← Κύπρος

IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD ν. ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 2283/2011, 13/7/2016

IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD ν. ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 2283/2011, 13/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A139 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 2283/2011 Μεταξύ: IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD Ενάγουσας / Αιτήτριας - και - ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση ------------------- Ημερομηνία: 13/07/2016 Αίτηση για απόσυρση «δήλωσης», ημερομηνίας 24/08/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κα Ε. Ανδρέου για την Αντώνης Ανδρέου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Εναγόμενο / Καθ' ου η Αίτηση: κ. Α. Δημητριάδης για την Ανδρέας Δημητριάδης & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Νομική Πτυχή

  1. Αποτελεί αρχή, σύμφωνα με το δίκαιο της απόδειξης, ότι, οποιαδήποτε δήλωση παραδοχής από διάδικο σε ότι αφορά τα γεγονότα μιας υπόθεσης, αποτελεί μαρτυρία εναντίον του εαυτού του (βλ. R v Erdheim [1896] 2 Q.B. 260). Παραδοσιακά, ακόμη και σε περιόδους όπου ίσχυαν πολύ αυστηρές πρόνοιες περί της αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας κατά την ακροαματική διαδικασία, παραδοχή ενός διαδίκου ήταν (υπό εξαιρέσεις), δεκτή κατά την δίκη ως μαρτυρία εναντίον του (και συνήθως, όχι προς όφελος του), επί του σκεπτικού ότι, τέτοια παραδοχή ήταν (όταν τέτοια ήταν η περίπτωση), εκούσια, και επειδή, ως δήλωσης έναντι των συμφερόντων του συγκεκριμένου διαδίκου, περισσότερο πιθανόν να ανταποκρινόταν στην αλήθεια.
  2. Ο όρος «παραδοχή» στο δίκαιο της απόδειξης είναι διφορούμενος. Μπορεί να σημαίνει παραδοχή που γίνεται από διάδικο σε οποιαδήποτε διαδικασία σε ότι αφορά ένα γεγονός και η οποία (παραδοχή) μπορεί να αποδειχθεί με μαρτυρία στα πλαίσια διαδικασίας όπου το γεγονός αυτό αποτελεί μέρος της αντιδικίας, ή μπορεί να σημαίνει συμφωνία των μερών για απαλλαγή του διαδίκου που επικαλείται συγκεκριμένο γεγονός από την υποχρέωση να το αποδείξει (βλ. Police v Michaili Yorgho Katsiamali (V10)1 Α.Α.Δ. 92 και Μιλτιάδη Μιλτιάδους ν Αριστου Χ" Στεφάνου

(2000)1 Α.Α.Δ. 1776). Η τελευταία περίπτωση, που άπτεται και του ζητήματος που το Δικαστήριο καλείται τώρα να αποφασίσει, είναι, ως παραδοσιακά έχει επικρατήσει ο χαρακτηρισμός της, η επίσημη / τυπική παραδοχή για σκοπούς δίκης («formal admission for purposes of trial»). H δε πρώτη περίπτωση, είναι, η καλούμενη, επίσης παραδοσιακά κατά το κοινόδίκαιο, ως άτυπη / ανεπίσημη παραδοχή («informal admission») (βλ. Το Δίκαιο Της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, έκδοσης 2014, σελίδες 275 έως 282). 3. Επικεντρώνομαι στην περίπτωση, που, ως έχει προαναφερθεί, εδώ αφορά. Παραδοχές που γίνονται με σκοπό την απαλλαγή ενός διαδίκου από την απόδειξη γεγονότων κατά την δίκη δύναται να γίνουν, είτε προδικαστικά μέσω των δικογράφων ή ειδοποιήσεων ή ως άλλως πως επιτρέπεται από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, είτε κατόπιν συμφωνίας ή άλλως πως, των διαδίκων ή των αντιπροσώπων τους, προδικαστικά ή κατά την διάρκεια της δίκης. Συναφώς, έχει αποφασιστεί, ότι, παραδοχή που γίνεται από τον συνήγορο διαδίκου κατά την δίκη, προς τον σκοπό απαλλαγής του αντιδίκου από την υποχρέωση απόδειξης γεγονότων, αποκλείει την παρουσίαση οποιασδήποτε μαρτυρίας επί του ζητήματος (βλ. Παναγιώτας Παρλάτα ν Στέλλας Δημητρίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2009, ημερομηνίας 21//05/2014, Urrquhart v Butterfield
(1888)37 Ch.D. 357 και Το Δίκαιο Της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, έκδοσης 2014, σελίδες 279 έως 280, την θεματική ενότητα «
  1. Τυπικές Παραδοχές / (α) Πολιτικές Υποθέσεις».). Η τελευταία αυτή περίπτωση, είναι αυτή που ειδικότερα ενδιαφέρει για σκοπούς εξέτασης του υποβληθέντος αιτήματος.
  2. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, αν και η κατάσταση, ως επεξηγώ στην συνέχεια, έχει κάπως διαφοροποιηθεί λόγω των ριζικών αλλαγών που επήλθαν στους Civil Procedure Rules με την νομοθετική πράξη Civil Procedure Act του 1997 την 26/04/1999 που οι εν λόγω θεσμοί ετέθησαν σε ισχύ, η αρχή που διέπει το υπό εξέταση ζήτημα εξακολουθεί να έχει την ίδια βάση (βλ. Part 14 Civil Procedure Rules Volume 1 και Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελίδες 73 και 74, παράγραφο 4-06). Δηλαδή, είναι γενικά αναγκαίο και απαραίτητο, σε κάθε τέτοια περίπτωση όπου εγείρεται ζήτημα απόσυρσης επίσημης παραδοχής γεγονότων, να εξετάζεται από το Δικαστήριο, πως οι διάδικοι αντίστοιχα επηρεάζονται σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος και εάν έχει αποδειχθεί από πλευράς αιτητή καλός λόγος που να δικαιολογεί την ανάκληση τους (βλ. Bird v Birds Eye Walls Ltd, απόφαση ημερομηνίας 21/07/1987, δημοσιευμένη στους Times την 24/07/1987, Kathleen Frances Gale v Superdrug Stores Plc [1996] EWCA Civ 1300, Keith Thomas Sollitt v DJ Broady Ltd a. a. [2000] EWCA Civ 450 και Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελίδα 74).
  3. Στην Κύπρο, έχουν υιοθετηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο μας, οι ίδιες αρχές (βλ. Το Δίκαιο Της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, έκδοσης 2014, σελίδες 279 έως 280, την θεματική ενότητα «
  4. Ανάκληση Παραδοχών» και τις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Εταιρεία Τεχνικών Έργων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 94, Νίκου Σοφοκλέους ν Λαϊκή Σπορτιγκ Κλαπ κ. α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 69, Cybarco Ltd κ. α. ν Rawnsello Trading Co Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 726, Χάρης Χρίστου ν Ευγενίας Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ. 1874 και Τιμόθεος Αντωνίου ν Νικου Νικολάου κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 136).
  1. Το προαναφερόμενο, αποφασιστικής σημασίας κριτήριο για αιτήματα του είδους, - πως δηλαδή επηρεάζονται τα δικαιώματα των διαδίκων αντίστοιχα από την ανάκληση των παραδεκτών γεγονότων -, δηλώθηκε για πρώτη φορά από τον Ralph Gibson LJ, στην υπόθεση Bird ανωτέρω. Ετέθη ως εξής: «. when a defendant has made an admission the court should relieve him of it and permit him to withdraw it or amend it if in all the circumstances it is just to do so having regard to the interests of both sides and to the extent to which either side may be injured by the change in front.».
  2. Το ίδιο κριτήριο, έτυχε εκτεταμένης συζήτησης από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Kathleen Frances Gale ανωτέρω, το οποίο, σε μία διιστάμενη απόφαση του 2:1, ανέτρεψε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην επιτρέψει την απόσυρση παραδοχής που είχε γίνει πριν από την δίκη. Ο Waite LJ, που τάχθηκε με την πλειοψηφία, είχε βασίσει το σκεπτικό του στα εξής: «. There are certainly instances where, as a preliminary to the exercise of its discretion, the court will insist upon a satisfactory explanation. One such is a case where a plaintiff is seeking an extension of time for service after the validity of the proceedings has expired - see Ward-Lee v Lineham [1993] 1 WLR
  3. But those are instances where a party has been in breach of some rule or direction and needs to make his peace first with the court. A party withdrawing an admission is to be regarded in a more favourable light. Excuse (or lack of it) is not entitled, in my judgment, to any particular emphasis: it is just part of the overall picture and will carry no more weight than the particular circumstances require. I prefer Mr Vineall's submission that the discretion is a general one in which all the circumstances have to be taken into account, and a balance struck between the prejudice suffered by each side if the admission is allowed to be withdrawn (or made to stand as the case may be). Although the judge reached his conclusions in the course of a full and careful judgment, Mr Vineall's criticisms of the judge's approach to the exercise of his discretion are also, in my judgment, well founded. The judge had no evidence before him of any specific matter which rendered it more difficult for the plaintiff to prosecute a claim in liability than it would have been if the admission had never been made. No one pointed, for example, to any eye-witness whose evidence would have been obtained if liability had been in issue but who cannot now be traced. It is certainly true (as Sir George Waller pointed out) that this is a field in which there is scope for some degree of obvious inference, but the judge had nothing beside a general assumption that all delay is prejudicial to place against the very clear prejudice which the defendants would suffer if they were not allowed to urge the view of liability on which - albeit at a late stage - they had received fresh advice from their solicitors as soon as they were instructed. The judge was entitled to take account, as anyone naturally would, of the disappointment suffered by the plaintiff, but he was wrong in my view to elevate it to the status of a major head of prejudice, thereby giving it a wholly disproportionate emphasis. The right order for the judge to have made in a proper exercise of his discretion would in my judgment have been to grant the defendants leave to resile from the admission. In saying that, I do not wish to minimise the distress suffered by the plaintiff. She had every reason to be gravely disappointed. Litigation is however a field in which disappointments are liable to occur in the nature of the process, and it cannot be fairly conducted if undue regard is paid to the feelings of the protagonists. That does not mean that the late retraction of an admission is something that the courts should encourage. But what it does mean is that a party resisting the retraction of an admission must produce clear and cogent evidence of prejudice before the court can be persuaded to restrain the privilege which every litigant enjoys of freedom to change his mind.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  4. Ο Millett LJ, επίσης μέρος της πλειοψηφίας του αγγλικού Εφετείο που εκδίκασε την υπόθεση Kathleen Frances Gale ανωτέρω, σημείωσε, ότι, το ζήτημα της απόσυρσης παραδοχής γεγονότος/των, βασίζεται στις ίδιες αρχές που βασίζεται και η τροποποίησης δικογράφων (στο οποία μπορεί να περιλαμβάνονται και παραδοχές γεγονότων που μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο τροποποίησης). Όταν εντοπίζεται από τα γεγονότα της υπόθεσης, ότι, ο διάδικος που επιθυμεί να αποσύρει παραδοχή στην οποία προέβη σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, δεν ενεργεί κακόπιστα, ή τακτικά και με αλλότριους σκοπούς, ότι τίθεται με την υπόθεση που επιθυμεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, ως αποτέλεσμα και της απόσυρσης, ζήτημα/τα με λογική προοπτική επιτυχίας στην δίκη και ότι, με την έγκριση του αιτήματος του, ο αντίδικος του, παρά την όποια καθυστέρηση που αντικειμενικά θα προκληθεί στην διαδικασία, δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, το Δικαστήριο κατά κανόνα, πρέπει να εγκρίνει το αίτημα. Αναφέρει συγκεκριμένα στην απόφαση του ο έντιμος Δικαστής: «In my judgment the same principles apply whether or not the amendment involves the withdrawal of an admission previously made in the pleadings. The position of a defendant who belatedly seeks to raise a new defence cannot sensibly be distinguished from that of a defendant who seeks to withdraw an earlier admission. Each is seeking to raise an issue which cannot be raised without amendment; the amendment will almost invariably cause some delay and expense; and it must come as a disappointment to the plaintiff who did not expect to have to litigate the issue now raised for the first time. Nor is the position of a defendant who pleads a defence which is inconsistent with an admission made before action brought materially different from that of a defendant who seeks to withdraw an admission made in the pleadings. If anything, his position should be easier, since his change of stance is signalled at an earlier stage of the litigation, and is less likely to waste time or costs. Accordingly, I respectfully agree with the observations of Ralph Gibson LJ in Bird v Birds Eye Walls Ltd. The Times 24th. July 1987 when he indicated that a defendant should be relieved of an admission and allowed to withdraw it or amend it: "if in all the circumstances of the case it is just to do so having regard to the interests of both sides and to the extent to which either side may be injured by the change in front." In conformity with the approach of the Court towards applications to amend the pleadings where no withdrawal of an admission is involved, I consider that the Court should ordinarily allow an admission to be withdrawn if it can be done without injustice to the other party and if no question of bad faith or overreaching is involved. In the High Court the plaintiff may be able to crystallise the position by applying under RSC Order 27 Rule 3 for judgment on admissions. But the defendant can resist the application by seeking leave to withdraw the admission and, if necessary, amending his defence. In my judgment leave should be normally be granted if the application is made in good faith, raises a triable issue with a reasonable prospect of success, and will not prejudice the plaintiff in a manner which cannot be adequately compensated. . It is not normally necessary for a party to justify his decision to amend his pleadings or withdraw an admission. It is enough that he wishes to do so. The Judge's insistence that the Defendants should give an adequate explanation of their change of front was, in my view, based on a misreading of the decision in Bird v Birds Eye Walls Ltd. In that case the circumstances were unusual. . The present is a very different case. The admission was made by the Defendants' insurers. When their solicitors came on the scene, they advised that liability should be contested. The admission should never have been made; the Defendants have a strongly arguable defence; they wish to put it forward; they are acting in good faith; there is no question of strategic manoeuvring. It would be a serious injustice to them if they were precluded from disputing liability. They have taken all necessary steps to prevent their change of front from causing any prejudice to the Plaintiff.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  5. Η διιστάμενη απόφαση στην υπόθεση Kathleen Frances Gale ανωτέρω, είχε δοθεί από τον Thorpe LJ, ο οποίος επικεντρώθηκε στην υποχρέωση του διάδικου αιτητή να αποδείξει καλό λόγο για την αλλαγή στην στάση του, που θα πρέπει πρώτα να αποδεικνύεται, πριν το Δικαστήριο υπεισέρθει σε ζητήματα που αφορούν, είτε την υπόθεση που προτίθεται να παρουσιάσει, είτε την ζημιά που τυχόν να προκληθεί στον αντίδικο του (τα οποία αποδέχθηκε ότι επίσης αποτελούν ζητήματα προς εξέταση ως ήταν και η θέση της πλειοψηφίας του σώματος). Παραθέτω περικοπή από την απόφαση του έντιμου Δικαστή, από την οποία φαίνεται και το προαναφερόμενο σκεπτικό του.: «Both counsel support their contentions by reference to the judgments in this court in Bird v Birds Eye Walls Limited. Lord Justice Ralph Gibson posited the probable test as follows: "When a defendant has made an admission the court should relieve him of it and permit him to withdraw it or amend it if in all the circumstances it is just so to do having regard to the interests of both sides and to the extent to which either side may be injured by the change in front." However, later he stressed the significance of the quality of the defendant's justification for shifting his position in passages at pages 11, 12 and
  6. For me the essential sentence is as follows: "Asked to give leave in those circumstances, as it seems to me, the court must look to the explanation which the applicant offers for wishing to change his position." On this issue of general principle I favour the submissions of Mr Soole. Mr Vineall's presentation is altogether too favourable to defendants. Authority with which he supports his submission is more relevant to applications to amend pleadings or applications to strike out for want of prosecution. Authority as to the practice in the High Court more than a century ago cannot recognise the demands and exigencies of the civil justice system as it is today. Furthermore it does not seem helpful to me to create a system of stages postponing or excluding altogether the need for the defendant to explain himself. Applying the general to this particular case leads me to the conclusion that the decision reached by Judge Wroath was on the very border of the discretion which he exercised. The plaintiff's application was prepared almost as if she were entitled to the order as of right. No prejudice was asserted in the supporting affidavit and even when put on notice by the defendants's affidavit in opposition no further affidavit was filed to meet the deficiency. However the judge had before him the words of Sir George Waller: "I find it very difficult to visualise any personal injury case where, if a formal admission of liability were withdrawn 18 months after it had been made, it would not prejudice the plaintiff." . The civil justice system is under stress and far reaching reforms are in prospect. There is a public interest in excluding from the system unnecessary litigation and a consequent need to curb strategic manoeuvring. Here the plaintiff presented the defendant's insurers with the choice of an admission of liability or service of writ. The defendant's insurers, presumably advisedly, chose to admit liability. That admission was the foundation of over two years of continuing search for a compromise on quantum. As Mr Soole submitted, had the plaintiff insisted upon obtaining a consent judgment on the issue of liability before embarking on that protracted negotiation the defendant would have protested that it was a proposal to incur costs to no purpose. I share judge Wroath's opinion that against that background the defendant's explanation for resiling from their admission was `really a very weak one`. Although I accept the force of my lord, Lord Justice Waite's criticisms and although I recognise that this was a robust conclusion in the absence of any specific evidence of prejudice, I ultimately conclude that this was a decision to which the judge was entitled to come in the exercise of discretion and in furtherance of a more disciplinary approach to adversarial manoeuvring which the public interest now requires.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  7. Το ζήτημα επανήλθε ενώπιον του αγγλικού Εφετείου για εξέταση, μετά την ριζική αλλαγή των Civil Procedure Rules ως έχει προαναφερθεί, στην υπόθεση Keith Thomas Sollitt ανωτέρω, οπόταν, με δεδομένη αυτή την θεσμική αλλαγή που αποσκοπούσε, μεταξύ άλλων, στην καλύτερη διαχείριση και στον ισχυρότερο δικαστικό έλεγχο της αστικής δίκης, ομόφωνα το δικαστικό σώμα υιοθέτησε τα όσα αναφέρθηκαν από τον Thorpe LJ στην διιστάμενη απόφαση του στην υπόθεση Kathleen Frances Gale ανωτέρω. Ο Bingham LCJ που έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Keith Thomas Sollitt ανωτέρω, ανέφερε συγκεκριμένα, ότι, τα όσα ο Waite LJ είχε αναφέρει στην απόφαση του στην υπόθεση Kathleen Frances Gale ανωτέρω αποτελούσαν σημαντική καθοδήγηση ως προς το ποια είναι η ορθή αντιμετώπιση για την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και της επίτευξης εξισορρόπησης των συγκρουόμενων συμφερόντων των διαδίκων σε τέτοιες περιπτώσεις, χωρίς όμως να θέτει ως αρχή οτιδήποτε πέραν του ότι, η ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς αποδοχή τέτοιου αιτήματος, εξαρτάται από τα γεγονότα και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Σημειώνοντας παράλληλα ότι, «the dissenting judgment of Thorpe U has very considerable persuasive force, particularly in the new procedural environment inaugurated by the Civil Procedure Rules».
  8. Στην Κύπρο το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Cybarco Ltd ανωτέρω, συνόψισε τις αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα, που ως έχει προαναφερθεί υιοθετούν τα όσα ισχύουν εν προκειμένω στο Ηνωμένο Βασίλειο, ως εξής: «Η παραδοχή γεγονότων αποτελεί θεσμοθετημένο μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων (Δ.21) και τον περιορισμό τους προδικαστικά (Δ.24). Γεγονότα μπορεί να γίνουν παραδεχτά σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας προς εξυπηρέτηση του ίδιου σκοπού. Όπως τονίζεται σε πρόσφατη Αγγλική απόφαση, είναι προς το συμφέρον τόσο της δικαιοσύνης όσο και των διαδίκων, (α) όπως η διάρκεια της δίκης δεν είναι μακρύτερη απ' ότι είναι απαραίτητο για την απονομή της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση, και (β) ότι δεν πρέπει να αναλώνεται δικαστικός χρόνος σε θέματα τα οποία δεν είναι υπό αμφισβήτηση. Η απόφαση είναι η Stanton v. Callaghan [1998] 4 All E.R. 961 (CA), και το σχετικό απόσπασμα το ακόλουθο (σελ. 984): "It is of importance to the administration of justice, and to those members of the public who seek access to justice, that trials should take no longer than is necessary to do justice in the particular case, and that, to that end, time in court should not be taken up with a consideration of matters which are not truly in issue." Στην Κύπρο η ακρόαση δικαστικής υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο αποτελεί θεμελιώδη συνταγματική αρχή και ατομικό δικαίωμα συναρτημένο με την εξασφάλιση δίκαιης δίκης - Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. (Βλ. μεταξύ άλλων Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512· Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294· Μακρή κ.ά. ν. Χ"Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203· Δημοκρατία ν. Ford
(1995)2 A.A.Δ. 232.) Ορθά διαπιστώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η ανάκληση της παραδοχής γεγονότων θα επηρέαζε δυσμενώς τα συμφέροντα των εφεσιβλήτων για την εξασφάλιση δίκαιης δίκης ώστε να καθίσταται άδικο να επιτραπεί στους εφεσείοντες να αποστούν από τη δήλωσή τους. Ούτε θα μπορούσε να παραγνωριστεί το διαρρεύσαν, από την παραδοχή των γεγονότων, χρονικό διάστημα ως παράγοντας ανασταλτικός για την τεκμηρίωση της υπόθεσης των εφεσιβλήτων. Είναι ορθή η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα παραδεχτά γεγονότα αποτέλεσαν την αφετηρία και το βάθρο για την παρουσίαση της υπόθεσης των εφεσιβλήτων ενώπιον του Δικαστηρίου. Έγκριση του αιτήματος των εφεσειόντων, θα οδηγούσε στην επανακλήτευση ενός ή περισσοτέρων μαρτύρων των εφεσιβλήτων, που θα αποτελούσε αφ' εαυτού παράγοντα καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης. Αναπόδραστα απόκλιση των εφεσειόντων από την παραδοχή στην οποία προέβησαν θα ανέτρεπε το βάθρο στο οποίο οι εφεσίβλητοι οικοδόμησαν την απόδειξη της υπόθεσής τους ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Αποδοχή του αιτήματος των εφεσειόντων θα ισοδυναμούσε με τον επαναπροσδιορισμό του πλαισίου της αντιδικίας σε προχωρημένο στάδιο της δίκης, γεγονός ζημιογόνο τόσο για την απονομή της δικαιοσύνης, όσο και για τα συμφέροντα των εφεσιβλήτων. Ούτε μπορεί να παραγνωριστεί ότι τα στοιχεία τα οποία αποκαλύπτουν την αξία των εμπορευμάτων αποτελούν τεκμήρια και επομένως αναπόσπαστο μέρος της μαρτυρίας που δεν μπορεί να αποσυρθεί. (Βλ. Μαυρομμάτης ν. Ε.Δ.Υ., Προσφ. αρ. 198/92 - 13.10.1993.)». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Το αίτημα και τα γεγονότα
  1. Στρέφομαι τώρα στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης.
  2. Την 24/09/2015, με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι διάδικοι, μέσω των συνηγόρων τους, συμφώνησαν και δήλωσαν στο Δικαστήριο ως παραδεκτά, συγκεκριμένα γεγονότα. Επιπρόσθετα, συμφώνησαν και το εξής: «κ. Δηµητριάδης: Επιπρόσθετα µε τα παραδεκτά γεγονότα έχουµε συµφωνήσει µε την άλλη πλευρά τα ακόλουθα: Οι διάδικοι συµφωνούν όπως η εκτελεσθείσα εργασία όπως προβλεπόταν στο συµβόλαιο ηµερ. 24/09/2010, Τεκμήριο ΠΓ8, επαναµετρηθεί από µέρους του Τµήµατος Δηµοσίων Εργων ή άλλου πολιτικού µηχανικού για το πρόσωπο του οποίου θα συµφωνήσουν οι διάδικοι στην παρουσία εκπροσώπων των διαδίκων. Σε περίπτωση που θα διαπιστωθεί από την καταµέτρηση η εκτελεσθείσα επιπρόσθετη ή ολιγότερη εργασία από την κατονοµαζόµενη στο συµφωνητικό έγγραφο τότε η επιπρόσθετη εργασία θα κοστολογηθεί σύµφωνα µε τις προβλεπόµενες τιµές µονάδος στο συµφωνητικό έγγραφο και το τυχόν επιπρόσθετο ποσό θα προστεθεί στο ποσό του συµβολαίου και αν διαπιστωθεί η εκτελεσθείσα ολιγότερη εργασία από την προβλεπόµενη εργασία στο συµφωνητικό έγγραφο τότε η µη εκτελεσθείσα εργασία θα κοστολογηθεί µε τις προβλεπόµενες τιµές µονάδος στο συµφωνητικό έγγραφο και το ποσό που θα προκύψει θα αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό που προβλέπεται στο συµφωνητικό έγγραφο. Για σκοπούς υπολογισµού της τιµής του ασφαλτικού οδοστρώµατος θα συνυπολογίζονται οι τιµές µονάδος που αναφέρονται στο συµφωνητικό έγγραφο για (α) υποθεµέλιο (β) θεµέλιο (γ) πρώτη στρώση ασφάλτου και (δ) δεύτερη δόση ασφάλτου. Μετά από τα πιο πάνω ζητούµε όπως η υπόθεση οριστεί ενώπιον σας για συνέχιση της ακρόασης, εκτός αν προηγουµένως ειδοποιηθεί το Δικαστήριο ότι έχουµε καταλήξει σε συµβιβασµό. Τα σηµερινά έξοδα να είναι έξοδα στην πορεία. κα Ανδρέου: Συµφωνώ.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  3. Κατά την 09/05/2016 που η υπόθεση τελικά ορίστηκε για την συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας, η συνήγορος της Ενάγουσας, πριν την έναρξη της δίκης, υπέβαλε στο Δικαστήριο το εξής αίτημα - στο οποίο η κρίσης του Δικαστηρίου δίδεται τώρα -, στο οποίο η πλευρά του Εναγομένου έφερε ένσταση: «κα Ανδρέου: Πριν συνεχίσει η ακρόαση θα ήθελα να προβώ στο εξής αίτηµα. Είχαν, στις 24.9.2015 είχαν κατατεθεί παραδεκτά γεγονότα και στο τέλος είχαµε αναφέρει οι δικηγόροι για, θα υπήρχε στα πλαίσια προσπάθειας εξώδικου διακανονισµού θα προβαίναµε σε επιµέτρηση εργασίας και θα γινόταν κάποια πρόσθεση-αφαίρεση, η οποία έχει καταγραφεί. Σε αυτό το στάδιο, έχοντας υπόψη ότι δεν έχουµε καταλήξει σε τελικό ποσό, η δική µας πλευρά αποσύρει την εν λόγω δήλωση στη βάση της βασικής αρχής ότι δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε κώλυµα ή επηρεασµός των θέσεων της άλλης πλευράς, λαµβάνοντας υπόψη ότι έχει, εν τω µεταξύ, µεσολαβήσει αίτηση τροποποίησης η οποία έγινε δεκτή και στη βάση της τροποποίησής µας οι Εναγόµενοι έχουν θέσει την Υπεράσπισή τους, την οποία έχουν δικαίωµα να προωθήσουν. Σας παρουσιάζω την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δηµοκρατίας ν. Εταιρεία Τεχνικών Έργων Λτδ, citation
(1993)1 Α.Α.Δ. 94, στην οποία υπόθεση υιοθετηθεί η αγγλική υπόθεση Clark ν. Wίlkinson
(1964), 65 απολογούµαι, 1 ΑΙΙ E.R., σελ.
  1. Και, ως εκ τούτου, αιτούµαι από το Δικαστήριο άδεια για απόσυρση της εν λόγω δήλωσής µου.».
  2. Συμπληρώνοντας στην συνέχεια η κα Ανδρέου, ότι: «κα Ανδρέου: Το θέµα της επιµέτρησης που έγινε αυτό . είµαστε σε θέση να το να δεχθούµε .. Εκείνο που διαφωνούµε, και γι' αυτό γίνεται η απόσυρση, είναι ο τρόπος κοστολόγησης του υπολοίπου. Με αυτό. Δεν υπάρχει διαφωνία αν, εκτός από το ένα θέµα που λέει ο κύριος Δηµητριάδης, άρα γι' αυτό γίνεται απόσυρσης στον τρόπο υπολογισµού εφόσον υπάρχει πλέον εµπειρογνώµονας ο οποίος µας έχει συµβουλέψει να αποσύρουµε σε αυτό το στάδιο.».
  3. Και διευκρινίζοντας τελικά, ότι: «κα Ανδρέου: . η απόσυρση της δήλωσης ξεκινά από το «σε περίπτωση». Όπως έχω πει, το θέµα της επιµέτρησης δεν το αποσύρω. Οι πρώτες τέσσερεις γραµµές για το θέµα της επιµέτρησης και τα λοιπά εκείνο παραµένει.».
  4. Η ένσταση του Εναγομένου, βασίστηκε στα εξής: «κ. Δηµητριάδης: Είχα την ευκαιρία κατά το διάλειµµα να µελετήσω την απόφαση που η ευπαίδευτη συνάδελφος είχε την καλοσύνη να παρουσιάσει στο Δικαστήριο για ενίσχυση του αιτήµατός της και θα ήθελα να αναφέρω πως δεν επείστηκα καθόλου οµολογώ ότι µπορεί να γίνει αυτή η απόσυρση δήλωσης η οποία έγινε στα πλαίσια της δίκης. Στην υπόθεση Clark Ltd v. Wilkinson
(1965)ΑΙΙ E.R., σελ. 934, αποφασίστηκε πράγµατι ότι «εφόσον οι παραστάσεις τις οποίες είχε προβεί διάδικος µέσω του δικηγόρου δεν είχαν επιπτώσεις και άφησαν αµετάβλητη τη θέση του διαδίκου ... (διαβάζει) χωρίς συνέπειες». Όµως, ακολούθησε η υπόθεση Lang dale v. Dampi
(1982)3 ΑΙΙ E.R., σελ. 129, ΗL (House of Lords), όπου εδώ αποφασίστηκε κύριε Πρόεδρε ότι «παραστάσεις, λέει, στις οποίες ο διάδικος προβαίνει µέσω του δικηγόρου του προς τον αντίδικο του (διαβάζει) ... πριν να τροποποιήσει τη θέση του». Και αν δεχτούµε ακόµα κύριε Πρόεδρε ότι εδώ είναι εξ υποσχέσεως κώλυµα, που πιστεύω ότι είναι κάτι πιο ισχυρό κώλυµα που υπάρχει στην προκειµένη περίπτωση που γίνεται ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσης σαν αποδέκτες, είναι το δικαιϊκό κώλυµα το λεγόµενο. Προκύπτει σοβαρότατη ζηµιά εάν επιτραπεί η απόσυρση αυτής της κοινής δήλωσης και αποδοχής του τρόπου επίλυσης της διαφοράς αυτής. Με την απόσυρση της δήλωσης προκύπτει µεγάλη ζηµιά στην πλευρά των Εναγοµένων και θα εξηγήσω γιατί κύριε Πρόεδρε. Πρώτα από όλα υπήρχαν δύο σκέλη στην κοινή δήλωση. Το πρώτο σκέλος αφορούσε την επιµέτρηση της εκτελεσθείσας εργασίας από µέρους των Δηµοσίων Έργων στην παρουσία εκπροσώπων των δύο πλευρών. Το δεύτερο ήταν ο τρόπος που θα υπολογιστεί το τελικό ποσό που θα έπρεπε να πληρωθεί, να πληρωθούν οι Ενάγοντες για την εκτελεσθείσα εργασία τους για την εκτέλεση αυτού του συµβολαίου εργολαβίας που επήραν και καθορίστηκε µε την συµφωνία αυτή µε σαφήνεια και καθαρότητα πώς θα γίνει ο υπολογισµός αυτός. Σε τέτοιο βαθµό κύριε Πρόεδρε που µε την κατάθεση του υπολογισµού που έγινε της εκτελεσθείσας εργασίας θα ήταν πολύ εύκολο για το Δικαστήριό σας να εφαρµόσει αυτά που συµφωνήσαµε µε βάση τις τιµές µονάδος που έχουν κατατεθεί σαν παραδεκτό γεγονός επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου και να καταλήξουµε στο ποσό. Σε τέτοιο βαθµό, ένα άλλο θέµα που συνηγορεί υπέρ της άποψής µου κύριε Πρόεδρε είναι πώς µετά την καταµέτρηση αυτή που έγινε από το Τµήµα Δηµοσίων Έργων στην παρουσία εκπροσώπων των δύο πλευρών και την υπογραφή τους ότι συµφωνούν επακολούθησαν άλλα γεγονότα. Επροχώρησε δηλαδή η διαδικασία κύριε Πρόεδρε. Με βάση την καταµέτρηση αυτή η πλευρά των Εναγόντων υπέβαλαν αίτηµα για τροποποίηση των της Έκθεσης Απαίτησης και την προσαρµογή της σύµφωνα µε τα ευρήµατα του Τµήµατος Δηµοσίων Έργων. Αν κύριε Πρόεδρε ανατρέξοµε στην αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, της οπισθογράφησης ουσιαστικά του Κλητηρίου Εντάλµατος των Εναγόντων, η οποία καταχωρήθηκε στις 22.1.2016, θα δούµε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση στη δεύτερη παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως, η οποία λέει: «κατόπιν συµφωνίας µε τους δικηγόρους των Εναγοµένων ... (διαβάζει) ... συµφωνήθηκαν». (Συνεχίζει να διαβάζει). Και µπήκε το Τεκµήριο 1, η καταµέτρηση του Τµήµατος Δηµοσίων Έργων. Προχωρά στην τρίτη παράγραφο «Με βάση το Τεκµήριο 1 ... (διαβάζει) . και τα λοιπά. Δηλαδή θέλω να πω κύριε Πρόεδρε ότι στη συνέχεια, και µε βάση αυτά, εφαρµόστηκαν αυτά τα οποία συµφωνήσαµε ενώπιον του Δικαστηρίου σας. Και εγκρίθηκε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία είναι προσαρµοσµένη µε τα ευρήµατα του Τµήµατος Δηµοσίων Έργων στα οποία συµφωνούµε και οι δύο πλευρές εκτός ένα σηµείο που αφορά το crasher ant στην επιπρόσθετη εργασία που διεκδικούν οι Ενάγοντες ότι έχουν εκτελέσει. Και αυτό δεν ήταν δυνατό ούτε να επιµετρηθεί ούτε να καταγραφεί από το Τµήµα Δηµοσίων Έργων. Γι' αυτό όµως το θέµα µπορεί να έρθει µαρτυρία κύριε Πρόεδρε. . Το γεγονός ότι έχουµε αποδεχθεί την τροποποίηση δεν δηµιουργεί οποιοδήποτε πρόβληµα ότι δεν αποδεχόµαστε οτιδήποτε λέει η τροποποιηθείσα Έκθεση Απαίτησης ή η υπό τροποποίηση τότε µε την αίτηση, δεχθήκαµε µε κοινή, µε την συγκατάθεση µας και εκδόθηκε διάταγµα τροποποίησης. Μετά την καταχώρηση του τροποποιηµένου Κλητηρίου Εντάλµατος η πλευρά η δική µας καταχώρησε Υπεράσπιση. Πάλιν βασιζόµενοι στα ευρήµατα του Τµήµατος Δηµοσίων Έργων και στα όσα συµφωνήσαµε στις 24.9.2015 µε τα παραδεκτά γεγονότα και την κοινή δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία επιχειρείται να αποσυρθεί και ενώ σήµερα παρουσιαστήκαµε για συνέχιση της ακρόασης η άλλη πλευρά παρουσιάζεται και επιθυµεί να αποσύρει την δήλωση αυτή µε βάση την οποία τροποποίησε τα δικόγραφά της και εκείνη η πλευρά και εµείς. Βεβαίως και προκύπτει ζηµιά για τους Εναγόµενους κύριε Πρόεδρε που δεν είναι µόνο δικηγορικά έξοδα, είναι και ουσίας η ζηµιά διότι στο δεύτερο σκέλος που περιέχει η κοινή µας δήλωση κύριε Πρόεδρε καθορίζεται και ο τρόπος υπολογισµού της εκτελεσθείσας εργασίας. Αν ήταν έτσι κύριε Πρόεδρε θα κάµναµε κοινά αποδεκτά γεγονότα δηλώσεις, θα προχωρήσουµε σε ένα στάδιο και στο µέσο της διαδικασίας εφόσον βλέπαµε ότι, της ακρόασης, ότι δεν πάει καλά η υπόθεση θα αποσύρναµε τις κοινές δηλώσεις µε βάση τις οποίες φθάσαµε µέχρι εκεί και να ξαναρχίσουµε από την αρχή. Ε δεν είναι επιτρεπτό αυτό το πράγµα. Και η υπόθεση εκείνη που ανέφερα της Αγγλίας είναι ξεκάθαρη κύριε Πρόεδρε. Ευσεβάστως υποβάλλω ότι το αίτηµα των Εναγόντων θα πρέπει να απορριφθεί κύριε Πρόεδρε γιατί στο στάδιο που γίνεται αν ήταν δυνατό να επιτραπεί τέτοια διαδικασία θα επέφερε πολύ µεγάλη αδικία στην πλευρά των Εναγοµένων. Ευχαριστώ.». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Εξέταση του αιτήματος 18. Συγκλίνω με τις θέσεις του Εναγομένου. (
  1. i)Η δικογραφία 19. Η απαίτηση της Ενάγουσας, ως αρχικά παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε και εκδόθηκε εναντίον του Εναγομένου την 01/08/2011 και διαμορφώθηκε δια σχετικής τροποποιήσεως την 05/07/2013 πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασία, είχε την βάση της την παράβαση σύμβασης παροχής υπηρεσιών. Αιτία της παράβασης, σύμφωνα με το εν λόγω δικόγραφο της, αποτελούσαν, κατά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, τα ακόλουθα. Μετά την κατακύρωση προσφοράς της Ενάγουσας που είχε υποβληθεί στον Εναγόμενο, είχε συμφωνηθεί όπως η Ενάγουσα εκτελέσει και/ή κατασκευάσει για λογαριασμό του Εναγομένου, 280 τ. μ. κράσπεδα / ρείθρες, 2.635 τ. μ. ασφαλιστικό οδόστρωμα και να τοποθετήσει, περίπου, 168 τ. μ. αγωγού λυμάτων του Συμβούλιου Αποχετεύσεως Πάφου και 3 φρεάτια του Συμβούλιου Αποχετεύσεως Πάφου και άλλες συναφείς, με την προαναφερόμενη ανάθεση, εργασίες, σε τμήμα της οδού Αχέπανς στην ενορία Αναβαργός, στην πόλη της Πάφου, έναντι της συμφωνηθείσας τιμής προσφοράς των €76.900, πλέον Φ. Π. Α. Για τις υπόλοιπες εργασίες, είχε, κατά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, συμφωνηθεί, ότι, η πληρωμή τους θα γινόταν με τις τιμές μονάδος που είχαν υποβληθεί από την Ενάγουσα. Παρά, την, από την πλευράς Ενάγουσας, συμπλήρωση των εργασιών την 29/10/2010, ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στην κλήση της Ενάγουσας να της πληρώσει την απαίτηση της για €99.751,81 (συμπεριλαμβανομένου Φ. Π. Α. ως είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο), που αυτή είχε υποβάλει κανονικά βάσει της μεταξύ τους σύμβασης, αμφισβητώντας μέρος των εργασιών και πληρώνοντας της μόνον €36.225 (συμπεριλαμβανομένου Φ. Π. Α.) για τις εργασίες που είχε αποδεχθεί. Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί, αποτέλεσαν την βάση της απαίτησης της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €65.184 (ήτοι €55.240,70 πλέον Φ. Π. Α. προς 18%), πλέον σχετιζόμενα χρηματοδοτικά έξοδα ως αποζημίωση, πλέον ποσό €4.565,30 πλέον Φ. Π. Α. που αντιστοιχεί στο 5% επί του ποσού που ήταν καταβλητέο στην Ενάγουσα με βάση την επίδικη σύμβαση και το οποίο απαιτεί λόγω παρέλευσης της συμφωνηθείσας 12μήνης περιόδου παρακράτησης του, ως επίσης και διάταγμα για την επιστροφή τραπεζικής εγγύησης ύψους €15.380 που είχε δοθεί από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο για σκοπούς της επίδικης σύμβασης. 20. Η υπεράσπιση του Εναγομένου στους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της απαίτησης της Ενάγουσας, ως αρχικά παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο την 05/12/2011 και διαμορφώθηκε ένεκα της προαναφερόμενης τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, είχε την εξής βάση. Μετά την προκήρυξη από πλευράς του Εναγομένου της σχετικής με το επίδικο έργο προσφοράς, είχε υπογραφεί μεταξύ του και της Ενάγουσας η σύμβαση ημερομηνίας 24/09/2010, δια της οποίας η Ενάγουσα είχε αναλάβει την εκτέλεση των εργασιών που ο Εναγόμενος είχε ζητήσει με την εν λόγω προσφορά, έναντι του ποσού των €76.900, πλέον Φ. Π. Α. Εντούτοις, οι εργασίες που η Ενάγουσα εκτέλεσε, ήταν διαφορετικές από τις εργασίες που είχαν προκηρυχτεί και συμφωνηθεί. Σύμφωνα με ρητό όρο της μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης σύμβασης, ο Εναγόμενος είχε το δικαίωμα να αυξομειώσει την ποσότητα της εργολαβίας, μέχρι ποσοστού 40%. Συνεπώς, κατασκευάστηκαν 298,5 τ. μ. κράσπεδα / ρείθρες, αντί των 280 τ. μ. που είχαν συμφωνηθεί, ήτοι 18,5 τ. μ. επιπλέον. Κατασκευάστηκαν 170 τ. μ. αγωγού λυμάτων του Συμβούλιου Αποχετεύσεως Πάφου, αντί των 168 τ. μ. που είχαν συμφωνηθεί, ήτοι 2 τ. μ. επιπλέον. Κατασκευάστηκαν 1.384 τ. μ. ασφαλιστικό οδόστρωμα, αντί των 2.635 τ. μ. που είχαν συμφωνηθεί, ήτοι 1.250,50 τ. μ. λιγότερα. Ως εκ των προαναφερομένων, ισχυρίζεται ο Εναγόμενος, το ποσό των €99.751,81 (συμπεριλαμβανομένου Φ. Π. Α.) είναι εξωπραγματικό, υπερβολικά ψηλό και δεν ανταποκρίνεται στην έκταση και το είδος της εκτελεσθείσας από μέρους της Ενάγουσας εργασίας. Βάσει των συμφωνηθέντων, η Ενάγουσα εκτέλεσε εργασία για την οποία δικαιούται ανταλλάγματος €35.981,80, πλέον Φ. Π. Α., ποσό που της προσφέρθηκε αλλά το απέρριψε. Ο Εναγόμενος, πλήρωσε ήδη στην Ενάγουσα έναντι της εκτελεσθείσας εργασίας το ποσό των €36.225. Το δε προαναφερόμενο ποσό των €35.981,80, πλέον Φ. Π. Α. είναι, κατά το Εναγόμενο, το υπόλοιπο οφειλόμενο για το σύνολο της εκτελεσθείσας εργασίας. Σε ότι δε αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας για την επιστροφή της τραπεζικής εγγύησης ύψους €15.380 που είχε δοθεί για σκοπούς της επίδικης σύμβασης, ισχυρίζεται, ότι, ουδέποτε αρνήθηκε την επιστροφή της, η οποία τραπεζική εγγύηση, εν πάση περιπτώσει, έληξε και κατέστη άνευ οποιασδήποτε αξίας. 21. Η Απάντηση της Ενάγουσας στους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του Εναγομένου, ως είχε διαμορφωθεί δια των τροποποιήσεων πριν από την δίκη, ήταν, σε γενικές γραμμές, ότι, το ποσό της απαίτησης της είναι ορθό, δίκαιο και ανταποκρίνεται πλήρως στα όσα είχαν με τον Εναγόμενο συμφωνήσει. Επιπρόσθετα, ισχυριζόταν, ότι, η επίδικη συμφωνία δεν είναι τέτοιας φύσης που επιδέχεται υπολογισμούς με τιμές μονάδων και/ή ποσοστώσεων και/ή ότι η επίδικη συμφωνία δεν προνοούσε για υπολογισμό του καταβλητέου προς τον Εναγόμενο ποσού κατά μονάδα, και/ή επί μετρήσεων, και/ή ότι το έργο δεν ήταν επί μετρήσεων και/ή επιμετρήσιμο. (
  2. ii)Η Τροποποίηση 22. Την 22/01/2016 και ακολούθως της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας και των δηλώσεων των συνηγόρων των διαδίκων ως έχουν προεκτεθεί, η Ενάγουσα αποτάθηκε στο Δικαστήριο και βασιζόμενη στα ακόλουθα γεγονότα, αιτήθηκε την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης της: «2. Κατόπιν συµφωνίας µε τους δικηγόρους των εναγοµένων στις 19.1.2016 διενεργήθηκε επιτόπια επιθεώρηση και από κοινού επιµέτρηση των εργασιών που εκτελέστηκαν από τους ενάγοντες στα πλαίσια εκτέλεσης των εργασιών της επίδικης προσφοράς. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 αντίγραφο εγγράφου στο οποίο καταγράφηκαν οι ποσότητες που συµφωνήθηκαν. 3. Με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1, οι ενάγοντες µας εφοδιάσαν µε κατάσταση λογαριασµού όπως διαµορφώνεται µε βάση τις συµφωνηµένες ποσότητες και ως εκ τούτου είναι αναγκαίο για να τεθούν όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου όπως προστεθούν στην Εκθεση Απαίτησης οι σχετικές συµφωνηµένες ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν ούτως ώστε σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει σε εύρηµα ότι οι ενάγοντες δικαιούνται µόνο τις εκτελεσθείσες εργασίες, να υπάρχει ενώπιον του η αναγκαία µαρτυρία. 4. Σε ότι αφορά τις υπόλοιπες τροποποιήσεις, αυτές βασίζονται σε ήδη δοθείσα µαρτυρία και παραδεκτά γεγονότα και σκοπό έχουν όπως γίνει η σχετική δικογράφηση τους όπως προνοεί η σχετική νοµολογία. 5. Ειλικρινά πιστεύω ότι δεν επηρεάζονται τα δικαιώµατα των εναγοµένων αφού η διαδικασία ξεκίνησε µε την δήλωση παραδεκτών γεγονότων και εκ συµφώνου κατάθεση εγγράφων που εν πάσει περιπτώσει δεν αµφισβητήθηκαν εξ' αρχής και είναι δυνατή η αποζηµίωση των καθ'ων η αίτηση µε σχετική διαταγή εξόδων. 6. Η παρούσα αίτηση έγινε άµεσα, µόλις µας δόθηκε ο αναλυτικός κατάλογος εργασιών από τον επιµετρητή ποσοτήτων που αντιπροσώπευσε τους ενάγοντες κατά την επιτόπια επιθεώρηση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 23. Με την εν λόγω τροποποίηση, που έγινε αποδεκτή από πλευράς του Εναγομένου και εξεδόθη, σχετικά, εκ συμφώνου των διαδίκων, διάταγμα του Δικαστηρίου επιτρέπον την τροποποίηση την 24/02/2016, η έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας διαμορφώθηκε ως εξής. Μετά την κατακύρωση προσφοράς της Ενάγουσας που είχε υποβληθεί στον Εναγόμενο, είχε συμφωνηθεί όπως η Ενάγουσα εκτελέσει και/ή κατασκευάσει για λογαριασμό του Εναγομένου, 280 τ. μ. κράσπεδα / ρείθρες, 2.635 τ. μ. ασφαλιστικό οδόστρωμα και να τοποθετήσει 168 τ. μ., περίπου, αγωγού λυμάτων του Συμβούλιου Αποχετεύσεως Πάφου και 3 φρεάτια του Συμβούλιου Αποχετεύσεως Πάφου και άλλες συναφείς, με την προαναφερόμενη ανάθεση, εργασίες, σε τμήμα της οδού Αχέπανς στην ενορία Αναβαργός, στην πόλη της Πάφου, έναντι της συμφωνηθείσας τιμής προσφοράς των €76.900, πλέον Φ. Π. Α. Για τις υπόλοιπες εργασίες, είχε, συμφωνηθεί, ότι, η πληρωμή τους θα γινόταν με τις τιμές μονάδος που είχαν υποβληθεί από την Ενάγουσα. Παρά, την, από την πλευράς Ενάγουσας εμπρόθεσμη συμπλήρωση των εργασιών την 29/10/2010, ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στην απαίτηση της Ενάγουσας να της πληρώσει το ποσό των €99.751,81 (συμπεριλαμβανομένου Φ. Π. Α. ως είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο), που αυτή είχε εκδώσει κανονικά βάσει της μεταξύ τους σύμβασης (δηλαδή, το συμφωνηθέν ποσό των €76.900, πλέον επιπρόσθετες εργασίες που είχαν εκτελεστεί δυνάμει εντολών του Εναγομένου ή και εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων του, συνολικού ποσού €14.406 πλέον Φ. Π. Α. - λαμβανομένου υπόψη και του ποσού των €4.565,30 πλέον Φ. Π. Α. που αντιστοιχεί στο 5% επί του ποσού που ήταν καταβλητέο στην Ενάγουσα με βάση την επίδικη σύμβαση λόγω παρέλευσης της συμφωνηθείσας 12μήνης περιόδου παρακράτησης του), αμφισβητώντας μέρος των εργασιών και πληρώνοντας της μόνον €36.225 (συμπεριλαμβανομένου Φ. Π. Α.) για τις εργασίες που είχε αποδεχθεί. Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί, αποτελούν την βάση της απαίτησης της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €59.806 πλέον Φ. Π. Α.. Διαζευκτικά, η Ενάγουσα, αξιώνει ποσό €45.753,50 πλέον Φ. Π. Α. ως ποσό που αντιπροσωπεύει την εύλογη και/ή συμφωνηθείσα αμοιβή της για τις εκτελεσθείσες εργασίες δυνάμει των όρων ή και συμφωνημένων τιμών μονάδος της επίδικης σύμβασης. Σε σχέση με την οποία απαίτηση, σημειώνεται, η Ενάγουσα δίδει λεπτομέρειες, με αναφορά στην εργασία, την ποσότητα, την τιμή μονάδος και το ποσό απαίτησης για την κάθε τέτοια εργασία. Επιπρόσθετα των προαναφερομένων ποσών, η Ενάγουσα αξιώνει, χρηματοδοτικά έξοδα, καθώς επίσης και τόκο λόγω της καθυστέρησης εξόφλησης της παρασχεθείσας προς τον Εναγόμενο υπηρεσίας της, δυνάμει των προνοιών του Νόμου 123(Ι)/2012, πλέον ποσό €4.565,30 πλέον Φ. Π. Α. που αντιστοιχεί στο 5% επί του ποσού που ήταν καταβλητέο στην Ενάγουσα με βάση την επίδικη σύμβαση και το οποίο απαιτείται λόγω παρέλευσης της συμφωνηθείσας 12μήνης περιόδου παρακράτησης του, ως επίσης και διάταγμα για την επιστροφή τραπεζικής εγγύησης ύψους €15.380 που είχε δοθεί από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο για σκοπούς της επίδικης σύμβασης. 24. Ακολούθως της τροποποίησης, ο Εναγόμενος προέβαλε στο Δικαστήριο την ακόλουθη υπεράσπιση. Μετά την προκήρυξη από πλευράς του Εναγομένου της σχετικής με το επίδικο έργο προσφοράς, είχε υπογραφεί μεταξύ του και της Ενάγουσας η σύμβαση ημερομηνίας 24/09/2010, δια της οποίας η Ενάγουσα είχε αναλάβει την εκτέλεση των εργασιών που ο Εναγόμενος είχε ζητήσει με την εν λόγω προσφορά έναντι του ποσού των €76.900, πλέον Φ. Π. Α. Σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης, το συμφωνηθέν ποσό των €76.900, πλέον Φ. Π. Α. περιελάμβανε την κατασκευή 280 τ. μ. κράσπεδου / ρείθρας, 2.635 τ. μ. ασφαλτικού οδοστρώματος, και τοποθέτηση 168 τ. μ. αγωγού λυμάτων του Συμβούλιου Αποχετεύσεων Πάφου και 3 φρεατίων του Συμβούλιου Αποχετεύσεων Πάφου. Για τις υπόλοιπες εργασίες η πληρωμή θα γινόταν σύμφωνα με τις τιμές μονάδων που είχαν υποβληθεί. Επί τόπου, εκτελέστηκαν, βάσει των συμφωνηθέντων, οι ακόλουθες εργασίες. Κατασκευάστηκαν 290 τ. μ. κράσπεδα / ρείθρες, αντί των 280 τ. μ. που είχαν συμφωνηθεί, ήτοι 10 τ. μ. επιπλέον. Κατασκευάστηκαν 170 τ. μ. αγωγού λυμάτων του Συμβούλιου Αποχετεύσεως Πάφου, αντί των 168 τ. μ. που είχαν συμφωνηθεί, ήτοι 2 τ. μ. επιπλέον. Κατασκευάστηκαν 1.315 τ. μ. ασφαλιστικό οδόστρωμα, αντί των 2.635 τ. μ. που είχαν συμφωνηθεί, ήτοι 1.320 τ. μ. λιγότερα και 3 φρεάτια του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Πάφου. Επιπρόσθετα της συμφωνηθείσας εργασίας, η Ενάγουσα εκτέλεσε επί τόπου, ήτοι ως επιπρόσθετη εργασία, 42 τ. μ. οικιστικές συνδέσεις και 49 τ. μ. κόψιμο ασφάλτου. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος και/ή παραδεκτός όρος της προσφοράς και της σύμβασης, ότι, σε περίπτωση όπου θα εκτελείτο επιπρόσθετη ή ολιγότερη εργασία από την συμφωνηθείσα, τότε η επιπρόσθετη εργασία θα κοστολογείτο σύμφωνα με τις προβλεπόμενες τιμές μονάδος στη σύμβαση και το επιπρόσθετο σε σχέση με αυτές ποσό θα προστίθετο στο ποσό της σύμβασης. Αν δε, διαπιστωνόταν ότι η εκτελεσθείσα εργασία ήταν ολιγότερη από την συμφωνηθείσα, τότε η μη εκτελεσθείσα εργασία θα κοστολογείτο σύμφωνα με τις προβλεπόμενες τιμές μονάδος στη σύμβαση και το σχετικό με αυτές ποσό θα αφαιρείτο από το ποσό της σύμβασης. Για σκοπούς υπολογισμού της τιμής του ασφαλτικού οδοστρώματος θα συνυπολογίζονταν οι τιμές μονάδος για τις οποίες αναφορά γίνεται στην σύμβαση σε σχέση με (α) υποθεμέλιο, (β) θεμέλιο, (γ) πρώτη στρώση ασφάλτου και (δ) δεύτερη δόση ασφάλτου. Στην βάση αυτού του υπόβαθρου γεγονότων, από το συμφωνηθέν ποσό των €76.900, πλέον Φ. Π. Α. (α) θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των €57.684 που αναλογεί στην μη εκτέλεση ασφαλτικού οδοστρώματος 1.320 τ. μ., και (β) θα πρέπει να προστεθεί το ποσό των €380 που αφορά τα επιπρόσθετα 10 τ. μ. κράσπεδων / ρείθρων, το ποσό των €174 που αφορά τα επιπρόσθετα 2 τ. μ. αγωγών λυμάτων, το ποσό των €2.856 που αφορά την εργασία των οικιστικών συνδέσεων 42 τ. μ. και το ποσό των €196 που αφορά την εργασία της κοπής ασφάλτου 49 τ. μ. Από την προσθαφαίρεση των προαναφερόμενων ποσών, η Ενάγουσα δικαιούται να πληρωθεί, βάσει της σύμβασης, το ποσό των €22.822, πλέον Φ. Π. Α. το οποίο της έχει ήδη πληρωθεί. Έχοντας ο Εναγόμενος καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό των €36.225 (συμπεριλαμβανομένου και του Φ. Π. Α.), όχι μόνο δεν οφείλει στην Ενάγουσα, αλλά δικαιούται να αξιώσει και την επιστροφή της παρουσιασθείσας υπερπληρωμής (δια ξεχωριστής αγωγής για την οποία επιφυλάσσει, ως αναφέρει, τα δικαιώματα του). Σε ότι δε αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας για την επιστροφή της τραπεζικής εγγύησης ύψους €15.380 που είχε δοθεί για σκοπούς της επίδικης σύμβασης, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε αρνήθηκε την επιστροφή της, η οποία, εν πάση περιπτώσει έληξε και κατέστη άνευ οποιασδήποτε αξίας. 25. Η τροποποιημένη Απάντηση της Ενάγουσας, έχει, σε γενικές γραμμές, ως εξής. Η επίδικη συμφωνία δεν είναι τέτοιας φύσης που επιδέχεται υπολογισμούς με τιμές μονάδων και/ή ποσοστώσεων και/ή ότι η επίδικη συμφωνία δεν προνοούσε για υπολογισμό του καταβλητέου προς τον Εναγόμενο ποσού κατά μονάδα, και/ή επί μετρήσεων, και/ή ότι το έργο δεν ήταν επί μετρήσεων και/ή επιμετρήσιμο. Διαζευκτικά, ισχυρίζεται, ότι, η ποσότητα της εκτελεσθείσας εργασίας και/ή το συνολικό ποσό στην βάση επιμέτρησης ποσοτήτων ή και μονάδων ανέρχεται στα ποσά που με λεπτομέρεια παραθέτει στην έκθεση απαίτησης της και/ή η εκτίμηση ή και επιμέτρηση από τον Εναγόμενο της εκτελεσθείσας εργασίας στην έκθεση υπεράσπισης της είναι το αποτέλεσμα λανθασμένων ή και ελλιπών υπολογισμών και/ή οι εκτελεσθείσες εργασίες υπολογίστηκαν κατά παράβαση των όρων της επίδικης σύμβασης και/ή εν πάση περιπτώσει ο Εναγόμενος εμποδίζεται από την αρχή του κωλύματος να θέτει τον εν λόγω ισχυρισμό. Ο Εναγόμενος, σύμφωνα με τους όρους της επίδικης σύμβασης, είχε δικαίωμα να αυξομειώσει τις εργασίες, συνολικά μέχρι και 40% και ως εκ τούτου, εμποδίζεται να ισχυρίζεται τα όσα ισχυρίζεται στην έκθεση υπεράσπισης του. Εμμένει η Ενάγουσα στην απαίτηση της και αρνείται τον ισχυρισμό του Εναγομένου περί υπερπληρωμής της. (iii) Η Κατάληξη 26. Από τα προαναφερόμενα βρίσκω, ότι, οι αντίστοιχες θέσεις των διαδίκων σε ότι αφορά τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, έχουν ουσιωδώς μεταβληθεί στην βάση των όσων συμφωνήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου την 24/09/2015, αφού το αποτέλεσμα των ενεργειών τους βάσει της εν λόγω συμφωνίας, οδήγησε στις σχετικές τροποποιήσεις που επήλθαν στην δικογραφία βάσει του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/02/2016. Επισημαίνεται εδώ το γεγονός της εξής, ουσιαστικής επίπτωσης στην υπόθεση της Ενάγουσας από την προαναφερόμενη συμφωνία των διαδίκων. Η Ενάγουσα, που φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της, με αυτή την διευθέτηση, που είχε ως αποτέλεσμα την διαπίστωση γεγονότων δεσμευτικών και για τους δύο διάδικους (ήτοι, επιμέτρησης της εκτελεσθείσας εργασίας αντικείμενο της απαίτησης της Ενάγουσας), απαλλάσσεται από την υποχρέωση απόδειξης τους. Αυτό το μέρος της συμφωνίας, η Ενάγουσα επιδιώκει να το διασφαλίσει, αποδεχόμενη το αποτέλεσμα της, επιδιώκοντας όμως την ανάκληση των όσων οδηγούν προς την περαιτέρω διαπίστωση γεγονότων, ουσιωδών, ως προκύπτει από τους ισχυρισμούς του Εναγομένου, για την υπεράσπιση του (ήτοι, πως υπολογίζεται το κόστος αυτής της εργασίας που έχει επιμετρηθεί). Αυτό, δεν θεωρώ ότι είναι επιτρεπτό, γιατί, όχι μόνο θα σήμαινε ότι ο χρόνος που αναλώθηκε για σκοπούς υλοποίησης της διευθέτησης, αναλώθηκε σε βάρος της όσο το δυνατόν ταχύτερης εκδίκασης της υπόθεσης, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα για όλους τους διαδίκους, αλλά και γιατί αν κάτι τέτοιο γινόταν επιτρεπτό, θα σήμαινε εγκλωβισμό του Εναγομένου σε θέσεις που αλλιώς πιθανόν να μην συμφωνούσε, - δεδομένης και της αρχής της αναδρομικότητας («relating back principle») όταν αίτημα για τροποποίηση δικογράφων γίνεται αποδεκτό [[i]] - επηρεάζοντας τα δικαιώματα του Εναγομένου δυσμενώς και ανεπανόρθωτα. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα ήμουν διατεθειμένος να αποδεχθώ ανάκληση μιας οποιασδήποτε τέτοιας επίσημης / τυπικής παραδοχής γεγονότων, που, ως έχει προαναφερθεί, δεν γίνεται αυτοδίκαια, χωρίς να έχει αποδειχθεί στο Δικαστήριο, και μάλιστα ενόρκως, καλός λόγος που δικαιολογεί αυτή την ανάκληση. Η απλή αναφορά της συνηγόρου της Ενάγουσας, περί της άποψης εμπειρογνώμονα της Ενάγουσας ότι δεν συμφέρει στην Ενάγουσα το δεύτερο μέρος αυτής της διευθέτησης, βρίσκω ότι δεν επαρκεί. 27. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, το υπό κρίση αίτημα της Ενάγουσας αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται. Η Ενάγουσα καταδικάζεται στα έξοδα της διαδικασίας της 09/05/2016 τα οποία επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και τα οποία θα είναι πληρωτέα μετά την τελική κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης. 28. Προχωρώ να προγραμματίσω την υπόθεση για την συνέχιση της Ακροάσεως της. (Υπ.) ________________________ ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Στο Annual Practise 1966, στην σελίδα 458, υπό τον τίτλο «Effect of Amendment », αναφέρονται τα εξής σχετικά, που επεξηγούν με σαφήνεια την προαναφερόμενη αρχή δικαίου: «Effect of Amendment.-An amendment duly made, with or without leave. Takes effect, not from the date when the amendment is made, but from the date οf the original document which it amends; and this Rule applies to every successive amendment of whatever nature and at whatever stage the amendment is made. Thus, when the amendment is made to the writ, the amendment dates back το the date of the original issue of the writ and the action continues as though the amendment had been inserted from the beginning: "the writ as amended becomes the origin of the action, and the claim thereon indorsed is substituted for the claim originally indorsed" (per Collins, M.R., in Sneade v. Wotherton, etc. [1904] 1 Κ. Β. At 297). Similarly in the pleadings: "once pleadings are amended, what stood before amendment is no longer material before the Court and no longer defines the issues to be tried" (per Hodson, L.J., in Warner v. Sαmpson, [1959] 1 Q. Β. At 321). The fact that the pleading has been amended will not affect the incidence of subsequent costs, even though the action is decided οn the point raised by the amendment (Nottage v. Jαckson
(1883), 11 Q. Β. D. 627, C. Α.). The rule as to the effect of an amendment is the reason why a plaintiff may not amend his writ by adding a cause οf action which has accrued to him since the issue of the writ (see Eshelby v. Fed. European Bank, [1932] 1 Κ. Β. 254, affirmed at 423); and this rule lies at the root οf the difficulties which arise when an amendment is sought which will or might prejudice the other party or deprive him of a defence which has already accrued to him ...». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.