← Κύπρος

Κ.Κ. KOUZINOUI LTD κ.α. ν. ΧΑΜΠΗ ΔΗΜΗΤΡΗ, Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 1129/2016, 13/9/2016

Κ.Κ. KOUZINOUI LTD κ.α. ν. ΧΑΜΠΗ ΔΗΜΗΤΡΗ, Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 1129/2016, 13/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 1129/2016 Μεταξύ:

  1. Κ.Κ. KOUZINOUI LTD
  2. ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΥΛΙΔΟΥ Εναγόντων / Αιτητών - και - ΧΑΜΠΗ ΔΗΜΗΤΡΗ Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση ------------------- Ημερομηνία: 13/09/2016 Αίτηση Για Ενδιάμεσο/α Διάταγμα/τα ημερομηνίας 28/06/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές / Ενάγοντες: κα Ε. Παπαγεωργίου για την Δ. Συζίνος & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση / Εναγόμενο: κ. Χ. Κ. Μούσκος για την Κυριάκος Χρ. Μούσκος Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
  3. Αναλαμβάνω δικαιοδοσία δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 21 [

(1), (α) και (β)], 21
(2), 22 [
(3), (α) και (β)] και 22[
(4)(β)] του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960, Νόμος 14/1960 και των Άρθρων 3, 4 και 18 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, Νόμος 23/1983 και το σχετικό περί Ενοικιοστασίου (Ελεγχόμενες Περιοχές) Διάταγμα του 2007, Κ. Δ. Π. 519/2007 που εξεδόθη από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 3 του Νόμου 23/1983, που δεν ορίζει την περιοχή Ορόκλινης ως ελεγχόμενη περιοχή - για σκοπούς εφαρμογής του Νόμου 23/1983 -.
  1. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι Ενάγοντες (στο εξής καλούμενοι «οι Αιτητές»), αξιώνουν εναντίον του Εναγομένου (στο εξής καλούμενος «ο Καθ' ου η Αίτηση»), την έκδοση των ακόλουθων ενδιάμεσων διαταγμάτων: «
  2. Ενδιάμεσο Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει τον Εναγόμενο ή/και άλλων αντιπροσώπων και/ή υπηρετών και/ή υπαλλήλων και/ή διαφορετικά από του να πωλήσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει και/ή αποξενώσει το κατάστημα με αριθμό εγγραφής 9718, Φ/Σχ. ΧL/33, τεμάχιο ΕΠΙ364, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Λάρνακας- Δεκέλειας, στο συγκρότημα «ΜΟΝΙΚΑ ΑΝΝ CΟΜΡLΕΧ» με αρ. 4 & 5 στο χωριό Ορόκλινης της Επαρχίας Λάρνακας, μέχρι εκδίκασης της παρούσας Αίτησης και/ή της Αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  3. Ενδιάμεσο Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει τον Εναγόμενο ή/και άλλων αντιπροσώπων και/ή υπηρετών και/ή υπαλλήλων και/ή διαφορετικά από του να πωλήσει, μεταβιβάσει, και/ή αποξενώσει τον εξοπλισμό που βρίσκεται εντός του καταστήματος με αριθμό εγγραφής 9718, Φ/Σχ. ΧL/33, τεμάχιο ΕΠΙ364, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Λάρνακας-Δεκέλειας, στο συγκρότημα «ΜΟΝΙΚΑ ΑΝΝ CΟΜΡLΕΧ» με αρ. 4 & 5 στο χωριό Ορόκλινης της Επαρχίας Λάρνακας, μέχρι εκδίκασης της παρούσας Αίτησης και/ή της Αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  4. Ενδιάμεσο Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει τον Εναγόμενο ή/και άλλων αντιπροσώπων και/ή υπηρετών και/ή υπαλλήλων και/ή διαφορετικά από του να πωλήσει και/ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσει την καλή φήμη (good will) του εστιατορίου με την ονομασία «Κουζινούι» που λειτουργεί στο κατάστημα με αριθμό εγγραφής 9718, Φ/Σχ. ΧL/33, τεμάχιο ΕΠΙ364, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Λάρνακας-Δεκέλειας, στο συγκρότημα «ΜΟΝΙΚΑ ΑΝΝ CΟΜΡLΕΧ» με αρ. 4 & 5 στο χωριό Ορόκλινης της Επαρχίας Λάρνακας, μέχρι εκδίκασης της παρούσας Αίτησης και/ή της Αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  5. Διάταγμα για άμεση παράδοση κατοχής του Καταστήματος από τον Εναγόμενο στους Ενάγοντες, με αριθμό εγγραφής 9718, Φ/Σχ. XL/33, τεμάχιο ΕΠΙ364, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Λάρνακας-Δεκέλειας, στο συγκρότημα «ΜΟΝΙΚΑ ΑΝΝ COMPLEX» με αρ. 4 & 5 στο χωριό Ορόκλινης.
  6. Διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται το δικαίωμα των Εναγόντων να χρησιμοποιούν το κατάστημα με αριθμό εγγραφής 9718, Φ/Σχ. XL/33, τεμάχιο ΕΠΙ364, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Λάρνακας-Δεκέλειας, στο συγκρότημα «ΜΟΝΙΚΑ ΑΝΝ COMPLEX» με αρ. 4 & 5 στο χωριό Ορόκλινης μέχρι την εκδίκαση της αγωγής.
  7. Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο Εναγόμενος να πωλήσει και καθ' οιονδήποτε τρόπο να εκχωρήσει και/ή να αποξενώσει την Επιχείρηση Εστιατορίου υπό την ονομασία «Κουζινούι» την οποία κατέχουν και λειτουργούν δυνάμει Συμφωνίας Ενοικίασης ημερομηνίας 10/5/
  8. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή Διάταγμα την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις.
  9. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.». [Β]. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
  10. Η Αίτηση βασίζεται: «. στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 5, 7 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2-4, στην πρακτική και τις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου.».
  11. Η Αίτηση, υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της Ενάγουσας 2, ημερομηνίας 29/06/
  12. Στα ουσιαστικότερα σημεία της μαρτυρίας του εν λόγω ενόρκως δηλούντος, αναφέρομαι στην συνέχεια, εκεί και όπου η καταγραφή τους κρίνεται απαραίτητη για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης. [Γ]. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
  13. Ο Καθ' ου η Αίτηση, καταχώρισε ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας αριθμό λόγων για τους οποίους η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Αναφέρομαι σε αυτούς στην συνέχεια κατά την εξέταση της Αίτησης, εκεί και όπου ειδική μνεία σε αυτούς κρίνεται απαραίτητη.
  14. Η Ένσταση, βασίζεται: «. στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 5, 7 και 9, στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 άρθρα 2, 170 μέχρι και 174, 178, 194, 382 και άρθρα 80 και 107 του Μέρους Ι του πρώτου Παραρτήματος και στο άρθρο 59 του Μέρους ΙΙ του ιδίου Παραρτήματος του Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2, Δ.39, Δ.48 θ.I-4 και Δ.64 στο άρθρο 23 του Συντάγματος και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, στη Νομολογία και τις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου.».
  15. Η Ένσταση, υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του Εναγομένου, ημερομηνίας 13/07/
  16. Στα ουσιαστικότερα σημεία της μαρτυρίας του Εναγομένου, αναφέρομαι στην συνέχεια, εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης. [Δ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  17. Το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960, δίδει εξουσία στο Δικαστήριο, όταν κρίνει δίκαιο, να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα, όταν ικανοποιούνται και συνυπάρχουν [[i]] οι ακόλουθες προϋποθέσεις [[ii]]: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Πιθανότητα ο αιτών διάδικός να δικαιούται θεραπείας, και (γ) Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  18. Στο τελικό στάδιο, το Δικαστήριο, πρέπει, πρόσθετα, να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα [[iii]].
  19. Γνώμονας, σε κάθε περίπτωση, είναι για το Δικαστήριο, η αποτίμησης του ποια κατάληξης του (μεταξύ της έκδοσης ή μη του αιτούμενου ενδιάμεσου διατάγματος), ενέχει τον λιγότερο κίνδυνο αδικίας στους εμπλεκόμενους διάδικους (Βλ. Campus Oil Ltd a. .o v Minister for Industry and Energy & Ors [1983] IESC 2). [Ε]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
  20. Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό κρίση Αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων, υιοθέτησαν το περιεχόμενο γραπτών αγορεύσεων που παρέδωσαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Με σεβασμό σε αυτές, για χάρη οικονομίας του λόγου και μόνο, θα αποφευχθεί εδώ η καταγραφή των προσεγγίσεών τους. Στα εξεταζόμενα στη συνέχεια θέματα και στην έκταση που αυτό είναι αναγκαίο υπό τις περιστάσεις, θα παρατίθενται οι ανάλογες προσεγγίσεις τους.
  21. Σε ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο, πέραν των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της Αίτησης και της Ένστασης αντίστοιχα, κανένας εκ των διαδίκων δεν αιτήθηκε την αντεξέταση του αντιδίκου του σε σχέση με τους εν λόγω ισχυρισμούς τους, ή την συμπλήρωση των γεγονότων που υποστηρίζουν την υπόθεση του, ενόρκως.
  22. Με αυτά ως δεδομένα, προχωρώ στην εξέταση του υποβληθέντος αιτήματος. Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση
  23. Ως έχει νομολογηθεί, η προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η οποία πρέπει να πληρείται για να μπορεί να εκδοθεί από το Δικαστήριο ενδιάμεσο διάταγμα, ικανοποιείται, εάν ο αιτητής αποδείξει, ότι, κάτι τέτοιο προκύπτει βάσιμα από το δικόγραφο του. Στην προκείμενη περίπτωση, οι Αιτητές, είναι οι Ενάγοντες και ως εκ τούτου, εξέτασης χρήζει το δικόγραφο της απαίτησης τους.
  24. Οι Αιτητές, για αυτή την Αγωγή τους, εξέδωσαν, σε ότι αφορά τον Καθ' ου η Αίτηση, Εναγόμενο, κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο, με τις απαιτήσεις τους. Με αυτό, αξιώνουν από τον Καθ' ου η Αίτηση, αριθμό θεραπειών.
  25. Έχοντας εξετάσει τα όσα το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της Αγωγής των Αιτητών καταγράφει, διαπιστώνω, ότι, αυτό, αναφέρεται, τόσο στις θεραπείες που επιδιώκονται εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, όσο και στα αίτια και την βάση του δικαιώματος των Αιτητών σε αυτές, κατά τρόπο που ικανοποιείται η προαναφερόμενη πρώτη προϋπόθεσης για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση σε αυτή την Αγωγή [[iv]]. Αυτό, διαπιστώνω να περιστρέφεται γύρω από τις εξής βάσεις αγωγής: (α) της παράβασης σύμβασης ενοικίασης (βλ. ειδικότερα τις πρόνοιες των Άρθρων 53, 62, 63, 73, 75 και 76 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149) και (β) της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 [[v]]. Πιθανότητα ο αιτών διάδικός να δικαιούται θεραπείας
  26. Με την διαπίστωση αυτή ως δεδομένη, προχωρώ στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης που πρέπει να πληρείται ώστε να δικαιολογείται η έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος. Η δεύτερη αυτή προϋπόθεση, ως έχει προαναφερθεί, είναι ο αιτητής να έχει συζητήσιμη υπόθεση επί της βάσης που το δικόγραφο του αποκαλύπτει, ή εν πάση περιπτώσει, ο αιτητής να έχει, στον απαιτούμενο βαθμό, αποδείξει, πιθανότητα να επιτύχει, τελικώς, στις αιτούμενες θεραπείες [[vi]].
  27. Ως έχει, επίσης, νομολογηθεί, προς διαπίστωση του κατά πόσο πληρείται η εν λόγω προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει, αν, από την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί προς υποστήριξη της αιτήσεως από πλευράς αιτητή, έχει αποδειχθεί ότι αυτός έχει, έναντι του καθ' ου η αίτηση, κάποια πιθανότητα επιτυχίας στην βάση της απαίτησης που το δικόγραφο του αποκαλύπτει, ή στις θεραπείες που με αυτό αξιώνει, η οποία είναι πέραν από απλώς πιθανή, που μπορεί όμως να υπολείπεται του ισοζυγίου των πιθανοτήτων [[vii]].
  28. Σε αιτήσεις του είδους, η διαπίστωση των γεγονότων επί των οποίων η υπόθεση ενός αιτητή στηρίζεται, γίνεται μεν, λαμβανομένου υπόψη του μαρτυρικού υλικού που τίθεται με την μορφή των ενόρκων δηλώσεων, όπως προβλέπεται με τη Δ.39 των Θ. Π. Δ., δεδομένης όμως της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας με τον πιο πάνω τρόπο, μαρτυρίας, γιατί το δικαστικό αυτό έργο θα διεξαχθεί όταν εξετάζεται η ουσία της αγωγής. Το πιο πάνω εγχείρημα, γίνεται, μόνο για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει το αναγκαίο υλικό για τη διαπίστωση ύπαρξης των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 [[viii]].
  29. Στην προκείμενη περίπτωση, οι Αιτητές, ισχυρίζονται, τα εξής: «
  30. Η Ενάγουσα εταιρεία 1, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και με έδρα τη Λάρνακα, ασχολείτο δε και εξακολουθεί να ασχολείται με επιχείρηση εστιατορίου.
  31. Εγώ, ως ενάγουσα 2, είμαι ένας εκ των δύο Μετόχων της Ενάγουσας εταιρείας 1, με αριθμό μετοχών
  32. Ο δεύτερος μέτοχος της εταιρείας, ο οποίος είναι και ο Διευθυντής της είναι ο Χρίστος Χρίστου, από την Λάρνακα, με αριθμό μετοχών
  33. Επισυνάπτεται ως Τεκµήριο 1 πιστοποιητικό σύστασης της ενάγουσας εταιρείας 1 και ως Τεκµήριο 2 πιστοποιητικό μετόχων της Ενάγουσας εταιρείας 1, όπου εμφαίνονται οι Μέτοχοι της.
  34. Ο Εναγόμενος - Καθ' ου η Αίτηση είναι ο ιδιοκτήτης του καταστήματος με αριθμό εγγραφής 9718, Φ/ΣΧ. ΧL/33, τεμάχιο ΕΠΙ 364 που βρίσκεται στην τοποθεσία Δρόμου Λάρνακας-Δεκέλειας «ΜΟΝΙΚΑ ΑΝΝ CΟΜΡLΕΧ» αρ. 4&5, στο χωριό Βορόκληνη της επαρχίας Λάρνακας (εν τοις εφεξής καλούμενο το «Ακίνητο»).
  35. Περί τις 10.5.2011, στη Λάρνακα, υπογράφηκε μεταξύ της Ενάγουσας Εταιρείας 1 και του Εναγόμενου, ενοικιαστήριο έγγραφο ο Εναγόμενος ενοικίασε το ως άνω περιγραφόμενο ακίνητο του στην Ενάγουσα Εταιρεία 1 και παραχώρησε άδεια χρήσης του εξοπλισμού του ακινήτου που περιγράφεται στην εν λόγω συμφωνία ενοικίασης, για την χρήση του ως εστιατόριο, ταβέρνα ή κατάστημα πώλησης έτοιμων φαγητών. Επισυνάπτεται ωε Τεκµήριο 3 αντίγραφο της Συμφωνίας Ενοικίασης ημερομηνίας 10.5.
  36. Ως περίοδος ενοικίασης καθορίστηκε η χρονική περίοδος των έξι
(6)μηνών, αρχόμενης της ενοικίασης στις 10/5/2011 και λήγουσας την 9/11/2011, με δικαίωμα ανανέωσης αρχικά για ένα χρόνο, έπειτα για ακόμα δύο χρόνια και μετά για περαιτέρω τρία χρόνια. Η σχετική συμφωνία ανανεώνονταν νόμιμα στη λήξη της, η ενάγουσα εταιρεία ήταν και εξακολουθεί να είναι ο νόμιμος κάτοχος του υποστατικού.
  1. Ήταν, μεταξύ άλλων, ρητός όρος της συμφωνίας ενοικίασης ότι ο Ιδιοκτήτης του Ακινήτου, δηλαδή ο Εναγόμενος, θα δικαιούται να τοποθετήσει επί της εισόδου του Καταστήματος πινακίδα «ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ» κατά την λήξη ή τον τερματισμό της Συμφωνίας Ενοικίασης.
  2. Η Ενάγουσα εταιρεία 1, αφού υπογράφηκε η συμφωνία ενοικίασης, παρέλαβε την κατοχή του ακινήτου και άρχισε να το λειτουργεί ως εστιατόριο με την ονομασία «KOUZINOUI» και εξακολουθούσε να το λειτουργεί ως τέτοιο μέχρι και την 21ην του μηνός Ιουνίου
  3. Περί τις 21.6.2016, ο κ. Χρίστος Χρίστου, Διευθυντής της Ενάγουσας Εταιρείας και ένας εκ των Μετόχων της, λόγω της απόφασης του να φύγει μόνιμα για το εξωτερικό, χωρίς να λάβει την έγκριση και την συγκατάθεση μου ως η άλλη Μέτοχος της Ενάγουσας Εταιρείας, χωρίς να προηγηθεί συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας ή Συνέλευση των Μετόχων της ενάγουσας εταιρείας αποφάσισε να παραδώσει τα κλειδιά του ακινήτου που στεγάζεται το εστιατόριο «KOUZINOUI» στον Ιδιοκτήτη του ακινήτου, δηλαδή στον Εναγόμενο.
  4. Ο Εναγόμενος, παρέλαβε τα κλειδιά του καταστήματος και χωρίς να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες νόμιμου τερματισμού της Συμφωνίας Ενοικίασης, αρνείται να τα επιστρέψει ενώ, εξ' όσων προσωπικά γνωρίζω, έχει παρανόμως τοποθετήσει ταμπέλα στο κατάστημα με την ένδειξη «CLOSED UNDER NEW MANAGEMENT». Σχετική φωτογραφία που έλαβα από την είσοδο του υποστατικού με την επίδικη επιγραφή επισυνάπτω ως Τεκµήριο
  5. Ο Εναγόμενος, παρά το ότι μέχρι σήμερα οι Ενάγοντες κατέβαλλαν το καθοριζόμενο υπό της Συμφωνίας Ενοικίασης ενοίκιο και λειτουργούσαν το κατάστημα σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας ενεργώντας παράνομα, αυθαίρετα, ετσιθελικά και εκδικητικά εξακολουθεί να έχει το κατάστημα στην κατοχή του και να μην μας παραδίδει τα κλειδιά του, στερώντας μας την χρήση του καταστήματος ως Εστιατόριο, το οποίο λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς του Εναγόμενου δεν λειτουργεί παρά το ότι η συμφωνία ενοικίασης ουδέποτε τερματίσθηκε.
  6. Το κατάστημα είναι εξοπλισμένο µε ακριβό εξοπλισμό εστιατορίου, το οποίο πληρώθηκε από την Ενάγουσα Εταιρεία και αυτή την χρονική στιγμή βρίσκεται παράνομα στην κατοχή του Καθ' ου η αίτηση. Ο κίνδυνος πρόκλησης ζημιών στον εν λόγω εξοπλισμό είναι υπαρκτός όπως επίσης και η πώληση του κατά τρόπο ώστε να επιβάλλεται άμεσα η παράδοσή του καθώς και του καταστήματος στους Ενάγοντες.
  7. Επίσης, εντός του καταστήματος βρίσκονται όλα τα λογιστικά βιβλία που διατηρεί η Εταιρεία, συμπεριλαμβανομένων αποδείξεων και τιμολογών, τα οποία καθίσταται αναγκαίο να περιέλθουν στην κατοχή των Εναγόντων για τις καθημερινές εργασίες της Εταιρείας και για Φορολογικούς και άλλους σκοπούς.
  8. Εκ μέρους της Ενάγουσας Εταιρείας και συγκεκριμένα εκ μέρους µου και του συζύγου µου καταβάλλονταν και συνεχίζουν να καταβάλλονται προσπάθειες για εξεύρεση λύσης και αποφυγή των δικαστικών διαδικασιών. Ο Εναγόμενος όμως αρνείται να συνεργαστεί, ενώ όπως έχει δηλώσει στο σύζυγό µου δεν έχει πρόθεση να µας παραδώσει την κατοχή του καταστήματος, ούτε τον εξοπλισμό ή τα κλειδιά του καταστήματος για συνέχιση της χρήσης του καταστήματος από την ενάγουσα εταιρεία ως εστιατόριο. Η παράταση της µη λειτουργίας της επιχείρησης επιφέρει καθημερινά ζημιές οι οποίες συσσωρεύονται ενώ αμαυρώνεται και το καλό όνομα (good will) της επιχείρησης στους επιχειρηματικούς κύκλους της πόλης αλλά και στο πελατολόγιο µας. Η ζημιά που πλήττει την εταιρεία καθημερινά λόγω των πράξεων του εναγόμενου είναι τεράστια και εάν συνεχίσει µε τον ίδιο τρόπο θα καταστήσει την ίδια την εταιρεία µη βιώσιμη.
  9. Επιπλέον ο Εναγόμενος ισχυρίζεται και ανέφερε και στον σύζυγό µου ότι θα πωλήσει την επιχείρηση ως έχει. Εάν γίνει κάτι τέτοιο εκτός από παράνομο, η ζημιά που θα προκληθεί θα είναι ανεπανόρθωτη.
  10. Ο Εναγόμενος αθέτησε και παρέβηκε τους όρους του ενοικιαστηρίου εγγράφου εις βάρος µας και λόγω της συμπεριφοράς του έχουμε απολέσει ενδιάμεσα κέρδη και θα συνεχίζουν καθημερινά να υπάρχουν τέτοιες απώλειες μέχρι την παράδοση του καταστήματος. Ενδεικτικά αναφέρω ότι επειδή η επιχείρηση του εστιατορίου βρίσκεται στην καρδιά της τουριστικής περιοχής της Ορόκλινης επί του κύριου δρόμου και απέναντι από τη θάλασσα, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες είχε ως ημερήσιο τζίρο ποσό περίπου €500,00- ποσό που καθημερινά χάνει λόγω της παράνομης άρνησης του Ιδιοκτήτη να µας επιτρέψει τη νόμιμη λειτουργία του υποστατικού µας. Προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού µου αυτού, επισυνάπτω ως Τεκµήριο 5 αντίγραφο του περσινού ισολογισμού της εταιρείας µας (Trial Balance) όπου φαίνονται οι ετήσιες πωλήσεις της επιχείρησης ενώ επισυνάπτω επίσης ως Τεκµήριο 6 λογιστικές απεικονίσεις όπου φαίνονται οι ηµερήσιες πωλήσεις της επιχείρησης την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
  11. Οι Ενάγοντες έχουν πολύ καλή υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου, σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο δεν εκδώσει τα αιτούµενα διατάγματα οι Ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζηµιά, η οποία και θα µεγαλώνει µε τον χρόνο, και η οποία δεν θα µπορεί να επανορθωθεί µε κανένα τρόπο. Υπάρχει επίσης σοβαρό ζήτηµα προς εκδίκαση και ορατό ενδεχόµενο επιτυχίας στην αγωγή. Τέλος, είναι κατεπείγον να εκδοθούν τα αιτούµενα διατάγµατα άµεσα καθώς θα είναι δύσκολο µέχρι αδύνατο να απονεµηθεί δικαιοσύνη σε µεταγενέστερο στάδιο καθότι υπάρχει σοβαρότατος κίνδυνος να καταστραφεί οικονοµικά ή επιχείρηση µας.».
  12. Ο Εναγόμενος, προέβαλε μία διαφορετική εκδοχή ως προς τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, που έχει ως εξής: «5.
  13. Από την παράγραφο 4 της Ένορκης Δήλωσης παραδέχομαι μόνο ότι ο κ. Χρίστος Χρίστου είναι ο μοναδικός διευθυντής της φερόμενης Ενάγουσας 1 και Αιτήτριας
  14. 5.
  15. Είμαι ο ιδιοκτήτης του καταστήματος με αριθμό εγγραφής 9718 που βρίσκεται στο δρόμο Λάρνακας Δεκέλειας και είναι εντός των ορίων του χωρίου Ορόκλινη, παραδεχόμενος την παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσης. 5.
  16. Έχω υπογράψει με τον αναφερόμενο Ενάγοντα 1 και Αιτητή 1 συμφωνία ενοικίασης στις 10.05.2011 και είναι το Τεκμήριο 3 της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση και δηλώνω ότι υιοθετώ πλήρως το περιεχόμενο του τεκμηρίου τούτου, παραδεχόμενος την παράγραφο 6 της Ένορκης Δήλωσης. 5.
  17. Από την παράγραφο 7 της Ένορκης Δήλωσης παραδέχομαι μόνο ότι η περίοδος ενοικίασης καθορίστηκε σε 6 (έξη) μήνες από 10.05.2011 και από 09.11.2011, η ενοικίαση ανανεώθηκε ως προβλέπεται στη συμφωνία ενοικίασης. 5.
  18. Παραδέχομαι και την παράγραφο 8 της Ένορκης Δήλωσης που είναι ο όρος 22 της συμφωνίας ενοικίασης με ημερομηνία 10.05.2011, Τεκμήριο 3 της οποίας έχω υιοθετήσει το περιεχόμενο της. 5.
  19. Από την παράγραφο 9 της Ένορκης Δήλωσης παραδέχομαι ότι το εστιατόριο που στεγάζετο στο ακίνητο μου λειτουργούσε μέχρι 21.06.
  20. 5.
  21. Από την παράγραφο 10 παραδέχομαι και τούτο λόγω προσωπικής μου γνώσης ότι μοναδικός διευθυντής της φερόμενης Ενάγουσας 1 και Αιτήτριας 1 είναι ο κ. Χρίστος Χρίστου. Από την ίδια παράγραφο παραδέχομαι ότι ο κ. Χρίστος Χρίστου στις 21.06.2016 μου παρέδωσε τα κλειδιά του καταστήματος και δηλώνω ρητά ότι κατά την παράδοση των κλειδιών με πληροφόρησε ότι σαν ο διευθυντής της ενοικιάστριας εταιρείας τερματίζει την συμφωνία ενοικίασης, παραδίδοντας μου την κατοχή του καταστήματος, ταυτόχρονα και τον εξοπλισμό που βρισκόταν στο κατάστημα και ήταν μέρος της συμφωνίας ημερομηνίας 10.05.2011- Τεκμήριο 3 και όπως τούτος αναφέρετο σαν ο Εξοπλισμός και είχε παραχωρηθεί η άδεια χρήσης του. Τόσο το κατάστημα όσο και τον εξοπλισμό του τα παρέλαβα και από έκτοτε είναι υπό την νόμιμη κατοχή μου. 6.
  22. Από την παράγραφο 1 της Ένορκης Δήλωσης αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι και δεν παραδέχομαι ότι η Ενόρκως Δηλούσα έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. 6.
  23. Από την παράγραφο 3 της Ένορκης Δήλωσης αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι και δεν παραδέχομαι ότι η Ενάγουσα εταιρεία 1 εξακολουθεί να ασχολείται με επιχείρηση εστιατορίου, επαναλαμβάνοντας ότι εντός του δικού μου ακινήτου δεν εξασκεί καμία επιχειρηματική δραστηριότητα εστιατορίου αφού ο διευθυντής της και το μοναδικό πρόσωπο που την εκπροσωπεί και την δεσμεύει νόμιμα στις 21.06.2016 ετερμάτισε την ενοικίαση και μου παρέδωσε το κατάστημα. 6.
  24. Από την παράγραφο 4 της Ένορκης Δήλωσης αγνοούσα ότι η αναφερόμενη σαν Ενάγουσα 2 και Αιτήτρια 2 ήταν μέτοχος της Ενάγουσας 1 γεγονός το οποίο πληροφορήθηκα με την επίδοση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης και φαίνεται στο Τεκμήριο 2 της Ένορκης Δήλωσης της, και του οποίου αμφισβητώ την γνησιότητα εφ' όσον τούτο είναι φωτοτυπία ενός εγγράφου χωρίς να γίνεται καμία αναφορά για το πώς τούτο περιήλθε στη κατοχή της Ενόρκου Δηλούσας. 6.
  25. Από την παράγραφο 7 αρνούμαι και δεν παραδέχομαι τον ισχυρισμό της Ενόρκου Δηλούσας ότι η Ενάγουσα 1 εταιρεία εξακολουθεί να είναι ο νόμιμος κάτοχος του υποστατικού. Θα επαναλάβω τον ισχυρισμό της Ενόρκως Δηλούσας τον οποίο έχω παραδεχθεί ότι, ο διευθυντής της Ενάγουσας 1 κ. Χρίστος Χρίστου, μου παρέδωσε στις 21.06.2016 τα κλειδιά του καταστήματος μου και περαιτέρω θα επαναλάβω ότι ετερμάτισε την ενοικίαση και μου παρέδωσε την κατοχή του καταστήματος και του εξοπλισμού. Θα επισημάνω ότι η Ενόρκως Δηλούσα αντιφάσκει στις δηλώσεις και ισχυρισμούς της ότι η Ενάγουσα 1 είναι ο νόμιμος κάτοχος του υποστατικού, όταν στις παραγράφους 12 και 15 της Ένορκης Δήλωσης της παραδέχεται ότι το κατάστημα μου είναι στη κατοχή μου, και θα επανατονίσω και πάλιν ότι τούτο περιήλθε στην νόμιμη κατοχή μου αφού ο διευθυντής της Ενάγουσας 1 τερμάτισε την συμφωνία και μου παρέδωσε τα κλειδιά του καταστήματος, αφού κανένα άλλο πρόσωπο εκτός του διευθυντή της δεν μπορεί να δεσμεύει την εταιρεία. Το ίδιο συμβαίνει και με την παράγραφο 9 της Ένορκης Δήλωσης της όταν ισχυρίζεται ότι το κατάστημα εξακολουθούσε να λειτουργεί σαν εστιατόριο μέχρι 21.06.
  26. 6.
  27. Όσα αναφέρονται στις παραγράφους 10 και 11 της Ένορκης Δήλωσης, εκτός από την δήλωση ότι ο κ. Χρίστος Χρίστου είναι ο διευθυντής της εταιρείας που ήδη έχω παραδεχθεί, δηλώνω ότι δεν με αφορούν καθόλου, εφόσον αφορούν εσωτερικά θέματα της Ενάγουσας 1 εταιρείας και ως εκ τούτου αρνούμαι και δεν παραδέχομαι τους ισχυρισμούς της Ενόρκου Δηλούσας. Δηλώνω περαιτέρω ότι δεν είχα καμία απολύτως υποχρέωση μετά την παραλαβή των κλειδιών του καταστήματος μου να προβώ σε καμία ενέργεια τερματισμού της συμφωνίας ενοικίασης όταν ο διευθυντής της Ενάγουσας 1 παραδίδοντας μου τα κλειδιά, ετερμάτισε την συμφωνία και μου παρέδωσε την κατοχή του καταστήματος και του εξοπλισμού. 6.
  28. Αρνούμαι και δεν παραδέχομαι την παράγραφο 12 της Ένορκης Δήλωσης και καλώ την Ενόρκως Δηλούσα σε αυστηρά απόδειξη του καθενός από τους ισχυρισμούς της. Επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά ότι η συμφωνία ενοικίασης τερματίστηκε από την Ενάγουσα 1 μέσω του διευθυντή της κ. Χρίστου Χρίστου που είναι ο μόνος νομικά εξουσιοδοτημένος να δεσμεύει την εταιρεία, όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και αληθινά πιστεύω. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι τα ενοίκια καταβάλλονταν, ισχυρισμό για τον οποίο ήδη έχω θέση την Ενόρκως Δηλούσα σε αυστηρά απόδειξη, επιφυλάσσω κάθε νόμιμο δικαίωμα μου να αξιώσω οφειλόμενα και απλήρωτα ενοίκια, τα οποία όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου στην απουσία του διευθυντή της εταιρείας θα είναι δύσκολο να επιδοθεί οποιαδήποτε αγωγή μου, αφού τούτος όπως με έχει πληροφορήσει ευρίσκεται στο εξωτερικό και το εγγεγραμμένο γραφείο της Ενάγουσας 1 εταιρείας είναι το ακίνητο μου που είναι στην κατοχή μου. Αληθινά πιστεύω και την συμβουλή των δικηγόρων μου ότι επί του παρόντος υπάρχει κώλυμα για την έγερση και επίδοση αγωγής αφού μέχρι σήμερα δεν έγινε καμία αλλαγή του διευθυντή αλλά ούτε έγινε αντικατάσταση του εγγεγραμμένου γραφείου της Ενάγουσας 1 εταιρείας. 6.
  29. Αρνούμαι και δεν παραδέχομαι τις παραγράφους 13 και 14 της Ένορκης Δήλωσης και καλώ σε αυστηρά απόδειξη την Ενόρκως Δηλούσα. Θα αναφέρω ότι στο ενοικιαστήριο έγγραφο-Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση της αναφερόμενης Ενάγουσας και Αιτήτριας 2 γίνεται αναφορά στον εξοπλισμό στο Παράρτημα της συμφωνίας το οποίο δεν έχει επισυνάψει στο Τεκμήριο τούτο και η αναφορά της σε ακριβό εξοπλισμό που πληρώθηκε από την Ενάγουσα 1 εταιρεία είναι γενικός και αόριστος αφού δεν εξειδικεύει ή κάμνει αναφορά ποιος είναι αυτός ο ακριβός εξοπλισμός όταν και άμα ζητά προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, πώλησης, μεταβίβασης ή/και αποξένωσης του. Σε συνέχεια της ανωτέρω άρνησης και μη παραδοχής μου δηλώνω ότι δεν βρίσκονται στη κατοχή μου τα ισχυριζόμενα λογιστικά βιβλία, αποδείξεις και τιμολόγια της εταιρείας τα οποία προφανώς θα πρέπει να αναζητηθούν από τον διευθυντή της και όχι από εμένα. 6.
  30. Αρνούμαι και δεν παραδέχομαι τις παραγράφους 15, 16 και 17 της Ένορκης Δήλωσης και καλώ την Αιτήτρια σ' αυστηρά απόδειξη του κάθε ενός από τους ισχυρισμούς της. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι εκ μέρους της Ενάγουσας 1 εταιρείας και εκ μέρους της και του συζύγου της καταβάλλονταν και συνεχίζουν να καταβάλλουν προσπάθειες για εξεύρεση λύσης και αποφυγή δικαστικών μέτρων, προβαίνω στις επόμενες παρατηρήσεις. Ενώ ισχυρίζεται ότι συνεχίζουν να καταβάλλονται προσπάθειες για αποφυγή δικαστικών μέτρων, τον ισχυρισμό τούτο τον θέτει σε δικαστική διαδικασία την οποία και εκίνησε, πιστεύω δε ότι εκτός της άρνησης και μη παραδοχής μου ο ισχυρισμός τούτος είναι ανεδαφικός και παραπλανητικός. Όσον αφορά την ίδια και τον σύζυγο της δεν έχω καμία σχέση μαζί τους, ουδέποτε έκαμα στο παρελθόν είτε στο παρόν καμία συμφωνία που να με δεσμεύει, ούτε και με απασχόλησε ποτέ το ενδιαφέρον τους στην Ενάγουσα εταιρεία, αφού εγνώριζα μόνο τον διευθυντή της κ. Χρίστο Χρίστου, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός που νόμιμα εκπροσωπούσε την εταιρεία. Όσον αφορά το τεκμήριο 5 που αναφέρεται στην παράγραφο 17 της Ένορκης Δήλωσης θα αναφέρω ότι η Ενόρκως Δηλούσα παραπλανεί το Δικαστήριο στην προσπάθεια της να δηλώσει ψηλά εισοδήματα ή εισπράξεις, αφού στο τεκμήριο τούτο φαίνονται οι εισπράξεις σαν SALES-KIOSK για ποσό €300.896.45- που είναι περίπτερο που διαχειριζόταν ο σύζυγος της Ενόρκου Δηλούσας και είναι δίπλα από το δικό μου κατάστημα και στο ίδιο τεκμήριο σαν PURCHASES-KIOSK δηλώνεται το ποσό των €284.808.10- και σαν PURCHASES- RESTAURANT το ποσό των €67.074.37-. Είναι η θέση μου ότι η δήλωση του ποσού των €500.00- στην παράγραφο 17 της Ένορκης Δήλωσης είναι παραπλανητικό και ασυμβίβαστο με το τεκμήριο 5 που γίνεται απόπειρα να δικαιολογήσει το ποσό τούτο. Όσον αφορά το τεκμήριο 6 αμφισβητώ το περιεχόμενο του και ως ανωτέρω επαναλαμβάνω, ότι καλώ την Ενόρκως Δηλούσα σε αυστηρά απόδειξη.
  31. Αρνούμαι και δεν παραδέχομαι τις παραγράφους 18 και 19 της Ένορκης Δήλωσης και απ' ότι γνωρίζω και με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου όσον αφορά τα νομικά θέματα, για τα οποία δεν έχω γνώση και υιοθετώ σαν ορθά, προβαίνω στις κατωτέρω δηλώσεις. 7.
  32. Απ' ότι με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και αληθινά πιστεύω, με βάση τον Νόμο Περί Εταιρειών οι εργασίες της εταιρείας διεξάγονται από τους συμβούλους της και η εταιρεία δεσμεύει και δεσμεύεται από τους συμβούλους ή/και διευθυντές της. 7.
  33. Είναι παραδεκτό ότι ο μοναδικός διευθυντής της εταιρείας είναι ο κ. Χρίστος Χρίστου. 7.
  34. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι ο κ. Χρίστος Χρίστου σαν ο μοναδικός σύμβουλος-διευθυντής, έδωσε πληρεξούσιο έγγραφο ή εξουσιοδότηση σε οιονδήποτε πρόσωπο να εκπροσωπεί ή να ενεργεί εκ μέρους ή και για λογαριασμό της Ενάγουσας 1 εταιρείας και ειδικότερα ουδέποτε έδωσε εξουσιοδότηση στη αναφερόμενη Ενάγουσα 2 να εκπροσωπεί την Ενάγουσα 1 εταιρεία. 7.
  35. Η Ενόρκως Δηλούσα στην Ένορκη Δήλωση της δεν αναφέρει ότι ενεργεί για την Ενάγουσα 2 με εξουσιοδότηση ή πληρεξούσιο έγγραφο ή εν γνώσει του διευθυντή της. Η δήλωση της ότι είναι μέτοχος της Εταιρείας δεν την νομιμοποιεί να εκπροσωπεί την εταιρεία ούτε και να λαμβάνει για αυτή αποφάσεις και προπαντός να υπογράφει για την εταιρεία έγγραφα διορισμού δικηγόρων και η εταιρεία να προβαίνει σε δικαστικά διαβήματα και να κινεί αγωγές χωρίς απόφαση της εταιρείας. εκπροσωπούμενης από τον διευθυντή της, ο οποίος είναι και με βάση τον Νόμο ο μοναδικός που μπορεί να διορίζει και παύει δικηγόρους και να κινεί δικαστικά μέτρα και αγωγές. 7.
  36. Η Ενάγουσα και Αιτήτρια 2 δεν παρουσιάζει καμία μαρτυρία ή απόδειξη ότι είναι αξιωματούχος της Ενάγουσας
  37. Απ' ότι με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και αληθινά πιστεύω η Ενάγουσα 2 δεν έχει και δεν μπορεί να έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον μου μόνο και μόνο υπό την ιδιότητα της σαν μέτοχος της Ενάγουσας
  38. 8.
  39. Η Ενάγουσα 2 εκτός της δήλωσης της ότι είναι μέτοχος της Ενάγουσας 1 δεν δηλώνει και δεν αποδεικνύει καμία μεταξύ της και εμένα συμφωνίας ή σχέσης ούτως ώστε να αποκτά αγώγιμο δικαίωμα εναντίον μου και να αξιώνει την έκδοση διαταγμάτων εναντίον μου. 8.
  40. Η Ενάγουσα 2 προσήλθε στο Δικαστήριο, ενώ εγνώριζε ή/και όφειλε να γνωρίζει ότι η συμφωνία ενοικίασης της Ενάγουσας 1 μαζί μου τερματίστηκε από τον διευθυντή της Χρίστο Χρίστου με την παράδοση των κλειδιών και συνάμα την παράδοση της κατοχής του ακινήτου σε εμένα, γεγονός το οποίο παραδέχεται η ίδια στην Ένορκη Δήλωση της. 8.
  41. Η Ενάγουσα 2 δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» αφού με την κατάθεση των τεκμηρίων 5 και 6 της Ένορκης Δήλωσης της παραπλανά το Δικαστήριο προβάλλοντας λογαριασμούς της επιχείρησης ή περιπτέρου που δεν έχει σχέση με το ακίνητο μου ή και την επιχείρηση που εξασκούσε η Ενάγουσα 1 εταιρεία στο ακίνητο μου παρουσιάζοντας της σαν δικούς της λογαριασμούς.
  42. Απ' ότι με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και αληθινά πιστεύω οι Ενάγοντες δεν έχουν σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση αφού δεν νομιμοποιούνται με κανένα τρόπο να εγείρουν αγωγή εναντίον μου και πόσο μάλλον να αξιώνουν την έκδοση διαταγμάτων όταν η Ενάγουσα 1 κατεχώρησε αγωγή με εξουσιοδότηση προσώπου άλλου από τον διευθυντή της που δεν νομιμοποιείται να το πράξει όταν και άμα είναι παραδεκτό ότι έφυγε τούτος στο εξωτερικό, η δε Ενάγουσα 2 δεν αποδεικνύει καμία συμφωνία μαζί μου σε σχέση με την ενοικίαση, η οποία επαναλαμβάνω τερματίστηκε νόμιμα από τον διευθυντή της που είναι και ο μοναδικός που μπορούσε να το πράξει. 9.
  43. Με δεδομένο το γεγονός ότι η ενοικίαση τερματίστηκε από την Ενάγουσα 1 νομότυπα από τον διευθυντή της και την άνευ της εξουσιοδότησης της εταιρείας λήψης δικαστικών μέτρων από πρόσωπο που δεν είναι αξιωματούχος της ή εξουσιοδοτημένος για να προβεί σε δικαστικά μέτρα, δεν υπάρχει καμία πιθανότητα επιτυχίας οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπείες, αφού τόσο η αγωγή όσο και η Αίτηση στερείται νομίμου αιτίας και βάσης.
  44. Απ' ότι με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και αληθινά πιστεύω καμία από τις προϋποθέσεις που τίθενται από το επικαλούμενο άρθρο 32 του Ν.14/60 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση για όλους τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω.
  45. Απ' ότι με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και αληθινά πιστεύω η επίκληση του άρθρου 9 του Νόμου Κεφ. 6 δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε συνδυασμό με το Άρθρο 32 του Ν.14/60, ούτε και τα άρθρα 5 και 7 του Νόμου Κεφ. 6, ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας που να δικαιολογεί την εφαρμογή τους.
  46. Σε συνέχεια της ανωτέρω δήλωσης μου και πάντα μετά από συμβουλή των δικηγόρων μου και αληθινά πιστεύοντας, το άρθρο 5 του Νόμου Περί Πολιτικής Δικονομίας Κεφ. 6 δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην παρούσα Αίτηση αφού το εν λόγω άρθρο αναφέρει ότι το Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση δύναται σε οιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του. Επίσης απ' ότι με πληροφορούν οι δικηγόροι μου και αληθινά πιστεύω, στο εν λόγω άρθρο του νόμου ορίζεται ότι το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανόν να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της Δικαστικής απόφασης που τυχόν εκδοθεί.
  47. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας και καμία απόδειξη ότι είναι η πρόθεση μου να πωλήσω, μεταβιβάσω ή αποξενώσω την περιουσία μου και ειδικά το κατάστημα μου που αναφέρεται στην Αίτηση.
  48. 0σον αφορά το άρθρο 7 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, απ' ότι με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και αληθινά πιστεύω, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην παρούσα Αίτηση αφού αναφέρεται σε διάταγμα που εκδόθηκε που στην παρούσα δεν εκδόθηκε κανένα διάταγμα.
  49. Μετά την συμβουλή των δικηγόρων μου δηλώνω ότι ελλείψει οιασδήποτε μαρτυρίας που να αποδεικνύει πρόθεση μου να πωλήσω ή εν πάση περιπτώσει να αποξενώσω με οιονδήποτε τρόπο την περιουσία μου θέτει εκτός εφαρμογής τα επικαλούμενα άρθρα 5, 7 και 9 του Νόμου Κεφ. 6, αφού οι ενάγοντες ως ανωτέρω αναφέρω δεν έχουν καλή βάση αγωγής και δεν υπάρχει καμία απόδειξη περί του επείγοντος για την έκδοση των διαταγμάτων.
  50. Μετά από σχετική συμβουλή των δικηγόρων μου αληθινά πιστεύω ότι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θέτει περιορισμούς στην άσκηση των νόμιμων μου δικαιωμάτων στην περιουσία μου γεγονός το οποίο αντίκειται στο άρθρο 23 του Συντάγματος και στη Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα δικαιώματα του ανθρώπου.
  51. Με βάση τα όσα ανωτέρω δηλώνω πιστεύω ότι αν το Δικαστήριο εξασκήσει την εξουσία του ή την διακριτική του ευχέρεια και με αναγκάσει να παραδώσω την ακίνητη και κινητή περιουσία μου όταν αυτή ευρίσκεται στη νόμιμη κατοχή μου και μάλιστα όταν αυτή περιήλθε νομίμως στη κατοχή μου μετά τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικίασης και συμφωνίας παραχώρησης άδειας χρήσης του εξοπλισμού μου, θα υπερβεί της εξουσίας του και θα εξασκήσει λανθασμένα την διακριτική του ευχέρεια γεγονός που θα επιφέρει αδικία σε βάρος μου.
  52. Απ' ότι με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και αληθινά πιστεύω ότι ο τερματισμός της ενοικίασης από την Ενάγουσα 1 μέσω του μόνου διευθυντή της και νόμιμου εκπροσώπου της είναι καθόλα νόμιμος και αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της Ενάγουσας 2 ότι τούτος ενήργησε καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχονται, η εταιρεία δεσμεύεται από τις πράξεις τούτου. Στην παρούσα υπόθεση δεν είχα καμία υποχρέωση να διερευνήσω και να βεβαιωθώ ότι οι εσωτερικές διαδικασίες στην εταιρεία έχουν ακολουθηθεί κανονικά, αφού από ανέκαθεν όλες οι συναλλαγές μου σε σχέση με την ενοικίαση εγίνοντο με τον διευθυντή της Ενάγουσας 1 κ. Χρίστο Χρίστου και ουδέποτε πληροφορήθηκα ότι η Ενάγουσα 2 είναι αξιωματούχος της εταιρείας, η οποία παραδέχεται ότι δεν είναι, αφού δηλώνει ρητά στην Ένορκη Δήλωση της ότι ο μόνος διευθυντής της Ενάγουσας 1 είναι ο κ. Χρίστος Χρίστου.
  53. Επαναλαμβάνω τον ισχυρισμό μου και καλώ την Αιτήτρια 2 περί του αντιθέτου ότι η συμφωνία ενοικίασης τερματίστηκε νόμιμα στις 21.06.2016 από τον διευθυντή της εταιρείας που μου παρέδωσε και εγώ παρέλαβα την κατοχή του καταστήματος μου και του εξοπλισμού μου.
  54. Απ' ότι με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και αληθινά πιστεύω ελλείψει των προϋποθέσεων που θέτει ο Νόμος και η νομολογία όπως μου εξηγήθηκαν πιο πάνω, αξιώνω την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας 2 η οποία ενήργησε κατά παράνομο τρόπο όσον αφορά την εμπλοκή της Ενάγουσας 1 και η ίδια στερείται οιουδήποτε δικαιώματος που να την νομιμοποιεί να αξιώνει εναντίον μου, αφού δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία ή απόδειξη που να στηρίζει το αγώγιμο δικαίωμα της εναντίον μου.».
  55. Οι προαναφερόμενοι, εκατέρωθεν των διαδίκων, ισχυρισμοί, εγείρουν σειρά νομικών ζητημάτων, που, έστω και υπό την περιορισμένη σκοπιά που η φύση αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας επιτρέπει, επιβάλλουν την εξέταση τους (Βλ. AIB PLC a. o. v Diamond a. o. [2011] IEHC 505). Συνεπώς, πριν προχωρήσω με την εξέταση του κατά πόσο, από τα προαναφερόμενα γεγονότα, ικανοποιείται η προαναφερόμενη δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας των Αιτητών σε αυτή τους την Αγωγή, θεωρώ αναγκαίο να αναφερθώ στο νομικό πλαίσιο που καθορίζει τις προαναφερόμενες βάσεις αγωγής. Νομότυπη Έγερση Της Αγωγής Και Το Δικαίωμα Δικονομικής Παράστασης (Locus Standi) Επί Των Βάσεων Της
  56. Το ζήτημα κατά πόσο η Αιτήτρια 1 έχει νομότυπα καταχωρήσει αυτή την Αγωγή και εάν, σε κάθε περίπτωση, η Αιτήτρια 2, ως μέτοχος της, έχει δικαίωμα δικονομικής παράστασης βάσει των δικαιωμάτων επίκληση των οποίων γίνεται σε αυτή την Αγωγή, είναι το πρώτο ζήτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο.
  57. Το ισχύον δίκαιο, αναφορικά με την εκπροσώπηση εταιρείας σε πολιτική διαδικασία, κατοπτρίζεται στη Lindos Constructions Ltd v Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1993)1 Α.Α.Δ. 17, 18: «(α) Ένα νομικό πρόσωπο, σαν πλάσμα δικαίου, δεν έχει ύπαρξη στο φυσικό χώρο και έτσι είναι δυνατό να ενεργεί μόνο δι' αντιπροσώπων. Η άποψη πως, όπως τα φυσικά, έτσι και τα νομικά πρόσωπα έχουν δικαίωμα να επιλέγουν αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Δικαστήριο, είναι λανθασμένη ως αντινομική προς τη φύση των πραγμάτων, διότι το νομικό πρόσωπο στερείται εγγενώς της δυνατότητας αυτοπρόσωπης παρουσίας και ενέργειας, ο δε ιδιαίτερος δεσμός του διευθυντή με την εταιρεία δεν εξομοιώνει τα δύο.».
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, για την Αιτήτρια 1, εμφανίζεται συγκεκριμένη Δ. Ε. Π. Ε. ως αντιπρόσωπος της σε αυτή την διαδικασία που έχει καταχωρηθεί [και] στο όνομα της και συνεπώς, το ζήτημα το οποίο εγείρεται, είναι, κατά πόσο ελήφθη, σχετική προς τούτο απόφαση της. Ζήτημα το οποίο εγείρεται, πρέπει να σημειωθεί, από τους ισχυρισμούς της ίδιας της Αιτήτριας 2, που είναι το πρόσωπο που ορκίζεται στα γεγονότα προς υποστήριξη αυτής της Αίτησης, καθώς επίσης και από τα όσα και ο Καθ' ου η Αίτηση προβάλλει προς υποστήριξη της Ένστασης του. Στα γεγονότα αυτά επανέρχομαι στην συνέχεια.
  2. Στην υπόθεση Καλομοιρα Σάββα Σολωμού ν Εταιρείας Vineyard View Tourist Enterprises Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 300 αναφέρθηκε από το Εφετείο, ότι: «Μια εταιρεία όντας νομικό πρόσωπο μπορεί μόνο να ενεργεί μέσω αντιπροσώπων και οι αντιπρόσωποι της είναι το Διοικητικό Συμβούλιο σαν σύνολο. Ωστόσο η σύναψη συμφωνίας εκ μέρους της εταιρείας από όλους τους συμβούλους είναι σπάνια. Η συνήθης πρακτική είναι η ανάθεση αυτής της λειτουργίας από το Διοικητικό Συμβούλιο σε ένα ή περισσότερα από τα μέλη του ή στο γραμματέα ή άλλο αντιπρόσωπο. Επομένως εγείρονται δύο καταστάσεις αντιπροσώπευσης: πρώτον το Διοικητικό Συμβούλιο ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Δεύτερον δίνεται εξουσιοδότηση σε κάποιο αντιπρόσωπο από το Διοικητικό Συμβούλιο να ενεργήσει εκ μέρους του και κατ' επέκταση για την εταιρεία (Βλ. Palmer's Company Law, 24η έκδ., παραγ. 21-04, σελ. 245-246).». 27. Στην υπόθεση Re Montrago Trustees Ltd α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1289, στην οποία ο έντιμος Δ. Α. Δ. Σ. Ναθαναήλ προέβη σε εκτενή ανάλυση του ζητήματος της εκπροσώπησης εταιρείας σε δικαστική διαδικασία, αναφέρονται τα εξής: «Όπως είναι γνωστό, για να εγερθεί αγωγή ή να δοθούν οδηγίες για υπεράσπιση από εταιρεία, πρέπει να λάβει ορθή και νομότυπη απόφαση, το διοικητικό της συμβούλιο.». Και στην συνέχεια: «Χωρίς να παρίσταται ανάγκη για εκτεταμένη ανάλυση του εταιρικού δικαίου στο ζήτημα της εκπροσώπησης εταιρείας, είναι δεδομένο ότι μια εταιρεία είναι διάφορο πρόσωπο κατά νόμο, τόσο από τους μετόχους της, όσο και από τους διευθυντές της. Το διοικητικό συμβούλιο εταιρείας έχει την ευθύνη της διοίκησης της, ενώ οι μέτοχοι είναι βέβαια οι ιδιοκτήτες της, που δυνατόν να ταυτίζονται, αλλά όχι κατ' ανάγκη, εν όλω ή εν μέρει, με τους διευθυντές. Η γενική συνέλευση των μετόχων και το διοικητικό συμβούλιο μπορούν μεταξύ τους να ασκούν όλες τις εξουσίες της εταιρείας, (δέστε Pennington's Company Law, 4η έκδ., σελ. 523-525). Το καταστατικό της εταιρείας διαμοιράζει αυτές τις εξουσίες, η τροποποίηση των οποίων δυνατόν να διαφοροποιεί την κατάσταση, υπό το φως πάντοτε και των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, που δίνει ορισμένες εξουσίες αποκλειστικά στη γενική συνέλευση. Κατά το εταιρικό δίκαιο, στην ενάσκηση των εξουσιών του το διοικητικό συμβούλιο δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος της πλειοψηφίας ή ακόμη και όλων των μετόχων της εταιρείας, οι οποίοι δεν μπορούν με ψήφισμα ομόφωνο ή πλειοψηφικό να υπερνικήσουν την εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ή να του δίνουν οδηγίες πώς να ασκεί τις εξουσίες του, (δέστε την υπόθεση John Shaw & Sons (Salford) Ltd v. Shaw [1935] 2 K.B. 133). Είναι όμως δυνατό το καταστατικό της εταιρείας να δίνει την ίδια εξουσία τόσο στα μέλη, όσο και στους διευθυντές ταυτόχρονα, σε περίπτωση δε διαφωνίας υπερισχύει η απόφαση των μετόχων, δεδομένου ότι η γενική συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο στην εταιρεία. Πέραν των πιο πάνω, αναγνωρίζεται η δυνατότητα συνομολόγησης μιας μεταξύ των μετόχων συμφωνίας έξω από το καταστατικό και ξέχωρα από αυτό, το οποίο δύναται να διέπει τη λειτουργία των μετόχων. Αναφέρεται στον Gower and Davies' Principles of Modern Company Law 7η έκδ. σελ. 66, ότι: "An alternative method is an agreement concluded among all the shareholders, but existing outside and separate from the articles and to which the company itself may or may not be a party. Such an agreement is not normally treated as part of the constitution of the company, though it may have an effect which is rather similar to a provision in the articles." Όλα τα ανωτέρω αναφέρονται για να διαφανεί ότι είναι δυνατός ο έλεγχος διοικητικού συμβουλίου και πέραν από το ίδιο το καταστατικό. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 28. Το τι προκύπτει από τα προαναφερόμενα, είναι, ότι, για να εγερθεί διαδικαστική διαδικασία από εταιρεία (στο όνομα της), θα πρέπει να έχει προηγηθεί ορθή και νομότυπη απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, στην βάση των προνοιών του καταστατικού της, το οποίο καθορίζει το πλαίσιο των εξουσιών του (σε σχέση πάντοτε με αυτό των μετόχων), υπό το φως πάντοτε οποιασδήποτε των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, που δίνει ορισμένες εξουσίες αποκλειστικά στη γενική συνέλευση των μετόχων εταιρείας. Βλ., περαιτέρω, τις αποφάσεις αγγλικών δικαστηρίων, Pender v Lushington
(1877)6 ChD 70, Foss v Harbottle
(1843)2 Hare 461, Breckland Group Holdings Ltd v London & Suffolk Properties Ltd [1909] 1 Ch 267 και John Shaw & Sons (Salford) Ltd v Shaw [1935] 2KB
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα όσα γεγονότα παρουσιάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο από την Αιτήτρια 2 προς υποστήριξη της Αίτησης, διαπιστώνεται, ότι, ελλείπει ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός της ότι είναι πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από την Αιτήτρια 1 εταιρεία να προβάλλει ισχυρισμούς και να προβαίνει σε παραστάσεις [και] για λογαριασμό της. Η Αιτήτρια 2, είναι απλά μέτοχος της Αιτήτριας 1 (και όχι αποκλειστική μέτοχος - κατέχει 50% του μετοχικού κεφαλαίου της), δεν είναι διοικητικός της σύμβουλος και δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι είχε εξουσιοδοτηθεί από την Αιτήτρια 1, καθοιονδήποτε στάδιο, για να ενεργεί για λογαριασμό της. Σε ότι αφορά την σύμβαση ενοικίασης, Τεκμήριο 3, που προβάλλεται από πλευράς Αιτήτριας 2 προς υποστήριξη του βάσιμου του αγώγιμου δικαιώματος των Αιτητών επί των προαναφερόμενων βάσεων, η ίδια δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Ενώ, από τους ισχυρισμούς της, προκύπτει αβίαστα, ότι, νόμιμη και πραγματική κατοχή του Υποστατικού, ένεκα της σύμβασης ενοικίασης, είχε, σε κάθε ουσιώδη χρόνο, η Αιτήτρια 1 εταιρεία. Συνεπώς, η Αιτήτρια 2, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν βρίσκω να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση επί των προαναφερόμενων βάσεων που η Αγωγή αυτή εναντίον του στηρίζεται.
  2. Η δε Αιτήτρια 1 εταιρεία, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, φαίνεται, ότι, δεν έχει ορθά και νομότυπα εγείρει αυτή την Αγωγή, εφόσον, δεν φαίνεται να έχει προηγηθεί σχετική απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου για την έγερση της. Μοναδικός διοικητικός σύμβουλος της Αιτήτριας 1, ήταν και εξακολουθεί, όπως αφήνεται να νοηθεί και από πλευράς της ίδιας της Αιτήτριας 2, να είναι, κάποιος Χρίστος Χρίστου (που είναι και κατά 50% μέτοχος της), ο οποίος δεν έχει αποφασίσει την έγερση της. Ενώ, στο Δικαστήριο, δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία (όπως π. χ. το καταστατικό της Αιτήτριας 1 εταιρείας, ή τυχόν συμφωνία των μετόχων της, ή οτιδήποτε άλλο) από τα οποία να μπορούσε να δικαιολογηθεί η έγερση αυτής της Αγωγής, με απόφαση της Αιτήτριας 2, στο όνομα της Αιτήτριας 1 εταιρείας. Γεγονότα, που, πρέπει να σημειωθεί, εάν ετίθεντο προς εξέταση αιτήματος για διαγραφή του κλητήριου εντάλματος αυτής της Αγωγής και απόρριψη της από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση σε ότι αφορά την Αιτήτρια 1, θα δικαιολογούσαν το αίτημα και συνεπώς, αναπόδραστα οδηγούν, για σκοπούς αυτής της διαδικασίας και επί αυτής της βάσης, σε εύρημα περί της μη απόδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της Αιτήτριας 1 εταιρείας σε αυτή την Αγωγή εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση επί των προαναφερόμενων βάσεων. Αξίζει να σημειωθεί, πιστεύω, περαιτέρω, ότι, ο Καθ' ου η Αίτηση, ακριβώς για τους προαναφερόμενους λόγους, που δεν είναι ασύνδετοι με τον ισχυρισμό του περί του τερματισμού της σύμβασης ενοικίασης του Υποστατικού από την Αιτήτρια 1 εταιρεία, δια του διοικητικού της συμβούλου Χρίστου Χρίστου και ανάκτησης νόμιμα της κατοχής του, έθεσε υπό αμφισβήτηση το γεγονός της νομότυπης έγερσης αυτής της Αγωγής από πλευράς Αιτήτριας 1, που, η Αιτήτρια 1, σε κάθε περίπτωση, απέτυχε να αποδείξει θετικά, δια της προσκόμισης, εν προκειμένω, της απαιτούμενης μαρτυρίας, συμπληρωματικά, ή δια της αντεξετάσης του Καθ' ου η Αίτηση επί του σχετικού του ισχυρισμού, ειδικά, προς ανατροπή του (βλ. Δημήτρης Κωνσταντίνου κ. α. ν Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 1990). Δεσμευτικότητα Του Τερματισμού Από Την Ενάγουσα / Αιτήτρια 1 εταιρεία 31. Σύμφωνα με το Άρθρο 33Α του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου εταιρείας να δεσμεύει την εταιρεία, ή να εξουσιοδοτεί άλλους για τον σκοπό, θεωρείται ότι δεν υπόκειται από οποιουσδήποτε περιορισμούς από το καταστατικό της έγγραφο, όταν πρόκειται για συναλλαγές της με πρόσωπο που συναλλάσσεται με αυτήν καλή τη πίστη [[ix]]. Μάλιστα, σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο 33Α του Κεφ. 113, ένα πρόσωπο τεκμαίρεται ότι συναλλάσσεται καλή τη πίστη με εταιρεία, εκτός και αν αποδειχθεί το αντίθετο. Σε κάθε περίπτωση, τρίτα πρόσωπα συναλλασσόμενα με μία εταιρεία, δεν έχουν υποχρέωση διερεύνησης του εύρους των εξουσιών του διοικητικού της συμβουλίου να δεσμεύει την εταιρεία ή να εξουσιοδοτεί άλλους για τον σκοπό. Πρόκειται για κωδικοποίηση της αρχής, ως κατά το κοινόδίκαιο είχε καθοριστεί, - για πρώτη φορά στην υπόθεση Royal British Bank v Turquand
(1856)6 E & B 327 [[x]] - πριν τις τροποποιήσεις στη πράξη Companies Act 1986, με την πράξη Companies Act 1989, και δη της εισαγωγής του σχετικού Section 35Α, που έχει, πλέον, καθορίσει, ένα πιο περιορισμένο πεδίο αμφισβήτησης από πλευράς εταιρείας, πράξεων ή συναλλαγών του διοικητικού της συμβουλίου, που την δεσμεύουν έναντι τρίτων προσώπων [[xi]].
  1. Η βασική αρχή, συνεπώς, είναι, ότι, μία εταιρεία, δεσμεύεται από κάποια συναλλαγή της, ανεξαρτήτως του κατά πόσο το διοικητικό της συμβούλιο προσήλθε σε αυτήν χωρίς εξουσιοδότηση. Και μάλιστα, χωρίς να τίθεται ζήτημα επικύρωσης της σχετικής απόφασης του από την εταιρεία σε γενική συνέλευση των μελών της. «Επίπτωση» - ως κατ' επέκταση - στα μέλη της εταιρείας, τα οποία, μπορούν μόνο να δράσουν αποτρεπτικά της λήψης μιας τέτοιας απόφασης από το διοικητικό της συμβούλιο, στην περίπτωση όπου μια τέτοια εξουσία καταστατικά τους αναγνωρίζεται, δια της εξασφάλισης σχετικού Δικαστικού απαγορευτικού διατάγματος, χωρίς εντούτοις να τους αναγνωρίζεται δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο για να αποτρέψουν την υλοποίηση μιας ήδη διαμορφωθείσας, για την εταιρεία, νομικής υποχρέωσης έναντι τρίτου προσώπου, από τετελεσμένη απόφαση του. Αφήνοντας έτσι, σε σχέση με την συγκεκριμένη συναλλαγή, την εταιρεία, μόνο με το δικαίωμα της όποιας σχετικής διεκδίκησης της από τους διοικητικούς της συμβούλους και δυνατόν, και με την διεκδίκηση εναντίον του τρίτου προσώπου, στην βάση εξ επαγωγής καταπιστεύματος (constructive trust) (βλ. Rolled Steel Products (Holdings) Ltd v British Steel Corpn [1986] Ch 246).
  2. Σε ατομικό επίπεδο, το ζήτημα της εξουσιοδότησης έκαστου διοικητικού συμβούλου μιας εταιρείας να την δεσμεύει σε συναλλαγές της με τρίτους, ρυθμίζεται από τις αρχές του δικαίου της αντιπροσώπευσης. Η συνομολόγηση σύμβασης με τη μεσολάβηση αντιπροσώπου, είναι μια από τις μεθόδους περιορισμού της αρχής του «privity of contract» [[xii]]. Στην Κύπρο, το ζήτημα αυτό της αντιπροσωπείας, ρυθμίζεται, από το Μέρος ΧΙΙΙ του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  3. Η γενική αρχή είναι, ότι, ο αντιπρόσωπος, αποσύρεται από την όλη συναλλαγή στην οποία ο εντολέας του προσέρχεται με τρίτο πρόσωπο και ως εκ τούτου, ο ίδιος, δεν ευθύνεται για την σύμβαση ή έχει εξουσία να την εφαρμόσει [[xiii]]. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις, ως έχουν θεσμοθετηθεί νομοθετικά, ως επίσης και ως έχουν αναγνωρισθεί νομολογιακά από το κοινό δίκαιο, όπου, ένας αντιπρόσωπος, μπορεί να ευθύνεται προσωπικά ή και προσωπικά, παρά το γεγονός ότι προσέρχεται στην σύμβαση υπό αυτή του την ιδιότητα. Αποφασιστικής σημασίας παράγοντας, σε μια τέτοια περίπτωση, είναι η πρόθεσης των μερών. Το κριτήριο, εν προκειμένω, είναι αντικειμενικό και βασίζεται στο τι δύο λογικά συναλλασσόμενα πρόσωπα που θα προσέρχονταν σε μία συμφωνία αυτής της φύσης, υπό τους συγκεκριμένους όρους και υπό τις συγκεκριμένες περιβάλλουσες περιστάσεις, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποσκοπούσαν [[xiv]]. Το ζήτημα φυσικά απλοποιείται, όταν η πρόθεσης αυτή των μερών έχει αποτυπωθεί γραπτώς σε κείμενο συμφωνίας, οπόταν και η διαφορά ως προς την ευθύνη ή την εξουσία εφαρμογής της από αντιπρόσωπο, συνήθως, περιορίζεται σε ζήτημα ερμηνείας της σύμβασης. Αντιπρόσωπος, δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη, αν, από την σύμβαση, ερμηνευμένη ως σύνολο, φαίνεται ότι, αυτός, προσήλθε στην συμφωνία ως αντιπρόσωπος, χωρίς την ανάληψη οποιασδήποτε προσωπικής υποχρέωσης.
  4. Διοικητικός σύμβουλος μίας εταιρείας, δεσμεύει την εταιρεία, όταν προσερχόμενος σε συναλλαγές για αυτήν, είχε σχετική εξουσιοδότηση, πραγματική ή φαινόμενη (βλ. Clapp a. o. v Enron (Thrace) Exploration and Production BV a. a.
(2005)EWCA Civ 1511, καθώς επίσης και το Άρθρο 33 του Κεφ. 113 [[xv]]). Στην υπόθεση Liopetri Transport Co v Loucas Constantinou
(1971)1 C.L.R. 424, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στις αγγλικές υποθέσεις Freeman and Lockyer v Buckhurst Park Properties (Mangal) Ltd. [1964] 1 All E.R. 630 και Hely-Hutchinson v Brayhead Ltd a. A [1967] 3 All E.R. 98, ανέλυσε την νομική πτυχή του ζητήματος τέτοιας αντιπροσώπευσης, παραθέτοντας την ακόλουθη περικοπή από την απόφαση του Denning, L, M. R. στην προαναφερόμενη υπόθεση Freeman, προσθέτοντας σε αυτά και περικοπή από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 25 από την σελίδα 531: «Lord Denning, M.R., in the course of his judgment in the first case after referring to the Freeman case had this to say on the question of an agent's authority : "It is there shown that actual authority may be express or implied. It is express when it is given by express words, such as when a Board of Directors pass a resolution which authorises two of their number to sign cheques. It is implied when it is inferred from the conduct of the parties and the circumstances of the case, such as when the board of directors appoint one of their number to be managing director. They thereby impliedly authorize him to do all such things as fall within the usual scope of that office. Actual authority, express or implied, is binding as between the company and the agent, and also as between the company and others, whether they are within the company or outside it. Ostensible or apparent authority is the authority of an agent as it appears to others. It often coincides with actual authority. Thus, when the board appoint one of their number to be managing director, they invest him not only with implied authority, but also with ostensible authority to do all such things as fall within the usual scope of that office. Other people who see him acting as managing director are entitled to assume that he has the actual authority of a managing director. But sometimes ostensible authority exceeds actual authority. For instance, when the board appoint the managing director, they may expressly limit his authority by saying he is not to order goods worth more than £500 without the sanction of the board. In that case his actual authority is subject to the £500 limitation, but his ostensible authority includes all the usual authority of a managing director. The company is bound by his ostensible authority in his dealings with those who do not know of the limitation he may himself do the 'holding-out'. Thus, if he orders goods worth £1,000 and signs himself 'Managing Director for and on behalf of the company', the company is bound to the other party who does not know of the £500 limitation". On the question of a master's liability to third parties for contracts made by a servant paragraph 1010 of Halsbury's Laws of England, 3rd ed., vol. 25 at p. 531 under the heading "Apparent Scope of Authority" reads as follows :— "Where the servant, whilst acting in the ordinary course of his employment on his master's behalf, makes a contract which falls within the apparent scope of his authority, the master cannot escape liability on the ground that he did not authorise the making of the contract, nor even on the ground that he forbade his servant to make it. All persons dealing with the servant are entitled to assume, unless they have notice to the contrary, that he possesses the authority which it is usual for a servant in his position to possess, and his master, by placing him in that position, impliedly holds him out as having such authority. Where it is sought upon this ground to fix the master with liability upon his servant's contract it is necessary to take into consideration certain matters, namely the nature of the contract, the circumstances of the servant's employment, and the business of the master."».
  1. Συνεπώς, πραγματική εξουσιοδότηση ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας έχει από αυτήν, είτε ρητά, είτε έμμεσα. Η πρώτη περίπτωση, προκύπτει, όταν υπάρξει από πλευράς εταιρείας, ρητή ανάθεση της σχετικής εξουσίας προς τον διοικητικό σύμβουλο και για την οποία υπάρχει, συνήθως, καταγεγραμμένο και σχετικό ψήφισμα αποφάσεως. Η δεύτερη περίπτωση, προκύπτει, ως εκ της θέσεως που ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας κατέχει (π. χ. ως εκτελεστικός της διευθυντής, ή ως γενικός της διευθυντής), στην βάση του τι θεωρείται ότι συνήθως καλύπτει η θέση αυτή, για σκοπούς δράσης. Αντιθέτως, η φαινόμενη εξουσιοδότηση ενός διοικητικού συμβούλου, ήτοι, από απόψεως εξουσίας αντιπροσώπευσης της εταιρείας σε συγκεκριμένη συναλλαγή, ορίζεται από την αντίληψη που τρίτα πρόσωπα που προσέρχονται σε αυτή με την εταιρεία, διαμορφώνουν ως προς το ζήτημα της αντιπροσώπευσης της. Μπορεί να επενεργήσει, ως έχει αναγνωριστεί, τόσο προς την κατεύθυνση διεύρυνσης της πραγματικής εξουσιοδότησης, όσο και προς την κατεύθυνση δημιουργίας εξουσιοδότησης εκεί που δεν υφίσταται πραγματικά [[xvi]]. Πριν εξετάσω τα γεγονότα σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, στρέφομαι και στο ζήτημα που από απόψεως γεγονότων, ως θα αναφέρω στην συνέχεια, σχετίζονται με αυτό, της ισχυριζόμενης, από πλευράς Αιτητών, παράβασης σύμβασης από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση.
  2. Παράβαση σύμβασης, ενέχει, σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων, σειρά συνεπειών. Μπορεί να δίδει το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να επιδιώξει, μέσω του Δικαστηρίου, διαταγή για ειδική εκτέλεση της σύμβασης ή/και να επιβεβαιώσει («affirm») την σύμβαση και να απαιτήσει αποζημιώσεις, εάν, από την παράβαση, έχει υποστεί ζημιά, ή να τερματίσει την σύμβαση και να απατήσει αποζημιώσεις, εάν, και πάλι, από την παράβαση της έχει υποστεί ζημιά.
  3. Αποτελεί αρχή του δικαίου των συμβάσεων, ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, επιφέρει την απαλλαγή των μερών από τις μελλοντικές τους, βάσει αυτής, υποχρεώσεις, και καταδεικνύει, συνήθως, την πρόθεση του αναίτιου μέρους να απαιτήσει αποζημιώσεις για τυχόν απώλεια του λόγω της παράβασης της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο του (Βλ. Photo Productions v Securicor [1980] AC 827).
  4. Τι τύπου παραβιάσεις της σύμβασης δίδουν, ως έχει προαναφερθεί, το δικαίωμα θεώρησης της σύμβασης ως παραβιασθείσας και δίδουσες το δικαίωμα τερματισμού της (ως ζήτημα επιλογής, έναντι αυτού της επιβεβαίωσης της σύμβασης και αξίωσης τυχόν αποζημιώσεων ένεκα της παράβασης), είναι ζήτημα που εναπόκειται στα μέρη, σε κάθε σύμβαση, να καθορίσουν ρητά. Σε κάθε όμως περίπτωση, το ζήτημα της κατηγοριοποίησης των όρων μίας σύμβασης, κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί, μπορεί να εξαρτηθεί από την ορθή ερμηνεία της σύμβασης στο σύνολο της - ως προς την σχετική πρόθεση των μερών κατά την σύναψη της - (Βλ. Bettini v Gye [1876] 1 QBD 183 και Shuler AG v Wickman Tools Sales Ltd [1974] AC 235), ή ακόμη, και από την επίδραση που η παράβασης της σύμβασης πραγματικά έχει, όταν από ερμηνεία των προνοιών της συνολικά, δεν μπορεί να εξακριβωθεί η εξ υπαρχής εν προκειμένω πρόθεσης των μερών ως προς το προαναφερόμενο ζητούμενο (Βλ. Hong Kong Fir Shipping Co v Kawasaki Kisen Kaisha [1962] 2 QB 26). Είναι όμως και σύνηθες, το ζήτημα του τι συνιστά παραβίαση της σύμβασης που δίδει δικαίωμα τερματισμού της, να καθορίζεται και από νόμο (όπως είναι π. χ. ο περί Πώλησης Αγαθών Νόμος του 1994, Νόμος 10(I)/1994, ο οποίος προβαίνει σε διαχωρισμό μεταξύ όρων ουσιωδών και εγγυητικών διαβεβαιώσεων, παραβίασης των οποίων ενέχει διαφορετικά έννομα, σε σχέση με την συμβατική σχέση των μερών, αποτελέσματα. Και συγκεκριμένα, μόνον η παραβίασης ουσιώδους όρου της σύμβασης, δίδει το δικαίωμα σε τερματισμό της).
  5. Σε ότι αφορά όλες τις περιπτώσεις όπου, ως έχει προαναφερθεί, παρέχεται το δικαίωμα τερματισμού μιας σύμβασης και το αναίτιο μέρος επιλέγει τον τερματισμό της, η απόφασης του αυτή, κανονικά, είναι αποτελεσματική, εάν γνωστοποιηθεί στον αντισυμβαλλόμενο. Ο δε τερματισμός, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να είναι ξεκάθαρος («clear and unequivocal»). Εν προκειμένω, στην υπόθεση Vitol SA v Norelf Ltd, The Santa Clara [1996] AC 800, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου (ως ήταν τότε η επωνυμία της), ανέφερε ότι, η πράξη της γνωστοποίησης του τερματισμού της σύμβασης, μπορεί να προσλάβει κάθε δυνατό τύπο. Ανατρέποντας σε ότι αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα το Αγγλικό Εφετείο [[1]], η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου, αποφάσισε ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, δεν είναι απαραίτητο να είναι καθοδηγούμενος από ρητή τοποθέτηση του αναίτιου μέρους που επιλέγει τον τερματισμό της ως προς αυτό («does not have to be couched in the language of acceptance [of the repudiation]»). Είναι αρκετό, ελέχθη, η γνωστοποίησης από πλευράς του αναίτιου μέρους, ή ακόμη και η διαγωγή του αναίτιου μέρους, να μεταφέρει ξεκάθαρα στο υπαίτιο για την παράβαση της σύμβασης μέρος, ότι, αυτός - το θιγόμενο, δηλαδή, μέρος -, θεωρεί ότι η σύμβαση έχει τερματιστεί. Μάλιστα, ως ετέθη το ζήτημα από τον Λόρδο Steyn στην εν λόγω υπόθεση, το θέμα που η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων είχε κληθεί να αποφασίσει, ήταν, κατά πόσο, «non-performance of an obligation is ever as a matter of law capable of constituting acceptance [of the repudiation as opposed to affirmation]», στο οποίο και απεφάνθη, καταφατικά, καταλήγοντας, ότι, το κατά πόσο, σε κάθε περίπτωση, υπάρχει τερματισμός λόγω παράβασης σύμβασης («repudiatory breach»), «all depends on the particular contractual relationship and the particular circumstances of the case». Εκρίθη, επί αυτής της βάσης, στην εν λόγω υπόθεση, ότι, η αδράνεια του αναίτιου μέρους, σε ότι αφορούσε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που η σύμβασης έθετε σε αυτό, αποτελούσε διαγωγή, δια της οποίας, είχε γνωστοποιηθεί στο υπαίτιο για την παράβαση της σύμβασης μέρος, ότι, η σύμβασης τους είχε τερματιστεί.
  6. Στην προκείμενη περίπτωση, μοναδικός διοικητικός σύμβουλος της Αιτήτριας 1 εταιρείας, ήταν και εξακολουθεί να είναι κάποιος Χρίστος Χρίστου, - ως έχει προαναφερθεί, δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι αυτός έχει παυτεί από την θέση του (βλ. εν προκειμένω τις πρόνοιες του Άρθρου 178 του Κεφ. 113 [[xvii]], που από τα γεγονότα που έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο από πλευράς Αιτητών, δεν φαίνεται να έχουν ακολουθηθεί) - και ο ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση, ότι, ο ίδιος, για σκοπούς που αφορούν την επίδικη σύμβαση, είχε επικοινωνία μόνο με το εν λόγω πρόσωπο, τον οποίο γνώριζε ως τον μοναδικό διοικητικό σύμβουλο της Αιτήτριας 1 με εξουσία να την δεσμεύει, έχει παραμείνει αναντίλεκτος. Γεγονότα από τα οποία, για τους σκοπούς της υπό κρίση διαδικασίας και με βάση τις προαναφερόμενες επί του προκείμενου νομικές αρχές, καταδεικνύεται, ότι, ο εν λόγω Χρίστος Χρίστου είχε εξουσία να ενεργήσει για λογαριασμό της Αιτήτριας 1 εταιρείας προς τερματισμό της επίδικης σύμβασης ενοικίασης και παράδοσης της κατοχής του επίδικου Υποστατικού προς τον Καθ' ου η Αίτηση, ως είναι ο σχετικός ισχυρισμός του τελευταίου που προβλήθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης του στην υπό κρίση Αίτηση και παρέμεινε αναντίλεκτος από πλευράς Αιτητών. Ο οποίος Καθ' ου η Αίτηση, πρέπει να σημειωθεί περαιτέρω, ισχυρίζεται, ότι, αποδέχθηκε, - παρά τις ισχυριζόμενες επιφυλάξεις του που σχετίζονται με απαίτηση του για ισχυριζόμενη ζημιά του -, τον τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης και ανέλαβε την κατοχή του Υποστατικού (Βλ. Mindoras Estates Ltd v Αποστόλου Ποταμού κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1729 και Αντεννα Productions Ltd v Paris Aristides Cine - TV Productions Ltd κ. α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1769). Ισχυρισμός, επίσης αναντίλεκτος από πλευράς Αιτητών. Ως εκ των προαναφερομένων γεγονότων, δεν μπορώ να αποδεχθώ, ότι, οι Αιτητές, έχουν, στον απαιτούμενο βαθμό, αποδείξει, ότι, ο Καθ' ου η Αίτηση έχει παραβιάσει την μεταξύ τους σύμβαση ενοικίασης, ώστε να δικαιούνται να εμμένουν στην υλοποίηση της και να αξιώνουν παράλληλα και αποζημίωση τους ένεκα της, και να μπορούν να ισχυρίζονται, κατ' επέκταση, παράνομη επέμβαση στο Υποστατικό από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση. Πόσο μάλλον να δικαιούνται, ενδιάμεσα, στην βάση της υπάρχουσας μαρτυρίας και προστακτικά διατάγματα (Βλ. Campus Oil Ltd a. ο. v Minister for Industry and Energy & Ors [1983] IEHC 4, Locabail International Finance Ltd v Agroeport [1986] 1 WLR 657, Shepherd Homes v Sandham [1971] Ch 340, 351, Evans v IRFB Services (Ireland) Ltd [2005] IEHC 107, Bergin v Galway Clinic Doughiska Ltd [2008] 2 IR 205, Κατερίνα Τσιερκέζου ν Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734, Re Starport Nominees Ltd κ. α. (Αρ. 1)
(2010)1 Α.Α.Δ. 1271, AIB PLC a. o. v Diamond a. o. [2011] IEHC 505). Σε ότι αφορά αυτή την βάση της Αγωγής των Αιτητών (της παράνομης επέμβασης), στρέφομαι αμέσως μετά, προς περαιτέρω επεξήγηση αυτής της κατάληξης μου. Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία 41. Σύμφωνα με το Άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.». 42. Η παράνομη επέμβαση, είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου και όχι της κυριότητας του. Σχετικά, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 38 στην παράγραφο 1194, αναφέρεται, ότι, επέμβαση, συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση και ενόχληση της κατοχής περιουσίας, αντίθετα με την βούληση του κατόχου. Στην δε υπόθεση Adamou v Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι, η προστασία που ο νόμος ([2]) παρέχει σε πρόσωπο που βρίσκεται απλά σε κατοχή ακινήτου, αποτελεί προέκταση της προστασίας που παρέχει στο ίδιο το πρόσωπο. Η κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας, υποδηλώνει, σε κάποιο βαθμό, προσωπική παρουσία και το απαραβίαστο του προσώπου, επεκτείνεται και σε αυτό το είδος της διαταραχής που ένα άτομο μπορεί να υποστεί, ώστε, γενικότερα, να διαφυλάσσεται η κοινωνική τάξη και ειρήνη.
  1. Συνεπώς, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, είναι αγώγιμο, από το πρόσωπο στου οποίου η ακίνητη ιδιοκτησία βρίσκεται υπό κατοχή, που μπορεί να αξιώσει αποζημιώσεις, ή απαγορευτικό διάταγμα, ή και τις δύο προαναφερόμενες θεραπείες. Ως εκ τούτου, ένας ένοικος ακίνητης ιδιοκτησίας, που έχει την κατοχή της, μπορεί να ενάγει για παράνομη επέμβαση σε σχέση με αυτήν, ενώ ο ιδιοκτήτης της, που δεν την κατέχει, δεν μπορεί, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου η ακίνητη ιδιοκτησία του ζημιώνεται κατά τρόπο μη ανατρέψιμο.
  2. Γενικά ομιλούντες, κατοχή, σημαίνει κατάληψη ή φυσικός έλεγχος ακίνητης ιδιοκτησίας. Συναρτώμενη πάντοτε, με τον χαρακτήρα που αυτή μπορεί να προσλάβει, δεδομένου του αντικειμένου της. Δηλαδή, ποια μορφής κατοχή το σχετικό αντικείμενο μπορεί ειδικά να προσδώσει. Συνεπώς, όταν εξετάζεται επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία, το είδος της ακίνητης ιδιοκτησίας έχει σημασία. Αν δηλαδή πρόκειται για τεμάχιο γης κενό, περίκλειστο ή μη, που καλλιεργείται ή δεν καλλιεργείται, ή αν πρόκειται για κάποιο κτήριο ή κτηριακό συγκρότημα που κατοικείται ή δεν κατοικείται. Περαιτέρω, πρέπει να αναφερθεί, γιατί σχετίζεται με τα αμέσως προαναφερόμενα, ότι, αποτελεί αρχή δικαίου, ότι, η ακίνητη ιδιοκτησία, μπορεί να διαχωριστεί κατακόρυφα και κλιμακωτά (όπως π. χ. σε έδαφος, υπέδαφος και υπερκατασκευές, ή όπως είναι η περίπτωση διαμερισμάτων) και να κατέχεται από διαφορετικά πρόσωπα. Σε μια τέτοια περίπτωση, έκαστο από αυτά τα πρόσωπα, έχει δικαίωμα να ενάγει, έχοντας ως βάση για την αξίωση του, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, αναφορικά με το συγκεκριμένο αντικείμενο της κατοχής του.
  3. Ως νομικός όρος, κατοχή, μπορεί να είναι δύο ειδών. Πραγματική κατοχή (possession in fact), ή νόμιμη κατοχή (possession in law). Η πραγματική κατοχή, δεν ενέχει την ίδια νομική προστασία, όσο ενέχει η νομική κατοχή. Αν και, πραγματική κατοχή, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη, νομικής κατοχής, αυτή μπορεί να αμφισβητηθεί, καθότι, η ύπαρξη νομικής κατοχής, απαιτεί κάτι περισσότερο. Ο διαχωρισμός των δύο, έγκειται στην διαφορετικότητα της νοητικής κατάστασης που έκαστη προϋποθέτει. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Margarita Ikosi v Andreas Karayiannis and Others
(1971)1 C.L.R. 189, για να υπάρχει νομική κατοχή, «there must be a manifest intent not merely to exclude the world at large from interfering with the thing in question, but to do so on one's own account and in one's own name» [[xviii]], χωρίς μάλιστα να προϋποτίθεται ζήτημα φυσικής κατοχής του [[xix]]. Το κατά πόσο υπάρχει αυτή η πρόθεση, ή όχι, είναι γενικά ζήτημα γεγονότων της κάθε περίπτωσης [[xx]].
  1. Συναφώς, στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, «κάτοχος», αναφέρεται ότι σημαίνει, «πρόσωπo τo oπoίo δικαιoύται έvαvτι τoυ κυρίoυ ακίvητης ιδιoκτησίας vα κατέχει ή χρησιμoπoιεί αυτή, και ελλείψει τέτoιoυ πρoσώπoυ τov κύριo της ιδιoκτησίας αυτής».
  2. Συνεπώς, η απόδειξη ιδιοκτησίας, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας. Πρόσωπο δε, που ισχυρίζεται δικαίωμα κατοχής, έναντι του νομίμου ιδιοκτήτη της ακίνητης ιδιοκτησίας, πρέπει να αποδείξει ότι, ο νόμιμος ιδιοκτήτης του, έχει αποστερηθεί της κατοχής του. Είτε δυνάμει εχθρικής κατοχής, - όπου τούτο είναι νομίμως εφικτό με βάση την κείμενη Κυπριακή νομοθεσία -, είτε δυνάμει αδειοδότησης από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη. Περαιτέρω, πρέπει να αποδείξει και ότι η κατοχή του, της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας, είναι αποκλειστική. Δηλαδή, πρόσθεση από κάποιο πρόσωπο, αποκαλυμμένα και για λογαριασμό του, να αποκλείσει γενικά τον υπόλοιπο κόσμο, ακόμη και τον νόμιμο ιδιοκτήτη, αν αυτός δεν βρίσκεται ο ίδιος σε κατοχή του, για όσο είναι λογικά εφικτό και για όσο οι διαδικασίες του νόμου το επιτρέπουν. Σε σχέση με αυτό, διευκρινίζεται, ότι, ένας παράνομος επεμβασίας, ο οποίος εισέρχεται και εκδιώκει το πρόσωπο που βρίσκεται σε πραγματική κατοχή της ακίνητης ιδιοκτησίας, κατά νόμο, δεν θεωρείται ότι έχει αποκτήσει κατοχή, τέτοια, που να του δίδει δικαίωμα να βασιστεί στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, ώστε να αποκλείσει το αποβαλλόμενο από την κατοχή της ακίνητης ιδιοκτησίας πρόσωπο από του να επιδιώξει επανάκτηση της κατοχής. Εκτός εάν, λόγω καθυστέρησης (παράλογης) στην λήψη διαβημάτων για επανάκτηση κατοχής, το εν λόγω πρόσωπο θεωρείται ότι έχει υπαχθεί στην νέα κατάσταση πραγμάτων, έχει εκχωρήσει το δικαίωμα κατοχής και ως εκ τούτου, κωλύεται από του να αξιώσει επανάκτηση της. Συνεπώς, ταυτόχρονη (και όχι αποκλειστική) κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας, δεν δίδει αυτόνομο αγώγιμο δικαίωμα για παράνομη επέμβαση.
  3. Στο σύγγραμμα των Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση, στην σελίδα 1232 και παράγραφο 19-19, με παραπομπή στην απόφαση της Δικαστικής Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Sweet v Mountford
(1985)A.C. 809, αναφέρεται ότι, η πρόθεση των μερών να δοθεί αποκλειστική κατοχή στον χρήστη, γενικά, προκύπτει από τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Το ερώτημα που πάντοτε τίθεται, δεν είναι κατά πόσο τα μέρη, ή ο οποιοσδήποτε εξ αυτών, σκόπευαν να δώσουν, ή αντίστοιχα, να πάρουν, αποκλειστική κατοχή, αλλά αν το αποτέλεσμα της συναλλαγής τους, ήταν στην πραγματικότητα, η χορήγηση αποκλειστικής κατοχής. Εν προκειμένω, σημειώνεται, και το εξής. Όπου το δικαίωμα πρόσβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, διατηρείται και τούτο γνήσια ([3]), σε μια τέτοια περίπτωση, δεν υπάρχει αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής της.
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναντίλεκτος ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση, ότι, η Αιτήτρια 1 εταιρεία, δια του διοικητικού της συμβούλου, Χρίστου Χρίστου, τερμάτισε την επίδικη σύμβαση ενοικίασης και παρέδωσε την πραγματική κατοχή του Υποστατικού στον Καθ' ου η Αίτηση ιδιοκτήτη του, καθιστά ανεδαφικό τον ισχυρισμό των Αιτητών για παράνομη επέμβαση του τελευταίου σε αυτό, καθότι, με βάση τα γεγονότα αυτά και σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές, οι Αιτητές, δεν έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, ότι, έχουν νομική ή αποκλειστική πραγματική κατοχή του Υποστατικού, ώστε να δικαιολογείτο η έγερση αυτής της Αγωγής εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση επί αυτής της βάσης. Δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στον αιτητή σε μεταγενέστερο στάδιο
  2. Στρέφομαι τώρα στην τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται για να δικαιολογείται η έκδοσης ενός ενδιάμεσου διατάγματος. Ως προς το κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στην Αιτήτρια 1 σε μεταγενέστερο στάδιο που θα αποφασιστεί τελικώς η υπόθεση της, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις της εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση.
  3. Ως έχει νομολογηθεί, η επάρκεια των αποζημιώσεων (είτε αφορά ζημιά την οποία ο καθ' ου η αίτηση πιθανόν να κληθεί να πληρώσει, είτε ζημιά την οποία ο αιτητής πιθανόν κληθεί να καλύψει από την εγγύηση που παρείχε για την έκδοση του διατάγματος), είναι παράγοντας άμεσα συνδεδεμένος με τον κίνδυνο αδικίας. Εάν οι αποζημιώσεις αποτελούν πράγματι επαρκή θεραπεία για τον αιτητή, τότε, εάν ο αιτητής επιτύχει στην απαίτηση του, το κατάλληλο ποσό θα του αποδοθεί από το Δικαστήριο και θα έχει με αυτό τον τρόπο επαρκώς αποζημιωθεί. Η μοναδική αδικία, θα είναι, ότι, ο αιτητής, αποστερείται από τα χρήματα αυτά στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την δίκη και την σχετική απόφανση του Δικαστηρίου, αλλά αυτό είναι συνήθως θεραπεύσιμο με διαταγή του Δικαστηρίου για επιδίκαση τόκου. Παρομοίως, εάν ο καθ' ου η αίτηση μπορεί επαρκώς να αποζημιωθεί από την επίπτωση της υποβολής του υπό ενός ενδιάμεσου διατάγματος Δικαστηρίου, από αποζημιώσεις στην βάση της εγγύησης που ο αιτητής θα αναλάβει ως όρο για την έκδοση του διατάγματος, ο κίνδυνος της αδικίας είναι λιγότερος και δεν δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος.
  4. Εντούτοις, ως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Papastratis v Pieridis
(1979)1 C.L.R. 231 και υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη» [[xxi]].
  1. Στην προκείμενη περίπτωση βρίσκω, ότι, αυτή η προϋπόθεσης πληρείται. Σημασία, εδώ, έχει, η ζημιά που τυχόν να υποστεί η Αιτήτρια 1 εταιρεία, αν η επέμβαση από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση στο Υποστατικό δεν αποτραπεί και η κατοχή του από αυτήν αποκατασταθεί, ενδιάμεσα μέχρι το στάδιο της δίκης. Εκ πρώτης όψεως, αυτό το οποίο μπορεί να λεχθεί, είναι, ότι, η όποια τέτοια ζημιά της Αιτήτριας 1, αν και επιδέχεται την θεραπεία της χρηματικής αποζημίωσης, ο ακριβής υπολογισμός της, θα είναι εξαιρετικά δύσκολος και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι θα μπορεί απόλυτα να δικαιώσει την Αιτήτρια 1 αν αυτή επιτύχει στην Αγωγή της. Οδηγούμε σε αυτή την κατάληξη, λόγω των ακόλουθων στοιχείων που αντλώ από την προσαχθείσα μαρτυρία: (α) η επιχειρηματική εύνοια της Αιτήτριας, λόγω της μη λειτουργίας του εστιατορίου, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, πολύ πιθανόν να επηρεαστεί αρνητικά, (β) η γενική αναστάτωση της Αιτήτριας 1 στην εν λόγω επιχειρηματική της δραστηριότητα και (γ) το πώς συμπλέκεται στην όλη υπόθεση το καθήκον της Αιτήτριας 1 να μετριάσει την ζημιά της και ποιες επιλογές έχει για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση και ειδικότερα πόσο άμεσα και με πιο κόστος, δεδομένης και της φύσης της εργασίας της.
  2. Παράλληλα, δεν διαπιστώνεται ο Καθ' ου η Αίτηση να είναι πιθανόν να υποστεί, σε περίπτωση αδικαιολόγητης έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, οποιαδήποτε ζημιά, ή εν πάση περιπτώσει, ζημιά που δεν θα δύναται να καλυφθεί από την εγγύηση που η Αιτήτρια 1 δύναται να κληθεί από το Δικαστήριο να παράσχει για να ενεργοποιηθεί το αιτούμενο ενδιάμεσο Διάταγμα. Και τούτο δεδομένου, ότι, ο Καθ' ου η Αίτηση, δεν αναφέρει στην μαρτυρία του, με ποιο τρόπο αυτός δυνατόν να επηρεαστεί ανεπανόρθωτα. Σε κάθε περίπτωση, ενδιάμεσα, μέχρι και την δίκη, η Αιτήτρια 1 θα υπόκειται στην υποχρέωση να του καταβάλλει τα συμφωνημένα ενοίκια από την στιγμή που προβάλλει την θέση ότι εμμένει στην σύμβαση. Το ισοζύγιο της ευχέρειας
  3. Στην περίπτωση όπου, τόσο ο ενάγοντας, όσο και ο εναγόμενος, έχουν αποδείξει ότι έχουν συζητήσιμη υπόθεση σε ότι αφορά την απαίτηση και την υπεράσπιση τους αντίστοιχα, και οπού κανένας τους δεν θα μπορούσε επαρκώς να αποζημιωθεί σε περίπτωση ζημιάς του λόγω της έκδοσης ή μη του αιτούμενου διατάγματος, το Δικαστήριο στρέφεται να εξετάσει προς τα πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένης της κατάληξης μου ανωτέρω ως προς το αντίθετο σε ότι αφορά τις απαιτήσεις των Αιτητών, περιττεύει η εξέτασης αυτού του παράγοντα. [Ζ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  4. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται.
  5. Τα έξοδα της Αίτησης και της διαδικασίας εκδίκασης της, επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση / Εναγομένου και εναντίον της Αιτήτριας 2 / Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα μετά την εκδίκαση και τελική αποπεράτωση αυτής της Αγωγής [[xxii]]. Στην προκείμενη περίπτωση, η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι, η διαδικασία αυτής της Αγωγής, δεν ηγέρθη μετά από ορθή και νομότυπη απόφαση της Αιτήτριας 1, αλλά στο όνομα της μετά από απόφαση της μετόχου της, Αιτήτριας
  6. Συνεπώς, στην βάση αυτού του ευρήματος, τα έξοδα δεν μπορούν να επιδικαστούν εναντίον της Αιτήτριας 1, αλλά μόνον εναντίον της Αιτήτριας
  7. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στην απόφαση του οποίου είχε αναφερθεί το εξής: «A choice, however resolute, which gains no expression outside the bosom of the chooser cannot be clear and unequivocal in the sense that the law requires. Silence and inaction, being in the generality of cases equally consistent with an affirmation of the contract, cannot constitute an acceptance of a repudiation.». Βλ. Vitol SA v Norelf Ltd, The Santa Clara [1996] QB 108,
  8. [2] (Άρθρο 43 του Κεφ. 148) [3] - ώστε να διαφυλαχθεί κατάχρηση από όρους εικονικού περιεχομένου, ή διευθετήσεις εικονικές, που αποκλείουν το αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής - [i] Δέστε σχετικά την υπόθεση Παραστράτης ν Γλάυκος Πετρίδης
(1979)1 C. L. R. 231. [ii] Οι εν λόγω προϋποθέσεις, έχουν εξεταστεί κατ' επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά, παραπέμπω στις ακόλουθες Karydas Taxi Co. v Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v Pierides
(1979)1 CLR 231, Odysseos v Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου ν Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [iii] Στην υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Θεωρή
(1989)1 Α. Α. Δ. 255 το Ανώτατο Δικαστήριο, στην σελίδα 258, αναφέρει τα εξής σχετικά: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos ν Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
  1. H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
  2. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
  3. Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseοs, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Πασχάλη Χ' Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Βλ. σχετικά, τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Re Fereos Ltd
(1997)1 A.A.Δ. 959, Re Lumiere T.V. Public Company Ltd
(2006)1 A.A.Δ. 757, Avila Management Services Ltd κ. α. ν Frantisek Stepanek κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403 και Hellenic Bank Public Company Ltd v Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση υπ' αρ. 145/2011, απόφαση ημερομηνίας 13/06/2013. [v] Το εν λόγω Άρθρο 43 του Κεφ. 148 έχει ως εξής: «43.-
(1)Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.
(2)Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς.». [vi] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Wolfgang Reckendorfer v Daphnee France Marie Reckendorfer
(2004)1 Α.Α.Δ. 1132: «Είναι γνωστές οι αρχές που διέπουν το ασφαλιστικό μέτρο, την έκδοση δηλαδή ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος, που σκοπό έχει να διασφαλίσει την εκτέλεση της τελικής απόφασης. Το πρωταρχικό κριτήριο, στην έκδοση τέτοιου διατάγματος, είναι η πιθανολόγηση επιτυχίας της αγωγής. Στο ενδεχόμενο τελικό αποτέλεσμα περιλαμβάνεται βεβαίως, και προσμετρά, και ο βαθμός επιτυχίας σε ό,τι αφορά τις αιτούμενες θεραπείες, το ύψος π.χ. του ποσού που απαιτείται, και αυτού που στο στάδιο της εξέτασης του προσωρινού διατάγματος πιθανολογείται πως θα αποδοθεί στην τελική απόφαση.». Σχετικές είναι και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ. α. ν Άννας Χρυσάνθου κ. α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και Re Μιχάλη Σολομωνίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 2126. [vii] Στην υπόθεση Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ. α. ν Άννας Χρυσάνθου κ. α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά: «Με αυτή τη διευκρίνιση προχωρούμε να εξετάσουμε το κατά πόσο οι εφεσείοντες, με ό,τι είχαν παρουσιάσει, θα έπρεπε να επιτύχουν. Αρχίζουμε με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others [1976] 3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας:- "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law." Στην προκείμενη περίπτωση η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων μοιάζει με ισχυρισμό που εκφράζει θέση και μάλιστα υπό τύπο κατάληξης. Ως εκ τούτου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση. Η κατάληξη πρωτόδικα ότι δεν καταδείχθηκε πιθανότητα επιτυχίας ήταν απόλυτα ορθή. Το προσωρινό διάταγμα δεν εδικαιολογείτο με βάση το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [viii] Βλ. τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις C.T. Tobacco Ltd v Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853 και Αντώνης Ανδρέου ν Colossos Signs Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 1040. [ix] Το εν λόγω Άρθρο 33Α του Κεφ. 113, προνοεί: «
(1)Η εταιρεία δεσμεύεται έναντι τρίτων από πράξεις ή συναλλαγές των αξιωματούχων της, έστω και εάν τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, εκτός εάν τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές τελούνται καθ' υπέρβαση των εξουσιών, που ο νόμος παρέχει ή επιτρέπει να παρέχονται στους συγκεκριμένους αξιωματούχους: Νοείται ότι, η εταιρεία δε δεσμεύεται έναντι τρίτων σε περίπτωση που τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, εάν και εφόσον, η εταιρεία αποδείξει ότι το τρίτο πρόσωπο γνώριζε ότι οι πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας ή δεν ήταν δυνατό λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, να το αγνοεί: Νοείται περαιτέρω, ότι η δημοσίευση του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της εταιρείας δεν αποτελεί, από μόνη της, επαρκή απόδειξη γνώσης από μέρους τρίτου προσώπου.
(2)Οι εκ του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού ή οι εξ αποφάσεως των συμβούλων ή της γενικής συνελεύσεως της εταιρείας, περιορισμοί στις εξουσίες των αξιωματούχων της Εταιρείας, δε δύναται να αντιταχθούν έναντι τρίτων προσώπων, ακόμα και εάν έχουν δημοσιευτεί.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [x] Που συνοψίστηκε από τον Simmonds LJ στην υπόθεση Morris v Kanssen [1946] AC 459, ως εξής (στην σελίδα 474): «Persons contracting with a company and dealing in good faith may assume that acts within its constitution and powers have been properly and duly performed and are not bound to inquire whether acts of internal management have been regular.». [xi] Οι ουσιαστικότερες διαφοροποιήσεις, σε γενικές γραμμές, έχουν ως εξής. Ένα πρόσωπο, από μόνο το γεγονός ότι γνωρίζει ότι μία ενέργεια είναι πέραν των εξουσιών του διοικητικού συμβουλίου μιας εταιρείας, με βάση το καταστατικό της, δεν θεωρείται ότι ενήργησε εν σχέση με την εταιρεία και συναλλασσόμενο με αυτή, κακή τη πίστη. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, είναι αναγκαίο να καταδειχθεί κάτι πέραν από απλή γνώση του προσώπου που συναλλάσσεται με εταιρεία ως προς τους καταστατικούς της όρους, όπως δόλια προαίρεση, ή συμπαιγνία με τους διοικητικούς της συμβούλους για να παραβιάσουν οι τελευταίοι, ως συμβούλιο, το καθήκον ενέργειας τους σε σχέση με αυτήν, καλόπιστα και προς τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της. [xii] Αναφέρθηκε πρόσφατα στην απόφαση της πλειοψηφίας του Εφετείου στην Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2009, Eurogal Surveys Ltd v D. Trade International Ltd, ημερομηνίας 17/10/2014: «Η σημασία των πιο πάνω στην παρούσα περίπτωση είναι εμφανής. Όπως θα εξηγηθεί στην πορεία, η αρχή της δημιουργίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων («privity of contract»), υπόκειται σε εξαιρέσεις και μια κλασσική εξαίρεση είναι η συνομολόγηση συμφωνίας μέσω αντιπροσώπου («agency»). Όπως αναφέρεται και εξηγείται στο σύγγραμμα των Koffman & Macdonald: The Law of Contract, 6η έκδ., σελ. 498-499, παρ. 18.43-18.47, η συνομολόγηση σύμβασης με τη μεσολάβηση αντιπροσώπου είναι μια από τις μεθόδους περιορισμού της αρχής του «privity of contract». Όμως τα Δικαστήρια είναι διστακτικά στο να εφαρμόσουν σύμβαση με εξυπακουόμενη αντιπροσώπευση, απλώς και μόνο για να εξαγάγουν τέτοια σύμβαση. Πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία ότι ο αντιπρόσωπος έχει εξουσία από τον αντιπροσωπευόμενο να ενεργεί εκ μέρους του είτε ρητά είτε εξυπακουόμενα ως αποτέλεσμα της σχέσης των διαδίκων. Όταν υπάρχει αυτή η ρητή ή εξυπακουόμενη σχέση δημιουργείται «πραγματική» εξουσία αντιπροσώπευσης. Διαφορετικά μπορεί η αντιπροσώπευση να εγερθεί και υπό το φως των άλλων συνθηκών όποτε και μπορεί να ομιλεί κάποιος για «φαινομενική» («apparent») αντιπροσώπευση. Και περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ewan Mckendrick: Contract Law, 6η έκδ., σελ. 163, αναφέρεται ότι: «It would cause great commercial hardship if a businessman who appointed an agent to enter into a contract on his behalf was prevented by the doctrine of privity from suing upon that contract himself. So the doctrine of agency exists to give the businessman such a right of action. An agency relationship arises where one party, the agent, is authorised by another, the principal, to negotiate and to enter into contracts on behalf of the principal. Once an agency relationship is created, the agent is thereby authorised to commit the principal to contractual relationships with third parties. Agency is now a specialised area of law ....». (η υπογράμμιση είναι δική μου) [xiii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα στην υπόθεση Thunder Shipping Co. Ltd v Lloyd Triestino DI.NAV. S.P.A. κ. α.
(1984)1 Α.Α.Δ.
  1. [xiv] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον Δ. Brandon στην υπόθεση The Swan [1968] 1 Lloyd's Rep 5, σελ.
  2. [xv] Το εν λόγω Άρθρο 33 του Κεφ. 113, προνοεί: «
(1)Συμβάσεις εκ μέρους εταιρείας δύναται να γίνουν ως ακολούθως- (α) σύμβαση η οποία αν γινόταν μεταξύ ιδιωτών προσώπων ο νόμος θα απαιτούσε να γίνει γραπτώς, και αν γινόταν σύμφωνα με το Αγγλικό Δίκαιο θα απαιτούσε να φέρει σφραγίδα, δύναται να γίνει από εταιρεία γραπτώς και είτε να φέρει την κοινή σφραγίδα της εταιρείας είτε όχι. (β) σύμβαση η οποία αν γινόταν από πρόσωπα ιδιώτες ο νόμος θα απαιτούσε να γίνει γραπτώς και να υπογράφεται από τα μέρη που βαρύνονται από τη σύμβαση, δύναται να γίνει εκ μέρους της εταιρείας γραπτώς και να υπογραφτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί μετά από ρητή ή σιωπηρή εξουσιοδότηση της εταιρείας. (γ) σύμβαση η οποία αν γινόταν από πρόσωπα ιδιώτες θα ήταν νομικά έγκυρη και αν ακόμα γινόταν μόνο προφορικά και όχι γραπτώς δύναται να γίνει προφορικά εκ μέρους της εταιρείας από οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί με βάση ρητή ή σιωπηρή εξουσιοδότηση της. Νοείται ότι σε περίπτωση ιδιωτικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με ένα και μοναδικό μέλος, οι συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ του μέλους αυτού και της Εταιρείας καταγράφονται σε πρακτικά, ή καταρτίζονται γραπτώς, εκτός εάν αφορούν τις τρέχουσες πράξεις της εταιρείας που συνάπτονται υπό κανονικές συνθήκες.
(2)Σύμβαση που γίνεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό έχει νομικό αποτέλεσμα και δεσμεύει την εταιρεία και τους διαδόχους της και όλα τα άλλα μέρη της.
(3)Σύμβαση που έγινε σύμφωνα με το άρθρο αυτό δύναται να μεταβληθεί ή ακυρωθεί με τον ίδιο τρόπο που η σύμβαση εξουσιοδοτήθηκε να γίνει σύμφωνα με το άρθρο αυτό.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xvi] Στην υπόθεση Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν Κατερίνας Δημήτρη
(1999)1 Α.Α.Δ. 551 συνόψισε την σχετική αρχή ως εξής: «Είναι γεγονός πως ουδέποτε η εφεσίβλητη ήλθε σε κατ' ευθείαν επαφή με τους ίδιους τους εφεσείοντες, δηλαδή με λειτουργούς τους. Ούτε υπήρξε μαρτυρία για ρητή παράσταση από την πλευρά των εφεσειόντων πως η τράπεζα ήταν αντιπρόσωπός τους. Είναι επίσης ορθό πως δεν υπήρχαν στοιχεία που να θεμελίωναν ότι πράγματι η τράπεζα ήταν αντιπρόσωπος των εφεσειόντων. Αυτή η επιπρόσθετη διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία. Όμως οι αρχές ως προς τη φαινομένη πληρεξουσιότητα, που αποτέλεσε ανεξάρτητο και αυτοτελές έρεισμα, υπερβαίνουν και τα δύο. Δεν προϋποθέτουν ρητή παράσταση απαραιτήτως. Αρκεί συμπεριφορά διά της οποίας κάποιος παριστά ή επιτρέπει να παρίσταται πως άλλος είναι αντιπρόσωπός του. Το γεγονός ότι δεν είναι στην πραγματικότητα αντιπρόσωπός του, με ρητή ή έστω σιωπηρή πληρεξουσιότητα, όχι μόνο είναι αδιάφορο αλλά αποτελεί και το λόγο της γέννησης των αρχών δικαίου ως προς τις επιπτώσεις από τέτοια παράσταση. Τίθεται ζήτημα ευθύνης από φαινομένη πληρεξουσιότητα ακριβώς επειδή δεν υπάρχει πράγματι τέτοια. Γι' αυτό και δεν θα μπορούσαν, ούτως ή άλλως, να διαδραματίσουν ρόλο στην περίπτωση οι πρόνοιες του Ν. 72/84. Δεν θεμελιώνεται η ευθύνη στην ενέργεια πράγματι αντιπροσώπου αλλά φαινομένου αντιπροσώπου. Θα παρεμβάλλαμε εδώ πως στο Μέρος αναφορικά με την αντιπροσωπεία, στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, δεν περιλαμβάνεται κανονισμό πρόνοια προς τέτοια κατεύθυνση. Ρυθμίζεται μόνο (άρθρο 197) η έκφανση της φαινομένης πληρεξουσιότητας στην περίπτωση που ενώ πράγματι υπάρχει σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου, ο πρώτος υπερβαίνει την εξουσιοδότησή του. Οπότε, και πάλιν, ο αντιπροσωπευόμενος δεσμεύεται «αν προφορικά ή με την συμπεριφορά του εξωθήσει τους τρίτους να πιστέψουν ότι οι πράξεις και υποχρεώσεις αυτές διενεργήθηκαν εντός των ορίων της πληρεξουσιότητας των αντιπροσώπων». Στις υποθέσεις Zoe Ch. Papaellina v. EPCO (Cyprus) Ltd. And Another
(1969)1 C.L.R. 525 και Liopetri Transport Co., v. Loucas Constantinou
(1971)1 C.L.R. 424 δεν έγινε αναφορά στο άρθρο 197, αλλά είναι σχετικές. (Βλ. συναφώς και Hotel & Catering v. Pilava
(1982)1 C.L.R. 81, Καλαμαράς ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 343 και Pollock and Mulla, 9η έκδοση, σελ. 794). Οι συνέπειες από τη φαινομένη πληρεξουσιότητα βρίσκουν έρεισμα κατά τα επικρατούντα, στις αρχές του κωλύματος (estoppel) που αποτελούν μέρος του δικαίου μας κατά το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60· αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί, ούτε βέβαια προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, ότι αποκλείονται από τις διατάξεις του Κεφ. 149. (βλ. σχετικά Παϊκκος ν. Κοντεμενιώτης
(1989)1 C.L.R. 50). Βρίσκεται στον πυρήνα της δέσμευσης η εμφάνιση των πραγμάτων όπως αυτή μπορεί να συνδεθεί προς παράσταση, ρητή ή με τη συμπεριφορά. Κωλύεται εκείνος που παριστά ή που επιτρέπει με αυτό τον τρόπο να παρίσταται άλλος ως αντιπρόσωπός του, να αρνηθεί δέσμευση όταν ο τρίτος, στηριγμένος σ' αυτή την παράσταση, ενεργεί προς βλάβη του ή, ακόμα ευρύτερα, διαφοροποιεί τη θέση του.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης τις υποθέσεις Paneuropean Insurance Co. Ltd v Νίκου Χείμαρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 713, Marketventures Ltd v Ιωάννη Καλλικά
(2010)1 Α.Α.Δ. 48 και Marketventures Ltd v Ουράνιου Δικωμίτη
(2009)1 Α.Α.Δ. 383. [xvii] Το εν λόγω Άρθρο 178 του Κεφ. 113 προνοεί: «
(1)Εταρεία δύναται με σύνηθες ψήφισμα να παύσει σύμβουλο πριν από τη λήξη της θητείας του, ανεξάρτητα από οτιδήποτε περιλαμβάνεται στο καταστατικό της ή σε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της εταιρείας και αυτού: Νοείται ότι σε περίπτωση ιδιωτικής εταιρείας το εδάφιο αυτό δεν παρέχει εξουσία για την παύση συμβούλου που κατέχει ισόβια θέση κατά την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού ανεξάρτητα αν αυτός είναι υποχρεωμένος να αποχωρήσει λόγω περιορισμού του ορίου ηλικίας σύμφωνα με το καταστατικό ή διαφορετικά.
(2)Απαιτείται ειδική ειδοποίηση για οποιοδήποτε ψήφισμα για παύση συμβούλου με βάση το άρθρο αυτό ή για το διορισμό κάποιου στη θέση συμβούλου που παύθηκε με τον τρόπο αυτό στη συνέλευση που αυτός παύεται, και με την παραλαβή ειδοποίησης του προτεινόμενου ψηφίσματος για την παύση συμβούλου με βάση το άρθρο αυτό, η εταιρεία αποστέλλει αμέσως στον ενδιαφερόμενο σύμβουλο, αντίγραφο της και ο σύμβουλος δικαιούται να ακουστεί στη συνέλευση για το ψήφισμα είτε αυτός είναι μέλος της εταιρείας είτε όχι.
(3)Όταν δίνεται ειδοποίηση προτεινόμενου ψηφίσματος για την παύση συμβούλου με βάση το άρθρο αυτό και ο ενδιαφερόμενος σύμβουλος κάνει γραπτές παραστάσεις εύλογης διάρκειας προς την εταιρεία σχετικά με αυτή και ζητά την κοινοποίηση τους στα μέλη της εταιρείας, η εταιρεία, εκτός αν οι παραστάσεις λήφθηκαν αργά για να δυνηθεί η εταιρεία να ενεργήσει με τον τρόπο αυτό- (α) δηλώνει το γεγονός ότι έγιναν οι παραστάσεις σε οποιαδήποτε ειδοποίηση για το ψήφισμα που δόθηκε στα μέλη της εταιρείας και (β) αποστέλλει αντίγραφο των παραστάσεων σε κάθε μέλος της εταιρείας στο οποίο αποστέλλεται ειδοποίηση της συνέλευσης (πρίν από ή μετά τη λήψη των παραστάσεων από την εταιρεία), και αν δεν αποσταλεί αντίγραφο των παραστάσεων όπως προαναφέρθηκε λόγω της καθυστέρησης της παραλαβής τους ή λόγω παράλειψης από την εταιρεία, ο σύμβουλος δύναται, χωρίς βλάβη του δικαιώματος του να ακουστεί προφορικά, να απαιτήσει να αναγνωστούν στη συνέλευση οι παραστάσεις: Νοείται ότι δεν υπάρχει ανάγκη να αποσταλούν αντίγραφα των παραστάσεων και δεν υπάρχει ανάγκη να διαβαστούν οι παραστάσεις κατά τη συνέλευση αν, με αίτηση της εταιρείας ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ισχυρίζεται ότι είναι δυσαρεστημένο, το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έγινε κατάχρηση των δικαιωμάτων που χορηγούνται από το άρθρο αυτό για την εξασφάλιση περιττής δημοσιότητας σε δυσφημιστικό θέμα, το δε Δικαστήριο δύναται να διατάξει να καταβληθούν τα έξοδα της εταιρείας εξολοκλήρου ή μερικώς σε αίτηση με βάση το άρθρο αυτό από το σύμβουλο ανεξάρτητα του ότι αυτός δεν είναι μέρος στην αίτηση.
(4)Κενή θέση που δημιουργήθηκε με την παύση συμβούλου με βάση το άρθρο αυτό, αν δεν πληρωθεί στη συνέλευση στην οποία αυτός παύθηκε, δύναται να πληρωθεί ως θέση που κενώθηκε έκτακτα.
(5)Πρόσωπο που διορίστηκε σύμβουλος στη θέση προσώπου που παύθηκε με βάση το άρθρο αυτό, για το σκοπό προσδιορισμού του χρόνου που αυτός ή οποιοσδήποτε άλλος σύμβουλος θα αποχωρήσει, θεωρείται ότι έγινε σύμβουλος την ημέρα που το πρόσωπο στη θέση του οποίου διορίζεται, διορίστηκε ως σύμβουλος για τελευταία φορά.
(6)Καμιά διάταξη στο άρθρο αυτό δεν εκλαμβάνεται ότι αποστερεί πρόσωπο που παύθηκε σύμφωνα με το άρθρο αυτό από αποζημιώσεις ή ζημιές πληρωτέες σε αυτό σχετικά με τον τερματισμό του διορισμού του ως συμβούλου ή από οποιοδήποτε διορισμό που τερματίζεται μαζί με το διορισμό του ως συμβούλου ή ότι περιορίζει οποιαδήποτε εξουσία για την παύση συμβούλου που δυνατό να υφίσταται ανεξάρτητα από το άρθρο αυτό.». [xviii] Σε ελεύθερη μετάφραση: «πρέπει να υπάρχει εμφανής πρόθεση, όχι μόνο αποκλεισμού του κόσμου γενικά από το να παρεμβαίνει με το υπό εξέταση πράγμα, αλλά αποκλεισμός, σε σχέση με αυτό, για ίδιο όφελος και στο όνομα κάποιου». [xix] Δέστε σχετικά, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Παναγιώτη Κίτση ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077 και Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών v Θεοδόση Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120. Σε ότι αφορά το ζήτημα της δικαιοπρακτικής ικανότητας προσώπου που βρίσκεται σε πραγματική κατοχή, να εγείρει αγωγή βασιζόμενο στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Adamou v Christofi
(1974)1 C.L.R. 100 - το σκεπτικό της οποίας υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του, όπως π. χ. στην Ismini Liasidou a. a. v Kyriacos N. Papademetriou as proxy agent of Christakis E. Ioannou
(1975)1 C.L.R. 122 και Γεώργιος Λάμπρου κ. α. ν Ελένης Κεφάλα
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1516 - ανέφερε τα εξής: «There is no doubt that the plaintiff was in possession of the land in question and has planted the olive trees himself, and clearly in our view the defendant had no right at all to collect the olives and was all along a mere trespasser. It has been said in a number of cases that trespass to land consists in any unjustifiable intrusion by one person upon land in the possession of another. Trespass, therefore, is actionable at the suit of the person in possession of land, in spite of the fact that he is neither the owner nor does he derive title from the owner. Once, therefore, the plaintiff was in occupation or physical control of the land in question and because he has planted those trees, he is holding the land as a de facto possessor and it is too late for the defendant—who never had any title to the land—or indeed she never genuinely believed the land to be hers, to allege that the plaintiff had no right of action against her because the Government is the owner of that land. In our view, the slightest amount of possession would be sufficient to enable the plaintiff to bring an action against the defendant. In Bristow v. Cormican, [1878] 3 App. Cas. 641, Lord Hatherley said at p. 657:— "There can be no doubt whatever that some possession is sufficient, against a person invading that possession without himself having any title whatsoever, as a mere stranger, that is to say, it is sufficient as against a wrongdoer. The slightest amount of possession would be sufficient to entitle the person who is so in possession or claims under those who have been or are in such possession, to recover as against a mere trespasser." See also Wuta-Ofei v. Danquah [1961] l W.L.R. 1238, where the dictum of Lord Hatherley in Bristow v. Cormican (supra) was followed and applied. There is no doubt that a de facto possession gives a right to retain the possession and undisputed enjoyment as against all wrong-doers, except the lawful owner, because he who has such a possession may, just as may the lawful owner, use a reasonable degree of force in the defence of the land which he possesses. He may sue in trespass anyone who disturbs his possession, and in such an action it is no answer for the defendant to show that such title and right to possession is in another person. In our view, jus tertii is no defence to the action, unless the defendant can show when trespassing that he acted under the authority of the true owner or of some person having such a right. Therefore, we find ourselves unable to follow the argument of counsel on behalf of the appellant, because in our opinion, the principle of jus tertii applies equally to a case of land and not only to torts as contended by counsel. We would reiterate that in a case of trespass the defendant has to plead and prove that he had a right to possession of the land at the time of the alleged trespass, or that he acted under the authority of some person having such right. That this is so finds also ample justification in our Civil Wrongs Law Cap. 148, and s. 43 is in these terms:— . It appears that the protection which the law gives to bear possession seems to be nothing more than an extension of the protection that it accords to the person. Possession, as we said earlier in this judgment, implies to some extent personal presence, and the inviolability of the person extends to those sorts of disturbances by which the person might at some time be interfered with. In other words, the explanation of the protection of possession is to be found in the paramount necessity of preventing breaches of the peace.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετική, εν προκειμένω, είναι και απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση David Charles Orams κ. α. ν Μελέτη Αποστολίδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1402. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: «Άλλο ζήτημα με το οποίο θεωρούμε σκόπιμο να ασχοληθούμε είναι εκείνο της κατοχής της προαναφερόμενης περιουσίας από τον εφεσίβλητο. Η αγωγή του εφεσίβλητου εναντίον των εφεσειόντων ήταν για παράνομη επέμβαση και η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι, ουσιαστικά, αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα (Δέστε: Λάμπρου κ.ά. ν. Κεφάλα κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1516). Στην προκείμενη περίπτωση είναι προφανές ότι η επέμβαση των εφεσειόντων στην περιουσία του εφεσιβλήτου έχει μόνιμο χαρακτήρα και επομένως, κατ' εξαίρεση, ο εφεσίβλητος έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εφεσειόντων παρά το ότι δεν έχει κατοχή της περιουσίας του (ένεκα της συνεχιζόμενης παράνομης Τουρκικής κατοχής και της, κατά συνέπεια, παρεμπόδισής του να το πράξει).». [xx] Δέστε σχετικά, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Margarita Ikosi v Andreas Karayiannis and Others
(1971)1 C.L.R.
  1. [xxi] Αρχή, που πρόσφατα επιδοκιμάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση P & MA Restaurant Ltd κ. α. ν Eric John Wakeham, Πολιτική Έφεση Αρ. 286/10, ημερομηνίας 22/02/
  2. [xxii] Βλ. C.T. Tobacco Ltd v Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτινος Λτδ κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 853 και Ντίνου Μιχαηλίδη ν Χρήστου Πουργουρίδη
(2000)1 Α.Α.Δ. 328. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.