← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΟΝΤΕΑΣ ν. Χριστάκη Ανδρέα Μιχαήλ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2249/2011, 8/7/2016

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΟΝΤΕΑΣ ν. Χριστάκη Ανδρέα Μιχαήλ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2249/2011, 8/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2249/2011 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΟΝΤΕΑΣ Ενάγουσας -και-

  1. Χριστάκη Ανδρέα Μιχαήλ
  2. Θεοδώρας Σταύρου Θεοδώρου
  3. Θεόδωρου Σταύρου Θεοδώρου Μιχαήλ Εναγομένων 8 Ιουλίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Α. Ποιητής Για την Εναγομένη 2: κ. Χ. Πουτζιουρής ΑΠΟΦΑΣΗ
  4. Η ενάγουσα με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο, αξιώνει από την εναγόμενη 2 το ποσό των €403.170,73 δυνάμει συμφωνίας δανείου με τόκο 9,75% από 1.7.2011 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου και περαιτέρω επιζητεί διάταγμα εκποίησης των υποθηκών που παραχώρησε. Στο στάδιο των αγορεύσεων, ο ευπαίδετος συνήγορος της ενάγουσας περιόρισε το επιτόκιο στο 7,50%. Στις 26.9.2012 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 1 για το πιο πάνω ποσό πλέον τόκους και έξοδα.
  5. Η εναγόμενη 2 με την έκθεση υπεράσπιση της αρνείται την ολότητα των ισχυρισμών της ενάγουσας και μεταξύ άλλων αρνείται την ύπαρξη και υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και περαιτέρω διαζευκτικά προβάλει ότι στην περίπτωση που αποδειχθεί η ύπαρξη και η υπογραφή των συμφωνιών από την εναγόμενη 2 τότε αυτές υπογράφηκαν υπό καθεστώς ψυχικής πίεσης εξαναγκασμού και αθέμιτης επιρροής από μέρους της ενάγουσας. Περαιτέρω διατείνεται ότι ο δανεισμός είναι παράνομος και κατ΄ επέκταση άκυρος.
  6. Η ενάγουσα προς στοιχειοθέτηση της απαίτησης της κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες, τις κ.κ.Φ. Μιχαήλ, Π. Μιχαήλ και τον κ.Ε. Πέτρου ενώ από την άλλη πλευρά έδωσε μαρτυρία η εναγομένη 2 και η κα Α. Θεοδώρου Οράτη.
  7. Η κα Φ. Μιχαήλ στη μαρτυρία της μεταξύ άλλων ανέφερε τα ακόλουθα: (α) Η ενάγουσα είναι συνεργατική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη και πριν από την 15.2.2014 το όνομα της ήταν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας Λτδ. (β) Στις 26.8.2010 η ενάγουσα παραχώρησε στους εναγομένους 1 και 2 δάνειο για το ποσό €380.000.- και υπογράφηκε σχετική συμφωνία (βλ.Τεκμ.5) η οποία διελάμβανε μεταξύ άλλων ότι το πιο πάνω δάνειο θα ήταν πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις των €4.000.- η κάθε μία. Η πρώτη δόση θα ήταν καταβλητέα την 26.9.2010 και οι υπόλοιπες την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα μέχρι πλήρους εξόφλησης. Με βάση τις πρόνοιες της πιο πάνω συμφωνίας όταν το δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος αυτού ζητηθεί από την ενάγουσα θα καθίσταται απαιτητό και η εναγόμενη 2 οφείλει να καταβάλει κάθε οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω το δάνειο θα χρεωνόταν με συνολικό ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο 7,50% το οποίο αποτελείται από βασικό επιτόκιο 5,25% και το οποίο θα καθοριζόταν από την Συνεργατική από καιρό εις καιρό και περιθώριο 2,25%. Η δε Συνεργατική θα είχε το δικαίωμα να κεφαλαιοποιεί τον τόκο δύο φορές το χρόνο και στην περίπτωση που οποιοδήποτε ποσό καθίστατο πληρωτέο, ο χρεώστης θα κατέβαλλε τόκο υπερημερίας προς 2% από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. (γ) Δήλωσε ότι η εναγόμενη 2 για περαιτέρω εξασφάλιση κάθε υποχρέωσης προς την ενάγουσα παραχώρησε σ΄αυτή τις υποθήκες Υ3892/10 (βλ.Τεκμ.1) και Υ3893/10 (βλ.Τεκμ.2) του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Στη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου (Τεκμ.2) δεν αναγράφεται ο αριθμός της υποθήκης. Διαφαίνεται όμως ότι παραχωρήθηκε και εγγράφηκε στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο. Τα έγγραφα υποθήκης υπογράφηκαν στις 26.8.2010 ενώ οι συμβάσεις και οι δηλώσεις υποθήκευσης των ακινήτων έγιναν στις 27.8.
  8. (δ) Ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην έγκριση του δανείου και την αίτηση του δανείου (βλ.Τεκμ.7 και 12) την οποία συμπλήρωσε ο γραμματέας της ενάγουσας κ.Ε. Πέτρου. Εξήγησε όμως στην εναγόμενη 2 τις συνέπειες της υπογραφής της και ότι αν δεν πληρωνόταν το δάνειο θα εκποιείτο η υποθηκευμένη περιουσία της. Η δε εναγομένη 2, της ανέφερε ότι γνωρίζει καθότι είχε ήδη παραχωρήσει και άλλες υποθήκες σε άλλο τραπεζικό οργανισμό. Μετά τις υπογραφές η ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό επ΄ονόματι των εναγομένων και τους παραχώρησαν το ποσό χρεώνοντας τους ανάλογα. (ε) Ο λογαριασμός δεν λειτουργούσε ικανοποιητικά και έτσι η ενάγουσα δια μέσου των δικηγόρων της απέστειλε επιστολές στους εναγομένους (βλ.Τεκμ.3) με τις οποίες τους καλούσε όπως εξοφλήσουν το ποσό των €388.391,43 πλέον τόκους και έξοδα και σε αντίθετη περίπτωση θα τερμάτιζαν τη συμφωνία. Οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν και έτσι η ενάγουσα μέσω των δικηγόρων της απέστειλαν σ΄αυτούς, στις 19.7.2011 επιστολές με τις οποίες τερμάτιζαν τη συμφωνία (βλ.Τεκμ.4). (στ) Ανέφερε ότι οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν και οφείλουν το ποσό των €590.558,61 με τόκο 9,75% από 1.1.2015 μέχρι εξόφλησης (βλ.Τεκμ.6). (ζ) Δήλωσε ότι στις 14.4.2007 χορηγήθηκε από την ενάγουσα στον εναγόμενο 1 δάνειο για το ποσό των ΛΚ85.000.- (βλ.Τεκμ.8) και εγγυητές ήταν η εναγόμενη 2 και ο κ.Αντώνης Χαμπή Φανιέρος (βλ.Τεκμ.9) και περαιτέρω η εναγόμενη 2 παραχώρησε την υποθήκη Υ1867/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου (βλ.Τεκμ.10) η οποία αφορούσε το ίδιο ακίνητο, αντικείμενο της υποθήκης Υ3892/10 (βλ.Τεκμ.1) στην παρούσα υπόθεση. Ανέφερε ότι στην περίπτωση που το πιο πάνω δάνειο (Τεκμ.8) ήταν μη εξυπηρετούμενο με βάση την κατάσταση λογαριασμού (βλ.Τεκμ.11) με το επίδικο δάνειο έγινε αναδιάρθρωση. Στις 27.8.2010 μεταφέρθηκε από το επίδικο δάνειο σε λογαριασμό του κ.Α. Χαμπή Φανιέρου το ποσό των €220.000.- καθότι ο εναγόμενος 1 χρωστούσε στο εν λόγω πρόσωπο. Δήλωσε ότι γνωρίζει ότι το πιο πάνω πρόσωπο διατηρεί χαρτοπαιχτική λέσχη και ότι πρόκειται για άνθρωπο της νύκτας. (η) Αντεξεταζόμενη μεταξύ άλλων ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν η εναγόμενη 2 τελούσε υπό εξαναγκασμό πλην όμως τη στιγμή που υπέγραφε ενώπιον της δεν έδειχνε και δεν της ανέφερε ότι τελούσε υπό εξαναγκασμό. (θ) Ανέφερε ότι η εναγόμενη 2 έγινε μέλος της συνεργατικής στις 27.8.2010 (βλ.Τεκμ.13) και την ίδια μέρα καταβλήθηκε το ποσό των €20.- ως δικαίωμα εγγραφής μέλους (βλ.Τεκμ.14).
  9. Η κα Π. Μιχαήλ εργάζεται στην ενάγουσα και ετοίμασε δυο καταστάσεις λογαριασμών με τόκο υπερημερίας και χωρίς τόκο υπερημερίας και άλλες χρεώσεις (βλ.Τεκμ.6 και 15, αντίστοιχα). Με βάση την κατάσταση λογαριασμού στην οποία συμπεριλαμβάνεται τόκος υπερημερίας και άλλες χρεώσεις, ο λογαριασμός των εναγομένων παρουσιάζει ως οφειλόμενο το ποσό των €590,558,61 πλέον τόκοι από 1.7.2015 (βλ.Τεκμ.6) και στην άλλη, αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, παρουσιάζεται ως οφειλόμενο ποσό το ποσό των €527.940,58 πλέον τόκοι από 1.7.2015 (βλ.Τεκμ.15). Ανέφερε ότι η ίδια ετοίμασε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.15) και χρησιμοποίησε τόκο 7,50% ως η σχετική συμφωνία και αφαίρεσε οποιαδήποτε έξοδα τήρησης λογαριασμού και άλλες χρεώσεις. Περαιτέρω παρουσίασε στο Δικαστήριο όλες τις χρεοπιστώσεις που έχουν σχέση με τον επίδικο λογαριασμό (βλ.Τεκμ.16). Δήλωσε ότι έλεγξε τις καταστάσεις λογαριασμών με τις αποδείξεις χρεοπιστώσεων και διαπίστωσε πως ότι αναγράφεται στις καταστάσεις αποτελεί ακριβή αναπαραγωγή όλων των σχετικών αποδείξεων.
  10. Ο κ.Ευριπίδης Πέτρου από τον Φεβρουάριο του 1988 μέχρι την 14.2.2014 ήταν ο γραμματέας της ΣΠΕ Κοντέας και από την 15.2.2014, ημερομηνία συγχώνευσης της ενάγουσας με την ΣΠΕ Κοντέας Λτδ, είναι υπάλληλος της ενάγουσας. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ήταν πελάτες της ΣΠΕ Κοντέας και ο ίδιος συμπλήρωσε την αίτηση για δάνειο (βλ.Τεκμ.12) με τα στοιχεία που του έδωσε ο εναγόμενος
  11. Η εναγόμενη 2 δεν υπέγραψε ενώπιον του την πιο πάνω αίτηση. Όταν εγκρίθηκε το αίτημα καταρτίστηκαν τα συμβόλαια και οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ενάγουσας ανέλαβαν για τα περαιτέρω. Ανέφερε ότι υπάρχει εντολή στους υπαλλήλους να εξηγούν στους πελάτες τις συνέπειες που θα έχουν στην περίπτωση που δεν πληρώσουν το χρέος τους και τους συστήνουν να διορίσουν δικηγόρο. Ο ίδιος δεν είδε την εναγόμενη 2 και ουδέποτε ασκήθηκε σε αυτήν οποιαδήποτε πίεση ή εξαναγκασμός. Αντεξεταζόμενος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι τακτική ήταν να εξασφαλίσουν την συνεργατική και δεν έπαιρναν επ΄ακριβώς τα εισοδήματα. Ο ίδιος δεν έλεγξε κατά πόσο η εναγόμενη 2 ήταν μέλος της συνεργατικής. Περαιτέρω αντεξεταζόμενος επισήμανε ότι ο Αντώνης Χαμπή Φανιέρος ήταν πελάτης της συνεργατικής και το πρόσωπο που πήρε τον εναγόμενο 1 στη συνεργατική για να λάβει δάνειο το 2007 και γνώριζε ότι ο Φανιέρος είχε χαρτοπαικτική λέσχη και επίσης ότι ο εναγόμενος 1 ήταν τζογαδόρος. Δήλωσε ότι οι συνοδοί του Φανιέρου δεν εισέρχονταν στο γραφείο του.
  12. Η εναγόμενη 2 στη μαρτυρία της μεταξύ άλλων ανέφερε τα ακόλουθα: (α) Ο εναγόμενος 1 είναι ο πρώην σύζυγος της και βρίσκονται σε διάσταση από την 31.12.
  13. Διέμενε στη διεύθυνση στην οποία της στάληκε η επιστολή του τερματισμού μέχρι την ημερομηνία διάστασης της πλην όμως δεν ενημέρωσε την συνεργατική ότι άλλαξε διεύθυνση. (β) Ο σύζυγός της στις 14.4.2007 συνήψε δάνειο με την ενάγουσα (Βλ.Τεκμ.8) και τόσο η ίδια όσο και ο κ.Α. Χαμπή Φανιέρος εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις του (βλ.Τεκμ.9). Για περαιτέρω εξασφάλιση η εναγόμενη 2, υποθήκευσε το ακίνητο της (βλ.Τεκμ.10). (γ) Στις 25.8.2010 ο πρώην σύζυγος της, της ανέφερε ότι θα πρέπει να μεταβούν στην Λάρνακα για να ανανεώσει το πιο πάνω το δάνειο. Έτσι στις 26.8.2010 μετέβησαν στην συνεργατική και αντιλήφθηκε ότι με βάση τα έγγραφα της συμφωνίας ήταν πρωτοφειλέτης μαζί με τον πρώην σύζυγο της για το ποσό των €380.000.- και τότε αρνήθηκε να υπογράψει. Ο σύζυγος της, της δήλωσε ότι δημιούργησε χρέη τζόγου στην χαρτοπαικτική λέσχη του Φανιέρου και ότι θα έπρεπε να υπογράψει καθότι βρισκόταν κάτω από εκβιασμό και απειλές του τελευταίου ο οποίος επιθυμούσε να μην είναι εγγυητής του δανείου του που καταρτίστηκε το
  14. Η ίδια αρνήθηκε επίμονα. Ο σύζυγος, της ανέφερε ότι αν δεν υπογράψει τότε κινδυνεύει ως επίσης ότι όλα είναι διευθετημένα σε συνεννόηση με τον γραμματέα της συνεργατικής κ.Ε. Πέτρου. Μετά που αρνήθηκε να υπογράψει αντιλήφθηκε να εισέρχεται στην συνεργατική ο Φανιέρος μαζί με μπράβους του. Υπάλληλος τράπεζας της ανέφερε, «ήρθεν ο Φανιέρος». Τότε με πιεστικό τρόπο της ζήτησαν να υπογράψει και να μονογράψει αρκετά έγγραφα τα οποία ήταν έτοιμα από προηγουμένως. (δ) Ανέφερε ότι οι υπάλληλοι της συνεργατικής ήθελαν να εξυπηρετήσουν το σύζυγο της και περαιτέρω επιθυμούσαν να εξοφληθεί το προηγούμενο δάνειο, το οποίο δεν ήταν εξασφαλισμένο καθότι η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου ήταν μικρότερη του δανείου. (ε) Ήταν η θέση της ότι η στάση των υπαλλήλων της συνεργατικής την εξανάγκασε να υπογράψει ως επίσης και η παρουσία και η παραμονή του κ.Α. Χαμπή Φανιέρου στο γραφείο του γραμματέα της συνεργατικής κ.Ε. Πέτρου μέχρι να αναγκαστεί να υπογράψει. Μόλις υπόγραψε το εν λόγω πρόσωπο αποχώρησε μαζί με τους συνοδούς του. Δήλωσε ότι αρχικά υπέγραψε το δάνειο και στην συνέχεια την αίτηση για το δάνειο (Τεκμ.12). Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι τον γραμματέα της συνεργατικής κ.Ε. Πέτρου δεν τον είδε η ίδια και υπέθεσε ότι ο κ.Α. Χαμπή Φανιέρος ήταν στο γραφείο του εν λόγω προσώπου. Σε μεταγενέστερο στάδιο δήλωσε ότι ο σύζυγος της, την ενημέρωσε για το πιο πάνω γεγονός. Ανέφερε ότι η παρουσία του κ.Α. Χαμπή Φανιέρου την φόβισε ενώ όταν υπέγραψε εγγύηση το 2007 η παρουσία του εν λόγω προσώπου δεν την φόβισε. (στ) Επισήμανε ότι η κα Φ. Μιχαήλ δεν ήταν παρούσα. Δεν είχε οποιαδήποτε συζήτηση ή διαπραγμάτευση για τους όρους της συμφωνίας και ουδέποτε μετέβηκε στην συνεργατική προηγουμένως σε σχέση με το επίδικο δάνειο. Η υπάλληλος της συνεργατικής δεν της ανέφερε οτιδήποτε σχετικά με τα έγγραφα που υπέγραψε και ότι μπορούσε να λάβει νομική συμβουλή. Δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε οποιοδήποτε δάνειο και δεν μπορούσε να πληρώνει τη δόση του δανείου που αναφέρεται σ΄αυτή, γεγονός το οποίο γνώριζαν στην συνεργατική. Περαιτέρω η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων που καταγράφηκε στην αίτηση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ανέγραψαν τα ποσά για να δικαιολογήσουν την πράξη τους. Η ίδια δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό από το δάνειο.
  15. Η κα Άννα Θεοδώρου Οράτη στη μαρτυρία της, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα ακόλουθα: (α) Με επιστολή του δικηγόρου της εναγόμενης 2 ημερ. 12.10.2015, της ζητήθηκε να ετοιμάσει έκθεση σε σχέση με το επίδικο δάνειο και ειδικότερα κατά πόσο τα υπόλοιπα των καταστάσεων λογαριασμών (Τεκμ.6 και 15) είναι ορθά, κατά πόσο χρεώθηκε επιτόκιο 7,50% ως επίσης και ποιο είναι το πραγματικό επιτόκιο που χρεώθηκε στο επίδικο δάνειο. (β) Με βάση την ανάλυση που διεκπεραίωσε και σε σύγκριση με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.6) στην οποία υφίστανται μεταξύ άλλων χρεώσεις για ασφάλειες, δικαστικά έξοδα διαπίστωσε ότι: (I) Για την περίοδο από 27.8.2010 μέχρι 31.12.2010 θα έπρεπε να είχε χρεωθεί τόκος ύψους €9.696,43 ενώ χρεώθηκε τόκος ύψους €9.933,06 δηλαδή για την πιο πάνω περίοδο ο τόκος θα έπρεπε να ήταν λιγότερος κατά €236,63 και το υπόλοιπο του δανείου στις 31.12.2010 θα έπρεπε να ήταν €387.820,87 αντί €388.057,
  16. Ανέφερε ότι για την πιο πάνω περίοδο επιβλήθηκε μέσο χρονιαίο επιτόκιο της τάξης του 2,6269% αντί 2,5643% που παρουσιάζει η ανάλυση της. Επισήμανε ότι δεν μπορούσε να το αναγάγει στο μέσο χρονιαίο επιτόκιο λόγω της πολυπλοκότητας του χρονικού διαστήματος. (II) Για την περίοδο από 1.1.2011 μέχρι 30.6.2011 θα έπρεπε να χρεωθούν €334,04 λιγότερα ως τόκος και ειδικότερα ο τόκος για την πιο πάνω περίοδο θα έπρεπε να ανερχόταν στο ποσό των €14.387,76 αντί €14.721,80 που χρεώθηκε από την συνεργατική. Κατά συνέπεια το υπόλοιπο στις 30.6.2011 θα έπρεπε να ήταν €402.600,06 αντί €403.170,73 που παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού, δηλαδή υφίσταται διαφορά που ανέρχεται στο ποσό των €570,
  17. (III) Για την περίοδο από 1.7.2011 μέχρι 31.12.2011 διαπίστωσε ότι ο ημερήσιος συσσωρευμένος τόκος με βάση την ανάλυση της θα έπρεπε να ήταν €15.111,97 αντί του ποσού των €20.351,34 που χρεώθηκε. Η δε διαφορά ανέρχεται στο ποσό των €5.239,
  18. Κατά συνέπεια το υπόλοιπο στις 31.12.2011 παρουσιάζει διαφορά που ανέρχεται στο ποσό των €5.810,
  19. Η κατάσταση λογαριασμού στις 30.12.2011, (Τεκμ.6), παρουσιάζει υπόλοιπο €424.096,49 ενώ η ανάλυση της παρουσιάζει υπόλοιπο €418.286,
  20. Δήλωσε ότι για την χρονική περίοδο από 1.1.2011 μέχρι 31.12.2011 το επίδικο δάνειο έχει χρεωθεί με μέσο χρονιαίο επιτόκιο της τάξης του 8,8305%. (γ) Με βάση την ανάλυση της και σε σύγκριση με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.15) διαπίστωσε τα ακόλουθα: (Ι). Ο συσσωρευμένος ημερήσιος τόκος από 27.8.2010 μέχρι 31.12.2010 θα έπρεπε να ήταν λιγότερος από τον τόκο που χρέωσε η συνεργατική κατά €236,
  21. Δήλωσε ότι θα έπρεπε να χρεωθεί τόκος ύψους €9.696,23 ενώ χρεώθηκε τόκος ύψους €9.932,84 και κατά συνέπεια το υπόλοιπο του δανείου στις 31.12.2010 έπρεπε να ήταν €387.749,67 αντί €387.986,28 που παρουσιάζει η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.15). Ανέφερε ότι για την πιο πάνω περίοδο χρεώθηκε μέσο χρονιαίο επιτόκιο 2,6274% αντί 2,5648% που παρουσιάζει η ανάλυση της, πλην όμως δεν μπορούσε να το αναγάγει στο μέσο χρονιαίο επιτόκιο λόγω της πολυπλοκότητας του χρονικού διαστήματος. (ΙΙ). Για την περίοδο από 1.1.2011 μέχρι 30.6.2011 ο συσσωρευμένος τόκος θα έπρεπε να ήταν €14.379,05 ενώ χρεώθηκε τόκος για το ποσό των €14.630,32 δηλαδή χρεώθηκε ποσό €251,27 περισσότερο. Ήταν η θέση της ότι το υπόλοιπο στις 30.6.2011 παρουσιάζει διαφορά της τάξης των €487,88 και ειδικότερα με βάση την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.15) το υπόλοιπο κατά την πιο πάνω ημερομηνία ήταν €402.616,60 ενώ με βάση την ανάλυση της θα έπρεπε να παρουσιάζει υπόλοιπο €402.128,
  22. (ΙΙΙ) Για την περίοδο από 1.7.2011 μέχρι 31.12.2011 ο συσσωρευμένος ημερήσιος τόκος με βάση την ανάλυση της θα έπρεπε να ήταν €15.079,83 αντί €15.433,64 όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού (βλ.Τεκμ.15). Η διαφορά του τόκου ανέρχεται στα €353.
  23. (IV) Ανέφερε ότι το υπόλοιπο στις 31.12.2011 παρουσιάζει διαφορά της τάξης €841,
  24. Η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (βλ.Τεκμ.15) παρουσιάζει υπόλοιπο €418.050,24 ενώ η ανάλυση της παρουσιάζει υπόλοιπο €417.208,
  25. Δήλωσε ότι για την περίοδο από 1.1.2011 μέχρι 31.12.2011 το επίδικο δάνειο χρεώθηκε με μέσο χρονιαίο επιτόκιο της τάξης του 7,6041%.
  26. Στο στάδιο των αγορεύσεων έγιναν εκατέρωθεν εισηγήσεις. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι οι μάρτυρες που κλήθηκαν από αυτήν, ήταν αξιόπιστοι σε αντίθεση με την εναγόμενη 2 και την κα Α. Θεοδώρου Οράτη και κατ΄ επέκταση η εναγόμενη 2 απέτυχε να αποδείξει τους ισχυρισμούς της για ψυχική πίεση, εξαναγκασμό και αθέμιτη επιρροή από μέρους της ενάγουσας. Ήταν η θέση του ότι η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγόμενης 2 ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε ότι το Δικαστήριο στερείται καθ΄ ύλην αρμοδιότητας, η επίδικη σύμβαση είναι παράνομη, επαχθής και ετεροβαρής και ότι δεν έχει αποδειχθεί το υπόλοιπο του δανείου.
  27. Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι ενώ ήταν η θέση του συνηγόρου της εναγόμενης 2 και υπέβαλε στο στάδιο της αντεξέτασης ότι η τελευταία μετέβη στην συνεργατική κατόπιν πίεσης του συζύγου της, εναγόμενου 1 και του γραμματέα της συνεργατικής κ.Ε. Πέτρου, η εναγόμενη 2 στη μαρτυρία της ανέφερε ότι δεν συναντήθηκε με τον γραμματέα της συνεργατικής και δεν μίλησε μαζί του. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω το Δικαστήριο θα προχωρήσει καθηκόντως στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για να καταλήξει στα απαραίτητα ευρήματα με βάση πάντοτε τις έγγραφες προτάσεις.
  28. Μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει αντιπαραβάλει το σύνολο της μαρτυρίας.
  29. Οι μάρτυρες της ενάγουσας Φ. Μιχαήλ, Π. Μιχαήλ και Ε. Πέτρου μου έκαναν καλή εντύπωση. Ήταν συνεπείς και σταθεροί στις απαντήσεις τους και δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να κλονίσει τη μαρτυρία τους καθοιονδήποτε τρόπο. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας και κατ΄επέκταση αποδέχομαι τη μαρτυρία τους.
  30. Αναφορικά με την εναγόμενη 2, κα Θ. Θεοδώρου επισημαίνονται τα ακόλουθα: (α) Κατ΄αρχήν η όλη παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική. Δεν απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν ιδιαίτερα στο στάδιο της αντεξέτασης γεγονός που δεν φαίνεται από τα στεγνά πρακτικά της δίκης. (β) Ήταν ο ισχυρισμός της, μεταξύ άλλων, ότι υπέγραψε την επίδικη συμφωνία κατόπιν εξαναγκασμού. Δήλωσε ότι ο πρώην σύζυγός της, την 25.8.2010 της ανέφερε ότι θα πρέπει να μεταβεί στην Λάρνακα την επομένη ημέρα για να ανανεωθεί το δάνειο που ήταν εγγυητής. Ευλόγως γεννάται το ακόλουθο ερώτημα. Η εναγόμενη 2 με ελεύθερη βούληση θα υπέγραφε την ανανέωση του δανείου που καταρτίστηκε το 2007 και στο οποίο ήταν εγγυήτρια και ενυπόθηκος οφειλέτης ενώ εξαναγκάστηκε ως ισχυρίζεται να υπογράψει την επίδικη συμφωνία; (γ) Στη μαρτυρία της αρχικά ανέφερε ότι κατά τρόπο πιεστικό της ζήτησαν να υπογράψει και να μονογράψει αρκετά έγγραφα (βλ.παρ.7 Τεκμ.Δ). Ο εν λόγω ισχυρισμός της ήταν γενικός και αόριστος. Δεν παρέθεσε γεγονότα τα οποία να καταδεικνύουν καθοιονδήποτε τρόπο ανεπίτρεπτη επιρροή από μέρους οποιουδήποτε υπαλλήλου της συνεργατικής. (δ) Ανέφερε ότι η στάση των υπαλλήλων της συνεργατικής την εξανάγκασε και την επηρέασε να υπογράψει όπως και η παρουσία του κ.Α. Χαμπή Φανιέρου και η παραμονή του στο γραφείο του γραμματέα της συνεργατικής μέχρι να αναγκαστεί να υπογράψει. Στο στάδιο της αντεξέτασης αρχικά ανέφερε ότι υποθέτει ότι το εν λόγω πρόσωπο βρισκόταν στο γραφείο του γραμματέα. Ακολούθως δήλωσε ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί το πού βρισκόταν και ο πρώην σύζυγος της ήταν το πρόσωπο που της ανέφερε το εν λόγω γεγονός. Η μαρτυρία της ήταν νεφελώδης και δεν είχε συνοχή. (ε) Σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης δήλωσε ότι το γεγονός ότι η υπάλληλος της συνεργατικής της ανέφερε ότι ήρθε ο Φανιέρος και η πιεστική της στάση, ήταν που την οδήγησαν να υπογράψει. Και πάλιν κατ΄ εκείνο το στάδιο δεν ανέφερε γεγονότα τα οποία να καταδεικνύουν οποιαδήποτε πίεση από μέρους οποιουδήποτε υπαλλήλου της συνεργατικής. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης δήλωσε ότι, το γεγονός ότι της αναφέρθηκε ότι ήρθε ο Φανιέρος και ότι πηγαινοερχόταν στο γραφείο η υπάλληλος της συνεργατικής και την ρωτούσε εάν ήταν έτοιμοι να υπογράψουν ήταν τα γεγονότα που την οδήγησαν να υπογράψει. (στ) Διαφαίνεται από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα ότι το 2007 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της συνεργατικής και του πρώην συζύγου της εναγόμενης 2 και η τελευταία εγγυήθηκε το πρώην σύζυγο της ως επίσης για περαιτέρω εξασφάλιση υποθήκευσε ακίνητη περιουσία. Επίσης εγγυητής στο εν λόγω δάνειο ήταν και ο κ.Α. Χαμπή Φανιέρος. Δήλωσε ότι τότε δεν την φόβισε το γεγονός ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν εγγυητής σε αντίθεση με την προκείμενη περίπτωση. Δεν έχει επεξηγήσει με την απαραίτητη επάρκεια γιατί της δημιουργήθηκε φόβος στην παρούσα περίπτωση σε αντίθεση με το
  31. Στο πιο πάνω δάνειο η εναγόμενη 2 πέραν της εγγύησης της παραχώρησε και υποθήκη (βλ.Τεκμ.10) στην οποία αναφέρεται ότι οφείλει να καταβάλει το ποσό των ΛΚ85.000.- μαζί με τόκο. Γνώριζε τις επιπτώσεις αφού παραχώρησε και άλλες υποθήκες σε άλλο τραπεζικό ίδρυμα. Πέραν δε τούτου οι υποθήκες (Τεκμ.1 και 2) που παραχωρήθηκαν από την εναγόμενη 2 για περαιτέρω εξασφάλιση της επίδικης συμφωνίας καταρτίστηκαν στις 27.8.2010, δηλαδή την επόμενη ημέρα που υπογράφηκε η συμφωνία δανείου (Τεκμ.5) και με βάση τις πιο πάνω συμβάσεις, η εναγομένη 2 δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι οφείλει να καταβάλει το ποσό των €380.000.- με τόκο 7,50%. Στις 26.8.2010 ως ισχυρίζεται την εξανάγκασαν να υπογράψει την επίδικη συμφωνία δανείου. Οι συμβάσεις και δηλώσεις υποθηκεύσεως ακινήτων (Τεκμ.1 και 2) έγιναν την επόμενη μέρα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, δηλαδή στις 27.8.
  32. Ευλόγως γεννιούνται αρκετά ερωτήματα. Γιατί η εναγόμενη 2 υπέγραψε τις συμβάσεις και δηλώσεις στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου στις 27.8.2010 αφού εξαναγκάστηκε στις 26.8.2010 να υπογράψει την επίδικη συμφωνία δανείου (Τεκμ.5); Δεν έχει αναφέρει γεγονότα σε σχέση με το τι διαδραματίστηκε στις 27.8.
  33. (ζ) Ανέφερε ότι κάτω από πίεση υπέγραψε τη συμφωνία δανείου και ακολούθως την αίτηση για δάνειο (Τεκμ.12). Δεν έπειθε. (η) Ισχυρίστηκε ότι οι υπάλληλοι της συνεργατικής επιθυμούσαν να εξοφληθεί το δάνειο που καταρτίστηκε το 2007 και στο οποίο ήταν εγγυήτρια, καθότι ήταν μη εξασφαλισμένο αφού η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου ήταν μικρότερη του δανείου. Πρόκειται για γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε σε σχέση με την αξία του ακινήτου. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων που παραχωρήθηκαν από αυτήν για περαιτέρω εξασφάλιση στο επίδικο δάνειο (Τεκμ.5) δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Και πάλιν πρόκειται για γενικό, αόριστο και μετέωρο ισχυρισμό αφού δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την αξία τους. (θ) Από τη μια δήλωσε ότι «εγώ δεν πήρα ούτε ένα σεντ από το πιο πάνω δάνειο» και από την άλλη αναγνώρισε ότι στις 27.8.2010 υπέγραψε απόδειξη είσπραξης για το ποσό των €119.169,97 (βλ.Τεκμ.16 σελ.2). (ι) Εμφανής ήταν πρόθεση της, μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης, να αποποιηθεί κάθε ευθύνης. (κ) Για όλους τους πιο πάνω λόγους αθροιστικά αποτυπούμενους αλλά και για κάθε ένα ξεχωριστά δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της εναγόμενης
  34. Αναφορικά με την κα Άννα Θεοδώρου Οράτη επισημαίνονται τα ακόλουθα: Με βάση την μελέτη που ετοίμασε το υπόλοιπο του δανείου στις 31.12.2011 με βάση τους δικούς της υπολογισμούς ανέρχεται στο ποσό €417.208,55 ενώ με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού της ενάγουσας (βλ.Τεκμ.15) ανέρχεται στο ποσό των €418.050,
  35. Υφίσταται διαφορά της τάξης των €841,
  36. Μετά την πιο πάνω ημερομηνία έγιναν πληρωμές έναντι του οφειλόμενου ποσού. Ανέφερε ότι έλαβε οδηγίες από τον συνήγορο της εναγόμενης 2 στις 12.10.2015 και μαρτυρία στο Δικαστήριο έδωσε στις 14.10.
  37. Ήταν η θέση της ότι δεν μπορούσε να καθορίσει το τελικό υπόλοιπο ενόψει του περιορισμένου χρόνου που είχε και γι΄αυτό το σκοπό θα χρειαζόταν μια βδομάδα περίπου. Ευλόγως γεννιούνται διάφορα ερωτήματα. Κατ΄ αρχήν γιατί η εναγόμενη 2 ανέθεσε την πιο πάνω εργασία στην κα Α. Οράτη δύο μέρες πριν δώσει μαρτυρία. Πολλές εικασίες μπορούν να γίνουν για το χρόνο που επέλεξε να αναθέσει στην εν λόγω μάρτυρα την πιο πάνω εργασία λαμβανομένου υπόψη ότι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.15) κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 6.10.2015 ενώ η άλλη κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκε στις 18.9.2015 και τουλάχιστον από εκείνες τις ημερομηνίες ήταν σε γνώση της εναγόμενης
  38. Διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, μετά από ανάλυση σε σχέση με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.15) ότι για την χρονική περίοδο από 27.8.2010 μέχρι 31.12.2010 ο επίδικος λογαριασμός χρεώθηκε με μέσο χρονιαίο επιτόκιο της τάξης του 2,6274% αντί 2,5648% ενώ σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.6) για την πιο πάνω περίοδο επιβλήθηκε μέσο χρονιαίο επιτόκιο 2,6269% αντί 2,5643%. Δήλωσε όμως ότι δεν μπορούσε να το αναγάγει στο μέσο χρονιαίο επιτόκιο λόγω της πολυπλοκότητας του χρονικού διαστήματος. Κατ΄ αρχήν δεν έχει επεξηγήσει με την απαραίτητη επάρκεια σε τι συνίστατο η πολυπλοκότητα η οποία ήταν αποτρεπτικός παράγοντας στο να το αναγάγει στο μέσο χρονιαίο επιτόκιο. Με βάση τη συμφωνία (Τεκμ.5) το δάνειο θα χρεωνόταν με συνολικό επιτόκιο 7,50% όπως με λεπτομέρεια καθορίζεται σ΄ αυτό και ο τόκος θα υπολογιζόταν πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και για τον υπολογισμό του, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει ο καθένας αλλά θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Εκείνο που εύλογα θα αναμενόταν ήταν να καθοριστεί με την απαραίτητη επάρκεια το συνολικό ποσοστό επιτοκίου που χρεώθηκε για την περίοδο από 27.8.2010 - 31.12.
  39. Η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν το έπραξε παρά μόνο αρκέστηκε κατά τρόπο γενικό και αόριστο να αναφέρει ότι ο τόκος που χρεώθηκε είναι υψηλότερος από το συμφωνηθέν επιτόκιο του 7,50% και ακολούθως προχώρησε να αναφέρει ότι για την εν λόγω περίοδο ο λογαριασμός χρεώθηκε με μέσο χρονιαίο επιτόκιο της τάξης του 2,6274% αντί 2,5648% σε σχέση με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.15) και 2,6269% αντί 2,5643% σε σχέση με την άλλη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.6). Δήλωσε όμως ότι δεν μπορούσε να το αναγάγει στο μέσο χρονιαίο επιτόκιο λόγω της πολυπλοκότητας του χρονικού διαστήματος. Με βάση τη δική της ανάλυση το υπόλοιπο του δανείου στις 31.12.2010 έπρεπε να ήταν €387.749,67 αντί €387.986,28 όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.15) δηλαδή χρεώθηκε περισσότερος τόκος ύψους €236,
  40. Ενόψει του γεγονότος ότι δεν μπορούσε να αναγάγει το μέσο χρονιαίο επιτόκιο η πιο πάνω κατάληξη της είναι επισφαλής και κατ΄επέκταση και το συμπέρασμα της για την χρονική περίοδο από 1.1.2011 - 31.12.2011 καθότι έλαβε υπόψη ότι στις 31.12.2010 το υπόλοιπο ήταν €387.749,
  41. Και κάτι ακόμη σημαντικό. Όταν ρωτήθηκε δήλωσε ότι για να ολοκληρώσει την μελέτη της και να καθορίσει το τελικό υπόλοιπο θα χρειαζόταν μια βδομάδα. Με βάση την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.15) κατά το έτος 2012 υφίστανται δυο μόνο χρεώσεις που αφορούν τόκους. Στις 31.12.2010 η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.15) δείκνυε υπόλοιπο €387.986,
  42. Στις 30.6.2011 χρεώθηκε τόκος €14.630,32 και στις 30.12.2011 χρεώθηκε τόκος €15.433,
  43. Για την πιο πάνω περίοδο δεν υφίσταται οποιαδήποτε άλλη πράξη. Με μια απλή και σύντομη μαθηματική πράξη διαπιστώνεται ότι ο τόκος που χρεώθηκε από μέρους της συνεργατικής την 30.6.2012 και 31.12.2012 ανέρχεται σε 7,50%. Και εξηγώ. Όταν πολλαπλασιαστεί το υπόλοιπο του λογαριασμού την 31.12.2010 με το συμφωνηθέν ποσοστό επιτοκίου 7,50% και διαιρεθεί με τον αριθμό 360 που αντιπροσωπεύει το εμπορικό έτος όπως καθορίζεται στη σύμβαση (Τεκμ.5) εξάγεται ο ημερήσιος τόκος και όταν πολλαπλασιαστεί με τις ημέρες που αντιπροσωπεύουν την περίοδο από 1.1.2011 μέχρι 30.6.2011 τότε εξάγεται ο τόκος για τη συγκεκριμένη περίοδο κ.ο.κ.. Παρά ταύτα απέφυγε να αναφέρει τι ποσοστό επιτοκίου χρεώθηκε για την περίοδο από 1.1.2011 μέχρι 31.12.
  44. Για την περίοδο από 1.1.2013 - 31.12.2013 με βάση την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.15) υπάρχουν δύο χρεώσεις που αφορούν τόκο και επτά πιστώσεις για το ποσό των €1.100.- έκαστη. Για την περίοδο από 1.1.2014 - 31.12.2014 υφίστανται και πάλιν δύο χρεώσεις που αφορούν τόκο και πέντε πιστώσεις για το ποσό των €1.100.- έκαστη. Για το έτος από 2015 υφίσταται μια χρέωση στις 30.6.2015 που αφορά τόκο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η κα Α. Θεοδώρου Οράτη δήλωσε ότι δεν μπορούσε να καθορίσει το τελικό υπόλοιπο ενόψει του περιορισμένου χρόνου που είχε. Δεν έπειθε ο ισχυρισμός της. Εμφανής η πρόθεση να μην καθοριστεί το τελικό υπόλοιπο παρά μόνο προσπάθησε να καταδείξει λάθος στο ποσοστό επιτοκίου που χρεώθηκε και στον υπολογισμό των τόκων, χωρίς επιτυχία. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της κας Α. Θεοδώρου Οράτη. Επισημαίνεται ότι δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το βάρος απόδειξης του υπόλοιπου δεν βρίσκεται στους ώμους της εναγόμενης 2 αλλά στην ενάγουσα.
  45. Όπως έχει ήδη αναφερθεί με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της εναγόμενης 2 και της κας Α. Θεοδώρου Οράτη σε αντίθεση με τη μαρτυρία των προσώπων που κλήθηκαν από μέρους της ενάγουσας. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίσταται αποδεκτή μαρτυρία που θα οδηγούσε σε μια αναδυόμενη ανεπίτρεπτη επιρροή από μέρους οποιουδήποτε προσώπου σε βάρος της εναγόμενης
  46. Η κα Φ. Μιχαήλ έχει επεξηγήσει σ΄αυτήν τις συνέπειες της υπογραφής της και ότι αν δεν πληρωνόταν το δάνειο θα εκποιείτο η υποθηκευμένη περιουσία της και η εναγόμενη 2 της δήλωσε ότι τις γνωρίζει αφού δεν ήταν η πρώτη φορά που υποθήκευε ακίνητη ιδιοκτησία. Το γεγονός ότι ήταν σύζυγοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ως επίσης ότι το 2007 καταρτίστηκε άλλη συμφωνία στην οποία ήταν εγγυήτρια αλλά και σε συνδυασμό με το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας δεν καταδεικνύεται καθοιονδήποτε τρόπο πίεση από μέρους οποιουδήποτε σε βάρος της εναγόμενης
  47. Δεν υφίσταται μαρτυρία ότι η επίδικη συμφωνία καταρτίστηκε κατόπιν ψυχικής πίεσης, εξαναγκασμού και αθέμιτης επιρροής από μέρους οποιουδήποτε. Τα πραγματικά γεγονότα διαδραματίστηκαν με τον τρόπο που έχουν περιγραφεί από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από μέρους της ενάγουσας και όπως εκτίθενται πιο πάνω.
  48. Εισήγηση ότι το Δικαστήριο στερείται καθ΄ ύλην αρμοδιότητας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 2 εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο στερείται καθ΄ ύλην αρμοδιότητας καθότι η ενάγουσα αξιώνει με βάση τη μαρτυρία που προσκόμισε το ποσό των €527.940,58 (βλ.Τεκμ.15) ενώ το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο είναι στην κλίμακα €100.000-€500.000 και με αυτό αξιώνει το ποσό των €403.170,73 με τόκο 9,75% από 1.7.2011 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Με βάση την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.15) το υπόλοιπο του λογαριασμού στις 31.12.2011 ήταν €418.050,24 και ολιγότερο πριν την εν λόγω ημερομηνία. Στις 31.12.2012 το υπόλοιπο ήταν €450.534,19, στις 31.12.2013 ήταν €477.570,70, στις 31.12.2014 €508.756,23 και στις 30.6.2015 €527.940,
  49. Το άρθρο 21

(3)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου ρητά προνοεί μεταξύ άλλων ότι έκαστος Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμοδιότητα να ακούει και αποφασίζει για οποιαδήποτε αγωγή στην οποία το αμφισβητούμενο ποσό ή αξία της επίδικης διαφοράς δεν υπερβαίνει τις €500.000.- και το άρθρο 21
(5)του πιο πάνω Νόμου, ρητά προνοεί ότι στον καθορισμό του ποσού που αμφισβητείται ή στην αξία της επίδικης διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη οποιοδήποτε ποσό τόκου που είναι πληρωτέο επί του αμφισβητούμενου ποσού ή της αξίας της διαφοράς. Στην προκείμενη περίπτωση διαπιστώνεται με ασφάλεια από τις καταστάσεις λογαριασμών ότι ποσό πέραν των €500.000.- αφορά τόκους. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
  1. Εισήγηση ότι η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη και κατ΄ επέκταση άκυρη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 2 εισηγήθηκε ότι η επίδικη συμφωνία δανείου και κατ΄ επέκταση οι υποθήκες είναι παράνομες ενόψει των προνοιών του άρθρου 23 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου το οποίο προνοεί μεταξύ άλλων ότι δάνεια δύναται να χορηγούνται στα μέλη. Στην προκείμενη περίπτωση επισήμανε ότι η εναγόμενη 2 δεν ήταν μέλος της συνεργατικής όταν καταρτίστηκε η συμφωνία δανείου στις 26.8.
  2. Με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία η εναγόμενη 2 έγινε μέλος στις 27.8.2010 (βλ.Τεκμ.13). Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι κατά παράβαση του άρθρου 57 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών η ενάγουσα δεν βεβαιώθηκε ότι η εναγόμενη 2 έχει εισοδήματα να πληρώνει το επίδικο δάνειο. Έχει νομολογηθεί ότι η υπεράσπιση της παρανομίας θα πρέπει να εγείρεται ρητά στην δικογραφία προς ικανοποίηση και των επιταγών της Δ.19 θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Θα πρέπει να καταγράφονται ρητά τα γεγονότα που οδηγούν στην παρανομία. Στο σύγγραμμα Bullen & Leak and Jacobs Precedents of Pleadings 12η Έκδοση σελ.1106, αναφέρεται: «Where the defendant relies upon the defence of illegality, he should distinctly raise that defence by his pleading, and should state the facts or refer to facts already stated in the Statement of Claim, so as to show clearly what the illegality is. If a man "intends to charge illegality, he must state facts for the purpose of showing what the illegality is" (Bullivant v Att.Gen. for Victoria {1901} A.C. 196, per Lord Davey at 204)». Στην υπόθεση Αρκαδίου ν Porto Lara Estates Ltd
(2010)1 Γ ΑΑΔ 2035, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί αρχή του δικαίου ότι παρανομία σε σύμβαση καθιστά τα συμφωνηθέντα ανεφάρμοστα διότι κανένα Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να εφαρμόσει σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα είναι εκ του νόμου απαγορευμένη. Αυτό είναι και το νόημα της κωδικοποιημένης αρχής στο άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, το οποίο προνοεί ότι όπου η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι απαγορευμένος από νόμο, η συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη. (δέστε Perihan Mustafa Korkut v. Γεωργίου
(2008)1 Α.Α.Δ. 905). Η παρανομία δεν εξαρτάται από την πρόθεση των μερών να παραβούν ή όχι το νόμο, η δε παρανομία αναδύεται κατ' αντικειμενικό τρόπο και ανεξάρτητα από την έκταση συμμετοχής εκάστου των συμβαλλομένων κατά την επίτευξη της. (Alam v. Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 968, Glamor Development v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444 και St. John Shipping Corporation v. Joseph Rand Ltd [1956] 3 All E.R. 683). Η συνισταμένη της νομολογίας θεωρεί ότι η παρανομία σε συμβόλαιο μπορεί να σχετίζεται είτε με τη συνομολόγηση του, είτε με την εκτέλεση αυτού. Εάν ισχύει το πρώτο τότε το συμβόλαιο είναι ανεφάρμοστο και από τους δύο συμβαλλομένους, η δε πρόθεση των διαδίκων δεν ενέχει καμία σημασία. Εάν η παρανομία προέρχεται και από τους δύο διαδίκους τότε η πρόθεση κατά τη στιγμή της συνομολόγησης έχει σημασία, αν δε η πρόθεση είναι αμοιβαία το συμβόλαιο δεν μπορεί να τύχει καθόλου εφαρμογής, εάν όμως είναι μονομερής το συμβόλαιο παραμένει ανεφάρμοστο από το διάδικο που είχε την παράνομη πρόθεση. (δέστε Ελευθέριος Χαραλάμπους v. Fahim Nasri Daccache
(1989)1(E) A.A.Δ. 269 και Treitel: The Law of Contract 8η έκδ. σελ. 381). Το ζήτημα της παρανομίας δεν ηγέρθηκε στην υπεράσπιση παρά μόνο στην αγόρευση του συνηγόρου της εφεσίβλητης. Έχει αποφασιστεί ότι η υπεράσπιση της παρανομίας θα πρέπει να εγείρεται ρητά στη δικογραφία προς ικανοποίηση και των επιταγών της Δ.19, θ.13. Η ορθή δικογράφηση, όπως αναφέρεται και στο Bullen & Leake & Jacob's: Precedents of Pleadings 12η έκδ. σελ. 1106, επιβάλλει να καταγράφονται ρητά τα γεγονότα που οδηγούν στην παρανομία και να αναδεικνύονται τα δεδομένα εκείνα που καθιστούν το σκοπό παράνομο. Εάν η παρανομία όμως προκύπτει κατά έκδηλο τρόπο από την ίδια τη σύμβαση ή τα γεγονότα που την περιβάλλουν, τότε σύμφωνα και με την απόφαση Ιωάννου κ.ά. v. Μουσκαλλή κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1595, (δέστε και Snell v. Unity Finance Ltd [1963] 3 All E.R. 50), το Δικαστήριο έχει αυτεπάγγελτο καθήκον που απορρέει από την εγγενή φύση της λειτουργίας του, να εξετάσει το ζήτημα ώστε να μην καταστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αρωγός στην παρανομία. Με δεδομένη λοιπόν την απουσία της ρητής έγερσης της παρανομίας στην υπεράσπιση από την εφεσίβλητη εταιρεία, κρίνεται ότι τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης, έστω και μετά την ανατροπή της πρωτόδικης αξιολόγησης, δεν την εντάσσουν σε ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στην περίπτωση εκείνη όπου αναδύεται άνευ ετέρου έκδηλη παρανομία. Για να τύχει η υπόθεση αυτεπάγγελτης εξέτασης, το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει στέρεο υπόβαθρο γεγονότων που να δείχνουν παρανομία εν τη γενέσει της σύμβασης ή τέτοια αναντίλεκτα δεδομένα που δεν θα ενέπλεκαν το πρωτόδικο Δικαστήριο, πόσο μάλλον το Εφετείο, στην αναζήτηση ερμηνειών, ιδιαιτέρως όπου το υπόστρωμα κάθε άλλο παρά σαφές είναι (Χρίστου v. S.D. Clinic Co Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2039).» Στην προκείμενη περίπτωση στην υπεράσπιση της, η εναγόμενη 2 αναφέρει «.ο ισχυριζόμενος δανεισμός των εναγομένων είναι παράνομος ή και άκυρος ή και άνευ εννόμου αποτελέσματος». Δεν καθορίζονται οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία να καταδεικνύουν ξεκάθαρα σε τι συνίσταται η παρανομία παρά μόνο στην έκθεση υπεράσπισης αναφέρεται κάτω από τις λεπτομέρειες ψυχικής πίεσης, εξαναγκασμού και αθέμιτης επιρροής από μέρους της ενάγουσας ότι η τελευταία επειδή δεν είχε οποιαδήποτε τραπεζική σχέση και συνεργασία με την εναγόμενη 2 και επειδή δεν ήταν μέλος της δεν θα έπρεπε να την δανειοδοτήσουν σύμφωνα με τον Νόμο (βλ. παρ. 14(λ) της έκθεσης υπεράσπισης). Δεν αναφέρεται οτιδήποτε άλλο και ειδικότερα σε τι συνίσταται η ισχυριζόμενη παρανομία. Στην υπόθεση Αρκαδίου, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το εγερθέν με την τελική αγόρευση του συνηγόρου της εφεσίβλητης το ζήτημα της παρανομίας στην απουσία ρητής δικογράφησης. Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει, εγερθέντα ζητήματα παρανομίας που τέθησαν στο στάδιο της αγόρευσης στην απουσία ρητής δικογράφησης τους. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, στην προκείμενη περίπτωση το δάνειο καταρτίστηκε στις 26.8.
  1. Η εναγόμενη 2 έγινε μέλος της συνεργατικής στις 27.8.2010 (βλ. Τεκμ.13) και κατέβαλε το ποσό των €20.- ως δικαιώματα για την εγγραφή της ως μέλους (βλ. Τεκμ.14). Οι δύο υποθήκες που παραχώρησε η εναγόμενη 2 ενεγράφησαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου στις 27.8.2010, δηλαδή την ημέρα που έγινε μέλος. Και κάτι ακόμη πολύ σημαντικό. Με βάση τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ.6 και 15) διαπιστώνεται ότι ανάληψη μετρητών, μεταφορά χρημάτων και έκδοση επιταγών έγιναν στις 27.8.2010 δηλαδή την ημερομηνία που η εναγόμενη 2 ήταν μέλος της συνεργατικής. Συνεπώς για τους πιο πάνω λόγους, η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγόμενης 2 δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
  2. Εισήγηση ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει το υπόλοιπο του επίδικου δανείου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 2 εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το υπόλοιπο του επίδικου δανείου και κατ΄επέκταση η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη. Περαιτέρω ανέφερε ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους της ενάγουσας είναι αντιφατική ενόψει του γεγονότος ότι παρουσιάστηκαν δύο καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες αναγράφονται διαφορετικά υπόλοιπα και προχώρησε να αναφέρει ότι τα ποσά τα οποία αναγράφονται σ΄ αυτές είναι εκτός δικογράφου. Όπως έχει νομολογηθεί σκοπός των δικογράφων, μεταξύ άλλων, είναι τα μέρη να αντιπαραβάλλουν τους ισχυρισμούς τους, να διαμορφώσουν τις θέσεις τους με απώτερο σκοπό την επίλυση της διαφοράς. Τα δικόγραφα δεν περιέχουν μαρτυρία και ως εκ τούτου η λεπτομέρεια των ισχυρισμών τίθεται σε κατοπινό στάδιο ενώπιον του Δικαστηρίου με μαρτυρία. Το δε Δικαστήριο έχει την εξουσία, ανάλογα με την μαρτυρία που αποδέχεται να διαφοροποιήσει προς τα κάτω τα ποσά για τα οποία θα εξέδιδε απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση οι δύο καταστάσεις λογαριασμών δεν αναιρούν η μια την άλλη. Και κάτι ακόμη πολύ σημαντικό. Στο Δικαστήριο παρουσιάστηκαν όλες οι χρεοπιστώσεις (Τεκμ.16) που έχουν σχέση με τον επίδικο λογαριασμό και ότι αναγράφεται στις καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμ.6 και 15) αποτελεί ακριβή αναπαραγωγή όλων των σχετικών αποδείξεων. Οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία αφού επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και την διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου και σε πολλές περιπτώσεις ετοιμάζονται μετά από παράκληση του αντιδίκου ή ακόμη και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας. (βλ. Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Β ΑΑΔ 1238). Στην προκείμενη περίπτωση στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.6) διαπιστώνεται ότι υφίστανται χρεώσεις όπως έξοδα εντοπισμού, εκτιμήσεις, επιδόσεις, ασφάλειες, δικηγορικά έξοδα και άλλα τα οποία δεν υφίστανται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Με βάση τους όρους της συμφωνίας δανείου (βλ.Τεκμ.5) η ενάγουσα δικαιούται να χρεώνει το δάνειο με δικαιώματα παροχής υπηρεσιών ή και οποιαδήποτε άλλα έξοδα και δικαιώματα τα οποία θα γνωστοποιούνται στον χρεώστη (βλ.παρ.3(β) του Τεκμ.5) ως επίσης δικαιούται να επιβαρύνει το λογαριασμό με δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα κατά την κρίση της αν σχετική συμφωνία δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις (βλ. παρ.4 του Τεκμ.5). Διαφαίνεται από το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού (Τεκμ.6) ότι η ενάγουσα χρέωσε το λογαριασμό με διάφορα ποσά τα οποία δεν είχε δικαίωμα με βάση τις πρόνοιες της σχετικής συμφωνίας να το πράξει. Οι εν λόγω χρεώσεις δεν υφίστανται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (βλ.Τεκμ.15) στην οποία οι μοναδικές χρεώσεις που υφίστανται είναι η ανάληψη ποσών, η επιβολή τόκων ανά εξαμηνία σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής συμφωνίας και η πίστωση προς όφελος της εναγόμενης 2 διαφόρων ποσών που έγιναν σε διάφορες ημερομηνίες ακόμη και μετά την καταχώριση της αγωγής. Έτσι το Δικαστήριο θα βασιστεί στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Η ενάγουσα με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο το οποίο καταχωρήθηκε στις 29.7.2011 αξιώνει το ποσό των €403.170,73 με τόκο 9,75% από 1.7.
  1. Με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού το υπόλοιπο του δανείου στις 30.6.2011 ήταν €402.616,60 και στις 30.12.2011 €418.050,
  2. Μετά την καταχώριση της αγωγής σε διάφορες ημερομηνίες έγιναν πληρωμές και ειδικότερα από 10.6.2013 μέχρι 6.6.2014 πιστώθηκαν στο λογαριασμό διάφορα ποσά. Το υπόλοιπο του λογαριασμού μετά την τελευταία πληρωμή και ειδικότερα στις 30.6.2014 ήταν €489.973,
  3. Στις 31.12.2014 χρεώθηκε τόκος €18.782,33 με αποτέλεσμα το υπόλοιπο του λογαριασμού να είναι €508.756,23 και στις 30.6.2015 χρεώθηκε τόκος €19.184,35 με αποτέλεσμα το υπόλοιπο να είναι €527.940,
  4. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει το υπόλοιπο του λογαριασμού το οποίο στις 30.6.2014 ανέρχεται στο ποσό των €489.973,90 στο οποίο όμως συμπεριλαμβάνονται τόκοι μέχρι και την πιο πάνω ημερομηνία. Το δε ποσό που αξιώνει με την απαίτηση της, η ενάγουσα είναι πολύ περισσότερο αν συμπεριληφθούν οι τόκοι μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
  5. Εισήγηση ότι δεν υπήρξε τερματισμός και ότι το χρέος δεν κατέστη απαιτητό. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία η ενάγουσα στις 12.5.2011 απέστειλε επιστολή στην εναγόμενη 2 με την οποία την πληροφορούσε ότι δεν συμμορφώθηκε με τους όρους της συμφωνίας και την καλούσε όπως εντός 21 ημερών εξοφλήσει το χρέος. Ακολούθως στις 19.7.2011 η ενάγουσα απέστειλε επιστολή στην εναγόμενη 2 (βλ. Τεκμ.4) με την οποία τερμάτιζε την πιο πάνω συμφωνία καθότι δεν συμμορφώθηκε και την καλούσε όπως καταβάλει το ποσό των €388.391,43 πλέον τόκους 9,75% από 16.11.
  6. Οι δυο πιο πάνω επιστολές στάλθηκαν στην διεύθυνση της εναγόμενης 2 όπως αυτή αναφέρεται στη συμφωνία δανείου (βλ.Τεκμ.5). Η εναγόμενη 2 στη μαρτυρία της ανέφερε ότι διέμενε στην πιο πάνω διεύθυνση μέχρι την 31.12.2010, ημερομηνία διάστασης της με τον εναγόμενο 1 και ότι δεν ενημέρωσε την ενάγουσα ότι άλλαξε διεύθυνση. Η συμφωνία ημερ. 26.8.2010 (βλ. παρ.12 του Τεκμ.5) ρητά προνοεί ότι «Κάθε ειδοποίηση που έχει σχέση με το έγγραφο αυτό μπορεί να δοθεί στο χρεώστη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή ιδιόχειρα, ή σε οποιαδήποτε διεύθυνση που θα δώσει ο χρεώστης στην Συνεργατική ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Οποιαδήποτε ένδειξη ή καταχώρηση στα αρχεία της Συνεργατικής για χορήγηση ειδοποίησης συνιστά αμάχητη απόδειξη ότι δόθηκε η ειδοποίηση αυτή». Έχει νομολογηθεί ότι επιστολή η οποία αποστάληκε κανονικά και η μη επιστροφή της συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.ά. Πολ.Έφ. 163/2006/ Ημερ. 5.5.2009). Στην υπόθεση Barclays Bank PLC v JGL (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Γ ΑΑΔ 1726, αποφασίστηκε ότι η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που ανεγράφοντο επί των ενοικιαγορών συνιστούσε νόμιμο τερματισμό τους. Στην υπόθεση Ανδρέου ν P. & D. Crystal Line Co. Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1521, αναφέρθηκε ότι επιστολή η οποία φέρει την ορθή διεύθυνση και η οποία στάληκε και δεν επιστράφηκε ως ανεπίδοτη θεωρήθηκε ότι ειδοποιήθηκε ο εφεσείων για την ημερομηνία ακρόασης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα στις 19.7.2011 απέστειλε επιστολή στην εναγόμενη 2 στην πιο πάνω διεύθυνση και τερμάτισε την μεταξύ τους συμφωνία και αξίωσε το πιο πάνω ποσό. Στην προκείμενη περίπτωση οι επιστολές (Τεκμ.3 και 4) στάλθηκαν στην διεύθυνση της εναγόμενης 2 και ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία τερματίστηκε. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και συνακόλουθα απορρίπτεται. 20. Εισήγηση ότι οι όροι της επίδικης συμφωνίας είναι καταχρηστικοί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 2 εισηγήθηκε ότι οι όροι της επίδικης συμφωνίας συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες και κατ΄ επέκταση δεν έχουν εφαρμογή. Το τι συνιστά καταχρηστική ρήτρα, καθορίζεται από το άρθρο 5 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93
(1)/96 όπως τροποποιήθηκε και θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα: (α) η διαπραγματευτική δύναμη των μερών, (β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα, (γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή και, (δ) ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή (βλ. άρθρο 5
(3)του πιο πάνω Νόμου). Επισημαίνεται ότι το παράρτημα του Νόμου περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές. Με την τροποποίηση που επήλθε στον πιο πάνω Νόμο το 2016 (βλ. Ν.49
(1)/2016) "καταχρηστική ρήτρα" θεωρείται και κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους. Στη συμφωνία δανείου (Τεκμ.5) αναφέρεται ότι «ο τόκος υπολογίζεται πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και για τον υπολογισμό του, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει ο καθένας αλλά θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες. ....». Κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας (26.8.2010) το γεγονός και μόνο της ύπαρξης πιο πάνω πρόνοιας δεν συνιστούσε καταχρηστική ρήτρα. Στην Archbold Invest Ltd κ.ά. ν Λαϊκής Κυπρ.Τράπεζας Λτδ
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1084, 1093-94 συζητείται το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού του τόκου με βάση το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες αντί 365 που έχει το ημερολογιακό έτος. Στην υπόθεση υπήρχε στη σύμβαση μεταξύ της τράπεζας και του χρεώστη σχετικός όρος, όπως και στην προκειμένη περίπτωση. Το συμπέρασμα είναι ότι αυτός ο τρόπος υπολογισμού του τόκου, που οδηγεί σε χρέωση μεγαλύτερου ποσού τόκου, είναι επιτρεπτός στην έκταση που δεν οδηγεί σε χρέωση πέραν του επιτρεπόμενου ποσοστού επιτοκίου. Στην υπόθεση Βογαζιανός κ.ά. ν Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.1)
(2011)1 Α ΑΑΔ 253, η χρησιμοποίηση ως διαιρέτη των 360 αντί 365 ημερών είχε οδηγήσει σε παράνομη χρέωση τόκου επειδή το τότε επιτρεπόμενο από το νόμο ανώτατο όριο του 9% προβλεπόταν στη συμφωνία και χρεωνόταν. Ως αποτέλεσμα η χρησιμοποίηση του διαιρέτη των 360 ημερών οδηγούσε σε πραγματική χρέωση που υπερέβαινε το 9%. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επιβολή τόκου στους λογαριασμούς δανείου όπως προνοείται δεν οδηγούσε σε παράνομες χρεώσεις τόκων. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 6 του πιο πάνω Νόμου, η καταχρηστική ρήτρα δεν δεσμεύει τον καταναλωτή και η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους εκτός αν αυτή δεν δύναται να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. Στην προκείμενη περίπτωση όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, η εναγόμενη 2 υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες με ελεύθερη τη βούληση της, δεν δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις για να συμφωνήσει στους όρους αυτής και δεν υφίστανται γεγονότα που να καταδεικνύουν καθοιονδήποτε τρόπο ότι δημιουργήθηκε σε βάρος της εναγόμενης 2 σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται η σχετική εισήγηση και πάλιν δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
  1. Με βάση όλα τα πιο πάνω στις 26.8.2010 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου (Τεκμ.5) μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των €380.000.- . Η εναγόμενη 2 με ελεύθερη τη βούληση της, χωρίς οποιαδήποτε ψυχική πίεση ή εξαναγκασμό και χωρίς οποιαδήποτε αθέμιτη επιρροή από μέρους οποιουδήποτε προσώπου υπέγραψε τόσο τη συμφωνία δανείου (Τεκμ.5) όσο και τις συμβάσεις και δηλώσεις υποθηκεύσεως ακινήτων και τα έγγραφα υποθήκης (βλ.Τεκμ. 1 και 2). Το δάνειο ήταν πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις από €4.000.- έκαστη. Η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα στις 26.9.2010 και οι υπόλοιπες την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα μέχρι πλήρους εξόφλησης. Το δάνειο διεπόταν από τους όρους που αναφέρονται σ΄αυτό και μεταξύ άλλων προνοούσε συνολικό επιτόκιο 7,50% και στην περίπτωση που το ποσό καθίστατο πληρωτέο και δεν καταβαλλόταν, ο χρεώστης θα κατέβαλλε τόκο υπερημερίας προς 2% από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέο. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας περιόρισε το επιτόκιο στο 7,50%. Κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων δεν καταβλήθηκαν οι μηνιαίες δόσεις ως η σχετική συμφωνία. Η ενάγουσα στις 12.5.2011 απέστειλε επιστολή (Τεκμ.3) στην εναγόμενη 2 με την οποία την καλούσε να καταβάλει το εξ αποφάσεως χρέος. Η εναγόμενη 2 δεν συμμορφώθηκε και έτσι η ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 19.7.2011 (βλ.Τεκμ.4) τερμάτισε την μεταξύ τους συμφωνία. Το δε υπόλοιπο του δανείου στις 30.6.2011, όπως με λεπτομέρεια αναλύεται πιο πάνω, ανερχόταν στις €489.973,
  2. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της και συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 2 αλληλέγγυα και ή ξεχωριστά με τον εναγόμενο 1 για το ποσό των €489.973,70 με τόκο 7,50% από 30.6.2014 μέχρι εξοφλήσεως και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξόφλησης. Περαιτέρω εκδίδονται διατάγματα εκποίησης των ακινήτων που περιγράφονται στις παρ. Β(α) και Β(β) της έκθεσης απαίτησης και που βαρύνονται με υποθήκες, προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και οιονδήποτε υπόλοιπο να καταβληθεί στην εναγόμενη
  3. Αναφορικά με τα έξοδα. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ....... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.