← Κύπρος

Ανδρέας Κουννής ν. Αναστάσιος Αγγλογάλλος κ.α., Αρ. Αγωγής: 2249/12, 1/7/2016

Ανδρέας Κουννής ν. Αναστάσιος Αγγλογάλλος κ.α., Αρ. Αγωγής: 2249/12, 1/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2249/12 Ανδρέας Κουννής Ενάγων -και-

  1. Αναστάσιος Αγγλογάλλος
  2. Μαρίνος Ηλία
  3. Κυριάκος Κατζιής
  4. Αντρέας Μιχαηλίδης Εναγόμενοι Ημερομηνία: 1 Ιουλίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Αργυρού Για τον καθ' ου η αίτηση: κος Λουκαϊδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγόμενους διάταγμα και γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις σε σχέση με κατ' ισχυρισμό δυσφημιστική επιστολή για το πρόσωπο του που απέστειλαν στον Έπαρχο Λάρνακας με κοινοποίηση σε υπουργεία, γραφείων ανεξάρτητων αξιωματούχων του κράτους, και αντιπροσώπους των Βρετανικών Βάσεων Δεκέλειας. Ο ενάγοντας ήταν κατά τον επίδικο χρόνο μέλος του κοινοτικού συμβουλίου Ξυλοφάγου. Ο εναγόμενος 1 ήταν πρόεδρος του κοινοτικού Συμβουλίου και οι εναγόμενοι 2,3,4 μέλη του κοινοτικού συμβουλίου. Παραθέτω αυτούσια την επίδικη επιστολή ημερομηνίας 11/6/2012 ως αυτή δικογραφείται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαιτήσεως (Βλ. τεκμήριο 1.8): «Προς Έπαρχο Λάρνακας Παράνομη Συνεδρία Μελών Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλοφάγου Έντιμε κύριε Έπαρχε, Αναφέρομαι στην επιστολή της δήθεν λεγόμενης συνεδρίας Μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλοφάγου, με ημερομηνία 05 Ιουνίου 2012, με θέμα την επέκταση της λατομικής περιοχής Ξυλοφάγου, η οποία κοινοποιήθηκε στο γραφείο σας. Προσωπικά την θεωρώ παράτυπη και παράνομη, ως μη γενόμενη αλλά και πραξικοπηματική συγκέντρωση. Η απόφαση της πιο πάνω παρασυναγωγής (θέμα το οποίο συμφωνούν και προσυπογραφούν τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου, που δεν παρευρέθηκαν), στερείται κάθε νομιμότητας και ως εκ τούτου, η οποιαδήποτε απόφαση τους δεν δεσμεύει το Κοινοτικό Συμβούλιο Ξυλοφάγου. Το θέμα των λατομείων απασχόλησε το Κοινοτικό Συμβούλιο σε συνεδρία του στις 29 Φεβρουαρίου 2012, κατά την οποία πάρθηκαν αποφάσεις, ακολουθώντας της νενομισμένη διαδικασία, με βάση των περί Κοινοτήτων Νόμων και του Δημοσίου Συμφέροντος (κοινοποιήθηκαν σε όλα τα αρμόδια τμήματα). Ως εκλελεγμένος Κοινοτάρχης τρίτης θητείας, με στήριξη των κατοίκων της κοινότητας μου και εν γνώσει των καθηκόντων μου που πηγάζουν μέσα από το Νόμο, συγκαλώ τακτικές συνεδριάσεις, στις οποίες, κάθε μέλος, έχει το δικαίωμα να καταθέσει οποιοδήποτε θέμα θεωρεί σκόπιμο προς συζήτηση, πριν ή και κατά την διάρκεια της κάθε συνεδρίας, στην οποία παρακάθονται ο Γραμματέας και ο Βοηθός Γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου, για τήρηση πρακτικών. όλες οι αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου, παίρνονται στις επίσης συνεδριάσεις που συγκαλεί ο Κοινοτάρχης, ή όταν το ζητήσουν μέλη, υπό την προεδρία μου. οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή απόφαση μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου, που παίρνεται παρά των νόμιμων διαδικασιών, είναι παράνομη, πολύ περισσότερο όταν αυτή παίρνεται από άτομα του Συμβουλίου που έχουν προσωπικό συμφέρον (Λευτέρης Μουζούρης, Ανδρέας Κουννής). Τέτοιες αποφάσεις είναι εκ του πονηρού και εξυπηρετούν και καλύπτουν προσωπικά συμφέροντα. Ως Κοινοτάρχης, δεν πρόκειται να αποδεκτώ τέτοιου είδους συναθροίσεις, μη νόμιμες συμπεριφορές, αλλά ούτε την παράνομη απόφαση, που πάρθηκε στην συγκεκριμένη συγκέντρωση, την οποία θεωρώ αυθαίρετη, προκλητική, απαράδεκτη και καταδικαστέα. Κύριε Έπαρχε, ενόψει των πιο πάνω και γνωρίζοντας ότι τα προνόμια λατομείων στην Ξυλοφάγου, έχουν λήξη το Δεκέμβριο του 2011 (έχει ενημερωθεί η εισαγγελία των Βρετανικών Βάσεων), πιστεύω ότι δεν θα γίνεται συνεργός στην παρανομία, μαζί με άλλα αρμόδια τμήματα και θα τερματίσετε άμεσα την καταστροφή και λεηλασία του φυσικού περιβάλλοντος, που συνεχίζεται, χωρίς την συγκατάθεση της κοινότητάς μου. Σας ευχαριστώ Με τιμή Αναστάσης Αγγλογάλος Κοινοτάρχης/Πρόεδρος Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλοφάγου Μέλη: Μαρίνος Ηλία Ανδρέας Μιχαηλίδης Κυριάκος Κάτζιης Κοιν.: -Υπουργείο Γεωργίας, Φ.Π &Περιβάλλοντος -Γενικό Εισαγγελέα -Γενική Ελέγκτρια της Δημοκρατίας -Πολιτικό Διοικτή Βρετ. Βάσεων Δ/λειας (Προσοχή Κυρ. Wright chief officer) -Διευθυντή Γεωλογικής Επισκόπησης» Η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ήταν ότι η επιστολή δημοσιοποιηθηκε ευρέως στην κοινότητα Ξυλοφάγου με αποτέλεσμα να λάβουν γνώση του περιεχόμενου της επιστολής γνωστοί και άγνωστοι κατοικοι της κοινότητας. Είναι θέση του ενάγοντα ότι η επιστολή είναι δυσφημιστική επειδή του καταλογίζει αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Η δικογραφημένη υπεράσπιση των εναγομένων έχει δύο πτυχές. Ισχυρίζονται ότι το περιεχόμενο της επιστολής δεν είναι δυσφημιστικό. Δεύτερο, ισχυρίζονται ότι το περιεχόμενο της επιστολής είναι η αλήθεια και τα γεγονότα που περιέχονται στην επιστολή αποδίδουν την πραγματικότητα και αποτελούν δίκαιη και καλόπιστη κριτική. Βασικός μάρτυρας της υπόθεσης ήταν ο ενάγοντας ο οποίος κατέθεσε την επίδικη επιστολή , τα πρακτικά του κοινοτικού συμβουλίου όπου πάρθηκαν αποφάσεις για επέκταση υφιστάμενου λατομείου της κοινότητας, και έγγραφα που φανερώνουν τις δικές του ενέργειες σε σχέση με το όλο ζήτημα. H όλη ιστορία ξεκινά στις 29 Φεβρουαρίου 2012 σε συνεδριάση του Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλοφάγου. Παρόντες στην συνεδρία ήταν ο εναγόμενος 1 που προήδρευε της συνεδρίας και οι εναγόμενοι 2,3 και 4 ως μέλη με δικαιώμα ψήφου. Παρών ήταν και ο ενάγοντας ως μέλος με δικαίωμα ψήφου και ακόμη 4 μέλη, ένας των οποίων είναι στενό συγγενικό πρόσωπο που έχει συμφέρον σε Λατομείο που βρίσκεται εντός του χωρικού ορίου της κοινότητας. Το ζήτημα της συνεδρίας ήταν η επέκταση της λατομικής ζώνης Ξυλοφάγου σε έκταση ακόμη 92.7 εκταρίων. Τα πέντε μέλη του συμβουλίου συμπεριλαμβανομένου του ενάγοντα αλλά και του προσώπου με στενή συγγένεια με πρόσωπο που είχε συμφέρον στην επέκταση ήταν υπέρ της υποβολής εισήγησης για επέκταση της ζώνης προς την αρμόδιο αρχή που ειναι οι Βρετανικές Βάσεις. Ως προκύπτει από τα πρακτικά εκείνης της συνεδρίας ο εναγόμενος 1 ζήτησε από το πρόσωπο που έχει οικογενειακή σχέση με πρόσωπο με συμφέρον, Λευτέρη Μουζούρη, να αποχωρήσει από την συνεδρία ως πρόσωπο που είχε σύγκρουση συμφέροντος ώστε να μην συμμετέχει στην ψηφοφορία. Αυτός αρνήθηκε να αποχωρήσει και ο εναγόμενος 1 προχώρησε στην ψηφοφορία χωρίς να λάβει υπόψη του την παρουσία αυτού του προσώπου. Τα υπόλοιπα τέσσερα μέλη που τάχθηκαν υπέρ της επέκτασης ψήφισαν υπέρ και οι εναγόμενοι ψήφισαν κατά της πρότασης. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι ως κοινοτάρχης με βάσει τη νικήσασα ψήφο επικρατούσε αρνητική απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου για την επέκταση της λατομικής ζώνης που θα προωθείτο στον Διοικητή των Βάσεων Δεκέλειας για να ληφθεί υπόψη. Ο ενάγοντας και οι άλλοι που ήταν υπέρ της επέκτασης αντέδρασαν και απέστειλαν επιστολή την επόμενη ημέρα της συνεδρίας στον Έπαρχο Λάρνακας όπου κατάγγειλαν τις πράξεις του εναγόμενου 1 και ζήτησαν την παρέμβαση του. Στην επιστολή επισυνάψαν τις Εισηγήσεις της Κοινοτικής Ομάδας ΑΚΕΛ Ξυλοφάγου υπέρ της επέκτασης. Ο Έπαρχος Λάρνακας απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 25 Απριλίου 2012 ότι θεωρεί ότι η απόφαση που λήφθηκε στις 29/2/2012 δεν ήταν νομότυπη. Στις 5/6/2012 έγινε συνεδρία και παρόντες ήταν μόνο ο ενάγοντας και τα μέλη που τάχθηκαν υπέρ της επέκτασης. Αυτή η συνεδρία σύμφωνα με τα πρακτικά τεκμήριο 1.7 συγκλήθηκε από τα πέντε μέλη που τάχθηκαν υπέρ της επέκτασης. Πάρθηκε απόφαση ότι η απόφαση της συνεδρίας 29/2 δεν ήταν νομότυπη, τάχθηκαν υπέρ της επέκτασης και υιοθέτησαν έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης των μελών και φίλων ΑΚΕΛ αριστερά. Ως αντίδραση για τα πιο πάνω οι εναγόμενοι απέστειλαν την επίδικη επιστολή η οποία κοινοποιήθηκε στον Έπαρχο Λάρνακας, Υπουργείο γεωργίας Φυσικών Πόρων, Γενικό Εισαγγελέα , Διευθυντή Γεωλογικής Επισκόπησης και Γενικό Ελεγκτή. Κύριο παράπονο του ενάγοντα σε σχέση με την επίδικη επιστολή είναι η αναφορά των όσων έγιναν στις 5/6/2012 ως παράνομη, μη γενόμενη αλλά και πραξικοπηματική συγκέντρωση και δεύτερο η αναφορά ότι «η απόφαση των μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου που παίρνεται παρά των νομιμων διαδικασίων είναι παράνομη πολύ περισσότερο όταν αυτή παίρνεται από άτομο του Συμβουλίου που έχουν προσωπικό συμφέρον (Λευτέρης Μουζούρης, Ανδρεάς Κουννής). Τέτοιες αποφάσεις είναι εκ του πονηρού και εξυπηρετούν και καλύπτουν προσωπικά συμφέροντα». Την επιστολή την βρήκε ο πατέρας του ενάγοντα σε καφενείο και αυτή έχει κυκλοφορήσει ευρέως στα καφενεία της περιοχής. Τα πέντε μέλη του συμβουλίου αναγκάστηκαν να δημοσιοποιήσουν δική τους ανακοίνωση όπου διατυπώθηκε η δική τους εκδοχή των γεγονότων και με την εξής επισήμανση: «Για πραξικοπήματα να ψάξουν σε άλλους χώρους γιατί στην αριστερά δεν πρόκειται να βρουν παρά ανθρώπους που αγωνίζονται για την δημοκρατία και το δημόσιο συμφέρον». Ο ενάγοντας ανέφερε ότι τον προσέγγισαν γνωστοί και άγνωστοι της κοινότητας και του είπαν ότι είχε εκλεγεί για να αντιπροσωπεύει τα καλό της κοινότητας αλλά αντ' αυτού προώθησε δικά του συμφέροντα. Ένιωθε για μεγάλο χρονικό διάστημα ντροπή και προσβολή. Ανέφερε ότι δεν τον ενδιαφέρουν αποζημιώσεις αλλα ζητεί απολογία δημόσια από τους εναγόμενους. Κατά την αντεξέταση αποκάλυψε ότι και αυτός οπως ο Λευτέρης Μουζούρης έχει συγγενική σχέση με πρόσωπο που κατέχει μια από τις τρεις άδειες Λατομείου στην περιοχή. Συγκεκριμένα, ο Λευτέρης Μουζούρη είναι αδελφός ενός εκ των λατόμων που θα επωφεληθούν από την επέκταση. Ο ιδιοκτήτης της εταιρείας αδελφόι Μουζούρη που κατέχει ένα από τα λατομεία είναι αδελφός της μητέρας του. Διευκρίνισε όμως ότι κανείς δεν του ζήτησε να αποχωρήσει από την συνεδρία 29/2/12 του Συμβουλίου . Με τον τρόπο που απάντησε άφησε να νοηθεί ότι δεν θα έφευγε από την συνεδρία και να του το ζητούσε να πράξει κάτι τέτοιο ο εναγόμενος
  5. Εξέφρασε άγνοια κατά πόσο ο υιός του Έπαρχου εργοδοτείται από ιδιοκτήτη λατομείου. Παραδέχθηκε ότι η επέκταση της περιοχής είναι αρκετά μεγάλη και δέχθηκε ότι αυτη η περιοχή δυνατόν να επηρεάσει περιβαλλοντικά την κοινότητα. Εξέφρασε άγνοια για την ύπαρξη περιβαλλοντικής μελέτης όμως ανέφερε ότι για να χορηγηθεί τέτοια άδεια από τις Βρετανικές Βάσεις είναι προυπόθεση η ύπαρξη περιβαλλοντικής μελέτης. Υποστήριξε ότι δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον στην επέκταση αλλά η απόφαση πάρθηκε με γνώμονα το συμφέρον της κοινότητας και την οικονομία του τόπου και ειδικά τις δυνατότητες εργοδότησης πολλών ατόμων στα Λατομεία σε περιόδο οικονομικής κρίσης. Η εισήγηση για επέκταση ήταν με συγκεκριμένους όρους αλλά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εάν έχουν τηρηθεί οι όροι που τέθηκαν και γνωρίζει ότι το κοινοτικό συμβούλιο δεν έχει συνεδριάσει διά να υποχρεωθούν οι ιδιοκτήτες των λατομείων να τηρήσουν αυτούς τους όρους και/ή να καταβάλουν χρήματα στην κοινότητα για την παραχώρηση της επέκτασης στην Λατομική ζώνη. Δεν απάντησε την ερώτηση του κ. Λουκαϊδη κατά πόσο θα έπρεπε να είχε αποχωρήσει από την συνεδρία 29/2/2012 κατόπιν προτροπής του εναγόμενου 1 ως πρόσωπο που έχει στενή συγγενική σχέση με ιδιοκτήτη της εταιρείας Μουζούρη Bros που κατέχει το λατομείο. Στην ερώτηση κατά την αντεξέταση κατά πόσο η συνεδρία που κατέληξε σε ψηφοφορία κατά της εισήγησης για επέκταση της λατομικής ζώνης ήταν νόμιμη απάντησε με υπεκφυγές. Από την μία ήταν θέση του ότι δεν ήθελε να γίνει κάτι το παράνομο γι' αυτό επικαλέσθηκε την γνώμη του Έπαρχου για την ψηφοφορία που έγινε στις 29/2/
  6. Από την άλλη δεν ζήτησε από τον Έπαρχο να καθορίσει ποιός είχε δικαίωμα σε ψηφοφορία κατά εκείνη την συνεδρία παρόλο που αναγνώρισε ότι ακόμη και ο ίδιος ήταν έτοιμος να αποχωρήσει από την συνεδρία εξαιτίας συγγενικής σχέσης με αδελφούς Μουζούρη. Περαιτέρω, υποδείxθηκε στον μάρτυρα ότι στην επιστολή που αποστάληκε στον Έπαρχο με την οποία ζητήθηκε η γνώμη του επί της συνεδρίας 29/2/2012 τεκμήριο 1.2 δεν αποκαλύπτεται το ζήτημα της συγγένειας μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου με τους ιδιοκτήτες λατομείων που πρόκειτο να επωφεληθούν από την επέκταση της λατομικής ζώνης. Σε σχέση με την δεύτερη συνεδρία ημερομηνίας 5 Ιουνίου 2012 κατά την οποία τα πέντε μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου ψηφίσαν ξανά για το ίδιο θέμα δεν ήταν σε θέση να θυμάται ποιος τήρησε πρακτικά της συνεδρίας ή ακόμη ποιός είχε τα κλειδιά του κτιρίου εφόσον ο πρόεδρος και γραμματέας του Συμβουλίου ήταν απώντες. Σε σχέση με την επίδικη επιστολή ανέφερε ότι οι λέξεις «προσωπικό συμφέρον» που αναφέρονται σ' αυτό δυνατόν να περιλαμβάνουν και συμφέρον που δεν άφορα μονο άμεση χρηματική καταβολή προς τον ίδιο αλλά ευρύτερη έννοια αυτής της διαπλοκής και σύγκρουση συμφερόντων. Κλήθηκε υπάλληλος του Έπαρχου Λάρνακας να καταθέσει τον φάκελο του Έπαρχου σε σχέση με τις συνεδρίες 29 Φεβρουαρίου 2012 και 5 Ιουνίου 2012 του Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλοφάγου. Δεν είναι γνωστό ποιός έκανε την συγκεκριμένη καταχώρηση στον φάκελο αλλά στο τεκμήριο 2 που περιέχει αυτές τις καταχωρήσεις γίνεται αναφορά σε μη νομότυπη ληφθείσα απόφαση ημερομηνίας 29 Φεβρουαρίου
  7. Γίνεται εισήγηση όπως γίνει νέα ψηφοφορία και επισης γίνεται εισήγηση όπως μη συμμετέχει στην ψηφοφορία ο κ. Μουζούρη που έχει συγγένεια με την οικογένεια των λατόμων στην περιοχή και ο κοινοτάρχης εξαιτίας οξείας έχθρας με ένα εκ των λατόμων. Για την συνεδρία 5/6 γίνεται σημείωση ότι και αυτή είναι μη νομότυπη ληφθείσα απόφαση επειδή δεν δόθηκε ειδοποίηση της συνεδρίας σε αυτά τα μέλη του Συμβουλίου ως προνοεί η νομοθεσία των 14 ημερών ώστε να ενημερωθούν για την συγκέντρωση. Δεύτερο, η συνεδρία δεν ήταν νόμιμη επειδή στην ψηφοφορία της συνεδρίας συμμετείχε πρόσωπο με συγγένεια οικογένειας λατόμων παρά των υποδείξεων της νομικής υπηρεσίας ότι αυτό δεν ήταν ορθό. Για την λήψη της απόφασης απο τις Βρετανικές Βάσεις σημειώνει ο Έπαρχος σε επιστολή ημερομηνίας 6 Αυγούστου 2012 ότι οι Βρετανικές Βάσεις έχουν θέσει ως προϋπόθεση για την αδειοδότηση των προνομίων λατομείων την τοποθέτηση του Κοινοτικού Συμβουλίου. Επίσης στον φάκελο υπάρχει και επιστολή του Έπαρχου ημερομηνίας 13/6/2012 προς εναγόμενο 1 ότι θα έπρεπε να είχε αποχωρήσει από την συνεδρία 29/2/2012 λόγω έχθρας με ένα εκ των λατόμων. Γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα είναι ότι τίθεται ζήτημα αμεροληψίας προσώπου που ψηφίζει για την επέκταση της λατομικής ζώνης με δεδομένο την συγγένεια του με ενός εκ των λατόμων. Σημειώνεται στην γνωμάτευση ότι η απόφαση δεν είναι εκτελεστή διοικητική απόφαση αλλά πήρε προσκευαστικό στάδιο της διαδικασίας για την έκδοση της άδειας και έτσι έπρεπε να τηρηθούν οι κανόνες δικαίου για ορθή σύσταση, συγκρότηση και λειτουργία των οργάνων αυτών. Ο ΜΕ3 Γεώργιος Κυριάκου είναι πρόσωπο που έλαβε γνώση της επιστολής τεκμήριο 1.8 σε καφενείο της Λαϊκής Οργάνωσης στην Κοινότητα Ξυλοφάγου όπου ήταν αναρτημένο σε πίνακα. Άκουσε πολλά πρόσωπα να σχολιάζουν την επιστολή και να λένε για τον ενάγοντα ότι «ΤΑ ΠΗΡΕ» και ότι χάλασε ως προσωπικότητα. Δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς πότε έγινε αυτό και επίσης δεν έλαβε γνώση της απαντητικής ανακοίνωσης που εξέδωσαν τα πέντε μέλη του Συμβουλίου που ψήφισαν υπέρ της επέκτασης της ζώνης στις 5 Ιουνίου, κατά των ισχυρισμών που περιέχονται στο τεκμήριο 1.
  8. Είναι πρόσωπο με φιλικές σχέσεις με τον ενάγοντα. Ο Πρώην Έπαρχος Λάρνακας ΜΕ4 Χαράλαμπος Ηλιάδης αποφάνθηκε ότι η συνεδρία 29 Φεβρουαρίου 2012 δεν ήταν νομότυπη ενώ η συνεδρία στις 5 Ιουνίου 2012 ήταν νομότυπη. Αυτός ο Μάρτυρας δεν με έπεισε για την ορθότητα των διαπιστώσεων του διότι αυτές οι αποφάσεις όπως τις διατύπωσε στα γραφόμενα του και ενόρκως δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένες. Επιπρόσθετα, διέκρινα ότι αυτές οι αποφάσεις ήταν αλλοπρόσαλλες ως προς το περιεχόμενο τους. Ήταν θέση του ότι οι αποφάσεις που λήφθηκαν και στις δύο συνεδρίες δεν ήταν εκτελεστές διοικητικές πράξεις για τις οποίες είχε εφαρμογή το διοκητικό δίκαιο. Ως εκ τούτου εφόσον αυτές οι αρχές δεν είχαν εφαρμογή πως αιτιολόγησε την απόφαση του ότι η ψηφοφορία που λήφθηκε στις 29/2/2012 ήταν παράνομη. Για την απόφαση αυτή διευκρίνησε ότι στην περίπτωση που η απόφαση ημερομηνίας 29/2/2012 ήταν διοικητική πράξη τότε έπρεπε να εξαιρεθούν τα μέλη Μουζούρης αλλά και ο εναγόμενος 1 εξαιτίας αποδεδειγμένης έχθρας με ένα εκ των λατόμων. Όμως η λογική του ήταν ότι η ψηφοφορία δεν ήταν διοικητική πράξη που να παράγει έννομο αποτέλεσμα, δεν ήταν ανάγκη να εξαιρεθεί κανείς. Με το ίδιο σκεπτικό για την συνεδρία όπου συμμετείχαν συγγενικά πρόσωπα οικογενειών των λατόμων δεν εξήγησε γιατί θεωρούσε ότι είχε ληφθεί ψηφοφορία νομότυπα. Ανέφερε ότι η απόφαση ήταν δική του παρόλο που είχε διοριστεί ερευνών λειτουργός να ερευνήσει τα γεγονότα. Όμως όταν ρωτήθηκε να δικαιολογήσει την θέση του ότι έπρεπε ο εναγόμενος 1 να εξαιρεθεί από την ψηφοφορία ημερομηνίας 29/2/2012 εξαιτίας εγνωσμένης οξείας έχθρας παραδέχθηκε ότι αυτό δεν ήταν συμπέρασμα δικό του αλλά βασίστηκε πλήρως στην γνωμάτευση της λειτουργού που δεν παραπέμπει σε στοιχεία και αποδεικτικά στοιχεία αυτής της έχθρας. Αγνοούσε και δεν παρέθεσε στοιχεία που δείχνουν ότι εξέτασε το ενδεχόμενο τα διαφωνούντα μέλη της συνεδρίας 5/6/2012 να μην είχαν ενημερωθεί γραπτώς ώστε να παραστούν στην συνεδρία εκείνη προτού ο ίδιος αποφανθεί ότι εκείνη η συνεδρία και το αποτέλεσμα της ήταν νομότυπο. Είναι γι' αυτό τον λόγο που η δική του γνώμη επί των δύο συνεδρίων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι απόλυτα ορθή ώστε να βασισθεί το Δικαστήριο στην γνώμη αυτή για να εξάξει συμπέρασμα σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της αγωγής. Η μαρτυρία του εναγόμενου 1 επικεντρώθηκε σε δύο σημεία. Πρώτο ανέφερε ότι ενεργούσε πάντοτε αμερόληπτα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως εκλεγμένος κοινοτάρχης της κοινότητα Ξυλοφάγου και δεύτερο ανέφερε ότι δεν είχε καμία πρόθεση με την αποστολή της επιστολής στους αρμόδιους φορείς να δυσφημήσει τον ενάγοντα αλλά έκρινε ότι η αποστολή της με το συγκεκριμένο περιεχόμενο ήταν αναγκαία να σταλεί στους αρμόδιους φορείς ώστε να ενημερωθούν για τα τεκταινόμενα κατά την παράνομη συνεδρία, όπως την αποκάλεσε, στις 5/6/
  9. Ο εναγόμενος 1 είναι εκλεγμένος κοινοτάρχης τριών θητειών και είναι κοινοτάρχης από το
  10. Είναι κάθετα εναντίον της επέκτασης της υφιστάμενης λατομικής ζώνης επειδή ακόμη και η υφιστάμενη ζώνη λατομείας είναι επίκεντρο ανεπιθύμητης σκόνης που επεκτείνεται μέχρι και την κατοικημένη περιοχή της κοινότητας. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι αυτή η σκόνη είναι ορατή με το μάτι και γι' αυτό αντιστάθηκε σθεναρά σε εισηγήσεις για επέκταση της ζώνης κατά την συνεδρία ημερομηνίας 29/2/
  11. Η προτεινόμενη επέκταση της ζώνης πρόκειται για έκταση 92.7 χιλιάδων τ.μ. που υπερβαίνει το εμβαδόν της υφιστάμενης ζώνης λατόμευσης και εξήγησε ότι οι τρεις οντότητες που κατέχουν άδεια λατόμευσης έχουν ήδη εξαντλήσει την υφιστάμενη ζώνη λατόμευσης. Εκείνος και ακόμη τρία μέλη του κοινοτικού συμβουλίου είχαν αντίρρηση στην επέκταση της ζώνης. Ο εναγόμενος 1 γνωρίζει ότι ο Λευτέρης Μουζούρης μέλος του κοινοτικού συμβουλίου με δικαίωμα ψήφου για την εισήγηση προς Διοικητή Βάσεων για επέκταση ζώνης έχει συγγένεια με ένα εκ των τριών λατόμων στην περιοχή ήτοι την Αδελφοί Μουζούρη. Γι' αυτό θεώρησε επιβεβλημένο όπως αυτός απέχει της ψηφοφορίας. Κατά την αντεξέταση απεκάλυψε ότι πιθανόν να έχει βαθμό συγγένειας εξ' αγχιστείας με τους αδελφούς Μουζούρη. Απέρριψε την θέση του ενάγοντα ότι έχει σχέσιες εχθρικές με τον Αντρέα Μουζούρη και ανέφερε ότι έχει φιλική σχέση με το συγκεριμένο πρόσωπο. Για την συνεδρία ημερομηνίας 5/6/2012 στην οποία ήταν παρόντες μόνο τα πέντε μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου που υποστήριζαν την επέκταση ανέφερε ότι αυτός αλλά και ούτε τα άλλα τρία μέλη ενημερώθηκαν για την συνεδρία ώστε να παραστούν. Ανέφερε ότι έλεγχε επί καθημερινής βάσης την ταχυδρομική του θυρίδα και δεν έλαβε ποτέ ενημέρωση για την συνεδρία. Ο κοινοτικός γραμματέας δεν ήταν παρών κατά την συνεδρία στις 5/6/2012 αλλά και ούτε γνωρίζει σε ποιά τοποθεσία έγινε αυτή η συνεδρία. Αποδέχομαι ως αληθινή την θέση του ότι ουδέποτε ενημερώθηκε εκ των προτέρων για την συνεδρία ημερομηνίας 5 Ιουνίου 2012 και οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν καμία θετική μαρτυρία περί του αντιθέτου. Σε σχέση μ' αυτό το ζήτημα ο ενάγοντας κατέθεσε τα τεκμήρια 1.5 και 1.
  12. Το 1.5 είναι επιστολή που απευθύνεται προς τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου ώστε αυτός να ορίσει έκτακτη συνεδρία. Ήταν θέση του ενάγοντα ότι αυτή η επιστολή κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο 1 αλλά προέκυψε κατά την αντεξέταση ότι δεν είχε προσωπική ανάμιξη στην κοινοποίηση αυτής της επιστολής. Σε σχέση με το τεκμήριο 1.6 θέση του ενάγοντα ήταν ότι αυτή παραδόθηκε στις οικίες των μελών του κοινοτικού συμβουλίου και στο γραφείο του κοινοτάρχη. Όμως και πάλι κατά την αντεξέταση φάνηκε ότι ο ενάγοντας δεν είχε ανάμειξη στην κοινοποίηση αυτής της επιστολής στον πρόεδρο και μέλη του κοινοτικού συμβουλίου. Συνεπώς, ο ενάγοντας δεν απέδειξε με θετική μαρτυρία ότι ο πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου ενημερώθηκαν για την συνεδρία ημερομηνίας 5/6/2012 ως προνοεί νόμος. Ο εναγόμενος 1 ενημερώθηκε για το αποτέλεσμα της συνεδρίας 5/6/2012 από κάτοικο του χωριού και ενημερώθηκε ότι είχαν τεθεί κάποιοι όροι ως προϋπόθεση για την επέκταση της ζώνης. Ήταν θέση του εναγόμενου ότι κανένας από αυτούς τους όρους δεν έχει ικανοποιηθεί στην πράξη ενώ η επέκταση δόθηκε κατά το ήμισυ της προτεινόμενης ζώνης και αυτό επειδή λήφθηκαν υπόψη οι περιβαλλοντικές ανησυχίες της κοινότητας. Κατέθεσε το τεκμήριο 3 το οποίο ανέφερε ότι παρέλαβε από το τμήμα δασών και αφορά κατάλογο ονομάτων προσώπων ιδιοκτήτων γης που επρόκειτο να αποζημιωθούν διότι η επέκταση της ζώνης αφορά τις περιουσίες τους. Στον κατάλογο αυτό οι πλείστοι έχουν συγγένεια με τους αδελφούς Μουζούρη. Σε σχέση με την επίδικη επιστολή τεκμήριο 1.8 εξήγησε ότι θεώρησε ότι ήταν καθήκον του να ενημερώσει αρμόδιες αρχές για την συνεδρία 5/6/2012 εξαιτίας των καθηκόντων του που απορρέουν από τον νόμο. Δεν κοινοποίησε την επιστολή σε κανένα άλλο. Μετά την επέκταση της ζώνης αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο με αίτηση ακυρώσεως στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας αλλά ως προκύπτει από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου τεκμήριο 5 η απόφαση που λήφθηκε στην συνεδρία 5/6/2015 δεν εμπίπτει στην σφαίρα ελέγχου της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου επειδή η πράξη που παρήγαγε η απόφαση στερείται εκτελεστικού χαρακτήρα. Για να εξηγήσει τις προθέσεις του σε σχέση με την επίδικη επιστολή ανέφερε επανειλημμένα ότι θεωρούσε καθήκον του να ενημερώσει τον Έπαρχο και άλλους φορείς στους οποίους κοινοποίησε την επιστολή για το παράνομο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και για την θέση της κοινότητας ως αυτή εκφράστηκε από την ψηφορορία που έγινε στις 29/2/
  13. Ήταν θέση του ότι από την στιγμή που ο ενάγοντας επέλεξε να παραστεί στην συνεδρία ημερομηνίας 5/6/2012 και να συμμετέχει στην ψηφοφορία ως αδελφότεκνος ενός των αδελφών Μουζούριδων ότι ορθά του αποδίδεται η κριτική που περιέχεται στην επίδικη επιστολή. Είναι φανερό ότι δεν αποδέχθηκε την θέση που εξέφρασε ο Έπαρχος για την ψηφοφορία ημερομηνίας 29/2/2012 εξού και απέστειλε την επιστολή στην Υπουργό Εσωτερικών ημερομηνίας 2/7/2012 απορρίπτοντας την επιστολή του αποχωρούντα Έπαρχου που γράφτηκε δύο μέρες προ της αποχώρησης του της οποίας την χαρακτήρισε ως «κείμενο με ελλιπή σοβαρότητα». Αρνήθηκε ότι κοινοποίησε την επιστολή σε άλλα πρόσωπα πλην των προσώπων που εμφαίνονται στην επιστολή και αμφισβητεί κατά πόσο αυτή η επιστολή πράγματι κυκλοφόρησε σε καφενείο. Ερμηνεία της επιστολής Τα σημεία για τα οποία παραπονείται ο ενάγοντας είναι δύο. Το πρώτο σημείο είναι αναφορά σε παράτυπη και παράνομη συνεδρία ημερομηνίας 5/6/2012 ως μη γενόμενη αλλά πραξικοπηματική συγκέντρωση. Στην συνέχεια αναφέρει ότι η απόφαση αυτή της συνεδρίας στερείται νομιμότητας και ως εκ τούτου η οποιαδήποτε απόφαση δεν δεσμεύει το Κοινοτικό Συμβούλιο. Στην συνέχεια αφήνεται να νοηθεί ότι η συγκεκριμένη συνεδρία δεν συγκλήθηκε από τον Κοινοτάρχη και δεν συγκλήθηκε επειδή το έχουν ζητήσει μέλη του Συμβουλίου υπό την προεδρία του Κοινοτάρχη αλλά έγινε συνεδρία με άλλη ενέργεια μελών του κοινοτικού Συμβουλίου. Αυτή η συνεδρία έγινε με άλλη ενέργεια, μεταξύ άλλων ενεργειών των μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου Λευτέρη Μουζούρη και Ανδρέα Κουννή. Είναι φανερό από το λεκτικό της επιστολής ότι αυτή η συνεδρία, που έγινε με άλλες ενέργειες με αποτέλεσμα η συνεδρία να είναι παράνομη, αλλά και το αποτέλεσμα της συνεδρίας να είναι παράνομο, αφορά το πρόσωπο του ενάγοντα. Δηλαδή, σε σχέση με όσα καταλογίζει τον ενάγοντα για το παράνομο της συνεδρίας είναι καθαρό από το λεκτικό της επιστολής ότι συνδέεται, μεταξύ άλλων, και με το πρόσωπο του ενάγοντα. Επομένως, το ερώτημα είναι κατά πόσο είναι δυσφημιστικό να αποδίδεται στον ενάγοντα ως μέλος του κοινοτικού συμβουλίου ότι με άλλες ενέργειες πλην της νόμιμες συγκάλεσε συνεδρία, συμμετείχε σε συνεδρία και πήρε απόφαση στην συνεδρία μαζί με άλλα μέλη του κοινοτικού συμβουλίου. Δηλαδή, αποδίδονται στον ενάγοντα κάποιες ενέργειες συγκεκριμένες και έτσι πρέπει να αποφασισθεί κατά πόσο η συμμετοχή του ενάγοντα σε παράνομη συνεδρίαση των μελών του κοινοτικού συμβουλίου στην οποία λήφθηκε και απόφαση θα ήταν δυσφημιστικό για τον ίδιο ως μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου. Η λέξη πραξικοπηματική σε σχέση με την συγκέντρωση αλλά και η χρήση της λέξης παρασυναγωγής σε σχεση με την συνεδρία αφορά έκφραση γνώμης επί του γεγονότος ότι η συνεδρία ήταν παράνομη ως συνεδρία που δεν συγκάλεσε ο Κοινοτάρχης ή ως συνεδρία που δεν συγκληθηκε από άλλο μέλος υπο την προεδρία του Κοινοτάρχη. Το κριτήριο για το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι αντικειμένικο και δεν μπορεί να εξαρτάται από την υποκειμενική πρόθεση του συγγραφέα του δημοσίευματος. Το κριτήριο το οποίο εφαρμόζεται και έχει επεξεργασθεί από την νομολογία είναι κατά πόσο λογικοί ανθρώποι που έχουν διαβάσει το επίδικο δημοσίευμα κάτω από τις συνθήκες που έχει δημοσιευθεί θα το ερμήνευαν με τρόπο που είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα.[1] Ο λογικός άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που έχει γενικές γνώσεις για τον κόσμο και το περιβάλλον του αλλά δεν έχει οποιεσδήποτε ειδικές γνώσεις πάνω στις οποιές θα μπορούσε να βασισθεί για να ερμηνεύσει τις λέξεις ή των συνδυασμό των λέξεων που αναφέρονται στο δημοσίευμα.[2] Η ερμηνεία που θα αποδοθεί στο δημοσίευμα είναι πάντοτε πραγματικό εύρημα και εξαρτάται από την γενική εντύπωση που δημιουργείται απ' αυτό στον λογικό αναγνώστη. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει ποια είναι η ρητή και φυσική ερμηνεία των λέξεων στο σύνολο τους. Θα πρέπει να συγκεντρωθεί στην γενική σημασία του δημοσιεύματος και να αποφύγει την νομικίστικη και αποσπασματική εξέταση των λέξεων που αναφέρονται στο επίδικο δημοσίευμα. Θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλους τους σχετικούς παράγοντες που έχουν σχέση με την δημοσίευση του επίδικο άρθρου είτε αυτοί οι παράγοντες διαπιστώνονται από το ίδιο το δημοσίευμα ή από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τους διαδίκους. Στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συντάχθηκε η επιστολή. Επίσης έλαβα υπόψη μου το σύνολο της επιστολής και όχι μόνο τα αποσπάσματα τα οποία καταγγέλει ο ενάγοντας ότι είναι δυσφημιστικά γι΄ αυτόν. Στις αποφάσεις Australian Newspaper Company v Bennet [3] και Speidel v Plato Films Ltd.[4] το Αγγλικό Δικαστήριο επεξήγησε ότι είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη όλο το δημοσιέυμα ή το έργο για να μπορέσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί ποια θα ήταν η γνωμη του λογικού ανθρώπου σε σχέση με τα επίδικα αποσπάσματα. Εξάλλου δεν είναι ορθή η εισήγηση ότι στην περίπτωση που υπάρχουν δύο πιθανές ερμηνείες στις λέξεις η μία που είναι δυσφημιστική και η άλλη ερμηνεία που να μην είναι δυσφημιστική το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αποδεχθεί την μη δυσφημιστική ερμηνεία. Το Δικαστήριο έχει πάντοτε το καθήκον να αποφασίσει ποια είναι η μία και σωστή ερμηνεία των λέξεων ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχει και το ενδεχόμενο και άλλης ερμηνείας. Η ορθή θέση είναι, όπως επεξηγείται στην Αγγλική απόφαση Newstead v London Express Ltd.[5] ότι στην περίπτωση που υπάρχει αμφιβολία ως προς την ορθή ερμηνεία του επίδικου δημοσιεύματος είναι πάντοτε ρόλος των ενόρκων να αποφασίσουν κατά πόσο θα επικρατήσει η ερμηνεία η οποία είναι δυσφημιστική. Στην Κύπρο ο διαχωρισμός μεταξύ το καθήκον του δικαστή να αποφασίσει κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα θα μπρορούσε να εκληφθεί από τον λογικό ανθρωπο ως δυσφημιστικό (question of law) και το καθήκον των ενόρκων να αποφασίσουν κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα θα εκληφθεί από τον λογικό άνθρωπο ως δυσφημιστικό (question of fact) είναι θεωρητικό διότι ο επαγγελματίας δικαστής εκτελεί και τα δύα καθήκοντα. Στην Αγγλική απόφαση Slim v Daily Telegraph Ltd.[6] γίνεται ωραία αναφορά στους δύσκολους και τεχνικούς κανόνες του αστικού αδικήματος του λιβέλλου που κάποτε περιπλέκουν το καθήκον του Δικαστή να αποφασίσει με βάση τους κανόνες της κοινής λογικής σε σχέση με την ορθή ερμηνεία του επίδικου δημοσίευματος. ' If this protracted exercise in logical positivism has resulted in our reaching a conclusion as to the meaning of either letter different from the first impression which we formed on reading it , the conclusion reached is unlikely to reflect the impression of the plaintiff's character or conduct which was actually formed by those who read the letters in their morning newspaper in 1961.[Diplock] Words are imprecise instruments for communicating the thoughts of one man to another .but the notion that the same words should bear different meanings to different men and that more than one meaning should be 'right' conflicts with the training of a lawyer.for lawyers the major premise is that any particular combination has one meaning .and is capable of ascertainment as being the 'right' meaning by the adjudicator to whom the law confides the responsibility of determining it.When libel tried by judge it is he who has to arrive at a single right meaning as the natural and ordinary meaning of the words complained of.It would be carrying artificiality too far for a judge to ask himself not only ' What is the natural and ordinary meaning in which the words would be understood by reasonable men to whom they were published?' but also the further question ' could reasonable men understand them as bearing that meaning?.' (ελευθερη μετάφραση) ' Είναι αβεβαίο κατά πόσο η ενδελεχής εξέταση του κειμένου θα μας οδηγήσει σε διαφορετική ερμηνεία της επιστολής σε σύγκριση με την άποψη που σχηματίσαμε όταν διαβάσαμε την επιστολή για πρώτη φορα. Αυτό το οποίο είναι βέβαιο είναι ότι τα συμπεράσματα μας δεν θα πρέπει να αναθεωρηθούν σε σχέση με την εντύπωση που δημιουργήθηκε στους αναγνώστες που διαβάσαν την πρωινή εφημερίφα το 1961 για το χαρακτήρα και συμπεριφορά του ενάγοντα. Οι λέξεις δεν μπορούν με ακρίβεια να μεταφέρουν τις σκέψεις ενός ανθρώπου σε άλλο άνθρωπο...αλλά η θέση ότι οι ίδιες λέξεις θα πρέπει να σημαίνουν διαφεροτικά πράγματα σε διαφορετικούς ανθρώπους και ότι δεν υπάρχει η 'ορθή' εμρηνεία των λέξεων έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές τις οποίες μαθαίνει ο δικηγόρος...για τους δικηγόρους η αρχή που οδηγεί την σκέψη τους είναι ότι οποιοσδήποτε συνδυασμός λέξεων έχει μία ερμηνεία...και αυτή η ερμηνεία μπορεί να διαπιστωθεί και είναι καθήκον του κριτή να την διαπιστώσει. Οταν ο λίβελλος δικάζεται μόνο από Δικαστή είναι αυτός ο οποίος θα πρέπει να αποφασίσει ποια είναι η φυσική και συνισθησμένη ερμηνεία των λέξεων που καταγγέλονται από τον ενάγοντα. Θα ήταν αφύσικο για ένα δικαστή να ρωτάει τον εαυτό του όχι μόνο ' ποια είναι η φυσική και συνισθισμένη ερμηνεία των λέξεων τα οποία προκύπτουν από το επίδικο δημοσίευμα με βάση την αντιληψη λογικών ανθρώπων' αλλά και το ερώτημα 'κατά πόσο οι λογικοί ανθρώποι θα μπορούσαν να έχουν αυτή την αντίληψη σε σχέση με εκείνη την ερμηνεία.' Το άρθρο 17(γ) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 149, προνοεί τα ακόλουθα: Η δυσφήμηση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο (γ) Εκ φύσεως τείνει να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση, ή τη θέση του. Λέξεις που επηρεάζουν την υπόληψη του ατόμου στο επάγγελμα του, εργασία του ή την απασχόληση του είναι δυσφημιστικές. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, Sweet and Maxwell[7], επεξηγείται ότι το ορθό κριτήριο για να αξιολογηθεί το γραπτό από αυτή την πτυχή είναι ως ακολούθως: ' Even if the words do not relate to qualifications peculiar to the claimant's calling and would not be defamatory if published of others, they are actionable per se if they would be likely adversely to affect his professional reputation (and not merely his private character) in the eyes of reasonable people.' (Ελεύθερη μετάφραση) ' Ακόμη και εάν οι λέξεις δεν έχουν σχέση με τα ειδικά προσόντα της θέσης του ενάγοντα και οι συγκεκριμένες λέξεις δεν θα ήταν δυσφημιστικές για άλλα πρόσωπα, θεωρούνται ότι είναι λέξεις δυσφημιστικές για την υπόληψη του ενάγοντα εάν κοινοποιηθούν σε τρίτο πρόσωπο και επηρεάζουν δυσμενώς την υπόληψη του ενάγοντα στο επάγγελμα του (όχι την υπόληψη του σε σχέση με την ιδιωτική του ζωή) στα μάτια λογικών και αντικειμενικών ανθρώπων. ' Ο ενάγοντας είναι εκλεγμένο μέλος του κοινοτικού Συμβουλίου. Εάν ένα μέλος του κοινοτικού συμβουλιου συμμετέχει σε παράνομες συνεδρίες ως αποτέλεσμα των οποίων και λαμβάνονται και παράνομες αποφάσεις είναι ένδειξη ότι πρόκειται για άτομο ακατάλληλο για την θέση του κοινοτικού συμβουλίου. Στην περίπτωση που πρόσωπο κατέχει κάποιο αξίωμα και αντιπροσωπεύει το κοινό τεκμαίρεται ότι το πρόσωπο αυτό θα συμπεριφέρεται με νόμιμο τρόπο κατά την προώθηση των συμφερόντων της κοινότητας. Αποδίδεται στον ενάγοντα ότι ενήργησε έξω από τα θέσμια για να συμμετέχει σε παράνομη συνεδρία. Στην Αγγλική υπόθεση Gough v Local Sunday Newspapers (North) Ltd.[8] πρόσωπο με δημόσια θέση χαρακτηρίσθηκε ως ανίκανος σε σχέση με τον τρόπο που χειρίστηκε ζήτημα καταμέτρησης ψήφων που ήταν σε δέσμη που δεν λήφθηκε υπόψη κατά την ψηφοφορία αμέσως μετά τις εκλογές. Απέτυχε η υπεράσπιση της αλήθειας κατά έφεση της πρωτόδικης απόφασης επειδή κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν εντοπίσθηκε συγκεκριμένη νομοθεσία ή κανόνας που να ρυθμίζει το συγκεκριμένο πρόβλημα που προέκυψε μετά την ψηφοφορία επομένως, δεν μπορουσε να χαρακτηρισθεί ανίκανος στην απουσία ενδεδειγμένου τρόπου χειρισμού της κατάστασης. Περαιτέρω, στην Αγγλική υπόθεση Parmiter v Coupland 1840 6 M and W επεξηγηθηκε ότι έχει δυσφημιστική έννοια όποια αναφορά σε πρόσωπο με δημόσια θέση που ενεργεί κατά την εκτελέση των καθηκόντων του με μη νόμιμο τρόπο, άδικα ή όταν του αποδίδεται ότι είναι διεφθαρμένος. Αν κριθεί ότι η ερμηνεία των λέξεων αποδίδει τέτοια δυσφημιστική έννοια για την επαγγελματική ζωή του ενάγοντα αυτός δεν είναι ανάγκη να αποδείξει ειδικές ζημιές για να δικαιούται θεραπεία και δύναται μόνο να αποδείξει ότι υπέστη ταλαιπωρία και ψυχική οδύνη για να δικαιούται αποζημιώσεις. (Βλ. Gatley on Libel and Slander)[9]. Ο συνδυασμός και σειρά των λέξεων της επιστολής δεν αφήνουν περιθώρια άλλης ερμηνείας παρά μίας που είναι δυσφημιστική για την επαγγελματική ζωή του ενάγοντα. Στην επιστολή συνδέεται η αναφορά σε ενέργειες των μελών του συμβουλίου που γίνονται παρά των νόμιμων διαδικασιών δηλαδή είναι παράνομες. Μετά συνεχίζει και προσθέτει ότι είναι παράνομες οι ενέργειες ή αποφάσεις ειδικά όταν αυτές γίνονται από πρόσωπα του κοινοτικού συμβουλίου που έχουν προσωπικό συμφέρον. Αποφάσεις που είναι παράνομες για τους λόγους που εκθέτει πιο πάνω δεν γίνονται για σωστό και δίκαιο σκοπό αλλά για αθέμιτους λόγους και καλύπτουν προσωπικά συμφέροντα. Δεν ανέφερε στην επιστολή του ποιό είναι το προσωπικό συμφέρον αλλά αυτό έχει σχέση με την ταυτότητα των μελών του κοιντοτικού συμβουλίου που κατανομάζει. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του εναγόμενου 1 προκύπτει ότι αυτά τα πρόσωπα έχουν στενή συγγενική σχέση με πρόσωπα που έχουν συμφέρον στην επέκταση της λατομικής ζώνης. Η αναφορά σ' αυτά τα πρόσωπα ονομαστικά υποδηλώνει ότι ο αναγνώστης θα γνώριζε εξαιτίας των ονομάτων των προσώπων αυτών για την συγγενική σχέση. Επομένως, το νόημα αυτής της παραγράφου είναι ότι η συνεδρία ήταν παράνομη και ως τέτοια δεν παράγει έννομα αποτελέσματα αλλά και ότι η πεποίθηση του είναι ότι η ύπαρξη της προσωπικής της σχέσης είναι ακόμη ένα στοιχείο που συνηγορεί στο επιχείρημα σε σχέση με το παράνομο της συνεδρίας. Στην ουσία καταλογίζεται στον ενάγοντα ότι συμμετείχε στην συνεδρία όχι για σωστό λόγο αλλά για αθέμιτο λόγο σε σχέση με την ιδιοτητά του ως μέλος του κοινοτικού συμβουλίου. Είναι φανερό ότι εάν προκειται για κοινοτικό σύμβουλο που ενεργεί έξω από τα θέσμια για να προωθήσει μία ενέργεια και/ή συμμετείχε σε ενέργεια που θα προωθούσε στις Βρετανικές Βάσεις μία μη αντιπροσωπευτική θέση του κοινοτικού συμβουλίου για το ζήτημα της επέκτασης της λατομικής ζώνης και που δεν έπρεπε καν να προωθήσει επειδή το μέλος που ψήφισε υπέρ είχε σύγκρουση συμφερόντων κατά την προώθηση της συγκεκριμένης θέσεις ως αδελφότεκνος ενός εκ των λατόμων πρόκειται για πρόσωπο που δεν είναι κατάλληλο για την θέση και έτσι δεν μπορεί αυτή η διασύνδεση να μην είχε δυσμενείς επιπτώσεις στην υπόληψη του ως δημόσιο πρόσωπο. Είναι φανερό γιατί ο ενάγοντας θα ήταν το αντικείμενο χλευασμού και αμφισβήτησης, ως κοινοτικός σύμβουλος, εάν επικρατούσε η γενική αντίληψη ότι ενεργούσε εκτός των θέσμιων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως κοινοτικός σύμβουλος ή έπαιρνε αποφάσεις που προωθούσαν θέσεις στενών συγγενικών του προσώπων. Η επιστολή δεν συνδέει το μη νόμιμο της συνέλευσης μόνο με το προσωπικό συμφέρον αλλά εξηγά αναλυτικά ότι θεωρεί τις αποφάσεις που λήφθηκαν ως παράνομες διότι δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες για σύγκλιση της. Κοινοποίηση της Επιστολής Ο ενάγοντας έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο εναγόμενος 1 ευθύνεται για την κυκλοφορία και/ή κοινοποίηση της επιστολής σε τρίτους. Ο εναγόμενος 1 παραδέχθηκε ότι η επιστολή έχει σταλεί σε αρμόδια πρόσωπα στους φορείς στους οποίους απευθύνεται η επιστολή. Η θέση του ενάγοντα ότι η επιστολή κυκλοφόρησε στα καφενεία του χωριού εξαιτίας ενεργειών των εναγομένων είναι συμπέρασμα που δεν στηρίζεται από την δοθείσα μαρτυρία. Δεδομένης και της θέσης του εναγόμενου 1 ότι στο συγκεκριμένο καφενείο δεν συχνάζει παρά μόνο σε αναζήτηση ψήφων κατά προεκλογική εκστρατεία αυτό το αποδεικτικό στοιχείο προεξοφλά και αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Συνεπώς, μπορεί να αποδοθεί στους εναγόμενους και συγκεκριμένα στον εναγόμενο 1 μόνο ότι κοινοποιησε την επιστολή στα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται η επιστολή. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Έχω εξηγήσει πιο πάνω γιατί θεωρώ αληθινή την διατύπωση της θέσης του εναγόμενου 1 ότι δεν ενημερώθηκε για την συνεδρία 5/6/2012 ώστε να γνωρίζει για να είναι παρών. Ο ενάγοντας ανέφερε ότι τα διαφωνούντα μέλη της κοινοτικού συμβουλίου αρνήθηκαν να επικυρώσουν τα πρακτικά της συνεδρίας 29/2/
  14. Ο ενάγοντας δεν προσκόμισε μαρτυρία για να αποδείξει ότι ζητήθηκε από τον κοινοτάρχη να συγκαλέσει έκτακτη συνεδρία . Ακόμη και ο Έπαρχος στην επιστολή ημερομηνίας 25/4/2012 δεν ζήτησε όπως γίνει νέα ψηφοφορία αλλά ζήτησε όπως γίνει νέα συνεδρία στην οποία θα τον καλούσαν τα μέλη του κοινοτικού συμβουλίου να ειναι παρών για να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε την απόφαση που λήφθηκε με ψηφοφορία στις 29 Φεβρουαριου 2012 μη νόμιμη. Ήταν θέση του ενάγοντα ότι οι εν λόγω ψηφοφορίες δεν παρήγαγαν αποφάσεις υπό την έννοια ότι την τελική απόφαση για την επέκταση της λατομικής ζώνης θα την είχαν οι Βρετανικές Βάσεις. Όμως ως προκύπτει από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου οι Βρετανικές Βάσεις ήθελαν την τοποθέτηση του Κοινοτικού Συμβολίου ως προϋπόθεση για να εξετάσουν το ζήτημα της επέκτασης της Λατομικής ζώνης. Η τοποθέτηση του Συμβουλίου υπο αυτή την έννοια ήταν απόφαση που δέσμευε την κοινότητα και είναι ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο που έπρεπε να ληφθεί ψηφοφορία για το ζήτημα. Θεωρώ, επίσης, ότι αφ' ης στιγμής έγιναν ψηφοφορίες για το ζήτημα, οποίο αποτέλεσμα της ψηφοφορίας συνιστούσε απόφαση του Συμβουλίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να έχουν παρθεί δύο διαφορετικές αποφάσεις για ακριβώς το ίδιο ζήτημα η μία στις 29/2 και η άλλη στις 5/
  15. και να θεωρούνται ότι και οι δύο συνιστούν την θέση της κοινότητας επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Σύμφωνα με την ενημέρωση που έτυχε το γραφείο του Έπαρχου ως προκύπτει από τον σχετικό φάκελο που καταχωρήθηκε ως τεκμήριο 2 προκύπτει ότι η συνέλευση ημερομηνίας 5/6/2012 συγκλήθηκε δυνάμει του άρθρου 41 του Περί Κοινοτήτων Νόμου που προνοεί ως ακολούθως: 41.-

(1)Ο κοινοτάρχης συγκαλεί συνεδρία του Συμβουλίου μια φορά το μήνα ή εκτάκτως, όποτε το κρίνει σκόπιμο ή όταν αυτό ζητηθεί γραπτώς από το ένα τρίτο τουλάχιστον των μελών του. Νοείται ότι η συνεδρία πραγματοποιείται μέσα σε επτά μέρες από την ημέρα που θα ληφθεί η αίτηση και έπειτα από γραπτή ειδοποίηση τριών τουλάχιστον ημερών πριν από την ημέρα της συνεδρίας. Αν ο κοινοτάρχης έμπρακτα αρνείται να συγκαλέσει συνεδρία μετά παρέλευση δεκατεσσάρων τουλάχιστον ημερών από την επίδοση της σχετικής αίτησης, οι υπογράφοντες την αίτηση σύμβουλοι έχουν το δικαίωμα να συγκαλέσουν συνεδρία του Συμβουλίου με σχετική πρόσκληση προς τα μέλη και με ημερήσια διάταξη που ορίζεται στη γραπτή αίτηση τους προς τον κοινοτάρχη. Αποφάσεις που λαμβάνονται σε συνεδρία που συγκαλείται σύμφωνα με την επιφύλαξη αυτή είναι έγκυρες και εκτελεστές.
(2)Οι συνεδρίες του Συμβουλίου διεξάγονται σε χρόνο και σε τόπο που ορίζει κάθε φορά ο κοινοτάρχης.
(3)Αν στον παρόντα Νόμο δεν προνοείται διαφορετικά, απαρτία σε συνεδρία του Συμβουλίου υπάρχει, όταν παρευρίσκονται περισσότερα από τα μισά μέλη του, συμπεριλαμβανομένου του κοινοτάρχη. Της συνεδρίας προεδρεύει ο κοινοτάρχης και, αν αυτός απουσιάζει, ο αναπληρωτής κοινοτάρχης, ενώ, αν απουσιάζει και ο αναπληρωτής κοινοτάρχης, προεδρεύει ο γηραιότερος των παρόντων.
(4)Σε περίπτωση κατά την οποία σε συνεδρία δεν επιτυγχάνεται απαρτία, η συνεδρία αναβάλλεται και επανασυγκαλείται, οπότε το Συμβούλιο επιλαμβάνεται των θεμάτων που περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίας, εφόσον παρίστανται περισσότερα από τα μισά μέλη του.
(5)Οι αποφάσεις σε συνεδρία του Συμβουλίου, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο, λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία των παριστάμενων μελών, ενώ σε περίπτωση ισοψηφίας ο κοινοτάρχης ή το μέλος του προεδρεύει έχει, επιπρόσθετα από την ψήφο του, δεύτερη ή νικώσα ψήφο.
(6)Η εγκυρότητα οποιασδήποτε απόφασης του Συμβουλίου δεν επηρεάζεται από μόνο το γεγονός ότι η θέση μέλους του είναι κενή. Ο ενάγοντας δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία για να αποδέιξει ότι έχει επιδόσει αίτηση στα τεσσάρα μέλη στον Κοινοτάρχη και Πρόεδρο του Συμβουλίου για την σύγκληση έκτακτης συνεδρίας ώστε να φανεί ότι έμπρακτα αρνήθηκε να συγκαλέσει έκτακτη συνεδρία κατόπιν αιτήματος των μελών. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι ουδέποτε πήρε τέτοια ειδοποίηση και ο ενάγοντας ως φάνηκε από την μαρτυρία του δεν είχε προσωπική γνώση αυτών των ζητημάτων. Δεύτερο, για την συνέλευση ημερομηνίας 5.6.2015 ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι δεν ενημερώθηκε για να παραστεί και αυτό παρά το γεγονός ότι έλεγχε κάθε μέρα την ταχυδρομική του θυρίδα. Ο ενάγοντας δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι ενημερώθηκαν τα πρόσωπα του Συμβουλίου να παραστούν στην συνέλευση. Σε σχέση με το σημείο αυτό της μαρτυρίας του ήταν αντιφατικός. Στην κυρίως εξέταση παρουσίασε στοιχεία για να καταδείξει ότι ήταν βέβαιος ότι ο κοινοτάρχης και τα άλλα μέλη του Συμβουλίου που είχαν καταψηφίσει την πρόταση για την επέκταση της λατόμευσης ενημερώθηκαν για την συνεδρία και επέλεξαν να μην παραστούν . Ενώ κατά την αντεξέταση φάνηκε ότι αγνοούσε κατά πόσο έλαβαν γνώση της συνεδρίας επομένως κρίνεται αναξιόπιστος επί αυτού του σημείου διότι δεν έπρεπε κατά την κυρίως του εξέταση να παρούσιασει τα πράγματα με τρόπο που φαινόταν ότι πράγματι έλαβαν γνώση της συνεδρίας. Επιπρόσθετα, ο νομος προνοεί ότι κατά την σύγκληση της έκτακτης συνεδρίας που συγκαλείται από τα μέλη, διότι ο Πρόεδρος του Συμβουλίου αρνείται έμπρακτα να την συγκαλέσει, πρέπει να περιλαμβάνεται και η ημερήσια διάταξη. Το συγκεκριμένο τεκμήριο που κατέθεσε ο ενάγοντας με το οποίο ισχυρίζεται ότι συγκλήθηκε έκτακτη συνέλευση από τα μέλη του συμβουλίου δεν περιέχει αναφορά σε ημερήσια διάταξη ψηφοφορία ή λήψη αποφασης για την επέκταση της λατομικής ζώνης. Σε αντίθεση με σοβαρές παρατυπίες που παρατηρούνται στην σύγκληση αυτής της συνέλευσης η συνεδρία ημερομηνίας 29/2/2012 φαίνεται να συγκλήθηκε νόμιμα ως ορίζει το άρθρο 41 του Νόμου και σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου αυτού αποφάσεις που λαμβάνονται από το κοινοτικό συμβούλιο όταν η συνέλευση συγκλήθηκε νόμιμα θεωρούνται έγκυρες και εκτελεστές. Βέβαια ο Έπαρχος με την επιστολή του ημερομηνίας 25 Απριλίου 2012 εξέφρασε την άποψη ότι το αποτέλεσμα της συνεδρίας δεν ήταν νομότυπο. Πολύ αργότερα όταν ζητήθηκε να το πράξει αυτό από τον εναγόμενο 1 εξέφρασε την θέση ότι η ψηφοφορία δεν ήταν έγκυρη επειδή ο εναγόμενος 1 συμμετείχε στην ψηφοφορία για την επέκταση της λατομικής ζώνης παρά εγνωσμένης έχθρας του εναγόμενου 1 με ένα εκ των λατόμων. Όμως όπως προκύπτει και από την γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα που παρατίθεται πιο κάτω αυτής της οξείας αντιπαράθεσης και έχθρας δεν είναι αυτόματος λόγος εξαίρεσης μελών του κοινοτικού συμβουλίου από ψηφοφορία αλλά πρέπει να αποδειχθεί για να δικαιολογείται η εξαίρεση για τέτοιο λόγο. Σε αντίθεση με το ζήτημα της εξαίρεσης εξαιτίας έχθρας που πρέπει να αποδειχθεί με γεγονότα διατυπώθηκε η θέση ότι υπάρχει αυτόματος λόγος εξαίρεσης των μελών του κοινοτικού συμβουλίου στην περίπτωση που έχουν συγγενική σχέση με τους λατόμους που ζητούν την επέκταση της ζώνης. Πράγματι δεν τέθηκε καμία μαρτυρία ενώπιον μου ότι ο εναγομενος 1 διακατέχεται από έχθρα έναντι των λατόμων και αντιθέτως, δόθηκε μαρτυρία ότι ο εναγόμενος 1 έχει πολιτισμένη σχέση και ακόμη φιλική σχέση με τους λατόμους. Παραθέτω πιο κάτω την σχετική γνωμάτευση ( Βλ. τεκμήριο 2 σελίδα 48): "ΘΕΜΑ: Έλεγχος νομιμότητας αποφάσεων του Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλοφάγου σε σχέση με την αίτηση Ανανέωσης και Επέκτασης της λατομικής περιοχής Ξυλοφάγου. Αναφέρομαι στην αλληλογραφία που λήγει με την επιστολή σας ημερομηνίας 27.3.2013 (Αρ. Φακ.: 15/41/Α/8/ΙΧ) και επι των ερωτημάτων που τίθενται στην επιστολή σας ημερομηνίας 6.8.2012 για το ίδιο θέμα, σημειώνονται τα ακόλουθα: I. Το θέμα επί του οποίου εκκρεμεί ουσιαστικά η απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλοφάγου είναι κατά πόσο, ως οικεία κοινοτική αρχή, συναινεί στην ανανέωση και επέκταση των αδειών λατόμευσης στην περιοχή Ξυλοφάγου. Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι οι αιτήσεις για ανανέωση και επέκταση των αδειών έχουν υποβληθεί στη Διοίκηση των Βρετανικών Βάσεων, αφού η περιοχή λατόμευσης εμπίπτει στις περιοχές που ελέγχονται από της Βρετανικές Βάσεις. Βάσει δε, της Δήλωσης Συναίνεσης που έχει υπογραφθεί μεταξύ του Υπουργείου Γεωργίας Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, εκ μέρους της Δημοκρατίας και του Πολιτικού Διοικητή των Βρετανικών Βάσεων, έχει καθορισθεί ότι τυχόν νέα επέκταση της περιοχής λατόμευσης, μπορεί να προωθηθεί μόνο μετά τη συναίνεση του Κοινοτικού Συμβουλίου ή εάν ισχυροί λόγοι ευρύτερου δημόσιου συμφέροντος. II. Επίσης από τα στοιχεία που αναφέρατε στην επιστολή σας ημερομηνίας 6.8.2012 (Αρ. Φακ.: 15/41/Α/8/ΙΧ), προκύπτει ότι η απόφαση επί του ζητήματος αυτού, αποτέλεσε αντικείμενο διαφόρων συνεδριάσεων του Κοινοτικού Συμβουλίου, είναι αμφίβολο όμως εάν υπάρχει τελική και έγκυρη νομικά τοποθέτηση επί του ζητήματος αυτού, το οποίο φαίνεται να αποτελεί αντικείμενο οξείας αντιπαράθεσης στην Κοινότητα Ξυλοφάγου. III. Δύο ήταν οι κρίσιμες συνεδρίες του Κοινοτικού Συμβουλίου. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στις 28.2.2012 και σε εκείνη τη συνεδρία ο Κοινοτάρχης ζήτησε από μέλος του Συμβουλίου να αποχωρήσει και να μην λάβει μέρος σε αυτήν, λόγω του ότι είναι συγγενής με τον διευθυντή εταιρείας που αιτείται άδειας ανανέωσης και επέκτασης λατόμευσης. Το μέλος αυτό, ενώ φαίνεται ότι σε προηγούμενη συνεδρία για το ίδιο θέμα αποχώρησε, στην πιο πάνω συνεδρία αρνήθηκε να αποχωρήσει έγινε ψηφοφορία, στην παρουσία του, η οποία στη βάση της νικώσας ψήφου του Κοινοτάρχη απέρριψε την ανανέωση των αδειών λατόμευσης. Υπήρξαν διαμαρτυρίες από 5 μέλη του Συμβουλίου -στα οποία περιλαμβάνεται και το μέλος που φέρεται να έχει κώλυμα συμμετοχής στη διαδικασία-, και αίτημα τους προς τον Έπαρχο για επανάληψη της συνεδρίας. Ο Έπαρχος με επιστολή του ημερομηνίας 13.6.2012 έκρινε ότι έπασχε η πρώτη συνεδρία λόγω του ότι εάν έπρεπε να αποχωρήσει το μέλος του Συμβουλίου λόγω συγγένειας τότε θα έπρεπε να αποχωρήσει και ο ίδιος ο Κοινοτάρχης λόγω «... εγνωσμένης οξείας έχθρας με ένα εκ των λατόμων». Εν κατακλείδι πραγματοποιήθηκε νέα συνεδρία στις 5.6.2016. η οποία συγκλήθηκε από τα 5 μέλη του Συμβουλίου που διαφώνησαν με την πρώτη απόφαση και σε αυτή λήφθηκε απόφαση για επέκταση της λατομικής περιοχής. Ο Έπαρχος Πάφου στην περίπτωση αυτή έκρινε ότι η απόφαση αυτή ήταν νομότυπη. IV. Καταρχήν σημειώνεται ότι εάν το ζήτημα της αμεροληψίας είναι το πρώτο που πρέπει να εξεταστεί, παρατηρείται ότι και στη δεύτερη συνεδρία τίθεται ζήτημα αμεροληψίας αφού παρατηρείται ότι το μέλος που φέρεται να είχε συγγένεια πρώτου βαθμού με διευθυντή λατομικής εταιρείας συμμετείχε και στη δεύτερη συνεδρίαση. Ενώ το γεγονός ότι, στην πρώτη συνεδρίαση, μέλος που κρίθηκε ότι δεν μπορεί να μετέχει στη διαδικασία λόγω αμεροληψίας, παρέμεινε στο συμβούλιο, δημιουργεί πάσχουσα σύνθεση και υποσκάπτει τη νομιμότητα της απόφασης που λήφθηκε. αναφορικά με το ζήτημα της οξείας έχθρας, σημειώνεται ότι, ενώ το ζήτημα της συγγένειας είναι αντικειμενικό και αυταπόδεικτο στοιχειό, η ύπαρξη οξείας έχθρας, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Συεκδικασθείσες Υποθ. 598/2001 κ.α. Ι Φεσσάς κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 28.3.2003), πρέπει να αποδεικνύεται για να μπορεί να γίνει λόγος για αμεροληψία προσώπου που συμμετέχει στη διοικητική διαδικασία και να δικαιολογείται αποκλεισμός του από αυτή. Η αποδοχή ισχυρισμού για ύπαρξη μεροληψίας προϋποθέτει και την ανάλογη μαρτυρία για απόδειξη του, η οποία -επαναλαμβάνεται- πρέπει να γίνει αποδεκτή από το αρμόδιο διοικητικό όργανο. V. Διασαφηνίζεται επίσης ότι, παρόλο που εν προκειμένω το Κοινοτικό Συμβούλιο καλείται να λάβει μια απόφαση πολιτικής και όχι μια άμεσα εκτελεστή διοικητική πράξη, η απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου θα αποτελέσει θεμέλιο, εν είδει προπαρασκευαστικού σταδίου, για την τελική έκδοση, ή μη, των αδειών λατόμευσης. ανεξάρτητα λοιπόν από τα πιο πάνω, επιβάλλεται η πλήρης συμμόρφωση των διοικητικών οργάνων με τους κανόνες δικαίου και τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου που διέπουν την ορθή σύσταση, συγκρότηση και λειτουργία τους. VI. Σε σχέση με την παρούσα περίπτωση, αναφέρεται ότι επιβάλλεται να συγκληθεί νέα συνεδρία. Στο δε Κοινοτικό Συμβούλιο θα πρέπει να υποδειχθεί, από μέρους σας ως αρμόδια εποπτική αρχή, ότι οφείλει να τηρεί την υποχρέωση του να δρα σύννομα ως διοικητικό όργανο, και ότι οφείλει να λαμβάνει έγκυρες και νόμιμες αποφάσεις από όλα τα μη κωλυόμενα μέλη του. Στην συνεδρία θα πρέπει να κληθούν νομότυπα όλα τα μέλη με προσκλήσεις, όπως καθορίζει η νομολογία, να τηρηθούν πλήρη πρακτικά, στα οποία θα καταγραφούν όλοι οι παριστάμενοι και θα αναφερθεί το κώλυμα συμμετοχής τυχόν απόντων μελών και να ακολουθηθούν όλες οι διαδικασίες για την ψηφοφορία και την λήψη απόφαση/αποφάσεων. Σημειώνεται ότι η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου με απόλυτο τρόπο υπέδειξε ότι τα μέλη που συγκροτούν το συλλογικό όργανο έχουν υποχρέωση συμμετοχής τους σε αυτό. Συγκεκριμένα στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην Αναθεωρητική Έφεση αρ. 167/2009 Αντέννα Λτδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης ημερομηνίας 12.4.2013 καταγράφονται τα εξής: «Η αρχή δικαίου παραμένει αναλλοίωτη ότι τα μέλη που συγκροτούν το συλλογικό όργανο υπέχουν υποχρέωση συμμετοχής στη σύνθεση του οργάνου εκτός όπου η απουσία τους εξ αντικειμένου κρίνεται δικαιολογημένη. Σε κάθε άλλη περίπτωση η αδικαιολόγητη απουσία μέλους συνεπάγεται παρανομία στη σύνθεση η οποία στοιχειοθετεί λόγο ακυρότητας που ανατρέχει στη ρίζα της διοικητικής διαδικασίας και συνεπώς δεν δικαιολογείται η εξέταση άλλου θέματος. Σχετική και επί παρόμοιου θέματος είναι η απόφαση του Κωνσταντινίδη, Δ. στην Αντέννα Λτδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, υποθ. αρ. 437/2008. ημερ. 4.10.2010 με την οποία συμφωνούμε». Στο πλαίσιο αυτής της συνεδρίασης θα πρέπει να τεθούν νόμιμα όλα τα ζητήματα που απασχολούν και συνδέονται με το κρίσιμο ζήτημα της συναίνεσης του Κοινοτικού Συμβουλίου στα θέματα λατόμευσης, συμπεριλαμβανομένου του θέματος της αμεροληψίας, η οποία στο μέτρο που αφορά συγγένεια στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα (Βλ. το άρθρο 42
(2)του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), ενώ εάν αφορά έχθρα ή προκατάληψη θα πρέπει να υπάρχει μαρτυρία ή οποία να εξεταστεί και να γίνει αποδεκτή από το διοικητικό όργανο, για να οδηγήσει σε μη συμμετοχή μέλους του Συμβουλίου. Για όλα τα ζητήματα που τίθεται θα πρέπει να υπάρχει τοποθέτηση όλων των μελών. Εάν ληφθεί δε απόφαση μη συμμετοχής μέλους λόγω μεροληψίας, ή οποιαδήποτε άλλη απόφαση τότε η απόφαση θα πρέπει να γίνει απόλυτα σεβαστή από όλους, με αυτό τον τρόπο λειτουργεί η δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Αυθαίρετες συμπεριφορές δεν έχουν θέση σε διοικητικά όργανα που επιβάλλεται να ενεργούν στο πλαίσιο της αρχής της νομιμότητας. Πρέπει δε, να υπογραμμισθεί ότι η άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει παραχωρήσει ο νομοθέτης στις κοινοτικές αρχές, επιβάλλεται να ασκείται με απόλυτη υπευθυνότητα και σοβαρότητα. Ο νόμος δεν αφήνει κανέναν πεδίο αρρύθμιστο. Αδιέξοδα δημιουργούνται όχι όταν τηρούνται οι διατάξεις του νόμου, αλλά όταν αυτές αγνοούνται και όταν δίδεται η εντύπωση ότι πρόσωπα δύνανται να ενεργούν αγνοώντας τις υποχρεώσεις που τους έχει αναθέσει η πολιτεία, ο νομοθέτης και το εκλογικό σώμα. Η άσκηση δημόσιας εξουσίας είναι προνόμιο και υψηλό καθήκον, αλλά εάν τα πρόσωπα που την ασκούν δεν έχουν την πρόθεση να τηρήσουν τους κανόνες δικαίου που την διέπουν, δεν υπάρχει νόημα και χρησιμότητα για την κοινωνία να συνεχίσουν να την ασκούν. V. Τέλος σημειώνεται ότι με βάση της Δήλωση Συναίνεσης που υπογράφτηκες ανάμεσα στη Δημοκρατία και στις Βρετανικές Βάσεις, όπως αναφέρεται και στην επιστολή σας, η επέκταση των λατομικών ζωνών, στην περίπτωση που το Κοινοτικό Συμβούλιο Ξυλοφάγου αδυνατεί να τοποθετηθεί νόμιμα και έγκυρα, ως προς το ζήτημα αν παρέχει τη συναίνεση του ή όχι, η Κυβέρνηση, μέσω των αρμοδίων Υπουργείων, θα πρέπει να κληθεί να τοποθετηθεί επί του ζητήματος και, εάν υπάρχουν ισχυροί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, να συναινέσει ή ίδια στην επέκταση των λατομικών ζωνών και/ή στην ανανέωση των αδειών λατόμευσης. Είμαι στη διάθεση σας για οιεσδήποτε διευκρινήσεις, Θεοδώρα Πιπέρη - Χριστοδούλου Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Κοιν.: - Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Εσωτερικών - Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Γεωργίας Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος - Προϊστάμενο Υπηρεσίας Μεταλλείων" Ο ενάγοντας δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία για να αποδείξει ότι ο εναγομενος 1 είναι πρόσωπο με ευγνωσμενη έχθρα έναντι του προσώπου ενός εκ των λατόμων. Όμως παραδέχεται ότι ο Λευτέρης Μουζούρης ο οποίος δεν του επιτράπηκε να λάβει μέρος στην ψηφοφορία πρόκειται για αδελφό ενός εκ των λατόμων που πρόκειται να επωφεληθεί της ψηφοφορίας. Επιπρόσθετα, ως προκύπτει από το τεκμήριο 2 που περιέχει πρακτικά της συνεδρίας αμέσως πριν την συνεδρία 29/2/2012, πρακτικά που έχουν επικυρωθεί από όλα τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου, ο Λευτέρης Μουζούρης δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση του θέματος επέκτασης της λατομικής ζώνης και μόνος του απεχώρησε εξαιτίας της συγγένειας του με ένα εκ των λατόμων. Αυτό δείχνει ότι ακόμη για την συζήτηση του θέματος προγενέστερα αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να εξαιρεθεί και συνεπώς είναι φανερό ότι αρνήθηκε να εξαιρεθεί στην συνεδρία ημερομηνίας 29/2/12 επειδή θα επικρατούσε η θέση για μη επέκταση της λατομικής ζώνης και έτσι παρά την σύγκρουση συμφέροντος που είχε ήθελε να ψηφίσει υπέρ της λατομικής ζώνης. Ο πρώην Έπαρχος προέβηκε σε αλλοπρόσαλλες θέσεις για να δικαιολογήσει το εύρημα του τότε ότι η συνεδρία 29/2 δεν ήταν νόμιμη. Ο λόγος που έχει παραθέσει στην επιστολή ημερομηνίας 25/4/2012 δεν ευσταθεί σύμφωνα με γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα και έτσι δεν είναι δεδομένη η θέση του ενάγοντα ότι οι αποφάσεις που λήφθηκαν σ' αυτή την συνεδρία δεν λήφθηκαν με νόμιμο τρόπο ώστε να δικαιολογείται η μεταγενέστερη τοποθέτηση των μελών του συμβουλίου που διαφωνούσαν να αρνούνται να επικυρώσουν τα πρακτικά. Διαφωνώ με την θέση της κα Αργυρού ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί για την νομιμότητα της συνεδρίας εξαιτίας της τοποθέτησης του τότε Επάρχου αλλά και των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια διαδικασιών ακυρώσεως. Σε σχέση με το τεκμηριο 5 που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι πρόκειται για απόφαση κατά την οποία απορρίφθηκε προσφυγή που καταχωρήθηκε δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος επειδή το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν ήταν εκτελεστή διοικητική πράξη. Επομένως, αυτή η υπόθεση δεν έχει καμία σχέση με τα επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης και εν πάσει περιπτώσει ουδέποτε κρίθηκε ζήτημα ουσίας σε σχέση με την νομιμότητα της συνεδρίας. Αναφορικά με το επιχείρημα ότι το Δικαστήριο δεν έχει καμία εξουσία να αμφισβητήσει την γνώμη του Επάρχου ούτε αυτό με βρίσκει σύμφωνη. Ο Έπαρχος έδωσε μαρτυρία στην υπόθεση. Είχα υποχρέωση να αξιολογήσω την δική του μαρτυρία στην υπόθεση, ως και των υπόλοιπων μαρτύρων της υπόθεσης, και ένα από τα πράγματα για τα οποία έδωσε μαρτυρία είναι οι λόγοι που τον οδήγησαν να εκφέρει την άποψη ότι η ψηφοφορία ημερομηνίας 29/2/12 έπασχε. Εχω εξηγήσει αναλυτικά πιο πάνω γιατί θεωρώ την εκδοχή του αλλοπρόσαλλη και γιατί θεωρώ τις εξηγήσεις του για την τοποθέτηση του τότε ανεπαρκής αιτιολογία ενόψει και της γνώμοδότησης του Γενικού Εισαγγελέα επί του ίδιου ζητήματος. Περαιτέρω, ο Έπαρχος με επιστολή ημερομηνίας 5 Ιουνίου 2012 διατύπωσε την θέση ότι η απόφαση της συνεδρίας δεν υπόκειτο σε έλεγχο ως διοικητική πράξη αλλά απλά τοποθέτηση του Συμβουλίου και γι' αυτό έκρινε ότι ήταν νομότυπη. Δηλαδή, δεν αποφάσισε το ζήτημα επί της ουσίας επειδή θεώρησε ότι η συνεδρία αυτή δεν είχε παράξει έννομα αποτελέσματα αλλά ήταν η άποψη του Συμβουλίου που θα προωθείτο στον Διοικητή των Βρετανικών Βάσεων. Στο φάκελο Έπαρχου τεκμήριο 2 δεν έχω μία απάντηση για το ζήτημα της νομιμότητας αφού ο επόμενος Έπαρχος με επιστολή ημερομηνίας 6 Αυγούστου 2012 τεκμήριο 2 αποτάθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα για την ετοιμασία γνωμοδότησης σε σχέση με την νομιμότητα των δύο αποφάσεων. Συνεπώς, αυτή η γνωμοδότηση δόθηκε για να επιλύσει το ζήτημα ο επόμενος Έπαρχος ο οποίος ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων και έτσι αυτή η γνωμοδότηση πρέπει να ληφθεί υπόψη. Εν όψει αυτής της εικόνας ως προκύπτει από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης αλλά και της ποιότητας της μαρτυρίας του ΜΕ2 δεν ευσταθεί η θέση ότι το Δικαστήριο πρεπει να αγνοήσει όλη αυτή την μαρτυρία σε σχέση με την νομιμότητα των αποφάσεων αλλα και των δύο συνεδριών. Η γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα για την συνεδρία ημερομηνίας 5 Ιουνίου είναι ότι παρόλο που η απόφαση δεν είναι εκτελεστή διοκητική πράξη είναι απόφαση προπαρασκευαστική προς λήψη μίας άλλης απόφασης που θα έχει άμεση επίπτωση για την κοινότητα. Το Συμβούλιο ως δημόσιο όργανο λαμβάνει αποφάσεις που δεσμεύουν την κοινότητα και κατά την συνεδρία ημερομηνίας 5 Ιουνίου 2012 δεν τηρηθηκαν οι κανόνες χρηστής διοικησης και γι' αυτό ήταν θέση του Γενικού Εισαγγελέα ότι επιβάλλετο να συγκληθεί νέα συνεδρία για το ίδιο ζήτημα. Το Κοινοτικό Συμβούλιο είναι δημόσιο όργανο που λαμβάνει αποφάσεις που αφορά το κοινό. Η απόφαση του Συμβουλίου να εισηγηθεί την επέκταση της λατομικής ζώνης δεν αφορά ιδιωτικά συμφέροντα αλλά επηρεάζει τα μέλη της κοινότητας που αντιπροσωπεύει το Συμβούλιο έτσι έχουν εφαρμογή οι κανόνες χρήστης διοίκησης ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη απόφαση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εκτελεστή διοικητική πράξη. Μία αρχή της χρηστής διοικησης είναι η αρχή της αμεροληψίας. Αυτή η αρχή της αμεροληψίας, πέραν της νομολογίας, εκτίθεται και στο άρθρο 42 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο αρ. 158(Ι)/1999 ως εξής: "42
(1)Κάθε διοικητικό όργανο που μετέχει στην παραγωγή διοικητικής πράξης πρέπει να παρέχει τα εχέγγυα της αμερόληπτης κρίσης.
(2)Δεν συμμετέχει στην παραγωγή διοικητικής πράξης πρόσωπο που έχει ιδιάζουσα σχέση ή συγγενικό δεσμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του τέταρτου βαθμού ή βρίσκεται σε οξεία έχθρα με το άτομο που αφορά η εξεταζόμενη υπόθεση ή που έχει συμφέρον για την έκβαση της." Η απόφαση ημερομηνίας 5 Ιουνίου μπορεί να μην παρήγαγε διοικητική πράξη υπό την έννοια ότι η τελική απόφαση λήφθηκε από τον διοικητή των Βρετανικών Βάσεων των αποφάσεων των οποίων νομιμότητα δεν ελέγχεται. Όμως θεωρώ ότι η περίπτωση των βάσεων είναι ειδική και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να λεχθεί ότι η πιο πάνω γενική αρχή του διοικητικού δικαίου δεν εφαρμόζεται για απόφαση που λήφθηκε από δημόσιο όργανο για αποφάσεις που δεσμεύουν την κοινότητα επειδή την τελική απόφαση την πήρε ο Διοικητικής των Βάσεων που οι αποφάσεις τους δεν ελέγχονται. Τονίζεται ότι η πιο πάνω νομοθετική πρόνοια αναφέρεται και καλύπτει κάθε πρόσωπο που καλείται να συμμετάσχει, όχι κατ΄ ανάγκη στη λήψη της απόφασης, αλλά να συμμετάσχει «στην παραγωγή διοικητικής πράξης». Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Σολωμού[10] λεχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι γενική αρχή του Διοικητικού Δικαίου, ότι τα διοικητικά όργανα που μετέχουν σε μια συγκεκριμένη διοικητική διαδικασία, πρέπει να εμφανίζονται ότι ενεργούν αμερόληπτα, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να λεχθεί, για μια περίπτωση όπου υπάρχει ειδικός δεσμός ή συγγένεια που αφορά τα πρόσωπα που είναι αναμεμειγμένα σ΄ αυτή τη διαδικασία ή στο αποτέλεσμά της». Η αρχή αυτή διατυπώθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ελλάδας στην υπόθεση 1187/1950[11] και υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kallouris v. The Republic of Cyprus[12]. Ορισμός των λέξεων χρηστής διοίκησης σε συγγράμματα που ετοιμάζουν οργανώσεις των Ηνωμένων Εθνών είναι ως ακολούθως: Governance is the process of decision making and the processing which decisions are implemented or not implemented responsibility of governments and government bodies to meet the needs of the masses as opposed to select groups in society.[13] Άλλος οργανισμός που έχει σχέση με τα Ηνωμένα Εθνη το Oslo Governance Center UNDP έχει ετοιμάσει εγχειρίδιο για μετρήσιμα κριτήρια σε σχέση με την αξιολόγηση κοινοτικής διακυβέρνησης σε σχετική έκθεση το 2009[14]. Διατυπώθηκε η αρχή ότι η ορθή διακυβέρνηση πρέπει να προάγει συμμετοχή των πολιτών στην διαδικασία λήψης των αποφάσεων σε κοινοτικό επίπεδο ώστε το αποτέλεσμα να είναι εκείνο που εξηπηρετεί καλύτερα το μεγαλύτερο μέρος της κοινότητας (civil engagement with more members of the community to get the best option that serves the most people). Η συνεδρία και απόφαση που λήφθηκε στις 5 Ιουνίου είναι κάθε άλλο παρά μία διαδικασία που έγινε σε συνθήκες διαφάνειας και νομιμότητας. Επειδή η απόφαση λήφθηκε από μέλη του συμβουλίου που έχουν σχέση συγγένειας με τους λατόμους, η ψηφοφορία δεν έγινε από πρόσωπα που κατά φαινόμενο είναι αμερόληπτα. O κοινοτάρχης είναι το πρόσωπο που σύμφωνα με τον νόμο είναι υποχρεο να τηρεί ή να φροντίζει να τηρεί τα πρακτικά της συνεδρίας. Εφόσον ο εναγόμενος 1 δεν ενημερώθηκε για την συνεδρία ημερομηνίας 5 Ιουνίου 2012 με αποτέλεσμα να μην παρουσιαστεί είναι δεδομένο ότι δεν μπορούσε να επιτελέσει το καθήκον του να τηρεί τα πρακτικά ή να φροντίσει να τα τηρεί κάποιος άλλος τα πρακτικά. Τήρηση πρακτικών 42.-
(1)Αποτελεί καθήκον του κοινοτάρχη να τηρεί ή να φροντίζει να τηρούνται πρακτικά σε κάθε συνεδρία του Συμβουλίου. Τα πρακτικά καταχωρίζονται σε ειδικό βιβλίο που τηρείται για το σκοπό αυτό και επικυρώνονται στην επόμενη συνεδρία του Συμβουλίου. Μετά την επικύρωση υπογράφονται από τον κοινοτάρχη ή το μέλος που προεδρεύει της συνεδρίας και αμέσως μετά την υπογραφή τους τα πρακτικά γίνονται αποδεκτά ως μαρτυρία χωρίς παραπέρα απόδειξη. Ο κοινοτάρχης υποχρεούται να κοινοποιεί τα πρακτικά της συνεδρίας του Συμβουλίου σε όλα τα μέλη του και στον Έπαρχο πριν από την επόμενη τακτική συνεδρία και εν πάση περιπτώσει μέσα σε δεκαπέντε μέρες από τη συνεδρία: Νοείται ότι ο Έπαρχος έχει την εξουσία να ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του Συμβουλίου.
(2)Εκτός αν αποδειχθεί διαφορετικά, συνεδρία του Συμβουλίου που έχει συγκληθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 41 του παρόντος Νόμου και για τις εργασίες της οποίας έχουν τηρηθεί πρακτικά θεωρείται ότι έχει συγκληθεί και πραγματοποιηθεί με το δέοντα τρόπο και όλα τα πρόσωπα τα οποία παρευρέθηκαν σε αυτή θεωρείται ότι διαθέτουν τα νόμιμα προσόντα του μέλους του Συμβουλίου. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία συνθέτουν μία συνολική εικόνα ότι αυτά τα οποία διαδραματίσθηκαν στις 5/6/2012 δεν είναι το αποτέλεσμα της νομιμότητας και της χρήστης διοίκησης που πρέπει να είναι το κύριο χαρακτηριστικό αποφάσεων και ενεργειών πρόσωπων που κατέχουν δημόσια αξιώματα. Επάρκεια των δικογράφων της υπεράσπισης Είναι ορθή η θέση της κα Αργυρού ότι οι ειδικές υπερασπίσεις των εναγομένων πρέπει να δικογραφηθούν για να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Διαφωνώ με την εισήγηση του κ. Λουκαϊδη ότι πρέπει να λάβω υπόψη μου την υπέρασπιση του προνομίου υπο περιορισμό (qualified privilege) παρόλο που δεν δικογραφείται πουθενά και δυνάμει του άρθρου 21
(1)Γ του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Ο ενάγοντας ως θέμα δικαίου πρέπει να πληροφορηθεί για την υπόθεση που θα έχει να αντιμετωπίσει και επειδή αυτή η υπεράσπιση δεν δικογραφείται πουθενά στερήθηκε αυτό το δικαίωμα. Δεν δίνω βήμα στον εναγόμενο να εγείρει μία υπεράσπιση που δεν ανέφερε πουθενά στο δικόγραφο του κατά παράβαση του δικαίωματος του ενάγοντα να γνωρίζει την υπόθεση του αντίδικου του και για να μπορεί προετοιμαστεί για την υπόθεση. It is I think, clear that .not only must the defence be specifically pleaded, but the facts and circumstances must also be stated showing why and how the occasion is privileged.[15] Η υπεράσπιση της αληθειας και της εύλογης κριτικής δικογραφείται στο σώμα της Έκθεσης Υπεράσπισης. Απουσιάζουν όμως οι λεπτομέρειες διατύπωσης αυτών των ειδικών υπερασπίσεων στο σώμα του δικόγραφου αλλά δεν βρήκα πρόνοια στους θεσμούς που να υπογορεύει ρητώς τον τρόπο διατύπωσης αυτών των υπερασπίσεων ώστε η μη συμπερίληψη αυτών των στοιχείων να θεωρείται παρατυπία στην διατύπωση της υπεράσπισης. Επειδή εγέρθηκαν αυτά τα ζητήματα ρητώς και ο ενάγοντας δεν ζητησε λεπτομέρειες ενώ είχε υπόψη του ότι αυτά τα ζήτημα προκειτο να εγερθούν κρίνω ότι δεν στερήθηκε το δικαίωμα στην προβολή της υπόθεσης του. Περαιτέρω, δεν έφερε ένσταση σε οποιαδήποτε μαρτυρία ώστε να αποκλειστεί επειδή αυτή δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. Το εφετείο επεξήγησε με σάφηνεια γιατί πρέπει να παρασχεθούν λεπτομέρειες αυτών των υπερασπίσεων σε πλαίσιο αίτησης για την παροχή λεπτομερειών στην υπόθεση Κώστας Νικολαίδης ν Ανδρέα[16] Για τις γενικότερες αρχές που ασκούν επίδραση στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες παραπέμπω στην απόφαση Byrne and Others v. The Financial Times Ltd.[17]. Στην υπόθεση Marks and Another v. Wilson-Boyd and Others[18], τονίζεται η ανάγκη συγκεκριμενοποίησης των ισχυρισμών της υπεράσπισης, που παραλληλίζονται και εξομοιώνονται από τη σκοπιά αυτή με το κατηγορητήριο σε ποινική υπόθεση: "A plaintiff is entitled to know with certainty on what the defendant intends to rely in support of his plea. Indeed, it has been said that the justification ought to state the facts with as much particularity as an indictment. No doubt in the great majority of cases a plea in this bald form ought to be supplemented by particulars from which the plaintiff can ascertain the precise nature of the charge which it is proposed to make against him, for he needs this information in order to prepare his evidence for the trial." Τέλος στην υπόθεση Lucas-Box v. News Group Newspapers Ltd.[19] αναφέρονται τα εξής: ".....whatever may have been the practice to date, in future a defendant who is relying on a plea of justification must make it clear to the plaintiff what is the case which he is seeking to set up. The particulars themselves may make this quite clear, but if they are ambiguous then the situation must be made unequivocal." Σε εκείνη την υπόθεση το Εφετείο υποχρεώσε τον εναγόμενο να δώσει τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες ώστε να εκτεθούν τα συγκεκριμένα γεγονότα στα οποία βασίζεται η υπεράσπιση. Όμως δεν είναι μέρος του δεσμευτικού αποσπάσματος της απόφασης ότι υπάρχει ρητώς κανόνας ότι απλή παράθεση της υπεράσπισης είναι παρατυπία. Μάλιστα προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι δύναται ο ενάγοντας να ζητήσει λεπτομέρειες όταν ο εναγόμενος επικαλείται αυτή την υπεράσπιση χωρίς άλλα στοιχεία και μονο στην περίπτωση που η παράθεση αυτής της υπεράπισης δημιουργεί αντικειμενική δυσκολία και σύγχυση για την υπόθεση γίνεται αναγκαία η διατύπωση των στοιχείων αυτών ως θέμα δικαίου. Στην ίδια γραμμή κινείται και η Αγγλική υποθεση Marks v Wilson Boyd[20] σε σχέση με την υπεράσπιση της αλήθειας: In the opinion of this court there is not nor ought there to be an absolute rule of practice that whenever a plea of justification is raised in the common form that the words are true in substance in fact and in fact an order for particulars must be made in this general form.Each case however must depend on its particular facts. If the words charged as a libel are themselves so specific -that is precise- that the plaintiff must know what the charge is no further particulars are required. Ο ενάγοντας δεν αντιμετώπισε δυσκολία αντιμετώπισης της υπεράσπισης της αλήθειας εξού και παρουσιάσε όλο το ιστορικό της υπόθεσης σε σχέση με τις δύο συνεδρίες για να καταδέιξει ότι η επίδικη απόφαση στην οποία ο εναγόμενος 1 καταλογίζει στον ενάγοντα ότι ήταν παράνομη και πραξικοπιματική ήταν τελικά νόμιμη. Δεν ζητήσε λεπτομέριες και τα γεγονότα που συνθέτουν αυτή την υπεράσπιση ενόψει και της μαρτυρίας που δόθηκε από τον ενάγοντα όχι τόσο περίπλοκα που να δημιουργούν ζήτημα παρατυπίας ή αντικανονικότητας σε σχέση με την διαδικασία επειδή δεν δόθηκαν και άλλες λεπτομέρειες της υπεράσπισης της αληθειας. Το ίδιο δεν ισχύει για την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου. Κατά την άποψη μου δημιουργείται ζήτημα δικαίου με τον τρόπο που οι εναγόμενοι έχουν επιλέξει να προβάλουν την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου. Ο εναγόμενος πρέπει να υποδείξει για ποιές λέξεις του κειμένου προτίθεται να επικαλεσθεί την υπεράσπιση αυτή. Επίσης πρεπει να υποδέιξει ποια είναι η δυσφημιστική ερμηνεία του κειμένου επί του οποίου προτίθεται να επικαλεσθεί την υπεράσπιση της εύλογης κριτικής. When fair comment is pleaded the defendant MUST spell out with sufficient precision to enable the plaintiff to know the case he has to meet, what is the comment which the defendant will seek to say attracts the fair comment defence ( Control Risks Ltd. V New English Library)[21]. Οι εναγόμενοι δεν έχουν καθορίσει για ποιο μέρος του κειμένου επικαλούνται την υπεράσπιση της εύλογης κριτικής. Ούτε έχουν καθορίσει ποια είναι η ερμηνεία αυτών των λέξεων ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αξιολογήσει κατά πόσο αυτές οι λέξεις οι οποίες θα πρέπει να ερμηνευθούν με τον τρόπο που εισηγείται ο εναγόμενος προκειται για εύλογη κριτική του ενάγοντα ενόψει των γεγονότων της υπόθεσης. Συνεπώς, κρίνω ότι ο εναγόμενος έχει αποτύχει να διατυπώσει με επάρκεια την υπεράσπιση της εύλογης κριτικής. Ομως, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω κρίνω ότι επί της ουσίας η υπεράσπιση της εύλογης κριτικής δεν θα μπορούσε να πετύχει στην περίπτωση της επίδικης επιστολής διότι σ' αυτή με τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούνται διατυπώνονται γεγονότα για το πρόσωπο του ενάγοντα και όχι κριτική. Η υπεράσπιση της αλήθειας και η υπεράσπιση της εύλογης κριτικής, δηλαδή ότι αυτά που κατέγραψε ο εναγόμενος 1 στην επιστολή τεκμήριο 1.8 δικαιολογούνται και είναι εύλογα διότι είναι κατ' ουσία η αλήθεια διαφέρουν μεταξύ τους. Δια να πετύχει αυτή η υπεράσπιση θα πρέπει να αποδειχθεί ότι τα γεγονότα που περιέχονται σ'αυτήν την επιστολή αληθεύουν αλλά και ότι η κριτική ή χαρακτηρισμοί που συνδέονται με τα γεγονότα είναι ορθοί υπο τις περιστάσεις. Στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι η συνεδρία ημερομηνίας 5 Ιουνίου ήταν παράνομη ή ότι δεν είχε συγκληθεί σύμφωνα με πρόνοιες του περί Κοινοτήτων Νόμου τότε ο χαρακτηρισμός ότι η συνέλευση ήταν πραξικοπηματική θα ήταν μία ορθή παρατήρηση επί γεγονότων που ήταν αληθινά. Δεν είναι ανάγκη να αποδειχθεί κάθε γεγονός που περιέχεται στο κείμενο ότι αληθεύει αλλά ότι η ουσία των ισχυρισμών που διατυπώνονται στο κείμενο πρόκειται για την αλήθεια. However for the purposes of justification if the defendant proves that the main charge, or gist of the libel is true he need not justify statements or comments which do not add to the sting of the charge or introduce any matter by itself actionable.[22] Επί παραδείγματι στην Αγγλική υποθεση Burstein v Times Newspapers Ltd.[23] απέτυχε η υπεράσπιση της αλήθειας ακόμη και όταν οι εναγόμενοι απέδειξαν ότι ήταν αλήθεια κατά την ώρα που υπήρχε συναυλία ότι θεατές σε μία περίπτωση εξέφρασαν την δυσαρέσκεια τους κατά την διάρκεια της παράστασης. Το δυσφημιστικό σχόλιο ήταν ότι οι ενάγοντες είχαν ενορχηστρώσει άτομα να καταστρέφουν παραστάσεις αποτυχημένων μουσικών. Στην Αγγλική υπόθεση Heytesbury Holodings Ltd. v City of Subiaco[24] απέτυχε η υπεράσπιση της αλήθειας όταν οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ότι μία εταιρεία δεν είχε πληρώσει τις οφειλές της προς την πόλη ενώ φάνηκε ότι η νομική οντότητα που δεν είχε πληρώσει δεν ήταν η μητρική εταιρεία ομίλου εταιρειών αλλά η θυγατρική εταιρεία του ομίλου δηλαδή άλλη εταιρική οντότητα. Μπορεί να πετύχει η υπεράσπιση της αλήθειας ακόμη και όταν ο εναγομενος είναι ανακριβής ως προς κάποιων λεπτομερειών των γεγονότων ή εάν δεν έχει αποδείξει την αλήθεια όλων των γεγονότων. Όμως για να πετύχει η υπεράσπιση πρέπει να αποδειχτεί ότι η ουσία των ισχυρισμών που αποδίδονται στον ενάγοντα αληθεύουν. Οι εναγόμενοι έχουν αποδείξει ότι η συνεδρία ημερομηνίας 5 Ιουνίου 2012 είχε συγκληθεί παράνομα και/ή κάτω από ύποπτες συνθήκες χωρίς διαφάνεια. Ο εναγόμενος 1 και τα λοιπά μέλη του κοινοτικού συμβουλιου δεν ενημερώθηκαν για την εν λόγω συνέλευση. Δεν κοινοποιήθηκε ότι σκοπός της συνεδρίας ήταν λήψη ψηφοφορίας για εισήγηση προς τον Διοικητή των Βρετανικών Βάσεων για επέκταση της Λατομικής απόφασης για την οποία ήδη λήφθηκε ψηφοφορία στις 29 Φεβρουαρίου
  1. Δεν υπηρξε διαφάνεια στις συνθηκες σύγκλησης της συνεδρίας αλλά και ούτε σε σχέση με την αμεροληψία των προσώπων που συμμετείχαν στην ψηφοφορία, αφού πρόσωπα που είχαν συγγένεια με Λατόμους που επρόκειτο να επωφεληθούν από την απόφαση για επέκταση συμμετείχαν και ψήφισαν στην συνεδρία. Ούτε υπήρξε διαφάνεια σε σχέση με το γεγονός ότι ανατράπηκε αντίθετη απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου για το ίδιο θέμα στις 29/2/2012 μετά που δημιουργήθηκε σοβαρό ζήτημα διαφοράς μεταξύ των μελών σε σχέση με την νομιμότητα της ψηφοφορίας. Πάρθηκε μια απόφαση που θα δέσμευε την κοινότητα χωρίς να ενημερωθούν όλα τα μέλη του Συμβουλίου με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πραγματική αντιπροσώπηση όλης της κοινοτητας κατά την εν λόγω ψηφοφορία. Οχι μόνο δεν τηρήθηκαν δημοκρατικές διαδικασίες για την ψηφοφορία αλλά πρόσωπα που κατά φαινόμενο δεν είχαν το τεκμήριο της αμεροληψίας λόγω συγγενικής σχέσης με ειδικά συμφέροντα της κοινότητας, ήτοι τους λατόμους, έλαβαν χωρίς κανένα ενδοιασμό μέρος στην ψηφοφορία. Συνεπώς, η θέση των εναγομένων ότι η συνεδρία ήταν παράνομη είναι κατ' ουσία η αλήθεια. Οι χαρακτηρισμοί ότι η συγκέντρωση αυτή ήταν πραξικοπηματική, μη γενόμενη και που στερείται κάθε νομιμότητας δεν προσθέτει τίποτε στην ουσία ότι αληθεύει ότι η συνεδρία ήταν παράνομη με τον τρόπο που συγκλήθηκε και διεξήχθηκε μέχρι να ληφθεί απόφαση διά της ψηφοφορίας που πρότεινε την επέκταση της ζώνης λατόμευσης εκ μέρους της κοινότητας ανατρέποντας προηγούμενη απόφαση και χωρίς να αντιπροσωπεύεται όλη η κοινότητα στην συνεδρία εξαιτίας μη ενημέρωσης των λοιπων μελών του Συμβουλιου. Συνεπώς, για εκείνο το μέρος της επιστολής που αποδίδει στον ενάγοντα ότι έλαβε μέρος σε παράνομη συνεδρία βρίσκω ότι πετυχαίνει η υπεράσπιση της αλήθειας και έτσι δεν μπορεί να έχει κανένα παράπονο για την ζημιά στην υπόληψη του επειδή του αποδίδουν οι εναγόμενοι ότι έλαβε μέρος σ' αυτή την συγκέντρωση και έλαβε μέρος σ'αυτή την ψηφοφορία. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο ευσταθεί ως αλήθεια ο δεύτερος ισχυρισμός των εναγόμενων ότι αυτά τα πρόσωπα στην παράνομη συνεδρία ενήργησαν εκ του πονηρού εξυπηρετώντας προσωπικά συμφέροντα. Σίγουρα είναι η αλήθεια ότι δεν εξηπηρετούσαν τα συμφέροντα όλης της κοινότητας επειδή επέλεξαν να συνεδριάσουν παράνομα χωρίς διαφάνεια και χωρίς να τηρηθούν δημοκρατικές διαδικασίες. Τα πρόσωπα που έλαβαν μέρος σ' αυτήν την συνεδρία γνώριζαν ότι ο κ Μουζούρης είχε αποκλειστεί από την προηγούμενη ψηφοφορία εξαιτίας της συγγένειας του με τους λατόμους και ο ίδιος στην αμέσως προηγούμενη συνεδρίαση είχε αποχωρήσει εθελοντικά από την συνεδρία όταν συζητήθηκε το ζήτημα της επέκτασης του λατομείου. Οπότε, κρίνω ότι οι εναγόμενοι απέδειξαν ότι ο ενάγοντας δεν συμμετείχε στην ψηφοφορία για να υπηρετήσει τα συμφέροντα όλης της κοινότητας ως ήταν το καθήκον του ως κοινοτικός σύμβουλος. Ακόμη και να δεχθώ την θέση του ενάγοντα ότι πίστευε ειλικρινά ότι προωθούσε τα συμφέροντα της κοινότητας και ότι οι εναγόμενοι παρακωλούσαν τα συμφέροντα της κοινότητας δύσκολα θα το αντιλαμβανόταν αυτό ο μέσος άνθρωπος που γνώριζε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η ψηφοφορία. Παρόλο τούτο υπολείπεται μαρτυρικό υλικό που να αποδεικνύει ότι ο ενάγοντας ενεργούσε καθαρά από προσωπικό συμφέρον και η ουσία αυτής της δυσφημιστικής έννοιας δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι η αλήθεια για το πρόσωπο του ενάγοντα. Αυτό το απόσπασμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι σχόλιο ώστε να προστατεύεται ως εύλογη κριτική. Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΥΛΟΓΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ Η πιο πάνω υπεράσπιση αφορά σχολιασμό ή κριτική επί γεγονότων που έχει αποδειχθεί ότι είναι αληθινά. Είναι σημαντικό να γίνει διαχωρισμός μεταξύ κριτικής επί συγκεκριμένων γεγονότων και κριτικής που διατυπώνεται σαν να είναι ισχυρισμός κάποιου γεγονότος. Επί παραδείγματι, το σχόλιο του εναγόμενου 1 επί του τεκμηρίου 1.8 για 'παράνομη συγκέντρωση' που συγκαλέσαν τα διαφωνούνται μέλη του κοινοτικού συμβουλίου δεν είναι κριτική επί γεγονότων αλλά είναι χαρακτηρισμός που διατυπώνει γεγονός που πρέπει να αποδειχθεί ότι αληθεύει για να αποτελέσει υπεράσπιση. Δηλαδή, αυτός ο χαρακτηρισμός δεν είναι κριτική των ενεργειών του ενάγοντα αλλά εκφράζει ως γεγονός ότι η συνεδρία ήταν παράνομη και έτσι δεν είναι κριτική εύλογη ή μη. Καθοδήγηση για το ζήτημα είναι Αγγλική αποφαση Fletcher-Moulton LJ said in Hunt v Star Newspaper[25] στην οποία διατυπώνονται τα κρίτηρια που εφαρμόζονται ώστε να διαχωριστεί το επίδικο κείμενο στην διατύπωση γεγονότος ή σε κριτική επί άλλων γεγονότων. "The law as to fair comment, so far as is material to the present case, stands as follows: In the first place, comment in order to be justifiable as fair comment must appear as comment and must not be so mixed up with the facts that the reader cannot distinguish between what is report and what is comment: see Andrews v. Chapman[26]. The justice of this rule is obvious. If the facts are stated separately and the comment appears as an inference drawn from those facts, any injustice that it might do will be to some extent negatived by the reader seeing the grounds upon which the unfavourable inference is based. But if fact and comment be intermingled so that it is not reasonably clear what portion purports to be inference, he will naturally suppose that the injurious statements are based on adequate grounds known to the writer though not necessarily set out by him. In the one case the insufficiency of the facts to support the inference will lead fair-minded men to reject the inference. In the other case it merely points to the existence of extrinsic facts which the writer considers to warrant the language he uses. In this relation *320 I must express my disagreement with the view apparently taken by the Court of Queen's Bench in Ireland in the case of Lefroy v. Burnside[27], where the imputation was that the plaintiffs dishonestly and corruptly supplied to a newspaper certain information. The Court treated the qualifications "dishonestly" or "corruptly" as clearly comment. In my opinion they are not comment, but constitute allegations of fact. It would have startled a pleader of the old school if he had been told that, in alleging that the defendant "fraudulently represented," he was indulging in comment. By the use of the word "fraudulently" he was probably making the most important allegation of fact in the whole case. Any matter, therefore, which does not indicate with a reasonable clearness that it purports to be comment, and not statement of fact, cannot be protected by the plea of fair comment. In the next place, in order to give room for the plea of fair comment the facts must be truly stated. If the facts upon which the comment purports to be made do not exist the foundation of the plea fails. This has been so frequently laid down authoritatively that I do not need to dwell further upon it: see, for instance, the direction given by Kennedy J. to the jury in Joynt v. Cycle Trade Publishing Co.[28], which has been frequently approved of by the Courts." Η επιστολή δεν διατυπώνει ξεχωριστά γεγονότα βάση των οποίων ο αναγνώστης θα συμπεραίνει ότι η συνεδρία ήταν ή δεν ήταν παράνομη και πραξικοπηματική. Ο χαρακτηρισμός αναμειγνύεται με γεγονότα με τέτοιο τρόπο που εκφράζεται ως γεγονός ότι η συγκέντρωση ήταν παράνομη και ο αναγνώστης πρέπει να υποθέσει ότι υπάρχουν άλλα εξωγενή γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν αυτό το συμπέρασμα. Το ίδιο ισχύει για την διατύπωση στην επιστολή ότι ο ενάγοντας και ακόμη ένα μέλος του κοινοτικού συμβουλίου συμμετείχαν στην παράνομη συνεδρία για προσωπικό συμφέρον. Πουθενά δε στην επιστολή δεν διατυπώνονται γεγονότα που να θεμελιώνουν την θέση του συγγραφέα της επιστολής ότι ενήργησαν από προσωπικό συμφέρον. Αντιθέτως, το γεγονός είναι και το συμπέρασμα και έτσι δεν μπορεί κατά την άποψη μου να πετύχει στην παρούσα περίπτωση η υπεράσπιση της εύλογης κριτικής. Στην Αγγλική υπόθεση In Branson v Bower[29], επεξηγήθηκε η θέση ότι η κριτική πρέπει να αφορά γεγονότα όπως αυτά έχουν διατυπωθεί στην πραγματικότητα. [29] A commentator must not deliberately distort the true situation. That would be relevant on "malice" even according to Lord Nicholls's criterion. It would not be honest. The matter of distortion (whether dishonest or otherwise) may also come into play, however, at the stage of the objective test, because one cannot decide whether a hypothetical commentator could hold an opinion in a vacuum. Even at this point, it is surely necessary to test the matter against some factual assumptions." Σε σχέση με το κατά πόσο ένα σχόλιο είναι εύλογη κριτική ο Λόρδος Diplock J (as Lord Diplock then was) διαπίστωσε ποιες είναι οι κατευθυντήριες γραμμές προς τους ενόρκους για την υπεράσπιση της εύλογης κριτικής στην υπόθεση Silkin v. Beaverbrook Newspapers Ltd. and Another[30] ως ακολούθως: "Would a fair-minded man holding strong views, obstinate views, prejudiced views, have been capable of making this comment? If the answer to that is yes, then your verdict in this case should be a verdict for the defendants. . If you were to take the view that it was so strong a comment that no fair-minded man could honestly have made it, then the defence fails and you would have to consider the question of damages." See also Halsbury's Laws of England, Vol 28, 4th ed (Reissue:1997) , para
  2. In relation to malice in the context of fair comment (which is different from the malice in the context of qualified privilege), Lord Nicholls of Birkenhead NPJ said in Albert Cheng v Tse Wai Chun[31]: "My conclusion on the authorities is that, for the most part, the relevant judicial statements are consistent with the views which I have expressed as a matter of principle. To summarise, in my view a comment which falls within the objective limits of the defence of fair comment can lose its immunity only by proof that the defendant did not genuinely hold the view he expressed. Honesty of belief is the touchstone. Actuation by spite, animosity, intent to injure, intent to arouse controversy or other motivation, whatever it may be, even if it is the dominant or sole motive, does not of itself defeat the defence. However, proof of such motivation may be evidence, sometimes compelling evidence, from which lack of genuine belief in the view expressed may be inferred. Proof of motivation may also be relevant on other issues in the action, such as damages. It is said that this view of the law would have the undesirable consequence that malice would bear different meanings in the defences of fair comment and qualified privilege, and that this would inevitably cause difficulty for juries. I agree that if the term 'malice' were used, there might be a risk of confusion. The answer lies in shunning that word altogether. Juries can be instructed, regarding fair comment, that the defence is defeated by proof that the defendant did not genuinely believe the opinion he expressed. Regarding qualified privilege, juries can be directed that the defence is defeated by proof that the defendant used the occasion for some purpose other than that for which the occasion was privileged. This direction can be elaborated in a manner appropriate to the facts and issues in the case." (ελεύθερη μετάφραση) Θα μπορούσε ένα άτομο που έχει ισχυρή άποψη και-ή προκατάληψη να κάνει σχόλιο κριτικής . Εάν η απάντηση είναι θετική τότε η ετυμηγορία του Δικαστηρίου πρέπει να είναι υπέρ των εναγομένων. Εάν κριτής των γεγονότων καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το σχόλιο ήταν τόσο άδικο που κανένα πρόσωπο αντικειμενικά και ειλικρινά δεν θα μπορούσε να κάνει τέτοιο σχόλιο τότε η υπεράσπιση αποτυγχάνει και πρέπει να αξιολογηθεί το ζήτημα των αποζημιώσεων. Για το ζήτημα της κακοπιστίας για σχόλιο που έγινε στα πλαίσια προνομίου με αίρεση παραπέμπω στην απόφαση του Lord Nichols. To συμπέρασμα με βάση τις αρχές της νομολογίας και από δηλώσεις διαφόρων Δικαστηρίων συμπίπτει με δικές μου απόψεις ως τις έχω εκφράσει και με δεσμεύουν ως θέμα αρχής. Κατά την δική μου κρίση και συνοψίζοντας, ένα σχόλιο που μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά εύλογη κριτική παύει να είναι υπεράσπιση μόνο εάν αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος δεν πίστευε ειλικρινά το σχόλιο που έκανε. Γνήσια πεποίθηση ότι το σχόλιο αληθεύει είναι το κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη. Εάν ενεργήσει με τέτοιο τρόπο κάποιος από έχθρα, ζήλια, πρόθεση να βλάψει, πρόθεση να προκαλέσει ζήτημα αντιπαράθεσης ή άλλο κίνητρο, όποιο και να είναι, ακόμη και να είναι το μόνο ή το κύριο ελατήριο αυτό δεν εκμηδενίζει την υπεράσπιση. Όμως απόδειξη τέτοιου κινήτρου μπορεί να είναι σχετικός παράγοντας για άλλα ζητήματα της αγωγής ως το ζήτημα που η αποζημιώσαν. Θεωρείται ότι τέτοια προσέγγιση του δικαίου παράγει ανεπιθύμητες συνέπειες επειδή το στοιχείο της κακοπιστίας θα ήταν διφορούμενος παράγοντας κατά την εξέταση της υπεράσπισης της εύλογης κριτικής και του προνομίου υπό περιορισμού και αυτό θα δημιουργήσει πρόβλημα στους ενόρκους. Συμφωνώ, ότι η χρήση του όρου «κακία» μπορεί να προκαλέσει σύγχυση. Είναι καλύτερα να αποφεύγεται η χρήση αυτής της λέξης εξ' ολοκλήρου. Μπορεί να καθοδηγηθούν οι ένορκοι σε σχέση με την υπεράσπιση της εύλογης κριτικής, ότι εκμηδενίζεται εάν αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος δεν πίστευε το σχόλιο που έκανε. Σε σχέση με προνόμιο υπό περιορισμό οι ένορκοι μπορεί να καθοδηγηθούν ότι η υπεράσπιση εκμηδενίζεται εάν αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος χρησιμοποίησε την περίσταση για σκοπό άλλο από αυτό για το οποίο συνήθως θεωρείται ότι η περίσταση απαιτεί την εφαρμογή του προνομίου. Αυτή η οδηγία μπορεί να διατυπωθεί με τέτοιο τρόπο που να προσαρμόζεται στα γεγονότα της υπόθεσης. Είμαι της γνώμης ότι η δήλωση στην επιστολή ότι ο ενάγοντας ενέργησε από προσωπικό συμφέρον είναι έκφραση γεγονότος και όχι έκφραση γνώμης. Περί τούτου, παραπέμπω και στην μαρτυρία του εναγόμενου 1 ο οποίος δεν παράθεσε κανένα στοιχείο για να αποδείξει ότι ο ενάγοντας συμμετείχε στην παράνομη συνεδρία και στην ψηφοφορία για λόγους που θα εξυπηρετούσε το συμφέρον του ίδιου προσωπικά. Η θέση του εναγόμενου 1 ως την εξέφρασε στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν ότι επειδή ο ενάγοντας συμμετείχε στην παράνομη συνεδρία και έλαβε μέρος στην ψηφοφορία με την οποία αυτά τα μέλη προώθησαν τις θέσεις τους προς τον Διοικητή τον Βρετανικών Βάσεων για επέκταση της λατομικής ζώνης τεκμαίρεται ότι είχε προσωπικό συμφέρον στην συγκεκριμένη απόφαση. Παρόλο που ο ενάγοντας είναι αδελφότεκνος ενός εκ των λατόμων και ενήργησε εκτός των όρων εντολής του ως κοινοτικός σύμβουλος δεν είναι αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι έπραξε μ' αυτόν τον τρόπο καθαρά για να προωθήσει συμφέρον δικό του ή συμφέρον συγγενικών του προσώπων. Είχα την ευκαρία να τον παρακολουθήσω στο εδώλιο του μάρτυρα όπου επεκτάθηκε σε σχέση με τα κίνητρα του να ακολουθήσει αυτή την πορεία πραγμάτων. Παρόλο που δεν με έπεισε ότι καθοδηγήθηκε από μόνο θεμιτά κριτήρια στην προώθηση των θέσεων, διαφορετικά δεν θα επέλεγε παράνομο τρόπο για να προωθήσει το επιθυμητό αποτέλεσμα για τον ίδιο, αυτό δεν σημαίνει ότι στην συνείδηση του καθοδήγηθηκε από προσωπικό συμφέρον. Με βάση όλα τα πραγματικά δεδομένα κρίνω ότι ο εναγόμενος 1 απέτυχε να αποδείξει ότι ο ενάγοντας καθοδηγήθηκε στην απόφαση του καθαρά από προσωπικό συμφέρον. Όταν οι εναγόμενοι του απέδωσαν ότι ενήργησε με προσωπικό συμφέρον πρόσθεσαν κάτι σε σχέση με το περιεχόμενο της επιστολής που δεν μπορούσαν να το αποδείξουν και χωρίς πραγματικά να γνωρίζουν κατά πόσο αυτό ευσταθούσε στην περίπτωση του ενάγοντα. Το μόνο που απέδειξαν οι εναγόμενοι και το μόνο που γνώριζαν με βάση τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι ότι ενέργησε ετσιθελικά αγνοώντας τα θέσμια, και αυτή δεν είναι θεμιτή συμπεριφορά από κοινοτικό σύμβουλο, προς τον σκοπό να εξασφαλίσει την απόφαση που ο ίδιος ήθελε να επικρατήσει στο συμβούλιο. Μπορεί να του αποδοθεί ότι καθοδήγηθηκε από αθέμιτα κίνητρα επειδή εν γνώσει του συμμετείχε σε ψηφοφορία που δεν ήταν το αποτέλεσμα νενομισμένων και δημοκρατικών διεργασιών. Το ότι αυτό το αθέμιτο κίνητρο είναι το προσωπικό του συμφέρον είναι κάτι το οποιο δεν εχει αποδειχθεί με αυστηρούς κανόνες απόδειξης. Όμως ένας αυστηρός κριτής του ενάγοντα, ως εξήγησε ο Lord Diplock στην Silkin, πιο πάνω , θα μπορούσε εύλογα να κάνει την κριτική ότι προέβη σε αθέμιτη ενέργεια από προσωπικό συμφέρον. Οι εναγόμενοι όμως δεν δικογράφησαν σωστά την υπεράσπιση της εύλογης κριτικής για να γνωρίζει το Δικαστήριο αλλά και ο ενάγοντας κατά πόσο αυτό εννοούσαν όταν προβάλλαν στο δικόγραφο τους την υπεράσπιση της εύλογης κριτικής. Οι εναγόμενοι έχουν κατορθώσει να αποδείξουν μερικώς την αλήθεια των δυσφημιστικών αποσπασμάτων της επιστολής αλλά όχι σε ότι αφορά το σημείο ότι ο ενάγοντας ενήργησε με αθέμιτο τρόπο εξαιτίας προσωπικού συμφέροντος. Παραμένει προς εξέταση κατά πόσο θα πρέπει να δικαιούται αποζημιώσεις επειδή η υπόληψη του έχει υποστεί επιπρόσθετη ζημιά από το γεγονός ότι του αποδίδονται προσωπικά κίνητρα για την απόφαση του να συμμετέχει σε μία μη νόμιμη σύγκληση του κοινοτικού συμβουλίου ως μέλος του κοινοτικού συμβουλίου και να λάβει μέρος σε ψηφοφορία. Παρόλο που αυτά που απέδειξαν οι εναγόμενοι ως αλήθεια θέτουν σοβαρά ερωτήματα σε σχέση με την επάρκεια του ως πρόσωπο που εκτελεί καθήκοντα κοινοτικού συμβούλου διαφορετικά θα ηθελε κατά την συνεδρία να είναι ο Έπαρχος παρών , ως εισηγήθηκε ο ίδιος ο Έπαρχος για να εξηγήσει τις θέσεις του σε σχέση με προηγούμενη ψηφοφορία ως και επίσης θα ήθελε να είναι παρόντες οι εναγόμενοι πρωτού ψηφίσει για μία απόφαση τόσο σοβαρή για το μέλλον της κοινότητας που θα δέσμευε τους κατοίκους της κοινότητας δέχομαι την θέση του ενάγοντα ότι υπέστει επιπρόσθετη ζημιά η υπόληψη του επειδή του αποδίδεται ότι έπραξε μ' αυτό τον τρόπο για προσωπικό συμφέρον. Αυτό δίδει μια άλλη χροιά στην υπόληψη του ενάγοντα ως πρόσωπο διεφθαρμένο δηλαδή κάποιος που χρησημοποιεί την δημόσια θέση που κατέχει για να προωθήσει το δικο του συμφέρον. Το μέτρο των αποζημιώσεων όμως πρέπει να αντιστοιχεί στην πραγματική ζημιά που υπέστει η υπόληψη του ενάγοντα λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ίδιος με τις ενέργειες του πλήγωσε πρώτα και πολύ περισσότερο την υπόληψη του με την συμμετοχή του στη ψηφοφορία. Ένας άνθρωπος δεν επιβραβεύεται με αποζημιώσεις για την χαμένη του υπόληψη αλλά λαμβάνει αποκατάσταση διότι η υπόληψη του επηρεάσθηκε από την δυσφήμηση. (βλ. Gatley on Libel and Slander[32]). Επειδή οι εναγόμενοι έχουν κατορθώσει να αποδείξουν ότι είναι αλήθεια κατ' ουσία ότι η συνεδρία ήταν παράνομη ως επίσης ότι τα πρόσωπα που έλαβαν μέρος σ' αυτή την συνεδρία εν γνώση τους ενήργησαν εκτός των θεσμών ο ενάγοντας δεν μπορεί να αναμένει ότι η υπόληψη του ήταν αψεγάδιαστη ώστε να δικαιούται αποζημιώσεις δυσανάλογες με την ζημιά που υπέστει. Ως λέχθηκε στην Αγγλική απόφαση Mcpherson v Daniels[33] ο νομός δεν επιτρέπει σε άτομο να πάρει αποζημιώσεις σε σχέση με υποληψη που δεν έχει ή που δεν πρέπει να έχει λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Περαιτέρω, το όποιο ποσό αποδοθεί στον ενάγοντα θα πρέπει να είναι μικρό ακόμη και ονομαστικό επειδή αυτή η επιστολή στάληκε μόνο στον Έπαρχο και άλλες κρατικές υπηρεσίες ώστε να ενημερωθούν για τα τεκτενόμενα της παρανομής συνεδρίας και να ληφθούν μέτρα ώστε να περισωθεί η κατάσταση πρωτού προχωρήσει η επέκταση της λατομικής ζώνης με μη αναστρέψιμες συνέπειες για την κοινότητα. Ο ενάγοντας ουδέποτε απέδειξε ότι οι εναγόμενοι κυκλοφόρησαν αυτή την επιστολή στην κοινότητα. Αναφορικά με την θέση του κ. Λουκαϊδη ότι ο ενάγοντας θα πρεπει να επιδέχεται κάποια κριτική εκ της θέσεως του ως δημόσιο πρόσωπο κρίνω ότι η θέση αυτή δεν ευσταθεί στην περίπτωση του ενάγοντα αν και δέχομαι ότι προκειται για πρόσωπο που κατείχε δημόσιο αξίωμα και ως τέτοιο πρόσωπο που ανήκει στην σφαίρα προσωπων που θα πρέπει να επιδέχεται εύλογη κριτική για τις πράξεις του (βλ. Μακαριος Δρουσιώτης ν Σωτήρης Παπασάββας)[34]. Ο λόγος που δεν ευσταθεί αυτή η θέση ειναι επειδή αποδίδεται στον ενάγοντα σαν δυσφημιστική επιστολή η θέση ότι ενήργησε από προσωπικό συμφέρον. Αυτό δεν είναι κριτική ή γνώμη για το άτομο του αλλά γεγονός δυσφημιστικό. Όταν αποδίδεται ένα δυσφημιστικό γεγονός σε πρόσωπο ακόμη και σε δημόσιο πρόσωπο αυτός θα πρέπει να έχει την προστασία του νόμου. Η ελευθερία της έκφρασης που δίδει προστασία στο κοινό και σε δημοσιογράφους να εκφράζουν ελευθερα την γνώμη τους αναφορικά με δημόσια πρόσωπα καλύπτει μόνο κριτική επί γεγονότων. Ως εκ τούτο, αποδίδεται στον ενάγοντα ποσό αποζημιώσεων 1000 ευρώ. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων γι' αυτό το ποσό. Επειδή το ποσό των αποζημιώσεων είναι χαμηλό είναι ορθό όπως τα έξοδα της αγωγής επιδικασθούν κατά των εναγομένων στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και δίδονται οδηγίες στον πρωτοκολλητή να υπολογίσει τα έξοδα σε αυτή την βάση και έπειτα να εκγριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] Gatley on Libel and Slander, Sweet & Maxwell, Sixth Edition, Chapter 3 Interpretation, par.88 Objective Test. [2] Id. Par. 93 [3] [1894] 2 AC 284 [4] [1960] AC 1090 [5] [1940] 1 KB. 397 [6]
(1968)1 All E.R. 497 [7] Eleventh Edition, Section 4. Words Calculated to Disparage in any Office Profession, Calling Trade or Business pg. [149] [8] [2003] 1 WLR 1836 [9] pg. [148] υποσημείωση 87 [10]
(1998)3 ΑΑΔ 769, στη σελίδα 772 [11] (τόμος 1950 (α) σελίς 991) [12]
(1964)CLR 313 [13] Unesap 2009 [14] A users guide to measuring Local Governance [15] Gatley on Libel and Slander Sweet and Maxwell Eleventh Edition par. 29.19 Basis of privilege to be stated footnote 76 [16] 1 ΑΑΔ 1683
(1997)[17] Times Law Reports, 3/9/91 [18] [1939] 2 All E.R. 605, 608 [19] [1986] 1 All E.R. 177, 183 [20] [1939] 2 ALL E.R. 605 [21] [1990] 1 WLR 183 [22] (Gatley on Libel and Slander Sweet and Maxwell 11th edition Chapter 11 Justification par. 11.9) [23] [2001] 1 WLR 579 CA [24]
(1998)19 WAR 440 [25] [1908] 2 KB 309, Tab 3, at 319-320 [26] [FN16] [27] [FN17] [28] [FN18] [29] [2002] QB 737, at p 748, para 29 [30] [1958] 1 WLR 743, Tab 5, at 749 [31]
(2000)3 HKCFAR 339 at p 360I to 361D [32] Sweet and Maxwell Chapter 9 paragraph 9.2 [33]
(1829)10 B & C 263 [34] 6 Μαρτίου 2015 Πολιτικη εφεση 236/11 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.