← Κύπρος

ΑΝΤΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αντρέα Δημητρίου κ.α. ν. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως η Αρχή Εξυγία

ΑΝΤΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αντρέα Δημητρίου κ.α. ν. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως η Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 κ.α., Αρ.Αγωγής 3552/2013, 21/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής 3552/2013 Μεταξύ: 1. ΑΝΤΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αντρέα Δημητρίου 2. Αντώνη Δημητρίου 3. Ελενας Δημητρίου-Γεωργίου 4. Μάρως Δημητρίου Εναγόντων και 1. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως η Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 2. Αντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 14.5.2015 Μεταξύ: 1. ΑΝΤΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αντρέα Δημητρίου 2. Αντώνη Δημητρίου 3. Ελενας Δημητρίου-Γεωργίου 4. Μάρως Δημητρίου Εναγόντων και 1. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως η Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 2. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD διά του Ειδικού Διαχειριστή και/ή Ειδικής Διαχειρίστριας και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 Εναγομένων Ημερ.: 21.10.2016 Για τους Ενάγοντες: κα Χ.Αλεξάνδρου μαζί με κ.Π.Χατζηπέτρο για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 1: κα Θ.Ραφτοπούλου μαζί με κ.Ε.Χατζηνέστωρος και κα Α.Σάββα για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 2: κα Α.Φακοντή για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή καταχωρίστηκε την 17.9.2013 με Κλητήριο Ενταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο. Τροποποιημένο Κλητήριο καταχωρίστηκε την 3.6.2015 χωρίς να αλλάξει η ουσία της αγωγής. Σύμφωνα με την αξίωση ο Ανδρέας Δημητρίου, αποβιώσας, και η Ενάγουσα 4, Μάρω Δημητρίου, σύζυγος του, διατηρούσαν κοινό λογαριασμό τακτής προθεσμίας στη Cyprus Popular Bank Public Co Ltd με αρ. 04804096425 στο όνομα "Demetriou Andreas & / or Maro". Όταν την 14.6.2012 ο Ανδρέας Δημητρίου απεβίωσε (Τεκμ.4), ο λογαριασμός μετονομάστηκε από την Τράπεζα σε "Demetriou Andreas (deceased) & / or Maro". Στο λογαριασμό υπήρχαν τότε €538.922,90. Το Μάρτιο του 2013 επεσυνέβηκαν τα γνωστά γεγονότα του «κουρέματος». Θεσπίστηκε ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Αρ.17(Ι)/2013) και ακολούθησε την 29.3.2013 Διάταγμα δυνάμει του Νόμου (Κ.Δ.Π. 104/2013) δυνάμει του οποίου απομειώθηκαν όλοι οι λογαριασμοί και οι καταθέσεις που βρίσκονταν στη Cyprus Popular Bank Public Co Ltd αφήνοντας διατεθειμένο μόνο το ποσό των €100.000 για κάθε καταθέτη. Από τον επίδικο λογαριασμό απομειώθηκαν €438.922,90. Κρίθηκε πως με το θάνατο του Ανδρέα Δημητρίου η Μάρω Δημητρίου είχε καταστεί η δικαιούχος ολόκληρου του ποσού, οπόταν, αφού της διατέθηκαν €100.000, απομειώθηκε το υπόλοιπο ποσό του λογαριασμού. Είναι η θέση των Εναγόντων πως από το ποσό των €538.922,90 του λογαριασμού, ποσό €300.000 ανήκε στον Ανδρέα Δημητρίου και μόνο το υπόλοιπο ποσό των €238.922,90 ανήκε στη Μάρω Δημητρίου. Σε αυτή τη βάση όταν ο Αντρέας Δημητρίου απεβίωσε το ποσό των €300.000 περιήλθε στη διαχείριση της περιουσίας του με το διαχειριστή της να το κρατεί ως εμπιστευματοδόχος ή εντολοδόχος των κληρονόμων του. Ο Ανδρέας Δημητρίου κατέλειπε, πέραν της συζύγου του, και δύο τέκνα την Ελενα Δημητρίου Ενάγουσα 3 και τον Αντώνη Δημητρίου Ενάγοντα 2, που διορίστηκε και διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος και ως τέτοιος παρουσιάζεται στον τίτλο της αγωγής ως Ενάγοντας 1. (Ορθότερο θα ήταν το πρόσωπο να αναφέρεται μια φορά στον τίτλο και να διευκρινίζεται η διπλή ιδιότητα δυνάμει της οποίας ενάγει). Αναφορά στους Ενάγοντες θα γίνεται με τα μικρά τους ονόματα εφόσον όλοι έχουν το ίδιο επίθετο. Ο αποβιώσας δεν είχε διαθήκη (βλ. Τεκμ.4). Επομένως, συνεχίζει η υπόθεση των Εναγόντων, όταν επεσυνέβησαν τα γεγονότα του «κουρέματος» το ποσό των €300.000 κρατείτο από τον Αντώνη ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος για τους κληρονόμους του δηλαδή τη μητέρα, την αδελφή του Ελενα και τον ίδιο. Θα έπρεπε λοιπόν, πάντα κατά την αξίωση, να διατηρηθούν €100.000 για κάθε δικαιούχο στο σύνολο €300.000 (Α και Β της αξίωσης). Kαι τούτο αφού το άρθρο 10(ε) των περί της Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013 (Κ.Δ.Π.92/2013), προνοεί ότι: «σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος ή ως εντολοδόχος (trustee or nominee) άλλου προσώπου ή διάφορων άλλων προσώπων, με βάση το ίδιο εμπίστυεμα ή άλλη παρόμοια συμφωνία, η κατάθεση θεωρείται ότι ανήκει στο άλλο πρόσωπο ή στα άλλα πρόσωπα εξίσου, εκτός αν υπάρχουν συμβατικοί όροι που καθορίζουν διαφορετική κατανομή για κάθε δικαιούχο». Αναφορά στην αξίωση γίνεται και στο άρθρο 8.3 της Οδηγίας 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, που προνοεί ότι: «Όταν ο καταθέτης δεν είναι ο απόλυτος δικαιούχος των ποσών που έχουν κατατεθεί στο λογαριασμό, από την εγγύηση καλύπτεται ο απόλυτος δικαιούχος, εφόσον η ταυτότητά του διαπιστώνεται ή μπορεί να διαπιστωθεί πριν από την ημερομηνία κατά την οποίαν οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν στη διαπίστωση που προβλέπεται στο άρθρο 1 εδάφιο 3 σημείο
  2. i)ή η δικαστική αρχή λάβει την απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 1 εδάφιο 3 σημείο ii). Εάν υπάρχουν πολλοί απόλυτοι δικαιούχοι, κατά τον υπολογισμό των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφοι 1, 3 και 4, λαμβάνεται υπόψη το μερίδιο που αναλογεί στον καθένα δυνάμει των ρυθμίσεων που διέπουν τη διαχείριση των ποσών.» Προωθείται και απαίτηση της Ενάγουσας 4 για εξαίρεση από την απομείωση του μεριδίου της από την κληρονομιά του συζύγου της (Γ της αξίωσης) και διαζευκτικά ότι η διαχείριση και η Ενάγουσα 4 δικαιούνται σε €100.000 έκαστη (Δ της αξίωσης). Σημειώνεται ότι με την αγωγή δεν προσβάλλεται η συνταγματικότητα των σχετικών Νόμων, Κανονισμών και Διαταγμάτων δυνάμει των οποίων έγινε η απομείωση. Προς τούτο οι Ενάγοντες 1 και 4 στην παρούσα καταχώρησαν την αγωγή 2379/2014 Ε.Δ. Λάρνακας. Η παρούσα αγωγή περιορίζεται στο ότι στη βάση των πραγματικών, κατά τους Ενάγοντες, περιστατικών οι Νόμοι, οι Κανονισμοί και τα Διατάγματα εφαρμόστηκαν λανθασμένα. Στην ουσία, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα πραγματικά γεγονότα. Ο περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τη διαδοχή στην κληρονομιά κάθε προσώπου που έχει την κατοικία (domicile) του στην Κύπρο (άρθρο 5(α)) όπως αναμφίβολα ήταν ο αποβιώσας. Το άρθρο 4 προνοεί ότι «Διαδοχή σε κληρονομιά δύναται να γίνει είτε βάσει διαθήκης είτε βάσει του νόμου, είτε τόσο βάσει διαθήκης όσο και βάσει νόμου». Επομένως, καμιά διευθέτηση άλλη από διαθήκη δεν είναι ικανή να επιφέρει τη διάθεση οιουδήποτε μέρους περιουσίας αποβιώσαντος διαφορετικά από ότι ο νόμος ορίζει. Εάν κατά το θάνατο του Ανδρέα Δημητρίου ο επίδικος λογαριασμός ή οιοδήποτε μέρος του συνιστούσε περιουσία του, τότε (δεδομένου ότι δεν είχε διαθήκη) αυτή η περιουσία του θα πρέπει να διανεμηθεί όπως ο νόμος ορίζει στους νόμιμους κληρονόμους του. Καμιά συμφωνία ή εντολή δεν μπορεί να επιτραπεί να παρακάμψει τις νομοθετικές πρόνοιες εκτός και αν με αυτή δημιουργήθηκε καταπίστευμα προς όφελος άλλου ή άλλων. Οι αναφορές του Αντώνη (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.1) στην καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη λήψη της απαλλαγής από το φόρο και ότι συνεπεία αυτής δεν διατέθηκαν τα ποσά του επίδικου λογαριασμού με τον τρόπο που ήταν η επιθυμία του αποβιώσαντα, αλλά παρέμειναν στον επίδικο λογαριασμό και «κουρεύτηκαν», καμιά σημασία δεν έχουν. Σημασία έχει κατά πόσο, με το θάνατο του Ανδρέα Δημητρίου τα χρήματα στον επίδικο λογαριασμό, ή οποιοδήποτε μέρος τους, περιήλθαν και ανήκαν στην περιουσία του (his estate). Eάν ναι, δεν θα είχε ίσως σημασία ότι ο διαχειριστής της περιουσίας του δεν πρόλαβε να τα διανέμει πριν το «κούρεμα». Εάν αυτό που εννοούσε ο Ενάγοντας 1 είναι ότι εάν λαμβάνετο η απαλλαγή του φόρου πριν το «κούρεμα», ο ίδιος ή η Μάρω Δημητρίου (δεν συζητείται στο στάδιο αυτό ποιος) θα μπορούσαν να αποσύρουν τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον επίδικο λογαριασμό και να τα διαθέσουν σε οιονδήποτε, αυτό είναι κάτι που δεν αφορά στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Στην Πουγεράσης κ.α. ν. Παπαφιλίππου

(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1283, αναφέρεται με παραπομπή στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking, εκδ.1995, σελ.169-171, ότι ένας κοινός λογαριασμός είναι κατά το νόμο απλώς ένα χρέος το οποίο οφείλεται στους δικαιούχους του λογαριασμού από κοινού. Καταγράφεται η αρχή του επιζήσαντος δικαιούχου κατά την οποία: «Όταν ο λογαριασμός είναι κοινός και ένας από τους δικαιούχους αποθνήσκει, ο επιζήσας ή οι επιζήσαντες δικαιούται ή δικαιούνται, στις συνηθισμένες περιπτώσεις, σε ολόκληρο το ποσό, είτε δυνάμει του δικαίου της μεταβίβασης μεταξύ κοινών ιδιοκτητών ή δυνάμει της πρακτικής των τραπεζιτών ή δυνάμει ρητής ή εξυπακουόμενης συμφωνίας. Ο τραπεζίτης απαλλάσσεται έγκυρα με το να πληρώσει τον επιζήσαντα. Στην περίπτωση κοινού λογαριασμού μεταξύ συζύγων, όπου υπάρχει εξουσιοδότηση στη σύζυγο να αποσύρει χρήματα, μετά το θάνατο του συζύγου της εγείρεται το ζήτημα κατά πόσο η σύζυγος έγινε δικαιούχος για σκοπούς διευκόλυνσης ή για σκοπούς εξασφάλισης της σε περίπτωση που θα είναι η επιζήσασα». Γίνεται ακόμα παραπομπή στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Specific Contracts, 27η έκδ., παρ.33-281, όπου αναφέρεται ότι: «Η αρχή του επιζήσαντος δικαιούχου. Στην απουσία συμφωνίας περί του αντιθέτου, υπάρχει τεκμήριο ότι με το θάνατο ενός από τους δικαιούχους κοινού λογαριασμού όλα τα δικαιώματα που σχετίζονται με το λογαριασμό περιέρχονται στον επιζήσαντα. Ωστόσο, αυτό το τεκμήριο συχνά ανατρέπεται, ανκαι όχι με ετοιμότητα, όταν και οι δύο δικαιούχοι πλήρωσαν χρήματα στο λογαριασμό. Το κριτήριο είναι κριτήριο πρόθεσης, ειδικά πρόθεσης του κυρίως καταθέτη, και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις οι οποίες περιβάλλουν την υπόθεση». Ο Αντώνης υποστήριξε ότι οι οδηγίες του πατέρα του ήταν να λάβει ο ίδιος, η αδελφή του και η μητέρα τους από €100.
  1. Αυτή ήταν η εικόνα που δόθηκε παρά το ότι η μαρτυρία του ήταν σε κάποια σημεία ασαφής ως προς το κατά πόσο στο ποσό των €300.000 θα είχε μερίδιο και η μητέρα του. Ζήτημα να είχε δημιουργηθεί καταπίστευμα αναφορικά με το ποσό των €300.000 προς όφελος του συνόλου των Εναγόντων δεν εγείρεται. Κάτι τέτοιο δεν δικογραφείται στην Εκθεση Απαίτησης. Αντίθετα, είναι στην κατά νόμο διαδοχή στην περιουσία του αποβιώσαντα που εδράζεται η αξίωση (βλ. παρ.7 της Εκθεσης Απαίτησης). Αλλωστε, η ιδιότητα με την οποία ο Αντώνης προωθεί την αξίωση (πέραν της προσωπικής) είναι του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα και όχι ως καταπιστευματοδόχου στην έννοια του διορισμένου ως τέτοιου από τον αποβιώσαντα (trustee). Αλλωστε, κάτι τέτοιο θα προϋπόθετε τη μεταβίβαση του αντικειμένου του καταπιστεύματος στον Αντώνη. Το ζήτημα είναι κατά πόσο με τη σύσταση του επίδικου λογαριασμού δημιουργήθηκε καταπίστευμα με δικαιούχο την Μάρω κατά το θάνατο του αποβιώσαντα ή όχι. Η μαρτυρία για τις πιο πάνω οδηγίες στοχεύει στο να καταδείξει πως ο αποβιώσαντας δεν είχε τέτοια πρόθεση. Ο Αντώνης παρουσίασε έγγραφο ημερ. 15.12.2010, τιτλοφορούμενο «Εντολές που αφορούν κοινό λογαριασμό» απευθυνόμενο προς τη Marfin Popular Bank Public Co Ltd (Τεκμ.5) ως την αίτηση δυνάμει της οποίας ανοίχθηκε ο επίδικος λογαριασμός. Σημειώνεται ότι Marfin Popular Bank Public Co Ltd ονομαζόταν η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd μέχρι και την 5.4.
  2. Το έγγραφο αφορά στο άνοιγμα κοινού λογαριασμού του αποβιώσαντα, της συζύγου του, του Αντώνη και της Ελενας και φέρεται να υπογράφεται και από τα τέσσερα πρόσωπα. Κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του ο Αντώνης δεν επέμενε ότι το έγγραφο αφορά τον επίδικο λογαριασμό. Ανηύρε το έγγραφο και θεώρησε ότι σχετίζεται, παρουσιαζόμενος όμως έτοιμος, εφόσον του υποδεικνυόταν κάποιο άλλο ως το σχετικό έγγραφο, να το αποδεχτεί. Συμφώνησε αντεξεταζόμενος ότι το έγγραφο με το οποίο ανοίχθηκε ο επίδικος λογαριασμός είναι το υποδειχθέν σε αυτόν έγγραφο ημερ. 12.5.2010 (Τεκμ.11). Σε αυτό αναφέρεται ο αριθμός λογαριασμού 048-09-096425 που είναι ο αριθμός του επίδικου λογαριασμού. Επανήλθε στη συνέχεια ο Αντώνης υποστηρίζοντας ότι το Τεκμ.5 σχετίζεται με τον επίδικο λογαριασμό και ότι καταρτίστηκε και υπογράφηκε σε μεταγενέστερο του ανοίγματος του επιδίκου λογαριασμού χρόνο, τόσο από τον αποβιώσαντα όσο και τη μητέρα, την αδελφή του και τον ίδιο, ως επιβεβαίωση της πρόθεσης του αποβιώσαντα να διατεθεί το ποσό των €300.000 στα παιδιά και τη σύζυγο του. Προκάλεσε ο Αντώνης να του υποδειχθεί άλλος λογαριασμός στον οποίο να είναι δικαιούχοι και οι τέσσερεις και προς τον οποίο να μπορεί να διασυνδεθεί το Τεκμ.
  3. Επισημαίνει το Δικαστήριο ότι στην περίπτωση που το Τεκμ.5 σχετίζεται καθ΄ οιοδήποτε τρόπο με τον επίδικο λογαριασμό, σε αυτό δεν αποτυπώνονται αυτά που ο Αντώνης περιγράφει ως η επιθυμία και οδηγίες του αποβιώσαντα. Στο έγγραφο δεν υπάρχει αναφορά σε επιμέρους ποσά για τον Αντώνη, την Ελενα ή τη μητέρα τους, με αποτέλεσμα στη βάση της αρχής ότι η ισότητα είναι επιείκεια («Equality is equity»), κατά το θάνατο του αποβιώσαντα αυτοί να δικαιούνταν από €179.640,
  4. Ο Γεώργιος Λέφας (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.12) ήταν από το 1978 μέχρι και την 2.8.2013 υπάλληλος της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Εκτοτε μεταφέρθηκε και εργάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μέχρι και την 17.3.
  5. Εκτοτε εργάζεται στο γραφείο του Ειδικού Διαχειριστή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Ο Λέφας μαρτύρησε ότι το Τεκμ.5 αφορά συγκεκριμένο άλλο λογαριασμό που έκλεισε το
  6. Αντεξεταζόμενος, προκάλεσε τη δικηγόρο των Εναγόντων αναφέροντας ότι είχε στην κατοχή του ολόκληρη δέσμη εγγράφων που καταδείκνυαν ότι το Τεκμ.5 αφορούσε άλλο, άσχετο λογαριασμό. Η δέσμη είχε επιχειρηθεί να κατατεθεί ως τεκμήριο κατά την κύρια εξέταση του Λέφα, υπήρξε όμως ένσταση από μέρους των Εναγόντων και επειδή αυτά τα έγγραφα δεν είχαν αποκαλυφθεί δεν επιτράπηκε η κατάθεση τους. Το Δικαστήριο αποδέχεται την επί του προκειμένου θέση του Λέφα ότι το Τεκμ.5 αφορούσε συγκεκριμένο άλλο λογαριασμό. Ο Λέφας ήταν ειλικρινής και προκάλεσε να παρουσιάσει τα στοιχεία που κατείχε ώστε να δώσει την ευκαιρία να αντεξεταστεί και να διαψευστεί, αν η θέση του δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Στο Τεκμ.11 που αφορά τον επίδικο λογαριασμό περιγράφονται στις παρ. 2 - 7 πρόνοιες που αφορούν στη διαχείριση του λογαριασμού από οιονδήποτε του αποβιώσαντος ή της συζύγου του και στην παρ. 8 ότι: «Να κρατείτε, σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από μας, οποιοδήποτε / οποιαδήποτε πιστωτικό/ά υπόλοιπο/α στο όνομα μας σε κοινό λογαριασμό, σε διαταγή των επιζώντων, πάντοτε όμως χωρίς τον επηρεασμό οποιωνδήποτε δικαιωμάτων σας, τα οποία δυνατό να έχετε σε συσχετισμό με το / τα υπόλοιπο/α αυτό/ά που απορρέουν από οποιοδήποτε δικαίωμα επίσχεσης, επιβάρυνσης, ενεχυρίασης, συμψηφισμού, ανταπαίτησης ή από οποιοδήποτε άλλο λόγο. Εννοείται ότι, παρά τις οδηγίες μας στην παράγραφο αυτή, η Τράπεζα δικαιούται, αν το θεωρήσει επιθυμητό, να προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα σε σχέση με το/τα υπόλοιπο/α σε περίπτωση που θα υποβληθεί οποιαδήποτε απαίτηση από τρίτο, εκτός από τους επιζώντες. Και σε κάθε περίπτωση έχετε το απόλυτο δικαίωμα προτού προβείτε στα πιο πάνω, να απαιτείτε την προσαγωγή πιστοποιητικού από οποιαδήποτε αρμόδια Αρχή που να επιτρέπει τη σχετική πράξη. Εξουσιοδοτείστε δε να δίνετε οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικές με το / τους λογαριασμό/ούς, σε οποιαδήποτε Αρχή ή άλλο αρμόδιο πρόσωπο». Είναι η θέση των δικηγόρων των Εναγόντων ότι, προσυπογράφοντας το Τεκμ.11, ο αποβιώσας ουδόλως εγκατέλειπε τα ιδιοκτησιακά του δικαιώματα σε περίπτωση θανάτου του. Η επιχειρηματολογία τους τείνει να αναγάγει την πρόνοια για την περίπτωση υποβολής οποιασδήποτε απαίτησης από τρίτο ως στοιχείο εξουδετέρωσης της οδηγίας όπως σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε δικαιούχου το πιστωτικό υπόλοιπο να κρατείται σε διαταγή του επιζώντα. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η οδηγία όπως σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε δικαιούχου το πιστωτικό υπόλοιπο να κρατείται σε διαταγή του επιζώντα είναι σαφής και ξεκάθαρη ως προς το αποτέλεσμα της (βλ. Μεταλλικά Η.Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C Exhaust Syst. Ltd
(2001)1(Α) A.A.Δ. 500, 516). Το πιστωτικό υπόλοιπο του κοινού λογαριασμού το οποίο μέχρι και το θάνατο κάποιου από τους δικαιούχους οφειλόταν από την τράπεζα σε αυτούς από κοινού, κρατείται πλέον σε διαταγή του επιζώντα. «Σε διαταγή» σημαίνει ότι ο επιζώντας έχει το δικαίωμα να αποσύρει το πιστωτικό υπόλοιπο, να το μεταφέρει σε άλλο λογαριασμό και γενικά να το χειριστεί με όποιο τρόπο επιθυμεί. Η ευχέρεια που παρέχει αυτό το δικαίωμα είναι ασυμβίβαστη με κατ΄ ισχυρισμό δικαίωμα ή συμφέρον οιουδήποτε κληρονόμου του δικαιούχου του λογαριασμού που απεβίωσε. Η αναφορά σε απαίτηση από τρίτο δεν αποδυναμώνει την ισχύ των ρητών οδηγιών των δικαιούχων προς την Τράπεζα να κρατήσει το πιστωτικό υπόλοιπο σε διαταγή του επιζώντα. Γι΄ αυτό και αναφέρεται η φράση «Εννοείται ότι παρά τις οδηγίες μας στην παράγραφο αυτή, η Τράπεζα δικαιούται .». Στη συνέχεια δε, η φράση «. σε περίπτωση που θα υποβληθεί οποιαδήποτε απαίτηση από τρίτο, .» ξεκάθαρα υποδηλώνει ότι πρόκειται για απαίτηση που δεν ήταν υπόψη των δικαιούχων του λογαριασμού και αναμφίβολα όχι απαίτηση τρίτου που προκύπτει από την πρόθεση του ενός ή του άλλου δικαιούχου ή και των δύο, ώστε τρίτο πρόσωπο, κληρονόμος του, να έχει δικαιώματα στο πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Ο Αντώνης αναγνώρισε την υπογραφή των γονιών του στο Τεκμ.
  1. Υφίσταται συνεπώς η στερεά βάση ότι κατά το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού ο αποβιώσας και η Μάρω ρητά συμφώνησαν στην πιο πάνω ρύθμιση προς αμοιβαίο όφελος. Το τεκμήριο στο οποίο αναφέρονται οι συγγραφείς του Chitty on Contracts εγείρεται στην απουσία συμφωνίας περί του αντιθέτου, και ανκαι μαχητό, καθίσταται πιο ισχυρό όταν υπάρχει ρητή πρόνοια που το επιβεβαιώνει. Ο αποβιώσας ήταν μορφωμένος, ήταν δικηγόρος, και το λογικά αναμενόμενο είναι πως γνώριζε τη φύση ενός κοινού λογαριασμού και πως οι οδηγίες που συνήθως, αν όχι κατά κανόνα, δίδονται από τους δικαιούχους είναι δεσμευτικές. Αν κάτι διαφορετικό επιθυμούσε θα αναμενόταν να ενεργήσει ώστε να ανατρέψει τα δεδομένα. Το Μάϊο του 2013 η Τράπεζα απέστειλε στερεότυπες επιστολές προς τους πελάτες της ενημερώνοντας τους για την απομείωση των καταθέσεων τους. Το Τεκμ.8 περιλαμβάνει δύο τέτοιες επιστολές που περιέπεσαν στην κατοχή των Εναγόντων. Οι επιστολές δεν είναι ονομαστικές και αρχίζουν με τη φράση «Αγαπητέ πελάτη». Το Τεκμ.8 περιλαμβάνει επίσης ξεχωριστές καταστάσεις λογαριασμών ημερ. 22.5.2013 στο όνομα Δημητρίου Μάρω και Δημητρίου Αντρέας. Πρόδηλα, οι καταστάσεις επισυνάπτονταν στις δύο επιστολές. Στις καταστάσεις που αφορούν τη Δημητρίου Μάρω αναφέρεται ο επίδικος λογαριασμός (αρ.04804096425) με υπόλοιπο €556.942,24, ότι είχε δύο δικαιούχους και ότι το ποσό που της αναλογούσε ήταν €278.471,
  2. Τα ίδια στοιχεία καταγράφονται και στις καταστάσεις που αφορούν τον Δημητρίου Αντρέα. Σε αυτή τη βάση το εξασφαλισμένο ποσό θα ήταν €200.000, δηλαδή €100.000 για την Εναγόμενη 4 και €100.000 για τον αποβιώσαντα. Στις καταστάσεις υπάρχει σημείωση που, κατά τον Αντώνη, ανήκει σε υπάλληλο της Τράπεζας, ότι το εξασφαλισμένο ποσό ήταν €200.
  3. Επικαλέστηκε ακόμα ο Αντώνης προφορική προς τούτο επιβεβαίωση από υπάλληλο της Τράπεζας που κατονόμασε. Σημασία έχει η νομική πραγματικότητα. Καμιά σημείωση ή επιβεβαίωση οποιουδήποτε υπαλλήλου της Τράπεζας δεν θα μπορούσε να ανατρέψει ή διαφοροποιήσει αυτό που ήταν νομικά ορθό και έγκυρο. Ενδεχομένως, αυτό που οι Ενάγοντες ήθελαν περαιτέρω να υποστηρίξουν με την παρουσίαση του Τεκμ.8 ήταν ότι η Τράπεζα ενήργησε έτσι γιατί είχε υπόψη της τις οδηγίες του αποβιώσαντα. Ο Λέφας εξήγησε ότι ο λόγος που η Τράπεζα κατά την απομείωση έκδωσε αρχικά τις πιο πάνω καταστάσεις ήταν γιατί το σύστημα της Τράπεζας δεν αναγνώρισε ότι ο ένας εκ των δικαιούχων ήταν αποβιώσας και θεώρησε ότι ο λογαριασμός αφορούσε δύο πρόσωπα. Το Δικαστήριο αποδέχεται την εξήγηση που έδωσε ο Λέφας. Αυτό ενισχύεται από το γεγονός πως στις καταστάσεις που αφορούν τον αποβιώσαντα καταγράφεται το όνομα του χωρίς αναφορά ότι επρόκειτο περί αποβιώσαντος. Το γεγονός ότι από πιο πριν η Τράπεζα είχε μετονομάσει το λογαριασμό σε "Demetriou Andreas (deceased) & / or Maro" δεν ανατρέπει τη θέση ότι υπήρξε αστοχία του συστήματος. Το «κούρεμα» ήταν ένα πρωτόγνωρο γεγονός και το σύστημα μπορούσε να παρουσιάσει αδυναμίες, όπως και έγινε. Στη συνέχεια έγινε διόρθωση. Το άρθρο 10(β) των περί της Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013, προνοούσε ότι: «σε περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα διατηρούν κοινό λογαριασμό, θεωρείται, για σκοπούς αποζημίωσης, ότι καθένας από τους κατόχους του κοινού λογαριασμού κατέχει ξεχωριστή κατάθεση, το ύψος της οποίας λογίζεται ότι είναι το πηλίκο του συνολικού ποσού της κατάθεσης διά του αριθμού των προσώπων που είναι συνιδιοκτήτες της κατάθεσης, εκτός αν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία ή ειδικοί συμβατικοί όροι που καθορίζουν το συγκεκριμένο ποσό που ανήκει στον κάθε δικαιούχο του κοινού λογαριασμού». Περαιτέρω, και επί του ουσιαστικότερου ζητήματος, κατά πόσο δηλαδή οι καταστάσεις συνιστούν επιβεβαίωση ή ενίσχυση της εκδοχής ότι η Τράπεζα είχε οδηγίες από τον αποβιώσαντα ότι το ποσό των €300.000 κρατείτο για τους Εναγόμενους 2 - 4, σημειώνεται ότι η κατανομή που παρουσιάζεται ήταν εξ ημισίας, €278.471,12 για κάθε δικαιούχο και όχι €300.000 για τον αποβιώσαντα. Και είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι εφόσον το σύστημα αντιμετώπιζε τον Αντρέα Δημητρίου ως πρόσωπο εν ζωή, δεν θα είχε καμιά πρακτική σημασία εάν αποδίδονταν σε αυτόν €300.000 αντί €278.471,
  4. Δεν υπήρχε επομένως σκοπιμότητα. Δεδομένου ότι ο Αντρέας Δημητρίου θεωρήθηκε ως πρόσωπο εν ζωή εφαρμόστηκε η πιο πάνω νομοθετική πρόνοια και η εξ ημισίας κατανομή στους δύο δικαιούχους του κοινού λογαριασμού ενισχύει τη θέση ότι δεν υφίστατο «συγκεκριμένα στοιχεία ή ειδικοί συμβατικοί όροι» που να καθόριζαν συγκεκριμένο ποσό που ανήκε στον Δημητρίου Αντρέα ή την Δημητρίου Μάρω. Σε σχέση με τη θέση του πως ο πατέρας του είχε αποστείλει σχετική επιστολή με οδηγίες στην Τράπεζα, με ιδιώτη επιδότη, ο Αντώνης δεν ήταν σταθερός. Ανάφερε «Αν θυμούμαι καλά νομίζω ναι». Αλλού ανάφερε ότι του τραπεζίτη ο πατέρας του, του είπε ξεκάθαρα ότι «αυτά τα λεφτά παν στη γυναίκα μου και τα παιδιά μου», όμως αυτή την αναφορά τη συνέδεσε με το Τεκμ.5, που όπως έχει διαφανεί, αφορούσε άλλο λογαριασμό. Ο Λέφας μαρτύρησε ότι στο φάκελο του πελάτη δεν υπάρχει καμιά τέτοια επιστολή ή άλλο έγγραφο με τέτοια οδηγία. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη θέση ότι ο αποβιώσας είχε αποστείλει επιστολή την Τράπεζα για να καθορίσει ή αλλάξει ή διαφοροποιήσει τις αρχικές εντολές του σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό. Τέτοια επιστολή δεν παρουσιάστηκε. Εάν κάποιος στη θέση του αποβιώσαντα επιθυμούσε να δημιουργήσει το καθεστώς που επικαλείται ο Αντώνης μπορούσε να ανοίξει τρεις ξεχωριστούς κοινούς λογαριασμούς. Ένα με τη σύζυγο του, ένα με το γιο του και ένα με την κόρη του με €100.000 στον καθένα. Αλλωστε διαφάνηκε ότι είχε στο παρελθόν ένα με συνδικαιούχους και τα τέσσερα πρόσωπα, που όπως μαρτύρησε ο Λέφας έκλεισε το
  5. Περαιτέρω, ο Αντώνης ανάφερε ότι ο αποβιώσας γνωρίζοντας ότι επρόκειτο να πεθάνει είχε κάμει όλες τις ενέργειες που θεωρούσε σωστές για να εξασφαλίσει τα παιδιά και τα εγγόνια του. Προκύπτει από τη μαρτυρία του Αντώνη ότι οι λογαριασμοί του αποβιώσαντα δεν ήταν δύο αλλά τρεις. Υπήρχε και λογαριασμός που αφορούσε τα εγγόνια του αποβιώσαντα. Ανάφερε σχετικά ο Αντώνης: «Ο πατέρας μου πριν πεθάνει επειδή ήξερε ότι θα πεθάνει, είχε δημιουργήσει διαφορετικούς λογαριασμούς για συγκεκριμένο σκοπό. Π.χ. έχω μαζί μου απόφαση που εκδόθηκε στην αγωγή 1113/2013 του Ε.Δ. Λάρνακας, εκδόθηκε απόφαση στις 26.6.
  6. Εδώ ο συγκεκριμένος λογαριασμός ο πατέρας μου έσπασε τους λογαριασμούς του σε δύο αν δεν κάμνω λάθος ή τρεις λογαριασμούς ή περισσότερους. Τον ένα λογαριασμό ήταν για τα εγγόνια του. Ο συγκεκριμένος λογαριασμός ανοίχθηκε ή δημιουργήθηκε με σκοπό να διανεμηθούν τα χρήματα σε εμένα, στην αδερφή μου και στη μητέρα μου γι΄ αυτό και υπογράψαμε όλοι στο συγκεκριμένο λογαριασμό αν δεν κάμνω λάθος». Δεν διερευνήθηκαν σε βάθος οι περιστάσεις που αφορούσαν στο λογαριασμό που ανοίχθηκε με το Τεκμ.5 με συνδικαιούχους τον αποβιώσαντα και τους Ενάγοντες 2 -
  7. Αυτό που μαρτυρήθηκε ήταν πως ο λογαριασμός αυτός, όπως και ο επίδικος, ανοίχθηκαν το 2010 με διαφορά επτά μήνες. Είχε, δηλαδή, ο αποβιώσας την εποχή που είχε συστήσει τον επίδικο λογαριασμό κατοχυρώνοντας τη σύζυγο του, προνοήσει και για τα παιδιά του συστήνοντας με το Τεκμ.5 τον άλλο λογαριασμό. Ο λογαριασμός εκείνος έκλεισε την 19.12.
  8. Επομένως, μετά το θάνατο του αποβιώσαντα, οι λοιποί δικαιούχοι του λογαριασμού, δηλαδή οι Ενάγοντες 2 - 4 ή κάποιος ή κάποιοι από αυτούς, απέσυραν και καρπώθηκαν τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στο λογαριασμό αυτό. Ισως αυτός ο λογαριασμός να ήταν η εξασφάλιση των παιδιών του αποβιώσαντα που είχε στο μυαλό του ο Αντώνης. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ότι ο επίδικος λογαριασμός δημιουργήθηκε και η Μάρω κατέστηκε δικαιούχος για σκοπούς διευκόλυνσης, όπως συνέβαινε στη Marshal v. Crutwell [1875] L.R. 20 Eq. 328, η οποία μνημονεύεται στην Πουγεράσης. Αλλωστε, το ποσό στον επίδικο λογαριασμό ήταν πολύ μεγάλο. Ο επίδικος λογαριασμός ήταν τακτής προθεσμίας ενός έτους (fixed deposit) και φαίνεται πως κανένα ποσό δεν είχε ποτέ αποσυρθεί από αυτόν. Συνεπώς, το γεγονός ότι μετά το θάνατο του αποβιώσαντα η Μάρω δεν απέσυρε κάποιο ποσό δεν είναι στοιχείο που καταδεικνύει ότι η Μάρω αναγνώριζε ότι €200.000 ή €300.000 ανήκαν στα παιδιά της. Αλλωστε, ένα άλλο μεγάλο μέρος του λογαριασμού της ανήκε ακόμα και κατά την εκδοχή των Εναγόντων. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η Μάρω είχε και άλλα χρήματα κατατεθειμένα στο όνομα της, σε άλλους λογαριασμούς (βλ. Τεκμ.6 και 8) δεν είναι αφ' εαυτού ανατρεπτικό της θέσης ότι με τον επίδικο λογαριασμό ο αποβιώσας προνόησε για την οικονομική εξασφάλιση της συζύγου του. Ούτε το γεγονός ότι τα χρήματα κατατέθηκαν στον επίδικο λογαριασμό από τον αποβιώσαντα έχει καταλυτική σημασία (βλ. Αroso v. Coutts & Co [2002] 1 All E.R. (Comm.) 241). Παρατηρείται ακόμα, ότι στην αίτηση για να παραχωρηθούν γράμματα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα που καταχωρίστηκε την 5.9.2012 (Τεκμ.2), δηλαδή πριν το «κούρεμα» δεν γίνεται αναφορά στον επίδικο λογαριασμό. Αντίθετα, στην Ενορκη Δήλωση του Ενάγοντα 1 που τη συνοδεύει, ρητά αναφέρεται ότι «Το ύψος της κινητής και ακινήτου περιουσίας του [αποβιώσαντα] ανέρχεται στις €50.000». Εφόσον δε τα περιουσιακά στοιχεία του αποβιώσαντα ήταν περιορισμένα, πιο δύσκολα θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό ότι επρόκειτο για παράλειψη ή αβλεψία. Είναι, συνεπώς, εύλογο αυτό που εισηγούνται οι δικηγόροι της Εναγόμενης 2 ότι η αγωγή συνιστά εκ των υστέρων της απομείωσης επινόηση των Εναγόντων για να περισώσουν περισσότερα χρήματα του επίδικου λογαριασμού από τις συνέπειες του «κουρέματος». Ο Αντώνης προσπαθώντας να δώσει δικαιολογία ανάφερε: «Τα χρήματα αυτά δεν ήταν του πατέρα μου. Τα χρήματα αυτά ο πατέρας μου είχε δώσει σαφείς οδηγίες σε ποιον ανήκε στη μητέρα μου και σε εμάς τους υπόλοιπους». Αυτή η προσέγγιση δεν είναι συμβατή με τη βάση της αξίωσης, ότι δηλαδή το ποσό των €300.000 ανήκε στην περιουσία του αποβιώσαντα. Παρατηρείται επί του προκειμένου πως στην επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερ. 16.7.2013 (Τεκμ.10) με την οποία διαβιβάζουν σχετικό παράπονο προς τη Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) δεν γίνεται επίκληση της θέσης ότι ο αποβιώσας είχε δώσει οδηγίες προς την Τράπεζα ότι το ποσό των €300.000 από τον επίδικο λογαριασμό ανήκε στους κληρονόμους του, παρά μόνο ότι στη βάση της προαναφερθείσας Ευρωπαϊκής Οδηγίας και του άρθρου 10(β) του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Αρ.17(Ι)/2013) ο αποβιώσας και στη συνέχεια η περιουσία του δικαιούνταν στο ½ του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού. Γινόταν μάλιστα επίκληση των καταστάσεων ημερ. 22.5.2013 στις οποίες η Τράπεζα παρουσίαζε την εικόνα ότι το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανήκε εξ ημισίας στο Δημητρίου Αντρέα και τη Δημητρίου Μάρω. Σε αυτή τη βάση ήταν και το περιεχόμενο των επιστολών των δικηγόρων των Εναγόντων ημερ. 10.5.2013 προς τη Διαχειριστική Επιτροπή Ταμείου Προστασίας Καταθέσεων, Αντρη Αντωνιάδου Ειδική Διαχειρίστρια Εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας, Cyprus Popular Bank Public Company Ltd και Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (Τεκμ.9). Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία του Αντώνη ότι η πρόθεση του αποβιώσαντα ήταν όπως €300.000 ή άλλο μέρος από τον επίδικο λογαριασμό διανεμηθεί μετά θάνατο στους κληρονόμους του. Ούτε ότι διαβίβασε προς τούτο οιεσδήποτε οδηγίες προς την Τράπεζα. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο επίδικος υπ΄ αρ. 04804096425 λογαριασμός ήταν ένας συνήθης κοινός λογαριασμός του αποβιώσαντα και της Ενάγουσας 4 με όρους εντολής εκ μέρους των δικαιούχων, στην περίπτωση θανάτου οιουδήποτε από αυτούς, όπως αυτοί καταγράφονται στην παρ.8 του Τεκμ.11 και έχουν πιο πάνω ερμηνευτεί. Είναι περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν υφίσταντο άλλες, διαφορετικές ή συμπληρωματικές, εντολές σε σχέση με το τί θα επακολουθούσε το θάνατο του αποβιώσαντα ή της Ενάγουσας 4, από εκείνες που καταγράφονται στην παρ.8 του Τεκμ.
  9. Κατ΄ αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε καταπίστευμα (trust) και τόσο ο αποβιώσας όσο και η Ενάγουσα 4 κρατούσαν τα χρήματα του λογαριασμού ως καταπίστευμα (βλ. Drakeford v. Cotton [2012] EWHC 1414(Ch)). Το καταπίστευμα είχε ως αποτέλεσμα ότι, κατά το θάνατο του αποβιώσαντα, κανένα μέρος των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στον επίδικο λογαριασμό συνιστούσε περιουσία (property) του αποβιώσαντα. Οι παραπομπές στην αγόρευση των δικηγόρων των Εναγόντων στις πρόνοιες του περί Φορολογίας των Κληρονομιών Νόμου του 1962 (Ν.67/1962)δεν ενισχύουν καθ΄ οιοδήποτε τρόπο την υπόθεση των Εναγόντων. Επομένως, κατά το θάνατο του αποβιώσαντα, κανένα μέρος των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στον επίδικο λογαριασμό δεν ήταν μέρος της περιουσίας του (his estate) και ουδέποτε περιέπεσε στη διαχείριση της και υπό το διαχειριστή του. Ολο το ποσό του λογαριασμού ανήκε με το θάνατο του αποβιώσαντα στην Ενάγουσα 4, η οποία έλαβε το εξασφαλισμένο ποσό των €100.000 και δεν νομιμοποιείται στην αξίωση περαιτέρω ποσού. Οι Ενάγοντες 1 - 3 δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν οποιοδήποτε ποσό. Σε κάθε περίπτωση, έχει δοθεί μαρτυρία από το Λέφα, που παρέμεινε και αναντίλεκτη, ότι σύμφωνα με το αρχείο της Τράπεζας και τους φακέλους των σχετικών λογαριασμών και ο Αντώνης έχει ήδη λάβει το εξασφαλισμένο ποσό των €100.
  10. Επισημαίνεται ότι η απομείωση γίνεται στο σύνολο των καταθέσεων του καταθέτη στο πιστωτικό ίδρυμα και το εξασφαλισμένο ποσό καταβάλλεται ανά καταθέτη και όχι ανά λογαριασμό (βλ. άρθρα 2
(1), 8, 9 και 10 των περί της Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013 (Κ.Δ.Π. 92/2013) και παρ. 5
(2)(β) του Διατάγματος (Κ.Δ.Π. 104/2013)). Ένα τελευταίο ζήτημα που εγείρεται με την αγόρευση των δικηγόρων των Εναγόντων αφορά στις πρόνοιες του άρθρου 5
(7)του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 το οποίο προνοεί ότι: «Εφόσον ληφθούν μέτρα εξυγίανσης σε επηρεαζόμενο ίδρυμα, όλες οι εξουσίες, καθήκοντα και ευθύνες των μετόχων ή μελών, των συμβούλων ή μελών της επιτροπείας και των διευθυντών του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, δύνανται να ασκούνται από την Αρχή Εξυγίανσης ή και από τον Ειδικό Διαχειριστή, ο οποίος διορίζεται δυνάμει του άρθρου 14 και, σε τέτοια περίπτωση, οποιεσδήποτε ενέργειες ή αποφάσεις λαμβάνονται από το εν λόγω ίδρυμα ή από τρίτο, για λογαριασμό του εν λόγω ιδρύματος, θεωρούνται άκυρες, εκτός αν έχουν ληφθεί από ή με τη συγκατάθεση της Αρχής Εξυγίανσης.» Κατά τους Ενάγοντες η απομείωση στον επίδικο λογαριασμό είναι άκυρη γιατί δεν λήφθηκε με τη συγκατάθεση της Αρχής Εξυγίανσης, δηλαδή της Κεντρικής Τράπεζας. Η θέση τους εδράζεται στη μαρτυρία του Λέφα ότι η απόφαση της Ειδικής Διαχειρίστριας όπως εμφαίνεται στην επιστολή της ημερ. 12.12.2013 (Τεκμ.13) στο αίτημα των δικηγόρων τους, όπως διαβιβάστηκε με επιστολή τους ημερ. 16.7.2013 (Τεκμ.10), δεν διαβιβάστηκε στην Κεντρική Τράπεζα ώστε να δοθεί συγκατάθεση της. Όπως ανάφερε ο Λέφας, το παράπονο εξετάστηκε σύμφωνα με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας όπως καθορίζονται στα εκδοθέντα διατάγματα. Η περίπτωση για την οποία μαρτύρησε ο Λέφας δεν αφορούσε στην απόφαση για την απομείωση του επίδικου λογαριασμού αλλά στην εξέταση μεταγενέστερα υποβληθέντος παραπόνου. Η απομείωση του επίδικου λογαριασμού είχε ήδη συντελεστεί, όπως σημειώνεται και στην επιστολή ημερ. 16.7.2013 (παρ.Γ). Σημειώνεται, ακόμα, ότι η απόφαση της 12.12.2013 είναι και μεταγενέστερη του χρόνου καταχώρησης της αγωγής και δεν θα μπορούσε, σε κάθε περίπτωση, να αποτελέσει το υπόβαθρο για την όποια αξίωση στην παρούσα αγωγή. Η κατάληξη καθιστά αχρείαστη την εξέταση των ενστάσεων που διατυπώνονται στις παρ.2 και 3 της Εκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1. Το ίδιο και σε σχέση με το ζήτημα της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd που αναφέρεται στην παρ.6 της Εκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 2. Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον των Εναγόντων όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενες 1 και 2 που είχαν διαφορετική εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ξεχωριστό σετ εξόδων. (Υπ.)......... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.