← Κύπρος

Αναφορικά με την υπό διαχείριση Εταιρεία ANELMIA HOTELS LIMITED ν. Αναφορικά με τον Διευθυντή και Γραμματέα της υπό διαχείριση Εταιρείας ANEMIA HOTELS

Αναφορικά με την υπό διαχείριση Εταιρεία ANELMIA HOTELS LIMITED ν. Αναφορικά με τον Διευθυντή και Γραμματέα της υπό διαχείριση Εταιρείας ANEMIA HOTELS LIMITED, Εταιρικές: 81/2015, 17/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Εταιρικές: 81/2015 Αναφορικά με την υπό διαχείριση Εταιρεία ANELMIA HOTELS LIMITED και Αναφορικά με τα άρθρα 337, 340 και 341 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και Αναφορικά με τον Διευθυντή και Γραμματέα της υπό διαχείριση Εταιρείας ANEMIA HOTELS LIMITED Αίτηση Ημερομηνίας: 4/3/2016 Ημερομηνία: 17 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κος Γ. Νικολάου Για τον καθ' ου η Αίτηση : κος Νεοφυτίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση τους οι αιτητές ζητούν όπως ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 29.2.16 και οποιαδήποτε αίτηση παρακοής καταχωρηθεί εναντίον τους εξαιτίας μη συμμόρφωσης τους στο δικαστικό διάταγμα που έχει εκδοθεί στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 2/7/15. Ο λόγος που ζητείται αναστολή είναι επειδή έχει καταχωρηθεί έφεση κατά της απόφασης. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω τα διατάγματα που εκδόθηκαν στα πλαίσια της απόφασης. Ο αιτητής ζήτησε τα συγκεκριμένα στοιχεία που απαρτίζουν την οικονομική κατάσταση της εταιρείας τον Οκτώβριο 2014. Έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα βρισκόμαστε τώρα στον Μαϊος 2016 και δεν έχουν παραδώσει τα απαραίτητα στοιχεία. Ως εκ τούτου δικαιολογείται απόλυτα το αίτημα του διαχειριστή και εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α Β Γ Δ και Ε της αίτησης. Αναφορικά με το Δ διευκρινίζω ότι το πρόστιμο του Γιάννη Παναγή θα είναι 85 ευρώ την ημέρα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 341

(5)του Κεφ. 113 από την όγδοη ημέρα και κάθε άλλη μέρα μετά την επίδοση αυτού του διατάγματος. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του καθ' ου η αίτηση όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο λόγος που ζητούν την αναστολή είναι επειδή θεωρούν ότι έχουν καλό λόγο έφεσης κατά της απόφασης. Κύριος λόγος που ζητούν την αναστολή είναι επειδή εμμένουν στην θέση ότι οι διευθυντές της εταιρείας δεν έχουν στην κατοχή τους τα συγκεκριμένα έγγραφα και έτσι δυνατόν να υποστούν ποινικές κυρώσεις συμπεριλαμβανομένου και αίτησης παρακοής στην περίπτωση που δεν συμμορφωθούν με τα διατάγματα. Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση επιβάλλεται ημερήσιο πρόστιμο στους διευθυντές για κάθε ημέρα που δεν υπήρχε συμμόρφωση στα διατάγματα. Ως εκ τούτου, θεωρούν ότι θα υποστούν ότι ανεπανόρθωτη ζημιά στην περίπτωση που δεν χορηγηθεί η αιτούμενη θεραπεία. Ο καθ' ου η αίτηση διαφωνεί ότι οι αιτητές έχουν καλό λόγο έφεσης και θεωρεί ότι η δικαστική απόφαση είναι ορθή. Είναι επίσης θέση του καθ' ου η αίτηση ότι κακόπιστα οι αιτητές εγείρουν ζήτημα ότι δεν μπορούν να συμμορφωθούν με τα δικαστικά διατάγματα επειδή δεν τα κατέχουν. Αυτό δεν υποστηρίζεται από τα γεγονότα που τέθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης. Διαφωνούν με την θέση των αιτητών ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και το μόνο που πρέπει να κάνουν ώστε να μην υποστούν επιπρόσθετες κυρώσεις είναι απλά να συμμορφωθούν με τα διατάγματα Είναι ορθή η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση τις αίτησης δεν θα αξιολογήσει τις πιθανότητες επιτυχίας της αίτησης. Αναμφίβολα στην περίπτωση που από την όψη της υπόθεσης φαίνονται μηδαμινές οι ελπίδες επιτυχίες της έφεσης, ως την περίπτωση επί παραδείγματι που κάποιο νομικό θέμα έχει ήδη επιλυθεί από το Εφετείο, είναι κάτι που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη κατά την κρίση του Δικαστηρίου προς χορήγηση του διατάγματος αναστολής. Διαφορετικά θα πρέπει να συντρέχουν βάσιμοι και σοβαροί λόγοι που δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου μ' αυτόν τον τρόπο έτσι ανατρέποντας τα δεδομένα μία τελεσίδικης απόφασης που έχει εξασφαλίσει ο διάδικος που την έχει πετύχει. Για την εξέταση του αιτήματος εφαρμογή έχει η Δ.35 κ.18,
  1. Η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.35 θ.18,19 είναι το O. 58 rr. 15a,
  2. Σύμφωνα με το Annual Practice Book του 1955 σελ. 1284 η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης είναι ευρεία και δεν περιορίζεται από οποιοδήποτε κανόνα πρακτικής (rule of practice). Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται υπέρ της έκδοσης διαταγής για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης μόνο όταν ο αιτητής δείξει ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την απόκλιση του γενικού κανόνα ότι ο διάδικος που έχει επιτύχει στην αγωγή έχει το δικαίωμα να εκτελέσει την εκδοθείσα απόφαση. Στην αγγλική απόφαση Monk v Bartram[1] λέχθηκε ότι η ένδειξη του αιτούντος ότι η έφεση του έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας δεν αποτελεί ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Βεβαίως, παρά του γεγονότος ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης δεν αποτελεί ιδιαίτερος λόγος για την χορήγηση διατάγματος αναστολής (Βλ. EYRIK & Others [2]) ο αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι η έφεση που έχει καταχωρήσει δεν είναι εντελώς χωρίς ουσία. Αυτή η προϋπόθεση είναι αναγκαία διά να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι ο αιτητής δεν έχει καταχωρήσει την έφεση για επιπόλαιους λόγους, ήτοι μόνο για να καθυστερήσει την εκτέλεση της απόφασης, αλλά για να προωθήσει τα νομικά του δικαιώματα. Εκείνο που λέχθηκε από το Εφετείο στην πιο πάνω απόφαση είναι ότι ο ρόλος του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αίτησης αναστολής είναι να εξετάσει όλους τους παράγοντες που έχουν τεθεί ενώπιον του και έπειτα να ζυγίσει δύο συμφέροντα τα οποία είναι αντίθετα μεταξύ τους δηλαδή αφενός το συμφέρον του διάδικου που έχει πετύχει πρωτόδικα να απολαύσει τα δικαιώματα που απορρέουν από την πρωτόδικη απόφαση και αφετέρου το συμφέρον του διάδικου που έχει καταχωρήσει έφεση, στην περίπτωση που η έφεση του πετύχει, ή έφεση να μην είναι χωρίς αποτέλεσμα λόγω εκτέλεσης της απόφασης. "Two are the competing principles that should in each case be weighed in the light of the facts of the case. The first aims to protect the rights of the successful litigant. He is entitled to the fruits of his success notwithstanding the challenge of the decision by way of appeal. The finality attached to first instance judgments is not suspended when challenged by appeal. The imprint of finality attaches thereto unless reversed by the Court of Appeal. Under our judicial system finality is not dependent upon confirmation on appeal. On the other end of the scale there is the right of appeal. This is the second basic principle to which the Court should have regard in exercising its discretion under O.35 r.
  3. It is a right given by law and its efficacy must be sustained. Its exercise must not be allowed to dwindle into a theoretical measure.An equilibrium must be maintained between the principles of finality of first instance judgments and the preservation of the efficacy of the right to appeal." Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Το Δικαστήριο μπορεί, διά να πετύχει την εξισορρόπηση των δύο πιο πάνω αντιθέτων συμφερόντων, να λάβει υπόψη του τους ακόλουθους παράγοντες: Το ύψος του ποσού της απόφασης, την οικονομική κατάσταση των διαδίκων που πρέπει να πληρώσουν το ποσό που προνοείται στην απόφαση, ως και επίσης την οικονομική κατάσταση των διαδίκων που θα πληρώσουν το ποσό της απόφασης ( Βλ. Cropper v Smith [3]). Περαιτέρω, συμφώνως των όσων έχουν λεχθεί στην απόφαση Cropper v Smith[4], το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του την καθυστέρηση που έχει σημειωθεί από διάδικο για να καταχωρήσει αίτηση με την οποία ζητεί την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης, παρά την διαπίστωση εκ μέρους του Δικαστηρίου ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας υπέρ της αναστολής. Είναι καθαρό από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης ότι η εξουσία του Δικαστηρίου με βάση την πιο πάνω διάταξη αφορά μόνο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης εναντίον της οποίας έχει καταχωρηθεί έφεση. Στην απόφαση Fotiou & Another v Petrolina Ltd.[5] το Ανώτατο Δικαστήριο επεξήγησε με σαφήνεια ποια είναι τα πλαίσια και η έκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου με βάση την Δ.35 θ.
  4. Δηλαδή, η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στο να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης εναντίον της οποίας έχει καταχωρηθεί έφεση ή να αναστείλει διαδικασίες που προκύπτουν άμεσα απ' αυτή. 'In view of the fact that the above rule appears to relate only to ' stay of execution or of proceedings under the decision appealed from' and as by this application it is not being sought by the appellant to stay the execution of or any proceedings under the decision of the trial Court.I am of the opinion that I do not possess jurisdiction under r.18 Order 35, above, to stay the further trial of the action in question pending the determination of this appeal'. Σε σχέση με την επίδικη απόφαση προκύπτει ότι υπάρχει θετική υποχρέωση των αιτητών να συμμορφωθούν με συγκεκριμένο διάταγμα και να παραδώσουν τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας ως όφειλαν να πράξουν με βάση τις διατάξεις του νόμου. Δεύτερο, στην περίπτωση που δεν συμμορφωθούν με το διάταγμα προκύπτει ότι θα υποστούν επιπρόσθετες κυρώσεις με την επιβολή ημερήσιου προστίμου για κάθε ημέρα που δεν συμμορφώνονται με το διάταγμα. Η ίδια αρχή επαναβεβαιώθηκε στις αποφάσεις Automata Eleourgia v Monastery Mahera[6], Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν Λύρα [7]και Χατζηιωσήφ ν Πετρίχου [8] όπου στην τελευταία τονίσθηκε ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδίδει τέτοια διάταγμα υπάρχει μόνο σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης ή σε σχέση με διαδικασία που εκπορεύεται αυτοτελώς από την απόφαση εναντίον της οποίας εκκρεμεί έφεση. Ο λόγος που έχει καταχωρηθεί αίτηση αναστολής σύμφωνα με τους αιτητές είναι επειδή θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Σ' αυτή την θέση οι καθ' ων η αίτηση έχουν απαντήσει ορθά ότι δεν θα υποστούν καμία ζημιά εάν παραδώσουν τα απαιτούμενα στοιχεία και συμμορφωθούν στο διάταγμα του Δικαστηρίου. Επίσης καταλογίζουν κακοπιστία στους αιτητές σε σχέση με την θέση τους ότι δεν συμμορφώνονται με το διάταγμα επειδή αδυνατούν να συμμορφωθούν. Εκείνο που προβληματίζει τους αιτητές είναι ότι εναντίον τους μπορεί να καταχωρηθεί αίτηση παρακοής εξαιτίας της μη συμμόρφωσης του στο διάταγμα. Κρίνω ότι αίτηση παρακοής δεν πρόκειται για διαδικασία που εκπορεύεται αυτοτελώς από την απόφαση εναντίον της οποίας εκκρεμεί η έφεση. Πρόκειται για μία ανεξάρτητη διαδικασία και δεν είναι μέτρο εκτέλεσης που μπορεί να ανασταλεί με βάση την Δ: 35 Στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει καμία διαδικασία εκτέλεσης αλλά και η διαδικασία της παρακοής δεν εκπορεύεται αυτοτελώς από την υπό έφεση απόφαση , όπως είναι επί παραδείγματι διαδικασία μεσεγγύησης. Η Δ.35 θ.18 εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με την αναστολή της απόφασης η οποία είναι υπό έφεση επομένως, δεν έχω δικαιοδοσία να χορηγήσω το αιτούμενο διάταγμα με βάση την πιο πάνω διάταξη. Όμως και επί της ουσίας δεν έχω ενώπιον μου βάσιμο λόγο να ασκήσω την διακριτική μου εξουσία να χορηγήσω τέτοιο διάταγμα που θα έχει αποτέλεσμα δυσμενών επιπτώσεων στον καθ' ου η αίτηση ο οποίος για άγνωστο χρονικό διάστημα δεν θα μπορέσει να εκτελέσει τα καθήκοντα του ως διαχειριστής επειδή δεν έχει τα απαιτούμενα στοιχεία και είναι θέση του ότι σκόπιμα δεν του δίδονται αυτά τα στοιχεία. Στην περίπτωση που ο καθ' ου η αίτηση δεν εκτελέσει τα καθήκοντα του ως αυτά απορρέουν από τον νόμο αυτός είναι το πρόσωπο που θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και την επιβολή κυρώσεων επειδή δεν έκανε ορθά την εργασία του. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο προέβη σε λανθασμένη εκτίμηση των γεγονότων. Είναι θέση τους ότι οι αιτητές δεν συμμορφώνονται όχι επειδή δεν θέλουν να συμμορφωθούν αλλά επειδή δεν μπορούν και είναι αυτό το γεγονός που κατά την άποψη τους το αποφάσισε λανθασμένα το Δικαστήριο. Όμως η διαδικασία της παρακοής ακόμη και να ήταν συνέπεια που προκύπτει άμεσα ως συνέπεια της απόφασης δίδει την ευκαιρία στους αιτητές να υπερασπίσουν τον εαυτό τους εάν για λόγους εκτός του ελέγχου τους αδυνατούν να συμμορφωθούν με το διάταγμα. Το Δικαστήριο δεν θα πρέπει μόνο να ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί η ανυπακοή του παραβάτη στο διάταγμα του Δικαστηρίου αλλά θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η ανυπακοή του παραβάτη ήταν ηθελημένη. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παρακοής, τα οποία θα πρέπει να αποδειχθούν στο βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις, απαριθμούνται αναλυτικά στο σύγγραμμα Halsbury Laws of England [9] και είναι ως ακολούθως:
  5. Απόδειξη ότι το διάταγμα έχει επιδοθεί προσωπικά στον καθ' ου η αίτηση ώστε να έχει πληροφορηθεί δεόντως για το περιεχόμενο του διατάγματος.
  6. Από το λεκτικό του διατάγματος θα πρέπει να προκύπτει ρητώς και ξεκάθαρα τι πρέπει να πράξει ή να μην πράξει ο καθ' ου η αίτηση για να συμμορφωθεί με το διάταγμα.
  7. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει παραβεί το διάταγμα του δικαστηρίου με τις ενέργειες του και/ή παραλείψεις του.
  8. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτή η παράβαση ήταν ηθελημένη. Στο Σύγγραμμα Borrie and Lowe [10] The Law Of Contempt επεξηγείται ότι εκεί όπου το λεκτικό του διατάγματος καθορίζει με σαφήνεια ποιες ενέργειες πρέπει να λάβει ο εναγόμενος τότε είναι καθήκον του εναγόμενου να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να συμμορφωθεί με το διάταγμα. 'So far as disobedience to a positive order has been held that it is the duty of the defendants to find out the proper means of obeying the order and although it may be a defence to show that compliance with the order was impossible, the burden of proving such an impossibility is upon the defendants.' Συνεπώς, με την καταχώρηση της αίτηση δεν προκύπτει ως άμεσο αποτέλεσμα της καταχώρησης της αίτησης ότι οι αιτητές θα υποστούν οποιεσδήποτε κυρώσεις αλλά ο καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι αιτητές έχουν παραβεί το διάταγμα του Δικαστηρίου ηθελημένα. Στην Αγγλική απόφαση In Re Bramlevale Ltd.[11] το Εφετείο ανέτρεψε απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου η οποία καταδίκασε τον εφεσείοντα για παρακοή διατάγματος επειδή αρνήθηκε να παραδώσει δύο βιβλία που καθορίζονταν στο διάταγμα. Το διάταγμα εκδόθηκε το
  9. Ο εφεσείοντας ενεπλάκει σε τροχαίο δυστύχημα τον Σεπτέμβριο του
  10. Ισχυρίσθηκε ότι ενώ είχε στην κατοχή του τα εν λόγω βιβλία αυτά είχαν καταστραφεί στο δυστύχημα, τα είχαν παραλάβει η αστυνομία και τα πετάξαν στα σκουπίδια και επομένως αυτός, δεν ήταν σε θέση να τα παραδώσει. Ο πρωτόδικος δικαστής θεώρησε ότι αυτή η ιστορία ήταν απίθανη και την απέρριψε καταλήγοντας στα ακόλουθα συμπεράσματα: ' there are only two possibilities .either that he still has them, or else he no longer has them, whether by reason of loss, destruction, transfer to someone else or otherwise.If he still has them, he ought to hand them over. If he had destroyed them , he would be guilty of an offence under the Companies Act 1967.by his own voluntary conduct , put himself in difficulties .he has only himself to blame.' Συνεπώς, οι αιτητές οφείλουν να συμμορφωθούν με το διάταγμα και δεν θα υπάρχουν ανεπανόρθωτες συνέπειες στην περίπτωση που παραδώσουν τα στοιχεία προς συμμόρφωση του διατάγματος. Η καταχώρηση της αίτησης παρακοής δεν πρόκειται ως άμεσο αποτέλεσμα της δικαστικής απόφασης και δεν μπορεί να υποστούν οποιεσδήποτε κυρώσεις οι αιτητές εκτός και εάν αποδειχθεί ότι ηθελημένα παραβιάζουν το διάταγμα. Σε αντίθεση με τους αιτητές ο καθ' ου η αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά επειδή δεν θα συμμορφώνεται στο διάστημα που μεσολαβεί με καθήκον του που απορρέει από τον νόμο παρά του ότι έχει εξασφαλίσει τελεσίδικη απόφαση στην υπόθεση. Σε σχέση με το ζήτημα του προστίμου είναι λεπτό σημείο κατά πόσο η επιβολή του προστίμου προκύπτει ως άμεσο αποτέλεσμα της απόφασης ή την συνεχόμενη παραβίαση του δικαστικού διατάγματος. Είναι στα χέρια των αιτητών να μην πληρώσουν το πρόστιμο με συμμόρφωση στο διάταγμα. Παρόλο τούτο κατανοώ τον συλλογισμό των αιτητών ότι στην περίπτωση που η απόφαση του Δικαστήριο κριθεί ότι είναι λανθασμένη από το Εφετείο και εν των μεταξύ δεν συμμορφωθούν με το διάταγμα το ύψους των κυρώσεων με επιβολή του προστίμου δυνατόν να είναι τόσο απαγορευτικό που να αποτελεί αυτό ουσιαστικό αντικίνητρο στους αιτητές να καταχωρήσουν την έφεση και να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους στο Εφετείο. Νομίζω ότι μ' αυτό τον τρόπο διαφυλάσσεται η σωστή ισορροπία μεταξύ του διαδίκου που έχει εξασφαλίσει υπέρ του Δικαστική απόφαση και το δικαίωμα του διαδίκου που έχει αποτύχει να διεκδικήσει τα δικαιώματα του σε Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο χωρίς να τεθούν τέτοια εμπόδια στο δικαίωμα άσκηση έφεσης που να καθιστά την άσκηση της έφεσης απαγορευτική προϋπόθεση (chilling effect). Σε σχέση με τα διάταγμα δεν θεωρώ ότι συντρέχουν οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ο καθ' ου η αίτηση δικαιούται να εκτελέσει την δικαστική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του. Ως εκ τούτο αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης σε σχέση με την ημερησία επιβολή προστίμου στους αιτητές αλλά όχι σε σχέση με τα διατάγματα στα οποία οφείλουν να συμμορφωθούν. Εν όψει του ότι η αίτηση δεν έχει πετύχει σε σχέση με το ουσιαστικό της μέρος της αίτησης ήτοι αναστολή των διαταγμάτων το ήμισυ των εξόδων επιδικάζονται εναντίον των αιτητών όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] [1891] 1 Q.B. 346 [2] 1 C.L.R. 625
(1986)[3] [1883] 24 Ch. D. 305 [4] Id [5] 1 CLR 708
(1984)[6] 1 CLR 524
(1986)[7] 1 ΑΑΔ 1384
(1997)[8] 1 ΑΑΔ 364
(1998)[9] Butterworths , Halsbury's Laws of England, 4th Edition, Civil Contempt ,παρ 472 [10] Gordon Borrie & Nigel Lowe, The Law of Contempt, Butterworths, 1973, Chapter 11 Civil Contempt, pg 322 [11] [1969] 3 All ER 1062 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.