ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΙΛΛΑΡΑ ΑΛΛΩΣ ΒΑΡΩΣΙΩΤΗ ΔΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ΒΑΡΩΣΙΩΤΗ ν. ΛΑΜΠΙΔΟΝΑ ΣΠΥΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1746/2011, 13/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1746/2011 Μεταξύ: ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΙΛΛΑΡΑ ΑΛΛΩΣ ΒΑΡΩΣΙΩΤΗ ΔΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ΒΑΡΩΣΙΩΤΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 23/11/1993 ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΥΠ' ΑΡΙΘΜΟ 88/2009 ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενάγοντας - και - ΛΑΜΠΙΔΟΝΑ ΣΠΥΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 13/10/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Νέστορας Νικηφόρου Για την Εναγομένη: κα Γεωργία Α. Ζαχαρίου για την Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ 1. Ο Ενάγοντας, με αυτή την Αγωγή, αξιώνει εναντίον της Εναγομένης, τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του . Δικαστηρίου διατάττον την Εναγόµενη όπως µεταβιβάσει το δωµάτιο το οποίο βρίσκεται στο βόρειο τµήµα του τεµαχίου µε αριθµό εγγραφής 0/3669, φ/σχ 50/41.11.V02, τµήµα 01, τεµάχιο 89, 20 µέτρα εµβαδό, στο χωριό Περβόλια, στην επαρχία Λάρνακα και είναι χρωµατισµένο µε ροζ χρώµα στο επισυναπτόµενο τοπογραφικό σχέδιο επ' ονόµατι του Ενάγοντα. Β. Διαζευκτικά µε το Α ανωτέρω: Διάταγμα και/ή απόφαση του . Δικαστηρίου διατάττον την Εναγόµενη όπως καταβάλει το ποσό των €5000 στον Ενάγοντα ως η αξία του ακινήτου στο οποίο βρισκόταν το δωµάτιο το οποίο κατεδαφίστηκε το οποίο βρίσκεται στο βόρειο τµήµα του τεµαχίου µε αριθµό εγγραφής 0/3669, φ/σχ 50/41.11.V02, τµήµα 01, τεµάχιο 89, 20 µέτρα εµβαδό στο χωριό Περβόλια, στην επαρχία Λάρνακα και είναι χρωµατισµένο µε ροζ χρώµα στο επισυναπτόµενο τοπογραφικό σχέδιο. Γ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον την Εναγόµενη και/ή τους υπηρέτες της και/ή τους αντιπροσώπους της και/ή τους υπαλλήλους της και/ή τους εντολοδόχους της και/ή άλλως πως όπως παύσουν να επεµβαίνουν επί του ακινήτου του Ενάγοντα µε αριθµό εγγραφής 0/3669, φ/σχ 50/41.11.V02, τµήµα 01, τεµάχιο 89, 20 µέτρα εµβαδό στο χωριό Περβόλια, στην επαρχία Λάρνακα και είναι χρωµατισµένο µε ροζ χρώµα στο επισυναπτόµενο τοπογραφικό σχέδιο. Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον το Επαρχιακό Κτηµατολογικό Λειτουργό Λάρνακας να εγγράψει επ' ονόµατι του Ενάγοντα το ακίνητο στο οποίο βρισκόταν το δωµάτιο το οποίο κατεδαφίστηκε το οποίο βρίσκεται στο βόρειο τµήµα του τεµαχίου µε αριθµό εγγραφής 0/3669, φ/σχ 50/41.11.V02, τµήµα 01, τεµάχιο 89, 20 µέτρα εµβαδό, στο χωριό Περβόλια, στην επαρχία Λάρνακα και είναι χρωµατισµένο µε ροζ χρώµα στο επισυναπτόµενο τοπογραφικό σχέδιο. Ε. Διάταγμα και/ή απόφαση του . Δικαστηρίου διατάττον την Εναγόµενη όπως καταβάλει το ποσό των €10.000 ως η αξία του δωµατίου το οποίο κατεδαφίστηκε από την Εναγοµένη και βρισκόταν στο βόρειο τµήµα του τεµαχίου µε αριθµό εγγραφής 0/3669, φ/σχ 50/41.11.V02, τµήµα 01, τεµάχιο 89, 20 µέτρα εµβαδό, στο χωριό Περβόλια, στην επαρχία Λάρνακα και είναι χρωµατισµένο µε ροζ χρώµα στο επισυναπτόµενο τοπογραφικό σχέδιο. ΣΤ. Διάταγμα και/ή απόφαση του . Δικαστηρίου διατάττον την Εναγόµενη όπως καταβάλει το ποσό των €15.000 στον Ενάγοντα ως η αξία των αντικειµένων που υπήρχαν εντός του δωµατίου κατά τον χρόνο κατεδάφισης του από την Εναγόµενη. Ζ. Νόµιµο Τόκο Η. Έξοδα πλέον Φ. Π. Α.». [Β]. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ 2. Προχωρώ να συνοψίσω, την εκατέρωθεν των διαδίκων εκδοχή, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς. (
- i)Η υπόθεση του Ενάγοντα 3. Ο Ενάγοντας, δικογραφικά, υποστήριξε την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του Ιωάννη Κωνσταντίνου Τσιλλάρα άλλως Βαρωσιώτη, σύμφωνα µε το διάταγμα διαχείρισης ημερομηνίας 23/11/1993 στην Αίτηση Διαχείρισης υπ' αριθμό 88/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. ii. Την 07/09/1968 ο Ιωάννης Κωνσταντίνου Τσιλλάρα, άλλως Βαρωσιώτη, σύμφωνα µε το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 07/09/1968, αγόρασε από τον πατερά της Εναγομένης, Πέτρο Πίττα, ένα παλιό δωμάτιο το οποίο βρισκόταν στο βόρειο τμήμα του τεμαχίου µε αριθμό εγγραφής 0/3669, φ/σχ 50/41.11.V02, τμήμα 01, τεμάχιο 89, 20 μέτρα εμβαδό, στο χωριό Περβόλια, στην Επαρχία Λάρνακας. iii. Σύμφωνα µε τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 07/09/1968 ο Πωλητής αναλάμβανε την υποχρέωση οπότε τον καλέσει ο αγοραστής να δώσει την συγκατάθεση του στο Κτηματολόγιο Λάρνακας δια την πλήρη έγγραφη επ' ονόµατι του αγοραστή του κτήματος. iv. Κατά ή περί την 18/11/1972, ο Ιωάννης Κωνσταντίνου Τσιλλάρα, άλλως Βαρωσιώτη, απέστειλε επιστολή στο Πέτρο Πίττα, µέσω δικηγόρου, µε την οποία τον καλούσε να του µμεταβιβάσει το δωμάτιο. v. Η μεταβίβαση του δωματίου, δεν έγινε στον Ιωάννη Κωνσταντίνου Τσιλλάρα, άλλως Βαρωσιωτη, υπαιτιότητα του Πέτρου Πίττα, καθότι δεν διαίρεσε το δωμάτιο ως όφειλε να πράξει, µε αποτέλεσμα το κτήμα και/ή δωμάτιο να παραμείνει εγγεγραμμένο επ' ονόματι του Πέτρου Πίττα. vi. Μετά το θάνατο του Πέτρου Πίττα, το δωμάτιο εγγράφηκε στο όνομα της Εναγόμενης, η οποία ήταν κληρονόμος και κόρη του Πέτρου Πίττα. vii. Η Εναγόμενη διέμενε και διαμένει σε οικία διπλά από το εν λόγω δωμάτιο. viii. Η Εναγόμενη γνώριζε ότι το δωμάτιο είχε αγοραστεί από τον Ιωάννη Κωνσταντίνου Τσιλλάρα, άλλως Βαρωσιώτη, και το δωμάτιο χρησιμοποιείτο αποκλειστικά από τον Ιωάννη Κωνσταντίνου Τσιλλάρα, άλλως Βαρωσιωτη, και μετά το θάνατο του από άλλα µέλη της οικογένειας του. ix. Εντός του επιδίκου δωματίου υπήρχαν έπιπλα, διαφορά οικογενειακά κειμήλια και άλλα αντικείμενα του Ενάγοντα αξίας €15.000 καθώς επίσης και αλλά αντικείμενα μεγάλης συναισθηματικής αξίας για την οικογένεια του Ενάγοντα. x. Κατά ή περί την 27/02/2011, η Εναγομένη, χωρίς να λάβει την συγκατάθεση του Ενάγοντα και χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση προχώρησε και κατεδάφισε το συγκεκριμένο δωμάτιο. xi. Η αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €5.000. xii. Η αξία του δωματίου που βρισκόταν εντός του ακινήτου κατά τον χρόνο κατεδάφισης του από την Εναγόμενη ανερχόταν στο ποσό των €10.000. (
- ii)Η υπόθεση της Εναγομένης 4. Η Εναγομένη, δια της εκθέσεως υπεράσπισης της, αρνήθηκε την, από πλευράς Ενάγοντα, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξε την δική της ακόλουθη εκδοχή: i. Αγνοεί τα όσα ο Ενάγοντας ισχυρίζεται περί του ότι είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του Ιωάννη Κωνσταντίνου Τσιλλάρα άλλως Βαρωσιώτη, σύμφωνα µε το διάταγμα διαχείρισης ημερομηνίας 23/11/1993 στην Αίτηση Διαχείρισης υπ' αριθμό 88/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. ii. Παραδέχεται ότι υπογράφτηκε µια συμφωνία μεταξύ του Ιωάννη Κωνσταντίνου Τσιλλάρα, άλλως Βαρωσιώτη, και του πατερά της, Πέτρο Πίττα, αλλά η συμφωνία αφορούσε την πώληση ενός χαλασμένου σπιτιού, στεγάσεως δώδεκα δοκών. iii. Η Εναγομένη αρνείται ότι σύμφωνα µε τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 07/09/1968 που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, ο Πέτρος Πίττας (ως πωλητής) αναλάμβανε την υποχρέωση οπότε τον καλούσε ο Ιωάννης Κωνσταντίνου Τσιλλάρα (ως αγοραστής) να δώσει την συγκατάθεση του στο Κτηματολόγιο Λάρνακας δια την πλήρη έγγραφη επ' ονόµατι του πρώτου του κτήματος. Ως επίσης αρνείται και τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, ότι, κατά ή περί την 18/11/1972, ο Ιωάννης Κωνσταντίνου Τσιλλάρα, άλλως Βαρωσιώτη, απέστειλε επιστολή στο Πέτρο Πίττα, µέσω δικηγόρου, µε την οποία τον καλούσε να του µμεταβιβάσει το δωμάτιο. Ισχυρίζεται εν προκειμένω, ότι, καμία νομότυπη και/ή κανονική επιστολή δεν αποστάληκε και/ή καμία νόμιμη απαίτηση για μεταβίβαση δεν έγινε από τον αγοραστή προς τον πωλητή. iv. Η Εναγομένη αγνοεί τα όσα ο Ενάγοντας ισχυρίζεται περί του ότι η μεταβίβαση του δωματίου δεν έγινε στον Ιωάννη Κωνσταντίνου Τσιλλάρα, άλλως Βαρωσιωτη, υπαιτιότητα του Πέτρου Πίττα, καθότι ο τελευταίος δεν διαίρεσε το δωμάτιο ως όφειλε να πράξει, µε αποτέλεσμα το κτήμα και/ή δωμάτιο να παραμείνει εγγεγραμμένο επ' ονόματι του Πέτρου Πίττα. Σε κάθε περίπτωση, θέση της είναι ότι η ίδια δεν ευθύνεται με οποιοδήποτε τρόπο για οποιαδήποτε αμέλεια και/ή υπαιτιότητα κάποιου άλλου φυσικού προσώπου, ως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας. v. Σε ότι αφορά τα του ισχυρισμού του Ενάγοντα ότι το δωμάτιο μετά τον θάνατο του Πέτρου Πίττα ενεγράφη στο όνομα της ένεκα κληρονομικής διαδοχής του πατέρα της, σημειώνει, ότι, το δωμάτιο στο οποίο αναφερόταν η επίδικη συμφωνία, αποτελούσε μέρος μεγαλύτερου τεμαχίου γης, το οποίο και μεταβιβάστηκε σε αυτήν ως κληρονόμος του Πέτρου Πίττα. Περαιτέρω, στα πλαίσια διανομής της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της, Πέτρου Πίττα, καμία απαίτηση δεν προβλήθηκε εκ μέρους και/ή για λογαριασμό του ενάγοντα. Η δε απραξία και/ή παράλειψη αυτή άφησε τη διαδικασία διανομής της περιουσίας να προχωρήσει απρόσκοπτα, µε αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να εμποδίζεται δυνάμει παραστάσεων και/ή συμπεριφοράς από το να προβαίνει στους εν λόγω ισχυρισμούς, οι οποίοι αποτελούν προϊόν υστέρας σκέψεως. vi. Η Εναγομένη, ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι, η εν λόγω συμφωνία, ήταν, σε κάθε περίπτωση, αδύνατο να εκτελεστεί και/ή εφαρμοστεί, καθότι αποτελεί μέρος μεγαλύτερης έκτασης και λόγω της μικρής έκτασης του επίδικου ακινήτου, είναι αδύνατος ο διαχωρισμός και η ξεχωριστή μεταβίβαση του. vii. Παραδέχεται τον ισχυρισμό του Ενάγοντα περί του ότι αυτή διέμενε και διαμένει σε οικία που βρισκόταν δίπλα στο δωμάτιο. Βρίσκει, όμως, αυτό το γεγονός, άσχετο με την επίδικη διαφορά. viii. Αρνείται τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, ότι, η ίδια γνώριζε ότι το δωμάτιο είχε αγοραστεί από τον Ιωάννη Κωνσταντίνου Τσιλλάρα, άλλως Βαρωσιώτη, ή ότι το δωμάτιο χρησιμοποιείτο αποκλειστικά από τον Ιωάννη Κωνσταντίνου Τσιλλάρα, άλλως Βαρωσιωτη, ή ότι μετά το θάνατο του, από άλλα µέλη της οικογένειας του. Όπως επίσης αρνείται και τον ισχυρισμό του, ότι, εντός του επιδίκου δωματίου υπήρχαν έπιπλα, διαφορά οικογενειακά κειμήλια και άλλα αντικείμενα του Ενάγοντα, αξίας €15.000, καθώς επίσης και αλλά αντικείμενα μεγάλης συναισθηματικής αξίας για την οικογένεια του Ενάγοντα. Θέση της είναι ότι, το εν λόγω δωμάτιο είναι εγκαταλελειμμένο, ακατοίκητο, χαλασμένο και δεν υπήρχαν οποιαδήποτε αντικείμενα και/ή πράγματα εντός αυτού. Αλλά και να υπήρχαν τέτοια αντικείμενα, αυτά ήταν μηδαμινής και/ή ελάχιστης αξίας. Η αξία που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, είναι εξωπραγματική και/ή ψευδής και/ή αναληθής και/ή εξογκωμένη. Σε κάθε περίπτωση, η ίδια, ποτέ δεν έλαβε και/η είδε και/ή είχε οποιαδήποτε σχέση και/ή ανάμιξη µε τα εν λόγω αντικείμενα και/ή οποιαδήποτε εξ' αυτών. ix. Σε ότι δε αφορά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, ότι, κατά ή περί την 27/02/2011, αυτή, χωρίς να λάβει την συγκατάθεση του Ενάγοντα και χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση του, προχώρησε και κατεδάφισε το συγκεκριμένο δωμάτιο, τον καλεί απλά να τον αποδείξει στο Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, θέση της είναι ότι ο Ενάγοντας δεν έχει κανένα δικαίωμα στο εν λόγω ακίνητο, αφού η διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και του πατέρα της είχε διευθετηθεί. x. Σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε παράβαση της συμφωνίας από πλευράς του πατέρα της Πέτρου Πέτρου, είναι άσχετη με την ίδια που καμία σχέση και/ή ευθύνη έχει υπό την προσωπική της ιδιότητα, υπό την οποία ενάγεται. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, η Εναγομένη ισχυρίζεται, ότι, ακόμη κι αν ήθελε φανεί ότι υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση από πλευράς του πατέρα της και/ή ότι η ίδια φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για τα όσα ο Ενάγοντας της καταλογίζει, βάσει των όρων της επίδικης συμφωνία, το μέγιστο ποσό αποζημιώσεων, ήταν ποσό των Λ.Κ.45 (€76.88). xi. Αρνείται τον ισχυρισμό του Εναγομένου ότι, η αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €5.000 και ότι, η αξία του δωματίου που βρισκόταν εντός του ακινήτου κατά τον χρόνο κατεδάφισης του ανερχόταν στο ποσό των €10.000. Θέση της είναι ότι οι αξίες που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας είναι εξωπραγματικές, υπερβολικές και/ή εξογκωμένες και καθόλου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το δε ακίνητο και/ή δωμάτιο εντός του ακινήτου που είχε αγοραστεί από τον Ενάγοντα, ισχυρίζεται, είναι μηδενικής αξίας και/ή εν πάση περιπτώσει, βάσει της επίδικης συμφωνίας το μέγιστο ποσό αποζημίωσης δεν υπερβαίνει το ποσό των Λ.Κ.45 (€76.88). (iii) Οι μάρτυρες 5. Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα, κλήθηκαν και έδωσαν στο Δικαστήριο, μαρτυρία, τα εξής πρόσωπα: i. O κ. Παρασκευάς Βαρωσιώτης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ1»). ii. Ο κ. Ορέστης Οικονομίδης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ2»). iii. Ο κ. Παρασκευάς Μωυσέως (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ3»). iv. Ο κ. Κύπρος Κουρή (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ4»). Και v. Ο κ. Μιλτιάδης Φυλώτας (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ5»). 6. Προς υπεράσπιση της Εναγομένης, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία. (
- iv)Τα παραδεκτά γεγονότα 7. Κατά την εξέλιξη της δίκης, οι διάδικοι, δήλωσαν στο Δικαστήριο μέσω των συνηγόρων τους, ως παραδεκτά, τα εξής γεγονότα: i. Εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, λεπτομέρειες του οποίου εμφαίνονται στο Τεκμήριο ΠΓ1 που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως προς το παραδεκτό του περιεχομένου του, σήμερα, είναι η Εναγομένη, στο όνομα της οποίας ενεγράφη την 02/09/1971 δυνάμει δωρεάς από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του και πατέρα της Εναγομένης Πέτρο Γεωργίου Πίττα (Τεκμήριο ΠΓ2). ii. Τοπογραφικά, το επίδικο ακίνητο, βρίσκεται, ως υποδεικνύεται στο επίσημο κτηματικό σχέδιο Τεκμήριο ΠΓ3 στο οποίο σημειώνεται με κίτρινο χρώμα. (
- v)Η εκτίμηση της μαρτυρίας 8. Σύμφωνα με την νομολογία, όταν από την μαρτυρία που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο από τους διαδίκους, προκύπτει, ότι, υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα [[i]], βάσει των οποίων, εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται [[ii]]. Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού [[iii]]. 9. Στην προκείμενη περίπτωση, δικογραφικά, οι διάδικοι, σε κάποια από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, παρουσίασαν ως προς αυτά, ο κάθε ένας, μία διαφορετική εκδοχή. Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης του, η πλευρά του Ενάγοντα, παρουσίασε την μαρτυρία των προσώπων που έχουν προαναφερθεί. Εντούτοις, αν και τα πρόσωπα αυτά αντεξετάστηκαν από πλευράς Εναγομένης και θέσεις αντίθετες με την μαρτυρία τους, τους υποβλήθηκαν ως ορθές, και παρά την άρνηση των μαρτύρων αυτών να αποδεχθούν την εκδοχή της Εναγομένης, με το κλείσιμο της παρουσίασης της υπόθεσης του Ενάγοντα, η Εναγομένη, έκλεισε την υπόθεση της χωρίς να παρουσιάσει μαρτυρία. Συνεπώς, από απόψεως γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει μόνο η εκδοχή του Ενάγοντα. 10. Σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, προς μάρτυρες, κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[iv]]. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014, σε περίπτωση, όπου, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε, συνήθως, αυτό που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και την αξιοπιστία τους, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο [[v]]. Ως εκ των προαναφερομένων, αυτή θα πρέπει να είναι η προσέγγισης του Δικαστηρίου προς την, από πλευράς Ενάγοντα, προσαχθείσα μαρτυρία στην προκείμενη περίπτωση. 11. Προχωρώ, συνεπώς, να διακριβώσω την αληθοφάνεια, ακρίβεια ή και ορθότητα της μαρτυρίας, και συνακόλουθα, εάν κριθεί ως τέτοια (και όχι, δηλαδή, ανακριβής, αναξιόπιστη, ψευδής ή λανθασμένη), τι βάρος ή σημασία μπορεί να της αποδοθεί. Εκεί και όπου βρίσκω, ότι, μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει αποδεκτή (falsus in uno), μνημονεύω το γεγονός ειδικά, ως επίσης και τους λόγους, αφενός, για την αποδοχή του συγκεκριμένου μέρους της και αφετέρου, για την απόρριψη του υπολοίπου της [[vi]]. 12. Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του αριθμού των μαρτύρων που κάθε διάδικος παρουσιάζει στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης του, αποφασιστικής σημασίας παράγοντας κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, αποτελεί η ποιότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένη φόρμουλα για την εκτίμηση από το Δικαστήριο της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου, κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί, της ζωής (ως συναρτώμενοι με το τι είναι πιο εύλογα αναμενόμενο από ένα μέσο άνθρωπο), έχουν καθιερωθεί ότι προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του. 13. Μέσα, λοιπόν, στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. 14. Σε πρώτο στάδιο [[vii]], εκτίμησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων, που, ως προανέφερα, είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων: η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων (με την ίδια την μαρτυρία τους ή και με προηγούμενες τους δηλώσεις); η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους και η συνοχή της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό; η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια (και δη σε ποιο βαθμό αυτό επηρέασε την μαρτυρία τους); οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποία ιδιότητα; η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους; όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του [[viii]]. Σε κάθε περίπτωση, τονίζω, ότι, η εκτίμηση στην οποία προβαίνω αμέσως μετά, βάσει, μεταξύ άλλων, των προαναφερόμενων παραγόντων, δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό [[ix]]. 15. Σε δεύτερο στάδιο [[x]], εξέτασα την μαρτυρία, κρίνοντας την από την εντύπωση που τα πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ενώπιον μου, μου δημιούργησαν, κατά την εξιστόρηση της εκδοχής τους. Η λειτουργία αυτή του Δικαστηρίου ενθυλακώνεται πολύ εύστοχα στην ακόλουθη σύντομη αναφορά του έντιμου Π. Ε. Δ., Α. Δαυίδ, στην απόφαση του στην Αγωγή υπ' αρ. 8352/06 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τράπεζα Πειραιώς Α. Ε. ν CLR Financial Services Ltd, 30/09/2016: «Το δεύτερο στάδιο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εξάλλου εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά την νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας.». Συμπληρώνοντας, εν προκειμένω, περαιτέρω, στην συνέχεια της απόφασης του ο Πρόεδρος: «Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κυνδίνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη (2002 1(Α) Α.Α.Δ. 401, αλλά και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο ειδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ. α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676).». (
- vi)Η μαρτυρία του ΜΕ1 16. Ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του Ιωάννη Κωνσταντίνου Τσιλλάρα, άλλως Βαρωσιώτη (στο εξής καλούμενος «ο Βαρωσιώτης»), σύμφωνα µε το διάταγμα διαχείρισης ημερομηνίας 23/11/1993 στην Αίτηση Διαχείρισης υπ' αριθμό 88/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, επίσημο αντίγραφο του οποίου και παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο ΠΒ1). 17. Θέση του ΜΕ1 υπήρξε, ότι, την 07/09/1968, ο Ιωάννης Κωνσταντίνου Τσιλλάρα, άλλως Βαρωσιώτη, σύμφωνα µε το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 07/09/1968, - το οποίο παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο ΠΒ2) - (στο εξής καλούμενη «η Σύμβαση»), αγόρασε από τον πατερά της Εναγομένης, Πέτρο Πίττα (στο εξής καλούμενος «ο Πίττας»), ένα παλιό δωμάτιο το οποίο βρισκόταν στο βόρειο τμήμα του τεμαχίου µε αριθμό εγγραφής 0/3669, φ/σχ 50/41.11.V02, τμήμα 01, τεμάχιο 89, 20 μέτρα εμβαδό, στο χωριό Περβόλια, στην Επαρχία Λάρνακας (στο εξής καλούμενο «το Δωμάτιο»). Ο ίδιος, τότε, ήταν περίπου 14 ετών. Γνώση όμως για τα της Σύμβασης, έλαβε όταν ήταν περίπου 18 ετών. Όριζε, υποστήριξε, η εν λόγω Σύμβαση, ότι, ο πωλητής, αναλάμβανε την υποχρέωση οπότε τον καλέσει ο αγοραστής, να δώσει την συγκατάθεση του στο Κτηματολόγιο Λάρνακας δια την πλήρη έγγραφη επ' ονόµατι του αγοραστή του κτήματος. Ισχυρισμός του ήταν, ότι, την 18/11/1972, ο Βαρωσιώτης, απέστειλε επιστολή στο Πίττα, µέσω δικηγόρου, µε την οποία τον καλούσε να του μεταβιβάσει το Δωμάτιο. Την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 18/11/1972, ο ΜΕ1, την κατέθεσε ως Τεκμήριο ΠΒ4. Σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του, η μεταβίβαση του Δωματίου, δεν έγινε στον Βαρωσιωτη, υπαιτιότητα του Πίττα, καθότι, ο τελευταίος, δεν διαίρεσε το Δωμάτιο, ως όφειλε να πράξει, µε αποτέλεσμα το κτήμα και/ή Δωμάτιο να παραμείνει εγγεγραμμένο επ' ονόματι του Πίττα. Μετά το θάνατο του Πίττα, το Δωμάτιο εγγράφηκε στο όνομα της Εναγόμενης, η οποία ήταν κληρονόμος και κόρη του Πίττα. 18. Η Εναγόμενη διέμενε και διαμένει σε οικία διπλά από το Δωμάτιο. Το πατρικό του σπίτι, υποστήριξε, βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το σπίτι της Εναγομένης, δίπλα από το οποίο βρισκόταν το Δωμάτιο. Με την Εναγομένη, ως γείτονες, μεγάλωσαν, ουσιαστικά, μαζί, οι δε οικογένειες τους, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, είχαν σχέσεις φιλικές. Η Εναγομένη, υποστήριξε, - όπως και ολόκληρο το χωριό και ολόκληρη η οικογένειας της γνώριζαν -, γνώριζε ότι το Δωμάτιο, που ο Βαρωσιώτης και η οικογένεια του το χρησιμοποιούσαν από το έτος 1968, ο Βαρωσιώτης το είχε αγοράσει από τον Πίττα για να χρησιμοποιεί ως αποθήκη. 19. Θέση του αποτέλεσε, ότι, η Εναγομένη, γνώριζε για τα της αγοράς και αποκλειστικής χρήσης του Δωματίου από τον Βαρωσιώτη, ο οποίος, είχε, στη συνέχεια της αγοράς, ανοικοδομήσει το Δωμάτιο, και ότι μετά τον θάνατο του Βαρωσιώτη, το Δωμάτιο το χρησιμοποιούσαν μέλη της οικογένειας του. Επί του τοπογραφικού σχεδίου, Τεκμήριο ΠΒ3, που επίσης παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο, ο ΜΕ1, υπέδειξε τις αντίστοιχες θέσεις της οικίας του Βαρωσιώτη και της Εναγομένης και την διαδρομή που η Εναγομένη από το σπίτι της θα έπρεπε να ακολουθήσει για να φτάσει στο Δωμάτιο, για να υποδείξει, ότι, η Εναγομένη, σε αντίθεση με τον Βαρωσιώτη και την οικογένεια του, δεν είχε άμεση πρόσβαση σε αυτό. Από την συνομολόγηση της Σύμβασης και αγορά του Δωματίου, ο Πίττας και η οικογένεια του και εν συνεχεία η Εναγομένη, ποτέ δεν είχαν πρόσβαση στο ακίνητο που κατεχόταν από τον Ενάγοντα, ούτε και διεκδικήθηκε κάτι τέτοιο από αυτούς. 20. Ισχυρίστηκε περαιτέρω, ο ΜΕ1, ότι, την 27/02/2011, η Εναγομένη, χωρίς να λάβει την συγκατάθεση του ιδίου και της υπόλοιπης οικογένειας του αποβιώσαντος Βαρωσιώτη, και χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση τους, προχώρησε και κατεδάφισε το Δωμάτιο, εντός οποίου υπήρχαν διάφορα αντικείμενα, όπως έπιπλα, οικογενειακά κειμήλια και άλλα αντικείμενα συναισθηματικής αξίας για την οικογένεια του αποβιώσαντος Βαρωσιώτη, αξίας €15.000. Το δε οικοδόμημα το Δωματίου, κατά τον χρόνο της κατεδάφισης του από την Εναγομένη, άξιζε, λόγω των χαρακτηριστικών του, €10.000. Προς απόδειξη αυτών του των χαρακτηριστικών, ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο και τις φωτογραφίες ΠΒ7. Σε ότι δε αφορά την αξία του Ακινήτου, ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο έκθεση του εκτιμητή Μ. Φιλώτα, Τεκμήριο ΠΒ6, που εξασφαλίστηκε για τον σκοπό. 21. Πεποίθηση του, αποτελεί, η δυνατότητα εκτέλεσης της Σύμβασης, δια της μεταβίβασης του μεριδίου του ακινήτου, αντικείμενο της Σύμβασης, από την Εναγομένη στον Ενάγοντα. 22. Αντεξεταζόμενος, σε ότι αφορά τα της συνομολόγησης της Σύμβασης, ο ΜΕ1 αποδέχθηκε ότι, ο ίδιος, όντας τότε πολύ νεαρός, δεν είχε καμία εμπλοκή στις σχετικές συζητήσεις των Βαρωσιώτη και Πίττα και ότι, σε σχέση με τα συμφωνηθέντα, αντλεί πληροφόρηση μόνο από το κείμενο της Σύμβασης. Περαιτέρω, διευκρίνισε, ότι, η Σύμβαση, δεν είχε ποτέ κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου για τον οποιοδήποτε σκοπό. Για δε τον ισχυρισμό του περί μη μεταβίβασης του κτήματος από τον Πίττα στον Βαρωσιώτη λόγω παράλειψης του πρώτου να διαιρέσει το κτήμα, και ότι, αυτή, ήταν μία υποχρέωση που η Σύμβαση επέβαλλε στον Πίττα, ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να υποδείξει σχετική ρήτρα στην Σύμβαση όταν του υποδείχθηκε. Εντούτοις, επικαλούμενος τη ρήτρα 4 της Σύμβασης, υποστήριξε ότι, δεδομένων των προνοιών της, αυτή ήταν η δική του αντίληψη για τα πράγματα, καθότι, διαφορετικά, δεδομένου και του ότι το τεμάχιο ήταν ενιαίο, θα ήταν αδύνατο να υλοποιηθούν τα συμφωνηθέντα. Ο όρος 4 της Σύμβασης, ισχυρίστηκε, αυτό πρέπει να «υπονοούσε». Υπεβλήθη, πρέπει να σημειωθεί, εδώ, στον ΜΕ1, σχετικά, η θέση της Εναγομένης, ότι, ο Πίττας, σύμφωνα με την Σύμβαση, είχε μόνο υποχρέωση να συγκατατεθεί στην μεταβίβαση και τίποτα περισσότερο. Θέση που ο ΜΕ1 δεν υιοθέτησε. 23. Αντεξεταζόμενος για το ζήτημα της επιστολής Τεκμήριο ΠΒ4, που, κατά τον ισχυρισμό του, την 18/11/1972, παραδόθηκε στον Πίττα μέσω του δικηγόρου του Βαρωσιώτη, ο ΜΕ1 διευκρίνισε, ότι, ο ίδιος, δεν γνωρίζει τον δικηγόρο που την συνέταξε (από το τι παρουσιάζει η επιστολή, αυτή υπογράφεται από κάποιο Α. Κραμβή, που, εξ όσων πιστεύει, έχει αποβιώσει), ή πως αυτή παραδόθηκε στον Πίττα. Εντούτοις, υποστήριξε, ότι, ο Βαρωσιώτης, εκτός του ότι είχε κάθε λόγο να στείλει την εν λόγω επιστολή στον Πίττα, η αποστολή της είναι και κάτι το απολύτως λογικό. Προφανώς, ανέφερε ο ΜΕ1, ο Πίττας, παρά το γεγονός της επιστολής που του παραδόθηκε, δεν συγκατατέθηκε στην μεταβίβαση. Η θέση της Εναγομένης σε ότι αφορά τα γεγονότα, που, εν προκειμένω, υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ως ορθή, αλλά δεν υιοθετήθηκε από το ΜΕ1, ήταν, ότι, ο Βαρωσιώτης, καμία προσπάθεια δεν έκαμε για να του μεταβιβαστεί το κτήμα. Η εν λόγω επιστολή που ο ΜΕ1 ισχυρίζεται, ποτέ δεν εστάλη ή παρεδόθη στον Πίττα. Το ακίνητο επί του οποίου είχε ανεγερθεί το Δωμάτιο, εν πάση περιπτώσει, κατά την θέση της Εναγομένης, δεν μπορούσε να διαιρεθεί / διαχωριστεί ώστε να μπορούσε να μεταβιβαστεί. Θέσεις που ο ΜΕ1 επίσης δεν υιοθέτησε. Περαιτέρω, θέση της Εναγομένης προς τον ΜΕ1, ήταν, ότι, ακόμη και εάν μπορούσε να υποτεθεί ότι η Σύμβαση επιφέρει έννομα αποτελέσματα και στην Εναγομένη, με βάση τους όρους της, αυτή είναι υποχρεωμένη να επιστρέψει μόνο το τίμημα για την αγορά του μέρους του τεμαχίου, ποσό που αναφέρεται και στην επιστολή, Τεκμήριο ΠΒ4. Θέση με την οποία ο ΜΕ1 και πάλι διαφώνησε. 24. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς του περί κατεδάφισης του Δωματίου, αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ1 αποδέχθηκε ότι, ό ίδιος, δεν ήταν παρόν όταν έγινε η κατεδάφισης του. Πληροφορήθηκε, όμως, ότι, ένας από τους υιούς της Εναγομένης, είχε δώσει οδηγίες σε ένα μηχανοδηγό τρακτέρ, να κατεδαφίσει το Δωμάτιο. Ο συγκεκριμένος υιός της Εναγομένης ήταν ο «εμπνευστής» της κατεδάφισης του Δωματίου. Ο ΜΕ1 ερωτήθηκε επίσης και για τα αντικείμενα που βρίσκονταν, ως ισχυρίστηκε, εντός του Δωματίου όταν αυτό κατεδαφίστηκε και εάν είχε ποτέ εκτιμηθεί η αξία τους, και απάντησε, ότι, εντός του Δωματίου υπήρχε ένας αργαλειός, ένα διπλό κρεβάτι μεταλλικό και κάποια άλλα παλιά έπιπλα, που, ακριβώς, λόγω της παλαιότητας τους, είχαν κάποια αξία. Με την κατεδάφιση του Δωματίου, υποστήριξε, αυτά, συμπαρασύρθηκαν στα συντρίμμια και συνεπώς, δεν ήταν εφικτό να εκτιμηθεί η αξία τους. Θέση της Εναγομένης, η οποία και επεβλήθη στον ΜΕ1 ως η ορθή πραγματικά, η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή από τον ΜΕ1, ήταν, ότι, εντός του Δωματίου δεν υπήρχαν αντικείμενα και ότι, σε κάθε περίπτωση, και κάποια αντικείμενα να υπήρχαν, αυτά θα ήταν μηδαμινής αξίας. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε και σε ότι αφορούσε τον ισχυρισμό του περί της αξίας του Δωματίου και διευκρίνισε ότι, το ποσό στο οποίο αναφέρθηκε, είναι επίσης μία εκτίμηση δική του, την οποία βάσισε σε εμπειρίες δικές του από το χτίσιμο σπιτιών. Δεν θα μπορούσε, ανέφερε, να εκτιμηθεί η αξία του Δωματίου, αφού πλέον αυτό είχε κατεδαφιστεί. Ο ΜΕ1, αντεξετάστηκε και σε ότι αφορά τις φωτογραφίες Τεκμήριο ΠΒ7, που, ως ισχυρίστηκε, αυτές απεικονίζουν το Δωμάτιο ως είχε πριν από την κατεδάφιση του, και πως αυτές περιήλθαν στην κατοχή του και διευκρίνισε ότι αυτές ελήφθησαν από λειτουργό της Επαρχιακής Διοίκησης (από την οποία και εξασφαλίστηκαν), η οποία είχε ένα χρόνο πριν κληθεί να διερευνήσει παράπονο που αφορούσε παρακείμενο ακίνητο. Στο ΜΕ1, υποβλήθηκε, εν προκειμένω, ότι, οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου ΠΒ7 δεν απεικονίζουν το Δωμάτιο. (vii) Η μαρτυρία του ΜΕ2 25. Από έτος 2010 εργάζεται ως τεχνικός μηχανικός στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας. Κατά τη ενάσκηση των καθηκόντων του, εξέτασης υπόθεσης που αφορούσε ετοιμόρροπο ακίνητο, επιτόπου έλαβε τις φωτογραφίες Τεκμήριο ΟΟ1, οι οποίες, ως αναγνώρισε, είναι οι ίδιες φωτογραφίες με αυτές του Τεκμηρίου ΠΒ7. Τις φωτογραφίες αυτές, ως διαπιστώνεται από τις σχετικές σημειώσεις της έκθεσης του που βρίσκεται στον σχετικό φάκελο της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας, ελήφθησαν την 25/01/2011 και στο πλάνο τους είναι (με αναφορά το κτηματικό σχέδιο Τεκμήρια ΠΒ3 και ΠΓ3) το τεμάχιο με αριθμό 89. Η επί τόπου κατάσταση, κατά την επιτόπια επίσκεψη του, είναι ως αυτή που απεικονίζεται στις φωτογραφίες. Το υποστατικό που βρισκόταν εντός του τεμαχίου με αριθμό 89 και το οποίο απεικονίζουν οι φωτογραφίες Τεκμήριο ΟΟ1, ήθελε μεν, ως παρατήρησε, κάποια συντήρηση, η στατική του όμως κατάσταση ήταν ικανοποιητική ώστε να μην τίθετο ζήτημα κατεδάφισης του. 26. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ2, διευκρίνισε, ότι, σε σχέση με το ακίνητο που απεικονίζεται στις φωτογραφίες Τεκμήριο ΟΟ1, δεν προέβη σε οποιαδήποτε τεχνική εξέταση, και ότι, οι μαρτυρία του βασίζεται απλά στα όσα οπτικά είχε τότε παρατηρήσει και τα οποία, ένεκα της εξειδίκευσης του ως τεχνικός, αρκούσαν στο να καταλήξει ασφαλώς στο συμπέρασμα του περί της στατικότητας του. Περαιτέρω, διευκρίνισε, ότι, η εν λόγω άποψη του, βασίζεται μόνο στα όσα παρατήρησε σε σχέση με το εξωτερικό του εν λόγω υποστατικού, καθότι, στο εσωτερικό του δεν εισήλθε. (viii) Η μαρτυρία του ΜΕ3 27. Ο ΜΕ3, ανέφερε ότι είχε συγγενική σχέση με τον Βαρωσιώτη και ότι, ένεκα τούτου, από πολύ νεαρή ηλικία επισκεπτόταν την οικία του. Το Δωμάτιο, ανέφερε, γνωρίζει πολύ καλά ότι το χρησιμοποιούσε αποκλειστικά ο Βαρωσιώτης και η οικογένεια του. Αρχικά ο Βαρωσιώτης το χρησιμοποιούσε ως στάβλο και στην συνέχεια ως αποθήκη. Επισκέφτηκε και ο ίδιος πολλές φορές το Δωμάτιο και εξ όσων γνωρίζει, όπως άλλωστε και ολόκληρο το υπόλοιπο χωριό, αυτό ήταν ιδιοκτησίας του Βαρωσιώτη. Αυτό του επιβεβαίωσε και η μητέρα του. Η Εναγομένη και η οικογένεια της, ποτέ δεν είχαν κατοχή του Δωματίου, άμεση πρόσβαση στο οποίο, ένεκα της κατασκευής του, υπήρχε από την οικία του Βαρωσιώτη. Τέλος, ισχυρίστηκε, ότι, το Δωμάτιο, ήταν κτισμένο με τούβλα και είχε οροφή κατασκευασμένη από κεραμίδια. 28. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ3, διευκρίνισε, ότι, με τον ΜΕ1 είναι εξάδελφοι. Το έτος 1968, που κατ' ισχυρισμόν του Ενάγοντα συνομολογήθηκε η Σύμβαση, αυτός ήταν ηλικίας 5 ετών. Δεν γνωρίζει, ανέφερε, προσωπικά, αν υπήρξε σύμβαση μεταξύ Βαρωσιώτη και Πίττα για την αγορά του ακινήτου εντός του οποίου βρίσκεται το Δωμάτιο. Εν προκειμένω, διευκρίνισε, ότι, το οτιδήποτε περί του εν λόγω εγγράφου, το γνωρίζει από τα όσα του ανέφερε σχετικά ο ΜΕ1. Για δε το γεγονός της αγοράς του ακινήτου μεταξύ Βαρωσιώτη και Πίττα, πληροφορήθηκε σχετικά και από την μητέρα του, που, σήμερα, είναι ηλικίας 92 ετών. Το Δωμάτιο, υποστήριξε, το είχε κτίσει ο Βαρωσιώτης ξανά, στην θέση ενός παλαιότερου υποστατικού. Ήταν κτισμένο με τούβλα, δεν είχε σουβά, είχε ξύλινη πόρτα και παράθυρα και στέγη κτισμένη από κεραμίδια. (
- ix)Η μαρτυρία του ΜΕ4 29. Ο ΜΕ4, ανέφερε, ότι, υπήρξε γείτονας με τον Βαρωσιώτη από το έτος 1960. Μεταξύ του Δωματίου και του σπιτιού του Βαρωσιώτη, βρισκόταν το σπίτι της θείας του. Εντούτοις, υπήρχε μεταξύ του σπιτιού του και του σπιτιού του Βαρωσιώτη, οπτική επαφή. Ως ισχυρίστηκε, γνωρίζει, ότι, ο Πίττας, χρειαζόταν λεφτά για την αγορά τότε ενός αλόγου και ότι, αυτός ήταν λόγος για τον οποίο πώλησε στον Βαρωσιώτη το Δωμάτιο. Μάλιστα, εξ όσων γνωρίζει, Βαρωσιώτης και Πίττας, είχαν τότε υπογράψει και συμφωνία ενώπιον του κοινοτάρχη του χωριού. Από το έτος 1968 ο Βαρωσιώτης και η οικογένεια του κατείχαν και χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά το Δωμάτιο και όλοι στην κοινότητα γνώριζαν ότι αυτό ήταν δικό τους. Μάλιστα, μετά πάροδο κάποιου χρόνου από την αγορά του Δωματίου το 1968, ο Βαρωσιώτης το είχε χαλάσει και οικοδόμησε στην θέση του ένα κανονικό Δωμάτιο από τούβλα, με στέγη από κεραμίδια. Περαιτέρω, ανέφερε, ότι, μετά τον θάνατο του Πίττα, ο σύζυγος της Εναγομένης είχε καλέσει το Κτηματολόγιο «για να βρεθεί λύση με το Δωμάτιο» και είχε μάλιστα προσφέρει στον Βαρωσιώτη και τα λεφτά που ο τελευταίος είχε πληρώσει στον Πίττα ώστε να το αγοράσει πίσω, κάτι το οποίο ο Βαρωσιώτης αρνήθηκε. Τέλος, ισχυρίστηκε, ότι, το έτος 2011, παρακολούθησε την κατεδάφιση του Δωματίου, Η Εναγομένη, ως παρατήρησε, παρακολουθούσε από την αυλή της οικίας της την διαδικασία. Παρόν ήταν και ο υιός της Παναγιώτης, ο οποίος επίσης παρακολουθούσε την κατεδάφιση, τον οποίον παρατήρησε να συνομιλεί με τον μηχανοδηγό του τρακτέρ που το κατεδάφισε ενόσω ανέμεναν το φορτηγό που θα έπαιρνε τα συντρίμμια. 30. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ4 ισχυρίστηκε ότι κατά τις συνομιλίες Βαρωσιώτη και Πίττα για την αγορά του Δωματίου, παρόν ήταν και ο ίδιος, ο οποίος, εκείνη την περίοδο, ήταν περίπου 25 ετών. Μάλιστα, σε ότι αφορούσε το λόγο της πώλησης του Δωματίου από τον Πίττα στον Βαρωσιώτη, δηλαδή, για την εξασφάλιση χρημάτων για την αγορά αλόγου, διευκρίνισε, ότι, ο Πίττας, είχε τότε ζητήσει χρήματα από τον σύζυγο της θυγατέρας του (δηλαδή της Εναγομένης) και επειδή ο τελευταίος του είχε αρνηθεί, προσέφερε στον Βαρωσιώτη να του πωλήσει το Δωμάτιο, που τότε, ήταν χαλασμένο. Εξ όσων, μάλιστα, γνωρίζει, Βαρωσιώτης και Πίττας είχαν για τον σκοπό αυτό, δηλαδή της αγοράς από τον Βαρωσιώτη του Δωματίου, επισκεφτεί και τον κοινοτάρχη του χωριού (ο οποίος σήμερα δεν είναι στη ζωή) και στην συνέχεια και κάποιο δικηγόρο «για να κάμουν ένα χαρτί». Δεν γνωρίζει όμως τι αυτό το έγγραφο περιλαμβάνει. Σε θέση της εναγομένης που του υποβλήθηκε, ότι, το Δωμάτιο ήταν χαλασμένο και ότι, ο Βαρωσιώτης, δεν έχτισε στην θέση του άλλο, διαφώνησε, διευκρινίζοντας, ότι, ο Βαρωσιώτης, για τον λόγο ότι ήθελε το Δωμάτιο για στάβλο, την ίδια χρονιά που αγόρασε από τον Πίττα το Δωμάτιο, το είχε κατεδαφίσει εντελώς και έχτισε στην θέση του ένα άλλο. Ερωτηθείς, κατά πόσο, μετά την αγορά του Δωματίου, Βαρωσιώτης και Πίττας, είχαν την οποιαδήποτε διαφορά, απάντησε αρνητικά, υποστηρίζοντας ότι, μετά τον θάνατο του Πίτττα (4 ή 5 χρόνια μετά), ήταν ο σύζυγος της Εναγομένης που επιδίωξε μέσω του Κτηματολογίου να το διεκδικήσει (επειδή «ήθελε τον τόπο»), προσφέροντας μάλιστα στον Βαρωσιώτη, Λ. Κ. 30, προσφορά την οποία ο τελευταίος αρνήθηκε. Σε ότι αφορά το κατά πόσο ο Βαρωσιώτης είχε ζητήσει από τον Πίττα να του μεταβιβάσει το Δωμάτιο, ο ΜΕ4, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Αυτό, που ως υποστήριξε, γνωρίζει, ήταν ότι μεταξύ τους, Βαρωσιώτης και Πίττας δεν είχαν τις οποιεσδήποτε διαφορές. Ο ΜΕ4, ερωτηθείς σε ότι αφορούσε την χρήση του Δωματίου, μετά τον θάνατο του Βαρωσιώτη, υποστήριξε ότι αυτό συνέχισε να το χρησιμοποιεί η σύζυγος του Βαρωσιώτη μέχρι και που αυτή απεβίωσε και ότι, μετά το θάνατο και αυτής, το Δωμάτιο ήταν κλειδωμένο και πρόσβαση σε αυτό είχαν τα παιδιά της που τους έβλεπε κατά καιρούς να το ξεκλειδώνουν και να εισέρχονται στο εσωτερικό του. Η αντεξέταση του ΜΕ4, εστράφη και προς διερεύνηση των ισχυρισμών του περί της κατεδάφισης του Δωματίου. Ερωτήθηκε, συγκεκριμένα, κατά πόσο, αν παρόν, κατά την κατεδάφιση, εκτός της Εναγομένης και του υιού της, ήταν και ο ΜΕ1, Παρασκευάς Βαρωιώτης. Αν και αρχικά, στο συγκεκριμένο ερώτημα, ο ΜΕ4 απάντησε καταφατικά, στην συνέχεια εξέφρασε αμφιβολίες. (
- x)Η μαρτυρία του ΜΕ5 31. Ο ΜΕ5, είναι διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός και εμπειρογνώμονας στις εκτιμήσεις ακινήτων. Σημειώνεται, εδώ, ότι, η εμπειρογνωμοσύνη του μάρτυρα, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένης, με δήλωση της συνηγόρου της. Αναγνώρισε, ότι, η έκθεση Τεκμήριο ΠΒ6 που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΕ1, και παρουσιάζει να έχει ετοιμαστεί το έτος 2011, είναι δική του, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Ανέλαβε, ως ανέφερε, την εκτίμηση μέρους ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται εντός του χωριού Περβολιών, έκτασης 20 τ. μ., το σύνολο της οποίας σύμφωνα με τον τίτλο ιδιοκτησίας του, είναι 344 τ. μ. Πληροφορήθηκε, ότι, εντός αυτής της έκτασης των 20 τ. μ. υπήρχε οικοδόμημα, ένα παλαιό δωμάτιο, το οποίο κατεδαφίστηκε την 30/02/2011, ώστε να ληφθεί υπόψη του κατά την έρευνα του. Για να εκτιμηθεί η αξία αυτού του μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας, ο ΜΕ5, ερεύνησε, ανέφερε, για πωλήσεις που έγιναν στο χωριό Περβόλια κατά την εν λόγω περίοδο της κατεδάφισης του ακινήτου. Αναφορά σε αυτές, σημείωσε, γίνεται στο Παράρτημα "Α" της έκθεσης του, Τεκμήριο ΠΒ5 το οποίο και επεξήγησε. Με αυτές ως μέτρο σύγκρισης (μεταξύ άλλων σχετικών παραγόντων που επίσης έλαβε υπόψη του και οι οποίοι αναφέρονται στην έκθεση του Τεκμήριο ΠΒ5), κατέληξε στο να εκτιμήσει ότι η ακίνητη ιδιοκτησία στο χωρίο Περβόλια κατά την 30/02/2011, άξιζε, €250 το κάθε τ. μ. γης και ότι, το Ακίνητο, που ήταν 20 τ. μ., τότε, άξιζε, €5.000. Συμπληρωματικά της γνώμης του ως παρουσιάζεται από την έκθεση του Τεκμήριο ΠΒ5, του ζητήθηκε να γνωματεύσει και για την αξία του Δωματίου που υπήρχε, ως είχε κατά την ημερομηνία που κατεδαφίστηκε. Βασίστηκε, για την εκτίμηση του, στα χαρακτηριστικά που του ανέφεραν οι εντολείς του ότι είχε το υποστατικό, σε κάποιες φωτογραφίες του υποστατικού, που επίσης του εδόθησαν από τους εντολείς του (αναγνώρισε ως αυτές τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου ΠΒ7), καθώς επίσης και στην υπόθεση, ότι, το ακίνητο κατεδαφίστηκε την 30/02/2011 και ότι, στατικά, ήταν καλά και δεν έχρηζε κατεδάφισης. Παρουσίασε στο Δικαστήριο, ως σχετική για το ζητούμενο έκθεση του, το Τεκμήριο ΜΦ1. Άποψη του, είναι, ότι, το Δωμάτιο, ως κτίριο, την 30/02/2011 όταν αυτό είχε κατεδαφιστεί, άξιζε €3.500, δηλαδή ανά τ. μ., €175. Αν κάποιος, κατά την ημερομηνία της δίκης, επιθυμούσε να ανεγείρει δωμάτιο με τα ίδια χαρακτηριστικά, θα του κόστιζε, υποστήριξε ο ΜΕ5, με βάση τα δεδομένα της αγοράς (τρόπος ανέγερσης και υλικά κατασκευής) €5.500. Κόστος, που, λαμβάνοντας υπόψη ότι, το Δωμάτιο, όταν είχε κατεδαφιστεί, ήταν αρκετά μεγάλης ηλικίας, δικαιολογούσε την μείωση του στις €3.500. 32. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ5, διευκρίνισε ότι, για σκοπούς της εκτίμησης του, Τεκμήριο ΠΒ6, το 2011, είχε επισκεφτεί το Ακίνητο επί τόπου. Εκεί δεν υπήρχε οποιοδήποτε κτίσμα. Του είχε ζητηθεί, διευκρίνισε, να εκτιμήσει την αξία του Ακινήτου με αξίες 2011, αποδεχόμενος εισήγηση της υπεράσπισης, ότι, η αξία του Ακινήτου το 1968, σίγουρα ήταν άλλη. Ο ΜΕ5 αντεξετάστηκε σε σχέση με τα συγκριτικά που έλαβε υπόψη του για την εκτίμηση του Ακινήτου, του Παραρτήματος "Α" της έκθεσης του Τεκμήριο ΠΒ6. Διευκρίνισε, ότι, για σκοπούς της εκτίμησης του (για σκοπούς της σύγκρισης των ακινήτων), έλαβε υπόψη του την συνολική έκταση των ακινήτων, την θέση τους τοπογραφικά, σε ποια ζώνη εντάσσονται πολεοδομικά, το σχήμα τους, την επιφάνεια τους και την πρόσοψη τους (εάν υπήρχε) στο δρόμο. Σε ερώτηση που του ετέθη, σχετικά, απάντησε ότι, για σκοπούς εκτίμησης, δεν λαμβάνεται υπόψη η χρήση του ακινήτου (και δη το γεγονός ότι είναι έκτασης μόνο 20 τ. μ. και άρα η δυνατότητα αξιοποίησης / χρήσης του περιορισμένη) αλλά η αξία της γης (υπέδειξε μάλιστα ότι εάν η χρήση το ακινήτου λαμβανόταν υπόψη, αυτό θα επαύξανε την αξία του), και ότι, αυτές οι αξίες πώλησης που το Παράτημα "Α" της έκθεσης του, Τεκμήριο ΠΒ6, αναφέρει, είναι οι τιμές πώλησης που έγιναν αποδεκτές από το Κτηματολόγιο. Ο ίδιος, αποδέχθηκε, δεν γνωρίζει τα κριτήρια που το Κτηματολόγιο εφάρμοσε προς τον σκοπό αποδοχής τους, όμως, απέρριψε την εισήγηση της υπεράσπισης ότι τούτο επηρεάζει την ορθότητα του αποτελέσματος της εξέτασης του, καθότι, ως υποστήριξε, αυτή είναι η μοναδική μέθοδος εκτίμησης. Ο ΜΕ5, αντεξετάστηκε και σε ότι αφορούσε την έκθεση του, Τεκμήριο ΜΦ1. Σε σχετική ερώτησε που του υποβλήθηκε, ο ΜΕ5 αναφέρθηκε ότι κριτήριο για την εκτίμηση του της αξίας του Δωματίου, υπήρξε ο τρόπος κατασκευής ενός κτίσματος με παρόμοια χαρακτηριστικά (του είχε αναφερθεί από τους εντολείς του, ότι, το Δωμάτιο, ήταν κατασκευασμένο σε μπετόν, είχε ξύλινη οροφή, χωρίς ψευδοροφή, χτισμένο με τούβλα, τα οποία όμως δεν είχαν σοβατιστεί και με κεραμίδια στην στέγη, καθώς επίσης έλαβε υπόψη του και τα όσα είδε να απεικονίζουν εν προκειμένω οι φωτογραφίες που του είχαν υποδειχθεί και συμφωνούν με τα χαρακτηριστικά που του ελέχθησαν), η αξία των υλικών κατασκευής (για κατασκευή θεμελίων, τοιχοποιίας, πορτοπαράθυρων και στέγης) και η ηλικία του. Τέλος, σημειώνεται, η αποδοχή της θέσης της υπεράσπισης με την οποία ο ΜΕ5 συμφώνησε, ότι, το γεγονός ότι ένα υποστατικό κρίνεται ότι δεν είναι ετοιμόρροπο, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και ότι η κατάσταση του, γενικά, είναι καλή. (
- xi)Η εκτίμηση της μαρτυρίας 33. Η μαρτυρία που ο Ενάγοντας παρουσίασε στο Δικαστήριο, στο σύνολο της, εκτιμάται, από απόψεως ποιότητας, ότι ενέχει όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία που δικαιολογούν το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή για καταλήξει με ασφάλεια στα ευρήματα του κατά την αξιολόγηση της. Η εντύπωση που μου έχει δημιουργηθεί, για κάθε ένα από τους μάρτυρες που παρουσίασαν γεγονότα για την υπόθεση του Ενάγοντα, είναι ότι, αυτοί, έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου τα όσα οι ίδιοι γνώριζαν για τα ζητήματα για τα οποία εξετάστηκαν και τα διαδραματισθέντα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είτε αυτά περιήλθαν στην αντίληψη τους πρωτογενώς, είτε μέσω ενημέρωσης και πληροφόρησης που πραγματικά ή και αρμοδίως και κατά τον τρόπο που εξήγησαν, έλαβαν γνώση, χωρίς διάθεση οι ίδιοι να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα (όπως οι ΜΕ1, ΜΕ3 και ΜΕ4), κατά τον τρόπο που εξήγησαν χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητηθεί, είχαν άμεση εμπλοκή (σε κάποια έκταση και από διαφορετική άποψη) στα γεγονότα της επίδικης διαφοράς κατά την εξέλιξη τους. Χωρίς ουσιαστικές αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις που θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά στην αντίληψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας τους, έπειθαν με την ειλικρίνεια τους, ενώ αρκετές από τις τοποθετήσεις τους για την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν αυτή την υπόθεση, φαίνεται να επιβεβαιώνονται, να συμπλέκουν ή να ενισχύονται, από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. 34. Με δεδομένη, πλέον, αυτή την θετική εκτίμηση μου, σε ότι αφορά την ποιότητα της μαρτυρίας των προσώπων που παρουσίασαν γεγονότα για την υπόθεση του Ενάγοντα, και στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας από πλευράς Εναγομένης σε σχέση με τα επίδικα (ως προέκυπταν από την δικογραφία και εν συνεχεία τις υποβολές θέσεων από πλευράς Εναγομένης κατά την εξέταση των μαρτύρων για τον Ενάγοντα) γεγονότα, προχωρώ να αξιολογήσω την αποδεκτή μαρτυρία για να καταλήξω ως προς το τελικό ζητούμενο. Ήτοι, κατά πόσο τα γεγονότα δικαιολογούν τις απαιτήσεις του Ενάγοντα ή και σε ποιο βαθμό. [Γ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 35. Κατά την τελική αγόρευση του στο Δικαστήριο, ο συνήγορος του Ενάγοντα, υποστήριξε, ότι, το δικαίωμα του εντολέα του στις αιτούμενες, με την έκθεση απαίτησης του, θεραπείες, προκύπτει από το δίκαιο της επιείκειας και συγκεκριμένα, ότι βασίζεται στις αρχές του εξ επαγωγής εμπιστεύματος. Έχω εξετάσει το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης του Ενάγοντας, και έχω ικανοποιηθεί, ότι, αυτό, περιλαμβάνει όλους εκείνους τους ισχυρισμούς γεγονότων (εκτενέστερη αναφορά σε αυτούς γίνεται στην συνέχεια), επί των οποίων η πλευρά του θα μπορούσε να στηρίξει την επιχειρηματολογία του για την δημιουργία εξ επαγωγής εμπιστεύματος, στην περίπτωση όπου η μαρτυρία που θα παρουσίαζε προς υποστήριξη της υπόθεσης του, γινόταν αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη [[xi]]. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται και η αρχή της νομολογίας μας, ότι, παράλειψη επιδίωξης ειδικής θεραπείας στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης, δεν αποτελεί κώλυμα για την απόδοση της, εάν τα γεγονότα που το σώμα της έκθεσης απαίτησης περιλαμβάνει, δικαιολογούν την απόδοση της [[xii]]. Άλλωστε, με δεδομένη την επιχειρηματολογία της συνηγόρου της Εναγομένης, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, τίθεται ζήτημα ολιγωρίας επιδίωξης των αιτούμενων από τον Ενάγοντα θεραπειών, βάσει της σχετικής αρχής, δεν φαίνεται σε καμία περίπτωση η Εναγομένη να έχει καταληφθεί εξ απροόπτου ως προς την επιδίωξη τους [[xiii]]. 36. Το δίκαιο που διέπει τα της δημιουργίας ή/και επενέργειας εμπιστευμάτων (ή καταπιστευμάτων) στην Κυπριακή έννομη τάξη, έχει ήδη τύχει εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. 37. Όπως σημειώνεται στην απόφαση Κληρίδης ν Σταυρίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 521, τα εμπιστεύματα (ή καταπιστεύματα) είναι, ή Δεδηλωμένα/Ρητά (Express) (όταν δημιουργούνται από τα ίδια τα μέρη), ή Εξυπακουόμενα (Implied) (όταν είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής του Νόμου (Trusts arising by operation of the Law)). Τα Εξυπακουόμενα εμπιστεύματα είναι τα εξ Επαγωγής (Constructive) [[xiv]] ή Καταληκτικά (Resulting). Τόσο τα εξ Επαγωγής εμπιστεύματα (Implied trusts), όσο και τα Καταληκτικά (Resulting trusts), βασίζονται πάνω στη μη εκφρασθείσα αλλά εξυπακουόμενη πρόθεση του προσώπου που προβαίνει στη μεταβίβαση. 38. Τα προαναφερόμενα, πηγάζουν από τις αρχές της επιεικείας, οι οποίες, βάσει των προνοιών του Άρθρου 29
(1)(γ) [[xv]] του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, τυγχάνουν εφαρμογής ([1]), ως αρχές δικαίου και στην Κύπρο. 39. Σχετικά με τα του θέματος, είναι και τα Άρθρα 4 και 65 (ΙΕ) του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, τα οποία ρυθμίζουν ειδικά το θέμα που αφορά την δημιουργία εμπιστευμάτων που αφορούν ακίνητη ιδιοκτησία. Εν όψει των προνοιών του Άρθρου 29
(1), (β) και (γ) του Νόμου 14/1960, οι πρόνοιες των εν λόγω άρθρων του Κεφ. 224 προσέλκυσαν αντιδικία, ώσπου τελικά το θέμα έχει ξεκαθαριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο μέσα από αποφάσεις του σε αρκετές υποθέσεις, αναφορά σε μερικές από τις οποίες προβαίνω στην συνέχεια. Τα εν λόγω άρθρα του Κεφ. 224, προνοούν τα ακόλουθα. 40. Σύμφωνα με το Άρθρο 65 (ΙΕ) του Κεφ. 224: «
(1)Κανένα εμπίστευμα το οποίο αφορά ακίνητη ιδιοκτησία δεν θεωρείται έγκυρο εκτός αν αυτό ιδρύεται με έγγραφο (trust deed) υπογραμμένο από το πρόσωπο που δικαιούται σε αυτό ή με διαθήκη.
(2)Το ιδρυτικό έγγραφο του εμπιστεύματος (trust deed) ή η διαθήκη ανάλογα με την περίπτωση, καταχωρίζονται στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 41. Σύμφωνα δε με το Άρθρο 4
(1)του Κεφ. 224: «
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου που τροποποιεί ή αντικαθιστά αυτόν, και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, του νόμου που αφορά εμπιστεύματα (trusts), του νομού που αφορά τα βακούφια (vakfs) και των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ νόμου, κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας (estate), συμφέρον, δικαίωμα, προνόμιο, ελευθερία, δουλεία ή οποιοδήποτε άλλο πλεονέκτημα εντός, επί ή υπεράνω οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας δεν υφίσταται ή δημιουργείται, αποκτάται ή μεταβιβάζεται παρά μόνο δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα εν προαναφερόμενα Άρθρα 4 και 65 (ΙΕ) του Κεφ. 224, δεν αποκλείουν την εφαρμογή των αρχών του δικαίου της επιεικείας αναφορικά με τα εξ επαγωγής ή τα καταληκτικά εμπιστεύματα [[xvi]]. Σε κατάλληλες περιπτώσεις ([2]) και νοουμένου ότι αποδεικνύονται τα αναγκαία στοιχεία, είναι δυνατή η διεκδίκηση δικαιωμάτων σε ακίνητη ιδιοκτησία στη βάση τέτοιων εμπιστευμάτων [[xvii]].
- Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν Χριστοφόρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1551, εξετάζοντας το ζήτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, σε ότι αφορά τις αρχές που διέπουν τα εξυπακουόμενα εμπιστεύματα, τα εξής: «Τα απολήγοντα και τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα δημιουργούνται ή λειτουργούν ή επιβάλλονται ως θέμα δικαίου (by operation of Law). Τα πρώτα δημιουργούνται ή λειτουργούν κατ' εξοχή στη βάση τεκμαιρόμενης από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης πρόθεσης. Τα δεύτερα επιβάλλονται εν όψει διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων, ανεξάρτητα από πρόθεση, ρητή ή εξυπακουόμενη. Βλ.Underhill's Law of Trusts& Trustees, 13η έκδοση, σελ. 250 κ.επ., Snell's Equity, 19η έκδοση, Τόμος 48, παράγραφος 534 κ.επ. και Χρίστος Κληρίδης ν. Ηροδότου Σταυρίδη, ανωτέρω). Με αναγνωρισμένη έκφανση τους στην περίπτωση κατά την οποία επιχειρείται η κατακράτηση περιουσίας για ίδιο όφελος με δόλια ή κατά συνείδηση απαράδεκτη εκμετάλλευση ή κατάχρηση νομοθετικών προνοιών ή άλλων θεμελιωδών αρχών δικαίου. Με αποτέλεσμα τη χρησιμοποίηση του Νόμου ως εργαλείου για καταδολίευση (Βλ. Rochefoucould v. Boustead [1987] 1 Ch. 196, Bannister v. Bannister [1948] 2 All E.R. 133, Hodgson v. Marks [1971] 2 All E.R. 684)» (η υπογράμμιση είναι δική μου) 44. Οι πρόνοιες των εν λόγω άρθρων του Κεφ. 224, διαφοροποιούν τα όσα, κατά το δίκαιο της επιείκειας στην Αγγλία, ισχύουν, σε ότι αφορά την δημιουργία δεδηλωμένων/ρητών εμπιστευμάτων αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία [[xviii]]. Δεν διαφοροποιούν όμως, ή περιορίζουν στην Κύπρο, τα κρατούντα στην Αγγλία, σε ότι αφορά τα της εφαρμογής των αρχών του δικαίου της επιεικείας αναφορικά με τα εξ επαγωγής ή τα καταληκτικά εμπιστεύματα. Στην υπόθεση Ανδρέας Πίριλλος ν Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1Β Α.Α.Δ 1153, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Στην Κύπρο το θέμα της δημιουργίας έγκυρου εμπιστεύματος διέπεται από ειδική νομοθετική διάταξη - το άρθρο 65 ΙΕ του Κεφ. 224, το οποίο προβλέπει για ίδρυση εμπιστεύματος με ιδρυτικό έγγραφο (trust deed) και για κατάθεση του στο μητρώο εγγραφής του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου. Στην Χαραλαμπίδης ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 709, υποδεικνύεται ότι το άρθρο 65 ΙΕ προβλέπει "τη σύσταση εμπιστεύματος δια εγγράφου και την εγγραφή του στο Κτηματολογικό Μητρώο για τη δέσμευση της περιουσίας για τους σκοπούς του εμπιστεύματος". Υποδεικνύεται, επίσης, ότι "μόνο εμπιστεύματα τα οποία καταρτίζονται με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 65 ΙΕ θεωρούνται έγκυρα και μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο εγγραφής". Ανεξάρτητα λοιπόν από τα κρατούντα στην Αγγλία στην Κύπρο το θέμα του τί αποτελεί έγκυρο εμπίστευμα ρυθμίζεται από το πιο πάνω άρθρο 65 ΙΕ. Για να μπορούσε να εγγραφεί το τεκμήριο 12 στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου αυτό έπρεπε να είχε καταρτιστεί με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 65 ΙΕ. Το άρθρο αυτό δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι για να θεωρηθεί ένα έγγραφο ως εμπίστευμα πρέπει σ' αυτό να αναφέρεται ρητά ότι με αυτό δημιουργείται εμπίστευμα. Η αναγκαιότητα αυτή προκύπτει από το λεκτικό των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 65 ΙΕ. Και τα δύο εδάφια ομιλούν για έγγραφο του εμπιστεύματος (trust deed)». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βάσει του σκεπτικού της ίδιας υπόθεσης Ανδρέας Πίριλλος ανωτέρω, το γεγονός ότι, ένα εμπίστευμα, δεν έχει καταρτιστεί με τον τρόπο που προνοείται από το Άρθρο 65 (ΙΕ) του Κεφ. 224 ώστε να θεωρείται έγκυρο δεδηλωμένο/ρητό εμπίστευμα, ή εν πάση περιπτώσει δεν δύναται να θεωρηθεί έγκυρο στην βάση των προνοιών του Άρθρου 65 (ΙΕ) του Κεφ. 224, τούτο δεν αποκλείει την δημιουργία εξ επαγωγής εμπιστεύματος, αν κάτι τέτοιο επιβάλλεται από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Σχετική επί του προκείμενου είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση αυτή: «Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο το τεκμήριο 12 "αποπειράται να δημιουργήσει ρητό εμπίστευμα που από τη φύση του έπρεπε να εγγραφεί δυνάμει του άρθρου 65 ΙΕ του Κεφ. 224". Ο εφεσείων επέμενε στον ισχυρισμό του ότι εκείνο που δημιουργήθηκε ήταν συμβατικό προσωπικό δικαίωμα. Υποστήριζε ωστόσο ότι εάν το τεκμήριο 12 δημιούργησε οποιοδήποτε εμπίστευμα αυτό ήταν ρητό και όχι εξ' επαγωγής. Όμως - κατέληξε - το ρητό αυτό εμπίστευμα ήταν άκυρο γιατί δεν ενεγράφη ως προνοείται από το άρθρο 65 ΙΕ του Κεφ.
- ............................................... Εφόσον το τεκμήριο 12 δεν αναφέρεται ρητά στη δημιουργία εμπιστεύματος έπεται πως αυτό δεν έχει καταρτιστεί με τον τρόπο που προβλέπεται από το άρθρο 65 ΙΕ του Κεφ.
- Δεν θα μπορούσε, επομένως, να εγγραφεί στο Μητρώο που καθορίζεται από το άρθρο 65ΙΕ
(2). Ακολουθεί πως η περί του αντιθέτου εισήγηση του εφεσείοντα δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Με τον πέμπτο λόγο της έφεσης ο εφεσείων ισχυρίσθηκε ότι το εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ο εφεσείων είχε "επαρκή γνώση και άρα δεσμευόταν από την ύπαρξη εμπιστεύματος είναι λανθασμένο γιατί το δικαίωμα της εφεσίβλητης ήταν εγγράψιμο και εφόσον δεν ενεγράφη δεν ήταν δεσμευτικό για οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα έκαμε αναφορά στους Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 14, παραγ. 1018, 1023 και
- Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην παραγ. 1023 στην οποία διατυπώνεται η θέση ότι το "δόγμα της εξ επαγωγής γνώσης είναι κατά κανόνα ανεφάρμοστο σε συστήματα εγγραφής σε σχέση με πράξεις στις οποίες η προτεραιότητα και η γνώση διέπονται από την προτεραιότητα στην εγγραφή ή το γεγονός της εγγραφής". Οι πιο πάνω αρχές έχουν διατυπωθεί σε υποθέσεις στις οποίες οι σχετικοί νόμοι περιείχαν πρόνοια για εγγραφή και πρόνοια ότι η μη εγγραφή καθιστά τη συναλλαγή ή πράξη άκυρη. Στην κρινόμενη υπόθεση έχουμε ήδη αποφανθεί ότι το τεκμήριο 12 δεν ήταν εγγράψιμο δυνάμει του άρθρου 65ΙΕ του Κεφ.
- Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές που διατυπώνονται στις πιο πάνω παραγράφους. Έπεται πως ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [Δ]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
- Με δεδομένο, ότι, η Εναγομένη, προς υποστήριξη της υπόθεσης της, δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο μαρτυρία, βάσει των παραδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, και της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων του Ενάγοντα την οποία έχω αποδεχθεί, προβαίνω σε όλα τα σχετικά με τα επίδικα γεγονότα ευρήματα μου, που είναι προσδιοριστικά της ακόλουθης κατάληξης μου.
- Στην Κύπρο, ως έχει προαναφερθεί, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960, οι αρχές της επιείκειας τυγχάνουν καθολικής εφαρμογής, εκτός όπου το ζήτημα ρυθμίζεται ειδικά από Νόμο [[xix]].
- Όπως και με κάθε άλλη διαθέσιμη από το νόμο, ή και το κοινό δίκαιο (όπου αυτό τυγχάνει εφαρμογής), θεραπεία, η απόδοση θεραπείας με βάση τις αρχές τις επιείκειας, πρέπει να δικαιολογείται από τα γεγονότα της εκάστοτε υπόθεσης [[xx]]. Στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένης της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αυτό είναι ουσιαστικά το ζητούμενο.
- Ξεκινώ με την ανάλυση των αρχών της επιείκειας, ως αυτές έχουν καθιερωθεί και ισχύουν μέχρις αυτής της στιγμής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μπορεί να λεχθεί, σαν γενικός κανόνας εφαρμογής της αρχής του εξ επαγωγής εμπιστεύματος, ότι, η περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο του εμπιστεύματος, πρέπει να έχει περιέλθει «στα χέρια» του θεματοφύλακα, ως αποτέλεσμα ασυνείδητης διαχείρισης («unconscionable dealing») ή παράβασης κάποιου καθήκοντος εμπιστοσύνης («fiduciary obligation»). Καθήκον εμπιστοσύνης («fiduciary obligation»), έχει νομολογηθεί, δημιουργείται ή και υπάρχει, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, όποτε ένα πρόσωπο εμπιστεύεται σε ένα άλλο πρόσωπο περιουσία και βασίζεται στο άλλο αυτό πρόσωπο ότι θα την μεταχειριστεί προς όφελος του ή για τους σκοπούς που αυτός έχει εξουσιοδοτήσει και όχι διαφορετικά [[xxi]]. Όπου ο θεματοφύλακας επιτρέψει, η περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο εμπιστεύματος, να περιέλθει στα χέρια τρίτου προσώπου, αγνώστου προς το εμπίστευμα, ο θεματοφύλακας είναι προσωπικά υπεύθυνος για κατάχρηση εμπιστοσύνης και επάγεται τις συνέπειες που προβλέπει το δίκαιο της επιείκειας. Εντούτοις, κατά γενικό κανόνα, το τρίτο πρόσωπο δεν μπορεί να κριθεί καθόλου υπεύθυνο, εάν, καταδείξει, ότι είναι καλόπιστος αγοραστής έναντι νόμιμου ανταλλάγματος, χωρίς γνώση για τα του εμπιστεύματος [[xxii]]. Υπάρχει όμως και η περίπτωση, όπου, ο δικαιούχος του εμπιστεύματος, μπορεί να ανακτήσει θεραπεία (η γνωστή στο δίκαιο της επιείκειας ως «propriety remedy»), όποτε η περιουσία, αντικείμενο του εμπιστεύματος, μπορεί να εντοπιστεί «στα χέρια» του τρίτου προσώπου (πρόκειται για περίπτωση θεματοφύλακα σε δεύτερο στάδιο) και αυτός (γνωστός κατά το δίκαιο της επιείκειας ως «innocent volunteer») την έχει αποκτήσει, άνευ ανταλλάγματος και καλόπιστα (δηλαδή, χωρίς γνώση της παράβασης του εμπιστεύματος). Σε αυτή την περίπτωση, ο θεματοφύλακας (ως έχει αναφερθεί, ο σε δεύτερο στάδιο θεματοφύλακας), μπορεί να κληθεί να επιστρέψει ή αποδώσει την περιουσία προς τον δικαιούχο της (εξ ου και ο όρος «propriety remedy»). Εξαίρεση, αποτελεί, η περίπτωση κατά την οποία, το τρίτο αυτό πρόσωπο έχει αποχωριστεί από την περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο του εμπιστεύματος, χωρίς να έχει προηγουμένως λάβει γνώση για τα του εμπιστεύματος [[xxiii]]. Πέραν όμως της περιπτώσεως, όπου, ο θεματοφύλακας (αυτός ο «άγνωστος στο εμπίστευμα», ήτοι, ο σε δεύτερο στάδιο θεματοφύλακας) πρέπει να επιστρέψει ή αποδώσει την περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο του εμπιστεύματος στον δικαιούχο της, υπάρχουν και αναγνωρισμένες από το δίκαιο της επιείκειας περιπτώσεις [[xxiv]], όπου, επιπρόσθετα της προαναφερόμενης θεραπείας, θα είναι και υπόλογος για την όποια ζημιά η περιουσία αυτή υποστεί, ανεξαρτήτως του κατά πόσο η περιουσία αυτή εξακολουθεί να είναι ή όχι υπό την κατοχή ή τον έλεγχο του.
- Σε ότι δε αφορά, συγκεκριμένα, την περίπτωση ενός πωλητή ακίνητης ιδιοκτησίας ο οποίος την πωλεί δυνάμει σχετικής συμφωνίας, το δίκαιο της επιείκειας έχει αναγνωρίσει, ότι, ο αγοραστής της, καθίσταται ιδιοκτήτης της («becomes owner in equity»). Δηλαδή, ο πωλητής της ακίνητης ιδιοκτησίας, καθίσταται, από την στιγμή της συμφωνίας, θεματοφύλακας της για τον αγοραστή [[xxv]]. Μάλιστα, στην περίπτωση, όπου, το τίμημα για την αγορά της ακίνητης ιδιοκτησίας έχει πλήρως εξοφληθεί και ο αγοραστής δεν έχει καμία άλλη υποχρέωση προς υλοποίηση με βάση την σχετική συμφωνία, ο πωλητής της ακίνητης περιουσίας, είναι, σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου της επιείκειας, θεματοφύλακας της, χωρίς καμία επιφύλαξη («trustee without qualification» ή «naked, bare ή mere trustee») [[xxvi]]. Σε κάθε άλλη περίπτωση, - π. χ., όπου το τίμημα για την αγορά της ακίνητης ιδιοκτησίας δεν έχει εξοφληθεί, ή όπου κάποιος όρος παραμένει προς υλοποίηση -, ο πωλητής της, καθίσταται αμέσως από της σύναψης της σχετικής συμφωνίας, οιονεί θεματοφύλακας («quasi trustee») της [[xxvii]]. Ο λόγος για την ειδική αυτή θέση του πωλητή / θεματοφύλακα δόθηκε από τον Cairns LJ στην υπόθεση Shaw v Forster
(1872)LR 5, HL. Ο πωλητής / θεματοφύλακας, επεξήγησε, δεν είναι απλά ένας απλός ανενεργός θεματοφύλακας, είναι θεματοφύλακας με προσωπικό και ουσιαστικό δικαίωμα στην ακίνητη ιδιοκτησία, με δικαίωμα προστασίας αυτού του δικαιώματος και με ενεργό δικαίωμα επιδίωξης του, όταν, κατά τον οποιονδήποτε τρόπο, αυτό, θιγεί. Συνεπώς, ο πωλητής / θεματοφύλακας, αφενός, έχει καθήκον να χρησιμοποιεί εύλογη επιμέλεια για να διατηρεί την ακίνητη ιδιοκτησία σε μία λογική διατηρητέα κατάσταση και αφετέρου, έχει δικαίωμα να την κατέχει και να καρπώνεται όλα όσα οφέλη προκύπτουν από την κυριότητα της (όπως π. χ. να εισπράττει ενοίκια) μέχρι την ολοκλήρωση της συμφωνίας, με την εξόφληση του τιμήματος πώλησης ή άλλως πως [[xxviii]].
- Αυτές εντοπίζω να είναι οι αρχές του εξ επαγωγής εμπιστεύματος που σχετίζονται με την υπό κρίση υπόθεση, ως αυτές έχουν εξελιχθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο από Δικαστήρια που ασκούν αρμόδια δικαιοδοσία. Έχοντας καταθέσει αυτές σε συντομία, στρέφομαι στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης για να εξετάσω, εάν και με ποιο τρόπο ή και σε ποιο βαθμό, αυτές, υπάγονται ή δεν υπάγονται, στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης.
- Παίρνοντας τα γεγονότα από την αρχή, πρέπει να σημειωθεί, ότι, η μεταξύ των Βαρωσιώτη και Πίττα συμφωνία, συνιστούσε έγκυρη σύμβαση, διάρρηξη της οποίας επαγόταν τις συνέπειες που προβλέπει ο Νόμος. Επιπρόσθετα, είναι γεγονός, ότι, αντικείμενο της σύμβασης αυτής, ήταν η πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας και για αυτό τον λόγο ετύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232 [[xxix]] που ήταν τότε σε ισχύ [[xxx]]. Για τον ίδιο, μάλιστα, λόγο (ήτοι, ότι η σύμβαση έχει αντικείμενο της την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας), σημειώνεται, δεν ετύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 72 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, που επίσης ρυθμίζουν το ζήτημα της ειδικής εκτέλεσης σύμβασης (ήτοι, σύμβασης που το αντικείμενο της είναι άλλο από αυτό της πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας) [[xxxi]]. Είναι επίσης δεδομένο, ότι, ο Βαρωσιώτης, δεν κατέθεσε την σύμβαση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, συμφώνως των προνοιών του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, ούτως ώστε, αυτή, να ήταν δεκτική ειδικής εκτέλεσης δυνάμει αποφάσεως και σχετικού διατάγματος Δικαστηρίου [[xxxii]]. Περαιτέρω, αποτελεί γεγονός, ότι, ήταν ο Πίττας αυτός που παραβίασε τους όρους της σύμβασης του με τον Βαρωσιώτη,
(1)είτε όταν, την 02/09/1971 μεταβίβασε με δωρεά το ακίνητο στην Εναγομένη, περιλαμβανομένου και του τμήματος που είχε πωληθεί στον Βαρωσιώτη και για το οποίο δεν υπήρχε ιδιαίτερη εγγραφή, χωρίς ενημέρωση του τελευταίου ως προς αυτό, ή, εν πάση περιπτώσει, χωρίς να έχει προβεί σε διαβήματα ώστε να καταστήσει εφικτή την ξεχωριστή εγγραφή του επίδικου τμήματος προς μεταβίβαση του προς τον Βαρωσιώτη, πριν την μεταβίβαση του ακινήτου στην Εναγομένη,
(2)είτε, όταν, την 18/11/1972, ο Βαρωσιώτης, μέσω του δικηγόρου του, τον είχε καλέσει να του μεταβιβάσει το τμήμα αυτό του ακινήτου που είχε αγοράσει από αυτόν, και ο Πίττας δεν συγκατατέθηκε ή αρνήθηκε ή παρέλειψε να το πράξει.
- Ως εκ των προαναφερομένων, από τα οποία και καταδεικνύεται πως το ζήτημα της ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης (κατά τον ουσιώδη χρόνο) ρυθμιζόταν ειδικά από τις διατάξεις του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, η μοναδική θεραπεία που ο Βαρωσιώτης είχε δικαίωμα να αξιώσει από τον Πίττα, ήταν, εκείνη των αποζημιώσεων και οι αρχές του δικαίου της επιείκειας, δεν μπορούσαν να επενεργήσουν προς όφελος του, ώστε, αν προσέφευγε στο Δικαστήριο, να εξασφάλιζε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης [[xxxiii]].
- Με αυτό το σκεπτικό, ο Βαρωσιώτης, δεν θα μπορούσε να συνενώσει και την Εναγομένη ως διάδικο σε μια τέτοια δικαστική διαδικασία, ώστε, επικαλούμενος τις αρχές τις επιείκειας (και δη του εξ επαγωγής εμπιστεύματος), να επιδιώξει την δέσμευση της με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της, που, θα ήταν, η μεταβίβασης του ακινήτου εις τον Βαρωσιώτη. Και αυτό, γιατί, πολύ απλά, επενεργούντων των διατάξεων του Άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 και του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, οι αρχές τις επιείκειας, από της αρχής της επίδικης συναλλαχτικής σχέσης Βαρωσιώτη και Πίττα, δεν ενεργοποιήθηκαν ποτέ, ώστε, κατ' επέκταση, να μπορεί να δημιουργηθεί εξ επαγωγής εμπίστευμα μεταξύ Βαρωσιώτη και Εναγομένης. Κατ' ακολουθίαν, η Εναγομένη, δεν θα μπορούσε να κριθεί υπόλογος και για την όποια ζημιά η περιουσία αυτή έχει υποστεί (ως θεματοφύλακας της), ώστε να επιδικαστούν εναντίον της αποζημιώσεις. 55. Για χάριν πληρότητας, σημειώνω επιπρόσθετα εδώ, ότι, εάν το σκεπτικό μου ως έχει προαναφερθεί είναι λανθασμένο και οι αρχές τις επιείκειας, ανεξαρτήτως των διατάξεων του Άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 και του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, ετύγχαναν εφαρμογής στην υπόθεση αυτή, τότε, θα μπορούσε να γίνεται λόγος για την δημιουργία εξ επαγωγής εμπιστεύματος μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένης, δεδομένων των ακόλουθων γεγονότων: (α) με την ολοκλήρωση της σύμβασης (ήτοι όταν εξοφλήθηκε το τίμημα πώλησης του ακινήτου από τον Βαρωσιώτη προς τον Πίττα), και επειδή η κυριότητα του παρέμεινε με τον Πίττα μέχρις ότου ο Βαρωσιώτης τον καλούσε για μεταβίβαση, μεταξύ Βαρωσιώτη και Πίττα είχε δημιουργηθεί σχέση εμπιστοσύνης και καθήκον επιβληθέν στον Πίττα ότι θα την μεταχειριζόταν προς όφελος του Βαρωσιώτη ή για τους σκοπούς υλοποίησης των μεταξύ τους συμφωνηθέντων. (β) Ο Πίττας, ως θεματοφύλακας του ακινήτου, επέτρεψε αυτό να μεταβιβαστεί προς την Εναγομένη, που ήταν πρόσωπο άγνωστο με το δημιουργηθέν μεταξύ του και του Βαρωσιώτη εμπιστεύματος, παραβιάζοντας το καθήκον εμπιστοσύνης που είχε έναντι του Βαρωσιώτη, καθιστώντας με αυτό τον τρόπο τον εαυτό του προσωπικά υπεύθυνο για κατάχρηση εμπιστοσύνης. (γ) Το ακίνητο, αντικείμενο του εμπιστεύματος μεταξύ Βαρωσιώτη και Πίττα, μπορούσε (σε κάθε ουσιώδη με αυτή την υπόθεση χρόνο) να εντοπιστεί στην κυριότητα της Εναγομένης, η οποία Εναγομένη, την έχει αποκτήσει από τον Πίττα δια δωρεάς, δηλαδή, άνευ ανταλλάγματος (το κατά πόσο η Εναγομένη είχε ή δεν είχε γνώση της παράβασης του εμπιστεύματος, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία).
- Το γεγονός όμως αυτό, και πάλι δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης (ομιλώντας πάντοτε με βάση τις αρχές της επιείκειας και όχι τις πρόνοιες του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232), δεδομένου, ότι, δεν έχει παρουσιασθεί στο Δικαστήριο καμία μαρτυρία ότι είναι (πραγματικά) εφικτός ο διαχωρισμός του μέρους αυτού του ακινήτου όπου βρίσκεται το Ακίνητο, ώστε, δια της εξασφαλίσεως ξεχωριστής εγγραφής του, να μπορούσε δια του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης που θα εξέδιδε το Δικαστήριο προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης, να καθίστατο εφικτή η μεταβίβασης της κυριότητας του, ώστε αυτό να ήταν αποδοτικό [[xxxiv]]. Ούτε και έχει, σε κάθε περίπτωση, παρουσιαστεί μαρτυρία - και τούτο στην περίπτωση όπου ήθελε υποτεθεί ότι ο διαχωρισμός του ακινήτου ώστε το επίδικο μέρος του να αποκτήσει ξεχωριστή εγγραφή είναι εφικτός - ποιο θα ήταν το κόστος για να καταστεί εφικτός αυτός ο διαχωρισμός, ώστε, να μπορούσε να ελεγχθεί από το Δικαστήριο και το εάν υπό τις περιστάσεις θα ήταν αναλογικά δίκαιο προς την Εναγομένη να αποδοθεί προς τον Ενάγοντα η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης (η οποία Εναγομένη θα είχε υποχρέωση σε μια τέτοια περίπτωση συμμόρφωσης της με τις πρόνοιες του διατάγματος ανεξαρτήτως κόστους).
- Ας σημειωθεί, εδώ, έστω και επιγραμματικά, ότι, δεν έχει αποδειχθεί από τα γεγονότα, η Εναγομένη να προέβη σε οποιαδήποτε θετική παράσταση προς τον Ενάγοντα, ότι, αποποιήθηκε των δικαιωμάτων της επί του συγκεκριμένου μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας της, ώστε, να μπορούσε να γίνεται λόγος, έστω και υπαλλακτικά, σε δημιουργία περιουσιακού κωλύματος («proprietary estoppel»), και θεραπεία να μπορούσε να αποδοθεί στον Ενάγοντα επί αυτής της αρχής της επιείκειας. Ας σημειωθεί εν προκειμένω, ότι, από τα γεγονότα, διαφαίνεται ότι, ο σύζυγος της Εναγομένης, είχε, σε κάποια χρονική στιγμή, όχι πολύ αργότερα από τον θάνατο του Πίττα, καλέσει επί τόπου και το Τμήμα Κτηματολογίου για την επίλυση της «διαφοράς». Το γεγονός, ότι, είχε γίνει εκείνη την περίοδο μία πρόταση προς τον Βαρωσιώτη από τον σύζυγο της Εναγομένης «για την αγορά» του μέρους αυτού του ακινήτου, που δεν έγινε αποδεκτή από τον Βαρωσιώτη, και μάλιστα, αγνώστου υπό ποιες περιστάσεις αυτή είχε γίνει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως θετική παράσταση που θα είχε την επίπτωση της δημιουργίας περιουσιακού κωλύματος («proprietary estoppel») υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης, ελλείψει οποιασδήποτε άλλης σχετικής προς τούτο μαρτυρίας [[xxxv]].
- Εντούτοις, είναι γεγονός, ότι, για χρόνια ολόκληρα, ήτοι, από το έτος που η Εναγομένη έγινε κύριος της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας το έτος 1972, έως και τον θάνατο του Βαρωσιώτη, χρόνια μετά, η Εναγομένη δια της συναινετικής συμπεριφοράς της, ενθάρρυνε την από πλευράς Βαρωσιώτη ανενόχλητη και αποκλειστική κατοχή του επίδικου μέρους του ακινήτου και Δωματίου. Αυτό, κατά το δίκαιο της επιείκειας, είναι μία από τις αναγνωρισμένες περιπτώσεις, κατά τις οποίες, επενεργούντος του δόγματος του περιουσιακού κωλύματος («proprietary estoppel») - από μία άλλη βεβαίως σκοπιά του (από την προαναφερόμενη) - θα μπορούσε και στην προκείμενη περίπτωση να δημιουργήσει προς όφελος του Βαρωσιώτη, δικαίωμα χρήσης του Δωματίου ή και του μέρους αυτού του Δωματίου («licence by estoppel») μέχρι και εφ' όρου ζωής, χωρίς δικαίωμα ανάκλησης της από την Εναγομένη (δεδομένου ότι στην προκείμενη περίπτωση, ως έχει προαναφερθεί, υπό τις περιστάσεις, αλλά και νομικά, η μεταβίβασης της κυριότητας του προς τον Εναγόμενο δεν είναι εφικτή). Το κριτήριο σε κάθε περίπτωση θα ήταν, η αλλαγή θέσης του Βαρωσιώτη από την ανέγερση του Δωματίου επί του επίδικου μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγομένης και ειδικότερα με ποιο κόστος, και εάν υπό τις περιστάσεις ο Βαρωσιώτης θα προέβαινε στο σχετικό έξοδο εάν γνώριζε ότι αυτό που είχε ουσιαστικά ως δικαίωμα, ήταν απλή άδεια χρήσης του (βλ. Απολλώνιο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ ν C & S American Heart Institute κ. α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 379 και την εκεί αναφερόμενη απόφαση του αγγλικού Εφετείου Pascoe v Turner [1979] 2 All E.R. 945). Προφανώς, εδώ δεν τίθεται ένα τέτοιο ζήτημα, δεδομένου, ότι, με τον θάνατο του Βαρωσιώτη, το οποιοδήποτε αυτόνομο δικαίωμα χρήσης του ακινήτου, βάσει της σχετικής αρχής της επιείκειας, αυτόματα τερματίστηκε. Εν πάση περιπτώσει όμως, και επί της ουσίας του ζητήματος, δεν θα ικανοποιούμουν για να εφαρμόσω την συγκεκριμένη αρχή (από αυτή πάντοτε την σκοπιά της) στην προκείμενη περίπτωση, ώστε να αποδώσω την οποιαδήποτε θεραπεία στον Ενάγοντα, βασιζόμενος «στο δίκαιο του πράγματος», δεδομένου, ότι,
(1)δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή θέσης του Βαρωσιώτη ακολούθως της μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου από τον Πίττα προς την Εναγομένη,
(2)τα συμφωνηθέντα του Βαρωσιώτη με τον Πίττα, άφηναν ανοικτό το ενδεχόμενο της μη μεταβίβασης του, καθορίζοντας μάλιστα και ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις σε μια τέτοια περίπτωση, και
(3)δεδομένου, ότι, το οποιοδήποτε έξοδο είχε γίνει από πλευράς Βαρωσιώτη το έτος 1968 ή 1969, δίκαια μπορεί να λεχθεί, ότι, αποσβέστηκε από το γεγονός της συνεχόμενης κατοχής και χρήσης του, άνευ ανταλλάγματος προς την Εναγομένη για χρόνια μετά, μέχρι, τουλάχιστον, και τον θάνατο του. [Ε]. ΕΓΕΡΘΕΝΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
- Προχωρώ στην εξέταση κάποιων ζητημάτων που ηγέρθησαν κατά την δίκη. (i) Η ισχυριζόμενη ολιγωρία
- Η υπεράσπιση της ολιγωρίας, η οποία βασίζεται επί της αρχής του δικαίου της επιείκειας, του αποκλεισμού παροχής θεραπείας που προβλέπεται από το δίκαιο της επιείκειας στον απαιτητή διάδικο, λόγω παράλογης καθυστέρησης από πλευράς του στην επιδίωξη της («laches»), εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, σχετικά πρόσφατα, στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013, στην οποία, εν προκειμένω, αναφέρθηκαν τα εξής: «Ο τεχνικός όρος laches, γιατί περί τεχνικού ουσιαστικά όρου πρόκειται, έλκει την προέλευση του από το λατινικό δόγμα vigilantibus non dormintibus, jure subveniunt (delay, defeats, equities or equity, aids, the vigilant and not the indolent). Πρόκειται για αρχή του δικαίου της επιείκειας, σύμφωνα με την οποία, καθυστέρηση στην επιδίωξη θεραπείας η οποία προβλέπεται από το δίκαιο της επιείκειας, μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στη χορήγηση της επιδιωκόμενης θεραπείας. Με άλλα λόγια, οι αρχές της επιείκειας δεν προστρέχουν προς βοήθεια του διάδικου ο οποίος, επαναπαυόμενος στα δικαιώματα του, επιδεικνύει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για σκοπούς διασφάλισης τους. Όμως, περιθώριο για εφαρμογή της εν λόγω αρχής, δεν παρέχεται εκεί και όπου τυγχάνουν εφαρμογής ρητοί νομοθετικοί χρονικοί περιορισμοί στη διεκδίκηση αστικών δικαιωμάτων, έστω και αν η θεραπεία που επιδιώκεται είναι θεραπεία που προβλέπεται με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Το κατά πόσο η συγκεκριμένη αρχή του δικαίου της επιείκειας τυγχάνει εφαρμογής σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστά θέμα που ανάγεται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, εξουσία η οποία ασκείται με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης και σε ουσιαστικό βαθμό εξαρτάται από το κατά πόσο θα ήταν ή όχι πρακτικά άδικο να δοθεί η αιτούμενη θεραπεία. Ο εναγόμενος, πέραν της καθυστέρησης, θα πρέπει να επιδείξει και τέτοιες ενέργειες στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την έγερση της αγωγής, ώστε το συμφέρον της δικαιοσύνης να εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αιτούμενης θεραπείας. Ενδεικτικό της εικόνας που αναδύεται μέσα από τη νομολογία και γενικά μέσα από τον τρόπο προσέγγισης του συγκεκριμένου δόγματος, συνιστούν τα πιο κάτω αποσπάσματα, τα οποία και υιοθετούμε, από τη σχετικά πρόσφατη απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fisher v. Brooker
(2009)1 W.L.R. 1764, 1780, 1781, 1784 (4 All E.R. 789), στην οποία ο Δικαστής, Λόρδος Neuberger of Abbotsbury, έθεσε το θέμα ως εξής: "
- Fifthly, laches is an equitable doctrine, under which delay can bar a claim to equitable relief. In the Court of Appeal, Mummery LJ said that there was "no requirement of detrimental reliance for the application of acquiescence or laches" [2008] Bus LR 1123, para
- Although I would not suggest that it is an immutable requirement, some sort of detrimental reliance is usually an essential ingredient of laches, in my opinion. In Lindsay Petroleum Co v Hurd
(1874)LR 5 PC 221, 239-240, Lord Selborne LC, giving the opinion of the Board, said that laches applied where "it would be practically unjust to give a remedy", and that, in every case where a defence "is founded upon mere delay ..... the validity of that defence must be tried upon principles substantially equitable". He went on to state that what had to be considered were "the length of the delay and the nature of the acts done during the interval, which might affect either party, and cause a balance of justice or injustice in taking the one course or the other, so far as relates to the remedy. .........................................................................................................................................
- The argument based on laches faces two problems. The first is that, as pointed out by David Richards J, laches only can bar equitable relief, and a declaration as to the existence of a long-term property right, recognised as such by statute, is not equitable relief. It is arguable that a declaration should be refused on the ground of laches if it was sought solely for the purpose of seeking an injunction or other purely equitable relief. However, as already mentioned, that argument does not apply in this case. Secondly, in order to defeat Mr Fisher's claims on the ground of laches, the respondents must demonstrate some "acts" during the course of the delay period which result in "a balance of justice" justifying the refusal of the relief to which Mr Fisher would otherwise be entitled. For reasons already discussed, the respondents are unable to do that. They cannot show any prejudice resulting from the delay, and, even if they could have done so, they have no answer to the judge's finding at para 81, that the benefit they obtained from the delay would outweigh any such prejudice."». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Προκύπτει, συνεπώς, από το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ανωτέρω, ότι, το δόγμα της ολιγωρίας («laches»), δεν τυγχάνει εφαρμογής εκεί όπου ο νόμος εφαρμόζει ρητά περιορισμό (παραγραφή) στην διεκδίκηση του δικαιώματος, έστω και αν η θεραπεία που επιδιώκεται, είναι θεραπεία που προβλέπεται με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Και περαιτέρω, ότι, ο εναγόμενος, για να μπορεί να επιτύχει η υπεράσπιση αυτή, θα πρέπει να αποδείξει στο Δικαστήριο, ότι, στο διάστημα της καθυστέρησης επισυνέβησαν τέτοια γεγονότα, αποτίμησης των οποίων θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να καταλήξει να εφαρμόσει το δόγμα («laches») και να μην αποδώσει την αιτούμενη θεραπεία, γιατί, μια τέτοια κατάληξης, ενέχει τον λιγότερο κίνδυνο αδικίας στους εμπλεκόμενους διάδικους.
- Στην προκείμενη περίπτωση, η Εναγομένη, ως έχει προαναφερθεί, δεν έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο μαρτυρία (και δη ως προς την οποιαδήποτε διαμορφωθείσα κατάσταση ή άλλες πράξεις κατά το διάστημα της καθυστέρησης), ώστε, εάν γινόταν αποδεκτή από το Δικαστήριο, να μπορούσε να αποτελέσει το υπόβαθρο για την εφαρμογή της συγκεκριμένης υπεράσπισης. Το ζήτημα της υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης, αν και είχε, από πλευράς της Εναγομένης τεθεί κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του Ενάγοντα (προς τα πρόσωπα που μαρτύρησαν για γεγονότα προς υποστήριξη των αξιώσεων του), ότι, είναι υπαρκτό και τέτοιο που επηρεάζει το δικαίωμα της να υπερασπιστεί την υπόθεση που έχει εγερθεί εναντίον της, παρέμεινε απογυμνωμένο από την οποιαδήποτε μαρτυρία που θα μπορούσε θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην υιοθέτηση της εισήγησης.
- Είναι γεγονός, ότι, ο Βαρωσιώτης (ενόσω ήταν στην ζωή τόσο ο ίδιος, όσο και ο Πίττας), δεν επεδίωξε (ανεξαρτήτως βάσης) την ανάκτηση θεραπείας εναντίον, είτε του Πίττα, είτε της Εναγομένης, είτε και των δύο. Πέρασαν έκτοτε, τουλάχιστον 39 χρόνια (από το έτος 1972 όπου διαγιγνώσκεται για πρώτη αφορά ζήτημα καταπάτησης των συμφωνηθέντων Βαρωσιώτη και Πίττα, από τον τελευταίο), ώστε, με αφορμή την κατεδάφιση του Δωματίου περί το έτος 2011, να εγερθεί η Αγωγή αυτή από τον διαχειριστή της περιουσίας του Βαρωσιώτη (και για λογαριασμό της εν λόγω περιουσίας), μόνο εναντίον της Εναγομένης (που είναι η μοναδική, ως έχει προαναφερθεί, που βρίσκεται στην ζωή), δια της οποίας επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, και η εξασφάλιση της κυριότητας του ακινήτου, βάσει της αρχής της επιείκειας, του εξ επαγωγής εμπιστεύματος. Αυτό, ισχυρίζεται η Εναγομένη, εγείρει δυσκολία σε ότι αφορά την ευχέρεια διαπίστωσης των γεγονότων αυτής της υπόθεσης από το Δικαστήριο. Εντούτοις, στην προκείμενη περίπτωση, το ζήτημα είναι κατά πόσο, δεδομένης της αποδοχής της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από πλευράς Ενάγοντα και της μη παρουσίασης μαρτυρίας από πλευράς Εναγομένης, η δυσκολία αυτή ατονεί και το ζήτημα, σε κάθε περίπτωση, θα ήταν, εάν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ο Ενάγοντας απέδειξε την υπόθεση του.
- Παρόμοια κατάστασης, ήτοι απαίτησης που είχε εγερθεί μετά από πάροδο πολλών χρόνων και αφότου τα άμεσα εμπλεκόμενα στην διαφορά πρόσωπα είχαν αποβιώσει, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γιαννάκης Φράγκου κ. α. ν Κυριάκου Νικόλα Στυλιανίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 73, όπου το ζήτημα αποφασίστηκε, αρνητικά για την υπόθεση του ενάγοντα διάδικου, με το εξής σκεπτικό (το οποίο παραθέτω αυτούσιο): «Κρίνουμε πως η πρωτόδικη απόφαση είναι ορθή, όχι μόνο για το λόγο που αναφέρεται σ΄αυτή, και που παραθέσαμε πιο πάνω, αλλά και λόγω της καθυστέρησης που επέδειξαν οι εφεσείοντες στην αξίωση δικαιωμάτων τους, ενώπιον του Δικαστηρίου που προέκυπταν από τη σύμβαση. Η καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος, διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Νικόλα Βασίλης, να βρίσκεται σε πλήρη αδυναμία να αντιμετωπίσει την υπόθεση των εφεσειόντων, εφόσον αγνοούσε πλήρως τα γεγονότα στα οποία αυτή στηριζόταν. Το διάστημα δε που μεσολάβησε λειτούργησε ώστε και οποιαδήποτε έγγραφα, δυνατό να υπήρχαν, δεν μπορούσαν, υπό τις περιστάσεις, να ανευρεθούν για να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο. Είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε τις επιπτώσεις παρόμοιας καθυστέρησης στην Χαράλαμπος Ιερείδης υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Μιχαήλ Καλακουτά και Άλλη ν. Γεωργίας Παναγιώτου
(2006)1 Α.Α.Δ. 498 όπου η πλειοψηφία του εφετείου (Αρτεμίδης, Π. και Χατζηχαμπής) είπε τα πιο κάτω, στην απόφαση που εξέδωσε ο δικαστής Χατζηχαμπής. (Ο Νικολάου, Δ. διαφώνησε με το αποτέλεσμα της έφεσης, η οποία, σύμφωνα με την απόφαση της πλειοψηφίας, είχε επιτύχει). "Η αγωγή όμως ήταν απορριπτέα και για ένα άλλο ανεξάρτητο λόγο. Η πρωτοφανής και αναιτιολόγητη καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος θα έπρεπε να οδηγήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην άρνηση να της επιληφθεί. Ξεκινώντας από τη μαρτυρία της ίδιας της Εφεσίβλητης, και από την πιο ευνοϊκή γι΄αυτή ημερομηνία, παρατηρούμε πως η ίδια είπε ότι οι γονείς της τη διαβεβαίωναν πως θα της μεταβίβαζαν το σπίτι με το γάμο της. Ο γάμος έγινε το 1971, ενώ η αγωγή καταχωρίστηκε στις 17.1.1996, 25 χρόνια δηλαδή μετά. Η καθυστέρηση δεν ηγέρθη ως λόγος απόρριψης της αγωγής στην υπεράσπιση. Διατυπώθηκε όμως ως λόγος έφεσης. Έχουμε τη γνώμη πως το πιο πάνω χρονικό διάστημα που διέρρευσε, για τη διεκδίκηση του ισχυριζόμενου δικαιώματος, πλήττει άμεσα το δημόσιο συμφέρον σε ό,τι αφορά την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με την πάροδο αναιτιολόγητου, και αντικειμενικά μεγάλου χρονικού διαστήματος, στη δικαστική διεκδίκηση δικαιώματος ενδέχεται να παρεμβληθούν μεταβολές πραγματικών καταστάσεων, ακόμη και η βιολογική ύπαρξη ενδιαφερομένων μερών, εδώ του πατέρα της εφεσίβλητης, που καθιστούν δύσκολη και εν πολλοίς αδύνατη, τη δίκαιη δίκη". Στην υπόθεση που εξετάζουμε η καθυστέρηση ηγέρθη από τον εφεσίβλητο ως λόγος απόρριψης της αγωγής πρωτοδίκως και ενώπιον μας.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Δεν θα υιοθετήσω την εισήγηση της υπεράσπισης (η οποία, ας σημειωθεί, ότι, θα είχε σημασία μόνο στην περίπτωση όπου η κατάληξης μου σε ότι αφορά την εφαρμογή στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης των αρχών της επιείκειας, ήταν δοαφορετική). Στην προκείμενη περίπτωση, σε αντίθεση με τα αναφερθέντα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γιαννάκης Φράγκου ανωτέρω, στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας από πλευράς Εναγομένης, που θα έδιδε πραγματικό υπόβαθρο στον ισχυρισμό περί μεταβολής των πραγματικών καταστάσεων στην υπόθεση, κατά τρόπο που να μπορούσε να κριθεί από το Δικαστήριο ότι επηρεάζεται ουσιαστικά το δικαίωμα της σε δίκαιη δίκη, δεν μπορώ να βασιστώ απλά στην παρουσιασθείσα καθυστέρηση (όσο μεγάλη και να είναι αυτή) για να καταλήξω, ότι, ως θέμα δημόσιας πολιτικής, η Αγωγή του Ενάγοντα, χωρίς άλλο, πρέπει να απορριφθεί. (ii) Η ισχυριζόμενη παραίτηση δικαιωμάτων («waiver»)
- Έχω ήδη καταλήξει σε απόρριψη της Αγωγής αυτής για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί. Στην περίπτωση όμως που το σκεπτικό μου, σε ότι αφορά την εν λόγω κατάληξη μου, κριθεί, κατ' έφεση, ως εσφαλμένο, είναι αναγκαία η εξέτασης της εισήγησης της Εναγομένης, ότι, ο Ενάγοντας, δεν μπορεί να αξιώνει εναντίον της με αυτή την Αγωγή τις αιτούμενες θεραπείες, καθότι, έχει με την συμπεριφορά του παραιτηθεί του οποιουδήποτε σχετικού δικαιώματος («waiver»).
- Και το εγερθέν αυτό ζήτημα, της παραίτησης δικαιωμάτων («waiver»), έχει πρόσφατα τύχει εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Investylia Public Co Ltd v Χρίστου Ιωαννίδη, ECLI:CY:AD:2016:A186, Πολιτική Έφεση Αρ. 8/2009, 31/03/2016 [[xxxvi]], όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Προτού, όμως, εξεταστούν τα θέματα ουσίας, κρίνεται πρόσφορο να γίνουν κάποιες επισημάνσεις αναφορικά με τη σχετιζόμενη ορολογία. Συγκεκριμένα, στην ειδοποίηση έφεσης, η λέξη "waiver" αποδίδεται με τη, μάλλον, αδόκιμη, ως εκ της σημασίας της, λέξη «απεμπόληση», που έχει την έννοια της εγκατάλειψης κάποιου ιδανικού ή αξίας κ.λπ. Αντιθέτως, η σημασία της λέξης «παραίτηση», η οποία θα χρησιμοποιείται από τούδε και στο εξής, είναι, οπωσδήποτε, πιο ακριβής. Ειδικά, στο Άγγλο - Ελληνικό, Ελληνό - Αγγλικό Λεξικό Νομικών Όρων, των Χ. Σταμέλου και Δ. Χατζημανώλη, 2η έκδοση, στη σελίδα 680, η λέξη "waiver" ερμηνεύεται ως: «παραίτηση (από δικαίωμα), (γραπτή, προφορική, ρητή, σιωπηρή) εκούσια εγκατάλειψη δικαιώματος, απαίτησης ή προνομίου». Συμπίπτει δε η απόδοση αυτή με τη θεωρουμένη ως πρωτεύουσα νομική σημασία της λέξης "waiver", δηλαδή "the abandonment of a right in such a way that the other party is entitled to plead the abandonment by way of confession and avoidance if the right is thereafter asserted", (βλ. Banning v Right [1972] 2 All ER 987, HL, σελίδα 998). ............................................... Παίρνοντας, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή, η εφεσείουσα, με τη συγκεκριμένη υπεράσπισή της, υπέβαλε ότι υπήρξε παραίτηση (waiver) στην άσκηση, από τον εφεσίβλητο, του εν λόγω δικαιώματός του, συνεπεία καθυστέρησης στην υποβολή της γραπτής απαίτησης για επιστροφή του ανταλλάγματος, η οποία διάρκεσε πέντε χρόνια. Ως αποτέλεσμα, ισχυρίζεται, αυτός εμποδίζεται από του να το διεκδικήσει, περαιτέρω, με αγωγή. Πρόκειται για υπεράσπιση, η οποία αναγνωρίζεται ότι μπορεί να προβληθεί έναντι της διεκδίκησης δικαιώματος το οποίο παρέχεται σε κάποιο πρόσωπο είτε στο πλαίσιο συμφωνίας είτε με νομοθετική πρόνοια, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, εφόσον είναι η θέση ότι ο δικαιούχος του εν λόγω δικαιώματος έχει παραιτηθεί από αυτό. Η συγκεκριμένη περίπτωση παραίτησης (waiver) αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, πέμπτη έκδοση, τόμος 47
(2014), στις σελίδες 224 έως 225, παράγραφος 250, ως εξής:- "A person who is entitled to rely on a stipulation, existing for his benefit alone, in a contract or of a statutory provision, may waive it, and allow the contract or transaction to proceed as though the stipulation or provision did not exist." Το πιο πάνω απόσπασμα, εμφανίζεται στην τρίτη έκδοση της πιο πάνω νομικής σειράς, στον τόμο 14, παράγραφο 637, και παρατίθεται επιδοκιμαστικά στην υπόθεση Banning v Wright, πιο πάνω, στη σελίδα 998. Συνεχίζει δε η παράγραφος 250, σε σχέση με το είδος, ανωτέρω, της παραίτησης, με τα εξής:- "Waiver of this kind depends upon consent, and the fact that the other party has acted on it is sufficient consideration. Where the waiver is not express, it may be implied from conduct which is inconsistent with the continuance of the right, ..." Επομένως, για την παραίτηση από δικαίωμα, όπως το υπό αναφορά, χρειάζεται η συγκατάθεση του δικαιούχου αυτού. Δυνατό δε αυτή, αν δε διατυπώνεται ρητώς, να διαπιστώνεται συνεπεία κάποιας συμπεριφοράς του, η οποία είναι αντίθετη προς τη συνέχιση του δικαιώματος. Για υποστήριξη της θέσης αυτής, γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα στην παλαιά υπόθεση Selwyn v. Garfit
(1888)38 Ch.D. 273, όπου, στη σελίδα 284, σε απάντηση του ερωτήματος: "What is a waiver?" αναφέρονται, σχετικά, και τα εξής: "Delay is not waiver. Inaction is not waiver, though it may be evidence of waiver. Waiver is consent to dispense with notice." Στην περίπτωση εκείνη, το δικαίωμα συνίστατο σε ειδοποίηση για πληρωμή ενυπόθηκου δανείου, η οποία περιλαμβανόταν σε σχετική σύμβαση. Υποστήριξη στη θέση, ανωτέρω, παρέχει και η απόφαση στην υπόθεση Louis Tourist v. Ηλία
(1992)1 Α.Α.Δ.
- Αφορούσε περίπτωση στην οποία η εφεσίβλητη είχε υποβάλει την παραίτησή της από την υπηρεσία της εφεσείουσας. Αυτή δε, όταν, ακολούθως, αιτήθηκε, δυνάμει του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου του 1967, (Ν. 24/1967), δικαστικώς αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, βρέθηκε αντιμέτωπη με την υπεράσπιση ότι, ως εκ της πιο πάνω συμπεριφοράς της, είχε παραιτηθεί (waive) του εν λόγω δικαιώματος. Η πιο πάνω υπεράσπιση απορρίφθηκε τόσο πρωτόδικα όσο και κατʼ έφεση, με την παρατήρηση, στο τελευταίο στάδιο, στη σελίδα 103, ότι: "Απεμπόληση δικαιώματος (waiver) μπορεί να τεκμηριωθεί από τη συμπεριφορά του δικαιούχου μόνο εφόσον αυτή υποδηλώνει αναμφισβήτητα (unequivocally) εγκατάλειψη του δικαιώματος.". Από τη χρήση της λέξης «αναμφισβήτητα», στο απόσπασμα ανωτέρω, προκύπτει, σαφώς, ότι η βεβαιότητα, με την οποία πρέπει να διαπιστώνεται η παραίτηση δικαιώματος (waiver), δεν μπορεί να είναι ολιγότερη του επιπέδου της συγκατάθεσης.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Από τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου, σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει (ή εν πάση περιπτώσει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, από την αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει το αντίθετο) ότι, ο Βαρωσιώτης, εγκατέλειψε, και μάλιστα αναμφισβήτητα, τα δικαιώματα του που προέκυπταν από την Σύμβαση, ώστε κατ' επέκταση, να μπορεί να γίνεται λόγος, ότι, δεν θα δικαιολογείτο η επίκληση του δόγματος του εξ επαγωγής εμπιστεύματος έναντι της Εναγομένης (εάν αυτό μπορούσε να εφαρμοστεί), όταν η ίδια γνώριζε για τα της Σύμβασης Βαρωσιώτη και Πίττα κατά τον χρόνο που της έγινε η μεταβίβαση του Ακινήτου δια δωρεάς από τον Πίττα. Προκύπτει, ότι, ο Βαρωσιώτης και εν συνεχεία οι κατά νόμο διάδοχοι του, είχαν συνεχή και αδιάλειπτη κατοχή του Δωματίου που είχε ανεγερθεί επί του Ακινήτου, κατοχή του οποίου είχε αναληφθεί από πλευράς Βαρωσιώτη από τον Πίττα, στην βάση της Σύμβασης, από το έτος
- Το Δωμάτιο, σημειώνεται, προκύπτει να είχε ανεγερθεί (στην θέση ενός παλαιού) από τον Βαρωσιώτη, αμέσως μετά την ανάληψη κατοχής του Ακινήτου. Όταν, το έτος 1971 (ήτοι την 02/09/1971), ο Πίττας μεταβίβασε στην Εναγομένη, δια δωρεάς, την ακίνητη ιδιοκτησία της οποίας το Ακίνητο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος (μέχρι και σήμερα), ο Βαρωσιώτης αντέδρασε, αποστέλλοντας, μέσω δικηγόρου, την επιστολή Τεκμήριο ΠΒ4 (ημερομηνίας 18/11/1972). Εν συνεχεία, ο Βαρωσιώτης διατήρησε αποκλειστική κατοχή του Δωματίου. Κατοχή, που, ως προαναφέρθηκε, μετά το θάνατο του, συνεχίστηκε από τους διαδόχους του, μέχρι και που το Δωμάτιο κατεδαφίστηκε. Μάλιστα, μετά τον θάνατο του Πίττα και πριν τον θάνατο του Βαρωσιώτη, ο σύζυγος της Εναγομένης είχε επιδιώξει την διεκδίκηση της κυριότητας του, δια υποβολής πρότασης προς τον Βαρωσιώτη για την αγορά του. Πρόταση, που είχε όμως απορριφθεί από τον Βαρωσιώτη, με την κατάσταση πραγμάτων, ακολούθως, να συνεχίζεται, ως προς την αποκλειστική κατοχή και απόλαυση του Ακινήτου από τον Βαρωσιώτη και εν συνεχεία από τους διαδόχους του (αρχικά την σύζυγο του και μετά τα παιδιά του), μέχρι που αυτό, ως προαναφέρθηκε, κατεδαφίστηκε [[xxxvii]]. (iii) Ζήτημα πιθανής παράνομης επέμβασης
- Η βάση, επί της οποίας επιχειρηματολόγησε αποκλειστικά για το βάσιμο της απαίτησης του ο Ενάγοντας, ως έχει προαναφερθεί, ήταν αυτή του εξ επαγωγής εμπιστεύματος. Συνεπώς, θα μπορούσε να λεχθεί, ότι, δεν χρήζει εξέτασης οποιαδήποτε άλλη βάση επί της οποίας θα μπορούσε η απαίτηση του, ή μέρος της, να επιτύχει. Πολύ επιγραμματικά όμως, θα πραγματευτώ και το ζήτημα, κατά πόσο, βάσει των αποδεκτών γεγονότων, ο Ενάγοντας, θα μπορούσε να αξιώσει εναντίον της Εναγομένης, θεραπεία για παράνομη επέμβαση. Για ένα και μοναδικό λόγο, και χωρίς να εισέρχομαι σε ζητήματα που αφορούν το κατά πόσο υπήρχε ή όχι από πλευράς Ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο (της κατεδάφισης του Δωματίου), αποκλειστική κατοχή του ακινήτου, ή εάν αυτός ήταν απλώς αδειούχος του (ένεκα της συμπεριφοράς των μερών για χρόνια, κατά τα οποία ο Ενάγοντας διατηρούσε κατοχή και απολαύανε την χρήση του ως προανέφερα [[xxxviii]]) και η σχετική άδεια του είχε ή όχι ανακληθεί και πότε, καταλήγω, πως όχι. Κατ' αρχήν, δεν έχει αποδειχθεί ότι ήταν η Εναγομένη που έδωσε οδηγίες για την κατεδάφιση του Δωματίου. Ο ΜΕ1, ήταν ξεκάθαρος όταν ερωτήθηκε σχετικά κατά την αντεξέταση του, ότι, βάσει πληροφόρησης που έλαβε από τρίτους, «εμπνευστής» της κατεδάφισης του Δωματίου, ήταν ο υιός της Εναγομένης. Δεν υποστήριξε σημειώνεται, και αυτό ήταν ξεκάθαρο (παρά την προηγούμενη αναφορά του κατά την κυρίως εξέταση του), ότι ο πραγματικός εντολέας της πράξης για την κατεδάφιση ήταν η Εναγομένη. Το γεγονός ότι η Εναγομένη ήταν παρούσα κατά το γεγονός της κατεδάφισης, δεν την καθιστά αφ εαυτού υπόλογο για την πράξη της επέμβασης. [Ζ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αγωγή του Ενάγοντα εναντίον της Εναγομένης αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται.
- Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Διδακτήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στον βαθμό και την έκταση που καθορίζεται από το εν λόγω άρθρο του Νόμου 14/1960, ήτοι «εκτός εάv άλλη πρόβλεψις εγέvετo ή θα γίvη υπό oιoυδήπoτε vόμoυ εφαρμoστέoυ ή γεvoμέvoυ δυvάμει τoυ Συvτάγματoς ή oιoυδήπoτε vόμoυ διατηρηθέvτoς εv ισχύϊ δυvάμει της παραγράφoυ (β) τoυ παρόvτoς εδαφίoυ, εφόσov δεv αvτιβαίvoυv ή δεv είvαι ασυμβίβαστoι πρoς τo Σύvταγμα». [2] Και παρά την ανυπαρξία εγγράφου. [i] Βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/
- [ii] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212. [iii] Βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974. [iv] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1508. [v] Αναφέρει το Εφετείο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014: «Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138). Συνήθως τέτοια θέματα εγείρονται σε υποθέσεις όπου δεν εμφανίζεται ο αντίδικος, όπως ήταν και τα γεγονότα στην υπόθεση Barry Wynne (πιο πάνω). Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος στη διαδικασία. Αρχικά με δικηγόρο και στην πορεία, μετά την απόσυρση του δικηγόρου του, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Τράπεζας, αυτοπροσώπως, χωρίς όμως να δώσει μαρτυρία ή να κλητεύσει άλλο μάρτυρα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατάθεση του Τεκμηρίου 21, το οποίο αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου και περιείχε όλες τις καταγραφές των πράξεων που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, δεν άφηνε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν σ΄ αυτόν.». [vi] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015. [vii] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [viii] Βλ. Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, C & A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2010, ημερομηνίας 30/09/2015, Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015 και C. Roushas Trading and Development Ltd v Μιχάλη Μωσαϊκού, ECLI:CY:AD:2016:A429, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2011, ημερομηνίας 15/09/2016. [ix] Βλ. Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Αθανασίου κ. α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co Ltd v Κατωμονιάτη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ. α. ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. [x] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [xi] Βλ. Maison Jenny Ltd κ.α. ν. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1(B) A.A.Δ. 1156 και Ανδρέας Τσαγγάρη ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 472. [xii] Βλ. Kennedy Hotels Ltd v Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400, 407, Βασιλειάδης κ. α. ν Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16, 20, Ιάκωβος Κώστα Χριστοφόρου ν Αννας Χαραλάμπους Χριστοφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 33, Ανδρέας Τσαγγάρη ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 472, G. C. C. Computers Ltd ν Άννας Αλετρα κ. α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 104, St. George's Car Hire κ. α. ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ. α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 47 και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/
- [xiii] Βλ. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013 και Μιχάλης Χατζηγαβριήλ ν Ellinas Finance Public Co Ltd Πολιτική Έφεση Αρ. 209/2009, 20/03/
- [xiv] Στο σύγγραμμα των Hanbury & Martin "Modern Equity", 14η έκδοση, σελ. 291-292, δίδεται στον συγκεκριμένο όρο η εξής ερμηνεία: «A CONSTRUCTIVE trust is one which arises by operation of law, and not by reason of the intention of the parties, express or implied. 'English law provides no clear and all- embracing definition of a constructive trust. Its boundaries have been left perhaps deliberately vague, so as not to restrict the court by technicalities in deciding what the justice of a particular case may demand'. It has been 'a ready means of developing our property law in modern times'. The principle is that where a person who holds property in circumstances in which in equity and good conscience it should be held or enjoyed by another, he will be compelled to hold the property in trust for that other.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xv] «29.-
(1)Έκαστov δικαστήριov εv τη ασκήσει της πoλιτικής ή πoιvικής αυτoύ δικαιoδoσίας θα εφαρμόζη- (α) τo Σύvταγμα της Δημoκρατίας και τoυς δυvάμει αυτoύ γεvoμέvoυς ή υπό Δικαστηρίoυ εφαρμoστέoυς vόμoυς (β) τoυς vόμoυς τoυς διατηρηθέvτας εv ισχύϊ δυvάμει τoυ άρθρoυ 188 τoυ Συvτάγματoς υπό τoυς εv αυτώ πρoβλεπoμέvoυς όρoυς εκτός εάv άλλη πρόβλεψις εγέvετo ή θα γίvη δυvάμει vόμoυ εφαρμoστέoυ ή γεvoμέvoυ δυvάμει τoυ Συvτάγματoς (γ) τo κoιvόv δίκαιov (common law) και τας αρχάς της επιεικίας (equity) εκτός εάv άλλη πρόβλεψις εγέvετo ή θα γίvη υπό oιoυδήπoτε vόμoυ εφαρμoστέoυ ή γεvoμέvoυ δυvάμει τoυ Συvτάγματoς ή oιoυδήπoτε vόμoυ διατηρηθέvτoς εv ισχύϊ δυvάμει της παραγράφoυ (β) τoυ παρόvτoς εδαφίoυ, εφόσov δεv αvτιβαίvoυv ή δεv είvαι ασυμβίβαστoι πρoς τo Σύvταγμα (δ) τoυς vόμoυς και τας αρχάς περί τωv Βακoυφίωv (ahkamul evkaf) τoυς αvαφερoμέvoυς εις τηv παράγραφov 2 τoυ άρθρoυ 110 τoυ Συvτάγματoς (ε) τoυς Νόμoυς τoυ Κoιvoβoυλίoυ τoυ Ηvωμέvoυ Βασιλείoυ της Μεγάλης Βρετταvίας και Βoρείoυ Iρλαvδίας, oίτιvες είχov εφαρμoγήv εv Κύπρω κατά τηv αμέσως πρo της ημέρας αvεξαρτησίας ημέραv, εκτός εάv άλλη εγέvετo ή θα γίvη πρόβλεψις υπό vόμoυ εφαρμoστέoυ ή γεvoμέvoυ δυvάμει τoυ Συvτάγματoς και εφόσov δεv είvαι αvτίθετoι ή ασυμβίβαστoι πρoς τo Σύvταγμα». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xvi] Βλ. Miltiadous v Miltiadous
(1982)1 C.L.R. 797, Odysseos v Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557, Πένταυκας ν Πένταυκα
(1991)1 Α.Α.Δ. 547 στη σελίδα 554, Κωνσταντίνου ν Δημοσθένους
(1992)1 Α.Α.Δ. 621 στη σελίδα 625, Ανδρέας Στέλιου Ορφανίδη ν Νίκης Ανδρέα Ορφανίδη,
(1998)1 Α.Α.Δ. 179, Χρίστος Κληρίδης ν Ηρόδοτου Σταυρίδη,
(1998)1 Α.Α.Δ. 521, Παντελής Χαραλαμπίδης ν Γεωργίου Ανδρέα Κωνσταντίνου κ.ά.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 709. [xvii] Βλ. Ανδρέας Ι. Τσαγγάρη ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ.ά.
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 472. [xviii] Βλ. Ανδρέας Πίριλλος ν Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1Β Α.Α.Δ 1153. [xix] Βλ. Stylianou v Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, Στέλλα Γιαβρή κ. α. ν Σταυρου Πασιου
(2004)1 Α.Α.Δ. 125 και Φωτεινή Μούχτου κ. α.ν Κατελούς Χείμαρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1794. [xx] Βλ. Άννα Δημητρίου κ. α. ν Νίκου Ξανδρή
(2012)1 Α.Α.Δ. 2184. [xxi] Βλ. Reading v A - G [1951] 1 All ER 617, HL. [xxii] Βλ. Pilcher v Rawlins
(1872)7 Ch App
- [xxiii] Re Diplock [1948] 2 All ER 318, 324-325 και Westdeutsche Landesbank Girozentrale v Islington London Borough Council [1996] 2 All ER 961, 705,706,
- [xxiv] Η περιπτωσιολογία, μπορεί, ως έχει σχολιαστεί από αρκετούς αναλυτές του δικαίου της επιείκειας, να διαχωριστεί σε τρείς κατηγορίες:
(1)trustee de son tort,
(2)knowing receipt or dealing,
(3)accessory liability or knowing assistance. [xxv] Βλ. Green v Smith
(1738)Atk 572, 573 και Property Discount Corpn Ltd v Lyon Group Ltd [1980] 1 All ER 334. [xxvi] Βλ. Lloyds Bank Plc v Carrick [1996] 4 All ER 630, CA. [xxvii] Βλ. Berkley v Poulett [1977] EGLR 88, CA και Αντρίκκος Νίκου Χριστου κ. α. ν Γιώργου Γεωργίου
(1999)1 Α.Α.Δ. 940. [xxviii] Κατ' επέκταση, για να δημιουργηθεί εξ επαγωγής εμπίστευμα μεταξύ του αγοραστή της ακίνητης ιδιοκτησίας (εκδοχέας / αποδέκτης της ακίνητης ιδιοκτησία, βάσει της αρχικής συμφωνίας πώλησης) και κάποιου άλλου τρίτου προσώπου, πρέπει να αποδειχθούν ειδικές περιστάσεις που να καταδεικνύουν ότι ο εκδοχέας / αποδέκτης / αγοραστής της, ανέλαβε την ευθύνη υλοποίησης («undertaking») διατάξεων (που σχετίζονται με την ακίνητη ιδιοκτησίας) προς όφελος ενός τρίτου προσώπου. Είναι, ως έχει αποφασιστεί, η συνείδησης του εκδοχέα / αποδέκτη της ακίνητης ιδιοκτησίας που πρέπει να επηρεαστεί σε μια τέτοια περίπτωση και μάλιστα κατά τρόπο που να δημιουργεί υποχρέωση να ανταποκριθεί και καλύψει δικαιολογημένες προσδοκίες του τρίτου αυτού προσώπου, ώστε να δημιουργηθεί με βάσει το δίκαιο της επιείκειας εξ επαγωγής εμπίστευμα (Βλ. - κατ' αναλογίαν - DC Group Ltd v Clark [1992] 1 EGLR 187). [xxix] Βλ. Δρυάδης κ. α. ν Καλησπέρα
(1998)1 Α.Α.Δ. 867, Χρίστου κ. α. ν Γεωργίου
(1999)1 Α.Α.Δ. 940 και Κατερίνα Γρηγορίου Κλεάνθη κ. α. ν Μιχαλάκη Σιανιού κ. α.
(2009)1 Α.Α.Δ.
- [xxx] Βλ. Δώρος Γεωργιάδης κ. α. ν Sigma Radio Television Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A159, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 342/2009 και 349/2009, 06/03/
- [xxxi] Βλ. Eleni Andrea Avgousti v Niovi Papadamou a. A.
(1968)1 C.L.R. 66, Xenis Xenopoullos v Elli Isidorou Makridi
(1969)1 C.L.R. 488, Χριστοφίδη ν Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718, Ερωτοκρίτου ν Θεοδώρου κ. α
(1997)1 Α.Α.Δ. 1800, Φωτεινή Μούχτου κ. α.ν Κατελούς Χείμαρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1794 και Κατερίνα Γρηγορίου Κλεάνθη κ. α. ν Μιχαλάκη Σιανιού κ. α.
(2009)1 Α.Α.Δ.
- [xxxii] Βλ. ειδικότερα τα Άρθρα 2 και 3 του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ.
- [xxxiii] Βλ. Χριστοφίδη ν Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718, Απαισιώτη κ. α. ν Ραγιά κ. α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 882, Παναγιώτης Κίτση ν Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077 και Φωτεινή Μούχτου κ. α.ν Κατελούς Χείμαρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1794. [xxxiv] Βλ. Κατερίνα Σολωμού Χαραλάμπους ν Σοφίας Σολωμού κ. α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1058 και Watts v Spence [1976] Ch 165. [xxxv] Βλ. Ιωάννη Αντωνίου Χρυσοστόμου ν Ελένης Χρίστου Αντωνίου Φράγκου κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 622. [xxxvi] Βλ. επίσης την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Cybarco Ltd v Gillian Guest κ. α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 2071, όπου, η αρχή της υπεράσπισης αυτής, συνοψίστηκε ως εξής: «Σύμφωνα με τη νομολογία, όταν ένα μέρος με τη συμπεριφορά του δείχνει ότι δεν επιμένει σε εκτέλεση του συμβολαίου όπως ορίζουν οι αρχικοί του όροι, τότε το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι έχει παραιτηθεί των δικαιωμάτων του να επιμένει σε εκτέλεση της σύμβασης σύμφωνα με τους αρχικούς όρους.». [xxxvii] Βλ. - κατ' αναλογίαν - Παναγιώτα Δημητρίου Λοΐζου ν Αντώνη Δήμου Αντωνίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1035. [xxxviii] Βλ. Hill v Tupper
(1863)2 H & C 121. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο