ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΟΣ ΛΤΔ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 839/2016, 7/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A169 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 839/2016 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ενάγοντας - και - ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΟΣ ΛΤΔ Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 07/10/2016 Αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρισης έκθεσης υπεράσπισης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Γεώργιος Π. Κυπριανίδης Για την Εναγομένη: κ. Ζαχαρίας Πουτζιουρής για την Χρίστος Πουτζιουρής & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Από Έδρας) 1. Πριν, έστω και εισαγωγικά να αναφερθώ στο θέμα που ηγέρθη προς εξέταση από το Δικαστήριο, θα παραθέσω αποσπάσματα από τον λόγο Δικαστών, τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας μας, όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου, στα οποία εμπερικλείεται και η όλη ουσία του πράγματος που το Δικαστήριο έχει κληθεί να αποφασίσει. 2. Παραθέτω, αρχικά, την ακόλουθη περικοπή από την απόφαση του Bowen LJ στην υπόθεση Cropper v Smith
(1883), 26 Ch.D. 700 από τις σελίδες 710 - 11 όπου αναφέρονται τα εξής: «It is a well established principle that the object of the Court is to decide the rights of the parties, and not to punish them for mistakes they make in the conduct of their cases by deciding otherwise than in accordance with their rights ... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such an amendment as a matter of favour or grace .... It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Παρά το γεγονός ότι, τα προαναφερόμενα του Bowen LJ στην υπόθεση Cropper ανωτέρω, ελέχθησαν προ ενός και πλέον αιώνα, εξακολουθούν να υιοθετούνται από τα Δικαστήρια στο Ηνωμένο Βασίλειο ως η ορθή προσέγγισης του ρόλου και της λειτουργίας των Δικαστηρίων, παρά τις αλλαγές που επήλθαν έκτοτε στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης στις αστικές υποθέσεις. Χαρακτηριστικός, εν προκειμένω, είναι ο σχολιασμός των προαναφερόμενων του Bowen LJ, από τον Millet LJ, στην υπόθεση Kathleen Frances Gale v Superdrug Stores PLC [1996] EWCA Civ 1300: «I do not believe that these principles can be brushed aside on the ground that they were laid down a century ago or that they fail to recognise the exigencies of the modern civil justice system. On the contrary, I believe that they represent a fundamental assessment of the functions of a Court of Justice which has a universal and timeless validity.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Η προαναφερόμενη προσέγγισης του ρόλου και της λειτουργίας των Δικαστηρίων, έχει, πάρα πολλές φορές διατυπωθεί σε αποφάσεις και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας μας. Στην υπόθεση Ζήνων Χριστοδούλου ν Zendia Machinery Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 367, ο έντιμος Π. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Αρτεμίδης ανέφερε τα ακόλουθα σε ότι αφορά την εφαρμογή των προνοιών των Θ. Π. Δ. σε σχέση με το δικαίωμα πρόσβασης του κάθε διαδίκου στο Δικαστήριο για να κριθεί η υπόθεσης του: «Οι κανόνες Πολιτικής Δικονομίας υιοθετούνται για να διευκολύνεται η δικαστική διαδικασία, η οποία ρυθμίζεται από αυτούς ώστε να προχωρεί απρόσκοπτα. Δεν ερμηνεύονται, ή η νομολογία μας εφαρμόζεται, με τέτοιο τρόπο που να καταστρατηγούνται τα δικαιώματα των διαδίκων, οι οποίοι δικαιούνται σε πρόσβαση στο Δικαστήριο. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 5. Ως αναφέρει και ο έντιμος Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου, στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Aplha Bank Cyprus Ltd v Si Senh Dau κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε23/2013 κ. α. συνεκδικαζόμενες, ημερομηνίας 13/09/2013, η αυστηρή εφαρμογή του τύπου και όχι του πνεύματος των Θ. Π. Δ., ως ακριβώς αποτυπώνεται στην προαναφερόμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ζήνων Χριστοδούλου, πρέπει, όταν δικαιολογείται, κατά τρόπο που τα δικαιώματα των διαδίκων δεν επηρεάζονται ανεπανόρθωτα, να αποφεύγεται από τα Δικαστήρια. Και τούτο, γιατί, με αυτό τον τρόπο, διασφαλίζεται το δικαίωμα του κάθε διάδικου στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, σε δίκαιη δίκη (Βλ. επίσης και τις αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Παναγιώτης Λουκά Λτδ ν Ηλία Ονουφρίου
(2004)1 Α.Α.Δ. 582 και Θεοπίστη Τουμαζή ν Vandita Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολιτική Έφεση Αρ. 274/2010, απόφαση ημερομηνίας 05/05/2015 - με αναφορά εκεί, μάλιστα, στην, κατά ανάλογο τρόπο, εφαρμογή των κανόνων του δικαίου της απόδειξης κατά την ακροαματική διαδικασία). 6. Σαφέστατα, ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κολλάτου v Παναγιώτου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 895, και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Sabine Zehil v Neil Roberts
(2009)1Α Α.Α.Δ. 678, το δικαίωμα κάθε διάδικου για δίκαιη δίκη, συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων στην διαδικασία και για αυτό, αποφασιστικής σημασίας παράγοντας σε κάθε περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου, είναι η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Αξίζει πιστεύω να παρατεθεί αυτούσιο το σκεπτικό του Εφετείου στην υπόθεση Κολλάτου ανωτέρω: «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. . Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 7. Έχοντας κατά νου τις προαναφερόμενες, καθιερωμένες προ πολλού, αρχές δικαίου, στρέφομαι στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, προς εξέταση και απόφανση επί του ζητήματος που έχει εγερθεί. 8. Η Αγωγή αυτή του Ενάγοντα, ξεκίνησε εναντίον της Εναγομένης εταιρείας με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο, που εκδόθηκε την 04/05/2016. Από τον φάκελο της διαδικασίας φαίνεται ότι αυτό επιδόθηκε στην Εναγομένη την 06/05/2016 και ότι η Εναγομένη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης της στην διαδικασία, την 18/05/2016. Ακολούθως, την 02/06/2016 και συμφώνως των προνοιών της σχετικής Δ.21, κ. 1
(1)των Θ. Π. Δ., ο Ενάγοντας κινήθηκε δικονομικά και προς τον σκοπό προώθησης της Αγωγής του, ως όφειλε, για την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης, λόγω της παράλειψης της να συμμορφωθεί με την προθεσμία των 14 ημερών που η σχετική δικονομική διάταξη τάσσει για την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης της στις απαιτήσεις του. Η αίτηση αυτή, που είχε προγραμματιστεί από τον Πρωτοκολλητή για την Ακρόαση της από το Δικαστήριο την 23/06/2016, φαίνεται να επιδόθηκε από πλευράς Ενάγοντα κανονικά στην πλευρά της Εναγομένης. Η Εναγομένη, που δεν είχε καταχωρήσει ένσταση ως προς το ζητούμενο της εν λόγω Αίτησης ως η σχετική Δ.48, κ. 4
(1)των Θ. Π. Δ. προνοεί, την 23/06/2016 που η Αίτηση του Ενάγοντα ως έχει προαναφερθεί ήταν προγραμματισμένη για την Ακρόαση της, εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και υπέβαλε προφορικό αίτημα («motion») για παράταση της προθεσμίας για την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης της. Η πλευρά του Ενάγοντα, δεν έφερε ένσταση στο αίτημα της Εναγομένης και το Δικαστήριο, άσκησε, ως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό του της δικασίμου της 23/06/2016, την διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τις Δ.57, κ. 2, Δ.21, κ. 1 και Δ.48, κ. 5 των Θ. Π. Δ., και ενέκρινε το αίτημα της Εναγομένης, αναβάλλοντας την εκδίκαση της Αίτησης του Ενάγοντα (κατόπιν σχετικού αιτήματος του συνηγόρου της), ορίζοντας την ξανά για Ακρόαση σήμερα, 07/10/
- Θέτοντας, παράλληλα, ως προθεσμία για την καταχώριση και παράδοση προς τον Ενάγοντα της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης, το αργότερο δέκα ημέρες πριν από την ημερομηνία που δόθηκε για την Ακρόαση της προαναφερόμενης Αίτησης του Ενάγοντα.
- Το ζήτημα που έχει κληθεί να αποφασίσει το Δικαστήριο, αφορά το προφορικό αίτημα που η Εναγομένη έχει εκ νέου υποβάλει προς το Δικαστήριο, ταυτόσημο νομικά με αυτό της 23/06/2016, για να παραταθεί ο χρόνος καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισης της, στο οποίο, αυτή την φορά η πλευρά του Ενάγοντα έφερε ένσταση. Επανέρχομαι στην συνέχεια σε αυτές εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο.
- Σύμφωνα με την Δ.19, κ. 2 των Θ. Π. Δ.: «. The defendant shall, subject to the provisions of Order 21, and at such time and in such manner as therein prescribed, deliver to the plaintiff his defence or counter-claim (if any). ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σύμφωνα δε με την Δ.21, κ. 1
(1)των Θ. Π. Δ.: «Where a defendant has entered an appearance, he shall file and deliver his defence within fourteen days from the time limited for appearance or from the delivery of the statement of claim, whichever shall be the later, unless such time is extended by the Court or a Judge, ..». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 12. Στην υπό εξέταση περίπτωση, εγείρεται ζήτημα παράτασης προθεσμίας που η προαναφερόμενη Δ.21, κ. 1
(1)των Θ. Π. Δ. επιβάλλει («shall») σε εναγόμενο που επιθυμεί να καταχωρήσει έκθεση με τους ισχυρισμούς του, προς υπεράσπιση των θέσεων που ο ενάγοντας προβάλλει εναντίον του προς τεκμηρίωση της απαιτήσεως του, η οποία έχει ήδη παραταθεί μία φορά με διαταγή του Δικαστηρίου. 13. Το Δικαστήριο, έχει διακριτική εξουσία να παρατείνει την προαναφερόμενη προθεσμία που τίθεται από την Δ.21, κ. 1
(1)των Θ. Π. Δ. για την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης του εναγομένου, βάσει των προνοιών της ίδιας της Δ.21, κ. 1
(1)των Θ. Π. Δ. Η αντίστοιχη της Δ.21, κ. 1
(1)των Θ. Π. Δ. αγγλική διαταγή O.
- r. 2 των αγγλικών θεσμών δικονομίας, δεν παρείχε τέτοια ευχέρεια στο Δικαστήριο, το οποίο όμως είχε την υπό συζήτηση εξουσία, δυνάμει της Ο. 3, r. 5, που είναι ανάλογη σε πρόνοιες, με την Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ. (Βλ. στο Annual Practice του 1966, τις ενότητες υπό το θέμα «Extension, etc., of time (O. 8, r. 5) - Scope of Rule» και «Extension of time to serve defence», στις σελίδες 25 και 364 αντίστοιχα). Συνεπώς το Δικαστήριο μπορεί, κατά την εξέταση αιτήσεων του είδους, να καθοδηγηθεί για να εκδώσει την απόφαση του, τόσο από τα αναφερόμενα στο Annual Practice του 1966 σε ότι αφορά την εφαρμογή της Ο. 3, r. 5, όσο και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύεται την εφαρμογή των προνοιών της Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ.
- Στην υπό εξέταση περίπτωση αυτό το οποίο έχει σημασία, γιατί διαφοροποιεί αυτή την περίπτωση από οποιαδήποτε άλλη που εξετάζεται βάσει των προνοιών της Δ.21, κ. 1
(1)των Θ. Π. Δ., είναι το γεγονός ότι, το Δικαστήριο, έχει ήδη διατάξει την παράταση του χρόνου που η εν λόγω Δ.21, κ. 1
(1)των Θ. Π. Δ. προνοεί για την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης, και συνεπώς, η ευχέρεια για παράταση του χρόνου που έχει, ως προαναφέρθηκε, καθοριστεί από το Δικαστήριο δια σχετικής διαταγής, αντλείται καθαρά από την Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ., η οποία προνοεί, ότι,: «A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these Rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed: provided that when the time for delivering any pleading or document or filing any affidavit, answer or document, or doing any act is or has been fixed or limited by any of these Rules or by any direction or order of the Court or Judge, the costs of any application to extend such time and of any order made thereon shall be borne by the party making such application unless the Court or Judge shall otherwise order.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 15. Η Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ. παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, να παρατείνει τις χρονικές προθεσμίες που καθορίζονται από τους Θ. Π. Δ. ή από το Δικαστήριο δυνάμει αυτών. Κάθε άλλη περίπτωση, δύναται και πάλι να εξεταστεί από το Δικαστήριο και σχετική θεραπεία να αποδοθεί στον αιτούντα διάδικο, όταν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που δικαιολογούν το Δικαστήριο να ασκήσει προς αυτή την κατεύθυνση την σύμφυτη εξουσία του Βλ. Eleftheriades a. a. v Mavrellis a. A.
(1985)1 C.L.R. 440, Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Aρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109 και Πέτρος Αυξεντίου ν Σάββας Σαββα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1963). 16. Το Δικαστήριο, έχει τη διακριτική ευχέρεια δυνάμει της Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ., είτε να παρατείνει με όρους ή χωρίς όρους, είτε να αρνηθεί να παρατείνει τέτοια προθεσμία. Την εξουσία αυτή, πρέπει να ασκήσει δικαστικά («judicially»), αφού λάβει υπόψη όλα τα ουσιώδη ιδιαίτερα περιστατικά κάθε αίτησης ανάμεσα στα οποία πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει. Μάλιστα, η προθεσμία, είναι δυνατό να παραταθεί, ανεξάρτητα αν ο αιτητής καταχώρισε την αίτησή του πριν ή μετά τη λήξη της συγκεκριμένης χρονικής προθεσμίας την οποία επιδιώκει να παρατείνει, η δε αίτηση μπορεί, βάσει της Δ.48 κ. 8
(1)(qq) των Θ. Π. Δ. (με μόνο μια εξαίρεση που αφορά την διαδικασία τριτοδιαδίκου), να ασκηθεί στο πλαίσιο μονομερούς αίτησης (Βλ. Χρίστος Παύλου Λυρατζης ν Λουκα Χαραλάμπους κ. α.
(1989)1E Α.Α.Δ 193, Re Χρυσταλλένη Τσιαλή Σταμάτη, Αίτηση Αρ. 80/90, ημερομηνίας 20/08/1998 και Πέτρος Αυξεντίου ν Σαββα Σάββα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1963). Εάν, σε κάθε περίπτωση, το διάβημα ληφθεί μετά την εκπνοή της σχετικής με το αίτημα προθεσμίας, η ειδική αυτή καθυστέρηση πρέπει επίσης να δικαιολογηθεί στο Δικαστήριο και μάλιστα αυστηρά (Βλ. Branco Salvage Ltd v Republic
(1967)3 C.L.R. 213 και Stylianides v Flair Fashion
(1982)1 C. L. R. 786). Ως χαρακτηριστικά έχει λεχθεί στην Stylianides ανωτέρω: «We see no reason in principle why two remedial proceedings such as the enlargement of time and renewal should not be pursued in the same application. Further nothing set before us warrants our interference with the exercise of the discretion of the trial Court though had discretion vested in us in the first place, we might require more stringent standard before excusing the delay of the respondents» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). 17. Σύμφωνα με την νομολογία, οι χρονικές προθεσμίες που καθορίζουν οι δικονομικοί κανόνες ή το Δικαστήριο δυνάμει αυτών, έχουν, ως απώτερο σκοπό, την όσο το δυνατό ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Εκτενής ανάλυσης του προαναφερόμενου σκοπού των ταχθέντων προθεσμιών από τους Θ. Π. Δ. έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν Λάμπρου Αδάμου Χ"Νικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ 470. Παραθέτω, αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση, με την ανάλυση του Δικαστηρίου: «Η προσέγγιση των Δικαστηρίων, αναφορικά με τις προθεσμίες που ορίζονται στους θεσμούς, είναι πολύ διαφορετική από τις δικαστικές αντιλήψεις του περασμένου αιώνα. Στην υπόθεση Revici v. Prentice Hall Incorporated [1969] 1 All E.R. 772 ο Δικαστής Denning, M.R., είπε στη σελ.774:- "Counsel for the plaintiff referred us to the old cases in the last century of Eaton v. Storer and Atwood v. Chichester, and urged that time does not matter as long as the costs are paid. Nowadays we regard time very differently from what they did in the nineteenth century. We insist on the rules as to time being observed. We have had occasion recently to dismiss many cases for want of prosecution when people have not kept to the rules as to time. So here, although the time is not so very long, it is quite long enough. There was ample time for considering whether there should be an appeal or not. (I should imagine it was considered.) Moreover (and this is important), not a single ground of excuse is put forward to explain the delay and why he did not appeal." Ο Δικαστής Edmunt Davies είπε τα ακόλουθα:- "When a party has exceeded to a substantial degree the time limit set by the Rules of the Supreme Court within which an interlocutory step has to be taken, can it be said that he is entitled to have his time extended simply on undertaking to pay any costs occasioned by his delay, so that a judge who nevertheless refuses to extend his time must necessarily be regarded as having exercised his discretion wrongly? The notice of appeal herein submits (in effect) that the question calls for an affirmative answer, certainly in cases where it is not shown that the other side have suffered irreparable damage as a result of the delay. I disagree. On the contrary, the rules are there to be observed; and if there is non-compliance (other than a minimal kind), that is something which has to be explained away. Prima facie, if no excuse is offered, no indulgence should be granted: see Ratmam v. Cumarasamy, per LORD GUEST." Στην υπόθεση Edwards v. Edwards [1967] 2 All E.R. 1032 o Sir Jocelyn Simon είπε στη σελ.1034:- "So far as procedural delays are concerned, Parliament has left a discretion in the courts to dispense with the time requirements in certain respects. That does not mean, however, that the rules are to be regarded as, so to speak, antique timepieces of an ornamental value but no chronometric significance, so that lip service only need be paid to them. On the contrary, in my view, the stipulations which Parliament has laid down or sanctioned as to time are to be observed unless justice clearly indicates that they should be relaxed." Ο Λόρδος Δικαστής Guest, εκδίδοντας την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοβουλίου στην υπόθεση Ratnam v. Cumarasamy [1964] 3 All E.R. 933, είπε στη σελ.935:- "The rules of court must, prima facie, be obeyed, and, in order to justify a court in extending the time during which some step in procedure requires to be taken, there must be some material on which the court can exercise its discretion. If the law were otherwise, a party in breach would have an unqualified right to an extension of time which would defeat the purpose of the rules which is to provide a time table for the conduct of litigation. The only material before the Court of Appeal was the affidavit of the appellant." Με βάση τη Δ.57 θ. 2 που αντιστοιχεί με τη Δ.64 θ. 7 των παλαιών και Δ.3 θ. 5 των νέων Αγγλικών Δικαστικών Θεσμών, και το θ. 10 της Δ.35, το Δικαστήριο έχει εξουσία να παρατείνει την προθεσμία που καθορίζεται στους Θεσμούς. ................................. Στο "The Supreme Court Practice"
(1982), αναφορικά με την καθυστέρηση, διαβάζουμε τα ακόλουθα στη σελ. 960: "59/15/2 Principles upon which extension given.- An extension must be asked for promptly and any delay explained." Στη σελ. 17 σε σχόλιο στην παράγραφο 3/5/1 αναφέρεται:- "The Rules of the Supreme court as to time have to be observed, and if substantial delay occurs without any explanation being offered, the court is entitled, in the exercise of its discretion, to refuse the extension of time, e.g., to serve a notice of appeal from the Master to the Judge in Chambers, even though the delay could be compensated for by costs and no injustice would be done to the other party...". Οι προθεσμίες και οι χρόνοι που ορίζονται από τους θεσμούς πρέπει να τηρούνται. Η παράταση του χρόνου είναι εξαιρετικό δικονομικό μέτρο. Το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική εξουσία να παρατείνει το χρόνο. Η εξουσία αυτή είναι ελεύθερη και αδέσμευτη και ασκείται με βάση τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Καθυστέρηση, ειδικά όταν είναι μακρά, πρέπει να αιτιολογείται ικανοποιητικά, διαφορετικά αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον παραβάτη των προθεσμιών. ................................. Η πρόνοια των Θεσμών κάμπτεται με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτητή, εάν οι πιο πάνω αρχές ικανοποιούνται και η παράταση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και τα δοσμένα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης συνηγορούν υπέρ αυτής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Προκύπτει εκ των προαναφερομένων του Εφετείου, ότι, οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την πιο αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και πρέπει να τηρούνται. Η παράταση του χρόνου είναι εξαιρετικό δικονομικό μέτρο και δεν πρέπει να εγκρίνεται όταν αυτό απολήγει σε εξουδετέρωση των προνοιών και του σκοπού των Θ. Π. Δ. ή όπου θα αποτελούσε επιδοκιμασία από το Δικαστήριο διαδικασιών και πρακτικών που βρίσκονται σε άκρα αντίθεση με τα σωστά πλαίσια της δικαστικής λειτουργίας. Εντούτοις, όταν η παράβαση των καθορισμένων χρονικών προθεσμιών είναι δικαιολογημένη, ή εν πάση περιπτώσει, δεν οφείλεται σε αδιαφορία για τη δικαστική διαδικασία ή σε σκόπιμη και κακόβουλη εκμετάλλευσή της, κατ' επίκληση της Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ., μπορεί να επιτραπεί η παράτασης τους (Βλ. επίσης τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Kamal Hassanein v Helleni Island
(1990)1 Α.Α.Δ. 827, Μαίρη Αθανασιάδη ν Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, Χρίστος Κληρίδης ν Ηροδοτου Σταυριδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1348, Valhmor Borg Imp/Exp Ltd v Sea Land Service Inc. κ. α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1227, Τάσος Μαρκίδης ν Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 898 και Ξενοφών Καλλής ν Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793). 18. Εντούτοις, έχει επίσης αναγνωριστεί, ότι, εκεί όπου η αυστηρή εφαρμογή των χρονικών προθεσμιών, μπορεί να αποβεί άδικη για ένα από τους διαδίκους, οι δικονομικοί κανόνες (και δη η Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ.), παρέχουν την ευχέρεια παράτασης μιας χρονικής προθεσμίας, νοουμένου, ότι, μια τέτοια παράταση (ως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ανωτέρω), είναι δικαιολογημένη κάτω από τις περιστάσεις (Βλ. επίσης και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Thas Maritime Co. Ltd v Στέλιος Ρήγας κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 638). Εντούτοις, ως έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέα Λυσιώτη ν Κυπριακή Δημοκρατία
(2000)1 Α.Α.Δ. 364, υπερβολική αργοπορία, δυνατόν να πείσει και κατευθύνει το Δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας. 19. Σε ότι αφορά δε αφορά, ειδικά το ζήτημα της υπεράσπισης ενός εναγομένου, έχει αναφερθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι, τα δικαστήρια, δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ. Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, Γεωργίου v Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938 και Sabine Zehil v Neil Roberts
(2009)1Α Α.Α.Δ 678).
- Σύμφωνα με το Annual Practice του 1966, στην ενότητα με θέμα «Extension of time to serve defence», στην σελίδα 364 στην οποία έχω ήδη παραπέμψει, η ορθή δικονομική πρακτική, επιβάλλει, στον εναγόμενο που επιθυμεί η προθεσμία καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης του όπως παραταθεί, να αποταθεί στον αντίδικό του ενάγοντα ούτως ώστε να εξασφαλίσει την συγκατάθεση του. Σημειώνω, εδώ, γιατί έχει την σημασία του σε ότι αφορά τις εν προκειμένω ισχύουσες διατάξεις των Θ. Π. Δ., ότι, η ευχέρεια αυτή, ήτοι της εκ συμφώνου των διαδίκων παράτασης της υπό αναφορά προθεσμίας, προνοείτο ρητά από την προαναφερόμενη O.
- r. 2 των αγγλικών θεσμών δικονομίας. Αν και δεν υπάρχει ανάλογη πρόνοια στους Θ. Π. Δ. (Βλ. Ξενοφών Καλλής ν Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793) (εδώ σε ότι αφορά την Δ.21, κ. 1
(1)), από άποψης πρακτικής, είναι μία καλή πρακτική, νοουμένου όμως ότι αυτό δεν γίνεται κατ' επανάληψιν και για παράλογα χρονικά διαστήματα. Η καλή πρακτική επιβάλλει, όπως ο ενάγοντας, συγκατατίθεται όταν οι περιστάσεις είναι εύλογες και ο χρόνος για τον οποίο επιζητείται η παράτασης είναι λογικός. Μάλιστα, ως έχει γίνει αποδεκτό από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Koni Constructions Ltd v Marketrends Financial Planning Ltd κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1664 (με αναφορά στις αποφάσεις στις υποθέσεις Sravri & Connil Ltd v Πλοίου «Αθαν. Μανιάτης» (Αρ. 1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 204 και Australian Automatic Weighing Machine Company v Walter [1891] W. N. 170 και στο Annual Practice του 1958, στη σελίδα 1813), στην περίπτωση όπου ένα διάταγμα Δικαστηρίου έχει εκδοθεί εκ συμφώνου, το ζήτημα τίθεται εκτός της απόλυτης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάσει της Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ. και εν συνεχεία, μόνο με τη συναίνεση του αντίδικου διαδίκου είναι επιτρεπτή η χορήγηση νέας προθεσμίας.
- Στην προκείμενη περίπτωση, ο Ενάγοντας, ως έχει προαναφερθεί, αν και δεν είχε συμφωνήσει, δεν είχε φέρει ένσταση στο αίτημα της Εναγομένης για παράταση του χρόνου καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης της, και το Δικαστήριο, είχε αποφασίσει όπως εγκρίνει το αίτημα της και η σχετική προθεσμία παραταθεί, για περίοδο πέραν των 100 ημερών (δεδομένης και της θερινής διακοπής, Δ.61 των Θ. Π. Δ.). Κατά την ημερομηνία της ακρόασης της Αίτησης, 10 ημέρες μετά την εκπνοή της, υποβλήθηκε το υπό κρίση αίτημα της Εναγομένης για περαιτέρω παράταση. Δηλώνοντας μάλιστα, ότι, το σχετικό κείμενο είχε ενωρίτερα σήμερα καταχωρηθεί (αν και εκπρόθεσμα) στον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και αντίγραφο του εδόθη και στον συνήγορο του Ενάγοντος. Ο λόγος της καθυστέρησης, ήταν, ως ετέθη από πλευράς της Εναγομένης, λάθος της Δ. Ε. Π. Ε. που την εκπροσωπεί να καταγράψει ορθά τις οδηγίες του Δικαστηρίου σε ότι αφορούσε τον χρόνο που προθεσμία που εδόθη για της καταχώριση του σχετικού δικογράφου, εξέπνεε. Δεν ικανοποιούμε ότι η εξήγηση αυτή από πλευράς της Εναγομένης, αποτελεί ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν καταχώρισε την υπεράσπιση της κατά τη χρονική περίοδο που ζήτησε και πήρε σχετική παράταση από το Δικαστήριο για το συγκεκριμένο διαδικαστικό μέτρο και απορρίπτω το αίτημα.
- Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Θεόδωρος Χόππης ν Ιάκωβου Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140, στην σελίδα 142, - αναφορά στην οποία γίνεται και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 214/2013, Αναφορικά με την εταιρεία First Ukrainian Development Ltd, ημερομηνίας 15/10/2014 - αίτημα για παράταση του χρόνου για την λήψη διαδικαστικού διαβήματος (εκεί, το διάβημα, αφορούσε την καταχώριση ειδοποίησης έφεσης), μπορεί να εγκριθεί, ακόμα και όταν αυτό οφείλεται σε σφάλμα ή αμέλεια δικηγόρου, νοουμένου ότι το επιβάλλουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Αναφέρθηκε, σχετικά: «Η διακριτική ευχέρεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αίτημα αυτής της φύσης (παράταση χρόνου) είναι πρωτογενής. επομένως συναρτάται αποκλειστικά με την κρίση για το βάσιμο του αιτήματος. Σύμφωνα με τη νομολογία στην οποία έγινε εκτενής αναφορά η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σ΄ αυτό τον τομέα δεν υπόκειται σε οποιουσδήποτε όρους, δηλαδή δεν αποκλείεται εκ προοιμίου ο συνυπολογισμός οποιουδήποτε γεγονότος στην κρίση του αιτήματος. Η νομολογία αποκαλύπτει ότι και σφάλμα του δικηγόρου, ακόμα και όταν αυτό οφείλεται σε αμέλεια, μπορεί να θεμελιώσει λόγο για την παράταση του χρόνου νοουμένου ότι το επιβάλλουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. [Βλ. The Turkish Co Operative Carob Marketing Society Ltd v. Lutfi Kiamil & Another,
(1973)1 C.L.R. 1, Erini Costa HadjiMichael v. Maria Karamichael and two Others
(1967)1 C.L.R. 61, Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν. Χ»Νικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470, Σολιάτης & Συνεργάται ν. Α. Χριστοδουλίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1162 και Πεύκος Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας (Προσφ. Αρ. 547/90, ημερ. 30/4/92]. Αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης είναι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Οι προθεσμίες που τίθενται από τους Θεσμούς για τη λήψη δικονομικών μέτρων οριοθετούν το πλαίσιο για την καλή απονομή της δικαιοσύνης. Για να γίνει δεκτό αίτημα για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης οι λόγοι της καθυστέρησης πρέπει να εξηγούνται και να αντισταθμίζουν ουσιαστικά τις δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του αντιδίκου και στο θεσμικό πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης. Η προθεσμία που τίθεται από τη Δ.35 Θ.2 για την άσκηση έφεσης είναι συνυφασμένη με την τελεσιδικία και τις αρχές της δικαιοσύνης που ταυτίζονται με αυτή. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης ο επιτυχών διάδικος μπορεί με βεβαιότητα να προσβλέπει στην άσκηση των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται με τη δικαστική απόφαση και το δημόσιο στην τελεσφόρηση των μηχανισμών της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Έχω ακούσει με προσοχή τα όσα ο συνήγορος της Εναγομένης ανέφερε προς υποστήριξη των θέσεων και εισηγήσεων της εντολέα του, έχοντας παράλληλα υπόψη μου και τις θέσεις και εισηγήσεις που τέθηκαν από πλευράς Ενάγοντα. Η εξέταση μου αυτή, με έχει οδηγήσει στην κατάληξη που έχει ήδη ανακοινωθεί, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, δεν επιβάλλεται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της Εναγομένης. Και αυτό, γιατί, η Εναγομένη, δεν με έχει ικανοποιήσει, ότι, η αιτούμενη παράταση, είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη, από ειδικές περιστάσεις που συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση και δικαιολογούν την κατ' εξαίρεση επίκληση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
- Και εξηγώ. Η Ενάγουσα, προς υποστήριξη του αιτήματος της, σε γενικές γραμμές, ισχυρίζεται τα εξής. Ο συνήγορος της, που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αιτήσεως ημερομηνίας 02/06/2016, την 23/06/2016, καταχώρησε λάθος τις οδηγίες του Δικαστηρίου και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα το δικόγραφο της.
- Κατά την άποψη μου, τα γεγονότα αυτά, δεν δικαιολογούν την κατ' εξαίρεση επίκληση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς έγκριση του αιτήματος της Εναγομένης. Πρόκειται καθαρά για παράλειψη από πλευράς της Δ. Ε. Π. Ε. που ανέλαβε να ετοιμάσει και να καταχωρήσει για λογαριασμό της το σχετικό δικόγραφο, χωρίς να εντοπίζεται σε αυτά, οποιαδήποτε ειδική περίσταση, που να αποτελεί ουσιαστικό λόγο δικαιολόγησης του αιτήματος.
- Η δική μου άποψη είναι, ότι, εάν το Δικαστήριο αποδεχόταν, ως μοναδικό λόγο για την παράταση της οποιασδήποτε προθεσμίας, λάθη που αφορούν ή και που προκύπτουν από τον τρόπο της συνηθισμένης ή και κανονικής λειτουργίας ή και οργάνωσης της εργασίας ενός δικηγόρου, τότε θα καταστρατηγείτο ο ίδιος ο σχετικός διαδικαστικός κανονισμός, ο οποίος, κατά κύριο λόγο (και μεταξύ άλλων), θεσπίστηκε για να ρυθμίζει ζητήματα διαδικασίας και δη προθεσμιών, για να απονέμεται η δικαιοσύνη εντός εύλογου χρόνου. Και αυτό γιατί, πολύ εύκολα, τέτοια «λάθη» θα μπορούσαν να αποτελέσουν, σχεδόν για κάθε περίπτωση - και μάλιστα, χωρίς περιθώριο ουσιαστικού ελέγχου -, υπόβαθρο για αιτήματα του είδους. Και θα ήθελα να επαναλάβω και να τονίσω, εδώ, ότι, δεν έχει παρουσιασθεί προς υποστήριξη του αιτήματος της Εναγομένης, οποιοδήποτε γεγονός, που να καθιστά αυτή την περίπτωση, ειδική. Κάτι δηλαδή το ασύνηθες στον συνηθισμένο τρόπο λειτουργίας ή και οργάνωσης της εργασίας των δικηγόρων της Εναγομένης, που αντικειμενικά κρινόμενο, να οδηγούσε το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι, το σφάλμα τους, ως απόρροια αυτού, έκδηλα δικαιολογεί την παράταση της υπό συζήτηση προθεσμίας.
- Το αίτημα, συνεπώς, της Εναγομένης, απορρίπτεται.
- Προχωρώ με την εξέταση του Αιτήματος του Ενάγοντα. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο