← Κύπρος

Γεωργοκτηνοτροφική Εταιρεία Α/φοι ν. Κλεοπάτρα Λύτρα Κατσιάρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 751/15, 27/6/2016

Γεωργοκτηνοτροφική Εταιρεία Α/φοι ν. Κλεοπάτρα Λύτρα Κατσιάρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 751/15, 27/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 751/15 Μεταξύ: Γεωργοκτηνοτροφική Εταιρεία Α/φοι Ενάγοντας -και-

  1. Κλεοπάτρα Λύτρα Κατσιάρη 2.Πανίκος Λύτρας Παπακάρουλλας Εναγομένων Αίτηση Ημερομηνίας 29/4/16 Ημερομηνία: 27 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κος Μιχαήλ Για τον Καθ' ου η αίτηση: κα Καρακασίδη Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση τους οι ενάγοντες ζήτησαν όπως εκδοθούν τα πιο κάτω διατάγματα. Το διάταγμα δεν έχει δοθεί μονομερώς και επιδόθηκε η αίτηση στους εναγόμενους. (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την Εναγόμενη1 όπως παραδώσει εις της Ενάγουσα-Αιτήτρια το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής ΜΑΖ053 μάρκας ISUZU DOUBLE-CABIN PICK-UP και παραμείνει εις την κατοχή και φύλαξη της Ενάγουσας μέχρι της τελικής και πλήρους εκδικάσεως της παρούσης Αγωγής, ΚΑΙ/Η (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Εναγόμενο 2 όπως παραδώσει εις την Ενάγουσα-Αιτήτρια το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής ΑΑΑ682 μάρκας ISUZU DOUBLE CABIN PICK-UP και παραμείνει εις την κατοχή και φύλαξη της Ενάγουσας μέχρι της τελικής και πλήρους εκδίκασης της παρούσης Αγωγής, ΚΑΙ/Η Η αγωγή στρέφεται εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 και αντικείμενο της αγωγής είναι τα δύο οχήματα με αριθμούς εγγραφής MAZ 053 και ΑΑΑ682 αντίστοιχα. Είναι δικογραφημένη η θέση της ενάγουσας ότι είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των δύο οχημάτων. Ισχυρισμός στην Έκθεση Απαιτήσεως είναι ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν στην κατοχή τους τα δύο οχήματα και τα χρησημοποιούσαν χωρίς την συγκατάθεση των εναγόντων. Σύμφωνα με τα γεγονότα που πλαισιώνουν την αίτηση η εναγόμενη 1 είναι μέτοχος της ενάγουσας ως και επίσης ο εναγομένος 2 είναι υιός μετόχου της αιτήτριας αλλά ο ίδιος δεν έχει προσωπική σχέση με την εταιρεία. Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας έστειλε επιστολή στους εναγόμενους 1 και 2 να παραδώσουν τα οχήματα μέχρι 10.3.2015 αλλά αρνήθηκαν ή και παρέλειψαν να τα παραδώσουν. Λόγος που οι εναγόμενοι έχουν ένσταση στην έκδοση των διαταγμάτων είναι ότι το όχημα ΑΑΑ682 περιήλθε στην κατοχή των εναγομένων κατόπιν προηγούμενης συμφωνίας και ρύθμισης με την ενάγουσα εταιρεία. Η ενάγουσα είναι οικογενειακή επιχείρηση στην οποία συνέταιροι είναι η εναγόμενη 1 και τα αδέλφια Λύτρα που είναι αδέλφια του παππού του εναγόμενου
  2. Η επιχείρηση ανήκει κατά το 1/3 στους αδελφούς Λύτρα και το ένα τριτο άνηκε στον παππού του εναγόμενου 2 ο οποίος απεβίωσε πριν ένα έτος με αποτέλεσμα να αρχίσουν προστριβές ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Υπήρχαν συμφωνίες που θα δέσμευαν την εταιρεία σε σχέση με την κατοχή των οχημάτων. Υπάρχουν αντίστοιχες συμφωνίες που αφορούν ακίνητη ιδιοκτησία της εταιρείας και ακίνητη περιουσία που ανήκει κατά το 1/3 στην μητέρα του εναγόμενου 2 που την εκμεταλλέυεται η οικογένεια Λύτρα. Ο εναγόμενος 2 δεν πήρε ποτέ επιστολή να παραδώσει τα οχήματα και ούτε έλαβε γνώση για το τεκμήριο 4 που επισυνάπτεται στην αίτηση. Το όχημα βρίσκεται στην κατοχή του από το 2006 και έτσι δεν τίθεται ζήτημα μείωσης της αξίας του από την περαιτέρω χρήση του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του N.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Με βάση το πιο πάνω άρθρο το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτκή εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα των πιο κάτω προυποθέσεων:
  3. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση
  4. Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων θεραπεία
  5. Η διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού θέματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από το να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται την αιτούμενη θεραπεία διαπιστώνεται με αναφορά το πραγματικό υπόβαθρο προς υποστήριξη της αιτήσεως στο βαθμό που έχει αποδειχθεί η πιθανότητα επιτυχίας του αιτητή όπως απαιτείται από το άρθρο 32

(1). Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd. v Muskita Aluminium Co. Ltd. [1] επεξηγήθηκε ότι εάν και δεν χρειάζεται σ' αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν είναι ανάγκη να αποφασίσει αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση διά να διαπιστώσει ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις ο ενάγοντας πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις να δικαιούται τις εν λόγω θεραπείες. Αυτό σημαίνει ότι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα θα πρέπει να αποκαλύπτει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και προοπτικές επιτυχίας οι οποίες να υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Στην Αγγλική υπόθεση American Cyanamid v Ethican Ltd.[2] επεξηγήθηκε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από το να αποδείξει ο ενάγοντας ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και του δικαιώματος που προσπαθεί να προστατεύσει. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βαθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του ενάγοντα στο βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν είναι επιπόλαια με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του ως και επίσης εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο ενάγοντας θεμελιώνεται στον νόμο. Βέβαια στην παρούσα περίπτωση η αίτηση της ενάγουσας βασίζεται εκτός του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και εις το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. Αυτό το άρθρο δίδει ειδική εξουσία στο Δικαστήριο να διατηρήσει περιουσία η οποία είναι αντικείμενο της διαφοράς. Η απαίτηση της ενάγουσας αφορά δύο οχήματα για τα οποίο ζητεί θεραπεία από το Δικαστήριο όπως εκδοθεί διάταγμα όπως οι εναγομενοι παραδώσουν την κατοχή των οχημάτων υπο τον έλεγχο της ενάγουσας. Με το άρθρο 4 το Δικαστήριο έχει ειδική εξουσία να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα που αφορά την περιουσία που είναι το αντικείμενο της αγωγής ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου
  1. Όμως όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση Γρηγόρης ν Χριστοφόρου[3] η ειδική ρύθμιση που γίνεται στο άρθρο 4 αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στην έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων. Η έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος είναι πάντοτε ζήτημα διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει όμως να ασκείται δικαστικά με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές. Οπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Jonitexo Ltd. v Adidas [4] η διακριτική εξουσία του Δικαστήριου με βάση το άρθρο 32 Ν. 14/60δεν πρέπει να περιορίζεται από άκαμπτους και αυστηρούς κανόνες διότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αφεθεί ελέυθερο να ασκήσει την κρίση του και να χορηγήσει αυτή την θεραπεία εκεί όπου θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Τέλος έχει νομολογηθεί, σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι η τρίτη προϋπόθεση που προνοεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος πληρείται εάν ο ενάγοντας δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτέλεσει οποιανδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του σε κατοπινό στάδιο εάν το Δικαστήριο δεν του χορηγήσει το απαιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Πάντοτε το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με τρόπο που θα προκαλείται η λιγότερη αδικία σε κάθε πλευρά. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του ενάγοντα στο βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν είναι επιπόλαια με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του ως και επίσης εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο ενάγοντας θεμελιώνεται στον νόμο. ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΚΑΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Η ενάγουσα έχει εγείρει την αγωγή εναντίον των δύο εναγομενων διότι ισχυρίζεται ότι εκείνη είναι ιδιοκτήτρια των δύο οχηματων. Αυτή συμφώνησε όπως παραδώσει την κατοχή των οχημάτων στους δύο εναγόμενους όμως αυτή η συμφωνία ανακλήθηκε με έτερη απόφαση των μελών του διοικητικού συμβουλίου. Θεωρούν, δηλαδή ότι οι δύο εναγόμενοι παράνομα κατέχουν και χρησιμοποιούν τα δύο οχήματα. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση μόνο εάν οι ενάγοντες θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου γεγονότα που να δείχνουν ότι οι εναγόμενοι παράνομα και αυθαίρετα εξακολουθούν να κατέχουν και να χρησιμοποιούν τα δύο τα οχήματα. Οι εναγόμενοι συμφωνούν ότι η ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των οχημάτων αλλά παραπέμπουν σε προγενέστερη συμφωνία της εταιρείας η οποία προνοούσε ότι οι δύο εναγόμενοι θα είχαν για πάντα το δικαιώμα χρήσης των συγκεκριμένων οχημάτων. Η ενάγουσα δεν παρέθεσε κανένα γεγονός ή αποδεικτικό στοιχειό για να αποδέιξει υπό ποια ιδιότητα και με ποιό καθεστώς οι εναγόμενοι απέκτησαν κατοχή στα δύο οχήματα στο παρελθόν. Αφήνεται να νοηθεί ότι απέκτησαν την κατοχή νόμιμα αλλά υπάρχει κενό στα γεγονότα ως προς αυτό το σημείο. Αυτό το σημείο θα ήταν πολύ σημαντικό να το γνωρίζει το Δικαστήριο για να αποφανθεί κατά πόσο ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι αυτά τα οχήματα παράνομα κατακρατούνται από τους εναγόμενους. Είναι γεγονός ότι η ενάγουσα είναι εγγραγαμμένη ιδιοκτήτρια των οχημάτων και αυτό είναι ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο για να καταδειχθεί ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι παράνομα κατακρατείται το όχημα. Αλλά αυτό το αποδεικτικό στοιχείο δεν μπορεί να αξιολογηθεί απομονωμένα αλλά μέσα στο όλο πλέγμα των γεγονότων που έχει τεθεί ενώπιον μου για να εκτιμήσω κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ενώπιον μου υπάρχουν και άλλα γεγονότα όπως επί παραδείγματι ότι η ενάγουσα εταιρεία πρόκειται για οικογενειακή επιχείρηση στην οποία η κοινή περιουσία των μελών των οικογενειών βρίσκεται υπό τον έλεγχο της εταιρείας για να επωφεληθούν όλα τα μέλη των εταιρειών. Έχει τεθεί ενώπιον μου άλλο δεδομένο ότι η κατοχή των δύο οχήματων έχει περιέλθει στην κατοχή των δύο εναγόμενων με συμφωνία. Αυτό το γεγονός φαίνεται ότι σκόπιμα δεν το έχουν αναφέρει οι ενάγοντες. Θα ήταν σημαντικό να γνωρίζω για την ύπαρξη αλλά και το περιεχόμενο της συμφωνίας ώστε να κάνω μία εκ πρώτης όψεως εκτίμηση για το γεγονός ότι οι εναγόμενοι παράνομα εξακολουθούν να κατέχουν αυτή την περιουσία. Χωρίς να γνωρίζω για το περιεχόμενο της συμφωνίας αδυνατώ να εκτιμήσω ακόμη και εκ πρώτης όψεως κατά πόσο έχει βάση το επιχείρημα ότι οι εναγόμενοι παράνομα κατακρατούν τα δύο οχηματα. Αλλά και ούτε έχουν προσκομίσει οι ενάγοντες την απόφαση της εταιρείας ή των μελών της εταιρείας ως αποδεικτικό στοιχείο με το οποίο αποφασίσθηκε να ανακληθεί το δικαίωμα των εναγομένων να κατέχουν και να χρησιμοποιούν τα δύο τα οχήματα. Συνεπώς, οι ενάγοντες δεν έχουν παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία ώστε να συμφωνήσω μαζί τους ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Το ζήτημα για το παράνομο της κατοχής των οχημάτων από τους εναγόμενους αφήνεται να αιωρείται και ακόμη χειρότερο με τα στοιχεία που έχουν παραθέσει οι εναγόμενοι στην ένσταση τους δίδεται η εντύπωση ότι υπάρχει μία ευρύτερη διαφορά μεταξύ των ιδιοκτητών της εταιρείας σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και χρησιμοποιείται αυτή η διαδικασία για να αποκτήσει μία οικογένεια πλεονεκτήματα εναντίον της άλλης σε σχέση με περιουσίακα στοιχεία. Εν ολίγης επειδή οι ενάγοντες δεν αποκαλύψαν όλα τα γεγονότα σε σχέση με το ζήτημα της κατοχής και χρήσης των οχημάτων και του αποδεικτικού κενού σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους οι εναγόμενοι απέκτησαν νόμιμα την κατοχή των οχημάτων στο παρελθον κρίνω ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Η έκδοση μονομερούς διατάγματος είναι εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης χωρίς να δοθεί ευκαιρία στον αντίδικο να ακουστεί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο διάδικος που επιζητεί την επιχορήγηση τέτοιας θεραπείας οφείλει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των γεγονότων τα οποία μπορεί να επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην απόφαση Global Cruise Lines v Metro Shipping [5] λέχθηκε ότι το καθήκον για αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων συναρτάται προς την καλή πίστη που πρέπει να έχει ο διάδικος όταν ζητεί την έκδοση θεραπείας χωρίς να ακουσθεί η άλλη πλευρά. Το κριτήριο, για τα ποιά γεγονότα είναι ουσιώδης και που τείνουν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου να δεν αποκαλυφθούν, είναι αντικειμενικό. " Ουσιώδεις για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ'αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτκής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας" Είναι σημαντικό ο ενάγοντας να έχει αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα που ενδεχομένως θα επιδρούσαν στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του μονομερούς προσωρινού διατάγματος. Το καθήκον αυτό είναι συνυφασμένο με την καλή πίστη που πρέπει να επιδείξει ο ενάγοντας κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, κυρίως επειδή το διάταγμα εκδίδεται χωρίς να εισακουσθεί η άλλη πλευρά. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση M & Ch Mitsingas Trading Ltd. v Timberland [6] η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων. Το τι είναι ουσιώδης γεγονός προσδιορίζεται με αναφορά των επίδικων θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν. 14/
  2. Επίσης στην πιο πάνω απόφαση επισημαίνονται και τα ακόλουθα: Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένη ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων... Αυτά που πρέπει να αποκαλυφθούν από τον ενάγοντα είναι γεγονότα γνωστά σ' αυτόν τα γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη προσπάθεια τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικογραφο του (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος που εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα της επιτυχίας Η υποχρέωση για αποκάλυψη γεγονότων δεν περιλαμβάνει μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά και αυτά τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα (Βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ.)[7]. Εάν ανακαλύψει το Δικαστήριο ότι παραπλανήθηκε για να επιτευχθεί η έκδοση μονομερούς διατάγματος τότε έχει την διακριτική εξουσία άμεσης ακύρωσης του διατάγματος. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια επειδή δεν απεκάλυψαν όλη την αλήθεια σε σχέση με την συμφωνία που έγινε στο παρελθόν και τον πραγματικό λόγο που γίνεται αυτή η αγωγή ήτοι ευρύτερες διαφορές των δύο οικογενειών σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που ελέγχει η εταρεία. Παρόλο που το διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς συμφωνώ επί της ουσίας ότι αυτά τα γεγονότα έπρεπε να τεθούν υποψη του Δικαστηρίου ώστε να αποφασίσει ορθά τα δικαίωματα των μερών και ειδικά να εκτιμήσει ορθά την θέση των εναγόντων ότι παράνομα κατέχονται από τους εναγόμενους τα δύο οχήματα. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ Ο ΕΝΑΓΟΝΤΑΣ ΘΑ ΥΠΟΣΤΕΙ ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΗ ΖΗΜΙΑ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Παρόλο που έχω αποφανθεί ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 δεν ευσταθούν θα προχωρήσω να αξιολογήσω και το τρίτο κριτήριο που αφορά το ενδεχόμενο οι ενάγοντες να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά στην περίπτωση που δεν χορηγηθούν τα διατάγματα. Τα διατάγματα που ζητούν οι ενάγοντες έχουν προστακτικό χαρακτήρα, δηλαδή ζητούν όπως παραδοθούν τα οχήματα που είναι το αντικείμενο της διαφοράς τους με τους εναγόμενους. Ζητούν τις ίδιες θεραπείες με την αγωγή. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι το επίδικο όχημα είναι στην κατοχή του από το
  3. Δηλαδή αυτό το όχημα είναι ηλικίας 10 ετών και είναι συγκεκριμένης αξίας. Εύκολα μπορεί να αποδοθεί η αξία του οχήματος σε χρήμα και δεν υπάρχει κάτι το ειδικό σε σχέση με τα οχήματα που να τα κάνουν μοναδικά και αντικατάστατα. Επιπρόσθετα, οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι είναι αφερέγγυοι ώστε να μην μπορέσουν να ικανοποιήσουν την αξίωση των εναγόντων για αποζημιώσεις. Σε αντίθετη περίπτωση οι εναγόμενοι θα υποχρεωθούν να παραδώσουν όχημα που χρησιμοποιούν και για το οποίο ισχυρίζονται ότι κατέχουν νόμιμα από το
  4. Το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει τέτοια διαταγή που να προκαλέσει την λιγότερη ζημιά. Στην υπόθεση Bacardi v Vinco[8] το Εφετείο επεσήμανε ότι είναι 'θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει λιγότερους κινδυνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος ήταν εσφαλμένη.' Στα πλαίσια έκδοσης προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο δεν μπορεί να εισέλθει σε τόσο βάθος των γεγονότων που να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής και να προβεί σε τελικά συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Γι' αυτό το Δικαστήριο πρέπει παντοτε να επιδιώκει στο στάδιο αυτό να ενεργήσει με τρόπο που να μην ανατρέπει τις ισορροπίες. Κάποτε είναι ανάγκη η έκδοση προσωρινού διατάγματος για την διατήρηση του status quo κάποτε όμως o αιτητής αποτείνεται για θεραπεία τόσο καθυστερημένα που ανατρέπεται το status quo με την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει το όλο ζήτημα με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο Δικαστής Π. Καλλής στην υπόθεση Bacardi. 'Aν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli εκτός εάν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo.' Οι εναγόμενοι είχαν στην κατοχή τους τα οχήματα για χρόνια. Στην περίπτωση που ήθελε εκδοθεί απόφαση υπέρ των εναγόντων εύκολα μπορεί να αποδοθεί η αξία των οχημάτων σε χρήμα συνεπώς η υφιστάμενη κατάσταση των πραγμάτων δεν ανατρέπει ισορροπίες και είναι δυνατόν να αποδοθεί δικαιοσύνη με το πέρας της αγωγής. Θεωρώ ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αίτησης επιδικάζονται εναντίον των εναγόντων όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] Πολιτική Εφεση 11156 ημερ. 19 Δεκεμβρίου 2002 [2]
(1975)AC 396 [3] 1 ΑΑΔ 248
(1995)[4] 1 CLR 263
(1983)[5] 1 ΑΑΔ 607
(1989)[6] 1 ΑΑΔ 1791
(1997)[7] Πολιτική Έφεση 12144 ημερομηνίας 27.3.06 [8] 1 ΑΑΔ 788
(1996)cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.