← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Anne Marie Mcnally κ.α., Αρ. Αγωγής: 1778/12, 21/7/2016

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Anne Marie Mcnally κ.α., Αρ. Αγωγής: 1778/12, 21/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1778/12 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγοντες και

  1. Anne Marie Mcnally
  2. Λ. Λειβαδιώτης & Υιοί Λτδ Εναγόμενοι Αίτηση ημερ. 12.3.14 για παραμερισμό της απόφασης 21 Ιουλίου, 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Εναγομένη 1 - Αιτήτρια: κ. Α. Λύτρας για Μ. Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ (για ν΄ακούσει απόφαση η κα Γεωργίου) Για την Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση: κα Μαλέκκου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ (για ν΄ακούσει απόφαση η κα Δ. Μιχαήλ) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Στις 25.2.2014 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 1, μεταξύ άλλων, για το ποσό των CHF154,330.49 πλέον CHF1,552.48 πλέον τόκους ως επίσης και απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι η Ενάγουσα έχει το δικαίωμα να πωλήσει το ακίνητο πλέον έξοδα. Με την παρούσα αίτηση η Εναγομένη 1-Αιτήτρια επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η πιο πάνω απόφαση.
  4. Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων, στην Δ.17 θ. 10, Δ.26 θ. 14, Δ.48 θ. 1-4, 7, 9 και 13 και στα άρθρα 2, 5, 15, 16, 17 και 27-30 του Κανονισμού (Ε.Κ. 44/2001) και συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Κ. Σταυρή στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: α) Η ενόρκως δηλούσα δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και ότι οι πηγές πληροφόρησής της προκύπτουν από τη δικηγόρο της Αιτήτριας η οποία έχει επαφή με την τελευταία ως επίσης και από τα γεγονότα που προέρχονται από τον φάκελο της υπόθεσης. β) Αναφέρει ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί μέρος διαφοράς που υφίσταται μεταξύ μεγάλου αριθμού Άγγλων αγοραστών ακίνητης ιδιοκτησία, της Ενάγουσας και της Εναγομένης
  5. Δηλώνει δε ότι στην Αγγλία καταχωρήθηκαν συνολικά 5 αγωγές και μεταξύ αυτών την 1.3.13 καταχωρήθηκε αγωγή στην οποία Ενάγουσα είναι η Εναγομένη 1 και Εναγόμενη είναι η Ενάγουσα στην παρούσα. γ) Ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 1-Αιτήτρια αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα και συνήψε το δάνειο κατόπιν ψευδών παραστάσεων που έγιναν στην Αγγλία. Η Αιτήτρια πείστηκε από αντιπρόσωπο που ενεργούσε τόσο για την εναγομένη 1 όσο και για την Ενάγουσα να προχωρήσει στην αγορά του διαμερίσματος και το εν λόγω πρόσωπο μερίμνησε ώστε το δάνειο να δοθεί από την ενάγουσα χωρίς να θέσει στην προσοχή της Αιτήτριας οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική τράπεζα για τη δανειοδότηση. Περαιτέρω δεν αναφέρθηκαν σε αυτήν οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι σύναψης δανείου σε ξένο νόμισμα και δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες και οι προϋποθέσεις που τίθενται από το νόμο όταν παραχωρείται δάνειο σε ξένο νόμισμα. Ο αντιπρόσωπος επιβεβαίωσε την Αιτήτρια ότι η αγορά του εν λόγω διαμερίσματος θα ήταν κερδοφόρα αφού βρισκόταν σε φημισμένη τουριστική περιοχή και ήταν εγγυημένη η ενοικίαση του διαμερίσματος σε τουρίστες, γεγονός το οποίο θα εξασφάλιζε στην Αιτήτρια σημαντικό εισόδημα. Η εν λόγω δήλωση όμως δεν ήταν αληθινή αφού το διαμέρισμα βρίσκεται σε χωριό το οποίο δεν είναι φημισμένο ως τουριστικός προορισμός. δ) Ο πιο πάνω αντιπρόσωπος ανέφερε στην Αιτήτρια ότι θα έπρεπε να υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος Κύπριου δικηγόρου ώστε να μην χρειαστεί να μεταβαίνει στην Κύπρο για τυπικές υπογραφές σχετικά με το αγοραπωλητήριο έγγραφο και την δανειακή σύμβαση. Το εύρος όμως, του εν λόγω πληρεξουσίου εγγράφου ήταν μεγαλύτερο. Περαιτέρω, η Ενάγουσα και η Εναγομένη 2 δεν αποκάλυψαν στην Αιτήτρια ότι το ακίνητο στο οποίο θα γινόταν η ανάπτυξη ήταν υποθηκευμένο. Όλες οι πιο πάνω παραστάσεις έγιναν από τον αντιπρόσωπο στην Αγγλία. ε) Είναι ο ισχυρισμός της, ότι η Αιτήτρια είναι καταναλωτής στην έννοια των άρθρων 15 και 17 του Κανονισμού Ε.Κ. 44/01, οι ψευδείς παραστάσεις και κατ΄ επέκταση το ζημιογόνο γεγονός επεσυνέβη στην Αγγλία και συνεπώς το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση σε αντίθεση με τα αγγλικά Δικαστήρια. στ) Αναφέρει ότι, δεν εξασφαλίστηκε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος παρά το γεγονός ότι η Αιτήτρια κατοικεί στο εξωτερικό, λανθασμένα εκδόθηκε το διάταγμα ημερ. 26.9.12 για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας ως επίσης η επίδοση αυτού δεν είναι καλή αφού τα έγγραφα αφέθηκαν έξω από την κατοικία της και δεν της επιδόθηκαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα μεταφρασμένα στην αγγλική γλώσσα. Περαιτέρω διατείνεται όταν της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, αυτό είχε ήδη εκπνεύσει. ζ) Σε σχέση με το χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης (25.2.14) μέχρι και την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης (12.3.14) αναφέρει ότι η Αιτήτρια μόλις έλαβε τα δικαστικά έγγραφα αποτάθηκε στην δικηγόρο της στην Αγγλία η οποία με τη σειρά της, έδωσε οδηγίες σε δικηγορικό γραφείο να χειριστεί την υπόθεση πλην όμως λόγω καλόπιστου λάθους δεν λήφθηκε έγκαιρα οποιαδήποτε ενέργεια καθότι η παρούσα υπόθεση είναι μία από πολλές που χειρίζεται το γραφείο τους. Στις 3.3.14 διαπίστωσαν ότι δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο και αμέσως διευθέτησαν να γίνει σχετική έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου οπόταν και διαπίστωσαν ότι εκδόθηκε απόφαση. Έτσι στις 12.3.14 καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση.
  6. Η Ενάγουσα-Καθ΄ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση του επίδικου διατάγματος και μεταξύ άλλων προβάλλει ότι: α) Η επίδοση είναι καλή, β) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη καθότι γίνεται από δικηγόρο, γ) Δεν έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, δ) Δεν έχουν αποκαλυφθεί επαρκείς λόγοι που να δικαιολογούν την αίτηση, ε) Η καταχώρηση της αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και στ) Το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία για εκδίκαση της παρούσας διαφοράς σε αντίθεση με τα αγγλικά Δικαστήρια.
  7. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του κ. Π. Αζά, στην οποία απορρίπτει το σύνολο των ισχυρισμών της Αιτήτριας και αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η Ενάγουσα δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την απόφαση της Εναγομένης να προβεί στην αγορά του επίδικου ακινήτου και δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με την επιλογή του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Αιτήτριας. Η Εναγομένη παραχώρησε πληρεξούσιο έγγραφο στον κ. Α. Ιντιάνο και στον κ. Α. Πασιαντή (Βλ. Τεκμ. 2) ως επίσης παραχώρησε πληρεξούσιο στην Ενάγουσα (Βλ. Τεκμ. 3) με το οποίο, μεταξύ άλλων την εξουσιοδοτούσε να προβαίνει σε συγκεκριμένες πράξεις όπως να προβαίνει σε όλες τις ενέργειες και να υπογράφει οποιοδήποτε έγγραφο ή δήλωση για λογαριασμό της στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας ημερ. 25.8.06, για εγγραφή της ακίνητης ιδιοκτησίας επ΄ ονόματι της, την πώληση της περιουσίας σε οποιοδήποτε πρόσωπο για οποιοδήποτε ποσό και την εγγραφή υποθήκης προς όφελος της τράπεζας για οποιοδήποτε ποσό. Αναφέρει δε, ότι όλες οι επίδικες συμφωνίες και γεγονότα διαδραματίστηκαν στην Κύπρο και καμία ψευδής παράσταση έγινε από μέρους της ενάγουσας. Επισημαίνει ότι η Αιτήτρια δεν είναι καταναλωτής αλλά επενδυτής αφού ως η ίδια ισχυρίζεται αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα με σκοπό την ενοικίασή του. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αρμόδιο και όχι το αγγλικό όπως ισχυρίζεται η Εναγομένη. Η δε επίδοση είναι καλή αφού έγινε σύμφωνα με τους νόμους του κράτους μέλους και επιδόθηκαν σε αυτήν τόσο στα ελληνικά όσο και στα αγγλικά όλα τα αναγκαία έγγραφα.
  8. Στο στάδιο των αγορεύσεων έγιναν εκατέρωθεν εισηγήσεις. Η συνήγορος της Αιτήτριας ανέφερε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου θα πρέπει να παραμεριστεί καθότι η επίδοση δεν είναι καλή, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και τέλος έχει αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της συνηγόρου της Ενάγουσας-Καθ΄ης η αίτηση.
  9. Εισήγηση ότι το κλητήριο είχε εκπνεύσει όταν επιδόθηκε στην Αιτήτρια. Η ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης 1-Αιτήτριας εισηγήθηκε ότι η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί καθότι δεν βρισκόταν σε ισχύ το κλητήριο όταν αυτό επιδόθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο καταχωρήθηκε την 1.6.
  10. Στις 29.5.13 κατόπιν σχετικής αίτησης εκδόθηκε διάταγμα για να ανανέωση του κλητηρίου για περίοδο 6 μηνών και ειδικότερα μέχρι την 1.12.
  11. Ακολούθως στις 27.11.13 εκδόθηκε διάταγμα ανανέωσης του κλητηρίου για περίοδο 6 μηνών από τη λήξη του. Η επίδοση στην Εναγομένη 1 έγινε στις 8.11.
  12. Συνεπώς όταν επιδόθηκε σε αυτήν το κλητήριο βρισκόταν σε ισχύ και συνακόλουθα σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
  13. Εισήγηση ότι η Ενάγουσα δεν εξασφάλισε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας εισηγήθηκε ότι το κλητήριο ένταλμα θα έπρεπε να είχε σφραγιστεί ενόψει του γεγονότος ότι η Εναγομένη 1 είναι κάτοικος εξωτερικού και ανέφερε ότι η παράλειψη της Ενάγουσας να προβεί στη σφράγιση είναι μοιραία και κατ΄ επέκταση η απόφαση που εκδόθηκε θα πρέπει να παραμεριστεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όπου υπάρχει ένας μόνο εναγόμενος ή πολλοί εναγόμενοι και όλοι είναι εκτός δικαιοδοσίας, χρειάζεται άδεια για σφράγιση του κλητηρίου προτού αυτό εκδοθεί για επίδοση στο εξωτερικό. Στην περίπτωση όμως που υπάρχουν και ημεδαποί εναγόμενοι τα πράγματα διαφοροποιούνται (βλ. ANS Secretaries Ltd v. Orian Da Management FZ LLC, Πολ. Έφεση 362/2009 /Ημερ. 3.7.14). Στην προκείμενη περίπτωση η ύπαρξη της ημεδαπής Εναγομένης 2 και η επίδοση της αγωγής σε αυτή καθιστά δυνατή την καταχώρηση της αγωγής χωρίς ειδική σφράγιση δυνάμει της Δ.2 θ.
  14. Έτσι η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
  15. Εισήγηση ότι η επίδοση στην Εναγομένη 1 δεν είναι καλή. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας εισηγήθηκε ότι η επίδοση δεν είναι καλή καθότι τα έγγραφα αφέθηκαν έξω από το σπίτι της και δεν επιδόθηκαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα μεταφρασμένα στην αγγλική γλώσσα. Την 1.6.12 καταχωρήθηκε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο και στις 26.9.12 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο επέτρεπε την επίδοση πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος και της σχετικής ειδοποίησης καθώς και μετάφρασης αυτών στην Εναγομένη 1 με βάση τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 1393/07 και 44/01 και η Εναγομένη μπορούσε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός 30 ημερών από την επίδοση και στην περίπτωση που παρέλειπε να το πράξει, οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση στην αγωγή θα θεωρείτο ως δεόντως επιδοθείσα εάν αναρτιόταν στον πίνακα του Δικαστηρίου για περίοδο 5 ημερών. Όπως έχει ήδη επισημανθεί στις 29.5.13 εκδόθηκε διάταγμα ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος για περίοδο 6 μηνών και ειδικότερα μέχρι την 1.12.13 και ακολούθως στις 27.11.13 ανανεώθηκε το κλητήριο για περίοδο 6 μηνών από τη λήξη του. Στις 8.11.13 επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, η σχετική ειδοποίηση, το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 26.9.12, η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 12.7.12, η αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου ημερ. 20.5.13 και το σχετικό διάταγμα ημερ. 29.5.
  16. Όλα τα πιο πάνω έγγραφα επιδόθηκαν στην Εναγομένη 1 τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική γλώσσα. Η σχετική βεβαίωση η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 1393/07 από το Κράτος παραλαβής, αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «.. the document were served by posting them through the defendant's letterbox. This method is good service under rule 6.3

(1)(c) of the Civil Procedure Rules of England and Wales». Το άρθρο 7 του Κανονισμού 1393/07 προνοεί ότι η δικαστική πράξη επιδίδεται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής. Σύμφωνα με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους και ως αναφέρεται στη σχετική βεβαίωση η πιο πάνω μέθοδος επίδοσης στην Εναγομένη 1 συνιστά καλή επίδοση σύμφωνα με τους κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας της Αγγλίας και Ουαλίας. Συνεπώς η περί του αντιθέτου εισήγηση της συνηγόρου της Αιτήτριας δεν με βρίσκει σύμφωνο. Πολύ πρόσφατα στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v Si Senh Dau κ.ά., Πολ. Έφ. Ε23 - Ε29/2013 Ημερ.12.4.2016 αποφασίστηκε ότι οι δυο διαπιστωθείσες δικονομικές παραλείψεις, (α) η μη επίδοση της μετάφρασης του επίδικου διατάγματος, και (β) η μη επίδοση της προβλεπόμενης από τον ΕΚ1393/07 τυποποιημένης βεβαίωσης δεν οδηγούν σε ακυρότητα και έτσι το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση. Στην προκείμενη περίπτωση η Εναγομένη 1 έλαβε γνώση όλων των διαδικασιών και όλων των σχετικών εγγράφων που περιγράφονται πιο πάνω τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική γλώσσα. Συνεπώς η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. 9. Εισήγηση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας-Καθ΄ης η αίτηση εισηγήθηκε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη καθότι καταρτίστηκε από δικηγόρο και έτσι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Στην προκείμενη περίπτωση η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έγινε από την κα Κ. Σταυρή, ασκούμενη δικηγόρο η οποία συνεργάζεται με το γραφείο των δικηγόρων της Εναγομένης - Αιτήτριας και αναφέρει ότι τα γεγονότα τα γνωρίζει από πληροφορίες που έλαβε από συγκεκριμένο πρόσωπο αλλά και από μελέτη εγγράφων. Στην υπόθεση Rybolovlev ν Rybolovleva
(2010)1 Α ΑΑΔ 82, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του.» Στην προκείμενη περίπτωση, η ενόρκως δηλούσα δεν είναι η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση και η πληροφόρηση της σε σχέση με τα γεγονότα ως η ίδια αναφέρει, προέρχεται από την δικηγόρο της Αιτήτριας αλλά και από διάφορα έγγραφα. Η ενόρκως δηλούσα δεν έχει καταστεί καθοιονδήποτε τρόπο μάρτυρας γεγονότων ώστε να κωλύεται λόγω ασυμβίβαστου να συνεχίσει να εμφανίζεται. Περαιτέρω αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Εναγομένη 1 είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω η σχετική εισήγηση της συνηγόρου της Καθ΄ης η αίτηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. 10.1 Εισήγηση ότι λανθασμένα εκδόθηκε το διάταγμα ημερ. 26.9.12 για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας ως επίσης ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία. Η συνήγορος της Αιτήτριας εισηγήθηκε ότι λανθασμένα εκδόθηκε το πιο πάνω διάταγμα αφού δεν είχαν παρουσιαστεί στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η Ενάγουσα είχε καλή βάση αγωγής και συνακόλουθα η απόφαση που εκδόθηκε την 25.2.14 θα πρέπει να παραμεριστεί. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι το παρών Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση καθ΄ ότι η Αιτήτρια είναι καταναλωτής, οι ψευδείς παραστάσεις και κατ΄ επέκταση το ζημιογόνο γεγονός επεσυνέβησαν στην Αγγλία. 10.2 Η δικαιοδοσία των Δικαστηρίων είναι ζήτημα δημόσιας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και κατ΄έφεση (βλ. Παναγιώτου ν Χ»Κυριάκου,
(1991)1 ΑΑΔ 362). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι άκυρη. Το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ. Michaelidou v Gregoriou and others,
(1988)1 CLR 88). 10.3 Στην υπόθεση S.P.P. Projects Limited v Integral Equipment Sarl
(1993)1 ΑΑΔ 762, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος (βλ. Sekavin S.A. v Ship "PLATON CH."
(1987)1 CRL 2978). .. Διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης, και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται με τις διατάξεις της Δ.16 Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση». (Η έμφαση δική μου). 10.4 Στην υπόθεση GCC Computers Ltd v Penrill Datacom Ltd
(2000)1Γ ΑΑΔ 1584, η εφεσείουσα εξασφάλισε μετά από μονομερή αίτηση διάταγμα για σφράγιση του κλητηρίου και επίδοση της ειδοποίησης στην εφεσίβλητη εκτός δικαιοδοσίας. Στη συνέχεια καταχώρησε αίτηση και πέτυχε την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Ο δε συνήγορος της εφεσείουσας εισηγήθηκε ότι από τη στιγμή που η εφεσείουσα εξασφάλισε με μονομερή αίτηση τις αιτηθείσες άδειες το βάρος της απόδειξης είχε μετατεθεί στην εφεσίβλητη. Το Ανώτατο Δικαστήριο με σαφή τρόπο επεσήμανε ότι τούτο δεν είναι ορθό και ανέφερε ότι η υποχρέωση της εφεσείουσας όταν ζητούσε μονομερώς τις άδειες του Δικαστηρίου ήταν να αποδείξει ότι είχε εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της εφεσίβλητης και το βάρος αυτό παρέμεινε στους ώμους της εφεσείουσας καθόλην την διάρκεια της διαδικασίας για παραμερισμό των αδειών που δόθηκαν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης. Η μόνη υποχρέωση που είχε η εφεσίβλητη κατά την διαδικασία του παραμερισμού ήταν να δείξει ότι η εφεσείουσα κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης δεν είχε εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση. Η πιο πάνω υπόθεση αναφέρεται στην προϋπόθεση της απόδειξης εκ πρώτης όψεως καλής υπόθεσης που προβλέπεται από την Δ.6 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως έχει ήδη επισημανθεί η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει την δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος (βλ. S.P.P. Projects Limited, ανωτέρω). Συνεπώς το βάρος απόδειξης ότι η ενάγουσα είχε εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της Εναγομένης 1 αλλά και ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας βρίσκεται καθόλην τη διάρκεια της διαδικασίας για παραμερισμό στην ενάγουσα. 10.5 Το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και κατά πόσο ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, κρίνεται στη βάση της Έκθεσης Απαίτησης και των όσων είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. (βλ. Amathus Navigation Co Ltd v Concord Express Liners
(1993)1 ΑΑΔ 1030, 1033 και Her Britannic Majesty's Secretary of State for Defense v A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(Β) ΑΑΔ 995). Επομένως, ισχυρισμοί γεγονότων που εκτίθενται στο στάδιο τούτο δεν μεταβάλλουν το πραγματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε το Δικαστήριο για να εκδώσει το προσβαλλόμενο διάταγμα και δεν λαμβάνονται υπόψη. Το ζήτημα κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνόδευε την αρχική αίτηση για άδεια (βλ. Her Britannic Majesty's Secretary of State for Defense, ανωτέρω). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας (βλ. Sekavin S.A. v Ship 'Platon Ch'
(1987)1 CLR 297) δεν επιτρέπει παρέκκλιση από τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.6 Θ.4 που προνοεί πως κάθε αίτηση για άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης του σε εναγόμενο εκτός Κύπρου πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ή άλλη μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι ο ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής. Αναφέρεται στην George D. Counnas and Sons Ltd v Zim Israel Navigation Co Ltd and another
(1963)2 CLR 266. 268, ότι ο ενάγοντας υποχρεούται να παραθέσει σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση του, το πλήρες φάσμα των γεγονότων πάνω στα οποία εδράζεται το αγώγιμο του δικαίωμα. Το βάρος της απόδειξης κατά τη διαδικασία της αίτησης για παραμερισμό ως έχει ήδη αναφερθεί, το φέρει και πάλι η Ενάγουσα, η οποία βαρύνεται να πείσει το Δικαστήριο ότι ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις για παροχή σε αυτήν άδειας για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας (βλ. GCC Computers Ltd v Penrill Datacom Ltd
(2000)1Γ ΑΑΔ 1584, 1588-9). 10.6 Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο με βάση το υλικό που συνόδευε την αίτηση ημερ. 12.7.12 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημερ. 26.9.12 με το οποίο παραχωρήθηκε άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης εκτός δικαιοδοσίας, ήταν ικανοποιητικό για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο και ότι η συναλλαγή και η δημιουργία του χρέους έγινε στη Λάρνακα. Η Εναγόμενη 1 κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας δανείου παρέλειψε να καταβάλει κανονικά τη συμφωνηθείσα δόση και οφείλει το ποσό των CHF154.330,49 πλέον τόκους. Η Ενάγουσα ειδοποίησε επανειλημμένως την Εναγόμενη 1 για να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο πλην όμως δεν ανταποκρίθηκε και έτσι την 5.4.12 τερμάτισε τη συμφωνία. Στα πλαίσια της πιο πάνω μαρτυρίας το Δικαστήριο εξέδωσε το πιο πάνω διάταγμα. Με βάση την πιο πάνω μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα ότι η Ενάγουσα είχε εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής και ότι το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος. 10.7 Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι υψίστης σημασίας. Πρόκειται για ζήτημα δημόσιας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στο στάδιο αυτό, θα εξεταστεί κατά πόσο υφίσταται δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου για τους λόγους που προβάλλει η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια. Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων και στα άρθρα 2, 5, 15, 16, 17 και 27-30 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/01 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται στην Κύπρο και υπερισχύει κάθε αντίθετης νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης του δικαιϊκού μας συστήματος (βλ. Ironhold Estates Ltd, T/A Henipa Hotel v Travelworld Ltd
(2010)1(A) ΑΑΔ 452). 11.1 Στην προκείμενη περίπτωση αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 έχει την κατοικία της στο Ηνωμένο Βασίλειο το οποίο στο παρών στάδιο είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το δε άρθρο 2
(1)ρητά προνοεί ότι με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους. Η δε αγωγή του αντισυμβαλλόμενου κατά του καταναλωτή με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 16
(2)μπορεί να ασκηθεί μόνον ενώπιον των Δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής. Το δε άρθρο 15 του πιο πάνω Κανονισμού προνοεί: «Σε συμβάσεις που ο σκοπός μας μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5: α) όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος ή β) όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών ή γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ΄ αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων. 2. Όταν ο αντισυμβαλλόμενος του καταναλωτή δεν έχει κατοικία στο έδαφος κράτους μέλους, αλλά διαθέτει υποκατάστημα, πρακτορείο ή άλλη εγκατάσταση σε κράτος μέλος, θεωρείται, ως προς τις διαφορές τις σχετικές με την εκμετάλλευσή τους, ότι έχει την κατοικία του στο έδαφος του κράτους αυτού. 3. Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζει στις συμβάσεις μεταφοράς πλην των συμβάσεων, στο συνολικό τίμημα των οποίων περιλαμβάνεται ο συνδυασμός δαπανών ταξιδίου και καταλύματος». 11.2 Με βάση τα πιο πάνω για να μπορέσει η Εναγομένη 1 να εναχθεί αντί στο Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο θα έπρεπε να διαφανεί ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 16
(2)του πιο πάνω Κανονισμού και ότι ισχύει κάποια άλλη ειδική διάταξη που να ρυθμίζει το ζήτημα διαφορετικά από την γενική ρύθμιση του άρθρου 2
(1). 11.3 Η Εναγόμενη 1-Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι είναι καταναλωτής και έτσι στην προκείμενη περίπτωση έχει εφαρμογή το άρθρο 16
(2)του Κανονισμού. Εκ διαμέτρου αντίθετη, ήταν η θέση της Ενάγουσας η οποία ισχυρίζεται ότι είναι επενδυτής. Τα γεγονότα επί του προκειμένου δεν είναι αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά. Το δε συζητούμενο θέμα επί των γεγονότων δεν αποκρυσταλλώνεται. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η Ενάγουσα αμφισβητεί τα ουσιώδη ζητήματα που τίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. 12.1 Η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για εκδίκαση της παρούσας αγωγής με βάση τα άρθρα 22
(1)του Κανονισμού. Το άρθρο 22
(1)του ΕΚ 44/01 προνοεί τα ακόλουθα: «Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία έχουν:
  1. σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια τους κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου. ....... » 12.2 Στην προκείμενη περίπτωση όπως και η ίδια η Εναγόμενη 1 αναφέρει αγόρασε διαμέρισμα στην επαρχία Λάρνακας από την Εναγομένη 2 και συνήψε δάνειο από την Ενάγουσα τράπεζα. Η Ενάγουσα, με την παρούσα αγωγή, μεταξύ άλλων, αξιώνει διάταγμα για ειδική εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου που συνομολογήθηκε μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 και περαιτέρω αξιώνει την εκποίηση της υποθήκης που παραχώρησε η Εναγομένη 2 για περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγομένης
  2. Όπως διαφαίνεται, μεταξύ άλλων, επιζητούνται αξιώσεις για ειδική εκτέλεση του εκχωρηθέντος αγοραπωλητηρίου εγγράφου δυνάμει των προνοιών των περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμων 2011 και 2012 που μόνο τα Κυπριακά Δικαστήρια μπορούν να διατάξουν. Συνεπώς η αγωγή επιβαλλόταν να καταχωρηθεί στην Δημοκρατία, ανεξάρτητα εάν η Εναγομένη 1 είναι καταναλωτής ή επενδυτής και ανεξάρτητα εάν το ζημιογόνο γεγονός επισυνέβη στην Αγγλία ως ισχυρίζεται.
  3. Πέραν από τα πιο πάνω το άρθρο 6 του Κανονισμού προνοεί τα ακόλουθα: «Το ίδιο αυτό πρόσωπο μπορεί επίσης να εναχθεί:
  4. αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκασή του. ......». Διαφαίνεται ότι υπάρχει στενή συνάφεια μεταξύ της Απαίτησης εναντίον της Εναγομένης 1 και της απαίτησης εναντίον της Εναγομένης 2, αφού η τελευταία ενάγεται ως εγγυητής της Εναγομένης 1 και ως ενυπόθηκος οφειλέτης. Ενδεικνυόταν η συνεκδίκαση των αξιώσεων εναντίον και των δυο εναγομένων στην ίδια αγωγή αφού, μεταξύ άλλων, υφίσταται στενή συνάφεια. Η αγωγή εναντίον της Εναγομένης 2 ορθά καταχωρήθηκε στην Κύπρο και συνεπώς στο ίδιο Δικαστήριο θα έπρεπε να εναχθεί και η Εναγομένη
  5. Το άρθρο 5 του πιο πάνω Κανονισμού προνοεί: «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1.α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι: -....... - εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών - .......». Η σύμβαση δανειοδότησης είναι σύμβαση για υπηρεσίες στα πλαίσια της έννοιας του άρθρου 5
(1)(β) και εφόσον το δάνειο παραχωρήθηκε στην Κύπρο η αγωγή εναντίον της Εναγομένης 1 θα μπορούσε να καταχωρηθεί στην Κύπρο και σε αυτή τη βάση. 15.1 Η Εναγομένη 1 επικαλέστηκε και το άρθρο 27 του Κανονισμού ΕΚ 44/01, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διάφορων κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που επελήφθη πρώτο, αναστέλλει αυτεπάγγελτα την διαδικασία του μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.
  2. Όταν διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ του πρώτου δικαστηρίου.» 15.2 Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένη υπόθεση η οποία καταχωρήθηκε την 1.3.13 από μέρους της Εναγομένης 1-Αιτήτριας στην παρούσα και εναντίον μεταξύ άλλων και της Ενάγουσας. Η παρούσα αγωγή όμως, καταχωρήθηκε την 1.6.12 και προηγείται χρονικά της πιο πάνω υπόθεσης. Επομένως το παρόν Δικαστήριο είναι αυτό που επιλήφθηκε πρώτο και δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι έχει έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας γιατί καταχωρίστηκε αγωγή σε οποιοδήποτε Δικαστήριο άλλου κράτους μέλους. Εφόσον διαπιστώνεται ότι έχει δικαιοδοσία με βάση τις πρόνοιες του κανονισμού, είναι το Αγγλικό Δικαστήριο που οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ του Δικαστηρίου τούτου. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. 16.1 Εισήγηση ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. 16.2 Με βάση τη Δ.17 θ.10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το Δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι». Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά ποσό ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air ν Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελ. 897: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το Δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διαδίκου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της Δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλέπε Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου v. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101.» (Βλ. επίσης Subine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678 και Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1(Α) ΑΑΔ 647). 16.3 Πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς o διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το Άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο Δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. (Βλ. υπόθεση Claire Morris, ανωτέρω). 16.4 Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ v. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σε αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία v. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ 1060). 16.5 Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου v. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 89: «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της Δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δίκαιας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεση του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δίκαιας δίκης .. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά το μέσο για την επίτευξη δίκαιας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δίκαιας δίκης που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντίδικου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (αρ. 2)
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1988). 16.6 Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο η Αιτήτρια έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄ αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση (Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον Αιτητή μας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του Αιτητή. (βλ. Κάλλης Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 (B) ΑΑΔ 743). 16.7 Η Εναγομένη 1-Αιτήτρια ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο αντιπρόσωπος ο οποίος ενεργούσε τόσο για την Εναγομένη 2 όσο και για την Ενάγουσα μερίμνησε να της δοθεί το δάνειο από την Ενάγουσα χωρίς να θέσει στην προσοχή της Αιτήτριας οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική τράπεζα και δεν αναφέρθηκαν σε αυτήν οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι σύναψης δανείου σε ξένο νόμισμα. Κατ΄ αρχήν δεν αναφέρει το όνομα του αντιπροσώπου. Περαιτέρω δεν εκθέτει οποιαδήποτε άλλα γεγονότα ή οτιδήποτε άλλο σε σχέση με τις πιο πάνω παραλείψεις της Ενάγουσας. Δεν εκθέτει τις όποιες επιπτώσεις ή και συνέπειες από τις πιο πάνω παραλείψεις. Ισχυρίζεται ότι δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες και οι προϋποθέσεις που τίθενται από τον Νόμο όταν παραχωρείται δάνειο σε ξένο νόμισμα. Πρόκειται για γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Η Εναγομένη 1 δεν έχει αναφέρει και δεν έχει εξειδικεύσει με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται, ποιες διαδικασίες δεν τηρήθηκαν που προβλέπονται από τον Νόμο όταν παραχωρείται δάνειο σε ξένο νόμισμα. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το εύρος του πληρεξουσίου εγγράφου που παραχώρησε προς όφελος δικηγόρου ήταν μεγαλύτερο. Δεν εκθέτει όμως τις επιπτώσεις από την παραχώρηση του πιο πάνω πληρεξουσίου. Η Εναγομένη 1-Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι συνήψε το δάνειο κατόπιν ψευδών παραστάσεων αφού πείστηκε από τον αντιπρόσωπο της Εναγομένης 2 και της Ενάγουσας να προχωρήσει στην αγορά του διαμερίσματος. Το εν λόγω πρόσωπο επιβεβαίωσε στην Αιτήτρια ότι η αγορά του διαμερίσματος θα ήταν κερδοφόρα αφού αυτό βρισκόταν σε φημισμένη τουριστική περιοχή και ήταν εγγυημένη η ενοικίαση του διαμερίσματος. Η πιο πάνω δήλωση, ως ισχυρίζεται, δεν ήταν αληθινή αφού το διαμέρισμα βρίσκεται σε χωριό το οποίο δεν είναι φημισμένο ως τουριστικός προορισμός. Στην προκείμενη περίπτωση, έχοντας υπόψη τον τελευταίο ισχυρισμό ως εκτίθεται πιο πάνω κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. 17.1 Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης. 17.2 Θέμα πρωταρχικής σημασίας όπως έχω ήδη προαναφέρει είναι η ύπαρξη υπεράσπισης αλλά εξ΄ ίσου σημαντικό είναι και το θέμα συναφής και εύλογης αιτιολογίας για την απουσία των αιτητών κατά την ακρόαση που έχει ως συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίων τους. (βλ. Χρυσάνθου κ.α. ν Mariela Construction Ltd
(1996)1 AAΔ 1129,1131, Μιχάλη Πατούρη ν Hellenic Bank Ltd,
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118). 17.3 Στην υπόθεση Τάσος Πεγιώτη ν Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1601 στην σελ. 4 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί γεγονός ότι απαιτείται αιτιολόγηση οποιαδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του. (βλ. μεταξύ άλλων Mine & Quarry Serv. Ltd v Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26) . Δεν συνιστά, όμως, τέτοια παράλειψη αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ΄εαυτής, λόγο για παραμερισμό της απόφασης, όταν καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης της. Αυτό ειπώθηκε στην Phylactou v Michael (ανωτέρω) όπως τονίστηκε μεταξύ άλλων (σελ.210): «The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as be discloses merits» Σε Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση.» 17.4 Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Ταπελογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1101, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο εφεσείων δεν θεμελίωσε καλή υπεράσπιση και περιπλέον αποφάνθηκε πως η καθυστέρηση 2 ½ μηνών που σημειώθηκε μετά την έκδοση απόφασης και μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού παρέμεινε εντελώς ανεξήγητη. 17.5 Στην υπόθεση Milouca ανωτέρω το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για παραμερισμό και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Εκεί υπήρξε καθυστέρηση 9 μηνών για να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της εκδοθείσας απόφασης και επίσης είχε αγνοηθεί και η αίτηση για απόφαση που είχε επιδοθεί στους εναγομένους. 17.6 Στην υπόθεση Χατζηνικολάου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1179, η ενάγουσα εφεσείουσα καταχώρησε στις 8/4/99 αγωγή. Λόγω παράλειψη της εφεσίβλητης-εναγομένης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης καταχώρησε αίτηση για απόφαση στις 29/4/
  1. Εξασφάλισε απόφαση ως η απαίτηση στις 10/5/
  2. Η εφεσίβλητη στις 12/5/99 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 12/7/99 καταχώρησε αίτηση για ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης. Το πρωτόδικο δικαστήριο παραμέρισε την εκδοθείσα απόφαση αφού έκρινε ότι είχε αποδειχθεί πιθανή καλή υπεράσπιση και περαιτέρω κατέληξε ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε διαγωγή που να πλήττει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. 17.7 Στην προκείμενη περίπτωση η Εναγομένη 1 παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός της προθεσμίας και έτσι στις 25.2.14 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 12.3.
  3. Σε σχέση με τον πιο πάνω διαρρεύσαντα χρόνο αναφέρεται ότι μόλις η Εναγόμενη έλαβε γνώση, ανέθεσε σε δικηγόρο στην Αγγλία η οποία με τη σειρά της διόρισε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι λόγω λάθους δεν έλαβαν έγκαιρα οποιαδήποτε ενέργεια μέχρι την 3.3.14 όπου διαπίστωσαν ότι δεν είχαν λάβει οποιαδήποτε μέτρα. Τότε έγινε έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης όπου διαπίστωσαν ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Εναγομένης
  4. Το χρονικό διάστημα των 15 ημερών που παρήλθε από την έκδοση της απόφασης μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης δεν συνιστά ασύγγνωστη διαγωγή και δεν πλήττει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης αλλά ούτε και καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης.
  5. Για όλους τους λόγους και αφού έχουν εξισορροπηθεί τα εκατέρωθεν δικαιώματα των διαδίκων κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η απόφαση που εκδόθηκε στις 25.2.14 εναντίον της Εναγομένης 1 παραμεριστεί υπό τον όρο ότι αυτή θα καταβάλει τα έξοδα της παρούσας αίτησης στην Ενάγουσα τα οποία επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
  6. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης ημερ. 25.2.14 υπό τον όρο ότι η Εναγομένη 1-Αιτήτρια εντός 15 ημερών από τη σχετική επίδοση στους συνηγόρους της καταβάλει στην Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.