ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 127/15, 5/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 127/15 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, εκ Πίπης, Πυργά,7648, Λάρνακα ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 Αίτηση Ημερομηνίας: 6 Νοεμβρίου 2015 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5 Ιουλίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κος Γεωργίου Για Καθ' ου η αίτηση: κος Ζαχαρίου και κα Ζαχαρίου κος Σαββίδης για εταιρεία Agromarket κος Σπύρου για πιστωτές GDL Trading Ltd κος Χριστοδούλου Sociate General Για πιστωτές Ε. Νεοφύτου Trading Α Π Ο Φ Α Σ Η EX- TEMPORE Ενώπιον μου έχει τεθεί υπόψη η αίτηση ημερομηνίας 29 Ιουνίου η οποία είναι ορισμένη σήμερα για ακρόαση. Πριν την έναρξη της διαδικασίας είχε τεθεί ζήτημα εξαίρεσης μου από την διαδικασία από τον Κύριο Παπαχριστοδούλου και εάν αντιλήφθηκα σωστά η άποψη του κύριου Παπαχριστοδούλου προκύπτει από σχόλια του Δικαστηρίου κατά την προηγούμενη δικάσιμο. Είναι θέση του ότι δίδεται εντύπωση ότι το Δικαστήριο έχει προαποφασίσει το αντικείμενο της αίτησης η οποία είναι ορισμένη σήμερα για ακρόαση. Επίσης έχει εκφρασθεί επιπρόσθετα η ανησυχία του κ. Ζαχαρίου ότι το Δικαστήριο δεν ενέργησε αμερόληπτα όταν αποφάσισε να προγραμματίσει την υπόθεση αυτή για ακρόαση μέσα στον Ιούλιο και πρωτύτερα της υπόθεσης 129/15 που όπως ανάφερε ο κύριος Ζαχαρίου, και δεν έχω κανένα λόγο να τον αμφισβητήσω, είναι ορισμένη τoν Νοέμβριο 2016 για ακρόαση. Ομολογώ ότι η εξέταση αυτού του ζητήματος ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Το Δικαστήριο είναι πάντοτε ευαίσθητο σε έκκληση οποιουδήποτε διαδίκου για εξαίρεση του Δικαστή όταν υπάρχει υπόνοια ότι δεν θα είναι αμερόληπτο το Δικαστήριο. Η αμεροληψία του Δικαστή είναι ακρογωνιαίος λίθος σε μια δίκαιη δίκη και είναι γι' αυτό που το Δικαστήριο πρέπει να εγκύψει με ιδιαίτερη σπουδή, στην εξέταση τέτοιων ζητημάτων. Είναι δικαίωμα όλων των διαδίκων να δικάζονται από αμερόληπτο Δικαστήριο και αυτό το δικαίωμα κατοχυρώνεται από το Άρθρο 12 και 30 του Συντάγματος αλλά και επίσης του άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρώπινων δικαιωμάτων. Το κριτήριο κατά πόσο αυτό το δικαίωμα εξασφαλίζεται επαρκώς είναι κατά πόσο υπάρχει αδικία στην αξιολόγηση και χειρισμό της υπόθεσης λόγω πραγματικής ή φαινομενικής προκατάληψης του Δικαστηρίου. Δεν είναι ορθό να εξαιρείται Δικαστής εάν δεν υπάρχει πρόβλημα προκατάληψης. Αντιθέτως, σε τέτοια περίπτωση ο Δικαστής αποποιείται της ευθύνης του και προάγει αδιάκριτη την επιλογή Δικαστηρίου το οποίο καταστρατηγεί το ουδέτερο και αμερόληπτο στην απονομή της δικαιοσύνης. Παραπέμπω στην υπόθεση Αποστολίδου ν Κυπριακής Δημοκρατίας[1]: «Η ευαισθησία του Δικαστή, ως υποδεικνύεται στην Makrides, δεν αποτελεί τον οδηγό στην διαπίστωση κωλύματος, αλλά οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης όπως υποδεικνύεται: "Οne such danger is that we would be coming close to acknowledging to a litigant a right to choose the judge who will try him." 'Ένας τέτοιος κίνδυνος είναι ότι θα φθάναμε κοντά στην αναγνώριση δικαιώματος στο διάδικο να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει.' Στη συνέχεια πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου (απαρτιζόμενου από τον Αρχιδικατή, τον Πρόεδρο του Εφετείου και τον Αντικαγκελάριο (V-C), Locabail Ltd v. Bayfield Properties
(2000)1 All E.R. 65, τονίζεται ότι αποτελεί καθήκον του δικαστή αν επιλαμβάνεται των υποθέσεων που του ανατίθενται, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει. Στην ίδια υπόθεση το Αγγλικό Εφετείο πραγματεύεται τις αρχές που διέπουν τη διαπίστωση προκατάληψης. Εύλογος υπόνοια ή λογικός φόβος είναι, καθώς επισημαίνεται, το κριτήριο το οποίο υιοθετεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων για τη διαπίστωση προκατάληψης. (Piersack v. Belgium
(1982)5 EHRR 169, De Cubber v. Belgium
(1984)7 EHHR 236, Hauschildt v. Denmark
(1989)12 EHRR 266, Langborger v. Sweden
(1989)12 EHRR 416.) Στη Locabail Ltd (ανωτέρω), παρέχονται κατευθυντήριες γραμμές ως προς τις σχέσεις που τείνουν να αποκαλύψουν προκατάληψη καθώς και εκείνες που δεν προσδίδουν, κατά κανόνα, έρεισμα στην ύπαρξη προκατάληψης. Σ' αυτή την πτυχή της απόφασης δεν θα υπεισέλθουμε ούτε θα διατυπώσουμε οποιαδήποτε άποψη. Τέτοιο θέμα δεν τίθεται προς εξέταση. Χρήσιμη καθοδήγηση για τη διαπίστωση προκατάληψης παρέχεται και από την απόφαση Ex p. Pinochet Ugarte (No.2)
(1999)1 All E.R. 577 (HL). Σκοπός του αποκλεισμού δικαστή από τη σύνθεση δικαστηρίου λόγω προκατάληψης είναι, ως υπογραμμίζεται, η διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Προκατάληψη (bias) του Δικαστή, με την έννοια που ο όρος ενέχει στο δίκαιο, τον αποκλείει από την εκδίκαση υπόθεσης. Η ύπαρξη προκατάληψης συναρτάται με το εξ αντικειμένου διαφαινόμενο συμφέρον του Δικαστή στην έκβαση της υπόθεσης. Τέτοιο συμφέρον αναφαίνεται οποτεδήποτε η σχέση του Δικαστή με διάδικο ή προς το επίδικο θέμα είναι τέτοια ώστε να στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η ύπαρξη του.» Τέτοιο ζήτημα όταν εγείρεται εκ μέρους των διαδίκων, πρέπει να εξετάζεται με αντικειμενικά και καθορισμένα κριτήρια. Σύμφωνα με την απόφαση Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Kingsley v UK[2] διάδικος θα πρέπει να δείξει ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος προκατάληψης με βάση όλα τα στοιχεία της υπόθεσης. Το ίδιο κριτήριο εφαρμόζεται και στην Κύπρο όπου αναγνώριση της Δικαστικής αμεροληψίας είναι βαθειά θεμελιωμένη στο Δικαστικό μας σύστημα. Όπως στην υπόθεση Αστυνομίας ν Φάντης[3] λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στο δίκαιο ποινικό σύστημα τα Δικαστήρια σύμφωνα με το σύνταγμα και τους νόμους απαρτίζονται αποκλειστικά από επαγγελματίες Δικαστές οι οποίοι με την πείρα και τις γνώσεις που διαθέτουν δεν είναι δεκτικοί επηρεασμού αλλά ενεργούν ανεξάρτητα και με γνώση πάντοτε και καθοδήγηση την δικαστική συνείδηση προσηλωμένοι στο καθήκον τους και στο γράμμα του νόμου αποφασίζουν κατά πόσο έχει αποδειχθεί ενοχή του κατηγορούμενου προσώπου με βάσει αποδεικτικού υλικού ενώπιον του.» Ακόμη και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει πραγματική προκατάληψη δηλαδή προσωπικό συμφέρον του Δικαστή ή φαινομενικής προκατάληψης συμφέρον του Δικαστή στο αποτέλεσμα της υπόθεσης μπορεί και πάλι να αποφασίσει να εξαιρεθεί εξαιτίας φαινομενικής προκατάληψης, επειδή μπορεί δίδεται η εντύπωση με βάση τα δεδομένα ότι υπάρχει πραγματική προκατάληψη. Ο κύριος Παπαχριστοδούλου έχει θέσει θέμα φαινομενικής προκατάληψης του Δικαστηρίου. Είναι θέση του ότι σχόλια του Δικαστηρίου την προηγούμενη δικάσιμο τείνουν να δείχνουν ότι το Δικαστήριο έχει προαποφασίσει την αίτηση του. Κατά την άποψη μου όμως, το ζήτημα πρέπει να εξεταστεί σφαιρικά και διεξοδικά ώστε να φανεί κατά πόσο υπάρχει πραγματική ή φαινομενική προκατάληψη που να δημιουργεί την υπόνοια ότι δεν θα τύχει δίκαιας δίκης. Είναι σίγουρο ότι εάν το ζήτημα αφορούσε μόνο την προσωπική μου ευθιξία ως Δικαστής δεν θα είχα κανένα πρόβλημα, να ικανοποιήσω το αίτημα των διαδίκων με την εξαίρεση μου. Όμως το ζήτημα πρέπει να κριθεί αντικειμενικά με καθορισμένα κριτήρια διότι είναι ευθύνη του Δικαστηρίου να εκδικάζει και να επιλύει όλες τις διαφορές που τίθενται ενώπιον του. Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται όλες τις διαφορές που τίθενται ενώπιον του. Αυτή η ευθύνη δεν μπορεί να αποποιηθεί χωρίς πραγματικό λόγο. Στην υπόθεση Αποστολίδου που αναφέρθηκα προηγουμένως τέθηκε θέμα εκεί να συμμετέχει στην Ολομέλεια ο τέως Πρόεδρος Ανωτάτου Δικαστηρίου Αρτέμης στην εκδίκαση προσφυγής πρωτόδικα. Το επίμαχο ζήτημα αυτό που έπρεπε να αποφασίσει η ολομέλεια ήταν νομικό και δεν έγιναν ευρήματα γεγονότων τα οποία να συνθέτουν το αποτέλεσμα της απόφασης και έτσι κρίθηκε ότι δεν δημιουργούσε κώλυμα η συμμετοχή αυτού του Δικαστή στην Ολομέλεια. Ούτε υπήρχε εκεί δέσμευση της Ολομέλεια καθώς το δεσμευτικό προηγούμενο δεν συναρτάται με την σύνθεση αλλά με την υπόσταση και βαθμίδα του Δικαστηρίου. Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Σοφοκλέους ν Ταβελούδη[4], δηλαδή πρέπει να αποδειχθεί ότι έχει δημιουργηθεί δικαιολογημένη εντύπωση ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης στον νου του μέσου εχέφρονα πολίτη που γνωρίζει όλα τα γεγονότα και έτσι η επίλυση νομικού ζητήματος πρωτόδικος ή κατ' έφεση δεν αποκλείει την συμμετοχή του Δικαστή στη σύνθεση Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται του ίδιου, όμοιου ή παρεμφερούς νομικού ζητήματος. Για νομικά ζητήματα ή άλλα ζητήματα που αποφάσισα σε προηγούμενη διαδικασία και εγείρονται εκ νέου σε νέα διαδικασία βοηθητική είναι και η Αγγλική απόφαση Locabail Ltd. Bayfield Properties[5] όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με αποφάσεις Δικαστών σε προηγούμενες Δικαστικές διαδικασίες. ".or if in any question at issue in the proceedings before him the judge had expressed views, particularly in the course of the hearing, in such extreme and unbalanced terms as to throw doudt on his ability to try the issue with an objective judicial mind." Άρα πραγματική και ή φαινομενική προκατάληψη δεν προκύπτει επειδή Δικαστής αποφάσισε ζήτημα με τον συγκεκριμένο τρόπο ορθά ή λανθασμένο κατά την αντίληψη του διαδίκου που ζητεί την εξαίρεση αλλά τίθεται θέμα προκατάληψης εάν υπάρχει υπόνοια ότι ο Δικαστής δεν θα ασκήσει αντικειμενική Δικαστική κρίση για να αποφασίσει το ζήτημα που τίθεται ενώπιον του. Ως προς το θέμα που έχει εγείρει ο κύριος Παπαχριστοδούλου νομίζω ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο του πρακτικού της προηγούμενης δικασίμου. Από ανάγνωση αυτού του πρακτικού κατά την άποψη μου δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει αποφασίσει επί της ουσίας, την αίτηση ημερομηνίας 29/6/16. Στην σελίδα 10 των πρακτικών ανάφερα ρητώς ότι το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί επί της αίτησης και επίσης στην σελίδα 10 υπάρχει και επισήμανση, προς το τέλος στην γραμμή 20 ότι «δεν έχω διαβάσει την αίτηση σας, για να δω τι αφορά η ουσία». Αυτή η αίτηση είναι ορισμένη μέσα στον Σεπτέμβριο ενώ η κυρίως αίτηση εκκαθάρισης βρίσκεται σε εξέλιξη ακροαματικής διαδικασίας. Παρόλο τούτο, το Δικαστήριο αποφάσισε να ακούσει πρώτα την αίτηση, διότι εάν προχωρούσε με την αίτηση εκκαθάρισης τότε η αίτηση ημερομηνίας 29.6.16 θα ήταν κενού περιεχομένου. Οπότε κατά την άποψη μου δεν νομίζω να προκύπτει ζήτημα φαινομενικής προκατάληψης ή ζήτημα που να φαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν θα χρησιμοποιήσει Δικαστική Κρίση για να αποφασίσει αυτή την αίτηση. Όμως υπάρχει και το ζήτημα που έθεσε ο κ. Ζαχαρίου ότι προωθείται ακρόαση της κυρίως αίτησης, μέσα στον Ιούλιο. Όπως είχα πει και προηγουμένως, σε προσωπικό επίπεδο δεν θα είχα κανένα πρόβλημα να ικανοποιήσω το αίτημα των δικηγόρων και νομίζω συμμερίζομαι το πρόβλημα τους για τις θερινές διακοπές. Όμως γιατί πρέπει να προωθηθεί αυτή η αίτηση, δεν είναι οποιαδήποτε αίτηση, πρόκειται για αίτηση εκκαθάρισης. Όταν εκκρεμεί τέτοια αίτηση ενώπιον το Δικαστήριο για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι κακό για την εταιρεία, τους μετόχους της εταιρείας, ανησυχούν οι πιστωτές για την εταιρεία και κάθε μέρα υπάρχει ανεπιθύμητη αβεβαιότητα σε σχέση με την εταιρεία που είναι επιζήμιο για την λειτουργία και το μέλλον της εταιρείας. Εξου και σε σχέση με την ακροαματική διαδικασία αυτών των αιτήσεων έχει εφαρμογή το Άρθρο 214
(1)Κεφ.
- Το Δικαστήριο κατά την ακρόαση αυτή της αίτησης πρέπει να απορρίψει την αίτηση να εκδώσει διάταγμα ή να διατάξει αναβολή με όρους ή χωρίς όρους. Κατά κανόνα αυτές οι διαδικασίες πρέπει να εκδικάζονται γρήγορα. (Βλ. Palmers Company Precedents 17th Edition Part 2, Hearing of Petition and Winding-up Orders, Chapter 10): "The court will not, except in special circumstances, order a petition to stand over for a long period. It will either make an order or dismiss the petition; for if, after adjournment, a winding-up order is made, the order would date back to the presentation of the petition, and avoid, therefore, or imperil, anything done by the company in the meantime." Ενώ εκκρεμεί η κυρίως αίτηση εκκαθάρισης έχει δικαστεί ενδιάμεση αίτηση και μέσα στα πλαίσια και άλλων ενδιάμεσων αιτήσεων κανένα ζήτημα δεν έχει αποφασισθεί. Μετά από αρκετές αναβολές ξεκίνησε η διαδικασία της κυρίως αίτησης. Η κυρίως αίτηση αναβλήθηκε αρκετές φορές για να επιληφθώ τις ενδιάμεσες αιτήσεις. Επί της ουσίας της αίτησης η πλευρά των αιτητών εγείρει ζήτημα εκκαθαρισμένης, οφειλής για συγκεκριμένο ποσό που δεν αποπληρώνεται ενώ οι καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια αίτησης εκκαθάρισης εγείρουν ζήτημα ότι οι αιτητές έχουν ετοιμάσει πλασματικά στοιχεία για να θεμελιώσουν το χρέος και έχουν καταχωρήσει αυτή την αίτηση με σκοπό να εκβιάσουν σύμβουλους ή μετόχους της εταιρείας. Τα ζητήματα είναι σοβαρά πρέπει να ακουσθούν και είναι δίκαιο και ορθό το να προχωρήσει το Δικαστήριο να επιληφθεί της αίτησης που εκκρεμεί ενώπιον του. Όσον αφορά την αίτηση 129/15 προτεραιότητα έχει η 127/15 επειδή έχει καταχωρηθεί προγενέστερα, έχει πιο μικρό αριθμό. Δεν υπάρχει χρόνος να ακουσθεί και η 129/
- Οπότε ούτε αυτός ο λόγος καταδεικνύει αντικειμενική προκατάληψη που να δικαιολογεί την εξαίρεση μου. Το αίτημα απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] Αναθεωρητική Έφεση αρ. 2588 ημερομηνίας 15/02/2002 [2] 28.5.02-7.11.00 app. 35605-99 hudoc reference Ref0000-99 [3] 2 ΑΑΔ 160 1994 [4] Ανωτάτου Δικαστηρίου 1 ΑΑΔ 837, 2003 [5] 2000 1All ER 65, 78 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο