ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1998/2010, 29/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1998/2010 Μεταξύ:
- ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- ΜΑΡΙΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγοντες και
- ΝΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
- ΝΙΚΗ FERANDES
- AMILCAR FERNANDES Εναγόμενοι 29 Ιουνίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Μιχαήλ δια Αντώνης Ανδρέου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 1: κ. Χρ. Σκορδής Για Εναγόμενους 2 & 3: κ. Ν. Νικηφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων, περί το 2003-2004 ανέθεσαν στους Εναγόμενους 2 και 3 την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων για κατοικία που επιθυμούσαν να ανεγείρουν καθώς και την επίβλεψη της εκτέλεσης των εργασιών ανέγερσης της. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι περί το 2004 ανέθεσαν δυνάμει γραπτής συμφωνίας τις εργασίες ανέγερσης στον εργολάβο Εναγόμενο 1 τον οποίο οι Εναγόμενοι 2 και 3 τους «υπέδειξαν και/ή σύστησαν και/ή ενέκριναν». Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι για την ανέγερση της επίδικης κατοικίας ο εργολάβος έπρεπε να είναι κάτοχος εργοληπτικής άδειας κατάλληλης τάξης από το Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών ενώ ο Εναγόμενος 1 δεν κατείχε άδεια της προβλεπόμενης από το νόμο τάξης. Υποστηρίζουν ειδικότερα ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο κάτοχο εργοληοπτικής άδειας Τάξης Ε' η οποία δεν του έδινε το δικαίωμα να αναλάβει οικοδομικά έργα με εμβαδό ως η επίδικη κατοικία. Υποστηρίζουν επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 ενήργησε αμελώς στην εκτέλεση των εργασιών ανέγερσης της κατοικίας με αποτέλεσμα αυτή να παρουσιάζει κακοτεχνίες ενώ υπήρχε και καθυστέρηση στην παράδοση της. Οι Ενάγοντες αποδίδουν αμέλεια και σ τους Εναγόμενους 2 και 3, ισχυριζόμενοι μεταξύ άλλων ότι ενήργησαν αμελώς όταν σύστησαν και/ή ενέκριναν τον διορισμό του Εναγόμενου 1 ενώ όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν κατείχε την κατάλληλη εργοληπτική άδεια και ικανότητες προς εκτέλεση των εργασιών, ότι δεν εντόπισαν τις κακοτεχνίες του Εναγόμενου 1, ότι εξέδωσαν διατακτικά πληρωμής και/ή ενέκριναν την πληρωμή ποσών τα οποία ο Εναγόμενος 1 δεν δικαιούτο καθώς και ότι επέτρεψαν την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των εργασιών. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η διαφορά των Εναγόντων και του Εναγόμενου 1 είχε παραπεμφθεί εκ συμφώνου σε διαιτησία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 4 και το σχετικό πόρισμα του διαιτητή εκδόθηκε στις 16.7.
- Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με την έκδοση των διατακτικών πληρωμής 9, 10 και 11 του έργου, κατέστησαν υπόχρεοι να πληρώσουν στον Εναγόμενο 1 τα ποσά που τα διατακτικά αυτά αφορούν, χωρίς όμως να γίνονται οι απαραίτητες αφαιρέσεις για το κόστος εργασιών τις οποίες ο Εναγόμενος τελικά δεν εκτέλεσε, ύψους €17.842, ποσό που διεκδικούν από τους Εναγόμενους. Επιπρόσθετα, για την επιδιόρθωση κάποιων εκ των κακοτεχνιών που υπήρχαν στην κατοικία, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έχουν καταβάλει ήδη το ποσό των €11.945 ενώ για την αποκατάσταση κάποιων άλλων απαιτείται ποσό €1.
- Διεκδικούν και αυτά τα ποσά από τους Εναγόμενους. Πέραν των πιο πάνω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπήρξε καθυστέρηση 12 μηνών στην ολοκλήρωση των εργασιών και παράδοσης της κατοικίας τους κάτι που τους ανάγκασε να συνεχίσουν να διαμένουν σε διαμέρισμα που για το χρονικό αυτό διάστημα. Ένεκα αυτού αξιώνουν από τους Εναγόμενους ποσό €6.000 το οποίο αντιπροσωπεύει ποσό €500 μηνιαίως που ισχυρίζονται ότι θα εισέπρατταν από την ενοικίαση διαμερίσματος τους. Τέλος διεκδικούν νόμιμο τόκο επί των πιο πάνω ποσών καθώς και τα έξοδα της διαδικασίας. Ο Εναγόμενος 1, στην Υπεράσπιση του, αρνείται την ύπαρξη κακοτεχνιών ενώ αρνείται επίσης ότι υπήρχαν εργασίες τις οποίες όφειλε να εκτελέσει αλλά δεν εκτέλεσε. Παραδέχεται ότι δεν κατείχε την προβλεπόμενη από τη σχετική νομοθεσία εργοληπτική άδεια για την ανέγερση της επίδικης κατοικίας. Ισχυρίζεται όμως ότι το γεγονός αυτό ήταν εις γνώση των Εναγόντων κατά τη σύναψη της μεταξύ τους συμφωνίας και ότι αυτοί επέλεξαν να συμβληθούν μαζί του παρά το γεγονός αυτό. Αναφορικά με την ισχυριζόμενη καθυστέρηση στην εκτέλεση των εργασιών και ολοκλήρωση της κατοικίας, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι υπαίτιοι για την καθυστέρηση ήταν οι Ενάγοντες. Σε σχέση με τα διατακτικά υπ' αριθμούς 9, 10 και 11 που είχαν εκδοθεί από τους Εναγόμενους 2 και 3, η δικογραφημένη θέση του Εναγόμενου 1 είναι ότι αυτά καλύπτονται από δεδικασμένο αφού αποτελούσαν αντικείμενο στην αγωγή 288/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην οποία η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο. Για το δε αποτέλεσμα της διαιτησίας, αναφέρουν ότι δεν έγινε αποδεκτό από κανένα μέρος. Ως αποτέλεσμα ο Εναγόμενος 1 είχε καταχωρήσει την αγωγή 288/2007 με την οποία αξίωνε την πληρωμή των ποσών που αφορούσαν τα διατακτικά υπ' αριθμούς 9, 10 και 11 και εξασφάλισε υπέρ του απόφαση, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Οι Εναγόμενοι 2 και 3, στην Υπεράσπιση τους αρνούνται ότι ενήργησαν αμελώς. Ισχυρίζονται ότι καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των εργασιών οφειλόταν στους Ενάγοντες ενώ ισχυρίζονται επίσης ότι οι Ενάγοντες είχαν επιλέξει τον Εναγόμενο
- Επί αυτού, η δικογραφημένη τους θέση είναι ότι ενημέρωσαν τους Ενάγοντες ότι ο Εναγόμενος 1 δεν κατείχε εργοληπτική άδεια κατάλληλης Τάξης πριν την υπογραφή της συμφωνίας και ότι οι Ενάγοντες επέλεξαν να συμβληθούν μαζί του παρά το γεγονός αυτό. Αναφορικά με τη θέση των Εναγόντων για ύπαρξη κακοτεχνιών στην κατοικία, οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι οι κακοτεχνίες που υπήρχαν εντοπίστηκαν εγκαίρως από τους ίδιους και επιδιορθώθηκαν από τον Εναγόμενο
- Τέλος υποστηρίζουν ότι οι Ενάγοντες τους οφείλουν ποσό €2.221 «για υπηρεσίες που τους προσέφεραν και/ή εργασίες που εκτέλεσαν» και σε σχέση με το ποσό αυτό εγείρουν Ανταπαίτηση. Σημειώνω ότι όλοι οι Εναγόμενοι εγείρουν ενστάσεις στο δικαίωμα των Εναγόντων να κινούν την παρούσα αγωγή υποστηρίζοντας ότι τα επίδικα θέματα καλύπτονται από δεδικασμένο καθώς και ότι η αγωγή προωθείται καταχρηστικά. Θα επανέλθω στα ζητήματα αυτά στην πορεία. Κατά την ακρόαση της αγωγής έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο έντεκα συνολικά μάρτυρες. Παρουσιάστηκαν επίσης και κατατέθηκαν ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή. Ειδική αναφορά σε κάποια από τα τεκμήρια γίνεται κατωτέρω. Σημειώνω ότι μέρος των γεγονότων που συνθέτουν το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας υπόθεσης είναι αποδεκτά από όλα τα μέρη και δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Αυτά συνοψίζονται ως εξής: 1 Ο Εναγόμενος 1 στην παρούσα αγωγή, είχε καταχωρήσει την αγωγή υπ' αριθμό 288/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εναντίον των Εναγόντων 1 και 2 στην παρούσα. Στα πλαίσια εκείνης της αγωγής εξασφάλισε απόφαση υπέρ του και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2 για ποσό Λ.Κ.21.393 πλέον τόκους και έξοδα. Το ποσό αυτό αφορούσε τα διατακτικά πληρωμής υπ' αριθμούς 9, 10 και 11 που είχαν εκδοθεί σε σχέση με την ανέγερση της κατοικίας των Εναγόντων 1 και
- Οι Ενάγοντες 1 και 2 στην παρούσα (εναγόμενοι 1 και 2 στην αγωγή εκείνη) είχαν καταχωρήσει εμφάνιση αλλά εκδόθηκε εναντίον τους απόφαση ένεκα της παράληψης τους να καταχωρήσουν Υπεράσπιση. 2 Μετά την καταχώρηση της αγωγής 288/2007 και πριν την έκδοση της απόφασης, οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος 1 στην παρούσα, είχαν παραπέμψει τη διαφορά τους σε διαιτησία. Σύμφωνα με το διαιτητικό πόρισμα οι Ενάγοντες 1 και 2 όφειλαν στον Εναγόμενο 1 ποσό Λ.Κ.5.441 πλέον Φ.Π.Α. ενώ εντοπίστηκαν κάποιες κακοτεχνίες και αδικαιολόγητες χρεώσεις. 3 Μετά την έκδοση του διαιτητικού πορίσματος, οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν πλήρωσαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας στον εργολάβο το ποσό που είχε καθορίσει ο διαιτητής. Ο Εναγόμενος 1 με την σειρά του ειδοποίησε γραπτώς τον διαιτητή και τον τότε συνήγορο των Εναγόντων ότι δεν συμφωνεί και δεν αποδέχεται το πόρισμα του (Τεκμήριο 18). Κανένα από τα μέρη δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για ακύρωση ή παραμερισμό του πορίσματος. 3 Μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον τους στην αγωγή 288/2007, οι Ενάγοντες 1 και 2 στην παρούσα καταχώρησαν αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η αίτηση τους απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 4.7.2008 (Τεκμήριο 15). 4 Οι Ενάγοντες 1 και 2 στην παρούσα εφεσίβαλαν την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 4.7.2008 (Τεκμήριο 15) όμως η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο στις 21.3.2011 (Τεκμήριο 16). Το Εφετείο επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα για κακοτεχνίες μπορούσαν να προωθηθούν με άλλη αγωγή στο μέλλον. 5 Οι Ενάγοντες 1 και 2 στην παρούσα καταχώρησαν ακολούθως την αγωγή 1948/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εναντίον του Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 19) με την οποία ζητούν μεταξύ άλλων την ακύρωση της απόφασης στην αγωγή 288/2007 ισχυριζόμενοι ότι αυτή εξασφαλίστηκε με δόλο και/ή απάτη διότι ο Εναγόμενος 1 δεν απεκάλυψε ότι δεν ήταν κάτοχος της προβλεπόμενης από το νόμο άδειας εργολήπτη με αποτέλεσμα η συμφωνία με την οποία του ανατέθηκε η ανέγερση της επίδικης κατοικίας να είναι άκυρη. Η εν λόγω αγωγή εκκρεμεί προς εκδίκαση. Επανέρχομαι στην ακροαματική διαδικασία. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω ωφέλιμο να παραθέσω με λεπτομέρεια όλα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κυρίων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε και που αφορά άμεσα τα επίδικα θέματα ή που κρίθηκε σημαντική για σκοπούς αξιολόγησης. Πρώτος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο κ. Παναγιώτης Ξενοφώντος, ανώτερος τεχνικός του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Λάρνακας (ΜΕ1). Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είχε υποβληθεί από τον κ. Γιώργο Φιλίππου και κα Ευτυχία Γεωργίου αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας για την ανέγερση κατοικίας αποτελούμενης από 2 ορόφους και χώρο στάθμευσης. Σύμφωνα με τον ΜΕ1 η αίτηση υποβλήθηκε στις 9.1.2003 και η πολεοδομική άδεια εκδόθηκε στις 30.5.
- Δεύτερος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο κ. Γεώργιος Φιλίππου, πατέρας της Ενάγουσας 2 (ΜΕ2), ο οποίος ανέφερε ότι είναι συνιδιοκτήτης του ακινήτου στο οποίο έχει ανεγερθεί η επίδικη κατοικία και ότι είχε προβεί σε διαβήματα στο Τμήμα Πολεοδομίας για εξασφάλιση των απαραίτητων αδειών για την ανέγερση της. Τρίτος μάρτυρας ήταν ο Ενάγοντας 1, κ. Περικλής Γεωργίου (ΜΕ3). Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι περί το 2003 αυτός και η σύζυγος του ξεκίνησαν τη διαδικασία λήψης των απαραίτητων αδειών για ανέγερση της κατοικίας τους. Συνέχισε λέγοντας ότι περί το 2004 αυτός και η σύζυγος του διόρισαν τους Εναγόμενους 2 και 3 ως αρχιτέκτονες και τους ανέθεσαν την παροχή σχετικών υπηρεσιών. Οι δε Εναγόμενοι 2 και 3 ετοίμασαν τα αρχιτεκτονικά σχέδια, τεχνικούς όρους και έντυπα προσφορών για την ανέγερση της κατοικίας τους. Ακολούθως ο Εναγόμενος 1 είδε τυχαία ένα σπίτι υπό ανέγερση το οποίο του άρεσε και έμαθε ότι ο εργολάβος που είχε αναλάβει την ανέγερση του ήταν ο Εναγόμενος
- Τον συνάντησε και του ζήτησε να υποβάλει προσφορά για την ανέγερση της επίδικης κατοικίας. Στη συνέχεια, μαζί με την Ενάγουσα 2, ενημέρωσαν τον Εναγόμενο 1 ότι ήθελαν να συνεργαστούν και διευθέτησαν συνάντηση και με τους αρχιτέκτονες. Ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν ζήτησαν από τον Εναγόμενο 1 την εργοληπτική του άδεια και δεν τον ρώτησαν σε σχέση με την εμπειρία του. Ρώτησαν μόνο πως είχαν γνωριστεί και ο Ενάγοντας 1 τους εξήγησε πως συναντήθηκαν. Είπε ακολούθως ότι δεν ζήτησαν την παροχή εγγύησης από τον Εναγόμενο 1 πριν του αναθέσουν την εργολαβία διότι βασίστηκαν στην διαβεβαίωση των Εναγόμενων 2 και 3 ότι μέρος των καθηκόντων τους ήταν η συνεχής επίβλεψη και έλεγχος των εργασιών. Ακολούθως, στις 22.3.2004, υπεγράφη συμφωνητικό έγγραφο μεταξύ του Ενάγοντα 1 ως εργοδότη και του Εναγόμενου 2 ως εργολάβου για την ανέγερση της επίδικης κατοικίας (Τεκμήριο 2). Παρενθετικά αναφέρω ότι η συμφωνία Τεκμήριο 2 τιτλοφορείται «συμφωνητικό έγγραφο και εγγυητικό συμβόλαιο οικοδομικών έργων χωρίς ποσότητες» και είναι εγκεκριμένη από τον Σύνδεσμο Πολιτικών Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων Κύπρου και το Σύνδεσμο Εργολάβων Οικοδομών Κύπρου. Σε αυτή καθορίζεται ο Μάρτιος 2004 ως χρόνος έναρξης εργασιών καθώς και ότι οι εργασίες θα ολοκληρωθούν εντός 15 μηνών. Η συμφωνία Τεκμήριο 2 υπογράφεται από τον Ενάγοντα 1 ως εργοδότη και τον Εναγόμενο 1 ως εργολάβο και προσυπογράφεται από την Εναγόμενη 2 ως μάρτυρα. Ο Ενάγοντας 1 συνέχισε λέγοντας ότι οι εργασίες ανέγερσης ξεκίνησαν με περίπου 6 μήνες καθυστέρησης ένεκα του ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν απασχολημένος σε άλλη οικοδομή. Ανέφερε ότι μετά την έναρξη των εργασιών και μέχρι το διατακτικό υπ' αριθμό 8 «όλα όδευαν καλώς» αφού γινόταν σωστή επίβλεψη του έργου από τους Εναγόμενους 2 και 3 ενώ οι πληρωμές των διατακτικών γίνονταν αμέσως. Υποστήριξε ότι οι κακοτεχνίες στην επίδικη κατοικία ξεκίνησαν «προς την ολοκλήρωση του σπιτιού όταν ξεκίνησαν να μπαίνουν οι σουβάδες» και από τότε δεν είδε τους αρχιτέκτονες να επισκέπτονται την οικοδομή. Σε κάποιο στάδιο ο ίδιος με την Ενάγουσα 2 ενημέρωσαν την Εναγόμενη 2 για τις κακοτεχνίες και αυτή προέβη σε επιτόπια εξέταση κατά την οποία διαπίστωσε τις κακοτεχνίες και ζήτησε από τον Εναγόμενο 1 να τις επιδιορθώσει. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, ο Εναγόμενος 1 επιδιόρθωσε κάποιες από τις κακοτεχνίες και όταν παραπονέθηκαν στους αρχιτέκτονες για τις υπόλοιπες δεν είχαν καμία ανταπόκριση ενώ οι Εναγόμενοι 2 και 3 προχώρησαν με την έκδοση των διατακτικών πληρωμής υπ ' αριθμούς 9, 10 και
- Ο Ενάγοντας 1 υποστήριξε ότι όλοι οι Εναγόμενοι επέδειξαν αμέλεια στον τρόπο που ενήργησαν ενώ παρέβηκαν και τις πρόνοιες της συμφωνίας Τεκμήριο
- Πρόσθεσε ότι «περί το 2011 και προ πολλού» ήρθε σε γνώση τους ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν κάτοχος άδειας Τάξης Ε από το Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών και κατά συνέπεια δεν νομιμοποιείτο να αναλάβει την εκτέλεση έργου με εμβαδό όπως αυτό της επίδικης κατοικίας. Αναφέρθηκε ακολούθως αναλυτικά στις κακοτεχνίες που υπάρχουν στην κατοικία ενώ στους Εναγόμενους 2 και 3 καταλόγισε το ότι αμέλησαν να εξακριβώσουν κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 είχε τις απαραίτητες άδειες, ικανότητες και εμπειρία για να αναλάβει την ανέγερση της επίδικης κατοικίας, δεν μερίμνησαν ώστε «να συμπεριλάβουν στο συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 22.3.2004 όρους που επιβάλλονταν υπό τις περιστάσεις να επιβληθούν για την προστασία των δικαιωμάτων μας, την επιτήρηση, τον έλεγχο της εκτέλεσης των εργασιών από τον εναγόμενο 1». Επιπρόσθετα τους καταλογίζει ότι εξέδωσαν τα διατακτικά πληρωμής υπ' αριθμούς 9, 10 και 11 παρά τις ημιτελής εργασίες και κακοτεχνίες που υπήρχαν στην οικοδομή. Προσθέτει ότι η διαφορά τους με τον Εναγόμενο 1 παραπέμφθηκε σε διαιτησία με βάση τις πρόνοιες του Κεφ. 4 με βάση γραπτή συμφωνία προς διαιτησία ημερομηνίας 4.6.2007 (Τεκμήριο 3) και ότι ο διαιτητής κ. Χρίστος Χατζηχρίστος (ΜΕ5) εξέδωσε το διαιτητικό του πόρισμα στις 16.7.2007 (Τεκμήριο 4). Η δε ύπαρξη ημιτελών, μη εκτελεσθεισών εργασιών και κακοτεχνιών επισημαίνεται και από τον διαιτητή στο πόρισμα του. Παρενθετικά αναφέρω ότι η συμφωνία διαιτησίας Τεκμήριο 3 έγινε μεταξύ των Εναγόντων 1 και 2 και του Εναγόμενου 1 και, μεταξύ άλλων, προβλέπει ότι «όλα τα τεχνικά ζητήματα και/ή οικονομικά και/ή οποιαδήποτε άλλα που συνδέονται με αυτά. παραπέμπονται προς διαιτησία ενώπιο του κ. Χρίστου Χατζηχρίστου που έχει διοριστεί από το ΕΤΕΚ. του οποίου η απόφαση θα είναι τελική και δεσμευτική για τα δύο μέρη». Σημειώνω επίσης ότι σύμφωνα με το πόρισμα του διαιτητή Τεκμήριο 4, μεταξύ άλλων, στην οικοδομή υπήρχαν κακοτεχνίες τις οποίες καταγράφει και το κόστος επιδιόρθωσης των κακοτεχνιών αυτών καθορίζεται στο ποσό των Λ.Κ. 3.
- Σύμφωνα επίσης με το πόρισμα, στα διατακτικά πληρωμής υπ' αριθμούς 9, 10 και 11 περιλήφθηκαν χρεώσεις για εργασίες οι οποίες δεν εκτελέστηκαν από τον εργολάβο. Καταγράφει με λεπτομέρεια τις εργασίες αυτές και κοστολογεί την κάθε μια, καταλήγοντας στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.10.
- Λεπτομερής αναφορά στο πόρισμα του διαιτητή γίνεται κατωτέρω. Ο Ενάγοντας 1 ανέφερε επίσης ότι για την αποκατάσταση κάποιων από των κακοτεχνιών έχουν πληρώσει συνολικό ποσό €11.945 και παρουσίασε σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις πληρωμής, Τεκμήρια 5, 6 και
- Ταυτόχρονα, υποστήριξε ότι για την αποκατάσταση άλλων κακοτεχνιών απαιτείται επιπρόσθετο ποσό €1.
- Καταλογίζει στους Εναγόμενους 2 και 3 ότι ενήργησαν αμελώς συμπεριλαμβάνοντας στα διατακτικά υπ' αριθμούς 9 και 10 τα ποσά των μη εκτελεσθεισών εργασιών τα οποία οι Ενάγοντες κατέστησαν υπόχρεοι να καταβάλουν προς τον Εναγόμενο
- Διεκδικούν επίσης από αυτούς τα ποσά των €11.945 και €1.020 που αναφέρονται πιο πάνω υποστηρίζοντας ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ενήργησαν αμελώς όταν παρέλειψαν να αφαιρέσουν τα εν λόγω ποσά από το ποσό των διατακτικών πληρωμής 9, 10 και
- Τέλος, ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι υπήρξε καθυστέρηση 12 μηνών στην ολοκλήρωση της κατοικίας και οι Ενάγοντες αναγκάστηκαν για την περίοδο αυτή να διαμένουν σε διαμέρισμα τους. Ως αποτέλεσμα, δεν ήταν σε θέση να ενοικιάζουν το εν λόγω διαμέρισμά σε τρίτα πρόσωπα και απώλεσαν μηνιαία ενοίκια ύψους €500, ήτοι συνολικό ποσό €6.000 το οποίο επίσης διεκδικούν από τους Εναγόμενους. Κατά την αντεξέταση του και ερωτώμενος αναφορικά με τη χρονολογική σειρά των γεγονότων που οδήγησαν στον διορισμό του Εναγόμενου 1, ο Ενάγοντας 1 ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί επακριβώς το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Αρνήθηκε επίσης ότι είχε λάβει προειδοποιητικές επιστολές από τον δικηγόρου του Εναγόμενου 1, ημερομηνίας 10.4.2006, 15.9.2006 και 19.6.206 (Τεκμήρια 9, 10 και 11 αντίστοιχα). Υποστήριξε ότι τα διατακτικά υπ' αριθμούς 9, 10 και 11 δεν έπρεπε να είχαν εκδοθεί γιατί στο έργο υπήρχαν κακοτεχνίες και εργασίες που δεν εκτελέστηκαν ενώ δεν έγινε ποτέ παράδοση της κατοικίας. Όταν ερωτήθηκε σχετικά, υποστήριξε ότι έμαθε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν κάτοχος άδειας της απαραίτητης τάξης για την ανέγερση της οικοδομής περί το 2007-2008 και αρνήθηκε ότι το γνώριζε από την αρχή. Ανέφερε ότι οι Ενάγοντες είχαν συστήσει τον Εναγόμενο 1 στους αρχιτέκτονες όμως οι αρχιτέκτονες είχαν ευθύνη να ελέγξουν την άδεια και καταλληλότητα του εργολάβου και να ενεργήσουν για να προστατεύσουν τα συμφέροντα των Εναγόντων. Παρενθετικά αναφέρω ότι το διατακτικό υπ' αριθμό 9 φέρει ημερομηνία 20.3.2006, αφορά το ποσό των Λ.Κ.10.000 και ως εκτελεσθείσα εργασία αναγράφεται σε αυτό η λέξη «έναντι». Το διατακτικό υπ' αριθμό 10 φέρει ημερομηνία 9.6.2006, αφορά το ποσό των Λ.Κ.5.900 και δεν αναγράφει ποια εκτελεσθείσα εργασία ή τι άλλο αφορά. Το διατακτικό υπ' αριθμό 11 φέρει ημερομηνία 13.12.2006, αφορά το ποσό των Λ.Κ.5.493 και αναγράφει ότι το ποσό των Λ.Κ. 1.680 αφορά «κράτηση» ενώ το ποσό των Λ.Κ.3.813 αφορά «αναθεώρηση τιμών & εργατικών». Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα 1 από το συνήγορο των Εναγομένων 2 και 3, του τέθηκε ότι υπήρχε διακοπή στην εκτέλεση των εργασιών για περίοδο περίπου 5 μηνών, από τον Οκτώβριο 2004 μέχρι τον Φεβρουάριο 2005 ένεκα του ότι οι Ενάγοντες καθυστέρησαν στην πληρωμή του ποσού του διατακτικού πληρωμής υπ' αριθμό
- Ο Ενάγοντας 1 αρνήθηκε ότι υπήρχε καθυστέρηση υποστηρίζοντας ότι όλα τα διατακτικά που εκδόθηκαν από τους αρχιτέκτονες μέχρι και το διατακτικό υπ' αριθμό 8 είχαν πληρωθεί κανονικά. Επόμενος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν ο κ. Παναγιώτης Θεοδόση, οικοδόμος (ΜΕ4). Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι σήμερα είναι 32 ετών και ότι από τότε που απολύθηκε από το στρατό ασχολείται με οικοδομικές εργασίες. Ο ΜΕ4 αναγνώρισε τα τιμολόγια και αποδείξεις Τεκμήρια 5, 6 και 7 ως αυτά που εξέδωσε ο ίδιος και που αφορούσαν εργασίες που διεκπεραίωσε στην επίδικη κατοικία. Εξήγησε ότι του είχαν αναθέσει οι Ενάγοντες την επιδιόρθωση κακοτεχνιών στην κατοικία του. Αναφορικά με το τιμολόγιο Τεκμήριο 5, αυτό φέρει ημερομηνία 20.10.2008 και ο ΜΕ4 εξήγησε ότι περί τον χρόνο εκείνο διενήργησε τις εργασίες που κατέγραψε σε αυτό. Ειδικότερα αφορούσε τις ακόλουθες εργασίες για τις οποίες πληρώθηκε από τους Ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά: (ι) Μετακίνηση ηλιακού, μόνωση με κατρόχαρτο και βάψιμο με ασημομπογιά της ταράτσας κάτω από αυτό €1.300 (ιι) Μόνωση πλαινού τοίχου και τοποθέτηση μπετόν και σπάτουλας €560 (ιιι) Ψίλωμα πατώματος γκαράζ, σιδεροσύνδεση €300 (ιν) Εφαρμογή μπετόν και κεραμικών πατώματος γκαράζ 36τ.μ. €750 (ν) Εφαρμογή, κτίσιμο και επένδυση τζακιού €700 Σύνολο €3.610 Αναφορικά με το τιμολόγιο Τεκμήριο 6, αυτό εκδόθηκε στις 20.7.2008 και ο ΜΕ4 εξήγησε ότι περί τον χρόνο εκείνο διενήργησε τις εργασίες που κατέγραψε σε αυτό. Ειδικότερα αφορούσε τις ακόλουθες εργασίες για τις οποίες πληρώθηκε από τους Ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά: (ι) Τοποθέτηση καγκέλων και πιάσιμο με μπετόν €250 (ιι) Αφαίρεση 3ου χεριού μπετόν και τοποθέτηση μαρμάρου στην πρόσοψη του σπιτιού, στην πίσω πάνω βεράντα και στον μπροστινό εξώστη 38τ.μ. €680 (ιιι) Αφαίρεση και τοποθέτηση κεραμικών εντός του σπιτιού 150τ.μ. €3.000 (ιν) Αφαίρεση επένδυσης σκάλας και επανεπένδυση €2.000 Σύνολο €5.930 Αναφορικά με το τιμολόγιο Τεκμήριο 7, αυτό εκδόθηκε στις 10.10.2011 και ο ΜΕ4 εξήγησε ότι περί τον χρόνο εκείνο διενήργησε τις εργασίες που κατέγραψε σε αυτό. Ειδικότερα αφορούσε τις ακόλουθες εργασίες για τις οποίες πληρώθηκε από τους Ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά: (ι) Τρίτο χέρι περιτοιχίσματος σπιτιού €1.700 (ιι) Τρίτο χέρι περιμετρικά παραθύρων σπιτιού €400 (ιιι) Σουβάτισμα και μόνωση «παραλακουθκιών» €350 Σύνολο €2.450 Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί τόσο τα τιμολόγια όσο και οι αποδείξεις πληρωμής έχουν συνεχόμενους διακριτικούς αριθμούς ενώ φαίνεται να έχουν παρέλθει μήνες και χρόνια μεταξύ τους απάντησε ότι δεν εκδίδει για όλες τις εργασίες που αναλαμβάνει τιμολόγια παρά μόνο εάν του το ζητήσει ο εκάστοτε πελάτης. Αρνήθηκε ότι τα τιμολόγια ήταν εικονικά και ότι τα είχε εκδώσει μόνο για να βοηθήσει τους Ενάγοντες επιμένοντας ότι είχε εκτελέσει όλες τις εργασίες που καταγράφονται σε αυτά. Πέμπτος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν ο κ. Χρίστος Χατζηχρίστος, πολιτικός μηχανικός, πραγματογνώμονας και διαιτητής του ΕΤΕΚ (ΜΕ5). Αφού αναφέρθηκε στα ακαδημαικά του προσόντα και την εμπειρία του, υιοθέτησε το περιεχόμενο του πορίσματος του Τεκμήριο
- Ανέφερε ότι είναι εμπειρογνώμονας του ΕΤΕΚ και τον διόρισαν από κοινού οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος 1 δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαιτησίας, Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι η ουσία της διαφοράς ήταν ότι είχαν εκδοθεί τα διατακτικά πληρωμή 9, 10 και 11 σε σχέση με την επίδικη οικοδομή τα οποία οι Ενάγοντες δεν πλήρωναν διότι ισχυρίζονταν ότι υπήρχαν αφαιρέσεις και κακοτεχνίες που δεν λήφθηκαν υπόψη στην έκδοση των διατακτικών. Είπε ότι για σκοπούς της έρευνας του διενήργησε επιτόπια εξέταση στην επίδικη κατοικία στην οποία παρόντες ήταν οι Ενάγοντες ενώ ο Εναγόμενος 1 δεν παρέστη αν και γνώριζε για την ημερομηνία και χρόνο της εξέτασης. Κατάληξη του, αφού έλαβε υπόψη το κόστος αποκατάστασης των κακοτεχνιών που εντόπισε και αφαίρεσε χρεώσεις που δεν έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί στα διατακτικά πληρωμής, ήταν ότι οι ιδιοκτήτες όφειλαν στον Εναγόμενο 1 ποσό Λ.Κ.5.441 πλέον Φ.Π.Α. Εξήγησε ότι για να καταλήξει στο ποσό αυτό έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, την συμφωνημένη αμοιβή του εργολάβου, αφαίρεσε το ποσό που είχε ήδη πληρωθεί δυνάμει των διατακτικών πληρωμής 1-8, πρόσθεσε ποσό που αντιστοιχούσε σε εργασίες πέραν των συμφωνημένων που διεκπεραίωσε ο εργολάβος, αφαίρεσε κόστος για εργασίες που είχαν πληρωθεί από τους Ενάγοντες αλλά δεν εκτελέστηκαν από τον εργολάβο και λανθασμένα είχαν χρεωθεί (Λ.Κ.10.432) και αφαίρεσε το κόστος για την επιδιόρθωση κακοτεχνιών που εντόπισε (Λ.Κ.3.540). Αναφέρθηκε στα καθήκοντα του αρχιτέκτονα ενός έργου και εξήγησε ότι αυτά δεν καθορίζονται από τη νομοθεσία αλλά ένας αρχιτέκτονας που ενεργεί σύμφωνα με τους κανόνες δεοντολογίας του επαγγέλματος του έχει καθήκον, μεταξύ άλλων, να επιβλέπει την εκτέλεση των εργασιών, να εντοπίζει τυχόν κακοτεχνίες, να εκδίδει απαραίτητες οδηγίες για τροποποιήσεις ή διορθώσεις και να ελέγχει την ικανότητα του εργολάβου να αναλάβει το έργο. Κατέγραψε τις κακοτεχνίες που εντόπισε στην επίδικη κατοικία και το κόστος αποκατάστασης τους κατά τον ουσιώδη χρόνο στο Παράρτημα Γ του πορίσματος του Τεκμήριο
- Έχουν ως εξής: (ι) Κεραμικά δαπέδου - ισόγειο 50τμ χ 30τμ Λ.Κ.1500 (ιι) Κεραμικά δαπέδου - όροφος 20τμ χ 30τμ Λ.Κ.600 (ιιι) Κεραμικά βεράντας - όροφος 20τμ χ 30τμ Λ.Κ.600 (ιν) Σκρητ βεράντας διόρθωση 20τμ χ Λ.Κ.10/τμ Λ.Κ.200 (ν) Σπάτουλα / μπογιά ταβανιών 30τμ χ Λ.Κ.5 Λ.Κ.150 (νι) Σπάτουλα / μπογιά τοίχων 50τμ χ Λ.Κ.5 Λ.Κ.250 (νιι) Σκρητ / μόνωση πλάκας ντεποζίτων 10τμ χ 12 Λ.Κ.120 (νιιι) Μόνωση βεράντας ορόφου 20τμ χ Λ.Κ.6 Λ.Κ.120 Σύνολο Λ.Κ.3.540 Κατά την κυρίως εξέταση του ΜΕ5, τέθηκαν υπόψη του από τη συνήγορο των Εναγόντων τα τιμολόγια Τεκμήρια 5, 6 και 7 και ερωτήθηκε σε σχέση με τις εργασίες που ο ΜΕ4 ανέφερε ότι είχε διεκπεραιώσει στην οικοδομή. Σχολιάζοντας το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5, 6 και 7, ο ΜΕ5 σε σχέση με την χρέωση ποσού €1.300 για μετακίνηση του ηλιακού που βρίσκεται στο Τεκμήριο 5, ο ΜΕ5 χαρακτήρισε το ποσό υπερβολικό ενώ δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την εύλογη αξία για τη συγκεκριμένη εργασία κατά το
- Σε σχέση με τη χρέωση ποσών €3.000 και €2.000 για αφαίρεση και επανατοποθέτηση κεραμικών στο πάτωμα και στη σκάλα αντίστοιχα που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 6, ο ΜΕ5 υποστήριξε ότι δεν είχε εντοπίσει κακοτεχνίες στη σκάλα της κατοικίας ενώ θεωρεί λάθος την αναφορά σε κεραμικά πατώματος ισογείου εμβαδού 150 τμ, υποστηρίζοντας ότι το εμβαδό ήταν λιγότερο. Ανέφερε επίσης ότι κάποιες από τις εργασίες και αντίστοιχες χρεώσεις που παρουσιάζονται στα Τεκμήριο 5, 6 και 7 δεν ήταν υποχρέωση του εργολάβου να τις διεκπεραιώσει βάση του συμβολαίου. Σε σχέση με άλλες εξήγησε ότι έκανε τις σχετικές αφαιρέσεις και στο πόρισμα του. Ερωτήθηκε επιπρόσθετα από τη συνήγορο των Εναγόντων για την ποιότητα της εργασίας του εργολάβου. Απάντησε ότι «παρόλο που υπήρχαν ατέλειες, γενικά η ποιότητα της εργασίας ήταν καλή. Υπήρχαν ατέλειες που έπρεπε να γίνουν αφαιρέσεις και επιδιορθώσεις όμως γενικά η ποιότητα ήταν καλή». Επόμενη μάρτυρας ήταν η κα Ελένη Χαραλάμπους, λειτουργός στο Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών (ΜΕ6). Η ΜΕ6 ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο κάτοχος άδειας από το Συμβούλιο, Τάξης Ε (Τεκμήρια 27 και 28) και εξήγησε ότι αυτό του έδινε το δικαίωμα να εκτελεί έργα μέχρι 300τμ. Ακολούθως κατέθεσε στο Δικαστήριο ο κ. Πάρης Γεωργιάδης, λειτουργός στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΜΕ7). Ανέφερε ότι η επίδικη κατοικία ενώθηκε με το δίκτυο παροχής ρεύματος της ΑΗΚ στις 5.7.2007 και ότι κατόπιν αίτησης του Ενάγοντα 1, η ΑΗΚ είχε παραδώσει τους όρους για την σύνδεση με το δίκτυο στις 6.6.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι εάν οι όροι πληρούνταν ενωρίτερα και πληρωνόταν το προβλεπόμενο τέλος τότε η σύνδεση θα μπορούσε επίσης να γίνει ενωρίτερα. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Εναγόμενος 1 (ΜΥ1). Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι τον είχε προσεγγίσει ο Ενάγοντας 1 ο οποίος είχε δει την ποιότητα της δουλειάς του σε άλλη οικοδομή όπου εργαζόταν και του ζήτησε να του δώσει προσφορά για την ανέγερση της επίδικης κατοικίας. Συνέχισε λέγοντας ότι υπέβαλε προσφορά (Τεκμήριο 1) και ακολούθησε συνάντηση μεταξύ των Εναγόντων, του ιδίου και τον αρχιτεκτόνων. Ανέφερε ότι κατά την συνάντηση η Εναγόμενη 2 τον ρώτησε για την Τάξη της άδειας που κατέχει, ο ίδιος της είπε ότι ήταν κάτοχος άδειας Τάξης Ε και η ίδια με τη σειρά της αφού σχολίασε ότι το εμβαδό του έργου υπερέβαινε τα τ.μ. τα οποία κάλυπτε η Τάξη Ε ενημέρωσε σχετικά τους Ενάγοντες. Υποστήριξε ότι οι Ενάγοντες επέμεναν να του αναθέσουν το έργο και στην πορεία υπογράφηκε η συμφωνία εργολαβίας Τεκμήριο
- Σε σχέση με τις ισχυριζόμενες κακοτεχνίες, ανέφερε ότι πριν την έκδοση του διατακτικού πληρωμής υπ' αριθμό 9 είχε γίνει επιθεώρηση της οικοδομής από την Εναγόμενη 2 η οποία του υπέδειξε κάποιες ατέλειες προς επιδιόρθωση και αναφέρθηκε ειδικότερα στα κεραμικά λέγοντας ότι ορισμένα από αυτά «καβαλίτζευκαν νάκκον». Ανέφερε ότι αφού έκανε τις σχετικές επιδιορθώσεις τότε η αρχιτέκτονας εξέδωσε το διατακτικό υπ' αριθμό
- Αργότερα εξέδωσε και τα διατακτικά 10 και
- Ερωτήθηκε σε σχέση με το διαιτητικό πόρισμα και υποστήριξε ότι είναι λανθασμένο και ότι μετά την έκδοση του απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 18 με την οποίο το αμφισβήτησε. Σε σχέση με τα τιμολόγια τεκμήρια 5, 6 και 7 και τις εργασίες που αυτά αναγράφουν, αρνήθηκε ότι χρειαζόταν να γίνουν οι επιδιορθώσεις αυτές ενώ υποστήριξε ότι κάποιες από τις εργασίες, όπως π.χ. το τζάκι, τις οποίες είχε εκτελέσει ο ΜΕ4 δεν ήταν ευθύνη δική του ως εργολάβου αλλά των Εναγόντων. Για την πλευρά της υπεράσπισης, έδωσε ακολούθως μαρτυρία ο κ. Σταύρος Μούχλης, λειτουργός του Τμήματος Δασών, υπεύθυνος του Δασοπυροσβεστικού Σώματος (ΜΥ2). Ανέφερε ότι ο Παναγιώτης Θεοδοσίου (ΜΕ4) κατά τα έτη 2008 και 2011 εργαζόταν ως εποχικός δασοπυροσβέστης για τους μήνες από τον Μάιο μέχρι τον Νοέμβριο. Ειδικότερα για το 2008 ανέφερε ότι το ΜΕ4 εργαζόταν μέρα παρά μέρα ανά δωδεκαήμερο. Στη συνέχεια ο ιδιώτης επιδότης Λεόντιος Θεοδότου (ΜΥ3) αναγνώρισε ως δικές του τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης που αποτελούν μέρος των Τεκμηρίων 9, 10 και 11 και ανέφερε ότι είχε επιδώσει τις αντίστοιχες επιστολές. Ειδικότερα επέδωσε τις επιστολές Τεκμήρια 9 και 10 προσωπικά στον Ενάγοντα 1 και την επιστολή Τεκμήριο 11 στη σύζυγο του Ενάγοντα, την Ενάγουσα
- Τελευταία μάρτυρας ήταν η Εναγόμενη 2 (ΜΥ4) η οποία έδωσε μαρτυρία προς υπεράσπιση της ιδίας και του Εναγόμενου
- Υποστήριξε ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 επιθυμούσαν να αναθέσουν την εργολαβία στον Εναγόμενο 1, τον οποίο οι ίδιοι δεν γνώριζαν εκ των προτέρων. Ανέφερε εξ άλλου ότι κατά την πρώτη τους συνάντηση με τον Εναγόμενο 1 του είχε ζητήσει αντίγραφο της εργοληπτικής του άδεις και όταν διαπίστωσε ότι δεν κατείχε άδεια προβλεπόμενης τάξης, ενημέρωσε τους Ενάγοντες που με τη σειρά τους επέμειναν ότι μόνο με τον Εναγόμενο 1 επιθυμούσαν να συνεργαστούν. Καταληκτικά σημειώνω ότι η ΜΥ4 δεν προσέφερε καμία μαρτυρία σε σχέση με την ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και
- Μετά το πέρας της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τις θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων καθώς και τη νομολογία στην οποία έχουν παραπέμψει. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά, κυρίως, εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Έχω κατά νου ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Όπως καθορίζει η νομολογία, η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των διαφόρων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά γίνονται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα, όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Ξεκινώντας από τον ΜΕ1, θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας ανεξάρτητος και αμερόληπτος, χωρίς ίδιο συμφέρον στην υπόθεση. Κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο ΜΕ2 αναφέρθηκε επί ζητημάτων που δεν άπτονταν της ουσία της αγωγής αλλά αφορούσαν κυρίως το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου το οποίο ανεγέρθηκε η επίδικη κατοικία. Θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστος και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Στρέφομαι στον Ενάγοντα 1 η μαρτυρία του οποίου ήταν μακρά και αμφισβητήθηκε έντονα κατά την αντεξέταση. Ήταν φανερό από τη στάση και συμπεριφορά του στο εδώλιο και από τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν από τους συνηγόρους των Εναγομένων ότι ήταν έντονα συναισθηματικά φορτισμένος όταν κατέθετε στο Δικαστήριο. Η συναισθηματική του φόρτιση και η ένταση που αισθανόταν τον οδηγούσαν στο να τηρεί μια στάση αντιπαραθετική προς τους συνηγόρους των Εναγομένων. Ήταν επίσης εμφανής η αντιπάθεια του προς του Εναγόμενους 1, 2 και
- Σημειώνω ότι αντεξετάστηκε επί μακρόν σε σχέση με τις άλλες δικαστικές διαδικασίες που αφορούν τα επίδικα γεγονότα και επί νομικών θεμάτων για τα οποία προφανώς δεν είχε τις απαραίτητες ειδικές γνώσεις. Το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφής απαντήσεις επί νομικών ζητημάτων σαφώς και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πλήττει την αξιοπιστία του. Ερωτήθηκε περαιτέρω επισταμένα σε σχέση με θέματα που αφορούσαν την ερμηνεία των ειδικών και γενικών τεχνικών όρων της συμφωνίας του με τον Εναγόμενο 1 και ζητήματα που αφορούσαν την αδειοδότηση εργολάβων με βάση την ειδική νομοθεσία. Και πάλιν η αδυναμία του να απαντήσει με σαφήνεια και να διατυπώσει ξεκάθαρες θέσεις στις ερωτήσεις αυτές, θεωρώ ότι δεν μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία του γιατί δεν υπάρχει καμία εισήγηση ή περιθώριο να ισχυριστεί κάποιος ότι κατείχε οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη ή ειδικές γνώσεις για τα ζητήματα αυτά. Πρέπει να σημειώσω όμως ότι σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του ο Ενάγοντας 1 έδωσε την εντύπωση ότι εσκεμμένα απέφευγε να απαντήσει ή απαντούσε με ασάφειες και γενικότητες και με τρόπο που θεωρούσε ότι θα ήταν βοηθητικός για την υπόθεση του. Αναφέρομαι ειδικότερα στο ότι ξεκάθαρα απέφυγε να προσδιορίσει πότε ενημερώθηκαν ο ίδιος και η σύζυγο του ότι ο Εναγόμενος 1 δεν κατείχε την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια για εκτέλεση του έργου, τοποθετώντας γενικά το γεγονός αυτό πριν το 2011 χωρίς να γίνει πιο συγκεκριμένος. Αναφέρομαι επίσης στην επιμονή του ότι δεν γνώριζε για τις επιστολές Τεκμήρια 9, 10 και 11, παρά το ότι δύο εξ αυτών επιδόθηκαν στον ίδιο προσωπικά και η τρίτη στη σύζυγο του. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί και έδωσε αντιφατικές απαντήσεις σε σχέση με τα τ.μ. της κατοικίας του. Ούτε και παραγνωρίζω ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί και να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τη χρονολογική σειρά και εξέλιξη των γεγονότων, ειδικότερα σε σχέση με το χρόνο κατά τον οποία διόρισε τους αρχιτέκτονες και αποτάθηκε για την έκδοση πολεοδομικής άδειας. Ακόμα και το γεγονός ότι έχουν παρέλθει περί τα 10 χρόνια από τα επίδικα γεγονότα θεωρώ ότι δεν δικαιολογεί την έκταση των αδυναμιών σε σημαντικά σημεία της μαρτυρίας. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του Ενάγοντα 1 για να καταλήξω σε ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα. Σε σχέση με τον ΜΕ4 κ. Παναγιώτη Θεοδόση, κρίνω ότι γενικά κατέθεσε την αλήθεια αναφορικά με την εμπειρία του στον τομέα των οικοδομών, θεωρώ ότι εκτέλεσε τις εργασίες που καταγράφονται στα τιμολόγια Τεκμήρια 5, 6 και 7 στην επίδικη κατοικία και ότι έλαβε από τους Ενάγοντες τα ποσά τα οποία αναγράφονται στις αντίστοιχες αποδείξεις προς πληρωμή. Στην βαρύτητα και αποδεικτική αξία που αποδίδω στη μαρτυρία του, επανέρχομαι κατωτέρω. Στρέφομαι στον ΜΕ5, πολιτικό μηχανικό και διαιτητή. Πρόκειται για πραγματογνώμονα και μάρτυρα ανεξάρτητο. Σε σχέση με τις κακοτεχνίες στην επίδικη κατοικία εξήγησε πως τις εντόπισε και τι αφορούσαν ως τις κατέγραψε στο πόρισμα του καθώς και το κόστος αποκατάστασης της κάθε μιας με αξίες του επίδικου χρόνου. Στην έκθεση του επίσης αναφέρεται και σε εργασίες στην κατοικία οι οποίες δεν εκτελέστηκαν ποτέ από το Εναγόμενους (Παράρτημα Α Τεκμηρίου 4). Υποστήριξε ότι οι εργασίες αυτές δεν έπρεπε να είχαν χρεωθεί και οι Ενάγοντες δεν υποχρεούνται να τις πληρώσουν. Εξήγησε κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του ότι έλαβε από τους εμπλεκόμενους το συμβόλαιο και όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν το έργο και κατά την επιτόπια εξέταση του διαπίστωσε ότι οι συγκεκριμένες εργασίες δεν εκτελέστηκαν. Ανέφερε ότι σύμφωνα με την έρευνα που διενήργησε, με τις αξίες που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, το κόστος για τις εν λόγω εργασίες ανερχόταν σε Λ.Κ.10.432 και το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό που οι Ενάγοντες κατέβαλαν ή κατέστησαν υπόχρεοι να καταβάλουν στον Εναγόμενο
- Ο ΜΕ5 ήταν πειστικός στις απαντήσεις που έδινε, εξήγησε με σαφήνεια τον τρόπο που ενήργησε για τη διεξαγωγή της έρευνας του καθώς και το περιεχόμενο του πορίσματος του και πως κατέληξε στο τελικό του συμπέρασμα[3]. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία του και ειδικότερα αποδέχομαι τη μαρτυρία του σε σχέση με τις εργασίες που εντόπισε ότι δεν εκτελέστηκαν στην κατοικία και το αντίστοιχο κόστος των Λ.Κ.10.
- Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία του σε σχέση με τις κακοτεχνίες που εντόπισε στην οικοδομή και αντίστοιχο κόστος τους Λ.Κ.3.
- Δεν μου διαφεύγει ότι υπάρχει διαφωνία μεταξύ της μαρτυρίας του ΜΕ4 και του ΜΕ
- Τονίζω την παραδοξότητα του ότι οι Ενάγοντες προσκόμισαν στο Δικαστήριο μαρτυρία σε σχέση με τις αξιώσεις τους η οποία είναι αντιφατική. Αυτό δυστυχώς δεν βοηθά καθόλου το έργο του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία του ΜΕ5 ήταν μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης. Αυτό προκύπτει από τα ακαδημαικά και επαγγελματικά του προσόντα και ενισχύεται από το γεγονός ότι ο ΜΕ5 ήταν διορισμένος ως εμπειρογνώμονας από το ΕΤΕΚ. Αυτά είναι θεωρώ επαρκή εχέγγυα για τις γνώσεις και ικανότητες του[4]. Από την άλλη ο ΜΕ4 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο πολύ νεαρός σε ηλικία, είχε περιορισμένη εμπειρία στον κλάδο και απέκτησε τις γνώσεις του εμπειρικά. Επιπρόσθετα, εκτέλεσε τις εργασίες και είδε την οικοδομή σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από τον επίδικο. Εάν υφίσταντο όλες αυτές οι κακοτεχνίες κατά τον επίδικο χρόνο θεωρώ ότι θα είχαν εντοπιστεί από τον διαιτητή ΜΕ5 κατά την επιθεώρηση του. Εάν δε δεν ο διαιτητής δεν τις εντόπιζε θεωρώ ότι θα του τις υπεδείκνυαν οι Ενάγοντες 1 και 2 που ήταν παρόντες κατά την επιθεώρηση. Για να μην τις έχει συμπεριλάβει ο ΜΕ5 στο πόρισμα του, συνεπάγεται ότι είτε δεν υπήρχαν, ή εάν υποδείχθηκαν ο ΜΕ5 δεν τις θεώρησε ως κακοτεχνίες. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ως ορθή και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ
- Επισημαίνω και το εξής. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, κάποιοι εκ των μαρτύρων αλλά αι συνήγοροι κάποιων εκ των διαδίκων αναφέρθηκαν στον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η διαιτησία και αμφισβήτησαν την ορθότητα του διαιτητικού πορίσματος. Επί αυτού σημειώνω ότι η νομιμότητα, δεσμευτικότητα και ορθότητα του διαιτητικού πορίσματος δεν είναι επίδικο θέμα και δεν θα ελεγχθεί από το παρόν Δικαστήριο. Εξάλλου κανένα από τα μέρη δεν αμφισβήτησε το πόρισμα κατά τον δέοντα τρόπο και χρόνο ενώ η συμφωνία διαιτησίας καθιστά το πόρισμα τελεσίδικο και δεσμευτικό. Για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, αντικρίζω και αντιμετωπίζω τόσο τον διαιτητή (ΜΕ5) όσο και το πόρισμα του ως μέρος της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από τους Ενάγοντες προς απόδειξη της υπόθεσης τους. Οι ΜΕ6 και ΜΕ7 ήταν θεωρώ ανεξάρτητοι και αμερόληπτοι μάρτυρες, χωρίς κανένα συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Σημειώνω ότι η αξιοπιστία τους δεν αμφισβητήθηκε από τους συνηγόρους των Εναγομένων. Συνεπώς αποδέχομαι ως αληθινά τα όσα κατέθεσαν. Σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΕ7, πρέπει να πω ότι δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητική. Είχε προσκομιστεί για να καταδείξει τον χρόνο που οι εργασίες στην οικοδομή τερματίστηκαν, όμως ο ΜΕ7 ανέφερε ότι οι όροι για τη σύνδεση της κατοικίας με το δίκτυο είχαν δοθεί στον Ενάγοντα 1 από 6.6.2005 και δεν γνωρίζει γιατί αυτοί πληρώθηκαν το καλοκαίρι 2007 και τι μεσολάβησε στο μεταξύ. Ο Εναγόμενος 1 πιστεύω ότι δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής κατά τη μαρτυρία του. Ήταν έκδηλο ότι οι σχέσεις του με τους Ενάγοντες 1 και 2 είχαν παρεκτραπεί στα τελικά στάδια της ανέγερσης της κατοικίας και υπήρχαν έντονα αρνητικά συναισθήματα μεταξύ τους. Παρακολουθώντας τον τρόπο που κατέθετε, τη διαφορά στον τρόπο με τον οποίο εκφράστηκε στην γραπτή του δήλωση που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του και στον τρόπο που εκφράστηκε κατά την αντεξέταση του όταν έπρεπε να απαντά αυθόρμητα, θεωρώ ότι παραποίησε τα γεγονότα ή μάλλον προσπάθησε να τα παρουσιάσει με τρόπο που έκρινε ότι του παρείχε πλεονέκτημα για σκοπούς υπεράσπισης. Επομένως και με αυτό το δεδομένο, δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων αναφορικά με τα γεγονότα. Ο ΜΥ2 Σταύρος Μούχλης λειτουργός του Τμήματος Δασών, δεν ανεξετάστηκε και δεν διακρίνει οποιοδήποτε λόγο να μην αποδεχτώ τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Πέραν αυτού όμως, η μαρτυρία του δεν κρίνεται βοηθητική αφού δεν διαφώτισε καθόλου σε σχέση με τα σημαντικά αμφισβητούμενα γεγονότα της αγωγής. Αξιόπιστος θεωρώ ότι ήταν και ο ΜΥ3, ιδιώτης επιδότης Θεοδώρου Λεόντιος την μαρτυρία του οποίου αποδέχομαι. Τελευταία μάρτυρας ήταν η Εναγόμενη
- Σε γενικές γραμμές θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστη. Απαντούσε τις ερωτήσεις που της τέθηκαν με τρόπο ευθύ, πειστικό και σταθερό. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, ήταν σαφής και αυθόρμητη στις απαντήσεις της. Θεωρώ ότι είπε την αλήθεια όταν ανέφερε ότι είχε ενημερωθεί για την τάξη άδειας που κατείχε ο Εναγόμενος 1 και το εμβαδό της επίδικης κατοικίας. Το ότι γνώρισε την τάξη αυτή φαίνεται από το τεκμήριο 8 που φέρει ημερομηνία 19.3.204 και στο οποίο ανέγραψε και την τάξη της άδειας του Εναγόμενου
- Αποδέχομαι επίσης την αναφορά της ότι παρά το ότι ενημέρωσε τους Ενάγοντες, αυτοί επέμεναν να αναθέσουν στον Εναγόμενο 1 την εργολαβία. Όταν ένας μάρτυρας κριθεί ως αξιόπιστος, η μαρτυρία του μπορεί να γίνει δεκτή ολικώς ή μερικώς. Σε σχέση λοιπόν με τη μαρτυρία της ΜΥ4, σημειώνω ότι σε κάποιο σημείο ήταν τόσο ασαφής, αόριστη και δεν μπορούσε να σταθεί στο βάσανο τη λογικής (για λόγους που εξηγώ πιο κάτω) ώστε να μην μπορώ να αποδεχτώ το συγκεκριμένο σημείο. Πρόκειται για τις αναφορές της ότι αφαίρεσε από τα ποσά που είχε να λαμβάνει ο Εναγόμενο 1 και από τα διατακτικά πληρωμής που εξέδωσε, ποσά που αντιστοιχούσαν σε εργασίες τις οποίες ο Εναγόμενος 1 τελικά δεν εκτέλεσε. Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη καθώς και στη βάση των παραδοχών που προκύπτουν από τα δικόγραφα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Τα πιο κάτω ευρήματα είναι επιπρόσθετα των γεγονότων επί των οποίων υπάρχει σύμπτωση μεταξύ των μερών και που δεν αμφισβητήθηκαν, τα οποία έχω ήδη παραθέσει πιο πάνω και δεν θα τα επαναλάβω. (α) Στις 9.1.2003 ο ΜΕ2 και η κα Ευτυχία Γεωργίου, γονείς της Εναγόμενης 2 η οποία είναι σύζυγος του Ενάγοντα 1, υπέβαλαν αίτηση στις αρμόδιες αρχές για έκδοση πολεοδομικής άδειας για ανέγερση της επίδικης κατοικίας. Η πολεοδομική άδεια εκδόθηκε στις 30.5.
- Οι αιτητές ήταν κατά τον χρόνο εκείνο οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου επί του οποίου ανεγέρθηκε η επίδικη κατοικία. Δικαιούχοι της επίδικης κατοικίας είναι οι Ενάγοντες 1 και
- (β) Oι Ενάγοντες ανέθεσαν στους Εναγόμενους 2 και 3 την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων για την επίδικη κατοικία και την επίβλεψη των εργασιών ανέγερσης. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 ετοίμασαν αρχιτεκτονικά σχέδια, τεχνικούς όρους και έντυπα προσφορών. Κατά τον ίδιο περίπου χρόνο, ο Ενάγοντας 1 γνωρίστηκε με τον Εναγόμενο 1 και του ζήτησε προσφορά για την ανέγερση της κατοικίας του. (γ) Ακολούθως οι Ενάγοντες διευθέτησαν συνάντηση μεταξύ των ιδίων, του Εναγόμενου 1 και των Εναγομένων 2 και 3 κατά την διάρκεια της οποίας σύστησαν τον Εναγόμενο 1 στους Εναγόμενους 2 και 3 και τους ανέφεραν ότι επιθυμούσαν να του αναθέσουν την εργολαβία για την ανέγερση της κατοικίας τους. (δ) Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αιτήθηκαν στην Ομοσπονδία Συνδέσμων Εργολάβων Οικοδομών Κύπρου για παραχώρηση συμβολαίου για οικοδομικό έργο αναφέροντας ότι εργολάβος είναι ο Εναγόμενος 1, κάτοχος άδειας Τάξης Ε καθώς και ότι η επίδικη κατοικία θα είχε εμβαδό 350τ.μ. Σε απροσδιόριστο χρόνο, πριν την υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο 2, οι Ενάγοντες πληροφορήθηκαν την Τάξη της άδειας που κατείχε ο εργολάβος. Οι Ενάγοντες επέμεναν να αναθέσουν την εργολαβία στον Εναγόμενο
- (ε) Στις 22.3.2004, υπεγράφη συμφωνητικό έγγραφο μεταξύ του Ενάγοντα 1 ως εργοδότη και του Εναγόμενου 2 ως εργολάβου για την ανέγερση της επίδικης κατοικίας (Τεκμήριο 2). Η συμφωνία Τεκμήριο 2 συνοδευόταν από τα αρχιτεκτονικά σχέδια Τεκμήριο 26 και τους Ειδικούς και Γενικούς Όρους Τεκμήριο
- (στ) Η έναρξη των εργασιών για την ανέγερση της επίδικης κατοικίας έγινε σε απροσδιόριστο χρόνο. Κατά την διάρκεια της ανέγερσης της κατοικίας, οι εργασίες διακόπηκαν από τον Οκτώβριο 2004 μέχρι Φεβρουάριο 2005 (σχετικά τα Τεκμήρια 23 και 24). Η οικοδομή δεν ολοκληρώθηκε και δεν παραδόθηκε μέχρι την ημερομηνία που καθόριζε η συμφωνία Τεκμήριο 2 ως το χρόνο ολοκλήρωσης των εργασιών. Η επίδικη κατοικία συνδέθηκε με το δίκτυο παροχής ρεύματος της ΑΗΚ στις 5.7.
- (ε) Τα διατακτικά πληρωμής που εκδόθηκαν από τους Εναγόμενους 2 και 3 υπ' αριθμούς 1-8, πληρώθηκαν από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο
- Οι αρχιτέκτονες του έργου εξέδωσαν στις 20.3.2006 το διατακτικό πληρωμής υπ' αριθμό 9 για ποσό Λ.Κ.10.000, στις 9.6.2006 το διατακτικό πληρωμής υπ' αριθμό 10 για ποσό Λ.Κ.5.900 και στις 13.12.2006 το διατακτικό πληρωμής υπ' αριθμό 11 για ποσό Λ.Κ.5.
- Τα διατακτικά πληρωμής υπ' αριθμούς 9, 10 και 11 δεν έχουν πληρωθεί. (στ) Ο Εναγόμενος 1, δια του δικηγόρου του, απέστειλε προς τον Ενάγοντα 1 επιστολές ημερομηνίας 10.4.2006 (Τεκμήριο 9), 19.6.2006 (Τεκμήριο 10) και 15.9.2006 (Τεκμήριο 11) με τις οποίες ζητούσε μεταξύ άλλων την εξόφληση των οφειλομένων ποσών. Οι επιστολές Τεκμήρια 9 και 10 επιδόθηκαν προσωπικά στον Ενάγοντα 1 ενώ η επιστολή Τεκμήριο 11 επιδόθηκε στη σύζυγο του Ενάγουσα
- (ζ) Στις 4.6.2007 οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος 1 υπέγραψαν τη συμφωνία διαιτησίας Τεκμήριο 3 με την οποία διόρισαν τον κ. Χρίστο Χατζηχρίστο (ΜΕ5) ως διαιτητή προς επίλυση της διαφοράς τους. Στα πλαίσια των ενεργειών του ο διαιτητής διενήργησε στις 12.7.2007 επιτόπια εξέταση στην επίδικη κατοικία στην οποία παρόντες ήταν ο διαιτητής και οι Ενάγοντες. Μετά από λίγες μέρες ο διαιτητής εξέδωσε το πόρισμα του Τεκμήριο
- (η) Οι Ενάγοντες, μέσω των διατακτικών 1-11 πλήρωσαν και κατέστησαν υπόχρεοι να πληρώσουν στον Εναγόμενο 1 ποσά για εργασίες τις οποίες δεν εκτέλεσε. Οι εργασίες αυτές καταγράφονται στο Παράρτημα Α του διαιτητικού πορίσματος Τεκμήριο 4 και η αξία τους ανέρχεται στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.10.
- (θ) Η επίδικη κατοικία παρουσίαζε κατά τον επίδικο χρόνο τις κακοτεχνίες που καταγράφονται στο Παράρτημα Γ του διαιτητικού πορίσματος Τεκμήριο 4, η αξία επιδιόρθωσης των οποίων ανέρχεται στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.3.
- Πριν την έκδοση του διατακτικού πληρωμής υπ' αριθμό 9, η Εναγόμενη 2 επιθεώρησε την οικοδομή και εντόπισε κακοτεχνίες τις οποίες υπέδειξε στον Εναγόμενο 1 με οδηγίες να τις επιδιορθώσει. (ι) Κατά τα έτη 2004 και 2005 ο Εναγόμενος 1 ήταν κάτοχος εργοληπτικής άδειας Τάξης Ε από το Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών. Κατά το έτος 2006 δεν εκδόθηκε η ετήσια άδεια του λόγω ελλιπών στοιχείων (Τεκμήρια 27, 28 και 29). Το εμβαδό της επίδικης κατοικίας υπερβαίνει τα 300τ.μ. Πριν προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο τα ευρήματα και γεγονότα σοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων, αναφέρομαι σε δύο άλλα ζητήματα. Οι Εναγόμενοι στις Υπερασπίσεις τους υποστηρίζουν ότι η αξίωση των Εναγόντων για κακοτεχνίες καλύπτεται από δεδικασμένο γιατί τα διατακτικά 9, 10 και 11 ήταν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια τη αγωγής 288/2007 στην οποία έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, για να έχει εφαρμογή το δόγμα του δεδικασμένου πρέπει (α) το επίδικο ζήτημα να καλύπτεται από προηγούμενη Δικαστική απόφαση η οποία να είναι τελεσίδικη, (β) να υπάρχει ταύτιση διαδίκων, (γ) να υπάρχει ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων και (δ) να υπάρχει ταύτιση των επίδικων θεμάτων[5]. Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή 288/2007 αφορούσε αξιώσεις του Εναγόμενου 1 εναντίον των Εναγόντων σε σχέση με τη μη πληρωμή των ποσών των διατακτικών πληρωμής 9, 10 και
- Στα πλαίσια της αγωγής εκείνης ο Εναγόμενος 1 είχε εξασφαλίσει απόφαση ερήμην των Εναγόντων για τα ποσά των διατακτικών (Τεκμήριο χ) και η απόφαση εκείνη κατέστη τελεσίδικη με την απόφαση του Εφετείου. (Τεκμήριο χ). Στην παρούσα υπόθεση, οι επίδικες αξιώσεις των Εναγόντων αφορούν ισχυριζόμενη αμέλεια που καταλογίζουν στον Εναγόμενο 1, ένεκα της οποίας υπάρχουν κακοτεχνίες στην οικοδομή. Οι αξιώσεις αυτές δεν καλύπτονται από την προηγούμενη δικαστική απόφαση και δεν υπάρχει επομένως ούτε ταύτιση των επιδίκων θεμάτων στις δύο αγωγές. Δεν παραβλέπω τη γενική αρχή ότι δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν αλλά δεν προβλήθηκαν[6]. Εδώ όμως, παρά το ότι οι Ενάγοντες είχαν πρόθεση μαζί με την Υπεράσπιση τους στην αγωγή 288/2007 να εγείρουν και Ανταπαίτηση, δεν μπόρεσαν στο τέλος να προβάλουν τις σχετικές αξιώσεις τους διότι δεν παραμερίστηκε η πρωτόδικη απόφαση αλλά επικυρώθηκε κατ' έφεση. Όπως όμως επισημάνει το Εφετείο στην απόφαση του, Τεκμήριο 16, οι αξιώσεις των εδώ Εναγόντων που δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν στα πλαίσια της αγωγής 288/2007, μπορούσαν να προωθηθούν με ξεχωριστή αγωγή. Κρίνω επομένως ότι οι αξιώσεις των Εναγόντων δεν καλύπτονται από το δόγμα του δεδικασμένου και οι Ενάγοντες δεν εμποδίζονται να τις εγείρουν. Πέραν από το ζήτημα του δεδικασμένου, οι Εναγόμενοι έχουν επίσης εγείρει θέμα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας από τους Ενάγοντες υποδεικνύοντας ότι παράλληλα με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες έχουν καταχωρήσει και την αγωγή 1948/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με την οποία αξιώνουν την ακύρωση της απόφασης στην αγωγή 288/2007 υποστηρίζοντας ότι αυτή εξασφαλίστηκε με δόλο από τον Εναγόμενο
- Στην αγωγή εκείνη υποστηρίζουν ότι ο Εναγόμενος 1 στην παρούσα δεν είχε αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι δεν ήταν κάτοχος της προβλεπόμενης από το νόμο εργοληπτικής άδειας και άρα η συμφωνία Τεκμήριο 2 είναι άκυρη. Κρίνω ότι ούτε αυτό το επιχείρημα δεν μπορεί να επιτύχει. Η παρούσα αγωγή αφορά διαφορετικά ζητήματα από αυτά που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει στα πλαίσια της αγωγής 1948/2011 και αφορά διαφορετικά ζητήματα από εκείνα που αποφασίστηκαν στην αγωγή 288/
- Υπάρχουν σαφώς σε όλες τις αγωγές κοινά σημεία στα γεγονότα στα οποία ο κάθε ενάγοντας εδράζει το αγώγιμο δικαίωμα του. Δεν διακρίνω όμως ότι τίθεται θέμα κατάχρησης της Δικαστικής διαδικασίας από τους Ενάγοντες με την προώθηση της παρούσας[7]. Εξ άλλου, οι αξιώσεις των Εναγόντων στην παρούσα προωθούνται και στη βάση της αμέλειας και όχι μόνο στη βάση της παράβασης συμφωνίας. Δεν διακρίνω κάτι έκδηλα καταχρηστικό στον τρόπο ενέργειας των Εναγόντων ώστε να δικαιολογείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου. Στρέφομαι τώρα στις αξιώσεις που εγείρονται με την αγωγή. Οι Ενάγοντες διεκδικούν αποζημιώσεις ισχυριζόμενοι αμέλεια του Εναγόμενου 1 η οποία είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχουν κακοτεχνίες την επίδικη κατοικία. Διαφαίνεται από τα πιο πάνω ευρήματα ότι στην κατοικία υπήρχαν οι κακοτεχνίες που εντόπισε ο διαιτητής ΜΕ5 κατά την επιθεώρηση που διενήργησε. Οι κακοτεχνίες αυτές αφορούν εργασίες τις οποίες εκτέλεσε ο Εναγόμενος
- Το κατά όσο οι συγκεκριμένες εργασίες ενέπιπταν σε αυτές που ο Εναγόμενος 1 είχε υποχρέωση να εκτελέσει βάση της συμφωνίας των μερών είναι επουσιώδες. Το σημαντικό είναι ότι είχε εκτελέσει τις εργασίες αυτές και ότι κατά την εκτέλεση τους δεν επέδειξε την απαραίτητη ικανότητα ή δεξιότητα με αποτέλεσμα να υπάρχουν κακοτεχνίες. Η διαπίστωση αυτή δίδει το δικαίωμα στους Ενάγοντες να αποζημιωθούν. Το ύψος της αποζημίωσης ισούται με το ποσό το οποίο θα απαιτείτο για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών. Ο ΜΕ5 καθορίζει στο πόρισμα του, Τεκμήριο 4, ποιο είναι το ποσό αυτό με αξίες που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο. Το ότι οι Ενάγοντες για την επιδιόρθωση των συγκεκριμένων κακοτεχνιών οι Ενάγοντες κατέβαλαν στον ΜΕ4 μεγαλύτερο ποσό είναι άσχετο αφού δεν μεταβάλλει το ποσό που αντιστοιχεί στην εύλογη αξία αποκατάστασης των κακοτεχνιών και στο οποίο οι Ενάγοντες δικαιούνται. Επιπρόσθετα, με την έκδοση των διατακτικών πληρωμής 9-11 και με την τελεσίδικη απόφαση στην αγωγή 288/2007, οι Ενάγοντες πλήρωσαν στον Εναγόμενο 1 και κατέστησαν υπόχρεοι να πληρώσουν τα ποσά των διατακτικών αυτών. Σύμφωνα με το πόρισμα του διαιτητή, στα ποσά των διατακτικών 1-11 περιλαμβάνονται και χρεώσεις που αφορούν εργασίες οι οποίες δεν έγιναν από τον εργολάβο. Ο διαιτητής ΜΕ5 καταγράφει τις εργασίες αυτές στο Παράρτημα Α του πορίσματος του Τεκμήριο
- Καθορίζει επίσης ποια ήταν η αξία των εργασιών αυτών. Οι Εναγόμενοι και ειδικότερα η Εναγόμενη 2 (ΜΥ4) στη μαρτυρία της επέμενε ότι οι εργασίες που δεν εκτελέστηκαν τελικά από τον Εναγόμενο 1 είχαν αφαιρεθεί από τα διατακτικά. Σύμφωνα με τα ευρήματα και τη μαρτυρία της ΜΥ4, τα διατακτικά υπ' αριθμούς 1-9 αφορούν εκτελεσθείσες εργασίες ενώ τα διατακτικά 10 και 11 αφορούν «κρατήσεις και έξτρα». Εάν τα διατακτικά 1-9 αφορούν εργασίες που έχουν εκτελεστεί, τότε οι αφαιρέσεις για τις εργασίες που δεν έγιναν δεν μπορεί λογικά να συμπεριλαμβάνονται σε αυτά. Τα δε διατακτικά 10 και 11 αφορούν, σύμφωνα και πάλιν με τη μαρτυρία της Εναγόμενης 2 η οποία τα εξέδωσε, ποσά κράτησης και ποσά για έξτρα εργασίες. Συνεπώς και πάλιν δεν μπορούν να περιλαμβάνουν αφαιρέσεις για εργασίες που δεν εκτελέστηκαν από τον εργολάβο. Μελετώντας δε το λεκτικό των διατακτικών 10 και 11 (Τεκμήριο 13 και 14), προκύπτει ότι σε κανένα σημείο δεν φαίνεται αφαίρεση ποσού για μη εκτελεσθείσες εργασίες. Συνεπώς δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση των Εναγομένων 2 και 3 ότι έγιναν αφαιρέσεις για τις εργασίες που συμπεριλαμβάνονταν στη συμφωνία αλλά που τελικά ο Εναγόμενος 1 δεν εκτέλεσε. Κατ' ακολουθία, οι Ενάγοντες, οι οποίοι κατέβαλαν και κατέστησαν υπόχρεοι να καταβάλουν τα ποσά όλων των εκδοθέντων διατακτικών, δικαιούνται στο ποσό των μη εκτελεσθεισών εργασιών. Ο διαιτητής ΜΕ5 καθόρισε ποιες ήταν αυτές οι εργασίες και ποια η αξία τους. Η πλευρά των Εναγομένων δεν αντέκρουσε τις θέσεις του, ούτε και προέβαλε άλλη εκδοχή. Πέραν από τη γενική και αόριστη αναφορά της Εναγόμενης 2 ότι έγιναν αφαιρέσεις, δεν υπάρχει ενώπιον μου άλλη εκδοχή σε σχέση με το ποιες ήταν αυτές οι μη εκτελεσθείσες εργασίες, ποια ήταν η αξία τους και πως αφαιρέθηκε η αξία αυτή από τα ποσά των διατακτικών. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι η συγκεκριμένη αξίωση των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου 1 έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Επιπρόσθετα, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση κατά την ακρόαση στο γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν κάτοχος εργοληπτικής άδειας Τάξης Ε, που δεν του έδινε το δικαίωμα να αναλαμβάνει οικοδομές το εμβαδό των οποίων υπερέβαινε τα 300τ.μ. Κατά την κρίση μου, η μη κατοχή άδειας της προβλεπόμενης τάξης δεν εξισώνεται αυτόματα με έλλειψη δεξιοτήτων από την πλευρά του εργολάβου. Το κατά πόσο υπάρχουν ή όχι κακοτεχνίες σε μια οικοδομή είναι ζήτημα πραγματικό και όχι νομικό. Αποδεικνύεται με μαρτυρία αναφορικά με την πραγματική κατάσταση στην οικοδομή και κατά πόσο αυτή απέχει από την κατάσταση στην οποία η οικοδομή θα έπρεπε να ήταν εάν ο εργολάβος κατείχε τη δέουσα γνώση και ικανότητα. Συνεπώς ακόμα και αν εργολάβος αναλαμβάνει έργο για το οποίο δεν κατέχει την προβλεπόμενη άδεια, αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι δεν μπορεί να εκτελέσει τις εργασίες που ανέλαβε με τον δέοντα τρόπο και το αποτέλεσμα να έχει τη δέουσα ποιότητα. Όπως και αντίστροφα, εάν εργολάβος κατέχει την προβλεπόμενη άδεια αυτό δεν αποκλείει να υπάρχουν κακοτεχνίες στην εκτέλεση των εργασιών. Σε σχέση επομένως με το κατά πόσο υπάρχουν σε οικοδομή κακοτεχνίες ή όχι, η Τάξη τη εργοληπτικής άδειας του εργολάβου που εκτέλεσε τις εργασίες είναι επουσιώδης. Πέραν των πιο πάνω, οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους ποσό €
- Σύμφωνα με τη δικογραφημένη τους θέση το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο ποσό που θα εισέπρατταν ως ενοίκια εάν δεν υπήρχε καθυστέρηση στην παράδοση της κατοικίας τους. Υποστήριξαν ότι της καθυστέρησης που υπήρχε στην ολοκλήρωση των εργασιών δεν μπορούσαν να ενοικιάσουν το διαμέρισμα τους στο οποίο διέμεναν στο μεταξύ. Όπως είναι καλά γνωστό, οι ειδικές ζημιές πρέπει να δικογραφούνται με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Πέραν από τις αόριστες αναφορές του Ενάγοντα 1 κατά την κυρίως εξέταση του, δεν έχω ενώπιον μου μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει με την απαιτούμενη αυστηρότητα τα συγκεκριμένα ποσά. Επιπλέον, όπως φαίνεται από τα ευρήματα μου αναφορικά με τα γεγονότα δεν είμαι σε θέση να καθορίσω με ακρίβεια τον χρόνο κατά τον οποίο οι εργασίες έπρεπε να ολοκληρωθούν, πότε αποχώρησε ο Εναγόμενος 1 από την οικοδομή και πότε μετακόμισαν σε αυτή οι Ενάγοντες και τι έγινε στην οικοδομή στο μεταξύ. Με αυτά τα δεδομένα, η συγκεκριμένη αξίωση δεν μπορεί να επιτύχει. Οι Ενάγοντες εγείρουν αξιώσεις εναντίον και των Εναγομένων 2 και 3 ισχυριζόμενοι ότι ενήργησαν αμελώς και δεν επέδειξαν την απαραίτητη ικανότητα και προσοχή στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Κρίνω ότι η αξιώσεις εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 δεν μπορούν να επιτύχουν διότι τα γεγονότα και τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν την ισχυριζόμενη αμέλεια. Τους αποδίδεται αμέλεια για το γεγονός ότι δεν ερεύνησαν αν ο Εναγόμενος 1 ήταν κάτοχος κατάλληλης εργοληπτικής άδειας. Όμως τα ευρήματα και η μαρτυρία που κρίθηκε ως αξιόπιστη δεικνύουν ότι είχαν κάνει τον απαραίτητο έλεγχο, ενημερώθηκαν οι ίδιοι και ενημέρωσαν και τους Ενάγοντες οι οποίοι επέμενα να αναθέσουν την εργολαβία στον Εναγόμενο
- Τους αποδίδεται επίσης αμέλεια γιατί δεν εντόπισαν τις κακοτεχνίες στην κατοικία και εξέδωσαν τα διατακτικά 9-
- Όμως σύμφωνα με τα ευρήματα εντόπισαν κατά τη διάρκεια ελέγχου κάποιες κακοτεχνίες τις οποίες υπέδειξαν στον Εναγόμενο 1 για επιδιόρθωση. Ακολούθως, σύμφωνα με την Εναγόμενη 2, και αφού δεν είχαν οποιαδήποτε ενημέρωση από τους Ενάγοντες εξέδωσαν το διατακτικό υπ' αριθμό
- Ακολούθησαν μετά την πάροδο αρκετού χρόνου τα διατακτικά 10 και 11 και αυτό διότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε διαμαρτυρία σε σχέση με τα διατακτικά από τους Ενάγοντες. Σημειώνω επίσης την αναφορά του ΜΕ5, εμπειρογνώμονα, ότι πέραν από κάποιες ατέλειες στην κατοικία η ποιότητα των εργασιών είναι καλή. Καταλήγω συνεπώς ότι δεν στοιχειοθετείται αμέλεια από μέρους των Εναγομένων 2 και 3 συνεπεία της οποίας οι Ενάγοντες να υπέστησαν ζημιά ώστε να δικαιούνται σε αποζημίωση. Τέλος, στρέφομαι στην ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και 3 για ποσά που ισχυρίζονται ότι τους οφείλουν οι Ενάγοντες για υπηρεσίες που προσέφεραν. Κρίνω ότι από την Ανταπαίτηση τους, δεν δικογραφείται με την απαιτούμενη σαφήνεια πως προκύπτει η συγκεκριμένη αξίωση. Επιπρόσθετα, κατά την ακρόαση, δεν προσφέρθηκε καμία μαρτυρία προς υποστήριξη της. Συνεπώς δεν υπάρχει κανένα περιθώριο επιτυχίας της ανταπαίτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή επιτυγχάνει μερικώς. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 1, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 1 για ποσό €23.872,58 (Λ.Κ.13.972), ήτοι ποσό €
- 824,13 (Λ.Κ.10.432) για εργασίες που δεν εκτελέστηκαν αλλά χρεώθηκαν πλέον ποσό €6.048,45 (Λ.Κ.3.540) ως αποζημίωση για κακοτεχνίες, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με τους Εναγόμενους 2 και 3 η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ τους όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν. Η ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και 3 αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. Τα έξοδα της ανταπαίτησης να υπολογιστούν στην κλίμακα της ανταπαίτησης. (Υπ.): ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] Σχετικές οι Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Κίτη ν Γενικού Εισαγγελέα τη Δημοκρατίας
(2001)1Β CLR 1077, [4] Cybarco Ltd v Silvia Kovascik
(2001)1 A.A.Δ. 2013, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432 [5] Σχετικές οι Χάσικος κ.α. ν Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ.389, Theori and another v Djoni and another
(1984)1 CLR 296, Nicolaides v Yerolaimoy
(1984)1 CLR 742, To Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκη Ηλιάδη
(1994)σελ. 94 [6] Παμπορίδης ν Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, K.P.S. Comercio E Industria De Papel S.A. v Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309, Γαβριήλ κ.α. ν Αγαπίου
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1868 [7] Ενδεικτικά Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149,·Δ/ντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)3 Α.Α.Δ. 217, Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο