← Κύπρος

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ ν. Μαρίας Θεοδώρου Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3113/03, 1/7/2016

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ ν. Μαρίας Θεοδώρου Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3113/03, 1/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3113/03 Μεταξύ: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ Εναγόντων και 1. Μαρίας Θεοδώρου Γεωργίου 2. Αρέστης Αδάμου 3. Πολύδωρος Πολυδώρου 4. Θεόδωρος Θεοδώρου 5. Πανίκκος Τσούκας Εναγομένων Αίτηση Ημερομηνίας: 25/2/16 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 1 Ιουλίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτήτες: κος Κουλίας Για καθ' ης η αίτηση: κα Χαραλάμπους Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 21 Ιανουαρίου 2004 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 στην αγωγή για το ποσό των ΛΚ 5798.31 πλέον τόκους και έξοδα της αγωγής. Σύμφωνα με τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης η αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη 1 στις 12 Αυγούστου 2003 στον σύζυγο της Θεόδωρο Θεοδώρου με τον οποίο συζεί. Είναι θέση της εναγομένης 1 στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού της απόφασης που καταχωρήθηκε το έτος 2016 ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής επειδή την αγωγή την παρέλαβε ο σύζυγος της ο οποίος πλαστογράφησε την υπογραφή της και ότι από το 2002 είναι σε διάσταση μαζί του και δεν έχει καμία επαφή. Σήμερα ο πρώην σύζυγος της βρίσκεται στις κεντρικές φυλακές ως κατάδικος. Δεν προβάλει κανένα γεγονός για την ύπαρξη υπεράσπισης στην αγωγή. Σημειώνω ότι η αίτηση μηνιαίων δόσεων που επιδόθηκε προσωπικά στη εναγόμενη 1 στην οδό Ζαλλόγγου Ορμήδεια 14 είναι η διεύθυνση που επιδόθηκε και το κλητήριο ένταλμα στον σύζυγο της εναγομένης 1 το 2003. Με βάση την Δ.17 θ.10 οι διαδικαστικοί Κανονισμοί της Πολιτικής Δικονομίας προνοούν ως ακολούθως, στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον εναγόμενου ερήμην λόγω του ότι παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή: "Where judgment is entered pursuant to any of the proceeding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary judgment upon such terms as may be just." Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμερισθεί η εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στην διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Σ' αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) δικαιούται παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στην διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο ενάγοντας απόφαση κατά τον δεδομένο χρόνο, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίσθηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Η διάκριση μεταξύ της πρώτης και δεύτερης περίπτωσης σύμφωνα με τον Lord Wright στην Αγγλική απόφαση Evans v Bartlam [1], η οποία υιοθετείται και εφαρμόζεται από τα Κυπριακά Δικαστήρια, είναι ότι στην περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στην περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης μόνο εάν ο εναγόμενος πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν γεγονότα που στοιχειοθετούν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης και που θα πρέπει να ακουσθούν στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Θα πρέπει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι προκαλείται αδικία εάν δεν παραμερισθεί η απόφαση διότι παρά της ύπαρξης καλής υπεράσπισης δεν δίδεται ευκαιρία στον εναγόμενο να ακουσθεί. "A discretion necessarily involves a latitude of individual choice, according to the particular circumstances, and differs from a case where the decision follows ex debito justitiae, once the facts are ascertained. In a case like the present, there is a judgment, which though by default, is a regular judgment, and the applicant must show grounds why the discretion to set it aside should be exercised in his favour. The primary consideration is whether he has merits, to which the Court should pay heed; if merits are shown the court will not prima facie desire to let pass a judgment on which there has been no proper adjudication. The Court might also have regard to the applicants explanation why he neglected to appear after being served, though as a rule his fault in that respect can be sufficiently punished by the terms, as to costs.. The appellant here has an explanation, the truth of which is indeed denied by respondent, but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a conflict on affidavits." Στην δεύτερη αυτή περίπτωση το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση άλλα έχει την διακριτική εξουσία να παραμερίσει την απόφαση εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (β) η μη εμφάνιση του είναι δικαιολογημένη υπό της περιστάσεις. Ο εναγόμενος έχει το βάρος αποδείξεως σε σχέση με την ύπαρξη των πιο πάνω προϋποθέσεων. Να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος δεν είναι ανάγκη να αποδείξει την αλήθεια των γεγονότων που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού τα οποία θεμελιώνουν το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης. Αυτό που θα πρέπει να αποδείξει ο εναγόμενος είναι ότι τα γεγονότα πού περιέχονται στην ένορκη του δήλωση εάν ήταν αλήθεια θα αποτελούσαν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Λευκίδου ν Αρίστου Κανναουρίδη[2], από τον Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδη, δία να αποδειχθεί η ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή σε αίτηση παραμερισμού της απόφασης δεν απαιτείται η απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η απόδειξη γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση των προνοιών της Δ.48 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο σκοπός της αίτησης παραμερισμού δεν είναι για να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής επί των γεγονότων και να γίνει αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά να εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσο υπάρχουν ισχυρισμοί που βασίζονται σε κάποια γεγονότα που αποτελούν υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι γι' αυτό τον λόγο που τα γεγονότα αυτά δεν είναι ανάγκη να αποδειχθούν για την αλήθεια των. 'Η νομολογία σε σχέση με την Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση , σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν τέμνεται με την Evans v Bartland και την Κυπριακή νομολογία ως προς τις αρχές που διέπουν το παραμερισμό απόφασης. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδεικτούν.' Στην παρούσα περίπτωση η εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής επειδή ο σύζυγος της με τον οποίο ήταν σε διάσταση κατά τον χρόνο της επίδοσης πλαστογράφησε την υπογραφή της και αποδέχθηκε το κλητήριο ένταλμα εκ μέρους της. Αυτά που ανέφερε η εναγόμενη 2 στην αίτηση της για τους λόγους μη επίδοσης της αγωγής έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη. Η ένορκη δήλωση του επιδότη βρίσκεται εντός του δισκογραφικού φακέλου της υπόθεσης. Ο δικαστικός επιδότης ορκίσθηκε ότι την αγωγή την επέδωσε στον σύζυγο της εναγομένης 1 που ήταν και τότε συγκάτοικος της. Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα πλαστογραφίας της υπογραφής της εναγόμενης 1 επειδή ο σύζυγος της δεν υπέγραψε με το όνομα της εναγομένης αλλά εκ μέρους της. Περαιτέρω, προκύπτει ότι η επίδοση έγινε στην οδό Ζαλόγγου 14 στην Ορμήδεια διεύθυνση στην οποία σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη στα πλαίσια της αίτησης μηνιαίων δόσεων όπου διαμένει μέχρι και σήμερα η εναγόμενη 1. Επομένως, αυτά τα στοιχεία έρχονται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της ότι κατά το επίδικο διάστημα ήταν σε διάσταση με τον σύζυγο της με τον οποίο δεν είχε καμία επαφή από το 2002. Όμως εκείνος που έχει το βάρος να αποδείξει ότι πράγματι δεν συζούσε με τον σύζυγο της κατά τον χρόνο της επίδοσης ήταν η εναγόμενη 1. Η εναγομένη 1 όχι μόνο δεν κατόρθωσε να παραθέσει στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποδείξει αυτόν τον ισχυρισμό δηλαδή να αποδείξει ότι ο σύζυγος της διάμενε κάπου αλλού κατά τον επίδικο χρόνο αλλά παρέθεσε στοιχεία τα οποία εάν διασταυρωθούν έρχονται σε αντίθεση με την ένορκη δήλωση του επιδότη που βρίσκεται στον δικογραφημένο φάκελο της υπόθεσης. Επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε μέλος της οικογένειας της εναγόμενης 1 θα πρέπει να θεωρείται ότι πρόκειται σε έγκυρη επίδοση της αγωγής. Στην απόφαση Θεοδώρου ν ΣΠΕ Μακράσυκας[3] ο Δικαστής Γ. Αρέστης ασχολήθηκε με την ερμηνεία των λέξεων 'μέλος της οικογένειας ' για σκοπούς επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Είναι σημαντικό, όπως ανέφερε, να ληφθεί υπόψη η Κυπριακή πραγματικότητα δια να βρεθεί η σωστή προσέγγιση σε σχέση μ' αυτό το ζήτημα. Ένα συγκεκριμένο πρόσωπο θεωρείται μέλος της οικογένειας όχι μόνο ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και από τους σκοπούς της συγκεκριμένης νομικής πρόνοιας στην οποία η λέξη 'οικογένεια' απαντάται. Σύμφωνα με το Annual Practice Book του 1953 η αντίστοιχη Αγγλική Διάταξη της Δ.5 θ.2 είναι το Ο.9 r.2. Στην σελίδα 63 του Annual Practice Book επεξηγείται ότι ο σκοπός της επίδοσης είναι να λάβει γνώση ο εναγόμενος του Κλητηρίου Εντάλματος διά να μπορέσει να λάβει τα δέοντα μέτρα έγκαιρα για την υπεράσπιση της αγωγής. The object of all service was, of course, only to give notice to the party on whom it was made, so that he might be aware of , and be able to resist , that which was sought against him, and where that had been done , that the Court might feel perfectly confident that service had reached him , everything had been done that could be required. Η μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή η κακή επίδοση κλητηρίου εντάλματος είναι μία από τις περιπτώσεις όπου δεν θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση την Δ.17 των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η κακή επίδοση της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα να μην ενημερωθεί ο εναγόμενος για την διαδικασία εναντίον του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο αφού διαπιστώσει ότι η επίδοση υπήρξε κακή είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Χρίστου[4] επίδοση που έγινε σε γραμματέα στο γραφείο του εναγόμενου που δεν ήταν υπεύθυνη στο χώρο εργασίας θεωρήθηκε κακή επίδοση. Το Δικαστήριο που είχε εκδώσει την απόφαση βασίσθηκε στην επίδοση για να ικανοποιηθεί ότι ο εναγόμενος είχε λάβει γνώση της αγωγής. Επομένως, η διαδικασία υπήρξε πλημμελής με αποτέλεσμα να εκδοθεί αντικανονικά απόφαση εναντίον του εναγόμενου. Από την στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή το Δικαστήριο όφειλε να παραμερίσει την απόφαση. "Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά την γνώμη μας το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του." Οι ίδιες αρχές και η σημασία της ορθής επίδοσης σε σχέση με τα κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα θεμελιώδη δικαιώματα έχουν τονισθεί στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου JZ Classic Muzic Pro Ltd v Alkadia Music Land Ltd.[5] όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοση κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρο 30.3 (α) και (β) θα προσθέταμε του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με την δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίος εγκαλείται στο Δικαστήριο." Επομένως η κακή επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος εκθεμελιώνει την κανονικότητα της μετέπειτα διαδικασίας και γι' αυτό είναι σημαντικό στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο να εξετάσει εάν υπήρξε καλή επίδοση προτού προχωρήσει να εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους για τους οποίους ο εναγόμενος ζητεί τον παραμερισμό της απόφασης. Εξετάζοντας το δικογραφικό φάκελο το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαπιστώσει κατά πόσο η επίδοση υπήρξε αντικανονική. Τουναντίον, η επίδοση φαίνεται να έγινε κανονικά και σε πλήρη συμμόρφωση με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Ο δικαστικός επιδότης έχει καταχωρήσει την νενομισμένη ένορκη δήλωση η οποία βασίζεται στο έντυπο 5 της Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών όπου δηλώνει ότι βρήκε τον σύζυγο και συγκάτοικο της εναγομένης 1 στην διεύθυνση της κατοικίας της στην Ορμήδεια και έτσι παρέδωσε αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος στον σύζυγο και συγκάτοικο της εναγόμενης 1. Η επίδοση Κλητηρίου Εντάλματος διέπεται από την Δ.5 θ.2 η οποία προνοεί ως ακολούθως: "The service shall whenever it is practical , be effected by leaving the copy with the person to be served ; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left - (
  2. i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof ; or (
  3. ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) with his master in the case of a servant living with his master. Where service is effected by leaving the copy with a person other than the person to be served, the affidavit of service shall state (if such be the case ) that the person to be served was not found at his house or at his usual place of employment.(form 5)" Το έντυπο 5 είναι η ένορκη δήλωση που θα πρέπει να γίνεται και να καταχωρείται στον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης από τον δικαστικό επιδότη. Σ' αυτό το έντυπο πρέπει να αναφερθεί σε ποιον επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα, η σχέση αυτού του προσώπου με τον εναγόμενο, και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει κατορθωτή προσωπική επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στον εναγόμενο ότι ο δικαστικός επιδότης τον αναζήτησε στο σπίτι του και στην εργασία του και δεν τον βρήκε εκεί. Η σημασία της λέξης οικογένεια (family) σύμφωνα με το Strouds Judicial Dictionary[6] δεν περιορίζεται μόνο στον στενό οικογενειακό κύκλο που περιλαμβάνει γονείς και ανήλικα παιδία αλλά ανάλογα με την περίπτωση επιδέχεται λογική και ευρύτερη σημασία. Family

(1)The primary legal meaning of family is not equivalent to familia or famille but means "children
(2)The word "family" may, however, without difficulty be controlled by the context and is in itself , a word of a most loose and flexible description it is a popular ,and not a technical , expression. So the word "family" may by the context , be controlled to mean " posterity" or descendants "generally.or to mean "heirs" or "next of kin" or "heir" or "heir at law" or "heirs of the body" or "blood relations" or "relations" or "relations by marriage". Με γνώμονα τα πιο πάνω οι λέξεις "member of his family" της Δ.5 θ2 θα πρέπει να ερμηνευθούν έχοντας υπόψη το σκοπό της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος ο οποίος είναι να λάβει γνώση της αγωγής ο εναγόμενος με το να πάρει αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος εντός της προθεσμίας που προνοούν οι θεσμοί. Έλλειψη συγκεκριμένων στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι η εναγόμενη 1 διέμενε την συγκεκριμένη περίοδο σε άλλη διεύθυνση μακριά από την οικογενειακή εστία δεν πείθει το Δικαστήριο για τα λεγόμενα της και έτσι δεν έχει αποδειχθεί ότι η σύζυγος της έπαυσε κατά το συγκεκριμένο διάστημα να είναι μέλος της οικογένειας της συνεπώς πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίδοση της αγωγής σ' αυτή είναι νομότυπη. Εφόσον θεωρώ την επίδοση νομότυπη η εναγόμενη 1 δεν έχει δικαίωμα σε παραμερισμό της απόφασης λόγω κακής επίδοσης στην αγωγή. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ του παραμερισμού της απόφασης. Ως λόγο για την μη εμφάνιση της στην αγωγή η εναγόμενη 1 ανέφερε ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής επειδή ο σύζυγος της πλαστογράφησε την υπογραφή της στο κλητήριο ένταλμα και δεν είχε επαφή μαζί του από το
  1. Υπάρχουν απτά στοιχεία ενώπιον μου που προκύπτουν από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης τα οποία έρχονται σε πλήρη αντίφαση με τους ισχυρισμούς της εναγομένης
  2. Αυτή έχει το βάρος να αποδείξει την αλήθεια των γεγονότων που πρόβαλλε ενώπιον του Δικαστηρίου για να δικαιολογήσει την μη εμφάνιση της στην αγωγή. Τούτου λέχθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ. ν Μιχαήλ[7]. Λέχθηκε ότι εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταλήξει σε θετικό εύρημα ότι ο εναγόμενος δεν είχε λάβει γνώση της αγωγής τότε έχει δικαίωμα παραμερισμό της απόφασης για να προβάλει την υπεράσπιση του. Σε εκείνο την περίπτωση ο εναγόμενος ανέφερε ότι έγινε επίδοση στην σύζυγο του με την οποία ήταν σε διάσταση και δεν επικοινωνούσαν. Ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν έλαβε γνώση της αγωγής είναι με το συνηθισμένο τρόπο απόδειξης γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση την Δ.
  3. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Luis Vuitton v Δερμοσακ Λτδ.[8] η μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση παρέχεται με ένορκη δήλωση, όπως προβλέπεται στη Δ.
  4. Όταν υπάρχει διάσταση των γεγονότων μεταξύ των γεγονότων της ένορκης δήλωσης της αίτησης και της έντασης αυτά τα γεγονότα πρέπει να αποδειχθούν και ο αιτητής έχει το βάρος αποδείξεως. "Εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης, όπως ορίζεται στη Δ.48 θ.4."[9] Στην υπόθεση Λευκίδου[10] υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι τα γεγονότα που αφορούν τον λόγο μη εμφάνισης του εναγόμενου θα πρέπει να αποδειχθούν σε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης από τον αιτητή. "Με προσδιορισμό το βάρος απόδειξης , ορισμένου γεγονότος, εφάρμοσαν την Δ.48 θ.4 αναφορικά με τη μέθοδο της απόδειξης του...Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται...Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδειχθούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών της Evans v Bartlam πρέπει να αποδειχτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης." Από το απόσπασμα της απόφασης Evans v Bartlam [11] πιο πάνω η οποία αναφέρει ότι τα γεγονότα θα πρέπει να διαπιστωθούν (ascertained facts) διά να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι υπήρχε αντικανονικότητα στην επίδοση της αγωγής και της έκδοσης της απόφασης είναι φανερό ότι το ζήτημα της κακής επίδοσης που έχει εγερθεί από τον αιτητή θα πρέπει να αποδειχθεί μέσα στα πλαίσια αυτής της αίτησης με βάση τις πραγματικές παραστάσεις της κάθε πλευράς που προκύπτουν από της ένορκες δηλώσεις. Όσα έχει αναφέρει η εναγόμενη 1 για τον σύζυγο της έρχεται σε αντίθεση με την ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη ο σύζυγος της ήταν και τότε συγκάτοικος της εναγομένης 1 και αυτός δεν πλαστογράφησε την υπογραφή της αφού υπέγραψε για την παραλαβή των εγγράφων υπό την προσωπική του ιδιότητα. Επομένως, η εναγόμενη 1 έχει αποτύχει παντελώς να αποδείξει τους ισχυρισμούς που παραθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου για να δικαιολογήσει γιατί δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Οι αόριστοι και αντιφατικοί ισχυρισμοί της εναγομένης 1 σε σχέση με την λοιπή μαρτυρία ενώπιον μου δεν πείθει ότι γνήσια επικαλείται άγνοια για την επίδοση της αγωγής. Κρίνω ότι η εναγόμενη 1 απέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Αναφορικά με την θέση της ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή κρίνω ότι και πάλι δεν έχει παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα στοιχείο ή και γεγονός ώστε να πείσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι ανάγκη οι ισχυρισμοί της εναγόμενης να στοιχειοθετούνται ως προς τις λεπτομέρειες των γεγονότων και με υποστηρικτικό έγγραφο μαρτυρικό υλικό διότι εάν δεν απαιτηθεί αυτό από το Δικαστήριο θα είναι εύκολο για τον εναγόμενο να προβαίνει σε ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς και να πετυχαίνει με μεγάλη ευκολία το επανάγνοιμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν Alpha Bank Ltd.[12] λέχθηκε ότι τα στοιχεία πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας για να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας υπέρ του παραμερισμού. "Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής , διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύει μέσα από τους ιδίους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς , ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετεί χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων.Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει , τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων , όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών." Σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι να δοθεί σε διάδικο με πραγματικά στοιχεία που πλαισιώνουν την υπεράσπιση τις θέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου προς υπεράσπιση. Η εναγόμενη 1 δεν έχει προβάλλει κανένα λόγο για επανανοιγμα της υπόθεσης. Όμως αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος που θεωρώ ότι δεν πρέπει να παραμεριστεί η απόφαση. Η εναγομένη 1 δεν έχει αποδείξει ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής και ούτε έχει αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Περαιτέρω, προκύπτει από τα δεδομένα ενώπιον μου ότι πρώτα φορά που έλαβε οποιαδήποτε ένδικα μέτρα στα πλαίσια της αγωγής ήταν μετά την επίδοση της αίτησης έρευνας το 2016 δηλαδή 12 χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Miluca Motor Trading Ltd. v Χρυσάνθουν Κούρτη [13] οι εξηγήσεις που δίδει ο εναγόμενος για την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο δεν συνιστούν αυτομάτως και δικαιολογία. Περαιτέρω λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης , εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και δικαιωμάτων του αντιδίκου". Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει και την όλη συμπεριφορά του διαδίκου παρά του γεγονότος ότι έχει καλή υπεράσπιση διαφορετικά το αποτέλεσμα, όπως επεξηγείται στην πιο πάνω απόφαση, θα είναι ότι " πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή." Η εναγόμενη 1 περίμενε 12 ολόκληρα χρόνια ώστε να δράσει προς παραμερισμό της απόφασης και αυτό εξαναγκάστηκε να το κάνει διότι ήρθε αντιμέτωπη με την πραγματικότητα της εκτέλεσης της δικαστικής υπόθεσης εναντίον της. Όλα τα πιο πάνω δείχνουν μία αδιαφορία προς τους θεσμούς και στην δικαστική διαδικασία που δεν μπορεί να παραβλεφθεί . Ως εκ τούτου, και για όλους του πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης. Ούτε το θεωρώ δίκαιο υπό αυτές τις περιστάσεις να στερήσω την ενάγουσα από τα δικαιώματα που έχει αποκτήσει ως αποτέλεσμα της εκδοθείσας απόφασης. Η αίτηση απορρίπτεται τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της εναγομένης 1 όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1]
(1937)2 ALL ER 646,656 [2] Πολιτική Έφεση 10015 ημερ. 26.4.99 [3] 1 ΑΑΔ 1305
(2003)[4] Πολιτική Έφεση 9477 ημερ. 5.3.97 [5] Πολιτική Έφεση 10987 ημερ. 4.7.02 [6] Volume 2 D-H, 4th Edition, Sweet & Maxwell [7] 1 ΑΑΔ 1044
(2003)[8] 1 ΑΑΔ 1454 ,1463
(1992)[9] Id at 1465 [10] Supra note 2 [11] Supra note 1 [12] Πολιτική Έφεση 11115 ημερ. 18/6/02 [13] Πολιτική Έφεση 9686 ημερ. 8 Αυγούστου 1997 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.