.17 Θ. 10 . Στην πρόσφατη απόφαση Ανδρέας Ψαράς v. Ιωάννης Γιάγκου, Πολ. Έφεση Αρ. 35/2010 ημερ. 21.05.2015 επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα: «Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι αρχές με βάσει τις οποίες ασκείται η σχετική διακριτική ευχέρεια συνοψίστηκαν στην υπόθεση Φυλακτού κ.α. v. Μιχαήλ,
(1982)1 ΑΑΔ 204, 210, ως ακολούθως σε μετάφραση: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη. Η ταχεία διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευχέρειας αλλά ένα καθ΄όλα αποφασιστικό παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Αυτή η αρχή είναι στενά συνδεδεμένη με ένα άλλο παράγοντα ο οποίος είναι εξίσου σημαντικός για την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την ανάγκη να υποστηριχθεί η τελεσιδικία. Εάν επιτραπεί σε ένα διάδικο εύκολα να επανανοίγει την υπόθεση του, η σφραγίδα της τελεσιδικίας με όλες τις συνέπειες που επιφέρει, και η βεβαιότητα που ενέχει στην διαχείριση των ανθρωπίνων υποθέσεων, θα εξαφανισθούν με σοβαρές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης (βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826,833). " Το αποτέλεσμα της νομολογίας είναι ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να εφευρίσκει τρόπους αφαίρεσης από τους διαδίκους του δικαιώματος τους να ακουστούν στην υπόθεση τους εφόσον αποκαλύπτουν υπεράσπιση. Ωστόσο το Δικαστήριο, μπορεί, οπωσδήποτε, να αρνηθεί να επανανοίξει μια υπόθεση εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Οσάκις η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρεθεί λόγω εμφανούς καταφρονήσεως της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το Δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί ακύρωση της απόφασης.» Επομένως καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξισορροπήσει, υπό τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης, ανάμεσα σε δύο ανάγκες, αφενός την ανάγκη για τελεσιδικία των αποφάσεων και αφετέρου την ανάγκη να μην αποστερηθεί άδικα του δικαιώματος του να ακουστεί ένας διάδικος. Όπως δε λέχθηκε στην Νεάρχου v. Χαραλάμπους,
(1991)1 ΑΑΔ 954: «Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει και ή ακυρώσει απόφαση που εκδόθηκε λόγω παραλείψεως του διαδίκου να καταχωρίσει την απάντηση του (επρόκειτο για υπόθεση του Δικαστηρίου ελέγχου ενοικιάσεων). Η εξουσία αυτή όμως δεν ασκείται επί ματαίω. Ασκείται υπέρ του αιτητή εάν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης διαφορών των διαδίκων στις περιπτώσεις που υπάρχει υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο εκ πρώτης όψεως.» Στην υπόθεση Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd (πιο πάνω) πρωτόδικα η προβληθείσα υπεράσπιση του εφεσείοντος κρίθηκε ως «αοριστολογίες» και κατ΄έφεση ότι «Όντως το ακρασφαλές του βάθρου της υπεράσπισης του εφεσείοντος την καθιστά τρωτή σε βαθμό που να αναιρεί την υπόσταση της.» Στην ίδια πιο πάνω απόφαση λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Κανένα θετικό γεγονός δεν προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντος που να στοιχειοθετεί υπεράσπιση. Τούτο σε συνδυασμό με την απουσία ουσιαστικής αμφισβήτησης του προσαχθέντος εγγράφου που φέρει την υπογραφή του, απογυμνώνει την υπεράσπιση του νομιμοποιητικού ερείσματος. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας∙ υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Στην Καλλής v. Alpha Bank Ltd,
(2002)1AAΔ 793 και πάλι απορρίφθηκαν παρόμοιοι ισχυρισμοί όπως και πιο πάνω ότι συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Παρόμοια αντιμετωπίζονται και στην παρούσα υπόθεση οι συναφείς δύο αναφορές του αιτητή στην ένορκη δήλωση του περί αμφισβήτησης της νομιμότητας της σύμβασης πιστώσεως και ότι δήθεν αυτή δεν υπογράφτηκε από νόμιμο αντιπρόσωπο της εναγόμενης 1 ή ότι ήταν προϊόν απάτης των υπαλλήλων της εναγόμενης 1, ισχυρισμοί οι οποίοι προβάλλονται χωρίς οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο. Οι ισχυρισμοί αυτοί του αιτητή χαρακτηρίζονται από γενικότητα, είναι αστήρικτοι και αβάσιμοι και στερούνται αξιοπιστίας εφόσον δεν θεμελιώνονται πουθενά και δεν εμπεριέχουν επιπλέον κανένα βαθμό πειστικότητας. Προβάλλει ότι εξαπατήθηκαν αυτός και οι άλλοι συνεγγυητές του, όμως αρκετοί από αυτούς δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία και βρίσκονται στην ίδια μοίρα με αυτόν καθ΄όσον έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Καταλήγω ότι ο αιτητής με όσα ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση του δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που φέρει στους ώμους του για απόδειξη ότι έχει καλή υπεράσπιση ούτε και παρέσχε οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να δικαιολογούν το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Σε σχέση με την επικαλούμενη άγνοια του αιτητή σε σχέση με την έγερση της αγωγής αλλά και την άγνοια του περί της υπογραφής εγγύησης προς εξασφάλιση του δανείου της εναγόμενης 1, θα πρέπει να επισημανθεί ότι αυτός είχε ειδοποιηθεί λίγο πριν την έγερση της αγωγής για την παραβίαση όρων της συμφωνίας εκ μέρους της εναγόμενης 1 και στη συνέχεια ενημερώθηκε για τον τερματισμό της και προειδοποιήθηκε για τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του όπως και εναντίον των υπόλοιπων συνεγγυητών του χωρίς άλλη ειδοποίηση με συστημένες επιστολές οι οποίες του αποστάληκαν στην διεύθυνση του και δεν επιστράφηκαν πίσω. Για την παραλαβή αυτών των επιστολών δεν κάμνει οποιανδήποτε μνεία στην ένορκη δήλωση του. Είναι δε περίεργο αν τα πράγματα είχαν συμβεί όπως τα περιγράφει τα γεγονότα της εξασφάλισης της υπογραφής του και προκαλεί εύλογα το ερώτημα πως και δεν αντέδρασε από τότε, πριν την έγερση της αγωγής εναντίον του καθ΄οιονδήποτε τρόπο όταν πληροφορήθηκε για την ευθύνη του μέσω των πιο πάνω γραπτών ειδοποιήσεων . Αμφισβήτηση της υπογραφής του γίνεται μόνο εκ των υστέρων και αφότου παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα την αρνείται με την αίτηση του. Επομένως καταλήγω ότι όσα εκ των υστέρων αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο αιτητής αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του. Για τις συνθήκες υπογραφής του εγγυητηρίου εγγράφου η ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως υποστηρίζεται και με ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Μαππούρα, η οποία παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα ως προς αυτές. Για όλους αυτούς τους ισχυρισμούς τόσο του κ. Ι. Νεοκλέους όσο και της κας Μ. Μαππούρα η πλευρά του αιτητή δεν ζήτησε να τους αντεξετάσει και επομένως παρέμειναν αναντίλεκτοι. Σε σχέση με τον παράγοντα του χρόνου που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης επαναλαμβάνω ότι η αγωγή επιδόθηκε σε ενήλικο πρόσωπο στην κατοικία του αιτητή ο οποίος δήλωσε σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του επιδότη ενήλικας, γιός και συγκάτοικος του αιτητή ο οποίος κατά τον επιδότη μονόγραψε επί του αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος που του επιδόθηκε, όπως είναι και η διαπίστωση μου από τον φάκελο της υπόθεσης δυνατότητα που παρέχεται στο Δικαστήριο σύμφωνα μεταξύ άλλων και με την Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ,
(1999)1 ΑΑΔ 1938. Η επίδοση θεωρείται καλή από τους θεσμούς μας (βλ. Δ.5 Θ. 2), εφόσον δηλώθηκε ότι το πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε ήταν ενήλικο και συγκατοικούσε κατά το χρόνο της επίδοσης με τον αιτητή. Τα πιο πάνω ανεξάρτητα αν προσωρινά διέμενε και στη Λευκωσία για τους σκοπούς των σπουδών του. Σαν μέλος της οικογένειας που να φαίνεται ότι είναι άνω των 16 ετών που ήταν το εν λόγω πρόσωπο ο Γεώργιος Αλεξάνδρου, θεωρείται ότι επίδοση που του έγινε ήταν καλή και νομότυπη (βλ. Δωρίτης v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2012)1 ΑΑΔ σελ. 314), όπου η επίδοση είχε γίνει στην μητέρα του εφεσείοντος και δεν κρίθηκε μεμπτή. Ο αιτητής έκτοτε και μέχρι που καταχώρησε την παρούσα αίτηση δεν ενδιαφέρθηκε και δεν ενεργοποιήθηκε με σκοπό να λάβει μέτρα προς υπεράσπιση του. Είναι δε περίεργη η αναφορά του ότι τυχαία έλαβε γνώση της εναντίον του εγερθείσας αγωγής και εκδοθείσας απόφασης «σε σύσκεψη των εναγομένων οι οποίοι έχουν καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης» εάν δεν είχε ιδέα για την έγερση αγωγής εναντίον του και την έκδοση απόφασης εναντίον του σε τι αποσκοπούσε η συμμετοχή του σε μια τέτοια σύσκεψη ποιος τον κάλεσε και υπό ποια ιδιότητα; Από της έκδοσης της απόφασης μέχρι και της καταχώρησης της παρούσας αίτησης παρήλθαν 2 χρόνια και 10 μήνες και για όλο αυτό το χρονικό διάστημα σε καμιά ενέργεια προέβη όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Ισχυρίζεται ότι θα καταγγείλει τον επιδότη στην αστυνομία για ψευδή ένορκη δήλωση, δεν το έκαμε όμως μέχρι την ημέρα που υπέγραψε την ένορκη δήλωση με την οποία υποστηρίζει την αίτηση. Το πρόσωπο στο οποίο φέρεται ότι επιδόθηκε η αγωγή δεν υποστηρίζει με δική του ένορκη δήλωση όσα υποστηρίζει ο αιτητής με τη δική του. Βρίσκω ότι υπάρχει πλήρης αδράνεια αναμφίβολα καταφρονητική για τις διαδικασίες του Δικαστηρίου. Ούτε και τίθεται ζήτημα παραμερισμού της απόφασης ex debito justitiae, εφόσον καμιά παράβαση ουσιώδους διαδικασίας υπήρξε αφού η επίδοση του κλητηρίου σε πρόσωπο ενήλικα συγκάτοικο με τον αιτητή έγινε νόμιμα και κανονικά και σύμφωνα με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου,
(1993)1 ΑΑΔ 2 αναφέρθηκε ότι ο εφεσίβλητος είχε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί στο Δικαστήριο και θα μπορούσε προς τούτο να προσάξει και προφορική μαρτυρία έτσι ώστε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του και να μην αφήσει συγκρουόμενους ισχυρισμούς μεταξύ των διαδίκων. Στην υπόθεση Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd,
(2004)1 AAΔ.941 λέχθηκε ότι σημασία έχει η άμεση και χωρίς χρονοτριβή ενέργεια του εναγόμενου που μαθαίνει για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Στην προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι δεν παρέχονται επαρκείς, ικανοποιητικοί και πειστικοί λόγοι για την αδράνεια αυτή εκ μέρους του. Το κλητήριο ένταλμα που επιδόθηκε γι΄αυτόν αναφέρεται σε καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους ενός εναγόμενου εντός 10 ημερών από της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Ο αιτητής δεν το έπραξε. Δεν το έπραξε ακόμα και για το χρονικό διάστημα από 4.06.2011 μέχρι και την 12.03.2013 που εκδόθηκε η επίδικη απόφαση, ομολογουμένως μεγάλο χρονικό διάστημα και ακολούθως μέχρι και της καταχώρησης της αίτησης του την 16.12.2015.Ο αιτητής είχε το βάρος να αποδείξει τον ισχυρισμό του για την καθυστέρηση να αποταθεί στο Δικαστήριο όπως απαιτείται από τη Δ.48,Θ.4. Στην προκείμενη περίπτωση ο αιτητής επικαλείται άγνοια της εγερθείσας και εναντίον του αγωγής μέχρι και πριν από λίγες ημέρες πριν την καταχώρηση της αίτησης του. Είναι περίεργο δε μετά τις προειδοποιήσεις που έτυχε με σχετικές επιστολές - ειδοποιήσεις της καθ΄ης αίτηση να μην είχε πληροφορηθεί περί της έγερσης της αγωγής για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και να μην επιδείξει οποιοδήποτε ενδιαφέρον γι΄αυτό το ζήτημα, όταν μάλιστα η ίδια αυτή αγωγή αφορούσε άλλους 28 συναδέλφους του της περιοχής του κατάλογος με τα ονόματα των οποίων είχε επισυναφθεί στις εν λόγω ειδοποιήσεις. Για τον λόγο και μόνο λοιπόν της φανερά επιδειχθείσας αδιαφορίας στην λήψη των αναγκαίων διαδικαστικών διαβημάτων, πριν την έκδοση της απόφασης και της παντελούς έλλειψης ενδιαφέροντος εκ μέρους του αιτητή για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, κρίνω ότι είναι συμπεριφορά περιφρονητική των δικαστικών διαδικασιών και γι΄αυτό θα απέρριπτα το αίτημα του. Κατά την άποψη μου και εφόσον απορρίπτεται ως εκ των υστέρων σκέψη του αιτητή η επίκληση άγνοιας για την έγερση της αγωγής εναντίον του, κρίνω ότι δεν δικαιολογήθηκε η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε μέχρι να καταχωρηθεί η αίτηση. Η συμπεριφορά του από της επίδοσης της αγωγής κρίνεται αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της καθ΄ης η αίτηση. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης v. Ταπελογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ,
(2000)1 ΑΑΔ 1101 αποφασίστηκε ότι ο εφεσείων δε θεμελίωσε καλή υπεράσπιση και επιπλέον κρίθηκε πως η καθυστέρηση 2,5 περίπου μηνών που σημειώθηκε από την έκδοση της δικαστικής απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού παρέμεινε εντελώς ανεξήγητη. Στην υπόθεση K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd κ.α. v. Ανδρέα Μιχαήλ, Εμπορευόμενου υπό την Εμπορική Επωνυμία Vasco Trading House,
(1993)1 ΑΑΔ 415 κατατέθηκε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης που είχε εκδοθεί 38 ημέρες μετά την έκδοση της. Ο λόγος που δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση, ο οποίος εξετάστηκε κατ΄ έφεση εφόσον δεν εξετάστηκε πρωτόδικα, ήταν η προβολή ισχυρισμού ότι: «.η εφεσείουσα 2 παρέδωσε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής (που επιδόθηκε την προτεραία) με το διοριστήριο του δικηγόρου της για να του τα παραδώσει την επόμενη που θα πήγαινε στη Λεμεσό. Τα ξέχασε όμως στο αυτοκίνητο του όπου έμειναν για αρκετές ημέρες. Η εφεσείουσα 2 τίποτε δεν έκαμε για να εξακριβώσει την τύχη των εγγράφων που έστειλε ή της ίδιας της υπόθεσης της. Δεν επικοινώνησε με το δικηγόρο της και δεν εξήγησε γιατί δεν προέβη σε αυτή την απλή ενέργεια που θα αναμενόταν λογικά. Το ενδιαφέρον των εφεσειουσών εκδηλώθηκε όταν αντιμετώπιζαν τις συνέπειες πτωχευτικής διαδικασίας που άρχισε εναντίον τους ο εφεσίβλητος .Υπό τις περιστάσεις είναι φανερό ότι οι εφεσείουσες δεν αιτιολόγησαν την απραξία τους σε βαθμό που ο εφεσίβλητος θα πρέπει να στερηθεί των ευεργετημάτων που του παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε προς όφελος του.» Παρόμοια και στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 ΑΑΔ 941 όπου εννέα μήνες μετά την εκδοθείσα απόφαση και όταν οι εναγόμενοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μέτρα εκτέλεσης αποτάθηκαν με αίτηση παραμερισμού της. Είχαν δώσει ως εξήγηση για την μη εμφάνιση τους ότι: «Μετά την παραλαβή της, η αίτηση καταχωρίστηκε σε κάποιο φάκελο και ξεχάστηκε.» Κρίθηκε ότι η εξήγηση που δόθηκε δεν μειώνει την έλλειψη ενδιαφέροντος, που υποδηλώνει η διαγωγή των εφεσειόντων, για την τύχη της αγωγής. Κρίθηκε ότι ορθά είχε επισημάνει το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η παροχή εξηγήσεων για την παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί δεν ισοδυναμεί με την αιτιολόγηση της καθυστέρησης, πολύ δε λιγότερο με τη συγχώρηση της.» Παρόμοια αποφασίστηκε το ζήτημα της καθυστέρησης και στην υπόθεση Αργυρού v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(2005)1 ΑΑΔ 229 όπου η εφεσείουσα ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση της μόνο αφού έλαβε γνώση μέτρων εκτέλεσης της εκδοθείσας εναντίον της απόφασης. Τέλος, στην Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(1996)1 Β ΑΑΔ 1094 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η απλή εξήγηση της καθυστέρησης δεν συνιστά και ικανοποιητική δικαιολόγηση της. Πολύ περισσότερο όταν το Δικαστήριο χαρακτηρίζει τις δοθείσες δικαιολογίες αδύναμους ισχυρισμούς.» Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω που αφορούν το ζήτημα της καθυστέρησης καταλήγω να απορρίψω το αίτημα μόνο και μόνο εξ αυτού του λόγου. Όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα προχωρήσω και θα εξετάσω και τον άλλο παράγοντα, αυτόν της απόδειξης εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης. Σε σχέση με το ζήτημα του κατά πόσο ο αιτητής καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση, επισημαίνεται από τον κ. Ι. Νεοκλέους στην ένορκη δήλωση του σε απάντηση των ισχυρισμών του αιτητή, ότι εκτός του ότι η σύμβαση εγγύησης φέρει την υπογραφή του οι ισχυρισμοί του περί εξαπάτησης του από τους υπαλλήλους της εναγόμενης 1 διαψεύδονται από την αδράνεια που επέδειξε όταν έλαβε τις ειδοποιήσεις από την ενάγουσα όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω, επίσης με όσα η κα Μ. Μαππούρα υποστηρίζει στη δική της ένορκη δήλωση για τις συνθήκες υπογραφής των εγγυητών, για τα οποία επαναλαμβάνω οι πιο πάνω ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Περαιτέρω είναι περίεργο, λέγω, ο αιτητής να προβάλλει ισχυρισμό περί άγνοιας του τι υπέγραφε στον κατάλογο με τα ονόματα όλων των εγγυητών όπου το δικό του όνομα αναφέρεται στη σελίδα 6 με αριθμό 28 όταν η σελίδα αυτή ξεκινά με τον υπ΄αριθμό 12 υπογράψαντα και δεν θα ανέμενε κανείς να υπέγραφε ένα έγγραφο όπου η αρίθμηση των προσώπων που το υπογράφουν ξεκινά από τον αριθμό 12 και στο κάτω μέρος αναφέρονται και τα ονόματα των προσώπων τα οποία υπέγραψαν ως μάρτυρες των υπογραφών τους. Εξάλλου επαναλαμβάνω η κα Μ. Μαππούρα η οποία είναι μια εκ των προσώπων που επιμαρτύρησε τις υπογραφές δεν αντεξετάστηκε περί της υπογραφής ενώπιον της στο κατάστημα τους και στην παρουσία και των δύο άλλων συναδέλφων της που επίσης επιμαρτύρησαν τις υπογραφές των εγγυητών και όχι όπως ισχυρίζεται ο αιτητής ότι υπέγραψε ένα κατάλογο τον οποίο κρατούσε κάποιος χωρίς να τον κατονομάζει υπάλληλος της εναγόμενης 1 ο οποίος τον περιέφερε για συλλογή των υπογραφών. Αν από την άλλη η εντύπωση του ήταν ότι με το που θα υπέγραφε, η εναγόμενη 1 θα του εξοφλούσε γεωργικά προϊόντα που της παρέδωσε και για τα οποία παρέμενε απλήρωτος και εφόσον γνώριζε ότι τα οικονομικά της εναγόμενης 1 δεν ήταν καθόλου καλά, ήταν ασφαλώς η σύναψη δανείου εκ μέρους της εναγόμενης 1 ένας τρόπος για να βρει τα χρήματα και να τους πληρώσει. Η αμφισβήτηση της νομιμότητας της σύμβασης πιστώσεως μεταξύ της καθ΄ης η αίτηση και της εναγόμενης 1, παρέμεινε ένας αόριστος ισχυρισμός και μάλιστα όταν η ίδια η εναγόμενη 1 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία για να αμφισβητήσει την εγκυρότητα και νομιμότητα της σύμβασης πιστώσεως γι΄αυτό και εκδόθηκε και εναντίον της απόφαση. Επομένως ο ισχυρισμός αυτός του αιτητή παρέμεινε αόριστος ατεκμηρίωτος και στη σφαίρα της εικασίας. Ο ισχυρισμός του ότι οι προηγούμενες σελίδες της σύμβασης εγγύησης πλην της τελευταίας δεν είχε υποδειχθεί σε οποιονδήποτε άλλο από τους συνεγγυητές του δεν υποστηρίχθηκε από οποιονδήποτε από αυτούς τους οποίους επικαλείται. Τα όσα επικαλείται σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 1 τα οποία ήταν αποτρεπτικά στο να την εγγυηθούν δεν θα μπορούσαν να οποιανδήποτε σημασία όταν μάλιστα ισχυρίζεται ότι υπέγραψαν αυτό το έγγραφο γνωρίζοντας την οικονομική της κατάσταση και προσδοκώντας ότι θα τους καταβάλλονταν τα οφειλόμενα. Δεν αποκαλύπτει όμως κατά πόσο πράγματι τους καταβλήθηκαν με τη σύναψη της επίδικης σύμβασης πιστώσεως τα οφειλόμενα σε αυτούς. Στη βάση όλων όσων προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω βρίσκω ότι με την αίτηση ο αιτητής δεν εκπληρώνει στην παρούσα περίπτωση καμιά από τις προϋποθέσεις που έταξε η νομολογία μας. Ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει κανένα από τα στοιχεία που απαιτούνται για την θετική αντίκριση του αιτήματος του γι΄αυτό και η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας/ καθ΄ης η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου αρ. 29/ αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο