Pembe Refet κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 3158/2010, 3612/2010, 11/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A171 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3158/2010 Μεταξύ: Pembe Refet Ενάγουσα -και-
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Εναγομένων ---------------- Συνενωμένη αγωγή: 3612/2010 Μεταξύ: SEACREST PROPERTIES LTD Ενάγοντες -και- Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενου 11 Οκτωβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα (στην αγωγή αρ. 3158/10): κ. Μ. Βλαδίμηρου (για ν΄ακούσει απόφαση ο κ. Θ. Παπαθεοδώρου) Για τους Ενάγοντες (στην αγωγή αρ. 3612/10): κ.Βλαδιμήρου μαζί με τον κ.Σαββίδη και την κα Πεύκου (για ν΄ακούσει απόφαση ο κ. Θ. Παπαθεοδώρου) Για τους Εναγόμενους (και στις δυο αγωγές): κα Ε. Φλουρέντζου (για ν΄ακούσει απόφαση η κα Κ. Λοϊζου) ΑΠΟΦΑΣΗ
- Στις 19.9.2012 εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα συνένωσης των δυο πιο πάνω υποθέσεων και η συνένωση αφορούσε όλα τα επίδικα ζητήματα. Οι δυο πιο πάνω αγωγές βασίζονται στο ίδιο πλέγμα γεγονότων ως επίσης εγείρονται παρόμοια νομικά ζητήματα. Οι ενάγοντες στις πιο πάνω υποθέσεις αξιώνουν, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για ζημιά και απώλεια που υπέστησαν λόγω της παρεμπόδισης της μεταβίβασης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας από την ενάγουσα στην αγωγή αρ. 3158/10, Pembe Refet, στην ενάγουσα εταιρεία στην άλλη υπόθεση, γενικές ή και τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και για παραβίαση του Ευρωπαϊκού κεκτημένου. Περαιτέρω επιζητούν, μεταξύ άλλων, απόφαση ότι η ενάγουσα εταιρεία δύναται να αγοράσει και να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο χωρίς την παρέμβαση του εναγόμενου και διάταγμα ότι η κηδεμονία που ασκεί ο εναγόμενος είναι παράνομη.
- Με βάση τα αποδεκτά γεγονότα όπως προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις διαφαίνεται ότι η ενάγουσα, Pembe Refet, βρετανίδα υπήκοος, τουρκοκυπριακής καταγωγής είναι ιδιοκτήτρια ακινήτου που βρίσκεται στο Αγ. Θεόδωρο της επαρχίας Λάρνακας. Η δε περιουσία της έχει περιέλθει στην κηδεμονία του κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ενόψει των προνοιών του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα Προσωρινές Διατάξεις) Ν.139/
- Η Pembe Refet συνήψε συμφωνία πώλησης της πιο πάνω ακίνητης περιουσίας με την αγγλική εταιρεία Seacrest Properties Ltd. Περαιτέρω διαφαίνεται από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου δεν πραγματοποιήθηκε όταν τα δύο πιο πάνω συμβαλλόμενα μέρη μετέβησαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας για να μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο επ΄ ονόματι της αγοράστριας εταιρείας.
- Η μοναδική μαρτυρία που κλήθηκε στα πλαίσια των δύο πιο πάνω υποθέσεων ήταν αυτή του κ. Μιχάλη Ιωάννου. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία τόσο από τους ενάγοντες όσο και από τους εναγόμενους.
- Ο κ.Μ. Ιωάννου στη μαρτυρία του μεταξύ άλλων ανέφερε τα ακόλουθα: (α) Είναι διευθυντής της ενάγουσας στην αγωγή αρ. 3612/10 η οποία είναι εγγεγραμμένη εταιρεία στο Ηνωμένο Βασίλειο και ασχολείται μεταξύ άλλων με την αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο δε ίδιος είναι λογιστής και ασχολείται με επενδύσεις. (β) Η Pembe Refet (ενάγουσα στην αγωγή αρ. 3158/10) είναι ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου που βρίσκεται στον Αγ. Θεόδωρο της επαρχίας Λάρνακας (βλ.Τεκμ.1) και στις 3.3.2010 συμφώνησε να πωλήσει το πιο πάνω ακίνητο στην ενάγουσα εταιρεία και έτσι κατήρτισαν γραπτή συμφωνία (βλ.Τεκμ.2). Το τίμημα πώλησης ανήλθε στις €90.000.- το οποίο καταβλήθηκε με την υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας. Διελάμβανε και τα ακόλουθα: «
- Both parties agree to apply to an English Court for a declaration on the following issues.
- That the contract is valid and legally binding on the parties.
- That the seller owner who is of Turkish Cypriot origins has the right to enter into this contract and sell the above mentioned land to the said buyer without the need to apply for the permission to the Custodian of Turkish Cypriot properties or any other Cyprus government department or agency.
- That the parties being European Citizens are entitled to enter into this Contract without the Cyprus Government's interference as their right is derived from Community law and are free to complete and perform it freely like any other contract irrespective of their ethnic origins.
- The parties irrevocably submit to the exclusive jurisdiction of English Court in the determination of any legal right emanating from this agreement or any legal interpretation it may be necessary under the contract». (γ) Την ίδια ημέρα μετέβηκε μαζί με την κα Pembe Refet στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας και κατέθεσαν την πιο πάνω συμφωνία ως επίσης και αίτηση μεταβίβασης του ακινήτου επ΄ ονόματι της εταιρείας. Αρμόδιος λειτουργός του Κτηματολογίου Λάρνακας τους ανέφερε ότι η μεταβίβαση δεν μπορεί να διεκπεραιωθεί χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιήσει τους λόγους. Παρόλα αυτά όμως αντίγραφο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, δεόντως χαρτοσημασμένο, παραλήφθηκε από τον πιο πάνω λειτουργό. Ο ίδιος ανησύχησε για την πιο πάνω εξέλιξη και ζήτησε νομική συμβουλή από τον δικηγόρο κ. Μ. Βλαδίμηρου, ο οποίος προέβη σε σειρά διαβημάτων τόσο προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας όσο και προς την υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών χωρίς τελική έκβαση. (δ) Το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας με επιστολή του ημερ. 29.10.10 ενημέρωσε τον δικηγόρο των εναγόντων ότι για να εξεταστεί περαιτέρω η αίτηση για πώληση του επίδικου ακινήτου θα πρέπει να προσκομιστούν επαρκή στοιχεία για τη σημερινή διεύθυνση της κατοικίας της Τουρκοκύπριας Pembe Refet καθώς και στοιχεία για την διαμονή της τα «προηγούμενα έτη 1974 μέχρι σήμερα από το Προξενείο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Μεγ. Βρετανία. Ο Κηδεμόνας Τ/Κ περιουσιών, ο οποίος έχει υπό την κηδεμονία του την Τ/Κ περιουσία, και για να καταστεί δυνατή η αποδοχή για κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, χρειάζεται να προσκομίσετε στο Γραφείο μου τα πιο πάνω απαραίτητα έγγραφα και στοιχεία για να μπορέσει να εξετάσει το αίτημα για τυχόν αποδοχή της δήλωσης πώλησης της πιο πάνω τ/κ ιδιοκτησίας». (βλ.Τεκμ.3) (ε) Επισήμανε ότι οι λόγοι που προβάλλονται από το Κτηματολόγιο Λάρνακας δεν σχετίζονται καθοιονδήποτε τρόπο με τη νομική και πραγματική υπόσταση των εναγόντων αλλά αντιθέτως παρεμποδίζουν αδικαιολόγητα και χωρίς οποιοδήποτε νόμιμο λόγο την άσκηση από μέρους τους εμπορικών συναλλαγών και ειδικότερα επενδύσεων στην Κυπριακή Δημοκρατία. Έτσι οι ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αγωγή. (στ) Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι, την κα Pembe Refet την γνώρισε στην Αγγλία πριν περίπου 15 χρόνια η οποία του ανέφερε ότι ήταν κληρονόμος περιουσίας την οποία είχε η μητέρα της. Όταν ρωτήθηκε σχετικά, δεν γνώριζε να αναφέρει κατά πόσο η μητέρα της διαμένει σε κατεχόμενη Ελληνοκυπριακή περιουσία. Όταν του υποβλήθηκε ότι η αξία της επίδικης περιουσίας ανέρχεται στις €500.000.-, δήλωσε ότι δεν προέβη σε εκτίμηση αλλά έκανε έρευνα σε σχέση με το επίδικο ακίνητο και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για μια καλή εμπορική συμφωνία. Έτσι η ενάγουσα εταιρεία ετοίμασε τη συμφωνία (βλ.Τεκμ.2). Ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι όφειλε να γνωρίζει τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας πλην όμως το άρθρο 13.2 της συμφωνίας (βλ.Τεκμ.2) ρητά αναφέρει ότι η πωλητής η οποία είναι Τουρκοκυπριακής καταγωγής έχει το δικαίωμα να πωλήσει την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία στην αγοράστρια εταιρεία χωρίς να χρειάζεται να αποταθεί για έγκριση στον Κηδεμόνα Τ/Κ περιουσιών ή σε οποιοδήποτε άλλο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
- Στο στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόντων εισηγήθηκαν, μεταξύ άλλων, ότι στην παρούσα περίπτωση οι υπηρεσίες του κράτους αρνήθηκαν την πρόσβαση σε αγαθά και παροχή υπηρεσιών λόγω της εθνικής καταγωγής της αιτήτριας επειδή είναι Τουρκοκύπρια και την έθεσαν σε μειονεκτική θέση. Αναφέρθηκε ότι εάν η ενάγουσα δεν ήταν Τουρκοκύπρια αλλά Ελληνοκύπρια δεν θα χρειαζόταν η συναίνεση του Υπ. Εσωτερικών για την πώληση της περιουσίας της. Συνεπώς, ισχυρίστηκαν ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3
(1)(h) της οδηγίας 2000
(43)/ΕΚ, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής ως επίσης και των άρθρων 4
(1)(ε) και 10 του περί Ίσης Μεταχείρισης (Φυλετική ή Εθνοτική Καταγωγή) Ν.59
(1)/2004. Συνακόλουθα ο κ. Βλαδίμηρου εισηγήθηκε, ότι θα πρέπει να εκτελεστεί η συμφωνία χωρίς την επέμβαση του Υπ. Εσωτερικών. Περαιτέρω δε, ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας εταιρείας εισηγήθηκε μεταξύ άλλων, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη είναι υπήκοοι του Ην. Βασιλείου και ελεύθερα κατέληξαν σε συμφωνία αγοραπωλησίας και επισήμανε ότι η άρνηση - παρεμπόδιση των αρμοδίων αρχών του κράτους έναντι των εναγόντων συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό του δικαιώματος τους στην ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων κατά παράβαση του άρθρου 63
(1)της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης εισηγήθηκε ότι ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα Προσωρινές Διατάξεις) Ν.139/91δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση και περαιτέρω ανέφερε ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει εφαρμογή η πιο πάνω νομοθεσία, αυτή συγκρούεται με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνεπώς καθίσταται ανενεργή. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Δημοκρατίας η οποία, μεταξύ άλλων, εισηγήθηκε ότι ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα Προσωρινές Διατάξεις) Ν.139/91έχει εφαρμογή και οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους. Ανέφερε ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε απόφαση από τον Κηδεμόνα Τ/Κ Περιουσιών. Όταν ζητήθηκαν στοιχεία δεν δόθηκαν. Συνεπώς δήλωσε ότι η αγωγή είναι πρόωρη και συνακόλουθα θα πρέπει να απορριφθεί. 6. Ένα από τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση είναι το κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση έχει εφαρμογή ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) Ν.139/91και ειδικότερα το νομικό καθεστώς τόσο της πωλήτριας όσο και της πωληθείσας περιουσίας. Έτσι το Δικαστήριο στη συνέχεια θα εξετάσει τα πιο πάνω ζητήματα. 7.1 Στην υπόθεση A. & A. Enterprises Ltd v Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών,
(2009)4Α ΑΑΔ 97, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εκτιμώ ότι για να απαντηθεί το ερώτημα του κατά πόσον ο αποβιώσας ήταν τουρκοκύπριος και επομένως ότι και η περιουσία του ήταν τουρκοκυπριακή, σύμφωνα με το Ν.139/91, θα πρέπει να ανατρέξουμε στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας όπου στο Άρθρο 2 καθορίζεται ποιοι αποτελούν την ελληνική και ποιο την τουρκική κοινότητα της Κύπρου. Την τουρκική κοινότητα αποτελούν όλοι οι πολίτες της Δημοκρατίας που είναι τουρκικής καταγωγής και έχουν ως μητρική γλώσσα την τουρκική ή μετέχουν των τουρκικών πολιτιστικών παραδόσεων ή είναι μωαμεθανοί. Είναι προφανές, κατά την κρίση μου, ότι για να είναι κάποιος τουρκοκύπριος πρέπει να ανήκει στην τουρκική κοινότητα της Κύπρου και επομένως θα πρέπει να είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας. ... Κατά την εκτίμησή μου, λαμβανομένου υπόψη και του προοιμίου του Νόμου 139/91, θα ήταν παράλογο να επεκταθεί η έννοια του όρου «τουρκοκύπριος», στον προαναφερόμενο Νόμο, και στα άτομα τουρκικής καταγωγής που ήταν υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου και των αποικιών του και κάτοικοι της αποικίας της Κύπρου, πριν την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως ήταν ο αποβιώσας.» Από την άλλη, τουρκοκυπριακή περιουσία περιλαμβάνει κάθε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε τουρκοκύπριο που βρίσκεται στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές ενώ όπως έχει ήδη επισημανθεί τουρκοκύπριος σημαίνει τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. (βλ. άρθρο 2 του Ν.139/91 και A. & A. Enterprises Ltd v Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ανωτέρω και M.S. Mishas Investments Ltd v Κυπριακή Δημοκρατία κ.ά., υπ.αρ.938/2012 / ημερ. 4.4.14). Ο χρόνος εξέτασης του καθεστώτος της συνήθους ή μη διαμονής ανάγεται στο χρόνο θέσπισης του Νόμου. Ανάλογα με την διαμονή του τουρκοκύπριου η περιουσία του περιήλθε νόμιμα ή όχι στον κηδεμόνα (βλ. Basma κ.ά. v Δημοκρατίας, Α.Ε. αρ. 148/09 και 158/09, ημερ. 16.7.2013 και M.S. Mishas Investments Ltd, ανωτέρω). Περαιτέρω η νομολογία επισημαίνει ότι το ζήτημα το τι συνιστά τουρκοκυπριακή περιουσία σύμφωνα με το άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου, είναι ζήτημα δημοσίου δικαίου. Οι αποφάσεις του κηδεμόνα αφορούν θέματα δημοσίου δικαίου ελεγχόμενες από το αναθεωρητικό Δικαστήριο. Μόνο όπου ο ίδιος ο αιτητής θέτει με παραδεκτή μαρτυρία ζητήματα που άπτονται ιδιωτικής ή αστικής διαφοράς είναι δυνατό το θέμα να τύχει χειρισμού από αστικό Δικαστήριο όπως και στην υπόθεση Ahmet κ.ά. ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2011)3Α ΑΑΔ 135, στην οποία οι αιτητές ισχυρίστηκαν ότι ουδέποτε εγκατέλειψαν την περιουσία τους λόγω «μαζικής μετακίνησης του τουρκοκυπριακού πληθυσμού» και ότι στην περιουσία τους παρανόμως επενέβησαν τρίτα άτομα μετά από τον εξαναγκασμό τους να αφήσουν την περιουσία παρά τη θέληση τους και να εγκατασταθούν στα κατεχόμενα. 7.2 Με βάση τις έγγραφες προτάσεις διαφαίνεται ότι η Pembe Refet είναι ιδιοκτήτρια της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας και είναι Βρετανίδα υπήκοος αλλά Τ/Κ καταγωγής και η δε περιουσία της έχει περιέλθει στην κηδεμονία του Κηδεμόνα Τ/Κ περιουσιών. Περαιτέρω αντιμετωπίστηκε ως τέτοια ως προκύπτει και από την επιστολή του Κτηματολογίου προς το συνήγορο των εναγόντων (βλ. Τεκμ.3) με την οποία τον ενημέρωνε ότι για να εξεταστεί η αίτηση για πώληση του επίδικου ακινήτου θα έπρεπε να προσκόμιζαν επαρκή στοιχεία για την διεύθυνση της κατοικίας της Τουρκοκύπριας πωλήτριας καθώς και στοιχεία για την διαμονή της σε σχέση με προηγούμενα έτη. Στις 3.3.2010 συμφώνησε να πωλήσει στην εταιρεία Seacrest Properties Ltd το πιο πάνω ακίνητο (βλ. Τεκμ.2). Διαφαίνεται από το πιστοποιητικό εγγραφής της πιο πάνω ακίνητης ιδιοκτησίας ότι το πιο πάνω ακίνητο αποκτήθηκε από την Pembe Refet δυνάμει δωρεάς με την Δ.117/05 στις 25.1.2005 και ως του ανέφερε η τελευταία ήταν κληρονόμος σε περιουσία που κατείχε η μητέρα της. Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι δεν προσφέρθηκε ίχνος μαρτυρίας από μέρους των εναγόντων σε σχέση με την διαμονή τόσο της ενάγουσας πωλήτριας όσο και της μητέρας της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επίσης δεν προσφέρθηκε μαρτυρία κατά πόσο η επίδικη περιουσία πρόκειται ή όχι για τουρκοκυπριακή περιουσία στα πλαίσια της έννοιας του Νόμου. Πέραν των πιο πάνω όταν ρωτήθηκε σχετικά ο κ.Μ. Ιωάννου ανέφερε ότι δεν γνώριζε πού διαμένει η μητέρα της Pembe Refet. Από τη μια ισχυριζόταν ότι γνώριζε την Pembe Refet για αρκετά χρόνια πλην όμως δεν γνώριζε για το πού διαμένει η μητέρα της. Για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα ο κ.Μ. Ιωάννου δεν γνώριζε. Δεν γίνεται αποδεχτή η θέση του ότι δεν γνώριζε για την διαμονή της μητέρας της πωλήτριας λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ως διαφαίνεται η ενάγουσα εταιρεία γνώριζε ότι απαιτείτο η έγκριση από τον κηδεμόνα. Η σχετική αναφορά του ελέγχεται ως εξαιρετικά αμφίβολη κατ΄ ελάχιστον μέχρι και ψευδής κατ΄ανώτατο επίπεδο. Προσεκτική έως και επιλεκτική η μαρτυρία του σε σχέση με τα ουσιώδη ζητήματα. Περαιτέρω ανέφερε ότι το εν λόγω πρόσωπο με το οποίο ήταν φίλοι, του ανέφερε ότι ήθελε να πωλήσει την περιουσία της όταν σπούδαζαν πριν περίπου 15 χρόνια. Όταν του υποβλήθηκε ότι τότε δεν ήταν ιδιοκτήτρια της συγκεκριμένης Τ/Κ περιουσίας, δήλωσε ότι του ανέφερε ότι ήταν κληρονόμος σε περιουσία την οποία είχε η μητέρα της. Εμφανής η πρόθεση των εναγόντων και στις δυο υποθέσεις να καταστρατηγήσουν τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω αλλά και το περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας (Τεκμ.2) με το οποίο συμφώνησαν μεταξύ άλλων ότι ο πωλητής δικαιούται να πωλήσει την περιουσία χωρίς να αποταθεί για έγκριση στον Κηδεμόνα Τ/Κ περιουσιών. Όπως έχει ήδη επισημανθεί δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με τη διαμονή της πωλήτριας ενάγουσας ή και της μητέρας της. Η υπόθεση M.S. Mishas Investments Ltd, ανωτέρω, αφορούσε προσφυγή και οι αιτητές επιδίωκαν την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης του διευθυντή του τμήματος Κτηματολογίου με την οποία πληροφόρησε τους αιτητές ότι το πωλητήριο έγγραφο δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό για κατάθεση επειδή ο κηδεμόνας τουρκοκυπριακών περιουσιών δεν συγκατατέθηκε στην αποδοχή του αγοραπωλητηρίου καθότι διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση λόγω της τουρκικής εισβολής. Ο Δικαστής Ναθαναήλ, απορρίπτοντας την προσφυγή επισήμανε ότι ενόψει της έρευνας των καθ΄ων η αίτηση ως προς την πραγματική διαμονή του πολίτη «. οι αιτητές καμιά αντίθετη μαρτυρία δεν επιχείρησαν να εισαγάγουν, ούτε και ζήτησαν να προσκομίσουν διαφορετικά δεδομένα. Το βάρος εναπόκειτο στους ίδιους ...» (η έμφαση δική μου). Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση το βάρος εναπόκειτο στους ενάγοντες να καταδείξουν ότι δεν έχουν εφαρμογή οι πρόνοιες του Ν.139/91 και δεν το έχουν αποσείσει. Ο δε ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας εταιρείας στο στάδιο των αγορεύσεων ανέφερε ότι ουδέποτε η ενάγουσα πωλήτρια και η μητέρα της εγκατέλειψαν το επίδικο ακίνητο και περαιτέρω η ενάγουσα το 1974 σε ηλικία 13 ετών μετακόμισε από την Κύπρο και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Λονδίνο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω οι ενάγοντες απέτυχαν να καταδείξουν ότι δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση η συγκεκριμένη νομοθεσία και περαιτέρω ότι η ενάγουσα πωλήτρια δεν είναι τουρκοκύπρια και δεν αφορά τουρκοκυπριακή περιουσία στα πλαίσια της έννοιας του Νόμου. Και κάτι ακόμη. Διαφαίνεται από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες στις πιο πάνω υποθέσεις κατάρτισαν συμφωνία πώλησης της ακίνητης περιουσίας (Τεκμ.2) και μετέβησαν στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση του ακινήτου. Στις 29.10.2010 το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, με επιστολή στο δικηγόρο τους, ζητούσε περαιτέρω στοιχεία όπως με λεπτομέρεια αυτά περιγράφονται πιο πάνω. Οι ενάγοντες δεν τα προσκόμισαν και λίγες μέρες μετά τη σύνταξη της πιο πάνω επιστολής (Τεκμ.3) και ειδικότερα στις 10.11.2010 και 22.12.2010 η Pembe Refet και η ενάγουσα εταιρεία αντίστοιχα καταχώρισαν τις πιο πάνω αγωγές. Το σχετικό αίτημα των εναγόντων για την μεταβίβαση των ακινήτων όπως διαφαίνεται πιο πάνω δεν απορρίφθηκε από τις αρμόδιες αρχές του κράτους. Εκείνο που τους ζητούσαν ήταν να προσκομίσουν τα πιο πάνω στοιχεία. Δεν το έπραξαν και καταχώρισαν τις πιο πάνω αγωγές. Η πιο πάνω επιστολή είχε πληροφοριακό χαρακτήρα και δεν δύναται να ερμηνευτεί έστω και ως σιωπηρή άρνηση των αρμοδίων αρχών. Οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση επέλεξαν δικαιωματικά να μην προσκομίσουν τα στοιχεία που τους ζητήθηκαν και διεκδίκησαν τα δικαιώματα τους. Ο κ.Μ. Ιωάννου στην προσπάθεια να καταδείξει ότι οι αρμόδιες αρχές αρνήθηκαν τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι της εταιρείας, ανέφερε ότι ο συνήγορος του κ.Μ. Βλαδίμηρου προέβη σε σειρά διαβημάτων τόσο προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας όσο και προς την υπηρεσία διαχείρισης Τουρκοκυπριακών περιουσιών χωρίς τελική έκβαση. Κατ΄ αρχήν πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Δεν έχουν αναφερθεί με την απαραίτητη επάρκεια τα διαβήματα που προέβη ο δικηγόρος τους με αποτέλεσμα να μην υφίσταται θετική έκβαση. Γενικά η όλη παρουσία του συγκεκριμένου προσώπου στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική και όπως έχει επισημανθεί η μαρτυρία του δεν ήταν πειστική και ελέγχεται ως εξαιρετικά αμφίβολη κατ΄ ελάχιστον μέχρι και ψευδής κατ΄ανώτατο επίπεδο. Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του σε όση έκταση έρχεται σε αντίθεση με τα αποδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα. 7.3 Ζήτημα δυσμενούς διάκρισης εναντίον της Pembe Refet λόγω εθνικής καταγωγής και θρησκείας και περαιτέρω ισχυριζόμενης παραβίασης του άρθρου 63
(1)της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ενάγουσα επικαλείται τις διατάξεις του περί Ίσης Μεταχείρισης Προσώπων άσχετα από Φυλετική ή Εθνοτική Καταγωγή Ν.59
(1)/04, των περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και Ορισμένων Άλλων Διακρίσεων (Επίτροπος) Ν.42
(1)/04 και την οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν την ισότητα και παραπονείται ότι οι ενέργειες των εναγομένων εναντίον των περιουσιακών και ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της έγιναν επειδή είναι τουρκοκυπριακής καταγωγής. Το άρθρο 28.2 του Συντάγματος προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι ο καθένας απολαμβάνει όλων των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο Σύνταγμα χωρίς καμιά δυσμενή διάκριση άμεση ή έμμεση σε βάρος οιουδήποτε ατόμου λόγω της κοινότητας, της θρησκείας, της γλώσσας ή της εθνικής του καταγωγής. Το άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως επίσης και το άρθρο 1 του 12ου Πρωτοκόλλου της πιο πάνω Σύμβασης αναφέρονται στην απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται στη Σύμβαση, χωρίς διάκριση σε οποιαδήποτε βάση όπως, μεταξύ άλλων, εθνικής καταγωγής και θρησκείας. Η συνταγματικότητα του Ν. 139/91 έχει κριθεί σε πολλές και σημαντικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στη Σολομωνίδης κ.α. ν. του Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1275, αποφασίστηκε ότι η αναγκαιότητα της διαχείρισης των τουρκοκυπριακών περιουσιών από τον Κηδεμόνα με σκοπό την προστασία τους, δικαιολογείτο βάσει του δικαίου της ανάγκης, και με παραπομπή στην Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125, ότι η Πολιτεία μπορεί να προσφύγει σε μέτρα που συνεπάγονται τον περιορισμό ή τη δέσμευση ή, ακόμη, και τη στέρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που διασφαλίζονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος και αποφάσισε ότι το δίκαιο της ανάγκης θα μπορούσε να εφαρμοστεί ώστε να αναστέλλονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες που περιέχονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος (που περιλαμβάνει το Άρθρο 23) και συγκεκριμένα το δικαίωμα της περιουσίας. Αναφέρθηκε στη σελ. 1282 ότι: «Η πολιτεία, κάτω από τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν με την τουρκική εισβολή, είχε καθήκον να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη διαχείριση και προστασία των εγκαταλειφθεισών τουρκοκυπριακών περιουσιών προς το συμφέρον της κοινωνικής τάξης. Τα μέτρα αυτά σκοπό δεν είχαν τη θέσπιση μόνιμων περιορισμών ή στέρηση των δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών, αλλά την προσωρινή, για όσο χρόνο ήταν αναγκαίο, προστασία και διαχείριση της περιουσίας. Τα δε μέτρα που λήφθηκαν ήταν, κατά την άποψη μας, τα απολύτως αναγκαία και ανάλογα με την κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπισθεί.» Στην Αλή Κιαμίλ ν. Υπουργού Εσωτερικών, Υπόθ. Αρ. 133/2005, ημερ. 19.1.2007 αναφέρεται ότι: «Ο ισχυρισμός της αντίθεσης του Νόμου με το Άρθρο 23 του Συντάγματος, επίσης, δεν ευσταθεί. Το Κράτος, το 1974, βρέθηκε αντιμέτωπο με μια κατάσταση καταστροφής, που δημιουργεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 183 του Συντάγματος, και συνεπώς, είχε καθήκον να λάβει μέτρα, έστω και αν αυτά περιέχουν περιορισμούς ή ακόμα και αποστέρηση θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, κατοχυρωμένων από το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος. Η μαζική μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων και η εγκατάλειψη από αυτούς των περιουσιών τους στις περιοχές οι οποίες ελέγχονται από το Κράτος επέβαλλε την ανάγκη αυτές να προστατευθούν, προς όφελος των ιδιοκτητών τους, όπως, άλλωστε, αναφέρεται στο προοίμιο του Νόμου, το οποίο, συνήθως, δηλώνει τα γεγονότα ή την κατάσταση για την οποία ο νομοθέτης προτίθεται να θεσπίσει το νόμο ο οποίος ακολουθεί - (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου
(1991)1 ΑΑΔ 1153). Η θέσπιση του Νόμου, έστω και με την καθυστέρηση η οποία παρατηρείται, ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Ο ισχυρισμός του αιτητή ότι, κατά την ψήφισή του, εξέλιπαν οι ανάγκες που αυτός σκοπούσε να αντιμετωπίσει, αφού όλοι οι πρόσφυγες είχαν στεγασθεί, παραβλέπει εντελώς ότι σκοπός του Νόμου δεν ήταν η στέγαση και η διευκόλυνση των προσφύγων αλλά η προστασία των εγκαταλειφθεισών περιουσιών των Τουρκοκυπρίων, λόγω της μαζικής μετακίνησης των ιδιοκτητών τους στις κατεχόμενες περιοχές.» Στη Suleyman ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(2007)4(Α) ΑΑΔ 312, αναφέρεται ότι: (σελ. 319) «Το επιχείρημα ότι ο Νόμος 139/91 είναι αντίθετος προς τις πρόνοιες των Άρθρων 6, 13, 23 και 28 του Συντάγματος δεν ευσταθεί. Όπως είναι γνωστό το 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, έκτοτε δε κατέχει ένα σημαντικό μέρος της. Έπρεπε, να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα προς αντιμετώπιση της κατάστασης. Ως προς το συγκεκριμένο θέμα έπρεπε, από τη μια, να προστατευθούν οι περιουσίες που οι Τουρκοκύπριοι μεταβαίνοντας στις περιοχές που δεν ήλεγχε το κράτος εγκατέλειψαν και από την άλλη να βοηθηθούν οι χιλιάδες εκτοπισμένοι Ελληνοκύπριοι οι οποίοι έχασαν τη δική τους περιουσία στις κατεχόμενες περιοχές. ........ ο Κηδεμόνας έχει αναλάβει, σύμφωνα με το Νόμο, τις περιουσίες μόνο των Τουρκοκυπρίων που λόγω της τουρκικής εισβολής τις εγκατέλειψαν για να μεταβούν στις κατεχόμενες περιοχές». (σελ.319-20) «Οι διατάξεις του Άρθρου 6 δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας. Ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης δεν αποστερείται της περιουσίας του, της οποίας εξακολουθεί να είναι κύριος. Η διαχείριση όμως της περιουσίας αυτής ανατίθεται, κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης και για τους σκοπούς που είπαμε πιο πάνω, στον Κηδεμόνα (βλέπε και Αλή Κιαμίλ ν. Υπουργού Εσωτερικών, Υπόθ. Αρ. 133/2005, ημερ. 19.1.2007). Απλώς το δικαίωμα κατοχής, διαχείρισης και ελέγχου της περιουσίας υπόκειται σε απόλυτα αναγκαίους περιορισμούς, που συνάδουν με το άρθρο 23.3 του Συντάγματος». (σελ. 321) «Η ρύθμιση που έγινε είναι ένα αναγκαίο, προσωρινό μέτρο, το οποίο έπρεπε να ληφθεί κάτω από τις τραγικές συνθήκες που δημιούργησε η τουρκική εισβολή. Το γεγονός ότι η έκρυθμη κατάσταση διαρκεί για τόσα πολλά χρόνια δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα της ρύθμισης ως προσωρινού μέτρου, αφού ισχύει για όσο καιρό υπάρχει η κατοχή και η εξ αυτής προκύπτουσα έκρυθμη κατάσταση. Ο Νόμος 139/91 δεν είχε σκοπό να θεσπίσει μόνιμους περιορισμούς ή να επιβάλει στέρηση των δικαιωμάτων των νόμιμων ιδιοκτητών. Τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν, όπως αποφασίστηκε και στην υπόθεση Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ. κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά. (ανωτέρω), απολύτως αναγκαία και ανάλογα με την κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπιστεί. ......... Σκοπός ακριβώς του νόμου ήταν η προστασία των περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν λόγω της τουρκικής εισβολής. Η διαφορά μεταξύ των Τουρκοκυπρίων που συνέχισαν να διαμένουν στις ελεύθερες περιοχές και οι οποίοι συνέχισαν βεβαίως να έχουν στην κατοχή τους την περιουσία τους, η οποία συνεπώς δεν χρειαζόταν προστασία, είναι προφανής.» (και στη σελ. 322-3) «Ο Νόμος 139/91 δεν θέτει αυθαίρετους περιορισμούς, αλλά προβαίνει σε αναγκαίες, υπό τις περιστάσεις, προσωρινές ρυθμίσεις. Το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτόκολλου της Σύμβασης, μετά την αναγνώριση του δικαιώματος οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου σε ειρηνική απόλαυση της περιουσίας του, αναφέρεται στις εξαιρέσεις. Το δικαίωμα παραμερίζεται για σκοπούς δημόσιου συμφέροντος και υπό τους όρους που ρυθμίζεται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Η προστασία του Άρθρου 1 δεν μειώνει το δικαίωμα του κράτους να επιβάλει τέτοιους νόμους που θεωρεί αναγκαίους προς έλεγχο της χρήσης της περιουσίας, σύμφωνα με το γενικό συμφέρον ή προς εξασφάλιση της πληρωμής φόρων ή άλλης συνεισφοράς. Οι εξαιρέσεις του άρθρου 1 υπάρχουν στην παρούσα υπόθεση. Ο Νόμος 139/91 υπαγορεύτηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι είναι προφανείς. ... στην περίπτωση του Νόμου 139/91 η ιδιοκτησία παραμένει στους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες και ο Κηδεμόνας απλώς έχει την ευθύνη και την αρμοδιότητα να διαχειρίζεται την περιουσία μέχρι το τέλος της έκρυθμης κατάστασης.» Στην Arif Moustafa v. Υπουργείου Εσωτερικών, μέσω Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού
(2004)4 (Β) ΑΑΔ 790 αναφέρεται ότι στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ανατέθηκε με το Νόμο η διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών στις ελεύθερες περιοχές, οι οποίες εγκαταλείφθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους ως εκ της αναγκαστικής μετακίνησης τους στις κατεχόμενες περιοχές. Τονίζεται ότι κυρίαρχο ρόλο στην ερμηνεία του όρου έχει ο ορισμός του όρου «Τουρκοκύπριος» και το κριτήριο του Νόμου ως προς το ποιος είναι «Τουρκοκύπριος», είναι η σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συνήθης διαμονή του ιδιοκτήτη στις περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία. Με επίκεντρο την περιοχή διαμονής του Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη, αναφέρεται στη σελ. 795, ότι, με την ανάθεση της κατοχής και διαχείρισης των τουρκοκυπριακών περιουσιών στη Δημοκρατία, ο σκοπός του Νόμου: «...δεν είναι να γίνει τούτο σε αντίδραση και αντάλλαγμα προς την κατοχή και εκμετάλλευση των Ελληνοκυπριακών περιουσιών στις κατεχόμενες περιοχές, που αν ήταν τέτοιος ενδεχομένως να συνιστούσε και παράβαση του άρθρου 6 του Συντάγματος ως δυσμενής διάκριση εις βάρος της τουρκικής κοινότητας, αλλά ακριβώς, όπως αναφέρεται στο προοίμιο, η προστασία των εν λόγω περιουσιών ως εκ της απουσίας των ιδιοκτητών τους, η οποία τις αφήνει εκτεθειμένες. Εξ ου και ο νομοθέτης έκρινε, όπως προκύπτει από τον ορισμό του όρου «Τουρκοκύπριος», ως το κριτήριο του, ότι μόνο στο βαθμό που οι ιδιοκτήτες των εν λόγω περιουσιών δεν κατοικούν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές είναι αναγκαία η προστασία τους, προφανώς καθ΄ όσον εκείνες οι τουρκοκυπριακές περιουσίες των οποίων οι ιδιοκτήτες κατοικούν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές δεν χρήζουν τέτοιας προστασίας, καθιερώνοντας έτσι ένα κριτήριο που εφαρμόζεται όχι γενικά ως προς τη μάζα των Τουρκοκυπρίων αλλά συγκεκριμένα ως προς κάθε ιδιοκτήτη.» Αναφέρεται πως όταν ο ιδιοκτήτης αποκτήσει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές το ίδιο το κριτήριο του Νόμου εξαιρεί την περιουσία από τη διαχείριση του Κηδεμόνα. Σημειώνεται ότι (σελ.795-6): «Η συνήθης διαμονή του συγκεκριμένου ιδιοκτήτη στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ως το κριτήριο του ίδιου του νομοθέτη, θέτει τις εν λόγω συγκεκριμένες περιουσίες στην ίδια μοίρα με όλες τις άλλες περιουσίες εκεί και αποκλείει την παρέμβαση ή περαιτέρω παρέμβαση του Κηδεμόνα στην προστασία και διαχείριση τους. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, δεν έχει σημασία αν ο οποιοσδήποτε συγκεκριμένος ιδιοκτήτης απέκτησε τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές πριν ή μετά από την 1.7.1991, και τοσούτο μάλλον αν επανέρχεται στη συνήθη διαμονή του εκεί και επιδιώκει να κατοικήσει στο ίδιο του το σπίτι. Σε οποιαδήποτε τέτοια περίπτωση, το ίδιο το κριτήριο του Νόμου εξαιρεί την περιουσία από τη διαχείριση του Κηδεμόνα. Και δεν είναι, περαιτέρω, ασφαλώς μόνο, για να μην αναφερθώ και στη στοιχειώδη ανθρώπινη λογική, οι συνήθεις ερμηνευτικοί κανόνες που υπαγορεύουν την άποψη αυτή, αλλά και θεμελιακές ερμηνευτικές αρχές που θέλουν η ερμηνεία των νόμων να συνάδει προς τα συνταγματικά δικαιώματα και να είναι αναλόγως περιοριστική. Αν ο Νόμος ερμηνεύετο άλλως ώστε να καλύπτει τη συνέχιση της διαχείρισης τουρκοκυπριακής περιουσίας μετά από την επανακαθιέρωση της συνήθους διαμονής του ιδιοκτήτη στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ενδεχομένως να συνιστούσε αδικαιολόγητο και υπέρμετρο, ακόμα και προς την ίδια την ανάγκη που ρητά αναφέρεται στο Νόμο ως δικαιολογούσα αυτόν, περιορισμό του θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Η προσέγγιση αυτή προκύπτει και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως προς την ισχύ της αρχής της αναλογικότητας, ως αντικειμενικού και εύλογου κριτηρίου, στους περιορισμούς που μπορεί να τεθούν στη βάση διακρίσεως κατά παράβαση του Άρθρου 14 της Σύμβασης (που αντανακλάται και στο Άρθρο 28 του Συντάγματος) ...». Είναι συνεπώς πρόδηλο πως εάν κάποιος τουρκοκύπριος δεν εγκατέλειπε το 1974 την περιουσία του αυτή, δεν θα ενέπιπτε κάτω από τις διατάξεις του Νόμου και δεν θα περιέρχετο υπό την κηδεμονία του Κηδεμόνα. Αυτός θα διατηρούσε την κατοχή, τη διαχείριση και τον έλεγχο της. Περαιτέρω όπως σημειώνεται στην Αrif Moustafa (σελ. 794) το κριτήριο του Νόμου ως προς το ποιος είναι «Τουρκοκύπριος» είναι η σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συνήθης διαμονή του ιδιοκτήτη στις περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία. Απορρίπτοντας το Δικαστήριο τη θέση ότι ο ορισμός του όρου «Τουρκοκύπριος» συνδέεται προς την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου αναφέρει ότι (σελ. 794-5): «Μια τέτοια διάκριση όχι μόνο θα ήταν παράλογη και θα συνιστούσε αδικαιολόγητο και υπέρμετρο ως προς την ανάγκη που υπαγόρευσε το Νόμο περιορισμό του θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας, αλλά και ουσιαστικά θα τιμωρούσε εκείνα τα μέλη της τουρκικής κοινότητας τα οποία, όπως ο Αιτητής, ιδιαιτέρως ως εκ της μέχρι πρό τινος απαγόρευσης από τις κατοχικές δυνάμεις της μετακίνησης τους στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, δεν είχαν κατορθώσει, ακόμα και αν ήθελαν, να μετακινηθούν έτσι πριν από την 1.7.1991. Η οποιαδήποτε τέτοια διάκριση θα συνιστούσε και αποδοχή της πληθυσμιακής διχοτόμησης η οποία επεβλήθη από τις Τουρκικές δυνάμεις εισβολής και κατοχής και άρνηση αναγνώρισης των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των μελών εκείνων της τουρκικής κοινότητας τα οποία, αντιτασσόμενα προς την εν λόγω πληθυσμιακή διχοτόμηση, επιθυμούν να επανέλθουν στα σπίτια και στις περιουσίες τους στις περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία, ως το μόνο δεδομένο φορέα της νομιμότητας, και πράττουν τούτο, ασκώντας το συνταγματικό δικαίωμα τους της ελεύθερης μετακίνησης και διαμονής που τους παρέχεται από το Άρθρο 13 του Συντάγματος. Ακόμα, η διάκριση θα συνιστούσε άνιση μεταχείριση μεταξύ των δύο εν λόγω κατηγοριών των μελών της τουρκικής κοινότητας που δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ούτε με αναφορά στον ίδιο το σκοπό του Νόμου που, όπως αναφέρεται στο προοίμιο, είναι η διαχείριση των εγκαταλειφθεισών τουρκοκυπριακών περιουσιών ως εκ της πληθυσμιακής μετακίνησης που ήταν αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής και «της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας». Επομένως και παρά το γεγονός της εγκατάλειψης εάν τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης επανερχόταν και εγκαθίστατο στις περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία θα δικαιούτο στην κατοχή, διαχείριση και έλεγχο της και αυτή θα απαλλάττετο από την Κηδεμονία δυνάμει του Νόμου. Στη βάση της νομοθεσίας αλλά και των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση δεν τεκμηριώνεται δυσμενής διάκριση εναντίον της τουρκοκύπριας λόγω της εθνικής καταγωγής και θρησκείας τους. Τουρκοκύπριοι, πρόσωπα τουρκοκυπριακής καταγωγής ή Μουσουλμάνοι δεν απώλεσαν την κατοχή και διαχείριση της περιουσίας τους στις ελεύθερες περιοχές γιατί δεν την εγκατέλειψαν με αποτέλεσμα αυτή να χρήζει προστασίας. Περαιτέρω οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόντων και στις δύο υποθέσεις εισηγούνται ότι η επίδικη άρνηση των εναγομένων συνιστά παραβίαση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων κατά παράβαση του άρθρου 63
(1)της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 63
(1)προνοεί τα ακόλουθα: «
- Στα πλαίσια των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, απαγορεύεται οποιοσδήποτε περιορισμός των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών.
- Στα πλαίσια των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, απαγορεύονται όλοι οι περιορισμοί στις πληρωμές μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών». Η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων μπορεί να περιοριστεί με εθνικά μέτρα δικαιολογούμενα από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 58 ΕΚ ή από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος εφόσον αυτά είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου προς τούτου μέτρου. (βλ. C-567/07 Minister voor Wonen, Wijken en Intergraitie v Wonigstichting Sint Servatius
(2009)). Η άσκηση του δικαιώματος κτήσης εκμετάλλευσης και μεταβίβασης ακινήτου που βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους μπορεί να δημιουργήσει κίνηση κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας ότι παρεμποδίστηκε η κίνηση κεφαλαίων. Αντιθέτως ο κ.Μ. Ιωάννου στη μαρτυρία του δήλωσε ότι με την υπογραφή της συμφωνίας καταβλήθηκε στην Pembe Refet το ποσό των €90.000.-. Με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν διαφαίνεται καθοιονδήποτε τρόπο ότι υφίσταται οποιαδήποτε παραβίαση της συγκεκριμένης Ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει, η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων όπως έχει ήδη επισημανθεί περιορίζεται αν το επιβάλλουν επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος. Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση ισχύουν κατ΄αναλογία τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω στις υποθέσεις Σολωμονίδης κ.ά., Αλή Κιαμίλ, Suleyman, Arif Moustafa ανωτέρω. Συνακόλουθα οι σχετικές εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των εναγόντων δεν με βρίσκουν σύμφωνο και απορρίπτονται.
- Και κάτι ακόμη. Οι ενάγοντες και στις δύο υποθέσεις αξιώνουν το ποσό των €3.000.- μηνιαίως λόγω της παρεμπόδισης μεταβίβασης του ακινήτου. Δεν υφίσταται μαρτυρία αναφορικά με τον υπολογισμό του πιο πάνω ποσού και δεν καταδεικνύεται ότι οι ενάγοντες υπέστησαν οποιαδήποτε μορφής ζημιά. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω η Pembe Refet σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία εισέπραξε το ποσό των €90.000.- και καμία ζημιά δεν υπέστη.
- Για όλους τους λόγους που εξηγούνται οι ενάγοντες και στις δύο υποθέσεις απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν τις απαιτήσεις τους και συνακόλουθα οι αγωγές είναι έκθετες σε απόρριψη. Έτσι εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των δύο πιο πάνω υποθέσεων. Η αγωγή αρ. 3158/10 απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. Περαιτέρω η αγωγή αρ. 3612/10 απορρίπτεται και για τους ίδιους λόγους, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται όμως ότι στα πλαίσια των δυο πιο πάνω υποθέσεων ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί από την ημερομηνία συνένωσης των αγωγών μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. (Υπ.): ....... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο