← Κύπρος

Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ ν. Ιωάννη Τανή κ.α., Αρ. Αγωγής 1449/2010, 17/6/2016

Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ ν. Ιωάννη Τανή κ.α., Αρ. Αγωγής 1449/2010, 17/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A119 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1449/2010 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ Ενάγουσας και

  1. Ιωάννη Τανή
  2. Ελένης Χαραλάμπους Κρασάρη Εναγομένων Ημερομηνία: 17 Ιουνίου,2016 Για την ενάγουσα: Ο κ. Α. Κοζάκος για Α.Α.Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους: ο κ. Γ. Πέτρου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Η ενάγουσα, η οποία είναι Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα (Σ.Π.Ι.), αξιώνει από τους εναγόμενους αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ή και προσωπικά το ποσό - όπως το έχουν μειώσει από αυτό που αρχικά αξίωναν με την αγωγή τους - των €118.011,44σ. με τόκο 6,25% από 01.01.2010 μέχρι τον τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας παροχής δανείου και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων με τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 7214325-6 με ημερομηνία 20.02.2008, δηλαδή μέχρι την 11.05.2010 και από την 11.05.2010 με τόκο 7,25% επί του ποσού των €118.011,44σ. με κεφαλαιοποίηση του τόκου δυο φορές το χρόνο ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι την πλήρη εξόφληση του, μείον ποσό €370,00 το οποίο κατατέθηκε από τους εναγόμενους μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας Δανείου, πλέον έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. Περαιτέρω η ενάγουσα αξιώνει την έκδοση διατάγματος για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της εναγόμενης 2 το οποίο εξασφαλίζει το εν λόγω δάνειο. Οι εναγόμενοι με την κοινή τους Υπεράσπιση ζητούν απόρριψη της εναντίον τους αγωγής καθώς προβαίνουν σε άρνηση όλων των αξιώσεων της ενάγουσας. Πέραν όμως της γενικής άρνησης σχεδόν όλων των ισχυρισμών της έκθεσης απαιτήσεως της ενάγουσας, εκτός όσων από αυτούς προβαίνουν ρητά σε παραδοχή τους, προέβαλαν ειδικότερα τους ακόλουθους ισχυρισμούς και/ή υπερασπίσεις: (α) Ισχυρίστηκαν ότι η Έκθεση Απαίτησης όπως είναι διατυπωμένη είναι αντίθετη με τους νόμους, τους θεσμούς και τη νομολογία καθότι δεν γίνεται διαχωρισμός του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού και του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου τόκου για να καταδειχθεί ξεχωριστά το κεφάλαιο και ξεχωριστά ο τόκος. (β) Ισχυρίστηκαν ακόμα ότι τα οφειλόμενα ποσά είναι προϊόν παράνομων χρεώσεων και παράνομων τόκων οι οποίοι έγιναν κεφάλαιο και έτσι υπάρχει ανατοκισμός και κάλεσαν της ενάγουσας σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. (γ) Περαιτέρω ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπέγραψε τη συμφωνία δανείου και ότι ουδέποτε του παραχωρήθηκε το ισχυριζόμενο δάνειο με τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης. Αρνείται επίσης ότι η ενάγουσα του κατέβαλε το ποσό των €116.000,00 και ότι άνοιξε στο όνομα του τον ισχυριζόμενο στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης λογαριασμό. Επίσης οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν δόθηκε προς εξασφάλιση του δανείου που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης η υποθήκη που αναφέρεται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης. (δ) Διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό με τα πιο πάνω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδεμία συμβατική σχέση υπάρχει μεταξύ των διαδίκων και καμιά συμφωνία δεν έχει υπογραφεί μεταξύ τους. (ε) Περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το ποσό που πληρώθηκε εκ μέρους τους είναι μεγαλύτερο από αυτό που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης και εν πάση περιπτώσει υπερβαίνει το ποσό των €20.000,
  3. (στ) Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται επιπλέον ότι δεν προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμός για οποιαδήποτε παράβαση εκ μέρους τους ως προς την συμφωνία δανείου δυνάμει της οποίας η ενάγουσα να νομιμοποιείται να προβαίνει στις ισχυριζόμενες αξιώσεις και/ή δεν συγκεκριμενοποιεί τις ισχυριζόμενες παραβάσεις. (ζ) Διαζευκτικά με τα πιο πάνω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι εάν η ενάγουσα αποδείξει ότι παραχώρησε στον εναγόμενο 1 το δάνειο, με την ενυπόθηκη εξασφάλιση της εναγόμενης 2, το ζητούμενο οφειλόμενο ποσό είναι υπερβολικό και/ή αδικαιολόγητο και περιλαμβάνει παράνομες και/ή αυθαίρετες και/ή αδικαιολόγητες χρεώσεις, υπερχρεώσεις, ανατοκισμό, προμήθειες ή/και άλλα έξοδα κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. (η) Περαιτέρω οι εναγόμενοι δεν αποδέχονται ότι παρέλαβαν τις επιστολές παράβασης και τερματισμού του δανείου. (θ) Τέλος, προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η Έκθεση Απαίτησης περιέχει αντικρουόμενους και/ή ασαφείς ισχυρισμούς και/ή γεγονότα και δεν καλύπτει ή/και δεν στοιχειοθετεί οποιαδήποτε αιτία αγωγής και/ή παράβασης δυνάμει της οποίας η ενάγουσα στηρίζει τις αξιώσεις της εναντίον τους. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η κα Αναστασία Πούμου (Μ.Ε.1), είναι υπάλληλος της ενάγουσας. Στη γραπτή της κατάθεση (Έγγραφο 1), αναφέρεται στην ιδιότητα της και ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αλλά και από έγγραφα που έχει στην κατοχή της ή στα οποία έχει πρόσβαση, καθότι ήταν και είναι το εξουσιοδοτημένο άτομο και η υπεύθυνη να έχει στην κατοχή της και να διαχειρίζεται όλο το αρχείο που σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω έχει μελετήσει, έχει αντιπαραβάλει και έχει ελέγξει προσωπικά όλο το αρχείο και όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και τα οποία κατάθεσε και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1 - 15 ως ανταποκρινόμενα στα αληθινά γεγονότα της υπόθεσης. Σε αυτά θα γίνει ειδικότερη αναφορά στη συνέχεια της απόφασης μου στο κατάλληλο σημείο. Κατά την αντεξέταση της επεξήγησε και διευκρίνισε διάφορα θέματα που αφορούν τα έγγραφα της συμφωνίας και της σύμβασης υποθήκης και το πότε υπογράφτηκαν αυτά, το είδος και το ποσοστό επιτοκίου, το ομαδικό σχέδιο ασφάλειας ζωής που κάλυπτε τον δανειολήπτη όπως και άλλες χρεώσεις που φαίνονται στον επίδικο λογαριασμό και γενικά το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που διέπουν τη συμφωνία. Η ίδια δεν ήταν παρούσα όταν είχε συναφθεί η συμφωνία. Εξήγησε ότι ο τόκος υπερημερίας σε ποσοστό 1% ο οποίος προβλέπεται από τη σύμβαση, άρχισε να επιβαρύνει το δάνειο μόλις αυτό έγινε μη εξυπηρετούμενο και τον τερματισμό της συμφωνίας και ότι αυτός επιβάλλεται όταν προκύπτει ζημιά για την εταιρεία τους τον οποίο και δικαιολογεί ως ζημιά της ενάγουσας στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο 1) στις σελ. 6 και
  4. Αναφέρθηκε σε κάποιο τεχνικό λάθος στον υπολογισμό των τόκων το οποίο στη συνέχεια διορθώθηκε. Ανάφερε ότι στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού φαίνεται η αφαίρεση κάποιων χρεώσεων και τόκων και επέμεινε ότι με τη διόρθωση που έγινε δεν υπάρχουν πλέον οποιεσδήποτε παράνομες χρεώσεις που δεν θα έπρεπε να είχαν γίνει. Αναγνώρισε αντίγραφο της αγωγής με αρ.1451/2010 στην οποία η 2η εναγόμενη ήταν επίσης εγγυήτρια κάποιου Πέτρου Κόκκινου το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμ.
  5. Για την αγωγή αυτή ανέφερε πως εκδόθηκε δικαστική απόφαση. Ο κ. Ορθόδοξος Ορθοδόξου (Μ.Ε.2), υπεύθυνος στο Πολιτικό Τμήμα του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, κατάθεσε πιστά αντίγραφα εγγράφων από το φάκελο της Αγωγής 1451/
  6. Πρόκειται για τις γραπτές καταθέσεις της ίδιας πιο πάνω μάρτυρος της κας Α. Πούμου και της κας Μαρίνας Χριστοφόρου όπως και τη συμφωνία δανείου, τη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου, κατάσταση λογαριασμού και την απόφαση που εκδόθηκε στην πιο πάνω αγωγή τα οποία ως δέσμη σημειώθηκαν ως Τεκμήριο
  7. Ο κ. Διομίδης Καζάκος (Μ.Ε. 3), δικηγόρος στην δικηγορική εταιρεία Α.Α. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. η οποία εκπροσωπεί στην παρούσα την ενάγουσα, κατάθεσε ότι ήταν ο δικηγόρος που είχε την ευθύνη και συνέταξε και καταχώρησε το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας υπόθεσης, γνωρίζει όλα τα γεγονότα της υπόθεσης από προσωπική γνώση αλλά και από τα έγγραφα που έλαβε στην κατοχή του από την κα Μαρίνα Χριστοφόρου, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο της σύνταξης του Κλητηρίου Εντάλματος εργαζόταν στην Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης, στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών και ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να αντιπροσωπεύει την πιο πάνω Σ.Π.Ε. και να του δίδει οδηγίες, καθώς και όλα τα απαιτούμενα έγγραφα, έτσι ώστε να εγείρει αγωγές με ενάγουσα την Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης. Η μαρτυρία του αποσκοπούσε στο να καταδείξει το λάθος που έγινε σε σχέση με την αναγραφή στην παρ. 5 της παρούσας αγωγής όπως και αυτής της αγωγής με αρ. 1451/2010 λόγω λάθους και/ή αβλεψίας του ίδιου αριθμού λογαριασμού. Αυτή η παραδρομή και/ή αβλεψία δεν οφείλεται σε καμιά περίπτωση σε δόλο αλλά σε τυπογραφικό λάθος κατά τη σύνταξη και τη δακτυλογράφηση των κλητηρίων ενταλμάτων των δύο αγωγών των οποίων τα έγγραφα δεν έχουν οποιανδήποτε σύνδεση μεταξύ τους. Ο αριθμός αγωγής που φαίνεται στην παρούσα αγωγή είναι ο ορθός αριθμός και εκ λάθους αναγράφηκε ο ίδιος και στην αγωγή αρ. 1451/2010, η απόφαση στην οποία έχει εφεσιβληθεί και το ζήτημα αυτό αποτελεί λόγον έφεσης και σε καμία περίπτωση δεν αφορά την παρούσα υπόθεση. Η κα Μαρίνα Χριστοφόρου (Μ.Ε.4), είναι και αυτή υπάλληλος της ενάγουσας με κατά καιρούς διάφορα καθήκοντα σε Σ.Π.Ι. όπου εργάστηκε. Γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από προσωπική γνώση και από έγγραφα που έχει στην κατοχή της ή στα οποία έχει πρόσβαση καθότι, ήταν και είναι μαζί με τη συνάδελφο της Αναστασία Πούμου (Μ.Ε.1), τα εξουσιοδοτημένα άτομα και η υπεύθυνη να διαχειρίζεται την παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω ανάφερε ότι έχει μελετήσει, έχει αντιπαραβάλει και έχει ελέγξει προσωπικά όλο το αρχείο και όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ήταν η μάρτυρας των υπογραφών των εναγομένων κατά την σύναψη του δανείου, τόσο στην Σύμβαση Δανείου ημερομηνίας 20.02.2008 (Τεκμ. 4), όσο και στο Έγγραφο Υποθήκης εκ Μέρους Τρίτου ημερομηνίας 22.02.2008 (Τεκμ. 5). Γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αλλά και τους εναγόμενους. Επεξήγησε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού όπου όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις συμφωνούν και όπου φαίνονται οι αφαιρέσεις που έγιναν. Η μάρτυς αναγνώρισε και σχολίασε όλα τα τεκμήρια που είχαν κατατεθεί κατά την ακροαματική διαδικασία και ανάφερε ότι οι λογαριασμοί της παρούσας αγωγής με αυτόν της 1451/2010 δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση. Κατά την αντεξέταση της εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την υπογραφή των επίδικων εγγράφων. Βεβαίωσε ως ορθές όλες τις πράξεις που εμφανίζει η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού η οποία παρουσιάζει και τη σημερινή τους απαίτηση. Ανάφερε και αυτή ότι το τεχνικό λάθος που είχε παρατηρηθεί στον τρόπο υπολογισμού του τόκου διορθώθηκε. Αρνήθηκε υποβολή ότι οι όροι της υποθήκης είναι αόριστοι και ασαφείς λέγοντας ότι τουναντίον είναι συγκεκριμένοι όπου αναγράφεται ο τόκος, το ποσό του δανείου, τα στοιχεία του ενυπόθηκου κτήματος και φέρει υπογραφές. Οι Εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιανδήποτε μαρτυρία ούτε και εμφανίστηκαν οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς βέβαια να έχουν και τέτοια υποχρέωση ή και αυτό να μειώνει το βάρος απόδειξης των αξιώσεων της ενάγουσας το οποίο παραμένει αμείωτο. Περιορίστηκαν στην καταχώρηση κοινής Υπεράσπισης όπου προέβαλαν διάφορους ισχυρισμούς όπως τους κατέγραψα πιο πάνω και στην αντεξέταση των μαρτύρων που παρουσίασε η πλευρά της ενάγουσας. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών στις γραπτές αγορεύσεις τους, με τις οποίες είχαν την καλοσύνη να με εφοδιάσουν, κάνουν αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προέκυψαν από τη μαρτυρία και σε νομική επιχειρηματολογία που κατά την άποψη τους βοηθά τις θέσεις τους. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και σε σημεία αυτών θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο σημείο της απόφασης μου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατάθεσαν για την ενάγουσα στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,

(1999)1 ΑΑΔ σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Για τον τρόπο αντίκρισης μιας μαρτυρίας έχω περαιτέρω υπόψη μου τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Λαμβάνω επίσης υπόψη τα όσα έχουν λεχθεί από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ. πάνω στο ίδιο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 ΑΑΔ 339 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά,.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: «... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Στην υπόθεση Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω την σύγκριση και αντιπαραβολή της προφορικής μαρτυρίας, τις παραδοχές και αρνήσεις των μαρτύρων σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία έχω εξετάσει και μελετήσει με προσοχή, και σε συσχετισμό ασφαλώς με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipson on Evidence 14η έκδοση
(1990)Παρ. 12 - 20 και Λάρκου κ.α. v. Παναγή,
(1996)1 ΑΑΔ 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447). Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν τη μαρτυρία, κατά τον τρόπο βέβαια που η κάθε πλευρά την αντιλήφθηκε, και τις θέσεις ή απόψεις τους επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης και την ερμηνεία που η κάθε πλευρά προσέδωσε σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία προβαίνω αμέσως στη συνέχεια. Οι μάρτυρες (Μ.Ε.1, 3 και 4) οι οποίοι κατάθεσαν από πλευράς της ενάγουσας μου προκάλεσαν εξαιρετική εντύπωση και κρίνονται ως μάρτυρες της αλήθειας. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης τους δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία τους και όσα ανάφεραν ή επεξήγησαν προέρχονταν είτε από την προσωπική τους γνώση λόγω χειρισμού από τους ίδιους είτε από τα έγγραφα - τεκμήρια τα οποία κατάθεσαν. Δεν διέκρινα ότι διακατέχονταν από οποιανδήποτε εμπάθεια ή από προσωπικό συμφέρον (βλ. Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελ. 333). Οι απαντήσεις που έδιδαν ήταν πειστικές και σε καμιά περίπτωση δεν διέκρινα τάση υπεκφυγής. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία τους για την εξαγωγή των δικών μου συμπερασμάτων. Η κα Α. Πούμου (Μ.Ε.1) όπως και η κα Μ. Χριστοφόρου (Μ.Ε.4), αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια στις συνθήκες σύναψης της συμφωνίας δανείου και όλων των συναφών εγγράφων τις οποίες αποδέχομαι. Ειδικότερα αποδέχομαι τη μαρτυρία της κας Μ. Χριστοφόρου (Μ.Ε.4) σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας δανείου από τον εναγόμενο 1 και την επιμαρτύρηση της υπογραφής του από την ίδια. Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ. Δ. Καζάκου (Μ.Κ.3) θα πρέπει να πω ότι και αυτή δεν αντικρούστηκε επί τη ςουσίας της καθ΄οιονδήποτε τρόπο, παρέμεινε ακλόνητη και δέχομαι τη θέση του περί καλόπιστου λάθους που έγινε με την αναγραφή του επίδικου λογαριασμού και στην αγωγή 1451/2010 όπως εξάλλου συνηγορούν και άλλα στοιχεία των συναφθησών συμφωνιών προς τούτο. Ο κ. Ο. Ορθοδόξου (Μ.Ε.2), ο οποίος κλήθηκε να καταθέσει δικαστηριακό φάκελο κρίνεται ως ανεξάρτητος και αντικειμενικός μάρτυρας. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το βάρος να αποδείξει τις αξιώσεις της στο βαθμό που επιβάλλεται στις αστικές αγωγές, κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, παραμένει στους ώμους της ενάγουσας (βλ. Barry Barry Wynne v. Devid Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα, ανίκανου προσώπου,
(2009)1 ΑΑΔ 1138 στην οποία γίνεται η ακόλουθη αναφορά: «Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.» Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους κ.ά.,
(2010)1 ΑΑΔ 829. Όταν οι αξιώσεις αφορούν τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που πρέπει να αποδειχθούν, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση της ενάγουσας, είναι τα ακόλουθα: (α) Η σύναψη της σύμβασης (στην περίπτωση μας η Συμφωνία Δανείου με τους όρους της), (β) η παράβαση όρου της συμφωνίας, (γ) ο τερματισμός της συμφωνίας, και (δ) το οφειλόμενο υπόλοιπο. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΕΥΡΥΜΑΤΑ: Είναι θεμελιωμένο ότι η Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων δεν αποτελεί μαρτυρία των εναγομένων, αλλά δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις των εναγομένων έναντι των διεκδικήσεων της ενάγουσας, οι οποίες θέσεις δεν μπορούν και δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, αφού δεν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία, αν το Δικαστήριο αποδεχθεί ότι η ενάγουσα, με την προσαχθείσα από αυτή μαρτυρία, απέδειξε τις αξιώσεις της. (βλ. υποθέσεις Μαυρομιχάλη κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1996)1 ΑΑΔ 530 και Χαριλάου v. Κυριακής Ανδρέου Τίνεντη,
(2010)1 ΑΑΔ 1677). Σε σχέση με τον ισχυρισμό της παραγράφου 3 της Έκθεσης Υπερασπίσεως των εναγομένων παρατηρώ ότι σύμφωνα με τη Διαταγή 19 Θ. 4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η έκθεση απαιτήσεως θα πρέπει να περιέχει σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων η ενάγουσα στηρίζει την απαίτηση της και εκθέτει τη θεραπεία που αξιώνει. Κρίνω ότι τα πιο πάνω εκπληρούνται στο δικόγραφο της ενάγουσας και σε καμιά περίπτωση δεν απαιτείτο να γίνει στο δικόγραφο ο διαχωρισμός του διεκδικούμενου κεφαλαίου και των τόκων. Είναι ζητήματα που άπτονται της μαρτυρίας, όπως και προσκομίστηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Επομένως ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται. Θα προχωρήσω να εξετάσω αν με την προσκομισθείσα μαρτυρία η ενάγουσα απέσεισε το βάρος που είχε και απέδειξε τις αξιώσεις της και αυτά σε συνδυασμό με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της και τη νομική επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από τις δύο πλευρές ή που διέπει τα διάφορα ζητήματα που ανεφύησαν. Θα εξεταστούν ασφαλώς ταυτόχρονα και σε συνδυασμό με τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς των εναγομένων, όπως δικογραφήθηκαν και/ή όπως προωθήθηκαν - στον βαθμό που προωθήθηκαν - με την αντεξέταση των μαρτύρων που παρουσίασε η πλευρά της ενάγουσας. Θα εξετάσω τα πιο πάνω ζητήματα τα οποία προκαθορίζει η νομολογία μας κατά πόσο αυτά έχουν αποδειχθεί κατά σειρά όπως τα κατέγραψα πιο πάνω: Α. Σύναψη Συμφωνίας Δανείου και παραλαβή του ποσού του δανείου. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε συνάφθηκε η επίδικη Συμφωνία Δανείου (Τεκμ. 4), για το ποσό των €116.000,
  1. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπέγραψε τη συμφωνία δανείου και ότι ουδέποτε του παραχωρήθηκε το ισχυριζόμενο δάνειο με τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης. Αρνείται επίσης ότι η ενάγουσα του κατέβαλε το ποσό των €116.000,00 και ότι άνοιξε στο όνομα του τον ισχυριζόμενο στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης λογαριασμό, περαιτέρω δε οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδεμία συμβατική σχέση υπάρχει μεταξύ των διαδίκων και καμιά συμφωνία δεν έχει υπογραφεί μεταξύ τους. Παρόλες τις δικογραφήμενες θέσεις της Υπεράσπισης για αυτό το θέμα, καμία από αυτές τις θέσεις δεν προωθήθηκε ή αποδείχτηκε, οι δε μάρτυρες της ενάγουσας σε όποια έκταση αντεξετάστηκαν γι΄αυτές τις δικογραφημένες θέσεις από πλευράς των εναγομένων έδωσαν τη δική τους πειστική κατά τα άλλα εξήγηση και η δική τους θέση επί αυτών των ζητημάτων δεν κλονίστηκε. Σημειώνω ότι τα έγγραφα που διέπουν την επίδικη συμφωνία κατατέθηκαν χωρίς ένσταση. Επιπλέον τα ίδια ισχύουν και ως προς την παραλαβή του ποσού του δανείου από τον εναγόμενο 1 όπως αποδεικνύεται με το Τεκμήριο
  2. Η μαρτυρία της κας Μ. Χριστοφόρου (Μ.Ε.4), σε σχέση με την υπογραφή της συμφωνίας και τη χορήγηση του δανείου παρέμεινε αναντίλεκτη. Αναμφισβήτητα γεγονότα παρέμειναν τα όσα παρουσιάζουν τα Τεκμ. 4 και 7 τα οποία κατάθεσε η Μ.Ε.1, και η επιβεβαίωση των υπογραφών των εναγομένων από την Μ.Ε.4 η οποία ανάφερε ότι ήταν μάρτυρας των υπογραφών των συμβαλλομένων μερών, δεν αμφισβητήθηκε ούτε η ύπαρξη τους και η νομότυπη σύναψη της Σύμβασης Δανείου (Τεκμ. 4), ούτε και η παραλαβή του ποσού του δανείου από τον εναγόμενο
  3. Με τα πιο πάνω γεγονότα ως δεδομένα πλέον κατά την απόφαση στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.,
(2009)1 ΑΑΔ 479, η ενάγουσα παρουσίασε ικανοποιητική μαρτυρία για την απόδειξη των Τεκμ. 4 και 7 και του περιεχομένου τους, και γενικά των σχετικών ισχυρισμών της, και επομένως το βάρος απόδειξης περί του αντιθέτου μετατέθηκε στους ώμους των εναγομένων οι οποίοι δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία ούτε αμφισβήτησαν αυτά τα τεκμήρια αντεξετάζοντας τους μάρτυρες της ενάγουσας. Αποτέλεσμα ήταν να μην αποσείσουν το βάρος που είχαν ως προς τους δικούς τους ισχυρισμούς. Με τα πιο πάνω δεδομένα κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πλήρως και αναντίλεκτα τόσο η Συμφωνία Δανείου (Τεκμ. 4), όσον και η παραλαβή του ποσού του δανείου από τον εναγόμενο 1 με το Τεκμ. 7 και ως εκ τούτου οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός των εναγομένων απορρίπτεται ως εκ των υστέρων σκέψη. Β. Η Εγγραφή Υποθήκης. Όπως εμμέσως προκύπτει και από την Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων, αυτοί παραδέχονται την υπογραφή και τη σύναψη της Σύμβασης - Εγγραφής της επίδικης Υποθήκης (Τεκμ. 5 και 6), αμφισβητούν όμως ότι δόθηκε η εν λόγω υποθήκη ως εξασφάλιση του υπό των εναγόντων ισχυριζόμενου δανείου, ισχυρισμός που δεν μπορεί να ευσταθεί και πρέπει να απορριφθεί, καθότι μια σύγκριση των Τεκμ. 4 και 5 είναι αρκετή για να αποδειχθεί ότι τα δυο έγγραφα φέρουν στην πρώτη σελίδα πάνω ψηλά αριστερά, τον αριθμό δανείου ο οποίος είναι ο ίδιος με τον αριθμό του επίδικου λογαριασμού. Επιπρόσθετα στην παράγραφο 11 του Τεκμ. 5, στην οποία αναγράφεται το ποσό του επίδικου δανείου που ήταν €116.000,00 και στην παράγραφο 12 του ίδιου τεκμηρίου, όπου καταγράφεται το συμφωνηθέν επιτόκιο, διαπιστώνεται χωρίς καμιά αμφιβολία ότι η υποθήκη παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση του συγκεκριμένου δανείου. Οι υπογραφές επί αυτών δεν αμφισβητήθηκαν και η αντεξέταση της Μ.Ε.4 δεν μπόρεσε να κλονίσει την μαρτυρία της ως προς αυτό το θέμα. Επομένως είναι εύρημα μου ότι η μαρτυρία που δόθηκε για τη σύναψη της Συμφωνίας Δανείου και της εγγραφής της επίδικης Υποθήκης (Τεκμ. 5 και 6), θεωρείται ως αναντίλεκτη και πλήρως αποδεδειγμένη, η Υποθήκη βρίσκω ότι εξασφαλίζει την επίδικη Συμφωνία Δανείου (Τεκμ. 4). Γ. Παράβαση όρου της Συμφωνίας Δανείου και Σύμβασης Υποθήκης. Οι εναγόμενοι δεν κατάφεραν να κλονίσουν τη μαρτυρία των Μ.Ε. 1 και 4 σε σχέση με τους ισχυρισμούς τους περί της μη παράβασης οποιουδήποτε από τους όρους της συμφωνίας δανείου ή του εγγράφου υποθήκης. Η πλευρά της ενάγουσας κατάθεσε ως Τεκμ. 8,9 και 10 τις επιστολές που απεστάλησαν στους εναγόμενους για παράβαση των όρων της συμφωνίας τους και τον τερματισμό της και δεν αμφισβητήθηκε ούτε η αποστολή τους ούτε και το περιεχόμενο τους. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το Τεκμ. 12 αποδεικνύουν τις μη πληρωμές των συμφωνημένων οφειλόμενων δόσεων, και επομένως την παράβαση των σχετικών όρων της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, αφού με σαφή τρόπο αναφέρεται ο τερματισμός της Συμφωνίας Δανείου και του λογαριασμού στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης (βλ. Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 194 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά. (πιο πάνω). Στη σημείο αυτό δράττομαι της ευκαιρίας να επισημάνω την αντιφατικότητα που χαρακτηρίζει τις δικογραφημένες θέσεις της πλευράς των εναγομένων. Όπως δε αναφέρθηκε στην εντελώς πρόσφατη απόφαση Frakapor Courier Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A286, Πολ. ΄Εφεση Αρ.9/2011 ημερ. 15.06.2016: «Το παράπονο των εφεσειόντων είναι επί του προκειμένου αβάσιμο. Η όλη δικογραφημένη θέση των εφεσειόντων ήταν πολύπλευρη και επιεικώς αντιφατική.» Τα πιο πάνω χαρακτηρίζουν και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της πλευράς των εναγομένων. Αν θα μπορούσα να τους συνοψίσω αυτοί από τη μια υποστηρίζουν ότι δεν σύναψαν οποιανδήποτε συμφωνία με τους ενάγοντες ή ότι τους παραχωρήθηκε το ισχυριζόμενο δάνειο και από την άλλη υποστηρίζουν ότι δεν οφείλουν τα ισχυριζόμενα ποσά από την ενάγουσα, καθώς είναι προϊόν παράνομων χρεώσεων και ανατοκισμού αλλά και παραδέχονται από την άλλη ότι ο εναγόμενος 1 κατέβαλε έναντι του πιο πάνω δανείου ποσό μεγαλύτερο από αυτό που ισχυρίζεται η ενάγουσα και σε κάθε περίπτωση ποσό που υπερβαίνει το ποσό των €20.000,00 και ενώ το αρχικό δάνειο ήταν €116.000,00, αυτοί αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε άλλο ποσό. Όπως δε αναφέρεται στη συνέχεια της πιο πάνω απόφασης από τον έντιμο κ. Παμπαλλή, Δ: «Όλες οι πιο πάνω διαζευκτικές υπερασπιστικές γραμμές, είναι μεν επιτρεπτό να περιλαμβάνονται σ΄ένα δικόγραφο, πλην, όμως, αν δεν στοιχειοθετηθούν με ανάλογη μαρτυρία, καταδεικνύουν το ασαφές και αφήνουν μετέωρη σ΄απόρριψη κάθε εκδοχή (βλ. Καλλικάς v.Ελληνική Τράπεζα
(2010)1Β) ΑΑΔ 1238). Επίσης, όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Γρηγορίου v. Euro Investment & Finance Ltd
(2011)1 (Γ) ΑΑΔ 2229, οι αχρείαστοι πλατιασμοί και η συμπερίληψη κάθε δυνατού νομικού ενδεχομένου σε ένα δικόγραφο, όχι μόνο δεν προσθέτουν ασφάλεια, αλλά, αντίθετα, αποκαλύπτουν ανασφάλεια και προκαλούν αβεβαιότητα και σύγχυση ως προς το ποιο είναι τελικά το σημαντικό και ποιο το ουσιώδες, και ασφαλώς, ως προς το πού θα πρέπει να εστιάσει την προσοχή του το δικαστήριο.» Μελέτη του δικογράφου των εναγομένων καταδεικνύει ακριβώς όλες τις πιο πάνω επισημάνσεις. Δ. Ο τερματισμός της Συμφωνίας Δανείου. Η ενάγουσα αποδεδειγμένα απέστειλε μέσω των δικηγόρων της στους εναγόμενους τις επιστολές ειδοποίησης και τερματισμού με συστημένο ταχυδρομείο (Τεκμήριο 8, 9 και 10). Παρόλο ότι για το πιο πάνω ζήτημα σχετική αναφορά έγινε και πιο πάνω, η μαρτυρία περί αποστολής των πιο πάνω επιστολών από πλευράς της ενάγουσας δεν αμφισβητήθηκε ούτε και υποβλήθηκε οποιαδήποτε ένσταση κατά την κατάθεση τους καθώς και οποιαδήποτε αντεξέταση έγινε των Μ.Ε.1 και 4 επί του θέματος αυτού δεν ήταν τέτοια που να αμφισβητήσει το γεγονός της αποστολής τους, ούτε βεβαίως και παρουσιάσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τους εναγόμενους που να αντικρούει και να καταρρίπτει το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων. Επομένως καθίσταται αναντίλεκτο γεγονός η νομότυπη αποστολή προς τους εναγόμενους των επιστολών ειδοποίησης και τερματισμού (Τεκμ. 8, 9, και 10). Θα εξετάσω στη συνέχεια το κατά πόσο με την αποστολή της επιστολής τερματισμού (Τεκμ. 10), έχουν πράγματι τερματισθεί οι επίδικες συμβάσεις. Υπάρχει πλούσια νομολογία για την αποστολή και λήψη επιστολής με το ταχυδρομείο όπως είναι οι αποφάσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά. (πιο πάνω) όπου λέχθηκε ότι: « Η πιο πάνω μαρτυρία της μάρτυρος υποδηλώνει ότι οι επιστολές είχαν αποσταλεί κανονικά και η μη επιστροφή τους συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα στα οποία απευθύνονταν» Στην πιο πάνω υπόθεση γίνεται παραπομπή και στις υποθέσεις (Latifundia Properties Ltd v. Ψακή
(2003)1 ΑΑΔ 670 και Πιττάκας v. Γ και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895. Αρκεί δηλαδή η απόδειξη ότι μια επιστολή στάλθηκε για να δημιουργηθεί εκ πρώτης όψης απόδειξη του γεγονότος αυτού, καθώς και του ότι παρελήφθη από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται και στο οποίο μεταφέρεται το βάρος να αποδείξει ότι δεν παρέλαβε την επιστολή και δεν έλαβε γνώση του περιεχομένου της. Οι επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού (Τεκμ. 8,9 και 10), φαίνεται να αποστάληκαν κιόλας με συστημένο ταχυδρομείο και δεν επιστράφηκαν πίσω Θα συμφωνήσω με την πλευρά της ενάγουσας ότι αυτή έπραξε ότι έπρεπε στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας για τον τερματισμό των επίδικων συμβάσεων και οι εναγόμενοι ήταν γνώστες της οφειλής τους προς την ενάγουσα. Ο τερματισμός επομένως των επίδικων συμβάσεων έχει γίνει και έχει αποδειχθεί πλήρως και αναντίλεκτα, δεδομένης μάλιστα τόσο της χωρίς ένσταση κατάθεσης των Τεκμηρίων 8, 9 και 10 όσο και της μη κατάρριψης της μαρτυρίας τους κατά την αντεξέταση των Μ.Ε.1 και 4 επί του θέματος αυτού, αλλά και της μη προσκόμισης μαρτυρίας η οποία να αντικρούει και να καταρρίπτει τα πιο πάνω τεκμήρια. Ε. Το Οφειλόμενο Υπόλοιπο Το τελευταίο στοιχείο που πρέπει να αποδείξει η ενάγουσα είναι το οφειλόμενο χρέος των εναγομένων. Στην υπόθεση C.T.A. Tehhno Marketing Ltd κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2004)1 ΑΑΔ 720 κρίθηκε ότι ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο παραθέτοντας το ακόλουθο απόσπασμα της: «Η μη προσφορά μαρτυρίας από τους Εναγόμενους δεν ενδυναμώνει την υπόθεση των Εναγόντων, όμως ανεξάρτητα τούτου υπό τις περιστάσεις αισθάνομαι ικανοποιημένος ότι οι σχετικές καταστάσεις αποδίδουν την αληθινή και πραγματική εικόνα των χρεώσεων και πιστώσεων στον επίδικο λογαριασμό.» Στην υπόθεση Μάρσελ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ.1858 είχε τονιστεί ότι τα στοιχεία που περιέχονται σε καταστάσεις λογαριασμών που παράχθηκαν από ηλεκτρονικό υπολογιστή δεν συνιστούν απόδειξη και μάλιστα αδιαμφισβήτητη των γεγονότων που εκτίθενται σ΄ αυτήν. Αποτελούν όμως, όπως προστέθηκε, ένα αποδεικτικό στοιχείο που υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης. (βλ. επίσης την υπόθεση Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 194). Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας καταχωρήθηκε η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.11) καθώς και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 12) χωρίς οιαδήποτε ένσταση ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του περί Αποδείξεως Νόμου. Η κατάθεση της κατάστασης λογαριασμού και της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού ως τεκμηρίων δεν αμφισβητήθηκε σε καμία περίπτωση από τους εναγόμενους, ούτε εκφράστηκε συγκεκριμένη θέση εκ μέρους των εναγομένων γιατί και πώς το οφειλόμενο ποσό δεν είναι το ορθό. Όσα ζητήθηκαν να απαντήσουν οι μάρτυρες (Μ.Ε. 1 και 4), κατά την αντεξέταση τους από τον δικηγόρο των εναγομένων ως προς την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, εμπίπτουν στην σφαίρα των γενικών και αόριστων υποβολών, ότι δηλαδή η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού είναι λανθασμένη ή ότι σε αυτήν υπάρχουν παράνομες ή αντισυμβατικές ή άδικες ή καταχρηστικές χρεώσεις ή ότι στη σύμβαση δανείου περιλαμβάνονται καταχρηστικοί όροι, χωρίς ουσιαστικά να τίθεται συγκεκριμένη θέση ή ισχυρισμός με τον οποίον η υπεράσπιση θα επεξηγούσε ή θα προσκόμιζε μαρτυρία ώστε να καταδείξει ότι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού είναι λανθασμένη. Όσα δε θέματα συγκεκριμενοποιήθηκαν και υποβλήθηκαν σχετικές ερωτήσεις δόθηκαν πειστικές απαντήσεις από τις εν λόγω μάρτυρες κατά τρόπο που δεν άφηναν περιθώρια παρερμηνειών και αμφισβήτησης της ορθότητας τους. Οι Μ.Ε.1 και 4 στην μαρτυρία τους φάνηκαν ότι γνώριζαν λεπτομέρειες της κατάστασης λογαριασμού (Τεκμ. 11) αλλά και της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού (Τεκμ. 12). Όλα όσα κατάθεσαν σε σχέση με τα Τεκμήρια 11 και 12 τα γνώριζαν από τη μελέτη τους και τη σύγκριση τους με όλα τα σχετικά παραστατικά που τηρούνται ως τραπεζικά βιβλία τα περιεχόμενο των οποίων και τις εγγραφές σε αυτά ήλεγξαν και αντιπαρέβαλαν με όλα τα σχετικά στοιχεία. Οι μάρτυρες επεξήγησαν με σαφήνεια και με λεπτομέρεια τόσο την επιβολή του επιτοκίου αλλά και όλες τις χρεώσεις που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό, όλες τις χρεώσεις που αφαιρέθηκαν μέχρι και τον τερματισμό, αλλά και τις καταθέσεις που πιστώθηκαν μετά τον τερματισμό και αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου των Τεκμηρίων 11 και 12 και απάντησαν ξεκάθαρα και με σαφήνεια σε κάθε ερώτημα επί των Τεκμηρίων 11 και 12, αφαιρώντας μάλιστα τα όσα λανθασμένα καταχωρήθηκαν όπως ήταν η τότε πρακτική της ενάγουσας στο Τεκμήριο 11 και αναθεωρώντας την απαίτηση της ενάγουσας με το Τεκμήριο 12 που σύμφωνα με τους υπολογισμούς και των Μ.Ε. 1 και 4, τους οποίους επεξήγησαν με σαφήνεια τόσο στην κυρίως εξέταση τους όσο και κατά την αντεξέταση τους αποτελεί την ορθή εικόνα της απαίτησης της ενάγουσας έναντι των εναγομένων. Περαιτέρω, παρόλο που στις υπερασπίσεις τους οι εναγόμενοι δικογράφησαν ισχυρισμούς περί παράνομων χρεώσεων και παράνομων τόκων, όπως αυτές αναφέρθηκαν πιο πάνω, θα πρέπει εξαρχής να σημειωθεί ότι στα δικόγραφα των εναγομένων, στο μέρος όπου γίνεται αναφορά στους τόκους και σε άλλες χρεώσεις γίνεται επιγραμματικά γενικά και αόριστα, και παρά την προσπάθεια να θέσουν τέτοιους ισχυρισμούς κατά την αντεξέταση αυτοί έπεσαν στο κενό αφού έλαβαν απαντήσεις από τις Μ.Ε. 1 και 4 οι οποίες παρέμειναν αναντίλεκτες. Ας σημειωθεί δε ότι πέραν κάποιων ερωτημάτων γενικών και αόριστων κατά την αντεξέταση των Μ.Ε. 1 και 4 οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε υποστηρικτική μαρτυρία που να αποδεικνύει οποιαδήποτε παράνομη χρέωση ή παράνομο τόκο στο Τεκμήριο 12. Οι εναγόμενοι, εκτός του ότι δεν έχουν σε καμία περίπτωση κλονίσει την μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 4 κατά την αντεξέταση τους ως προς τα Τεκμήρια 11 και 12, ειδικότερα, δεν προσήγαγαν καμιά μαρτυρία και δεν έθεσαν κανένα υπόβαθρο που να αποδεικνύει το αβάσιμο των ισχυρισμών της ενάγουσας. Η νομοθετική πρόνοια στο άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ 9, αναφέρει ότι αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σ΄αυτό. Το άρθρο 22 δημιουργεί μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Αυτή δε η εκ πρώτης όψεως απόδειξη δεν αντικρούστηκε και δεν καταρρίφτηκε κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στην κατάσταση λογαριασμού μετατοπίστηκε στους εναγόμενους οι οποίοι όμως δεν απόσεισαν το βάρος τους αυτό. Εκτός τούτου, ικανοποιήθηκαν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 και 35 του Κεφ. 9, σε σχέση με το εν λόγω τεκμήριο, αφού καταδείχθηκε με επάρκεια ότι αποτελεί μέρος του αρχείου της τράπεζας αφού όλο τα αρχείο της τράπεζας που αφορούν την υπόθεση αυτή όπως ανέφεραν οι Μ.Ε.1 και 4 βρίσκεται στην κατοχή τους και υπό τον χειρισμό τους αφού είναι τα εξουσιοδοτημένα άτομα και οι υπεύθυνες να διαχειρίζονται τον λογαριασμό που αφορά την παρούσα υπόθεση. Η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 12), βρίσκω ότι είναι ορθή, έχει ελεγχθεί τόσο από την Μ.Ε. 1 η οποία και την ετοίμασε αλλά και από την Μ.Ε.4 η οποία είναι συνυπεύθυνη να διαχειρίζεται τον λογαριασμό της παρούσας υπόθεσης η οποία επίσης την ήλεγξε και έχουν καταλήξει ακριβώς στα ίδια συμπεράσματα, ως εκ τούτου και χωρίς να υπάρχει περί του αντιθέτου διαφορετική μαρτυρία, κρίνω ότι είναι αληθινή και η κάθε εγγραφή και το κάθε ποσό που αναγράφεται σε αυτή την κατάσταση και αντιστοιχεί σε αποδείξεις και άλλα έγγραφα τα οποία αποτελούν τραπεζικά έγγραφα και τα οποία επιβεβαιώνουν και αποδεικνύουν πλήρως κάθε εγγραφή και κάθε ποσό που εμφαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού, σε συνδυασμό δε με την προφορική μαρτυρία που παρουσίασε προς υποστήριξη της αξίωσης της η ενάγουσα η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 12) αντικατοπτρίζει τις ορθές χρεοπιστώσεις που έγιναν από την ενάγουσα κατά τον επίδικο χρόνο και αποδίδει το ακριβές οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνοψίζοντας καταλήγω και καθίστανται ευρήματα μου ότι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 12) σε συνδυασμό με τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 4 αλλά και του Μ.Ε. 3 ως προς τον αριθμό λογαριασμού του εν λόγω δανείου, ήταν αρκετά για να αποδείξουν το οφειλόμενο υπόλοιπο, δεδομένης και της αποτυχίας των εναγομένων να αντικρούσουν το περιεχόμενο της, ως είχαν το βάρος να πράξουν (βλ. υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.,
(2009)1 ΑΑΔ 479, την υπόθεση Χρήστος Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd,
(2012)1 ΑΑΔ 2059 καθώς και με την υπόθεση Evelthon Developments Ltd v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2012)1 ΑΑΔ 2486). ΣΤ. Χρέωση του λογαριασμού των εναγομένων με αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις, τόκους και ανατοκισμό. Οι ισχυρισμοί για αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις και τόκους και περί ανατοκισμού παρέμειναν γενικοί και αόριστοι. Η αντεξέταση των Μ.Ε. 1 και 4 δεν κλόνισαν σε κανένα σημείο την μαρτυρία των για τα πιο πάνω ζητήματα. Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(1)του Νόμου 160(I)/99 «Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα και εν προκειμένω η ενάγουσα έχουν υποχρέωση: (α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχωρούν δάνειο ή άλλη πιστωτική διευκόλυνση για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη. (β) Να παρέχουν σε κάθε οφειλέτη λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις ή ανάκτηση εξόδων που σχετίζονται με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση. (γ) Να ενημερώνουν τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή. Συμμορφούμενοι με τις πρόνοιες του πιο πάνω Άρθρου, η ενάγουσα ενημέρωσε σχετικά, όπως αποδεικνύεται με τα Τεκμήρια 4,5,6,7,8,9,10,11 και 15, αντίστοιχα, τους εναγόμενους, στον βαθμό και την έκταση που τους αφορούν και/ή απευθύνονται ή αναφέρονται, τον καθένα από αυτούς, όσον αφορά το ύψος του επιτοκίου, τον τρόπο και τον χρόνο υπολογισμού, χρέωσης και είσπραξης του, τον ανατοκισμό δύο φορές τον χρόνο, τον τόκο υπερημερίας καθώς επίσης και για τις άλλες χρεώσεις και τα έξοδα που σχετίζονται με την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 3 της Συμφωνίας Δανείου επεξηγείται ρητά πως προκύπτει το συμβατικό επιτόκιο το οποίο είναι κυμαινόμενο και το οποίο από την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας μέχρι και σήμερα παρέμεινε αμετάβλητο. Περαιτέρω στην ίδια παράγραφο επεξηγείται αναλυτικά και ο υπολογισμός του τόκου, το δικαίωμα κεφαλαιοποιήσεως του 2 φορές τον χρόνο, καθώς και το δικαίωμα της ενάγουσας να χρεώνει το εν λόγω δάνειο κατά την κρίση της με δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και/ή άλλων δικαιωμάτων όπως αυτά εκτίθενται στην εν λόγω παράγραφο. Περαιτέρω στα Τεκμ. 8, 9, 10, 11 και 15 εμφαίνονται όλες οι χρεώσεις των εναγομένων είτε αφορούν τον τόκο του δανείου είτε αφορούν οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις του δανείου καθώς και το οφειλόμενο υπόλοιπο των εναγομένων για τις οποίες οι εναγόμενοι ήταν ενήμεροι. Περαιτέρω με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού διορθώθηκε οποιαδήποτε λανθασμένη χρέωση δυνάμει της τότε πρακτικής που τηρούσε η ενάγουσα, προσδιορίζοντας έτσι με ακρίβεια το πραγματικό οφειλόμενο υπόλοιπο και δεν υπάρχει καμία επιπρόσθετη ή παράνομη ή κατά παράβαση της Συμφωνίας Δανείου χρέωση (βλ. Evelthon Developments Ltd κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω). Τα προαναφερόμενα τεκμήρια καταχωρήθηκαν κατά την ακρόαση χωρίς να υποβληθεί καμία ένσταση στην καταχώρηση τους και περαιτέρω επεξηγήθηκαν από τους μάρτυρες της ενάγουσας και δεν κλονίστηκε η αποδεικτική τους αξία σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης. Επιπρόσθετα δε οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία για να αντικρούσουν τη μαρτυρία των Μ.Ε.1,3 και 4 οι οποίες παρέμειναν αλώβητες από την αντεξέταση ή για να εξηγήσουν με τρόπο σαφή και συγκεκριμένα ποια ποσά συνιστούσαν αυθαίρετες και/ή παράνομες χρεώσεις με αναφορά βεβαίως και στα πιο πάνω έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 12), αποδεικνύει με ξεκάθαρο τρόπο το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την 01.01.2010 και είναι ως προβάλλεται σε αυτό κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία όπως επεξηγήθηκε από τις Μ.Ε.1 και 4. Ειδικότερα για τον τόκο υπερημερίας η παράγραφος 3 της Συμφωνίας Δανείου κάνει ξεκάθαρη αναφορά και τον καθορίζει σε ποσοστό μέχρι 1%. Ουδεμία αντίθεση υπάρχει ως προς την παράγραφο 4(ε) της Έκθεσης Απαίτησης τόσο με το συμβατικό ποσοστό του τόκου υπερημερίας όσο και με το ποσοστό του τόκου υπερημερίας που επιβλήθηκε. Θα με απασχολήσει στη συνέχεια ειδικότερα η θέση της Υπεράσπισης για χρέωση παράνομων τόκων. Σημειώνω ότι η μοναδική αύξηση του επιτοκίου από το συμβατικό επιτόκιο του 6,25% σε 7,25% στηρίζεται ακριβώς στην παράγραφο 3(β) του Τεκμηρίου 4. Ως προς τους παράνομους τόκους σχετική είναι η πρόνοια του Άρθρου 74
(1), του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σύμφωνα με την οποία «Ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα». Η χρήση της λέξης "δύναται" εξυπακούει ότι δεν μπορεί να θεωρείται πάντοτε και άνευ ετέρου ο τόκος υπερημερίας ως ποινική ρήτρα, αλλά τούτο θα κρίνεται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης χωριστά. Περαιτέρω, το Άρθρο 74
(1)του Κεφ. 149 θεσπίστηκε και τέθηκε σε ισχύ σε χρόνο που δεν εφαρμοζόταν στην Κύπρο το κυμαινόμενο επιτόκιο και που δεν ήταν νομοθετημένη η ελευθεροποίηση των επιτοκίων, αφορούσε δε γενικά τις συμβάσεις και όχι μόνο τις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις. Ο Νόμος 160(I)/99 αφορά τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως είναι η ενάγουσα (Άρθρο 2 του Νόμου 160(I)/99), το κατά πόσον ο τόκος υπερημερίας θεωρείται ως ποινική ρήτρα ή όχι, πρέπει να κριθεί στη βάση της φύσης του πιστωτικού ιδρύματος, την πρακτική των συναλλαγών και τον χρηματοπιστωτικό κίνδυνο που αναλαμβάνει συμβατικά και επέρχεται στην πράξη για το πιστωτικό ίδρυμα λόγω της αφερεγγυότητας του χρεώστη. Όπως προκύπτει άμεσα και/ή έμμεσα, πλην σαφώς, από τις πρόνοιες και τον συνδυασμό των Άρθρων 20,21,22,23 και 40 του Νόμου 66(I)97 που προνοεί για τη Ρύθμιση των Τραπεζικών Εργασιών, καθώς και από το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων των Νόμων 74(I)1999, 94(I)2000 και 19(I)2003, καθώς και από το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων των Νόμων 4(I)2004, 151(I)2004, 231(I)2004, 235(I)2004, 20(I)2005, 80(I)2008, 100(I)2009, 123(I)2009, 27(I)2011 και 104(I)2011, οι οποίοι Νόμοι έχουν ενσωματωθεί μαζί και αποτελούν τους περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμους του 1997 έως (Αρ. 2) του 2011, οι οποίοι αποτελούν βοήθημα για άντληση καθοδήγησης για ερμηνευτικούς σκοπούς της φύσης των τραπεζικών εργασιών και κινδύνων, καθώς και της πρακτικής και της φύσης των τραπεζικών συναλλαγών και των όρων τους, η παράβαση των όρων των επίδικων Συμβάσεων και ειδικότερα η μη κανονική και/ή η καθόλου πληρωμή των δόσεων αποπληρωμής των οφειλόμενων ποσών και/ή η μη εξόφληση των οφειλόμενων ποσών και των τόκων τους από τους εναγόμενους, και γενικά από τους οφειλέτες τους, επηρεάζουν την οικονομική κατάσταση και τη ρευστότητα της ενάγουσας, τη χρηματοδοτική ικανότητα και την εξ αυτής κερδοφορία τους, την ικανότητα τους για αποπληρωμή των άμεσων και/ή ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων τους, καθώς επίσης επηρεάζουν την κεφαλαιακή επάρκεια και τον ασφαλή υπολογισμό του βαθμού διατήρησης και επάρκειας των ίδιων κεφαλαίων και την μέτρηση και διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου και κινδύνου ρευστότητας που αναλαμβάνει, ο οποίος αυξάνεται λόγω της παράβασης εκ μέρους των εναγομένων. Έχοντας υπόψη όλες αυτές τις πτυχές και παραμέτρους που πηγάζουν από τη φύση της ενάγουσας ως τράπεζας και ως πιστωτικού ιδρύματος, την τραπεζική πρακτική, τη φύση και τους γενικούς όρους των τραπεζικών συναλλαγών, καθώς και τους πιστωτικούς κινδύνους που ενυπάρχουν σε αυτές και που σαφώς σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, θα γίνει στη συνέχεια αναφορά στις αρχές που εφαρμόζονται και τις αποφάσεις που αναφέρονται στην περίπτωση της ποινικής ρήτρας, και οι οποίες είναι πολύ γνωστές. Στην υπόθεση Σύλλογος «ΑΝΟΡΘΩΣΙΣ» Αμμοχώστου διά του Προέδρου αυτού Κίκη Κωνσταντίνου v. «ΑΠΟΛΛΩΝ» ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ διά του γενικού Γραμματέα Γιώργου Παπά
(2002)1 ΑΑΔ 518, σε αναφορά στο Άρθρο 74
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 74 του Indian Contract and Specific Act, 1872 που τροποποιήθηκε από τον Indian Contract (Amendment) Act, 1889 και αναφέρεται στο θέμα της αποζημίωσης για παράβαση σύμβασης η οποία διαλαμβάνει ποινική ρήτρα λέχθηκαν τα εξής: «Σαφώς προκύπτει από τη συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη ότι ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός∙ επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανώτατου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς η οποία θα προκύψει από τη διάρρηξη συμφωνίας, αυτή μετρά ως στοιχείο σχετικό, στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο.» Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dum lop Pneumatic Tyre Co. Ltd v. New Garage & Motor Co. Ltd
(1915)A.A. 79). Όμως, τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση, αυτό που προνοείται από τον επίμαχο όρο της σύμβασης είναι η καταβολή χρημάτων από τον παραβάτη συμβαλλόμενο στον αθώο συμβαλλόμενο». Στην σχετική Αγγλική υπόθεση Lordsvale Finance plc v. Bank of Zambia, 3 ALL ER, 156, ο Δικαστής Colman αποφάσισε τα ακόλουθα: «In my judgment, weak as the English authorities are, there is every reason in principle for adopting the course which they suggest, and for confining protection of the creditor by means of designation of default interest provisions as penalties to retrospectively operating provisions. If the increased rate of interest applies only from the date of default or thereafter, there is no justification for striking down as a penalty a term providing for a modest increase in the rate. I say nothing about exceptionally large increases. In such cases it may be possible to deduce that the dominant function is interrorem the borrower. But nobody could seriously suggest that a 1% rate increase could be such. It is, in my judgment, consistent only with an increase in the consideration for the loan by reason of the increased credit risk represented by a borrower in default. For these reasons I conclude that art 10.30(A) contains nothing in the nature of a penalty and that the default interest provision must be fully enforced.» Σύμφωνα λοιπόν με την απόφαση αυτή, χρεώσεις οποιασδήποτε μορφής τόκου ή ανατοκισμός ή τόκος υπερημερίας ή άλλες χρεώσεις και έξοδα, δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε ως παράνομες, ούτε ως ποινικές ρήτρες, ούτε ως μέσα εκφοβισμού του οφειλέτη εφόσον: (α) Οι χρεώσεις αυτές αφορούν την περίοδο από την παράβαση (default) και μετέπειτα. (β) Οι χρεώσεις είναι μικρές και συντηρητικές (modest). (γ) Οι χρεώσεις αποτελούν το αντάλλαγμα (και όχι ποινή) του αυξημένου πιστωτικού κινδύνου (increased credit risk) τον οποίο δημιουργεί ο παραβάτης οφειλέτης στους ενάγοντες. (δ) Οι χρεώσεις προνοούνται στην επίδικη σύμβαση. Στην Evelthon Developments Ltd κ.α. v. Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου), (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία και παραθέτω: «Στην πρωτόδικη απόφαση ορθά αναφέρεται ότι με τον τερματισμό της Σύμβασης Δανείου λόγω της παράλειψης των εφεσειόντων να τηρήσουν τις πρόνοιες της Σύμβασης για έγκαιρη πληρωμή των δόσεων του δανείου, το αναίτιο μέρος, εδώ η Τράπεζα, δικαιούται σε αποζημιώσεις. Εύστοχα σημειώνεται ότι η συμφωνία για πληρωμή τόκου μέχρι την ημερομηνία της αποπληρωμής δεν συνεπάγεται απαραιτήτως και συμφωνία για πληρωμή τόκου πέραν αυτής της ημερομηνίας σε περίπτωση παράλειψης αποπληρωμής παρόλο ότι κάτω από ανάλογες περιστάσεις, μπορεί να επιδικαστεί τόκος υπό μορφή αποζημίωσης (όχι κατ΄ ανάγκη στο ποσοστό που καθορίζεται στη Σύμβαση). Σχετικό επί του προκειμένου είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts (Specific Contracts), 24η Έκδοση, παρ. 3198, το οποίο παρατίθεται στην εκκαλούμενη απόφαση: «A contract to pay interest up to the date of repayment of the debt does necessarily imply an agreement to pay interest beyond that date in the event of default in repayment, but in the situation interest (though not necessarily at the contract rate) can be awarded by way of damages.» Στη συνέχεια της ίδιας πιο πάνω απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το Μέρος VII - άρθρα 73-75 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 αφορά στις συνέπειες που προκύπτουν από την παράβαση σύμβασης και διέπει το θέμα των αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται το αναίτιο μέρος σε κάθε περίπτωση που υφίσταται ζημιά λόγω παράβασης κλπ της σύμβασης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 73 του Νόμου το λογικά προβλεπτό της ζημιάς, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση είναι το μέτρο της αποζημίωσης, ο δε κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι κατά κανόνα ο χρόνος της παράβασης. Η πρωτόδικος δικαστής προσέγγισε το θέμα του υπολογισμού της αποζημίωσης στην οποία δικαιούται η Τράπεζα έχοντας υπόψη την πιο πάνω αρχή δικαίου λέγοντας ότι ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη της Σύμβασης εκτός αν αυτό ρητά προνοείται στη Σύμβαση ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης. (Βλ. Κολακίδης & Συνεταίροι ν. Μ. Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1671, Καλησπέρας ν. Δρυάδη κα
(1998)1(Β) ΑΑΔ 867 και Θωμά ν. Μέζου κα
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2359.) Η πρωτόδικος δικαστής κατ΄ εφαρμογή της βασικής αρχής δικαίου σύμφωνα με την οποία το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, στο βαθμό που μπορεί τούτο να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η Σύμβαση να είχε εκτελεστεί, ορθά καθόρισε την πληρωμή τόκου σε ποσό 9% ετησίως επί του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού των εφεσειόντων ως μορφή αποζημίωσης. Το εν λόγω ποσοστό αποτελούσε το ανώτατο επιτρεπτό ποσοστό νομίμου τόκου που μπορούσε να επιβληθεί τόσο με βάση συγκεκριμένο όρο της Σύμβασης Δανείου όσο και με βάση τον ισχύοντα νόμο κατά τη σύναψη της Σύμβασης Δανείου την οποία οι εφεσείοντες υπαιτίως διέρρηξαν.» Αναφορά και επεξήγηση του ρόλου του τόκου υπερημερίας στην επίδικη Σύμβαση δίδεται και από την Μ.Ε.1 στην γραπτή κατάθεση της στις σελ. 6 και 7, όπου επεξηγεί ότι ο λόγος που συμφωνήθηκε και τέθηκε στη Συμφωνία ο τόκος υπερημερίας ήταν για την προεκτίμηση της τυχόν ζημιάς που θα προέκυπτε στην περίπτωση που οι εναγόμενοι αθετούσαν τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν έναντι των εναγόντων. Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι ο τόκος υπερημερίας συμφωνήθηκε μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου 1 έτσι ώστε στην περίπτωση που κάποιο ποσό θα καθίσταται πληρωτέο και δεν καταβάλλεται από τον εναγόμενο 1, να δημιουργείται η επιπλέον υποχρέωση πληρωμής από τον εναγόμενο 1 επί του πιο πάνω ποσοστό του Συνολικού Επιτοκίου, το ποσοστό μέχρι και 1% ως αποζημίωση , ετήσια, από την ημερομηνία που το ποσό αυτό θα καταστεί πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας ως αποζημίωση, με τον τερματισμό της Συμφωνίας Δανείου τιμήθηκε από τους ενάγοντες στο 1% και ενεργοποιήθηκε με τον τερματισμό της Συμφωνίας Δανείου την 11.05.
  1. Η αθέτηση από τον εναγόμενο 1 των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς δεν επλήρωνε τα ποσά που καθίσταντο πληρωτέα σύμφωνα με το πρόγραμμα αποπληρωμής που είχε συμφωνήσει του δανείου του, είχε ως αποτέλεσμα το δάνειο του να παρουσιάζει καθυστερήσεις και να καταστεί μη εξυπηρετούμενο δάνειο, γεγονός που οδήγησε στο τερματισμό της Συμφωνίας Δανείου από την ενάγουσα. Η ενάγουσα, για να προβεί στο πιο πάνω δανεισμό στον εναγόμενο 1, δανείσθηκε και η ίδια χρήματα από τα χρήματα των καταθετών της. Η ενάγουσα έχει την υποχρέωση να αποδώσει και η ίδια το δανεισθέν ποσό πληρώνοντας βεβαίως και τους αναλογούντες τόκους, ως καταθετικούς τόκους στους καταθέτες της. Λόγω του ότι ο εναγόμενος 1 δεν αποπλήρωνε κανονικά τα ποσά που καθίσταντο πληρωτέα, η ενάγουσα αδυνατούσε να εισπράξει τα εν λόγω ποσά για να τα αποδώσει στους δικούς της δανειστές δηλαδή στους καταθέτες της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ενάγουσα να αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει άλλα κεφάλαια για καλύψει τα ποσά που οφείλει στους δικούς της δανειστές, αλλά και για να αποπληρώσει και η ίδια τα καταθετικά επιτόκια των καταθετών της που την περίοδο εκείνη κυμαίνονταν από 5% με 4,25%. Το αποτέλεσμα της πιο πάνω περιγραφόμενης κατάστασης ήταν να απολέσει η ενάγουσα τόσο την κερδοφορία της από το εν λόγω δάνειο, αλλά και ποσά από το ίδιο το αρχικό κεφάλαιο του δανείου, παθαίνοντας ζημιά λόγω της μη αποπληρωμής του δανείου από τον εναγόμενο
  2. Η δημιουργηθείσα αυτή ζημία πρέπει να αποδοθεί ως εύλογη αποζημίωση δια μέσου του τόκου υπερημερίας όπως ρητά προβλέπει η Συμφωνία Δανείου. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας ως αποζημίωση που ζητά η ενάγουσα είναι στα πλαίσια των λογικών αποζημιώσεων που υφίσταται από την μη εξυπηρέτηση του εν λόγω δανείου από τον εναγόμενο 1 ως η συμβατική του υποχρέωση και σε καμία περίπτωση δεν επιβλήθηκε σε αυτόν ως ποινή ή ως φόβητρο για να αποπληρώνει τα οφειλόμενα ποσά, αλλά ως συμφωνημένη αποζημίωση που προκύπτει καθότι, ο εναγόμενος 1 αθέτησε τους όρους της Συμφωνίας Δανείου που υπέγραψε με την ενάγουσα. Πράγματι, όπως ανάφερε η Μ.Ε.1 με την αθέτηση των δεσμεύσεων του εναγομένου 1 η ενάγουσα ζημιώθηκε και έτσι με τον τερματισμό της Συμφωνίας Δανείου ενεργοποιήθηκε και ο όρος περί τόκου υπερημερίας όπως αυτός ρητά αναφέρεται στο Τεκμήριο 4 στην παράγραφο 3(β), ο οποίος στην επίδικη Συμφωνία Δανείου καθορίστηκε μέχρι 1% και με τα δεδομένα της ζημιάς όπως εκτιμήθηκε από την ενάγουσα διεκδικείται με την αγωγή της. Περαιτέρω η Μ.Ε.1 κατάθεσε ενδεικτικά τα Τεκμήρια 13 και 14 που δίδουν την εικόνα των καταθετικών επιτοκίων που προσέφερε η ενάγουσα και βεβαίως τα ποσοστά τόκου που έπρεπε να επιστρέψουν στους καταθέτες τους. Είναι εμφανέστατο ότι η παράβαση των όρων της επίδικης Συμφωνίας Δανείου από τους εναγόμενους δημιούργησε ζημιά η οποία αποδεικνύεται και δικαιωματικά πρέπει να αποδοθεί δια μέσου του 1% ως τόκου υπερημερίας στην ενάγουσα. Επομένως, είναι σαφές ότι η ενάγουσα είχε δικαίωμα κατά την κρίση της να προβεί στις αυξομειώσεις του επιτοκίου, στις κεφαλαιοποιήσεις του τόκου και στην χρέωση τόκων υπερημερίας, το οποίο δικαίωμα της άσκησε με σύνεση στα πλαίσια της επίδικης Συμφωνίας Δανείου (Τεκμ. 4), του Νόμου, και των Αποφάσεων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, καθώς και στα πλαίσια των αποφάσεων και ανακοινώσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η αρμοδιότητα της οποίας δημιουργήθηκε την 01.01.2008 με την υιοθέτηση του Ευρώ από την Κύπρο. Καταλήγω ότι τόκος υπερημερίας, και γενικά η αύξηση του τόκου στην οποίαν προέβηκε η ενάγουσα, συνιστά αναληφθείσαν συμβατική υποχρέωση των εναγομένων, η οποία, (λαμβανομένης υπόψη της φύσης της συναλλαγής, της τραπεζικής ιδιότητας της ενάγουσας, των χρηματοπιστωτικών κινδύνων, που ήδη επήλθαν λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων, που αποτελούν το αντάλλαγμα, και όχι κατ' ανάγκην την αποζημίωση, που οφείλουν οι εναγόμενοι στην ενάγουσα, και της εκ των προτέρων γνώσης και συμφωνίας των εναγομένων), είναι απαλλαγμένη οποιωνδήποτε στοιχείων που μπορούν να της προσδώσουν χαρακτήρα και φύση ποινικής ρήτρας (Τρύφωνας Χαραλάμπους v. Liberty Life Insurance Public Company Limited,
(2011)1 ΑΑΔ σελ. 1739). Οι εναγόμενοι ουδέποτε από της σύναψης των επίδικων Συμβάσεων σε σχέση με τη Σύμβαση Δανείου έθεσαν οποιοδήποτε θέμα, ή υπόβαλαν οποιανδήποτε ένσταση ή διαμαρτυρήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο για τις κατά την άποψη τους παράνομες ή υπερβολικές χρεώσεις τόκων ή εξόδων. Είναι καθήκον και των ιδίων των εναγομένων να ενδιαφερθούν να ενημερωθούν για το επιτόκιο και τον τρόπο υπολογισμού του, τις οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις, και γενικά τις υποχρεώσεις τους έναντι της ενάγουσας, και εφόσον το επιθυμούν να συμβουλευθούν δικηγόρο της επιλογής τους, γεγονός που όπως εμφαίνεται από όλα τα τεκμήρια δεν τους αποστερήθηκε αλλά βεβαίως και δεν δικογραφήθηκε τέτοιος ισχυρισμός. Στην υπόθεση Μαρκίδου v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 ΑΑΔ 2069, ο Αρτεμίδης, Δ. (όπως ήταν τότε) στην ομόφωνη απόφαση του Εφετείου ανέφερε ότι: «προβάλλει ευλόγως το ερώτημα γιατί δεν προέβη (η εφεσείουσα) στα δέοντα ώστε να την ακυρώσει (τη συμφωνία παροχής δανείου, πιστώσεων και άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων), αντί να περιμένει να προβάλει τους ισχυρισμούς της μετά την καταχώρηση της αγωγής», ενώ στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά. (πιο πάνω) επισημάνθηκε ότι οι εφεσίβλητοι ουδέποτε ζήτησαν επεξηγήσεις ούτε και αμφισβήτησαν τον υπολογισμό των τόκων ή την εγκυρότητα της διαδικασίας της τακτικής της τράπεζας. Αναφέρθηκε δε ότι: «η έλλειψη επεξήγησης ως προς την τακτική της τράπεζας δεν μπορεί να καταστήσει τη συμφωνία ως αόριστη και ασαφή. Οι εφεσίβλητοι υπέγραψαν τη σχετική συμφωνία και προέβαιναν για αρκετά χρόνια σε συναλλαγές με την εφεσείουσα τράπεζα χωρίς να προβάλουν οποιαδήποτε διαμαρτυρία. και με τη συμπεριφορά τους αποδέχονταν τη διαδικασία που είχε υιοθετηθεί». Με όσα προανέφερα, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχει μαρτυρία περί του αντιθέτου, κρίνω ότι ικανοποιούνται πλήρως οι πιο πάνω προϋποθέσεις και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ευσταθήσουν οι ισχυρισμοί ότι οι χρεώσεις του λογαριασμού των εναγόμενων, ειδικότερα με την κατάθεση ως Τεκμηρίου 12 της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, στην οποία αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις που λανθασμένα επιβλήθηκαν, μπορούν να θεωρηθούν ως παράνομες χρεώσεις και/ή ως ποινικές ρήτρες και/ή ως χρεώσεις πέραν του νόμιμου επιτρεπόμενου ορίου του επιτοκίου, και φυσικά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι το αξιούμενο ποσό είναι προϊόν παράνομων χρεώσεων, τόκων και ανατοκισμού. Σε σχέση με την άρνηση εκ μέρους των εναγομένων στην παρ. 6
(3)της Έκθεσης Υπεράσπισης των, του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι καταβλήθηκε στον εναγόμενο 1 το ποσό των €116,000.00 και ότι η ενάγουσα άνοιξε επ΄ονόματι του τον επίδικο λογαριασμό βρίσκω ότι η μαρτυρία κατέδειξε ότι μπορεί να αποδοθεί στην προσπάθεια των εναγομένων να παρουσιάσουν ότι ο εν λόγο λογαριασμός δεν αφορά αυτό το δάνειο. Κρίνω, αποδεχόμενος τη μαρτυρία του κ. Δ. Καζάκου (Μ.Ε. 3), αλλά και αυτής της Μ.Ε. 4 επί του προκειμένου ότι επρόκειτο για καλόπιστο λάθος η αναγραφή του λογαριασμού της παρούσας Συμφωνίας δανείου στην αγωγή που ηγέρθη για άλλο δάνειο με την εναγόμενη 2 εμπλεκόμενη και σε εκείνη την υπόθεση. Το Τεκμ. 17 και η αντιπαραβολή του με τα Τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης επιβεβαιώνουν την μαρτυρία των Μ.Ε. 3 και 4 ότι ο λογαριασμός που αναφέρεται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης αφορά την επίδικη συμφωνία δανείου και δεν χωρεί καμία αμφιβολία σύμφωνα και με το Τεκμ. 7 ότι ο εναγόμενος 1 έλαβε το ποσό του δανείου. Η προσπάθεια των εναγομένων να εμπλέξουν την παρούσα υπόθεση με άλλη υπόθεση στην οποία εκ παραδρομής και/ή εκ λάθους αναγράφηκε ο αριθμός λογαριασμού του επίδικου δανείου καταρρίφτηκε συντριπτικά τόσο από τα Τεκμήρια που παρουσιάστηκαν όσο και από την μαρτυρία του Μ.Ε. 3 ο οποίος ήταν και ο δικηγόρος που συνέταξε τις δύο αγωγές. Ως εκ τω άνω οι σχετικοί ισχυρισμοί των εναγομένων έχουν καταρριφθεί και απορρίπτονται. Σχετικά με τα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1 στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης τους ότι δηλαδή κατέβαλε πολύ μεγαλύτερα ποσά εκτός του ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προωθήθηκε από τους εναγομένους, οι Μ.Ε. 1 και 4 ξεκάθαρα ανέφεραν ότι πριν τον τερματισμό οι εναγόμενοι κατέθεσαν το ποσό των €12.717,84 και μετά τον τερματισμό το ποσό των €370,00. Δεν παρουσιάστηκε καμία μαρτυρία που να αντικρούει και να αποδεικνύει τον ισχυρισμό των εναγομένων και ως εκ τούτου ο πιο πάνω ισχυρισμός τους απορρίπτεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου ότι η ενάγουσα απέδειξε τις αξιώσεις της εναντίον των εναγομένων και ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ομού και/ή κεχωρισμένως και ή προσωπικά για το μειωμένο ποσό των €118,011,44σ. με τόκο 6,25% από 01.01.2010 μέχρι τον τερματισμό, δηλαδή μέχρι την 11.05.2010 και από 11.05.2010 με τόκο 7,25% επί του ίδιου ποσού με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι την πλήρη εξόφληση, μείον €370.00 ποσό που πληρώθηκε από τους εναγόμενους μετά τον τερματισμό και διάταγμα ως το αιτητικό Γ της Έκθεσης Απαιτήσεως. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων ομού και /ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.).................. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.