← Κύπρος

Δημήτρης Γρηγορίου ν. Χρίστος Χριστοφή κ.α., Αρ. Αγωγής: 281/2005, 31/10/2016

Δημήτρης Γρηγορίου ν. Χρίστος Χριστοφή κ.α., Αρ. Αγωγής: 281/2005, 31/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A182 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 281/2005 Μεταξύ: Δημήτρης Γρηγορίου Ενάγοντας -και-

  1. Χρίστος Χριστοφή
  2. Τασούλλα Χριστοφή Εναγομένων 31 Οκτωβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Χ. Πουτζιουρής μαζί με κ.Μαυρομμάτη (για ν΄ακούσει απόφαση η κα Πάτσαλου μαζί με τον κ.Μαυρομμάτη) Για τον Εναγόμενο 1: κα Μ. Ραφαήλ ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Στις 13.10.2015 το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε την επανεκδίκαση της παρούσας αγωγής. Ο ενάγοντας αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των ΛΚ119.571,15 ως υπόλοιπο δυνάμει επιταγής. Η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 2 αποσύρθηκε με αποτέλεσμα να παραμείνει προς εκδίκαση η απαίτηση μόνον εναντίον του εναγόμενου.
  4. Οι θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις συνοπτικά έχουν ως ακολούθως: (α) Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι τον Φεβρουάριο του 2001 συμφώνησε με τον εναγόμενο, ο οποίος ασχολείτο με την διαχείριση μετοχών, να διαχειριστεί τις μετοχές του και ότι μέχρι τις 5.2.2002 θα αύξανε την αξία του χαρτοφυλακίου του σε ποσοστό 40%. Η δε αξία του χαρτοφυλακίου κατά την πιο πάνω ημερομηνία θα ανερχόταν στις ΛΚ151.500.-. Στο πιο πάνω ποσό συμπεριλαμβανόταν η αξία των μετοχών ως επίσης και η αύξηση που περιγράφεται πιο πάνω το οποίο ο εναγόμενος θα κατέβαλλε στον ενάγοντα στις 5.2.
  5. Για περαιτέρω εξασφάλιση ο εναγόμενος εξέδωσε επιταγή προς όφελος του ενάγοντα για το ποσό των ΛΚ151.500.- πληρωτέα την 5.2.
  6. (β) Ο εναγόμενος αποδέχεται την ύπαρξη της πιο πάνω συμφωνίας και την έκδοση της επιταγής πλην όμως ισχυρίζεται ότι η συνεργασία του με το χρηματιστηριακό γραφείο διακόπηκε και στάληκε σχετική ειδοποίηση σε όλους τους πελάτες του. Παρά το γεγονός ότι ανέφερε στον ενάγοντα ότι εξακολουθούσε να ήταν σε θέση να υλοποιήσει τα συμφωνηθέντα ο τελευταίος αποφάσισε να ζητήσει από τον εν λόγω χρηματιστηριακό γραφείο την επιστροφή του χαρτοφυλακίου του πλέον το ποσό που ήταν κατατεθειμένο προς όφελος του ως είχε προκύψει από πώληση μέρους των μετοχών που διαχειριζόταν. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του εναγόμενου να πείσει τον ενάγοντα να διατηρήσει τη συμφωνία τους ο τελευταίος επέμενε όπως διακόψει τη συμφωνία και γι΄αυτό το λόγο ο εναγόμενος έδωσε οδηγίες στην τράπεζα να ανακαλέσει την πληρωμή της επιταγής. (γ) Ο δε ενάγοντας αποδέχεται ότι πράγματι έλαβε από την εταιρεία Equity Connect το ποσό των ΛΚ30.000.- καθότι, ως ισχυρίζεται, ο εναγόμενος παράτυπα και χωρίς τη συγκατάθεση του, μετέφερε το πιο πάνω ποσό από λογαριασμό του σε λογαριασμό της χρηματιστηριακής εταιρείας. Έτσι μετά που αποκαλύφθηκε η παράτυπη ενέργεια του εναγόμενου η εταιρεία επέστρεψε στον ενάγοντα το πιο πάνω ποσό και θεωρεί ότι καταλογίστηκε έναντι του ποσού των ΛΚ151.500.-. Έτσι ενώ αρχικά αξίωνε το ποσό ΛΚ121.500.-, μετά που ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία ο ευπαίδευτος συνήγορος του το περιόρισε στο ποσό των ΛΚ119.571,15, ενόψει του γεγονότος, ως ανέφερε, ότι ο ενάγοντας έλαβε το ποσό των ΛΚ31,928.-.
  7. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Έχουν ως ακολούθως: (α) Ο εναγόμενος κατά ή περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2001 εξέδωσε προς όφελος του ενάγοντα την επιταγή για το ποσό των ΛΚ151.500.- πληρωτέα την 5.2.2002 (βλ.Τεκμ.1). Η εν λόγω επιταγή παραδόθηκε στον ενάγοντα ο οποίος την παρουσίασε για εξαργύρωση στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε πλην όμως δεν τιμήθηκε για δύο λόγους: (ι) καθότι στις 7.1.2002 δόθηκαν οδηγίες ανάκλησης της από τον εναγόμενο και (ιι) ο λογαριασμός δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια την ημερομηνία που παρουσιάστηκε για πληρωμή στην τράπεζα. (β) Η εταιρεία Dakar Motors (Aradippou) Ltd είναι εγγεγραμμένη ιδιωτική εταιρεία και διευθυντής αυτής είναι ο ενάγοντας (βλ.Τεκμ.11).
  8. Ο εναγόμενος στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα ακόλουθα: (α) Διατηρούσε γραφείο και παρείχε υπηρεσίες μετοχών ως χρηματιστηριακός εκπρόσωπος και συνεργαζόταν με το χρηματιστηριακό γραφείο Equity Connect. (β) Ο ενάγοντας ασχολείτο με επενδύσεις στο ΧΑΚ. Αρχικά με τις οδηγίες του ενάγοντα πωλούσε και αγόραζε μετοχές μέσω του γραφείου του και στη συνέχεια του πρότεινε να διαχειριστεί τις μετοχές τόσο του ιδίου όσο και της εταιρείας Dakar Motors (Aradippou) Ltd στην οποία είναι διευθυντής καθώς και να δημιουργήσουν ένα κοινό λογαριασμό. Έτσι ανοίχθηκαν συνολικά 4 λογαριασμοί στην Equity Connect. Ο πρώτος ήταν επ΄ονόματι της εταιρείας του, ο δεύτερος επ΄ ονόματι του ενάγοντα, ο τρίτος ήταν κοινός λογαριασμός που ανοίχθηκε προηγουμένως γύρω στις 27.9.2000 και ο τέταρτος ανοίχθηκε στο όνομα του ενάγοντα για δάνειο που έλαβε από εταιρεία που σχετιζόταν με την Equity Connect. Για να υλοποιηθεί η αγοραπωλησία μετοχών υπογράφηκαν πληρεξούσια έγγραφα προς την Equity Connect. (γ) Στις 27.9.2000 οι διάδικοι υπέγραψαν πληρεξούσιο έγγραφο (βλ.Τεκμ.6) με το οποίο διόρισαν την Equity Connect όπως ενεργεί ως χρηματιστής. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το εν λόγω πληρεξούσιο αφορούσε τον κοινό λογαριασμό που είχαν και υπάρχει άλλο πληρεξούσιο για τις μετοχές του. (δ) Σε μεταγενέστερο στάδιο και ειδικότερα στις 4.2.2001 συμφώνησαν όπως ο εναγόμενος αναλάβει τη διαχείριση των μετοχών του ενάγοντα και ότι θα αύξανε την αξία του χαρτοφυλακίου του σε ποσοστό 40% εντός ενός έτους από την ημέρα της συμφωνίας τους δηλ. μέχρι και τον Φεβράρη του
  9. Ο ίδιος θα επωφελείτο μόνο στην περίπτωση που η αξία των μετοχών αυξανόταν πέραν του 40%. Ο ενάγοντας θα πληρωνόταν την αξία των μετοχών, ως υπολογίστηκαν τον Φεβρουάριο 2001, πλέον ποσοστό 40% και θα μεταβίβαζε το χαρτοφυλάκιο στο όνομα του εναγόμενου. Ο εναγόμενος θα κέρδιζε στην περίπτωση που η αξία των μετοχών υπερέβαινε το 40% της αρχικής τους αξίας. Στην περίπτωση που μέχρι την 5.2.2002 η αξία των μετοχών δεν αυξανόταν στο πιο πάνω ποσοστό ή στην περίπτωση που μειωνόταν, ο ίδιος θα ήταν υπόχρεος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ΛΚ151.500.-. Ο ενάγοντας ζήτησε κάποια εξασφάλιση για τη δέσμευση που ανέλαβε και έτσι του εξέδωσε μεταχρονολογημένη επιταγή για το ποσό των ΛΚ151.500.- πληρωτέα την 5.2.2002 (βλ.Τεκμ.1). Το ποσό της επιταγής αντικατοπτρίζει την αξία των μετοχών του ενάγοντα ως υπολογίστηκαν κατά την ημέρα της συμφωνίας τους πλέον 40% της αξίας τους και η ημερομηνία που έφερε η επιταγή καθόριζε την διάρκεια της συμφωνίας. (ε) Στις 4.2.2001 (Κυριακή), ημερομηνία κατά την οποία συνάφθηκε η μεταξύ τους συμφωνία, καταγράφηκαν οι μετοχές που κατείχε τόσο ο ενάγοντας όσο και η εταιρεία του (βλ.Τεκμ.2) καθώς και η αξία τους την 2.2.2001 (Παρασκευή). Κατά τον έλεγχο την επόμενη εργάσιμη ημέρα διαπιστώθηκε ότι κάποιες από τις μετοχές αυτές δεν ήταν στο όνομα του ή της εταιρείας και έτσι το ποσό μειώθηκε στο ποσό των ΛΚ145.000.-. Ο εναγόμενος του ζήτησε να του επιστρέψει την επιταγή για να του δώσει άλλη αλλά δεν το έπραξε και επειδή υπήρχε χρόνος δεν επέμενε και έτσι άφησε το ζήτημα στο τέλος. Επισημαίνεται όμως ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης αναφέρεται ότι το ποσό των ΛΚ151.500.- αντικατοπτρίζει την αξία των μετοχών πλέον το 40% της αξίας τους. Δεν υφίσταται δικογραφημένος ισχυρισμός από μέρους του ότι η αξία των μετοχών που ανέλαβε να διαχειριστεί ήταν ΛΚ145.000.-. (στ) Τον Απρίλιο του 2001 η συνεργασία του εναγόμενου με το χρηματιστηριακό γραφείο Equity Connect διακόπηκε και όταν ανέφερε στο εν λόγω γραφείο ότι έπρεπε να επιστρέψουν όλα τα χαρτοφυλάκια των πελατών του, αυτοί ενημέρωσαν όλους τους πελάτες του, συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντα για την διακοπή της συνεργασίας τους. Ο δε εναγόμενος αμέσως μετά την διακοπή της συνεργασίας με το πιο πάνω γραφείο συνεργάστηκε με άλλο χρηματιστηριακό γραφείο και παράλληλα επικοινώνησε με όλους τους πελάτες του για να τους ενημερώσει ότι θα συνέχιζε τις δραστηριότητές του στον χρηματιστηριακό τομέα και ότι ήταν σε θέση να συνεχίσει να τους παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες. Ο ίδιος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ενάγοντα τον Απρίλη του 2001 και του ανέφερε ότι ήταν ικανός και πρόθυμος να συνεχίσει να υλοποιεί την μεταξύ τους συμφωνία ενημερώνοντας τον ότι πλέον συνεργαζόταν με το χρηματιστηριακό γραφείο Φραγκούδης & Στεφάνου. Ο ενάγοντας αρχικά του δήλωσε ότι ήθελε να το σκεφτεί και στη συνέχεια προχώρησε σε συζητήσεις με την Equity Connect. (ζ) Η Equity Connect από τον Απρίλη του 2001 παγιοποίησε το λογαριασμό που είχε ο εναγόμενος με τον ενάγοντα με τη συναίνεση και εντολή του τελευταίου και ως αποτέλεσμα δεν μπορούσε από τον Απρίλιο του 2001 να προβεί σε οποιεσδήποτε πράξεις και να διαχειριστεί το χαρτοφυλάκιο του. Ανέφερε ότι ο ενάγοντας όφειλε να δώσει οδηγίες στην Equity Connect να μεταφερθεί το χαρτοφυλάκιο του στο χρηματιστηριακό γραφείο Φραγκούδης & Στεφάνου. (η) Τελικά ο ενάγοντας ζήτησε από το χρηματιστηριακό γραφείο Equity Connect την επιστροφή του χαρτοφυλακίου του πλέον ενός ποσού που ήταν κατατεθειμένο προς όφελος του, ως αυτό προέκυψε από πώληση μετοχών τις οποίες διαχειριζόταν ο εναγόμενος. Έτσι ο ενάγοντας παρέλαβε από την Equity Connect επιταγή ημερ. 2.8.2001 για το ποσό των ΛΚ24.525,69 (βλ.Τεκμ.3). Περαιτέρω ο ενάγοντας ανέφερε, παίρνοντας τα χρήματα ότι θα εισπράξει και την επιταγή. (θ) Η Equity Connect απευθυνόμενη στον ενάγοντα, με επιστολή της ημερ. 1.8.2001 (βλ.Τεκμ.4), τον πληροφορούσε μεταξύ άλλων ότι εκδόθηκαν επιταγές προς όφελος του για το ποσό των ΛΚ26.956,57, οι δε επιστροφές ανέρχονταν στο ποσό των ΛΚ31.928,85, ότι ο κοινός λογαριασμός με τον εναγόμενο πραγματοποίησε ζημιές ΛΚ14.806,33 και θεωρούσε δίκαιο όπως επωμισθεί ποσοστό 50% του πιο πάνω ποσού δηλ. ΛΚ7.403,
  10. Περαιτέρω στην πιο πάνω επιστολή αναφέρεται ότι η Equity Connect είναι διατεθειμένη να εκδώσει επιταγή προς όφελος του για το ποσό των ΛΚ24.525,69 και να τερματίσει όλους τους λογαριασμούς του. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο ενάγοντας παρέλαβε επιταγή από την εν λόγω εταιρεία για το ποσό των ΛΚ24.525,69 (βλ.Τεκμ.3) ως επίσης και ότι έλαβε επιταγή για το ποσό των ΛΚ7.403,16 ως αποδέχεται ο ενάγοντας στη συμφωνία ημερ. 29.3.2005 (βλ.Τεκμ.5) που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και άλλων προσώπων. (ι) Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι με την είσπραξη από μέρους του ενάγοντα έστω και του ποσού των ΛΚ24.525,69 με την πιο πάνω επιταγή ημερ. 2.8.2001 (Τεκμ.3), μείωσε την αξία του μετοχικού χαρτοφυλακίου που είχαν συμφωνήσει ότι θα διαχειριζόταν μέχρι την 5.2.2002 και με την μείωση όχι μόνο τερματίστηκε η μεταξύ τους συμφωνία αλλά και περιορίστηκαν εκ των πραγμάτων οι δυνατότητες του να εκπληρώσει τη συμφωνία τους που ήταν η αύξηση της αξίας των μετοχών σε ποσοστό 40%. Δήλωσε δε ότι ο ενάγοντας τον απέκλεισε από τη δυνατότητα να λάβει οποιαδήποτε αντιπαροχή η οποία θα συνίστατο στη μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου στο όνομα του αλλά και στον πραγματοποίηση κέρδους στην περίπτωση που η αξία του χαρτοφυλακίου αυξανόταν σε ποσοστό πέραν του 40%. Επισήμανε ότι το γεγονός ότι οι μετοχές ήταν στο όνομα του ενάγοντα και της εταιρείας του ως επίσης και το γεγονός ότι το χαρτοφυλάκιο δεν ήταν υπό τον έλεγχο και διαχείριση του, κατ΄επιλογή του ενάγοντα, καθιστούσε μη δυνατή τη συνέχιση της συμφωνίας και αναπόφευκτα, ως δήλωσε, οι ενέργειες του ενάγοντα τερμάτισαν τη μεταξύ τους συμφωνία. Έτσι στις 7.1.2002 έδωσε οδηγίες στην τράπεζα του να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής που είχε εκδώσει. Ανέφερε επίσης ότι ο ενάγοντας προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία, η οποία καταχώρισε ποινική υπόθεση εναντίον του πλην όμως αθωώθηκε. (κ) Περαιτέρω στις 28.8.2001 ο εναγόμενος με επιστολή του (βλ.Τεκμ.7) προς την Equity Connect αναγνώριζε ότι στην περίπτωση που υπάρξει απαίτηση του πελάτη για επαναφορά ποσού από τον κοινό λογαριασμό τους θα της κατέβαλλε το ισόποσο. (λ) Περαιτέρω στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε η δήλωση του εναγόμενου (βλ.Τεκμ.8) που κατατέθηκε στην προηγούμενη διαδικασία, τα πρακτικά (βλ.Τεκμ.9) ως επίσης και η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (βλ.Τεκμ.10).
  11. Ο εναγόμενος κάλεσε ως μάρτυρα τον κ. Γ. Χ»Σπύρου λειτουργό στο ΧΑΚ ο οποίος ανέφερε ότι του ζητήθηκε να παρουσιάσει καταστάσεις κατά πόσο ο ενάγοντας και η εταιρεία Dakar Motors (Aradippou) Ltd κατείχαν μετοχές για την περίοδο 1.2.2001 - 6.2.2002 πλην όμως η αποϋλοποίηση των μετοχών δηλ. η κατάθεση των μητρώων των εταιρειών στο ΧΑΚ άρχισε στις 23.7.2001 και συνεπώς δεν ήταν δυνατό να παρουσιάσει καταστάσεις πριν την εν λόγω ημερομηνία. Ανέφερε ότι ο ενάγοντας για την περίοδο από 23.7.2001 μέχρι 6.2.2002 κατείχε 5,000 μετοχές της εταιρείας CCC Tourist Enterprises Public Co Ltd (CCCT). Οι εν λόγω μετοχές δεν ήταν υπό τον έλεγχο χρηματιστή και αποϋλοποιήθηκαν στις 15.1.
  12. Ανέφερε δε ότι η εταιρεία Dakar Motors (Aradippou) Ltd δεν κατείχε μετοχές κατά την πιο πάνω περίοδο (βλ.Τεκμ.12).
  13. Ο κ.Νεόφυτος Γαλαξής κλήθηκε ως μάρτυρας από μέρους του ενάγοντα. Ανέφερε ότι είναι λειτουργός στο ΧΑΚ και παρουσίασε κατάσταση λογαριασμού (βλ.Τεκμ.13) στην οποία εμφαίνονται οι μετοχές που κατείχε ο ενάγοντας για την περίοδο από 1.2.2002 - 31.3.
  14. Ανέφερε ότι ο ενάγοντας διατηρούσε: (α) 5,000 μετοχές της εταιρείας CCC Tourist Enterprises Public Co Ltd (CCCT) και στις 27.3.2002 πωλήθηκαν μέσω της χρηματιστηριακής CLR για το ποσό των ΛΚ0,103 έκαστη και έτσι το τίμημα ανήλθε ΛΚ515.-. (β) 8,000 μετοχές της εταιρείας Louis οι οποίες πιστώθηκαν στον ενάγοντα με την ανάληψη του μητρώου της εταιρείας από το ΧΑΚ στις 27.2.
  15. Ο ενάγοντας στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων δήλωσε τα ακόλουθα: (α) Εξέθεσε γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν τον καταρτισμό της συμφωνίας. Επισήμανε ότι στην προσπάθεια του να μειώσει τις ζημιές από τις μετοχές που είχε αγοράσει στο παρελθόν και κατόπιν της παρότρυνσης του εναγόμενου ότι εκείνο το χρονικό διάστημα δεν ήταν κατάλληλο για πώληση μετοχών και μετά από σχετική πρόταση του τελευταίου κατάρτισαν συμφωνία όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω δηλ. ο εναγόμενος θα διαχειριζόταν τις μετοχές του και ότι μέχρι την 5.2.2002 θα αύξανε την αξία του χαρτοφυλακίου του σε ποσοστό 40%. Κατ΄εκείνη την ημέρα ο εναγόμενος θα του κατέβαλλε το ποσό των ΛΚ151.500.- και προς τούτο του εξέδωσε επιταγή (βλ.Τεκμ.1) για το πιο πάνω ποσό πληρωτέα την 5.2.
  16. Ο ίδιος του υπέγραψε διάφορα πληρεξούσια και άλλα έγγραφα για να μπορεί να διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο του. (β) Μετά από πάροδο λίγου χρονικού διαστήματος του τηλεφώνησαν από το χρηματιστηριακό γραφείο και τον ενημέρωσαν ότι απέσυραν από το λογαριασμό του γύρω στις ΛΚ30.000.- που διατηρούσε «..που είχα εγώ που επένδυε μέσω τους λογαριασμούς μου» . Ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε αναφέροντας τους ότι δεν είχαν δικαίωμα να το πράξουν και αφού ενημέρωσε σχετικά τον εναγόμενο μετέβησαν μαζί στο εν λόγω χρηματιστηριακό γραφείο τον Αύγουστο του
  17. Εκεί τον ενημέρωσαν ότι υπήρχε η υπογραφή του για να αποσύρει τα χρήματα και όταν του την υπέδειξαν διαπίστωσε ότι δεν ήταν δική του. Τότε αντιλήφθηκαν το λάθος τους αφού δεν ήταν η υπογραφή του και το χρηματιστηριακό γραφείο του πρότεινε να του εκδώσει δυο επιταγές για το συνολικό ποσό των ΛΚ32.000.-, περίπου πράγμα το οποίο έγινε. Ο δε εναγόμενος, του δήλωσε ότι το εν λόγω ποσό που έλαβε θα αφαιρεθεί από το ποσό των ΛΚ151.500.-. Διευκρίνισε ότι έλαβε δύο επιταγές η μια για το συνολικό ποσό των ΛΚ24.525,69 πληρωτέα την 2.8.2001 (βλ.Τεκμ.3) και μια επιταγή για το ποσό των ΛΚ7.403,16 όπως εμφαίνεται και στην απαλλακτική συμφωνία ημερ. 29.3.2005 (Τεκμ.5) που υπογράφηκε μεταξύ του ιδίου και άλλων προσώπων. (γ) Ανέφερε ότι ο Χρίστος Χριστοφή υπέγραψε έγγραφο ημερ. 28.8.2001 (Τεκμ.7) με την οποία αναγνωρίζει ότι στην περίπτωση που υπάρξει απαίτηση από πελάτη για επαναφορά ποσού από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν οι διάδικοι θα το κατέβαλλε. Αναφερόμενος στην κατάσταση (βλ. Τεκμ.2) που έκαμε αναφορά ο κ. Χ. Χριστοφή, με την οποία καταγράφηκαν οι μετοχές και η αξία τους δήλωσε ότι δεν την έχει δει προηγουμένως σε αντίθεση με την κατάσταση (Τεκμ.14) την οποία ο ίδιος κατέγραψε. Περαιτέρω επισήμανε ότι στο έγγραφο ημερ. 1.8.2001 (βλ.Τεκμ.4) αναφέρονται οι λογαριασμοί που διατηρούσε. (δ) Ο εναγόμενος δεν του κατέβαλε οποιονδήποτε ποσό παρά μόνο ο ενάγοντας έλαβε τις δυο πιο πάνω επιταγές από το χρηματιστηριακό γραφείο για το συνολικό ποσό των ΛΚ31.928,
  18. Έτσι αξιώνει το ποσό των ΛΚ119.571,15 ως αυτό περιορίστηκε από το συνήγορο του.
  19. Το άρθρο 30

(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 δημιουργεί μαχητό τεκμήριο υπέρ του κατόχου της συναλλαγματικής ότι έδωσε αντιπαροχή γι΄αυτή και κατά συνέπεια το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον εναγόμενο να αποδείξει την έλλειψη αντιπαροχής. (βλ. Ρωμανός ν Χρυσάνθου
(1991)1 ΑΑΔ 991 και Vasos Charalambides Limited v Ψαρά
(200)1 ΑΑΔ 849 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Κάτοχος σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ.262 είναι ο δικαιούχος ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου έγινε η οπισθογράφηση της συναλλαγματικής ή του γραμματίου που έχει στην κατοχή του ή ο κομιστής. Κομιστής δε σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο είναι το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο που είναι πληρωτέο στον κομιστή. Στην προκείμενη περίπτωση με βάση τα παραδεκτά γεγονότα όπως αυτά εκτίθενται στην παρ.3 ανωτέρω, ο εναγόμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή προς όφελος του ενάγοντα και την παρουσίασε για πληρωμή πλην όμως δεν εξαργυρώθηκε για τους λόγους που περιγράφονται. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω αλλά και τις εκατέρωθεν δηλώσεις των συνηγόρων των διαδίκων, το βάρος απόδειξης είχε μετατεθεί στους ώμους του εναγομένου και γι΄αυτό παρουσίασε πρώτος μαρτυρία.
  1. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι ο εναγόμενος δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών αφού σύμφωνα με τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα ο ενάγοντας, κομιστής της συναλλαγματικής, θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έδωσε αντιπαροχή και δημιουργείται επομένως το εκ του Νόμου μαχητό τεκμήριο υπέρ του ενάγοντα, κατόχου της επιταγής, πως έδωσε δηλαδή αντιπαροχή για την έκδοση της. Η δε κατάρριψη του πιο πάνω τεκμηρίου βαρύνει αυτόν που επικαλείται την έλλειψη αντιπαροχής δηλ. του εναγομένου. Ανέφερε δε ότι η μαρτυρία του εναγόμενου δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή για διάφορους λόγους, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ενάγοντα και έτσι θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση για το ποσό των ΛΚ119.571,15 πλέον τόκους. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του εναγόμενου η οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι η μαρτυρία του εναγόμενου ήταν αξιόπιστη, σ΄ αντίθεση με αυτήν του ενάγοντα και περαιτέρω έχει επιτύχει η υπεράσπιση περί ανυπαρξίας αντιπαροχής αφού ο ενάγοντας πριν την λήξη της συμφωνίας, έλαβε το ποσό των ΛΚ31.928.- και έτσι μείωσε την αξία του χαρτοφυλακίου που θα διαχειριζόταν για ένα χρόνο, για να το αυξήσει κατά 40%. Ανέφερε δε ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, ενόψει των ενεργειών του ενάγοντα τερματίστηκε πρόωρα. Πέραν των πιο πάνω ήταν η εισήγηση της ότι τυγχάνει εφαρμογής και το άρθρο 38 του περί Συμβάσεως Νόμου αφού ο εναγόμενος προσφέρθηκε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και ο ενάγοντας δεν αποδέχθηκε την προσφορά και συνεπώς ο εναγόμενος δεν ευθύνεται για την μη εκπλήρωση της σύμβασης.
  2. Για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων είναι απαραίτητη η αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα θα πρέπει να αποφασιστεί μεταξύ άλλων:
(1)κατά πόσο ο εναγόμενος έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης περί ανυπαρξίας αντιπαροχής,
(2)κατά πόσο η συμφωνία, ως εκ των γεγονότων που διαδραματίστηκαν διακόπηκε ή αποκηρύχθηκε από τον ενάγοντα και
(3)κατά πόσο ο εναγόμενος προσφέρθηκε να εκπληρώσει και ο ενάγοντας δεν αποδέχθηκε την προσφορά. 11. Μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους, αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α ΑΑΔ 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). 12. Κατ΄αρχήν οι δύο λειτουργοί του ΧΑΚ κ. Γ. Χ»Σπύρου και Ν. Γαλαξής, οι οποίοι κλήθηκαν από τους διαδίκους, μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Ήταν συνεπείς και σταθεροί στις απαντήσεις τους και δεν περιέπεσαν σ΄ οποιανδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους καθ' οιονδήποτε τρόπο. Πέραν των πιο πάνω η μαρτυρία τους παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας και συνακόλουθα αποδέχομαι τη μαρτυρία τους όπως αυτή εκτίθεται στις παρ. 5 και 6 ανωτέρω. 13.1 Ο εναγόμενος στην μαρτυρία του ανέφερε ότι στις 4.2.2001 καταγράφηκαν οι μετοχές και η αξία τους και κατά τον έλεγχο την επόμενη εργάσιμη ημέρα, διαπιστώθηκε ότι κάποιες μετοχές δεν ήταν επ΄ονόματι του ενάγοντα ή των εταιρειών του και έτσι το ποσό μειώθηκε στις ΛΚ145.000.-. Στην Έκθεση Υπεράσπισης δεν υφίσταται τέτοιος ισχυρισμός. Αντιθέτως αναφέρεται ότι επιταγή των ΛΚ151.500.- αντικατοπτρίζει την αξία των μετοχών πλέον 40% της αξίας του. Το πιο πάνω γεγονός όμως από μόνο του δεν είναι ικανό να καταρρίψει συθέμελα την μαρτυρία του εναγόμενου. 13.2 Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι όταν διακόπηκε η συνεργασία του με την Equity Connect, η τελευταία ενημέρωσε σχετικά όλους τους πελάτες της, συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντα. Δεν έχει αποκαλύψει πως γνώριζε το εν λόγω γεγονός. Στην περίπτωση που τον πληροφόρησε σχετικά η Equity Connect, πρόκειται για εξ΄ακοής μαρτυρία. Η εξ' ακοής μαρτυρία όμως, δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ΄ακοής. Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία το Δικαστήριο λαμβάνει, μεταξύ άλλων, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος που την έχει προσαγάγει να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας και τις άλλες περιστάσεις που καθορίζονται στο άρθρο 27
(2)του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.
  1. Κατ΄ αρχήν όπως έχει ήδη επισημανθεί ο εναγόμενος δεν έχει αποκαλύψει την πηγή της πληροφόρησης του. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός είναι γενικός, αόριστος και κατ΄ επέκταση μετέωρος. Πέραν δε τούτου στην περίπτωση που το είχε πληροφορηθεί από την Equity Connect ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία και δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά πόσο ήταν εύλογο και εφικτό να είχε κλητευθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση. Έτσι δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου γεγονότος. Ο εναγόμενος όμως ήταν σαφής ότι ο ίδιος ενημέρωσε τον ενάγοντα και του ανέφερε ότι πλέον συνεργαζόταν με άλλο χρηματιστηριακό γραφείο και ότι ήταν σε θέση να συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες του πλην όμως ο ενάγοντας επέλεξε και εισέπραξε από την Equity Connect το ποσό που περιγράφεται πιο πάνω λίγους μήνες μετά και πριν την λήξη της συμφωνίας. 13.3 Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποδεχτεί τη μαρτυρία του εναγόμενου καθότι στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμ.10) δεν αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με τον τερματισμό της συμφωνίας ενώ αντιθέτως τον προέβαλε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ο εναγόμενος στις 9.4.2002 έδωσε κατάθεση στην αστυνομία σε σχέση με το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής. Στην πιο πάνω κατάθεση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγοντας εξαργύρωσε όλες τις μετοχές του και έτσι θεώρησε ότι η συμφωνία έπαυσε να ισχύει και στην συνέχεια έδωσε οδηγίες στην τράπεζα να μην εξοφλήσει την επιταγή. Ο εναγόμενος τόσο στην παρούσα διαδικασία όσο και στην πιο πάνω κατάθεση του δεν ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων του απέστειλε επιστολή με την οποία τερμάτισε τη συμφωνία. Ισχυρίστηκε ότι με τις ενέργειες του ο ενάγοντας αποκήρυξε την μεταξύ τους συμφωνία και έτσι θεωρεί ότι έπαυσε να ισχύει. Ενόψει όλων των πιο πάνω η σχετική εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα, δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. 13.4 Ο συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι ενώ ο εναγόμενος στην μαρτυρία του ανέφερε ότι η συνεργασία του με την Equity Connect διακόπηκε τον Απρίλιο του 2001, το έγγραφο ημερ. 28.8.2001 (Τεκμ.7) καταδεικνύει ότι η συνεργασία τους συνεχιζόταν τουλάχιστον μέχρι την 28.8.
  2. Τα πράγματα δεν είναι έτσι και εξηγώ. Με το πιο πάνω έγγραφο (βλ. Τεκμ.7) ο εναγόμενος απευθυνόμενος στην Equity Connect αναφέρει τα ακόλουθα: «.. σε περίπτωση που υπάρξει απαίτηση από πελάτη για επαναφορά ποσού από τον κοινό λογαριασμό μου Χριστοφή Χρίστος και Γρηγορίου Δημήτρης θα σας καταβάλω το ισόποσο.» Από το πιο πάνω έγγραφο δεν διαφαίνεται καθ΄οιονδήποτε τρόπο ότι ο εναγόμενος συνέχιζε την συνεργασία του με την εν λόγω εταιρεία μέχρι 28.8.
  3. Με αυτό αναλαμβάνει να καταβάλει χρήματα προς την εταιρεία στην περίπτωση που υπάρξει απαίτηση ως διατυπώνεται πιο πάνω. Για τους λόγους που εξηγούνται η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. 13.5 Περαιτέρω στο στάδιο των αγορεύσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα έθεσε το ερώτημα γιατί ο εναγόμενος δεν έδωσε οδηγίες μη πληρωμής της επιταγής στην τράπεζα του μόλις διακόπηκε η συνεργασία τους, ως ισχυρίζεται, και δεν απαίτησε την επιστροφή της παρά μόνο ένα περίπου μήνα πριν την πληρωμή της επιταγής και ειδικότερα στις 7.1.2002 δόθηκαν οδηγίες για μη πληρωμή της. Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα ο εναγόμενος δήλωσε ότι γνώριζε ότι μπορούσε να το πράξει και μια μέρα πριν την ημερομηνία πληρωμής της επιταγής και δεν θεώρησε ότι έπρεπε να το πράξει αμέσως. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο ενάγων έλαβε από την Equity Connect το συνολικό ποσό ΛΚ31.928,- και ειδικότερα έλαβε επιταγή ημερ. 2.8.2001 για το ποσό των ΛΚ24.525,69 (βλ.Τεκμ.3) ως επίσης και το ποσό των ΛΚ7.403,16 (βλ.Τεκμ.5) πριν τη λήξη της συμφωνίας (βλ. Τεκμ.5) δηλ. στις 5.2.
  4. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής (βλ.Τεκμ.1) στις 7.1.2002 δηλ. ένα περίπου μήνα πριν την ημερομηνία πληρωμής της ως επίσης και ότι δεν απαίτησε την επιστροφή της δεν είναι ικανά να καταρρίψουν συθέμελα τη μαρτυρία του. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο εναγόμενος ανακάλεσε την πληρωμή της πριν αυτή καταστεί πληρωτέα. 13.6 Ο εναγόμενος δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του καθ΄οιονδήποτε τρόπο. Ήταν συνεπής και σταθερός στις απαντήσεις του και η μαρτυρία του είχε λογική συνέχεια. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα αποδέχομαι τη μαρτυρία του.
  5. Οι διάδικοι περί την 4.2.2001 συμφώνησαν όπως ο εναγόμενος αναλάβει την διαχείριση των μετοχών του ενάγοντα και ότι μέχρι 5.2.2002 θα αύξανε την αξία του χαρτοφυλακίου στις ΛΚ151.500.- και προς διασφάλιση των συμφωνηθέντων ο εναγόμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή για το πιο πάνω ποσό πληρωτέο την 5.2.
  6. Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλαν στον ενάγοντα ΛΚ30.000.- έναντι του ποσού της επιταγής και αξιώνει το ποσό των ΛΚ121.500.- ως υπόλοιπο. Στην δε Απάντηση στην Υπεράσπιση επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι το πιο πάνω ποσό καταβλήθηκε στον ενάγοντα από την Equity Connect καθότι παράτυπα ο εναγόμενος μετέφερε το πιο πάνω ποσό σε λογαριασμό της εταιρείας. Αναγνωρίζεται όμως ότι το ποσό των ΛΚ30.000.- πιστώθηκε έναντι του ποσού της επιταγής. Με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πριν τη λήξη της πιο πάνω συμφωνίας ο ενάγοντας έλαβε από την Equity Connect το συνολικό ποσό των ΛΚ31.928.- και έτσι αξιώνει το ποσό των ΛΚ119.571,
  7. 15.1 Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι πράγματι συνομολογήθηκε η πιο πάνω συμφωνία και ως ανέφερε χαρακτηριστικά σημαντικό για τον ίδιο ήταν η συμφωνία του με τον εναγόμενο και δεν ήταν σημαντικό γι΄αυτόν με ποιο χρηματιστηριακό γραφείο συνεργαζόταν ο τελευταίος. Όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά ανέφερε «. εμένα η διάθεση μου ήταν να πιάσω την επιταγή που μου έδωκεν την ημέρα της .». Ευλόγως γεννάται το ερώτημα. Γιατί ο ενάγοντας εισέπραξε από την Equity Connect το συνολικό ποσό των ΛΚ31.928.- πριν τη λήξη της συμφωνίας; Επί τούτου ανέφερε ότι ο λόγος που του έδωσε τα χρήματα ήταν διότι η Equity Connect αναγνώρισε ότι οι υπογραφές δεν ήταν δικές του. Ακόμη και έτσι να είχαν τα πράγματα όπως τα περιέγραψε, ότι παράτυπα μεταφέρθηκε το ποσό από το λογαριασμό του σε λογαριασμό της εταιρείας, πρόκειται για χρήματα του χαρτοφυλακίου που διαχειριζόταν ο εναγόμενος και αυτά θα έπρεπε να τεθούν στη διάθεση του εναγόμενου για συνέχιση της συμφωνίας πλην όμως ο ενάγοντας επέλεξε πριν τη λήξη της συμφωνίας να τα καρπωθεί. Επισημαίνεται ότι ο εναγόμενος με βάση τη συμφωνία θα διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντα μέχρι 5.2.2002 όπως με λεπτομέρεια έχει ήδη εκτεθεί. Μετά που πήρε τα χρήματα ισχυρίζεται, ότι ο εναγόμενος του ανέφερε ότι θα του κατέβαλε το αρχικό ποσό της συμφωνίας αφού αφαιρεθούν τα χρήματα που εισέπραξε. Η πιο πάνω δήλωση του δεν έπειθε και ελέγχεται ως κατ΄ελάχιστον αμφίβολη έως και ψευδής κατ΄ανώτατο. Δεν εμπίπτει στην σφαίρα της λογικής. Η μείωση του χαρτοφυλακίου και κατ΄ επέκταση η μείωση του ποσού που ήταν στην διάθεση του εναγομένου, διαρκούσης της συμφωνίας, θα περιόριζε τις δυνατότητες του εναγόμενου να επιτύχει την αύξηση της αξίας των μετοχών σε ποσοστό 40%. Το γεγονός ότι το ποσό που εισέπραξε ήταν μέρος του χαρτοφυλακίου που διαχειριζόταν ο εναγόμενος διαφαίνεται μεταξύ άλλων από τα δικόγραφα, τη μαρτυρία ως επίσης και από το γεγονός ότι αξιώνει το ποσό της επιταγής, μειωμένο από το ποσό που εισέπραξε. 15.2 Και κάτι ακόμη. Η Equity Connect σε επιστολή της στον εναγόμενο ημερ. 1.8.2001 (Τεκμ.4) του γνωστοποιούσε την πρόθεση της να εκδώσουν επιταγή προς όφελος του για το ποσό των ΛΚ24.525,69 και να τερματίσουν όλους τους λογαριασμούς του. Αντεξεταζόμενος σε κάποιο στάδιο και ερωτούμενος σχετικά, δήλωσε ότι δεν είσπραξε τα χρήματα από τους λογαριασμούς. Ο ενάγοντας δεν έπειθε σε σχέση με το εν λόγω γεγονός. Από τους λογαριασμούς που διατηρούσε εισέπραξε και γι΄αυτό και ο ίδιος πιστώνει το ποσό που είσπραξε στο ποσό της επιταγής. 15.3 Πέραν των πιο πάνω ο ενάγοντας δεν απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα κάτι το οποίο φαίνεται και από τα στεγνά πρακτικά της δίκης. Η δε μαρτυρία του επί πολλών ουσιωδών ζητημάτων ήταν και νεφελώδης. Η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία προέβλεπε ότι ο εναγόμενος θα διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο του μέχρι 5.2.2002 και κατ΄ εκείνη την ημέρα θα κατέβαλλε σ΄ αυτόν το ποσό των ΛΚ151.500.- το οποίο αντιπροσώπευε την αξία των μετοχών πλέον αύξηση κατά 40%. Ο δε ενάγοντας κατ΄ εκείνη την ημέρα θα μεταβίβαζε το χαρτοφυλάκιο του στο όνομα του εναγόμενου. Ο ενάγοντας αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε κατά πόσο πώλησε 5000 μετοχές της εταιρείας CCCT μετά τη λήξη της συμφωνίας και ειδικότερα στις 27.3.
  8. Αρχικά ήταν σαφής και απάντησε αρνητικά. Όταν του υποδείχθηκε η κατάσταση (Τεκμ.13) στην οποία εμφαίνεται ότι την περίοδο 1.2.2002 μέχρι 31.3.2002 κατείχε τις πιο πάνω μετοχές και ότι πωλήθηκαν στις 27.3.2002, ανέφερε «Πέρασαν πολλά χρόνια, το οποίο εγώ δε θυμάμαι να πούλησα τζιαι μιλούμε για πόσες μετοχές; Πόσα λεφτά;» Στη συνέχεια ανέφερε ότι τις πώλησε ο εναγόμενος μέσω της χρηματιστηριακής CLR. Ακολούθως δήλωσε ότι δεν εισέπραξε οιονδήποτε ποσό και στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν θυμάται. Σε ερώτηση κατά πόσο τον Αύγουστο του 2001 εισέπραξε από την εταιρεία όλα τα χρήματα που βρίσκονταν στους λογαριασμούς του, αρχικά ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία Equity Connect του έδειξε κατάσταση ότι είσπραξε χρήματα από τρεις λογαριασμούς και πρόκειται για το ποσό που εισέπραξε. Στη συνέχεια δήλωσε ότι δεν είσπραξε χρήματα από λογαριασμούς. Η μαρτυρία του όπως έχω ήδη επεξηγήσει ήταν νεφελώδης. Γενικά η όλη παρουσία του μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης δεν ήταν θετική. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ενάγοντα.
  9. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: (α) Ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με διαχείριση χαρτοφυλακίων σε σχέση με μετοχές και συνεργαζόταν με το χρηματιστηριακό γραφείο Equity Connect. (β) Περί την 4.2.2001 οι διάδικοι συμφώνησαν όπως ο εναγόμενος διαχειριστεί τις μετοχές του ενάγοντα και όπως μέχρι την 5.2.2002 αυξήσει κατά 40% την αξία των μετοχικών χαρτοφυλακίων του. Ο εναγόμενος όφειλε την 5.2.2002 να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των ΛΚ151.500.- το οποίο αντικατόπτριζε την αξία των μετοχών πλέον ποσοστό 40%. Ο εναγόμενος κατά την πιο πάνω ημερομηνία, προς διασφάλιση των συμφωνηθέντων εξέδωσε επιταγή προς όφελος του ενάγοντα επιταγή για το ποσό των ΛΚ151.500.- πληρωτέα την 5.2.2002 (βλ. Τεκμ.1). Ο δε ενάγοντας κατά την πιο πάνω ημερομηνία θα μεταβίβαζε το χαρτοφυλάκιο στον εναγόμενο. Ο τελευταίος θα κέρδιζε στην περίπτωση που η αξία του χαρτοφυλακίου αυξανόταν πέραν του 40%. (γ) Η συνεργασία του εναγόμενου με το χρηματιστηριακό γραφείο Equity Connect διακόπηκε τον Απρίλιο του
  10. Ο εναγόμενος ενημέρωσε σχετικά τον ενάγοντα ως επίσης ότι είναι σε θέση να υλοποιήσει τα συμφωνηθέντα πληροφορώντας τον ότι πλέον θα συνεργαζόταν με το χρηματιστηριακό γραφείο Φραγκούδης & Στεφάνου. Η Equity Connect τον Απρίλιο του 2001 παγιοποίησε τον επίδικο λογαριασμό και ως εκ τούτου ο εναγόμενος δεν μπορούσε να διαχειριστεί το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντα με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να αυξήσει το βασικό κεφάλαιο. Ο εναγόμενος προσφέρθηκε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του αλλά ο ενάγοντας, πριν τη λήξη της συμφωνίας, εισέπραξε το συνολικό ποσό των ΛΚ31.928,85 από την Equity Connect και ειδικότερα η εν λόγω εταιρεία στις 2.8.2001 εξέδωσε προς όφελος του ενάγοντα επιταγή για το ποσό των ΛΚ24.525,69 (βλ. Τεκμ.3) ως επίσης και επιταγή για το ποσό των ΛΚ7.403,16 (βλ.Τεκμ.5). Το πιο πάνω ποσό προέκυψε από την πώληση μετοχών στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Το συνολικό ποσό των ΛΚ31.928,85 που εισέπραξε ο ενάγοντας από τη χρηματιστηριακή εταιρεία Equity Connect, πριν τη λήξη της συμφωνίας, το κατακράτησε και δεν το διέθεσε στον ενάγοντα για συνέχιση της συμφωνίας. Η μείωση του χαρτοφυλακίου και κατ΄ επέκταση η μείωση του ποσού που ήταν στη διάθεση του εναγόμενου περιόριζε τις δυνατότητες του εναγόμενου να φθάσει στο συμφωνηθέντα στόχο για αύξηση κατά 40% της αξίας των μετοχών. Στη συνέχεια ο εναγόμενος στις 7.1.2002 έδωσε οδηγίες στην τράπεζα για ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής (Τεκμ.1), η οποία δεν πληρώθηκε. (δ) Ο ενάγοντας για την περίοδο από 23.7.2001 μέχρι 6.2.2002 κατείχε 5000 μετοχές της εταιρείας CCC Tourist Enterprises Public Co Ltd και η αποϋλοποίηση των εν λόγω μετοχών έγινε στις 15.1.2002 όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται στην παρ.
  11. Περαιτέρω ο ενάγοντας για την περίοδο από 1.2.2002 έως 31.3.2002 κατείχε (α) τις πιο πάνω μετοχές οι οποίες πωλήθηκαν στις 27.3.2002 μέσω της χρηματιστηριακής CLR για το ποσό των ΛΚ0,103 έκαστη. Το δε συνολικό τίμημα πώλησης ανήλθε στο ποσό των ΛΚ515.- και (β) 8,000 μετοχές της εταιρείας Louis οι οποίες πιστώθηκαν στον ενάγοντα με την ανάληψη του μητρώου της εταιρείας από το ΧΑΚ στις 27.2.
  12. 17.1 Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο ως εκ των γεγονότων ο ενάγοντας αποκήρυξε τη σύμβαση. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 31η Έκδοση, Vol.
  13. παρ. 24-018, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Renunciation. A renunciation of a contract occurs when one party by words or conduct evinces an intention not to perform, or expressly declares that he is or will be unable to perform, his obligations under the contract in some essential respect. The renunciation may occur before or at the time fixed for performance. An absolute refusal by one party to perform his side of the contract will entitle the other party to treat himself as discharged, as will also a clear and unambiguous assertion by one party that he will be unable to perform when the time for performance should arrive. Short of such an express refusal or declaration, however, the test is to ascertain whether the action or actions of the party in default are such as to lead a reasonable person to conclude that he no longer intends to be bound by its provisions». 17.2 Διαφαίνεται από το σύνολο των γεγονότων ότι δεν έχει αποσταλεί οποιαδήποτε γραπτή ειδοποίηση από οποιονδήποτε από τους διαδίκους με την οποία να τερμάτιζε τη μεταξύ τους συμφωνία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αναφέρεται με λεπτομέρεια οι διάδικοι συμφώνησαν όπως ο εναγόμενος, ο οποίος ήταν συνεργάτης του χρηματιστηριακού γραφείου Equity Connect να διαχειριστεί τις μετοχές του ενάγοντα και ότι μέχρι την 5.2.2002 θα αύξανε την αξία του χαρτοφυλακίου του στο ποσό των ΛΚ151.500.-. Στο πιο πάνω ποσό περιλαμβάνεται η αξία των μετοχών ως επίσης και η αύξηση του μετοχικού χαρτοφυλακίου. Προς διασφάλιση των συμφωνηθέντων ο εναγόμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή (βλ.Τεκμ.1) για το πιο πάνω ποσό πληρωτέα την 5.2.
  14. Η συνεργασία του εναγόμενου με το χρηματιστηριακό γραφείο Equity Connect διακόπηκε τον Απρίλιο του 2001 και ο εναγόμενος ενημέρωσε σχετικά τον ενάγοντα. Ο εναγόμενος δεν μπορούσε να διαχειριστεί το χαρτοφυλάκιο του. Ο εναγόμενος ανέφερε στον ενάγοντα ότι ήταν σε θέση να συνεχίσει να διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο του, πλην όμως ο ενάγοντας διαρκούσης της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, όπως αναφέρεται πιο πάνω, εισέπραξε το ποσό των ΛΚ31.928,
  15. Με την πράξη του αυτή ο ενάγοντας μείωσε την αξία του χαρτοφυλακίου που διαχειριζόταν ο εναγόμενος και συνεπώς περιορίζονταν οι δυνατότητες του εναγόμενου να αυξήσει κατά 40% την αξία των μετοχών ως η μεταξύ τους συμφωνία. Οι πιο πάνω πράξεις του ενάγοντα καταδεικνύουν ότι έχει αποκηρύξει με τη συμπεριφορά του τη συμφωνία και ότι δεν προτίθετο να δεσμευτεί από αυτήν. Συνεπώς δεν απαιτείτο υπό τις περιστάσεις από τον εναγόμενο να τερματίσει γραπτώς την μεταξύ τους συμφωνία. Πέραν δε τούτου μετά τη λήξη της μεταξύ τους συμφωνίας, πωλήθηκαν 5000 μετοχές της εταιρείας CCCT, ιδιοκτησίας του ενάγοντα, ενώ με βάση τη συμφωνία ο ενάγοντας αφού λάμβανε το ποσό των ΛΚ151.500.- την 5.2.2002 όφειλε να μεταβιβάσει το μετοχικό χαρτοφυλάκιο του στον εναγόμενο. Και κάτι ακόμη σημαντικό. Με τις πράξεις του ενάγοντα όπως με λεπτομέρεια έχουν εκτεθεί πιο πάνω η συμφωνηθείσα αντιπαροχή δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Ο εναγόμενος έχει επιτύχει να αποδείξει την έλλειψη αντιπαροχής. 18.1 Το άρθρο 38 του περί Συμβάσεων Νόμου, προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Αν ο οφειλέτης προσφέρθηκε να εκπληρώσει, και ο δανειστής δεν αποδέχτηκε την προσφορά, ο οφειλέτης δεν ευθύνεται για μη εκπλήρωση, ούτε χάνει τα δικαιώματα του από τη σύμβαση.
(2)Κάθε προσφορά προς εκπλήρωση πρέπει να πληρεί τις ακόλουθες προϋποθέσεις- (α) να είναι χωρίς όρους~ (β) να γίνεται σε κατάλληλο χρόνο και τόπο και υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε να παρέχεται εύλογη δυνατότητα στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να διακριβώσει κατά πόσο αυτός που προσφέρεται να εκπληρώσει είναι ικανός και πρόθυμος κατά τον εν λόγω χρόνο και τόπο να εκπληρώσει κάθε τι το οποίο οφείλει δυνάμει της υπόσχεσης του~ (γ) αν η προσφορά αφορά την παράδοση πράγματος στο δανειστή, πρέπει να παρέχεται σε αυτόν, εύλογη δυνατότητα να εξετάσει κατά πόσο το πράγμα που προσφέρθηκε είναι αυτό το οποίο ο οφειλέτης οφείλει να παραδώσει δυνάμει της υπόσχεσης του..». 18.2 Στην προκείμενη περίπτωση όπως διαφαίνεται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται πιο πάνω και τα οποία δεν χρήζουν επανάληψης, ο εναγόμενος σε κατάλληλο χρόνο και χωρίς οποιοδήποτε όρο προσφέρθηκε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που προέκυπταν από τη συμφωνία. Η δε προσφορά προς εκπλήρωση πληρεί της απαραίτητες προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 38
(2)του Κεφ.
  1. Ο ενάγοντας δεν αποδέχθηκε την προσφορά και με τη συμπεριφορά του τερμάτισε τη μεταξύ τους συμφωνία. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα και τις πρόνοιες του άρθρου 38 του Κεφ.149, ο εναγόμενος δεν ευθύνεται για τη μη εκπλήρωση.
  2. Όπως έχει ήδη αναφερθεί υφίσταται, μαχητό τεκμήριο ότι ο κάτοχος συναλλαγματικής έχει δώσει αντιπαροχή. Στην προκείμενη περίπτωση, για τους λόγους που εξηγούνται ο εναγόμενος έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης και έχει καταδειχθεί η έλλειψη αντιπαροχής. Συνακόλουθα η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη.
  3. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται η αγωγή απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ........ Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.