ΧΑΡΗΣ ΞΥΔΙΑΣ ν. ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΝΕΑ ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 2402/2012, 21/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A179 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 2402/2012 Μεταξύ: ΧΑΡΗΣ ΞΥΔΙΑΣ Ενάγοντα / Καθ' ου η Αίτηση - και - ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΝΕΑ ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Εναγομένου / Αιτητή ------------------- Ημερομηνία: 21/10/2016 Αίτηση για Παραμερισμό Απόφασης, ημερομηνίας 05/02/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή / Εναγόμενο: κ. Γιώργος Τ. Χριστοφίδης για την Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση / Ενάγοντα: κ. Αλέξανδρος Κουκούνης για την Ανδρέας Κουκούνης & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
- Ο Εναγόμενος, με την υπό κρίση Αίτηση, αξιώνει την έκδοση των εξής διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα που να παραμερίζει και/ή απορρίπτει και/ή ακυρώνει την απόφαση ημερομηνίας 25/9/2015 που εκδόθηκε στην απουσία και/ ή ερήμην των Εναγομένων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Β. Παράταση του χρόνου καταχώρησης της παρούσας αίτησης. Γ. Οιανδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο το . Δικαστήριο. Δ. Τα έξοδα της παρούσης αίτησης πλέον Φ.Π.Α.».
- Εισαγωγικά σημειώνεται, ότι, οι οποιεσδήποτε υποσημειώσεις ή σημειώσεις τέλους στο κείμενο της απόφασης μου, αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου για την κατάληξη μου στην υπό κρίση Αίτηση που ακολουθεί. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
- Η Αίτηση βασίζεται: «.στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ. 10, Δ.26 Θ. 14, Δ.33, Θ.Θ. 2-5, Δ.57 Θ.2, Δ.48 Θ.Θ.l-4, 8 και 9, στο άρθρο 30
(3)του Συντάγματος, στη Νομολογία και στις Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.».
- Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Παναγιώτου, που είναι, ως δηλώνει, διευθυντής του Εναγομένου, ημερομηνίας 05/02/
- Στους ισχυρισμούς που παρατίθενται σε αυτήν αναφορικά με τα γεγονότα που υποστηρίζουν αυτή την Αίτηση, επανέρχομαι στην συνέχεια της απόφασης μου, εκεί και όπου μνεία σε αυτούς καθίσταται απαραίτητη για σκοπούς εξέτασης του υποβληθέντος αιτήματος. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
- Ο Ενάγοντας, καταχώρισε ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας αριθμό λόγων ένστασης, βάσει των οποίων, η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Σε αυτούς, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου, κατά την εξέταση της ουσίας του υποβληθέντος αιτήματος.
- Η Ένσταση, βασίζεται: «.στους Θεσµούς Πολιτικής Δικονοµίας Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4
(1)
(2)
(3), 5- 6, 7, 8, 9,11,12, Δ.17 Θ.1-9, 10, 11-14, Δ.26 Θ.1, 2, 3-15, Δ.33 Θ.5, Δ.64 Θ.1
(1)
(2)
(3), 2, Δ.59 Θ.1-35 στη Νοµολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο άρθρο 30 του Κυπριακού Συντάγµατος και στις συµφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.».
- Η Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του Ενάγοντα, ημερομηνίας 05/04/
- Στους προβαλλόμενους με αυτήν ισχυρισμούς, σε ότι αφορά τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση του Ενάγοντα στο υποβαλλόμενο με την υπό κρίση Αίτηση, αίτημα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
- Η Αίτηση του Εναγομένου, βασίζεται, ουσιαστικά ([1]) στην Δ.33 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενοι «οι Θ. Π. Δ.»). Οι κανονισμοί 3, 4 και 5 αυτής, προνοούν: «
- If on the day fixed for trial the plaintiff appears when the trial is called on but the defendant does not, then upon proof being given of the defendant having been given notice of such day, the plaintiff may prove his claim, so far as the burden of proof lies upon him and judgment may be given accordingly.
- If on the day fixed for trial the defendant appears when the trial is called on but the plaintiff does not, then upon proof being given of the plaintiff having been given notice of such day, the defendant, if he has no counter-claim, shall be entitled to judgment dismissing the action, but if he has a counter-claim, then he may prove his counter-claim so far as the burden of proof lies upon him, and judgment may be given accordingly.
- Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά την εξέταση αιτημάτων του είδους, πρέπει, τα Δικαστήρια, με την απόφαση τους, να διασφαλίζουν από τη μια το δικαίωμα ακρόασης ενός διάδικου και από την άλλη την ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων [[i]]. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης, δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και για αυτό, αν η συμπεριφορά του αιτούντος διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί αίτημα που υποβάλλεται δυνάμει της Δ.33 κ. 5 των Θ. Π. Δ..
- Σε κάθε περίπτωση, η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται, μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο, όταν ο διάδικος που επιδιώκει στην σχετική διαταγή του, αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως ουσιαστικό δικαίωμα στην υπόθεση (ήτοι, απαίτησης ή υπεράσπισης, ανάλογα της περίπτωσης) [[ii]]. Τούτο, στην περίπτωση όπου η απόρριψη της αγωγής ή η έκδοση απόφασης έλαβε χώρα κατά το στάδιο της δίκης, λόγω παράλειψης του διαδίκου να παρουσιαστεί, κρίνεται και [[iii]] επί της βάσης του δικογράφου του διαδίκου στην υπόθεση, ο οποίος αιτείται δυνάμει της Δ.33, κ. 5 των Θ. Π. Δ.[[iv]]. Το κρίσιμο όμως ζήτημα σε μια τέτοια περίπτωση, δεδομένων των θέσεων της δικογραφίας και του γεγονότος ότι η υπόθεση έφθασε μέχρι και το στάδιο της δίκης με αυτό το δικογραφικό υπόβαθρο, είναι κατά πόσο η απουσία του διαδίκου υποδηλώνει εγκατάλειψη της απαίτησης ή της υπεράσπισης του, ή αδιαφορία για την προώθησή της υπόθεσης του [[v]].
- Η πρόνοια της Δ.33 κ. 5 των Θ. Π. Δ., προσομοιάζει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.17 κ. 10 των Θ. Π. Δ., για παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και της Δ.26 κ. 14 των Θ. Π. Δ., ένεκα παράλειψης καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης και ως εκ τούτου, καθοδήγησης μπορεί να αντληθεί από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύονται τις πρόνοιες αυτές [[vi]]. Οι πρόνοιες τους όμως δεν συνταυτίζονται και η επίκλησης τους αντί της Δ.33 κ. 5 των Θ. Π. Δ. δεν είναι ορθή [[vii]]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Το Αίτημα
- Έχοντας κατά του νου τις αρχές της νομολογίας ως έχουν προαναφερθεί, επικεντρώνομαι στο να διαπιστώσω, κατά πόσο, από τα γεγονότα, η απουσία του Εναγομένου, υποδηλώνει εγκατάλειψη της υπεράσπισης του, ή αδιαφορία για την προώθησή της.
- Προς υποστήριξη του αιτήματος του, ο Εναγόμενος, υποστήριξε τα εξής: «
- Η πιο πάνω απόφαση περιήλθε εις γνώσιν των Εναγομένων στις 02/02/2016, μετά από έρευνα στο φάκελο του δικαστηρίου.
- Μετά από την έρευνα στην οποία προέβηκαν οι νέοι δικηγόροι των Εναγομένων διαπιστώθηκε ότι κατά την 25/06/2015, ημέρα κατά την οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση η ως άνω αγωγή, εμφανίστηκα προσωπικά στο Δικαστήριο, μαζί με δικηγόρο από το Δικηγορικό γραφείο Αρτεμίου, Πιερή και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., ο οποίος δήλωσε ότι επιθυμεί να αποσυρθεί από δικηγόρος των Εναγομένων και ότι θα μας προμηθεύσει με τα σχετικά έγγραφα της αγωγής για να μπορέσουμε να διορίσουμε άλλο δικηγόρο.
- Το δικηγορικό γραφείο Αρτεμίου, Πιερή και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ουδέποτε μας προμήθευσε με τα σχετικά έγγραφα της αγωγής και παρέλειψαν να μας εξηγήσουν την διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί.
- Μετά τη δικάσιμο 25/06/2015 ανέμενα ότι οι Εναγόμενοι θα ειδοποιούνταν είτε από τους δικηγόρους Αρτεμίου, Πιερή και Συνεργάτες, είτε από το Δικαστήριο για τη μέρα κατά την οποία η αγωγή θα οριζόταν για ακρόαση.
- Ο λόγος που οι Εναγόμενοι δεν παρέστησαν στη διαδικασία ήταν ότι δεν έλαβαν καμία ειδοποίηση να παραστούν, ενώ δεν είχαν στην κατοχή τους ούτε τη δικογραφία και τα σχετικά έγγραφα για να είναι σε θέση να διορίσουν νέο δικηγόρο.
- Από τις 25/06/2015 οι Εναγόμενοι βρίσκονταν σε αναμονή αλλά ουδέποτε ειδοποιήθηκαν για την ημερομηνία της ακρόασης της ως άνω αγωγής.
- Περί το Σεπτέμβριο 2015 το διοικητικό συμβούλιο του Εναγόμενου Σωματείου άλλαξε, με αποτέλεσμα το ζήτημα της εκκρεμούσης αγωγής να έχει διαλάθει της προσοχής των νέων αξιωματούχων στις μετέπειτα γενικές συνελεύσεις που διεξήγαγαν.
- Με την έναρξη της νέας χρονιάς 2016, οι Εναγόμενοι εξέτασαν τις εκκρεμότητες τους και διαπίστωσαν ότι στην παρούσα υπόθεση αναμένετο ακόμα ειδοποίηση για την ακρόαση.
- Οι Εναγόμενοι απευθύνθηκαν στους νέους δικηγόρους τους κ. κ. Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., οι οποίοι τους συμβούλευσαν να καταχωρίσουν ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου διότι πιθανόν να είναι ορισμένη η αγωγή και να μην έχουν ειδοποιηθεί οι Εναγόμενοι.
- Στις 12/1/2016 καταχωρήθηκε η ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου, ταυτόχρονα με γνωστοποίηση των δικηγόρων του Ενάγοντα, αλλά οι νέοι δικηγόροι ενημερώθηκαν μετά από κάποιες μέρες ότι ο δικαστηριακός φάκελος της υπόθεσης είχε κλείσει. Συν τω χρόνω έκαναν τις απαραίτητες διαδικασίες νια να λάβουν αντίγραφα της δικογραφίας και των σχετικών εγγράφων και συμβούλευσαν τους Εναγομένους να καταχωρίσουν την παρούσα αίτηση.
- Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η μη εμφάνιση των Εναγομένων κατά τη διαδικασία ακρόασης της ως άνω αγωγής δεν έγινε λόγω απείθειας, ούτε λόγω περιφρόνησης προς το Σεβαστό Δικαστήριο, αλλά λόγω μη γνώσης των Εναγομένων για την ημερομηνία της ακρόασης και μη γνώσης των απαραίτητων διαβημάτων που έπρεπε να λάβουν για την εκπροσώπηση τους από νέο δικηγόρο στο Δικαστήριο.».
- Συμπληρωματικά, κατόπιν καταχώρισης της ενστάσεως του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος, ανέφερε και τα εξής: «
- . αναφέρω ότι εκ παραδρομής κατά την έρευνα στο φάκελο του δικαστηρίου σημειώθηκε λανθασμένη ημερομηνία κατά την οποία ερανίστηκα στο Δικαστήριο, ήτοι η 25/06/
- Η ημερομηνία που ερανίστηκα στο Δικαστήριο είναι, όπως αναφέρει ο κ. Ξυδιάς και διαπιστώθηκε από περαιτέρω έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου, είναι η 08/07/
- Αναγράφηκε λανθασμένη ημερομηνία στις παραγράφους 4, 6 και 8 της ένορκης δήλωσής µου εκ παραδρομής και διότι δεν θυμόμουν ποια ακριβώς ημερομηνία εµφανίστηκα στο Δικαστήριο για να ενημερώσω δεόντως τους δικηγόρους των Εναγομένων.
- Παραδέχομαι το περιεχόμενο της παραγράφου 10 της ένορκης δήλωσης του κ. Ξύδια, πλήν του ισχυρισμού ότι γνώριζα τη νέα ημερομηνία που ορίστηκε ξανά η υπόθεση για οδηγίες. Κατά την δικάσιμο στην οποία εμφανίστηκα στο Δικαστήριο, δεν σημείωσα την ημερομηνία που αναφέρθηκε από το Σεβαστό Δικαστήριο θεωρώντας ότι το Σωματείο θα ενημερωνόταν από τους τότε δικηγόρους του.».
- Παρόμοιοι ισχυρισμοί με αυτούς που προβάλλει ο Εναγόμενος στην υπόθεση αυτή, είχαν προβληθεί και ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μυριάνθη Κωνσταντίνου ν Χρυσατάλλα Ουρπάνγκοβα
(2003)1 Α.Α.Δ. 308, το σκεπτικό του οποίου είναι αποκαλυπτικό της προσέγγισης τέτοιων ισχυρισμών από τα Δικαστήρια: «Η έφεση δεν ευσταθεί. Ο ισχυρισμός του δικηγόρου της εφεσείουσας ότι δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο στις 8.30π.μ. επειδή δεν είχε σημειώσει στο φάκελό του την ώρα της ακρόασης, για το λόγο ότι "δεν είχα ακούσει την ώρα της νέας ημερομηνίας ακρόασης" ούτε σοβαρός είναι ούτε εύλογος. Εφόσον δεν είχε ακούσει την ώρα της νέας ημερομηνίας ακρόασης, όφειλε να μεριμνήσει να την πληροφορηθεί έγκαιρα. Και όχι να περιμένει την ημέρα της ακρόασης για να επισκεφθεί, στις 11.00π.μ., το γραφείο του Δικαστή και να διερωτηθεί τι γίνεται με την υπόθεσή του.».
- Στην προκείμενη περίπτωση, είναι αδιανόητο ένας διάδικος, ο οποίος εμφανίστηκε στο Δικαστήριο προβάλλοντας λόγους ασυμφωνίας με τον δικηγόρο του ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης του, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αιτηθεί την απόσυρση του από την εκπροσώπηση του, να αναμένει ότι ο δικηγόρος αυτός, αφότου του δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο να μην τον εκπροσωπεί πλέον στην διαδικασία, ότι θα μεριμνούσε για αυτόν για οτιδήποτε σε ότι αφορούσε την υπόθεση του. Και μάλιστα, έχοντας δεδομένο αυτό το υπόβαθρο γεγονότων, ο εκπρόσωπος του διαδίκου αυτού, που ήταν παρόν στο Δικαστήριο, να μην σημειώνει καν την ημερομηνία που το Δικαστήριο ανακοινώνει ως η επόμενη συνεδρίαση του για την υπόθεση αυτή. Την οποία, μάλιστα, ανακοίνωση, το εν λόγω πρόσωπο, δεν αρνείται ότι την είχε ακούσει. Εντελώς παράλογος, είναι και ο ισχυρισμός περί αναμονής του Εναγομένου να ειδοποιηθεί από το Δικαστήριο για την ημερομηνία της συνεδρίασης του για την υπόθεση αυτή, όταν αυτή είχε ως έχει προαναφερθεί ανακοινωθεί στην παρουσία του κ. Κωνσταντίνου Παναγιώτου και ο τελευταίος, ως παρουσιάζεται να είναι ο ισχυρισμός του, ούτε καν ενδιαφέρθηκε να καταγράψει το γεγονός για σκοπούς του προγραμματισμού του Εναγομένου. Αυτά τα γεγονότα, αν δεν καταδεικνύουν εγκατάλειψη από πλευράς του Εναγομένου της υπεράσπισης του, καταδεικνύουν κατά την άποψη μου, σίγουρα, αδιαφορία σε σχέση με την υπόθεση που αντιμετωπίζει ενώπιον Δικαστηρίου, περιφρονητική της όλης διαδικασίας, που είναι ασυγχώρητη για σκοπούς έγκρισης αιτήματος βασιζόμενου στις πρόνοιες της Δ.33 κ. 5 των Θ. Π. Δ..
- Προχωρώ με την εξέταση επί μέρους ζητημάτων που ηγέρθηκαν από πλευράς Εναγομένου με την υπό κρίση Αίτηση. Η προθεσμία των 15 ημερών της Δ.33 κ. 5 των Θ. Π. Δ. και το αίτημα για την παράταση της
- Κατ' αρχήν, ξεκινώ με την διαπίστωση, ότι, η υπό κρίση Αίτηση, δεν έχει καταχωρηθεί εντός των 15 ημερών από την ημέρα της δίκης όταν και εκδόθηκε η αιτούμενη προς παραμερισμό απόφαση του Δικαστηρίου, όπως προνοείται από την Δ.33, κ. 5 των Θ. Π. Δ. Αν και ο χρόνος για την καταχώριση αίτησης με τέτοιο αντικείμενο, δύναται να παραταθεί δυνάμει της Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ. [[viii]], και μάλιστα μέσα από το πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας που επιδιώκει τον παραμερισμό απόφασης που εξασφαλίσθηκε ερήμην (σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.33, κ. 3 των Θ. Π. Δ.), - όπως γίνεται και στην υπό εξέταση περίπτωση -, μόνο όταν αποδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις που συναρτούν την παράταση της σχετικής προθεσμίας με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, το αίτημα αντικρίζεται θετικά [[ix]].
- Ειδικότερα. Ως προκύπτει από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι τασσόμενες από τους Θ. Π. Δ. προθεσμίες, αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την πιο αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και πρέπει να τηρούνται. Η παράταση του χρόνου, είναι εξαιρετικό δικονομικό μέτρο και δεν πρέπει να εγκρίνεται όταν αυτό απολήγει σε εξουδετέρωση των προνοιών και του σκοπού των Θ. Π. Δ. ή όπου θα αποτελούσε επιδοκιμασία από το Δικαστήριο διαδικασιών και πρακτικών που βρίσκονται σε άκρα αντίθεση με τα σωστά πλαίσια της δικαστικής λειτουργίας. Εντούτοις, όταν η παράβαση των καθορισμένων χρονικών προθεσμιών είναι δικαιολογημένη, ή εν πάση περιπτώσει, δεν οφείλεται σε αδιαφορία για τη δικαστική διαδικασία ή σε σκόπιμη και κακόβουλη εκμετάλλευσή της, κατ' επίκληση της Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ., μπορεί να επιτραπεί η παράτασης τους [[x]].
- Εντούτοις, έχει επίσης αναγνωριστεί, ότι, εκεί όπου η αυστηρή εφαρμογή των χρονικών προθεσμιών, μπορεί να αποβεί άδικη για ένα από τους διαδίκους, οι δικονομικοί κανόνες (και δη η Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ.), παρέχουν την ευχέρεια παράτασης μιας χρονικής προθεσμίας, νοουμένου, ότι, μια τέτοια παράταση (ως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν Λάμπρου Αδάμου Χ"Νικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ 470), είναι δικαιολογημένη κάτω από τις περιστάσεις (Βλ. επίσης και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Thas Maritime Co. Ltd v Στέλιος Ρήγας κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 638). Εντούτοις, ως έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέα Λυσιώτη ν Κυπριακή Δημοκρατία
(2000)1 Α.Α.Δ. 364, υπερβολική αργοπορία, δυνατόν να πείσει και κατευθύνει το Δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας.
- Στην προκείμενη περίπτωση, ως έχει προαναφερθεί, τα γεγονότα καταδεικνύουν αδιαφορία του Εναγομένου για την εκκρεμοδικία που υπήρχε σε αυτή την Αγωγή, περιφρονητική της δικαστικής διαδικασίας και καμία ειδική περίσταση δεν έχει αποδειχθεί που θα δικαιολογούσε παράταση καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης, ώστε, να μπορούσε να εξεταστεί η ουσία της από το Δικαστήριο. Παρά ταύτα, έχω ήδη δώσει την κατάληξη μου και επί της ουσίας του αιτήματος του Εναγομένου, έτσι ώστε να υπάρχει ολοκληρωμένη η άποψη του Δικαστηρίου επί όλων των ζητημάτων που η υπό κρίση Αίτηση εγείρει. Το ζήτημα για την λήψη ειδοποίησης για την ημερομηνία της δίκης
- Σύμφωνα με την Δ.33 κ. 3 των Θ. Π. Δ.: «If on the day fixed for trial the plaintiff appears when the trial is called on but the defendant does not, then upon proof being given of the defendant having been given notice of such day, the plaintiff may prove his claim, so far as the burden of proof lies upon him and judgment may be given accordingly.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στην προκείμενη περίπτωση, τα γεγονότα ως προκύπτουν από τα πρακτικά της διαδικασίας αυτής της Αγωγής, έχουν ως εξής. Το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αυτής της αγωγής, σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση του την 18/07/
- Ο Εναγόμενος, καταχώρισε εμφάνιση στην διαδικασία, δια της Αρτεμίου, Πιερή & Σια Δ. Ε. Π. Ε. την 15/11/
- Η δικογραφία, ολοκληρώθηκε, την 21/02/
- Κατόπιν κλήσης του Ενάγοντα για τις οδηγίες του Δικαστηρίου, εκδοθείσας την 27/02/2014, η υπόθεση προγραμματίστηκε για την ακρόαση της. Για πρώτη φορά ορίστηκε για ακρόαση την 12/01/2015, οπόταν και αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος από πλευράς Ενάγοντος λόγω απουσίας του Ενάγοντα στο εξωτερικό. Την 25/06/2015 που η υπόθεση είχε εκ νέου προγραμματιστεί για ακρόαση, υπεβλήθη, από κοινού των διαδίκων, αίτημα για αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης και προγραμματισμό της για οδηγίες ένεκα της πρόθεσης τους για εξώδικη διευθέτηση της Αγωγής. Την 08/07/2015, όταν η υπόθεση ήταν προγραμματισμένη για τις οδηγίες του Δικαστηρίου, αντί δήλωσης των διαδίκων για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης, υπεβλήθη αίτημα από πλευράς της Αρτεμίου, Πιερή & Σια Δ. Ε. Π. Ε. για να αποσυρθεί από την εκπροσώπηση του Εναγομένου. Ο λόγος έχει ήδη αναφερθεί. Παρόν στο Δικαστήριο ήταν κατά την προαναφερόμενη Δικάσιμο και ο κ. Κωνσταντίνος Παναγιώτου, που είναι, ως δηλώνει και έχει επίσης προαναφερθεί, διευθυντής του Εναγομένου. Το αίτημα κρίθηκε δικαιολογημένο και σχετική άδεια δόθηκε στην Αρτεμίου, Πιερή & Σια Δ. Ε. Π. Ε. για να αποσυρθεί από την εκπροσώπηση του Εναγομένου. Κατόπιν παραστάσεων προς το Δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου και του προαναφερόμενου κ. Κωνσταντίνου Παναγιώτου, η υπόθεση προγραμματίστηκε εκ νέου για οδηγίες την 18/09/
- Ειδική μνεία, γίνεται στην παράσταση του κ. Κωνσταντίνου Παναγιώτου προς το Δικαστήριο περί της πρόθεσης του Εναγομένου να διορίσει άλλο δικηγόρο για την εκπροσώπηση του. Την 18/09/2015 που η υπόθεσης ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες, ο Εναγόμενος δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία, οπόταν, το Δικαστήριο, προγραμμάτισε την υπόθεση για την απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντα, την 25/09/2016, κατά την οποία ημερομηνία απεδέχθη την απαίτηση και εξέδωσε εναντίον του Εναγομένου και υπέρ του Ενάγοντα, σχετική απόφαση.
- Ο ισχυρισμός του Εναγομένου, είναι, ότι, την 25/09/2016 που η υπόθεση ήταν προγραμματισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, ένεκα του γεγονότος ότι ο Ενάγοντας είχε προχωρήσει σε απόδειξη της απαίτησης του, διαδικαστικά και θεσμικά, η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και συνεπώς, το Δικαστήριο, θα έπρεπε να είχε, πριν να προχωρήσει με την διαδικασία στην απουσία του, να είχε ικανοποιηθεί ότι είχε λάβει γνώση για την συνεδρίαση του και ο Εναγόμενος, βασίζοντας τον ισχυρισμό του στην προαναφερόμενη Δ.33 κ. 3 των Θ. Π. Δ.
- Παρόμοιο ζήτημα, εξετάστηκε από το Ανώτατο Διακστήριο στην υπόθεση Ann-Clair Developments Ltd v Στέλιου Κυριακίδη
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Στην εν λόγω υπόθεση, η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση την 11/09/1996, κατά την οποία ημερομηνία είχε εκπροσωπηθεί μόνο ο ενάγοντας. Με αίτημά του, η αγωγή ορίστηκε για απόδειξη στις 18/091996 και, στη συνέχεια, προς συμπλήρωσή της, στις 20/09/1996 οπότε και εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγομένου, η δε ανταπαίτηση του οποίου συνακόλουθα απορρίφθηκε. Ο εναγόμενος, την 08/10/1996 καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης και το πρωτόδικο δικαστήριο την απέρριψε. Έκρινε πως ήταν εκπρόθεσμη, αφού είχαν παρέλθει οι 15 μέρες από τη δίκη, μέσα στις οποίες ήταν επιτρεπτή η καταχώριση της, όπως προβλέπει η Δ.33 κ. 5 των Θ. Π. Δ. Μέσα στους λόγους έφεσης που υποστηρίχτηκαν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου εναντίον της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης, ήταν και ο εξής. Η παράλειψη γνωστοποίησης της ημερομηνίας όπου το Δικαστήριο θα συνεδρίαζε για την απόδειξη της υπόθεσης, νομιμοποιούσε τον εναγόμενο να καταχωρήσει αίτηση για παραμερισμό, χωρίς το χρονικό περιορισμό της Δ.33 κ. 5 των Θ. Π. Δ. Η προθεσμία που τάσσεται, υποστηρίχτηκε, ισχύει μόνο εφόσον τηρείται η προϋπόθεση της Δ.33 κ. 3 των Θ. Π. Δ. σύμφωνα με την οποία απαιτείται απόδειξη πως η ημερομηνία που ορίστηκε γνωστοποιήθηκε. Ο εν λόγω λόγος έφεσης και επιχειρηματολογία, απορρίφθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, με το εξής σκεπτικό: «Οι εφεσείοντες, υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως ως ημερομηνία δίκης πρέπει να θεωρείται εκείνη κατά την οποία η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη, εκλαμβάνουν πως οποτεδήποτε τίθεται ζήτημα μή παροχής ειδοποίησης για την ημερομηνία της δίκης, είναι επιτρεπτή η υποβολή αίτησης για παραμερισμό, χωρίς περιορισμό από προθεσμία, έξω από το πλαίσιο της Δ.33 θ.
- Σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να συζητηθεί το δικονομικό έρεισμα τέτοιας αίτησης και, συνακολούθως, το δικαιοδοτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα παραμεριζόταν τέτοια απόφαση. Δεν παρίσταται ανάγκη να επεκταθούμε σ' αυτά γιατί, όπως θα εξηγήσουμε, λείπει η προϋπόθεση στην οποία στηρίζεται η εισήγηση του εφεσείοντα. .. Μια ήταν η ημερομηνία που ορίστηκε για τη δίκη και αυτή ήταν η 11.9.
- Ο εφεσείων ειδοποιήθηκε κανονικά και η παράλειψη εμφάνισης του ενεργοποίησε τις πρόνοιες της Δ.33 θ.
- Ο εφεσίβλητος είχε το δικαίωμα να αποδείξει την υπόθεση, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης ήταν στους ώμους του, και μπορούσε να εκδοθεί απόφαση ανάλογα. Στις 11.9.96 συντελέστηκε πλήρως η μή εμφάνιση κατά την ορισθείσα ημερομηνία και όσα ακολούθησαν δεν μπορούσαν να ταξινομούνται ως δίκη, με την έννοια του όρου στο πλαίσιο της Δ.33 θ.
- Με τροχιοδρομημένη πλέον τη διαδικασία της απόδειξης, την οποία ρητά προσδιορίζει ο Κανονισμός ως ξεχωριστή έννοια, θα μπορούσε να είχε προσαχθεί η οποιαδήποτε μαρτυρία χρειαζόταν αυθημερόν ή σε περισσότερες της μιας ημερομηνίες, ή σε άλλη ημερομηνία, ανάλογα με τις ανάγκες της περίπτωσης. Ο ορισμός νέας ημερομηνίας για απόδειξη, κατά ενάσκηση διακριτικής εξουσίας από το Δικαστήριο, ή ακόμα το γεγονός της μή συμπλήρωσης της απόδειξης σε μια ημερομηνία, δεν την αποχαρακτηρίζει για να τη μεταβάλει σε "δίκη" με την έννοια της Δ.33 θ.
- Έχουμε υπόψη μας την απόφαση στην Κυριακή Μαυρομιχάλη και άλλη ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1996)1 A.A.Δ. 530 στην οποία ο ορισμός της υπόθεσης για "απόδειξη" κρίθηκε πως εξυπάκουε ορισμό της για "ακρόαση". Διακρίνεται η υπόθεση εκείνη. Το Δικαστήριο, αφού είχαν συμπληρωθεί οι γραπτές προτάσεις, για να δώσει στο δικηγόρο των εναγομένων η οποίοι βρίσκονταν στο εξωτερικό ακόμα μια ευκαιρία να επικοινωνήσει μαζί τους, όρισε την υπόθεση για "απόδειξη". Κατά την ορισθείσα ημερομηνία δεν εμφανίστηκαν ούτε οι εναγόμενοι ούτε ο δικηγόρος τους, προσάχθηκε μαρτυρία από τους ενάγοντες και εκδόθηκε απόφαση υπέρ τους. Το παράπονο πως η υπόθεση θα έπρεπε να είχε οριστεί για "ακρόαση" και όχι για "απόδειξη", απορρίφθηκε ως στερούμενο ερείσματος. Όπως εξηγείται στην απόφαση του Εφετείου που εξέδωσε ο Πικής Π., "ο ορισμός της υπόθεσης για απόδειξη, εξυπακούει ότι, κατά την ορισθείσα ημερομηνία, το Δικαστήριο θα ακούσει μαρτυρία για την απόδειξή της, που είναι και ο σκοπός για τον οποίο η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση". Στην παρούσα περίπτωση, η νέα ημερομηνία αφορούσε στην απόδειξη, όρος που στο πλαίσιο της Δ.33 θ. 3 ενέχει την έννοια της προσαγωγής μαρτυρίας από τον ένα μόνο από τους διαδίκους. τον ενάγοντα που εμφανίστηκε κατά την ημερομηνία που ορίστηκε για τη δίκη.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Και στην προκείμενη περίπτωση το ζήτημα αποφασίζεται με βάση το ίδιο σκεπτικό. Η ακρόαση της υπόθεσης ήταν προγραμματισμένη την 25/06/2015, και ο προγραμματισμός της ήταν γνωστός στους διαδίκους, συμπεριλαμβανομένου και του Εναγομένου. Τα όσα επακολούθησαν, κατόπιν σχετικών παραστάσεων και του Εναγομένου, που οδήγησαν στον προγραμματισμό της Αγωγής από το Δικαστήριο για την απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντα, την 25/09/2015, δεν μπορούν να ταξινομούνται ως δίκη με την έννοια του όρου στο πλαίσιο της Δ.33 κ. 3 των Θ. Π. Δ., ώστε να ετίθετο ζήτημα ειδοποίησης του Εναγομένου περί της εν λόγω συνεδρίασης του Δικαστηρίου ή όχι. Δεδομένης της αναβολής της δίκης την 25/06/2015, στην βάση αιτήματος και του Εναγομένου και της μετέπειτα απόσυρσης της Δ. Ε. Π. Ε. που τον εκπροσωπούσε με αίτημα του όπως του δοθεί χρόνος για να διορίσει άλλο δικηγόρο, η μη εμφάνιση ή εκπροσώπηση του ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την 18/09/2015 που ορίστηκε για τον σκοπό, ενεργοποίησαν τις πρόνοιες της προαναφερόμενης Δ.33 κ. 3 των Θ. Π. Δ. και έδιδαν το δικαίωμα στον Ενάγοντα να προσχωρήσει με την απόδειξη της υπόθεσης του, και το εάν αυτό έγινε σε μεταγενέστερη ημερομηνία, ήτοι, την 25/09/2015, αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία.
- Περιορίζομαι σε αυτά, χωρίς να υπεισέρχομαι σε λεπτομερή εξέταση της προέλευσης της εν λόγω πρόνοιας της Δ.33 κ. 3 των Θ. Π. Δ. και εάν αυτή έχει τις καταβολές της στην δικονομική ανάγκη, σύμφωνα με το αγγλικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης, η υπόθεση, κατόπιν έκδοσης των οδηγιών του Δικαστηρίου βάσει της αντίστοιχης της Δ.30 των Θ. Π. Δ. αγγλικής διαταγής, από τον Master, δεδομένης της ανάθεσης της σε συγκεκριμένο κατάλογο εκδίκασης («list - jury, non jury, short cause or revenue list ») - από άλλο συνήθως Δικαστήριο και όχι κατ' ανάγκη το ίδιο τοπικά, που κρίνεται από τον Master ως το forum convenience -, να οριστεί για ακρόαση κατόπιν ειδοποίησης του ενάγοντα προς το Δικαστήριο και τον εναγόμενο (γνωστή θεσμικά ως «notice of trial»), οπόταν και σχετική καταχώριση γίνεται στον κατάλογο («list») του αρμόδιου Δικαστηρίου (γνωστή θεσμικά ως «entry for trial»). Με αυτά τα δεδομένα, καθίστατο αναγκαία, σε περίπτωση μη εμφάνισης ενός εκ των διαδίκων και δη του εναγομένου, η απόδειξη γνωστοποίησης της ειδοποίησης για την ακρόαση της υπόθεσης («notice of trial»), πριν το Δικαστήριο προχωρούσε με την διαδικασία στην απουσία του [[xi]]. Στην Κύπρο, με δεδομένο, ότι, η τοπική αρμοδιότητα είναι, επενεργούντων των προνοιών του Άρθρου 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960, προκαθορισμένη, και επειδή το Δικαστήριο που είναι καθ' ύλην αρμόδιο να εκδώσει οδηγίες και να προγραμματίσει μία υπόθεση για την ακρόαση της, είναι το ίδιο Δικαστήριο που τελικά εκδικάζει την υπόθεση και επί της ουσίας της [τον προγραμματισμό εκδίκασης («entry for trial») της οποίας ορίζει το ίδιο, - κατά κανόνα, στην παρουσία των διαδίκων ή των εκπροσώπων του -], θεωρώ, ότι, δεν θα μπορούσε να τίθεται ζήτημα ειδοποίησης, ως ο Εναγόμενος υποστήριξε, εν πάση περιπτώσει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται.
- Ως προς το θέμα των εξόδων και λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της Αίτησης, τα έξοδα της Αίτησης και της διαδικασίας ακροάσεως της, επιδικάζονται σε βάρος του Εναγομένου και υπέρ του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ___________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αυτό το μέρος της νομικής βάσης της υπό κρίση Αίτησης προωθήθηκε από τον συνήγορο του Εναγομένου κατά την ακρόαση της. [i] Βλ. Phylactou ν Michael
(1982)1 CLR 204. [ii] Δέστε σχετικά τια αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Μαρία Ευαγγέλου Χριστοφόρου ν Ελένης Γεωργίου Τσαγγαρίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 162/2010, ημερομηνίας 17/12/2013, Άννα Νικολάου Χαραλάμπους ν Κ & T. Andreou Ltd κ.ά.
(2002), 1 Α.Α.Δ. 1296, Γιαννάκη Χρυσάνθου κ. α. ν Mariala Construction Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1129, Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v Titan Constructions & Engineering Company
(1961)C.L.R. 317 και Evans v Bartlam [1937] 2 All E.R. 646. [iii] Δέστε τα αναφερόμενα του έντιμου Δ. Α. Δ. Γ, Γαβριηλίδη στην ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μυριάνθη Κωνσταντίνου ν Χρυσατάλλα Ουρπάνγκοβα
(2003)1 Α.Α.Δ. 308. Αναφέρεται στην υπόθεση αυτή: «Η έφεση δεν ευσταθεί. Ο ισχυρισμός του δικηγόρου της εφεσείουσας ότι δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο στις 8.30π.μ. επειδή δεν είχε σημειώσει στο φάκελό του την ώρα της ακρόασης, για το λόγο ότι "δεν είχα ακούσει την ώρα της νέας ημερομηνίας ακρόασης" ούτε σοβαρός είναι ούτε εύλογος. Εφόσον δεν είχε ακούσει την ώρα της νέας ημερομηνίας ακρόασης, όφειλε να μεριμνήσει να την πληροφορηθεί έγκαιρα. Και όχι να περιμένει την ημέρα της ακρόασης για να επισκεφθεί, στις 11.00π.μ., το γραφείο του Δικαστή και να διερωτηθεί τι γίνεται με την υπόθεσή του. Ανεξάρτητα όμως τούτου, η εφεσείουσα απέτυχε να αποκαλύψει και εκ πρώτης όψεως καλή απαίτησή της, όπως και καλή υπεράσπισή της στην ανταπαίτηση της εφεσίβλητης. Όσον αφορά την απαίτηση, όπως ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η αναφορά της εφεσείουσας στις ζημιές που προκλήθηκαν στο ακίνητό της γινόταν κατά τόσο γενικό και αόριστο τρόπο ώστε να μην αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή απαίτηση. Όσο δε αφορά την ανταπαίτηση, όπως και πάλι ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η εφεσείουσα απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση εφόσον, ενώ από την Ανταπαίτηση προέκυπτε καθαρά ότι η εφεσίβλητη κατέβαλε στην εφεσείουσα το ποσό των ΛΚ800 ως εγγύηση, και ανταπαιτούσε να της επιστραφεί, η εφεσείουσα δεν αποκάλυπτε με καθαρότητα την υπεράσπισή της στην ανταπαίτηση. Ο ισχυρισμός που πρόβαλλε ήταν ότι δεν είχε πάρει το ποσό των ΛΚ800, αν όμως ήθελε αποδειχθεί ότι το πήρε, τότε δεν θάπρεπε να το επιστρέψει γιατί θάπρεπε να καταλογιστεί έναντι των ζημιών που προκάλεσε στο ακίνητό της η εφεσίβλητη». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Δέστε τα αναφερόμενα του έντιμου Π. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Γ, Μ. Πική στην ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ.
- Αναφέρεται στην υπόθεση αυτή: «Όλες οι υποθέσεις αφορούν αποφάσεις εκδοθείσες ερήμην του εναγομένου λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης Δ.17, θ.10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ή λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης ή άλλου δικογράφου, Δ.26, θ.
- Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν συμπυκνώνονται στις ακόλουθες προτάσεις: (α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην περίπτωση παράλειψης του εναγομένου να εμφανιστεί κατά τη δίκη, δεν εγείρεται θέμα αποκάλυψης της υπεράσπισής του εφόσον αυτή έχει καταχωριστεί. Το κρίσιμο ερώτημα στην περίπτωση εκείνη είναι κατά πόσο η απουσία του υποδηλώνει εγκατάλειψη της υπεράσπισής του ή αδιαφορία για την προώθησή της. Γύρω από αυτά τα ζητήματα περιστρέφεται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, ως αποκαλύπτει η αποδοθείσα από τα αγγλικά δικαστήρια ερμηνεία του αγγλικού θεσμού της Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος αποτέλεσε και το πρότυπο για τη διαμόρφωση της Δ.33, θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (Βλ. Οrd.36 r.33 των παλαιών αγγλικών θεσμών. The Annual Practice 1958, σελ. 831.*) Αυτό είναι λογικό εφόσον η υπεράσπιση έχει προβληθεί στην έκθεση υπεράσπισης. Τα κρίσιμα γεγονότα για τον παραμερισμό της απόφασης είναι εκείνα που άπτονται του λόγου της μη εμφάνισης του εφεσείοντος κατά τη δίκη. Στην προκείμενη υπόθεση η μαρτυρία για τα αίτια της απουσίας του εναγομένου διίσταται, και δεν υπάρχουν ευρήματα που να επιλύουν τη διαφορά. Δεν μας παρέχεται τοιουτοτρόπως η δυνατότητα διαπίστωσης των γεγονότων που περιβάλλουν την απουσία του εφεσείοντος από τη δίκη του.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Επίσης, στην υπόθεση Pechtchachanskaia κ. α. ν Esipovich, Πολιτική Έφεση Αρ. 310/10, 20/06/2014, ο έντιμος Δ. Α. Δ. Λιάτσος που έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ανέφερε εν προκειμένω τα εξής: «Στην υπό κρίση περίπτωση, θα υπομνήσουμε ότι βρισκόμαστε ενώπιον παράληψης εμφάνισης εναγομένου κατά την ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης. Συνεπώς, υπεράσπιση έχει ήδη καταχωρηθεί και, ως εκ τούτου, δεν εγείρεται και θέμα αποκάλυψής της (Παναγιώτης Ανδρέου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1596, 1599). Υπό τις συνθήκες αυτές, η επικέντρωση της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου στα όσα σχετικά με την ανάπτυξη των θέσεων υπεράσπισης καταγράφονται στην πρώτη ένορκη δήλωση προς στήριξη του αιτήματος επαναφοράς, ήταν χωρίς ουσιαστική σημασία. Η ανάλυση από το Δικαστήριο των ισχυρισμών που προέβαλλαν οι Εφεσείοντες στην υπό αναφορά ένορκο δήλωση, σε αντιπαραβολή με το περιεχόμενο της καταχωρηθείσας ήδη έκθεσης υπεράσπισης, κινείται εκτός των πλαισίων των κριτηρίων εξέτασης αιτήσεων αυτής της μορφής και πέραν των ορίων που καλύπτουν το πεδίο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αυτό το οποίο, στην ουσία, έπραξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήταν η διαπίστωση της απόδειξης των γεγονότων, που στοιχειοθετούσαν την Υπεράσπιση, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Ήταν, ούτως ή άλλως, και με όλο το σεβασμό, εσφαλμένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το βάρος για παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης βρίσκεται στους ώμους του αιτητή, ο οποίος έχει υποχρέωση να υποδεικνύει μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως ο όρος αυτός επεξηγήθηκε σε σειρά αποφάσεων με θεμελιακή την απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646. Επικεντρώθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο στις αδυναμίες που εντόπισε σχετικά με την προδικαστική ένσταση, συγκρίνοντας τις αναφορές της πρώτης ένορκης δήλωσης με τη δικογραφημένη θέση. Παρέβλεψε, όμως, τις υπόλοιπες θέσεις υπεράσπισης. Η βάση αγωγής του Εφεσίβλητου και οι αξιώσεις του εναντίον των Εφεσειόντων περιστρέφονται γύρω από ισχυρισμούς του περί πλαστογραφημένου πληρεξουσίου εγγράφου και συνακόλουθου δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Εφεσειόντων. Στην καταχωρηθείσα ήδη Υπεράσπιση, οι Εφεσείοντες, πέραν του προδικαστικού, ότι όλες οι μεταξύ των διαδίκων διαφορές είχαν διευθετηθεί στα πλαίσια άλλης αγωγής, της 3797/00, αρνούνται ότι πλαστογράφησαν οποιοδήποτε έγγραφο, όπως αρνούνται επίσης ότι ενήργησαν δόλια, καλώντας τον Εφεσίβλητο εις αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Με δεδομένη τη βάση αγωγής, η καταχωρηθείσα ήδη Υπεράσπιση ήταν αρκετή για να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, τον πρωταρχικό, δηλαδή, παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (Κωνσταντινίδη v. Hissin,
(2004)1 A.A.Δ. 1774). Παρεμπιπτόντως, σημειώνουμε ότι οι αναφορές στην πρώτη ένορκη δήλωση που σχετίζονται με το θέμα της πλαστογράφησης δεν είναι αντίθετες με το περιεχόμενο των θέσεων που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Συνιστούν λεπτομερέστερη παράθεση των ισχυρισμών των Εφεσειόντων, στην προσπάθειά τους να επιβεβαιώσουν τη γνησιότητα της Υπεράσπισής τους. Το κρίσιμο ερώτημα στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν το θέμα της αποκάλυψης της Υπεράσπισης, εφόσον αυτή είχε ήδη καταχωρηθεί. Η προσοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα έπρεπε να στραφεί αποκλειστικά στο κατά πόσο η απουσία των Εφεσειόντων υποδήλωνε εγκατάλειψη της Υπεράσπισής τους ή αδιαφορία για την προώθησή της. Συνεπώς, τα καίρια γεγονότα για τον παραμερισμό της απόφασης ήταν αυτά που αφορούσαν τον λόγο της μη εμφάνισης των Εφεσειόντων κατά τη δίκη.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [v] Βλ. Pechtchachanskaia κ. α. ν Esipovich, Πολιτική Έφεση Αρ. 310/10, 20/06/2014. [vi] Βλ. Γιαννάκη Χρυσάνθου κ. α. ν Mariala Costruction Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1129 και Eric John Wakeham v Audar Majid Bhatti κ. α., ECLI:CY:AD:2016:A255, Πολιτική Εφεση Αρ. 49/2011, 25/05/2016. [vii] Βλ. Chr. Morfou Trading Ltd v Mr Waterproof Ltd
(2007)1 Α.Α.Δ. 697. [viii] Βλ. τα όσα καταγράφει το Annual Practice του 1958, Vol. 1 με αναφορά στη αντίστοιχη της Δ.33 κ. 5 των Θ. Π. Δ., αγγλική O. 36 r. 33 των Αγγλικών Θεσμών (ως είχε τότε), στην σελίδα 832, υπό τον τίτλο «Within six days after the Trial». Το ζήτημα έτυχε εξέτασης από τον έντιμο Π. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Α. Ν. Λοΐζου κατά την ενάσκηση της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του στην αγωγή ναυτοδικείου, Risbjerg Shipping Ltd κ. α. ν Του Πλοίου "Lara Diana"
(1990)1 ΑΑΔ 634, ο οποίος έντιμος Πρόεδρος στο σκεπτικό του για την κατάληξη του, κατέγραψε τα εξής: «. Ο Θεσμός ο οποίος εφαρμόζεται είναι ο Θεσμός 33 της Διαταγής 36 (Βλέπε Annual Practice 1958 σελ. 831); ο οποίος προβλέπει: "Any verdict or judgment obtained where one party does not appear at the trial may be set aside by the Court or a Judge upon such terms as may seem fit, upon an application made within six days after the trial..." Ήταν παραδεκτό ότι η κρινόμενη αίτηση δεν είχε καταχωρηθεί μέσα στην προθεσμία των έξι ημερών όπως προβλέπεται από τον πιο πάνω Θεσμό. Παρόλο που ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση ήγειρε στην αγόρευσή του το εκπρόθεσμο της αίτησης, ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών δεν έχει κάμει οποιαδήποτε αναφορά πάνω στο ζήτημα. Σχετικά με το ζήτημα της προθεσμίας των έξι ημερών αναφέρονται τα πιο κάτω στο Annual Practice 1958, στη σελ. 832: '" Within six days after the Trial.' - Notwithstanding Walter v. James, 34 W.R. 29, the Court has a discretion under O. 64, r.7, though the application be not made within six days after the trial: Schafer v. Blyth [1920] 3 K.B. 141, following Bradshaw v. Warlow, 32 Ch. D. 403, C.A., decided under one of the rules of the Palatine Court of Lancaster, almost identical in terms with the present Rule; the C.A., whilst refusing to set aside the judgment, expressed an opinion
(1)that the Judge had power to enlarge the time; and
(2)that it was not necessary to make a substantive application for such enlargement. See, too, Michell v. Wilson, 25 W.R. 380, where the time for applying was extended under the circumstances of the case. See also O. 64, r.7. The objection that the application is out of time must be made at the earliest possible moment; see London S.S. etc., Corporation v. Russian Volunteer Fleet, supra." Είναι πρόδηλο από το πιο πάνω απόσπασμα ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την προθεσμία των έξι ημερών και δεν παρίσταται ανάγκη να γίνει ουσιαστική αίτηση για παράταση. Είναι επίσης πρόδηλο ότι η ένσταση για το εκπρόθεσμο της αίτησης πρέπει να γίνει το "ενωρίτερο δυνατό". .». Βλ. επίσης και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ann-Clair Developments Ltd v Στέλιου Κυριακίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 537. [ix] Βλ. Stylianides v Flair Fashion
(1982)1 C. L. R. 786 όπου ελέχθη: «We see no reason in principle why two remedial proceedings such as the enlargement of time and renewal should not be pursued in the same application. Further nothing set before us warrants our interference with the exercise of the discretion of the trial Court though had discretion vested in us in the first place, we might require more stringent standard before excusing the delay of the respondents». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν Λάμπρου Αδάμου Χ"Νικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ 470, Εvand Promotions κ. α. ν. Frank Rutman
(1998)1 A.A.Δ. 2123, Ann-Clair Developments Ltd v Στέλιου Κυριακίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 537, Ανδρέα Λυσιώτη ν Κυπριακή Δημοκρατία
(2000)1 Α.Α.Δ. 364 και Thas Maritime Co. Ltd v Στέλιος Ρήγας κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 638. [x] Βλ. επίσης τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Kamal Hassanein v Helleni Island
(1990)1 Α.Α.Δ. 827, Μαίρη Αθανασιάδη ν Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, Χρίστος Κληρίδης ν Ηροδοτου Σταυριδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1348, Valhmor Borg Imp/Exp Ltd v Sea Land Service Inc. κ. α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1227, Τάσος Μαρκίδης ν Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 898 και Ξενοφών Καλλής ν Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ.
- [xi] Βλ. Odgers' Principles of Pleading and Practice, 16η έκδοση, σελίδες 261 και 262, όπως επίσης και τις σελίδες 257 έως
- Βλ. επίσης το Annual Practice του 1966, τόμος 1, στις σελίδες 809 έως
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο