← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ κ.α. ν. ΕΛΕΝΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ή ΑΛΛΙΩΣ ΕΛΕΝΙΤΣΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ή ΑΛΛΙΩΣ ΝΙΤΣΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ή ΑΛΛΙΩΣ ΕΛΕΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ, Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 2167

ΑΝΔΡΕΑ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ κ.α. ν. ΕΛΕΝΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ή ΑΛΛΙΩΣ ΕΛΕΝΙΤΣΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ή ΑΛΛΙΩΣ ΝΙΤΣΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ή ΑΛΛΙΩΣ ΕΛΕΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ, Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 2167/2015, 20/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A162 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 2167/2015 Μεταξύ:

  1. ΑΝΔΡΕΑ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ
  2. ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Εναγόντων / Αιτητών - και - ΕΛΕΝΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ή ΑΛΛΙΩΣ ΕΛΕΝΙΤΣΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ή ΑΛΛΙΩΣ ΝΙΤΣΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ή ΑΛΛΙΩΣ ΕΛΕΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση ------------------- Ημερομηνία: 20/09/2016 Αίτηση Για Ενδιάμεσο/α Διάταγμα/τα ημερομηνίας 03/11/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές / Ενάγοντες: κ. Γ. Τ. Χριστοφίδης για την Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση / Εναγομένη: κ. Λ. Χατζηδημητρίου για την Λοΐζος Χατζηδημητρίου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι Ενάγοντες (στο εξής καλούμενοι «οι Αιτήτές»), αξιώνουν εναντίον της Εναγομένης (στο εξής καλούμενη «η Καθ' ης η Αίτηση»), την έκδοση των ακόλουθων ενδιάμεσων διαταγμάτων: «Α. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στην καθ' ης η αίτηση / Εναγομένη να αποτρέπει και/ή να εμποδίζει την είσοδο και/ή παρουσία και/ή την συμμετοχή και/ή την εργασία και/ή την διαχείριση και/ή την ανάμειξη των Αιτητών στις εργασίες του Πρακτορείου Στοιχημάτων που ευρίσκεται στην οδό Πάρου 1 στην Λάρνακα. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγομένη / καθ' ης η αίτηση να επεμβαίνει στην περιουσία των Εναγόντων / Αιτητών και/ή στο μερίδιο των Εναγόντων / Αιτητών και/ή να διαχειρίζεται την περιουσία των Εναγόντων / Αιτητών και/ή το μέρος αυτής που αφορά τις εργασίες του Πρακτορείου Στοιχημάτων που ευρίσκεται στην οδό Πάρου 1 στην Λάρνακα. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου εναντίον της Εναγομένης / Καθ' ης η αίτηση που να επιτρέπει την είσοδο και/ή την παραμονή των Εναγόντων / Αιτητών στο πρακτορείο Στοιχημάτων που ευρίσκεται στην οδό Πάρου 1 στην Λάρνακα και που να παρέχει το δικαίωμα στους Ενάγοντες / Αιτητές να διευθύνουν και/ή να διαχειρίζονται το μερίδιο της περιουσίας που τους αναλογεί και/ή την διαχείριση του μεριδίου της περιουσίας που τους αναλογεί και/ή που να τους επιτρέπει να διευθύνουν και/η να διαχειρίζονται τις εργασίες του πρακτορείου ΟΠΑΠ στην οδό Πάρου 1 στην Λάρνακα. Δ. Οιονδήποτε άλλο Διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο και/η εύλογο υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο.».
  4. Κατά την 04η/11/2015, το Δικαστήριο εξέδωσε το ακόλουθο προσωρινό Διάταγμα, η οριστικοποίησης του οποίου, σε κάθε περίπτωση, τώρα εξετάζεται: «ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως απαγορευθεί ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση να αποτρέπει και/ή να εμποδίζει την παρουσία και/ή την συμμετοχή και/ή την εργασία και/ή τη διαχείριση και/ή την ανάµιξη των Αιτητών στις εργασίες του Πρακτορείου Στοιχημάτων που ευρίσκεται στην οδό Πάρου 1 στη Λάρνακα.».
  5. Η Αίτηση βασίζεται: «.. στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 23/1960 άρθρο 31 και 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5 και 9, στα άρθρα 23, 25 και 26 του Συντάγματος στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Δ.64 στην πρακτική των Δικαστηρίων και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου».
  6. Η Αίτηση, υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του Ενάγοντα 2 / Αιτητή, ημερομηνίας 03/11/2015, καθώς επίσης και από την ένορκη δήλωση του κ. Χαράλαμπου Αναστασίου, ημερομηνίας 03/11/
  7. Στα ουσιαστικότερα σημεία της μαρτυρίας των εν λόγω ενόρκως δηλούντων, αναφέρομαι στην συνέχεια, εκεί και όπου η καταγραφή τους κρίνεται απαραίτητη για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης.
  8. Η Καθ' ης η Αίτηση, καταχώρισε ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας αριθμό λόγων για τους οποίους η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Αναφέρομαι σε αυτούς στην συνέχεια κατά την εξέταση της Αίτησης, εκεί και όπου ειδική μνεία σε αυτούς κρίνεται απαραίτητη.
  9. Η Ένσταση, βασίζεται: «.. στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.Θ. 1,2,3 και 4, Δ.39, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1980 (Ν. 14/60)άρθρα 21

(1), 29, 31 και 32, στο N.106(Ι)/2012άρθρα 2, 12 - 27, 32 - 34, 35 - 46, 47 - 53, 71, 74 - 87, στο Κεφ. 116, άρθρα 2, 5, 6, 8, 12, 13, 15, 23, 47 - 49, 50 - 63, στους Περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμους, Κεφ. 171 στον Περί Οργανισμών Δημοσίου Δικαίου (Ρύθµισις Θεµάτων Προσωπικού) Νόµου του 1970, στους Περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισµού Κύπρου (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμούς του 1986, Κ. Δ. Π. 291/86, Κανονισµός 57, στις αρχές της επιείκειας, στα άρθρα 15, 17 και 34 του Συντάγματος, στις γενικές αρχές, πρακτική και συµφυή εξουσία του Δικαστηρίου».
  1. Η Ένσταση, υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση, ημερομηνίας 09/12/
  2. Στα ουσιαστικότερα σημεία της μαρτυρίας της Καθ' ης η Αίτηση, αναφέρομαι στην συνέχεια, εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης.
  3. Το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960, δίδει εξουσία στο Δικαστήριο, όταν κρίνει δίκαιο, να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα, όταν ικανοποιούνται και συνυπάρχουν [[i]] οι ακόλουθες προϋποθέσεις [[ii]]: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Πιθανότητα ο αιτών διάδικός να δικαιούται θεραπείας, και (γ) Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  4. Στο τελικό στάδιο, σε περίπτωση ικανοποίησης του ως προς όλες τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, το Δικαστήριο, πρέπει, πρόσθετα, να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα [[iii]]. Γνώμονας, σε κάθε περίπτωση, είναι για το Δικαστήριο, η αποτίμησης του ποια κατάληξης του (μεταξύ της έκδοσης ή μη του αιτούμενου ενδιάμεσου διατάγματος), ενέχει τον λιγότερο κίνδυνο αδικίας στους εμπλεκόμενους διάδικους (Βλ. Campus Oil Ltd a. .o v Minister for Industry and Energy & Ors [1983] IESC 2).
  5. Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό κρίση Αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων, υιοθέτησαν το περιεχόμενο γραπτών αγορεύσεων που παρέδωσαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Με σεβασμό σε αυτές, για χάρη οικονομίας του λόγου και μόνο, θα αποφευχθεί εδώ η καταγραφή των προσεγγίσεών τους. Στα εξεταζόμενα στη συνέχεια θέματα και στην έκταση που αυτό είναι αναγκαίο υπό τις περιστάσεις, θα παρατίθενται οι ανάλογες προσεγγίσεις τους.
  6. Σε ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο, πέραν των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της Αίτησης και της Ένστασης αντίστοιχα, όπως προαναφέρθηκε, από πλευράς Αιτητών, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και εκ συμφώνου της Καθ' ης η Αίτηση, διερευνήθηκαν συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που η Καθ' ης η Αίτηση υποστήριξε ενόρκως προς υποστήριξη της ένστασης της, σε αντεξέταση που υποβλήθηκε η τελευταία ενώπιον του Δικαστηρίου, από τον συνήγορο των Αιτητών.
  7. Με αυτά ως δεδομένα, προχωρώ στην εξέταση του υποβληθέντος αιτήματος.
  8. Ως έχει νομολογηθεί, η προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η οποία πρέπει να πληρείται για να μπορεί να εκδοθεί από το Δικαστήριο ενδιάμεσο διάταγμα, ικανοποιείται, εάν ο αιτητής αποδείξει, ότι, κάτι τέτοιο προκύπτει βάσιμα από το δικόγραφο του. Αυτή, είναι και η πρώτη προϋπόθεσης που πρέπει να εξεταστεί. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Αιτητής, είναι η Ενάγουσα και ως εκ τούτου, εξέτασης χρήζει το δικόγραφο της απαίτησης της.
  9. Οι Αιτητές, για αυτή την Αγωγή τους, εξέδωσαν, σε ότι αφορά την Καθ' ης η Αίτηση, Εναγομένη, κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο, με τις απαιτήσεις τους. Με αυτό, αξιώνουν από τον Καθ' ης η Αίτηση, αριθμό θεραπειών. Έχοντας εξετάσει τα όσα το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της Αγωγής των Αιτητών καταγράφει, διαπιστώνω, ότι, αυτό, αναφέρεται, τόσο στις θεραπείες που επιδιώκονται εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση, όσο και στα αίτια και την βάση του δικαιώματος των Αιτητών σε αυτές, κατά τρόπο που ικανοποιείται η προαναφερόμενη πρώτη προϋπόθεσης για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση σε αυτή την Αγωγή [[iv]]. Αυτό, διαπιστώνω να περιστρέφεται γύρω από τις εξής βάσεις αγωγής: (α) της παράβασης σύμβασης ή συμφωνίας συνεταιρισμού για την λειτουργία ή διαχείριση επιχείρησης πρακτορείου στοιχημάτων, και (β) παραβίασης των Άρθρων 23, 25 και 26 του Συντάγματος από πλευράς Καθ' ης η Αίτηση σε βάρος των Αιτητών, τα οποία κατοχυρώνουν, αντίστοιχα, το δικαίωμα κατοχής, απόλαυσης και σεβασμού ιδιοκτησίας, το δικαίωμα εξάσκησης επαγγέλματος και επικερδούς εργασίας και το δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθε [[v]].
  10. Το κλητήριο ένταλμα, αν και αποκαλύπτει και άλλες βάσεις αγωγής και αίτια για την υποστήριξη τους, περιορίζομαι σε αυτές στις οποίες, ως προκύπτει από την αγόρευση των συνηγόρου των Αιτητών, οι εντολείς του, επικεντρώνονται για να καταδείξουν το βάσιμο του αιτήματος τους (βλ. στην σελίδα 14 της αγόρευσης του συνηγόρου των Αιτητών, την 4η παράγραφο ([1])).
  11. Εντούτοις, και παρά το γεγονός της διαπίστωσης από το κλητήριο ένταλμα αυτής της Αγωγής, σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, παρατηρώ το εξής. Αν και το εν λόγω κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε και εκδόθηκε την 03/11/2015, έκτοτε, από πλευράς Αιτητών, δεν έχει καταχωρηθεί έκθεση αναφορικά με τα κύρια, από απόψεως δικογραφίας, γεγονότα, που, κατά τους ισχυρισμούς τους, τεκμηριώνουν το δικαίωμα τους σε θεραπεία επί των προαναφερόμενων βάσεων προς προώθηση της υπόθεσης τους. Σημειώνεται εδώ περαιτέρω, ότι, οι Αιτητές, έχουν στα πλαίσια αυτής της Αγωγής και στην βάση αυτής της γενικής οπισθογράφησης, εξασφαλίσει το προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 04/11/2015, το οποίο, έκτοτε, βρίσκεται σε ισχύ. Αν και υπήρξε ένα διάστημα που οι διάδικοι δήλωναν στο Δικαστήριο ότι συζητούσαν την προκύψασα, ένεκα αυτής της Αγωγής, διαφορά, προς επίλυση της εξώδικα, αυτή η διεργασία τελείωσε με ανεπιτυχές αποτέλεσμα, τουλάχιστον από τον Απρίλιο του 2016, όταν και δηλώθηκε το γεγονός στο Δικαστήριο και ζητήθηκε από τους διαδίκους, η εκδίκασης όλων των εκκρεμούντων διαβημάτων (βλ. πρακτικό συνεδριάσεως του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/04/2016). Παρά ταύτα, μέχρι και σήμερα (πέντε μήνες μετά και δέκα μήνες περίπου από την έκδοση του προσωρινού διατάγματος), έκθεση απαιτήσεως δεν έχει καταχωρηθεί από πλευράς Αιτητών, ενώ, ως προκύπτει από τον φάκελο της διαδικασίας, οι Αιτητές, δεν έχουν προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα για την παράταση της σχετικής προθεσμίας.
  12. Η δικονομική απραξία αυτή των Αιτητών, αποτελεί, κατά την κρίση μου, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Είναι αρχή δικαίου, - που τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση -, ότι, δεν μπορεί ένας ενάγων, επειδή καταχωρεί αίτηση για ενδιάμεσο διάταγμα ή/και επειδή έχει εξασφαλίσει ένα τέτοιο διάταγμα, προσωρινά, να αφήνει την κυρίως αγωγή / υπόθεση του να εκκρεμεί, χωρίς να παίρνει τα σχετικά και δικονομικά επιβαλλόμενα διαβήματα για την προώθηση της εκδίκασης της. Εκεί και όπου κάτι τέτοιο παρατηρείται, τούτο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, γεγονός που μπορεί και πρέπει, ως θέμα δημόσιας τάξης, να ελέγχεται από το Δικαστήριο, ακόμη και αυτεπάγγελτα, για να περιφρουρηθεί ο σκοπός για τον οποίον παρέχεται η δικαστική διαδικασία. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ως έχει νομολογηθεί, δεν συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα. Μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που η ανάγκη, στην συγκεκριμένη περίπτωση, επιβάλλει [[vi]]. Στην προκείμενη περίπτωση, το μέσο για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, μπορεί να είναι, απόφασης του Δικαστηρίου, απόρριψης της υπό κρίση Αίτησης, - που, ως έχει νομολογηθεί, είναι συνυφασμένη με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη - και ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος.
  13. Η προαναφερόμενη αδράνεια των Αιτητών να καταχωρήσουν έκθεσης απαίτησης και να προωθήσουν την παρούσα Αγωγή τους μέχρι και σήμερα, είναι τέτοια, που, τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στις προαναφερόμενες υποθέσεις (Βλ. σημείωση τέλους vii) και η υπό εξέταση Αίτηση πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να εξεταστεί επί της ουσίας της. Συνεπώς, η απόφαση του Δικαστηρίου είναι να απορρίψει την υπό κρίση Αίτηση και να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα, για τον προαναφερόμενο λόγο.
  14. Προχωρώ, όμως, και στις εξής διαπιστώσεις, που, από άποψης ουσίας, επίσης δικαιολογούν την απόρριψη της Αιτήσεως και ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος και αφορούν την δεύτερη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται ώστε να δικαιολογείται η έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος. Η δεύτερη αυτή προϋπόθεση, ως έχει προαναφερθεί, είναι ο αιτητής να έχει συζητήσιμη υπόθεση επί της βάσης που το δικόγραφο του αποκαλύπτει, ή εν πάση περιπτώσει, ο αιτητής να έχει, στον απαιτούμενο βαθμό, αποδείξει, πιθανότητα να επιτύχει, τελικώς, στις αιτούμενες θεραπείες [[vii]].
  15. Προς διαπίστωση του κατά πόσο πληρείται η εν λόγω προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει, αν, από την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί προς υποστήριξη της αιτήσεως από πλευράς αιτητή, έχει αποδειχθεί ότι αυτός έχει, έναντι του καθ' ου η αίτηση, κάποια πιθανότητα επιτυχίας στην βάση της απαίτησης που το δικόγραφο του αποκαλύπτει, ή στις θεραπείες που με αυτό αξιώνει, η οποία είναι πέραν από απλώς πιθανή, που μπορεί όμως να υπολείπεται του ισοζυγίου των πιθανοτήτων [[viii]].
  16. Σε αιτήσεις του είδους, η διαπίστωση των γεγονότων επί των οποίων η υπόθεση ενός αιτητή στηρίζεται, γίνεται μεν, λαμβανομένου υπόψη του μαρτυρικού υλικού που τίθεται με την μορφή των ενόρκων δηλώσεων, όπως προβλέπεται με τη Δ.39 των Θ. Π. Δ., δεδομένης όμως της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας, με τον πιο πάνω τρόπο, μαρτυρίας, γιατί το δικαστικό αυτό έργο θα διεξαχθεί όταν εξετάζεται η ουσία της αγωγής. Το πιο πάνω εγχείρημα, γίνεται, μόνο για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει το αναγκαίο υλικό για τη διαπίστωση ύπαρξης των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 [[ix]].
  17. Από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, εγείρονται κάποια νομικά ζητήματα, που, έστω και από την περιορισμένη σκοπιά που η φύση αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας επιτρέπει, επιβάλλουν την εξέταση τους (Βλ. AIB PLC a. o. v Diamond a. o. [2011] IEHC 505).
  18. Βασικός ισχυρισμός των Αιτητών, είναι, ότι, με την Καθ' ης η Αίτηση, είναι συνέταιροι σε επιχείρηση πρακτορείου στοιχημάτων που λειτουργούν (ως εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της ΟΠΑΠ Κύπρου Λτδ) από συγκεκριμένο υποστατικό, και την οποία επιχείρηση διαχειρίζονται από κοινού με την Καθ' ης η Αίτηση.
  19. Σύμφωνα με τον Περί Στοιχημάτων Νόμο του 2012, Νόμος 106(I)/2012, και δη το Άρθρο 35 αυτού, υποστατικό μπορεί να χρησιμοποιείται για την παροχή υπηρεσιών στοιχήματος Κλάσης Α (ήτοι δια συστήματος μηχανογράφησης σήμανσης δελτίων σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους V του Νόμου 106(Ι)/2012), μόνον κατόπιν εξασφάλισης άδειας από την Εθνική Αρχή Στοιχημάτων. Τέτοια άδεια εκδίδεται, ή, ανάλογα της περίπτωσης, ανανεώνεται, μόνο στην περίπτωση όπου η Εθνική Αρχή Στοιχημάτων ικανοποιείται, ότι, η κύρια δραστηριότητα στο υποστατικό θα είναι, ή είναι, η παροχή υπηρεσιών στοιχήματος από αδειούχο αποδέκτη Κλάσης Α, ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του και ότι, σε αυτό, διεξάγονται μόνο εξουσιοδοτημένες, δια νόμου, δραστηριότητες στοιχήματος (βλ. Άρθρο 37
(1)(α) του Νόμου 106(Ι)/2012). 25. Προϋπόθεσης, συνεπώς, αδειοδότησης υποστατικού, ώστε να παρέχονται από αυτό υπηρεσίες στοιχήματος Κλάσης Α, είναι, το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδίδεται η σχετική άδεια (βλ. Άρθρο 35(α) του Νόμου 106(Ι)/2012), να είναι αδειούχος αποδέκτης Κλάσης Α, ή εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος τέτοιου (βλ. Άρθρο 36
(1)του Νόμου 106(Ι)/2012). 26. Σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Νόμου 106(Ι)/2012, άδεια εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου δύναται να εξασφαλιστεί από την Εθνική Αρχή Στοιχημάτων, από οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή εταιρεία δια μετοχών (η οποία συστάθηκε στη Δημοκρατία με κύρια δραστηριότητα τη διενέργεια στοιχήματος εκ μέρους και για λογαριασμό αδειούχου αποδέκτη Κλάσης Α), στην βάση σχετικής γραπτής συμφωνίας μεταξύ του αδειούχου αποδέκτη και του αντιπροσώπου (βλ. και το Άρθρο 32 του Νόμου 106(Ι)/2012). Μάλιστα, σύμφωνα με το Άρθρο 36
(2)του Νόμου 106(Ι)/2012, σε περίπτωση που ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, για σκοπούς λειτουργίας του υποστατικού εργοδοτεί προσωπικό, υποχρεούται να ορίσει ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα, τα οποία θα είναι υπεύθυνα για την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου 106(Ι)/2012 μέσα στο υποστατικό και να ενημερώσει σχετικά την Αρχή.
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός των ιδίων των Αιτητών, περί συνεταιρισμού τους με την Καθ' ης η Αίτηση, για να διαχειρίζονται και να λειτουργούν από κοινού από το συγκεκριμένο υποστατικό, το πρακτορείο στοιχημάτων, ως αντιπρόσωποι της ΟΠΑΠ Κύπρου Λτδ, καταδεικνύει, αν τέτοια είναι πραγματικά η περίπτωση, και το παράνομο της πράξης τους. Συνεταιρίστηκαν, λένε, με την Καθ' ης η Αίτηση και συνέπραξαν με αυτήν κατά τρόπον, ώστε, να υπάρχει εξασφαλισμένη άδεια εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου επ' ονόματι της ώστε να είναι αδειοδοτημένο το υποστατικό για σκοπούς διεξαγωγής στοιχήματος, χωρίς οι ίδιοι να είναι αδειοδοτημένοι για τον σκοπό από την Εθνική Αρχή Στοιχημάτων ή συμβαλλόμενοι με την ΟΠΑΠ Κύπρου Λτδ, λόγω άλλων επαγγελματικών τους υποχρεώσεων. Κάτι που, σύμφωνα με τα Άρθρα 50, 74 και 77 του Νόμου 106(Ι)/2012, συνιστά ποινικό/α αδίκημα/α και σε κάθε περίπτωση, παρακάμπτει και εξουδετερώνει τις πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας.
  2. Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)του περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου, Κεφ. 116, «συνεταιρισμός είναι η σχέση η οποία υφίσταται μεταξύ προσώπων που διεξάγουν εργασίες από κοινού με σκοπό το κέρδος». Στην προκείμενη περίπτωση, ο ισχυρισμός των Αιτητών, είναι, ότι, η σχέσης τους με την Καθ' ης η Αίτηση, αφορά την διεξαγωγή στοιχήματος, ως αντιπρόσωποι αποδέχτη στοιχημάτων, με σκοπό το κέρδος. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε ζητήματα που αφορούν την αναγκαιότητα εγγραφής συνεταιρισμού ως προνοείται από το Κεφ. 116, ώστε αυτός να έχει νομική υπόσταση ως τέτοιος (βλ. συνδυασμό των προνοιών των Άρθρων 50(α), 51, 12, 20 και 56 του Κεφ. 116), στην προκείμενη περίπτωση, η όποια σχετική για τον σκοπό συμφωνία των διαδίκων για την διεξαγωγή της συγκεριμένης εργασίας, φαίνεται, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των ιδίων των Αιτητών, να έχει γίνει για παράνομο σκοπό, και, το Δικαστήριο, δεν μπορεί να ενεργήσει επί τη βάσει της για την απονομή θεραπείας σε οποιοδήποτε συμβαλλόμενο σε αυτή μέρος (βλ. Μιχαηλίδης και Ζαβαλλής ν Νέστορα Χ΄Ηροδότου, άλλως Νέστορα Κιταλίδη
(2003)1 Α.Α.Δ. 1609 και Εταιρεία Δημητράκης Σταυρίδης Ακίνητα Λτδ. ν Ελένη Ανδρέου κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A731, Πολιτική Έφεση Αρ. 265/2009, ημερομηνίας 30/09/2014). Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται να έγινε κατά τρόπο που παρακάμπτει και ουσιαστικά εξουδετερώνει τις πρόνοιες του Νόμου 106(Ι)/2012 και ως εκ τούτου, και για σκοπούς δημόσιας πολιτικής, δεν μπορεί να είναι αστικώς εκτελεστή (βλ. το σύγγραμμα Chitty on Contracts, Τόμος 1, στην σελίδα 1100, τα αναφερόμενα της παραγράφου 16-015). Για τον λόγο αυτό, δεν βρίσκω ότι οι Αιτητές, έχουν, επί των όσων μέχρι στιγμής έχουν παρουσιάσει, ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις προαναφερόμενες βάσεις Αγωγής επί των οποίων βασίζουν την Αίτηση τους. 29. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αναφερθεί, ότι, οι ισχυρισμοί αυτοί των Αιτητών, περί συνεταιρισμού τους με την Καθ' ης η Αίτηση, έχουν καθολικά ανατραπεί από πλευράς Καθ' ης η Αίτηση, δια των όσων αυτή προέβαλε προς υποστήριξη της Ένστασης της, ισχυριζόμενη αποκλειστική ιδιοκτησία και νόμιμη λειτουργία του εν λόγω πρακτορείου, ώστε το βάρος που οι Αιτητές έφεραν προς υποστήριξη της υπόθεσης τους ως προς το αντίθετο, για τον περιορισμένο σκοπό και στον σχετικό βαθμό που αυτή η διαδικασία επιβάλλει, δεν έχει αποσεισθεί (βλ. Δημήτρης Κωνσταντίνου κ. α. ν Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 1990). Εν προκειμένω, πρέπει να αναφερθεί, ότι, δεν βρίσκω από την αντεξέταση της Καθ' ης η Αίτηση να επετεύχθη η ανατροπή αυτών των ισχυρισμών, που, στην ένορκο δήλωση της παρατέθηκαν με όλη την απαιτούμενη, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, λεπτομέρεια και τεκμηρίωση.
  1. Δεδομένης της προαναφερόμενης κατάληξης μου επί της ουσίας του αιτήματος, που προδιαγράφει και την κατάληξη μου που ακολουθεί, θεωρώ άσκοπο να ενασχοληθώ με οποιαδήποτε άλλη πτυχή του αιτήματος.
  2. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται, και ως εκ τούτου, το εκδοθέν προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 04/11/2015 ακυρώνεται.
  3. Τα έξοδα της Αίτησης και της διαδικασίας εκδίκασης της Αίτησης αυτής, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση / Εναγομένης και εναντίον των Αιτητών / Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα μετά την εκδίκαση και τελική αποπεράτωση αυτής της Αγωγής [[x]]. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η εν λόγω τοποθέτησης του, έχει ως εξής: «Η βάση που στηρίζει την παρούσα Αγωγή εναντίον της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση, ως αποκαλύπτεται από το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο της Αγωγής, είναι το ιδιοκτησιακό δικαίωμα και/ή το περιουσιακό δικαίωμα και/ή το συμβατικό δικαίωμα και/ή το δόγμα του περιουσιακού κωλύματος που προκύπτει από την σχέση που έχει διαμορφωθεί από το 2006 μέχρι σήμερα μεταξύ των διαδίκων.». [i] Δέστε σχετικά την υπόθεση Παραστράτης ν Γλάυκος Πετρίδης
(1979)1 C. L. R. 231. [ii] Οι εν λόγω προϋποθέσεις, έχουν εξεταστεί κατ' επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά, παραπέμπω στις ακόλουθες Karydas Taxi Co. v Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v Pierides
(1979)1 CLR 231, Odysseos v Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου ν Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [iii] Στην υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Θεωρή
(1989)1 Α. Α. Δ. 255 το Ανώτατο Δικαστήριο, στην σελίδα 258, αναφέρει τα εξής σχετικά: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos ν Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
  1. H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
  2. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
  3. Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseοs, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Πασχάλη Χ' Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Βλ. σχετικά, τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Re Fereos Ltd
(1997)1 A.A.Δ. 959, Re Lumiere T.V. Public Company Ltd
(2006)1 A.A.Δ. 757, Avila Management Services Ltd κ. α. ν Frantisek Stepanek κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403 και Hellenic Bank Public Company Ltd v Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση υπ' αρ. 145/2011, απόφαση ημερομηνίας 13/06/2013. [v] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα του Εφετείου στην απόφαση του στις υποθέσεις Τάκης Γιάλλουρος ν Ευγένιου Νικολάου
(2001)1Α Α.Α.Δ 558 και Μελπωμένη Κατζουράκη ν Μαρίνου Επαμεινώνδα
(2005)1Α Α.Α.Δ 219, ειδικότερα στις σελίδες 223 και 224. [vi] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α. Α. Δ. 217. Σχετική, με την πιο πάνω αρχή, είναι η υπόθεση Vuiton ν Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α. Α. Δ. 1453 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πριν τελειώσουμε θέλουμε να επισύρουμε την προσοχή σε μια απαράδεκτη τακτική. Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισυ περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτησή τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία για τον καθορισμό και διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Τα όσα αναφέρονται στο πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Vuiton v Δερμοσακ Λτδ (ανωτέρω), εφαρμόστηκαν και στην υπόθεση Goody's Evagorou Ltd. v Lani Restaurants Ltd
(1998)1 Α. Α. Δ. 1572, τα γεγονότα της οποίας είχαν ως εξής. Στις 13/08/1997 καταχωρήθηκε αγωγή σε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2, κ. 1 των Θ. Π. Δ.) και την ίδια μέρα αίτηση για προσωρινό διάταγμα, η οποία, αφού εκδικάστηκε, απορρίφθηκε στις 26/02/1998, με αποτέλεσμα την καταχώρηση έφεσης. Οι εφεσίβλητοι, επικαλέστηκαν την πιο πάνω απόφαση αφού, μέχρι τότε, δεν καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης στην αγωγή και ζήτησαν την απόρριψη της έφεσης. Παρόλο που τελικά αυτή καταχωρήθηκε στις 30/06/1998, εκκρεμούσης της έφεσης, το Εφετείο απέρριψε την έφεση γι' αυτό και μόνο το λόγο, χωρίς να εξετάσει την ουσία της. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Rousounides & Soteriou Trading Limited κ.α ν ΚΟΤ
(2002)1 Α. Α. Δ.
  1. Σ' αυτή την υπόθεση, στις 20/12/2000, καταχωρήθηκε κατηγορητήριο εναντίον των εφεσειόντων από τον εφεσίβλητο για λειτουργία κέντρου αναψυχής (καφετέριας) χωρίς άδεια λειτουργίας, κατά παράβαση των περί Κέντρων Αναψυχής Νόμων. Ταυτόχρονα, καταχωρήθηκε και αίτηση για προσωρινό διάταγμα για αναστολή της λειτουργίας του κέντρου, το οποίο, μετά από ακροαματική διαδικασία, εκδόθηκε στις 22/03/
  2. Καταχωρήθηκε έφεση στις 30/03/2001 που τελικά ορίστηκε για ακρόαση στις 21/06/
  3. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, το Εφετείο διερωτήθηκε για την τύχη της κυρίως υπόθεσης, η οποία διαφάνηκε ότι ακόμα εκκρεμούσε. Ο εφεσίβλητος, δεν είχε προωθήσει αυτή, με την δικαιολογία ότι ο φάκελος της υπόθεσης ήταν στο Εφετείο, λόγω της καταχωρηθείσας έφεσης και έτσι η υπόθεση παρέμεινε εκκρεμής εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης. Το Εφετείο, μ' αυτά τα γεγονότα, με αναφορά στην προαναφερθείσα υπόθεση Vuiton ν Δέρμοσακ Λτδ (ανωτέρω), αποφάσισε τα ακόλουθα: «Δεν προτιθέμεθα να ασχοληθούμε με την ουσία της έφεσης. Προτιθέμεθα να τερματίσουμε την ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος για το λόγο ότι η συνέχιση του θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Luis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 υποδείχθηκε η ορθή διάσταση ενδιάμεσης θεραπείας σε συνάρτηση με το πλαίσιο της όλης υπόθεσης.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Τονίστηκε περαιτέρω, ότι: «θεμελιακής σημασίας ως προς τα ανωτέρω είναι βέβαια και η συνταγματική επιταγή για συμπλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου». Σε παρόμοιες παρατηρήσεις, προέβηκε το Εφετείο και στην υπόθεση Akis Express ν Akis Express
(1998)1 Α. Α. Δ. 149 όπου παρατέθηκε το προαναφερθέν απόσπασμα από την απόφαση Vuiton v Δερμοσακ Λτδ (ανωτέρω). Οι εφεσείοντες / ενάγοντες είχαν και εκεί καθυστερήσει για 2 ½ χρόνια να καταχωρήσουν την έκθεση απαίτησης, η οποία καταχωρήθηκε μόνο λίγες μέρες πριν την ακρόαση της έφεσης τους κατά της μη έκδοσης από το πρωτόδικο δικαστήριο του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. Η συμπεριφορά αυτή των εφεσειόντων λήφθηκε, μεταξύ άλλων, υπόψη ως παράγων που επενεργούσε ενάντια της έφεσης τους, η οποία και απορρίφθηκε. Σχετικές επί του προκείμενου είναι και οι πολύ πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου και άλλος ν. Μαρία Ρόη Λούη, Πολιτική Έφεση Αρ. 310/2008, ημερομηνίας 17/06/2011, και Χριστόφορος Κίτσιος και άλλος ν. A. C. Kitsios Motors Ltd Δια του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας και άλλων, Πολιτική Έφεση 100/2008, ημερομηνίας 14/07/2010. Επί της ίδιας αρχής, ακλουθώντας μια διαφορετική προσέγγιση, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν Microsoft Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 11159, ημερομηνίας 20/11/2002, ανέφερε τα ακόλουθα: «Μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, με μετατόπιση του κύριου βάρους στην εξασφάλιση και διατήρηση ενδιάμεσης θεραπείας ώστε να φαίνεται πια αυτή να μοιάζει σαν αυτοσκοπός στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων ενάγοντος, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η έκταση της καθυστέρησης συχνά μιλά αφεαυτής. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου αποκτούν σημασία και άλλοι παράγοντες. Στην προκείμενη περίπτωση, ενώ η καθυστέρηση των περίπου δέκα μηνών φανερώνει σφάλμα και προκαλεί ανησυχία, κατά τη γνώμη μας δεν σημαίνει αυτόματα και κατάχρηση διαδικασίας. Το διάταγμα ημερ. 14 Σεπτεμβρίου 2001 για παράταση χρόνου, το οποίο εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση χωρίς εν συνεχεία να υπάρξει από μέρους της εφεσείουσας αμφισβήτηση βάσει της Δ.48 θ. 8
(4), στηρίχθηκε και στο ότι αρχικά διεξήγοντο διαπραγματεύσεις μεταξύ των δικηγόρων για διευθέτηση της υπόθεσης. Δεν είναι άτοπη η αναγνώριση περιθωρίων για τέτοιο σκοπό. Και εξηγεί σε κάποιο βαθμό την καθυστέρηση. Σε σχέση με την οποία δεν νομίζουμε ότι δικαιολογούνται λεπτές γραμμές. Καταλήγουμε ότι με τα όσα συνθέτουν την υπό εξέταση περίπτωση δεν δικαιολογείται η άποψη ότι η σημειωθείσα καθυστέρηση συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας Σε σχέση με το δεύτερο ζήτημα, που αφορά στο κατά πόσο το προσωρινό διάταγμα καλύπτει τις ανάγκες της εφεσίβλητης πλήρως, με αποτέλεσμα να μη συντρέχει πια λόγος για προώθηση της αγωγής, θεωρούμε αφενός εσφαλμένη την ταύτιση του προσωρινού διατάγματος με το σύνολο της αξίωσης που διατυπώνεται στην αγωγή και αφετέρου αδικαιολόγητο το συμπέρασμα περί ενδεχόμενης κατ΄ ακολουθίαν αδιαφορίας. Προσθέτουμε δε πως οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας παρέχουν στον κάθε διάδικο μηχανισμούς αντίδρασης σε περίπτωση αδιαφορίας». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Η ίδια προσέγγιση είχε ακολουθηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Medochemie Ltd ν UCB S.A.
(1998)1Δ Α.Α.Δ 2159. Παραθέτω σχετική απ' αυτήν περικοπή: «Πρώτα, πρέπει να διαφωνήσουμε πλήρως με τη θέση του δικηγόρου των εφεσιβλήτων, όπως εκφράστηκε στη σαρωτική του δήλωση, που παραθέτουμε αμέσως πιο πάνω. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ρυθμίζεται από τους νόμους και τη δικονομία, οι δε διατάξεις τους εφαρμόζονται υποχρεωτικά από τους διάδικους και το Δικαστήριο. Όπου οι διάδικοι επιδεικνύουν ολιγωρία στη διεκπεραίωση της υπόθεσης, το Δικαστήριο εφαρμόζει τους νόμους και τους δικονομικούς κανόνες. Έχει δε και εγγενή εξουσία να διασφαλίζει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, ανεξάρτητα από τον οποιοδήποτε χειρισμό της υπόθεσης από τους διάδικους. Για το συγκεκριμένο ζήτημα, να υποδείξουμε πως αν το Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου λειτουργούσε κανονικά, ως όφειλε, θα εφαρμοζόταν η Δ.26, θ.13
(1)με αποτέλεσμα, αφού εδίδετο ειδοποίηση στους εφεσίβλητους για τη μη καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως τους, και μετά την παρέλευση του χρόνου που αναφέρεται σ' αυτή, η υπόθεση να αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, που είχε διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αγωγή. Έχει δίκαιο όμως ο συνήγορος των εφεσιβλήτων πως διαφοροποιούνται τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, από εκείνα στην Akis Express και Louis Vouitton. Εδώ το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε δικαιολογημένη την αίτηση και εξέδωσε το διάταγμα. Η ακύρωση του από το Εφετείο, για το ότι οι εφεσίβλητοι δεν έχουν καταχωρίσει την έκθεση απαιτήσεως τους, και χωρίς οι εφεσείοντες να προβούν σε οποιοδήποτε διάβημα στο πρωτόδικο Δικαστήριο, έτσι που να καταστεί συζητήσιμο θέμα ενώπιον του, θα ισοδυναμούσε με άσκηση από μέρους μας πρωτόδικης δικαιοδοσίας.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vii] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Wolfgang Reckendorfer v Daphnee France Marie Reckendorfer
(2004)1 Α.Α.Δ. 1132: «Είναι γνωστές οι αρχές που διέπουν το ασφαλιστικό μέτρο, την έκδοση δηλαδή ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος, που σκοπό έχει να διασφαλίσει την εκτέλεση της τελικής απόφασης. Το πρωταρχικό κριτήριο, στην έκδοση τέτοιου διατάγματος, είναι η πιθανολόγηση επιτυχίας της αγωγής. Στο ενδεχόμενο τελικό αποτέλεσμα περιλαμβάνεται βεβαίως, και προσμετρά, και ο βαθμός επιτυχίας σε ό,τι αφορά τις αιτούμενες θεραπείες, το ύψος π.χ. του ποσού που απαιτείται, και αυτού που στο στάδιο της εξέτασης του προσωρινού διατάγματος πιθανολογείται πως θα αποδοθεί στην τελική απόφαση.». Σχετικές είναι και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ. α. ν Άννας Χρυσάνθου κ. α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και Re Μιχάλη Σολομωνίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 2126. [viii] Στην υπόθεση Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ. α. ν Άννας Χρυσάνθου κ. α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά: «Με αυτή τη διευκρίνιση προχωρούμε να εξετάσουμε το κατά πόσο οι εφεσείοντες, με ό,τι είχαν παρουσιάσει, θα έπρεπε να επιτύχουν. Αρχίζουμε με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others [1976] 3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας:- "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law." Στην προκείμενη περίπτωση η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων μοιάζει με ισχυρισμό που εκφράζει θέση και μάλιστα υπό τύπο κατάληξης. Ως εκ τούτου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση. Η κατάληξη πρωτόδικα ότι δεν καταδείχθηκε πιθανότητα επιτυχίας ήταν απόλυτα ορθή. Το προσωρινό διάταγμα δεν εδικαιολογείτο με βάση το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ix] Βλ. τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις C.T. Tobacco Ltd v Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853 και Αντώνης Ανδρέου ν Colossos Signs Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 1040. [x] Βλ. C.T. Tobacco Ltd v Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτινος Λτδ κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 853 και Ντίνου Μιχαηλίδη ν Χρήστου Πουργουρίδη
(2000)1 Α.Α.Δ. 328. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.