ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α. ν. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 127/2011, 8/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A185 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 127/2011 Μεταξύ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ ΜΑΚΡΗ Εναγόντων - και - ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 08/11/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Γιώργος Θ. Κούμα Για την Εναγομένη: κ. Αντώνης Κ. Καράς για την Αντώνης Κ. Καράς Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
- Οι Ενάγοντες, με αυτή την Αγωγή, αξιώνουν εναντίον του Εναγομένου, τις ακόλουθες θεραπείες: «8.
- Απόφαση και/ή διάταγμα του . Δικαστηρίου στο οποίο να δηλώνεται ότι ο Εναγόμενος ουδέν δικαίωμα έχει ή/και είχε να επεμβαίνει εις το κτήμα µε αριθμό εγγραφής 017850, αριθμός τεμαχίου 632, Φ/Σχ. 50/59 στο Μαζωτό στην Λάρνακα και ότι η επέμβαση είναι παράνομη. 8.
- Γενικές αποζημιώσεις για παράνομη και αυθαίρετη επέμβαση. 8.
- €6.705.60 ως ειδικές αποζημιώσεις και/ή αποζημιώσεις λόγω της αυθαίρετης και/ή παράνομης εισόδου του Εναγομένου εντός του εν λόγω τεμαχίου και της κοπής εφτά ελαιοδέντρων, του 1/4 του όγδοου δένδρου και ολόκληρου του ένατου δένδρου από την βάση. 8.
- Νόμιμο Τόκο 8.
- Έξοδα πλέον Φ. Π. Α.». [Β]. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
- Προχωρώ να συνοψίσω, την εκατέρωθεν των διαδίκων εκδοχή, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς. Η υπόθεση των Εναγόντων
- Οι Ενάγοντες, δικογραφικά, υποστήριξαν την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Οι Ενάγοντες, είναι κάτοικοι Αγγλίας. Ο δε Εναγόμενος, είναι κάτοικος Λάρνακας. ii. Οι Ενάγοντες, είναι ιδιοκτήτες και/ή κύριοι του κτήματος µε αριθμό εγγραφής 0/7850, αριθμός τεμαχίου 632, Φ/Σχ. 50/59 στο Μαζωτό στην Λάρνακα. Ο Ενάγοντας 1, κατέχει το 1/3 μερίδιο του εν λόγω κτήματος και ο Ενάγοντας 2 τα 2/
- iii. Κατά και/ή περί τον Οκτώβριο του έτους 2009, χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από τους Ενάγοντες, ο Εναγόμενος αυθαίρετα και/ή παράνομα εισήλθε εντός του τεμαχίου υπ' αριθμό 632 και προέβηκε στην κοπή επτά ελαιόδεντρων, του 1/4 του όγδοου δέντρου και ολόκληρου του ένατου δέντρου από την βάση. iv. Πρόκειται για δέντρα ηλικίας πέραν των 80 ετών το καθένα, τα οποία οι Ενάγοντες φρόντιζαν και εκμεταλλεύονταν οικονομικά καθ' ότι επρόκειτο για καρποφόρα δένδρα. v. Ως λεπτομέρειες της επέμβασης του Εναγομένου, ως προαναφέρθηκε, εδόθησαν από πλευράς Εναγόντων οι εξής: (α). Ο Εναγόμενος αυθαίρετα και/ή παράνομα και/ή χωρίς την εξουσιοδότηση των Εναγόντων, εισήλθε εντός του τεμαχίου προκαλώντας ζημιά στην περιουσία των Εναγόντων. (β). Οι Ενάγοντες, λόγω της αυθαίρετης και/ή παράνομης επέμβασης του Εναγομένου υπέστησαν και/ή υφίστανται ζημιές και/ή βλάβες και ως εκ τούτου αξιώνουν από τον Εναγόμενο αποζημιώσεις. vi. Ως λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών των Εναγόντων, ως προαναφέρθηκε, εδόθησαν από πλευράς τους, οι εξής: (α). Δαπάνες για τις συστηματικές φροντίδες των δέντρων, ήτοι το ποσό των €
- (β). Απώλεια εισοδήματος, ήτοι το ποσό των €5.505,
- (γ). Εκτιμητικά έξοδα, €
- vii. Οι Ενάγοντες, κατά ή περί την 10/12/2009 δια επιστολής ή/και ειδοποίησης µέσω του δικηγόρου τους προς τον Εναγόμενο, η οποία και παρελήφθη και/ή επεδόθη και/ή εν πάση περιπτώσει το περιεχόμενο της έγινε γνωστό στον Εναγόμενο, τον καλούσαν μεταξύ άλλων όπως εξοφλήσει συγκεκριμένο ποσό προς αυτούς, καθότι την αποκλειστική ευθύνη για τη παράνομη επέμβαση ή/και πράξη που επέφερε τη ζημιά στους Ενάγοντες είχε ο Εναγόμενος. viii. Ο Εναγόμενος, παρόλο που του δόθηκε αρκετός χρόνος για να αποζημιώσει τους Ενάγοντες, αδικαιολόγητα και/ή παράνομα δεν το έχει κάνει. Η υπόθεση του Εναγομένου
- Ο Εναγόμενος, δια της εκθέσεως υπεράσπισης του, αρνήθηκε την, από πλευράς Εναγόντων, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξε την δική του ακόλουθη εκδοχή: i. Αγνοεί τα όσα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται σε ότι αφορά (α) την διαμονή τους στην Αγγλία και (β) τα περί της κυριότητας του κτήματος µε αριθμό εγγραφής 0/7850, αριθμός τεμαχίου 632, Φ/Σχ. 50/59 στο Μαζωτό στην Λάρνακα. ii. Αρνείται, ότι, κατά και/ή περί τον Οκτώβριο του έτους 2009, χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από τους Ενάγοντες, αυτός αυθαίρετα και/ή παράνομα εισήλθε εντός του τεμαχίου υπ' αριθμό 632 και προέβηκε στην κοπή επτά ελαιόδεντρων, του 1/4 του όγδοου δέντρου και ολόκληρου του ένατου δέντρου από την βάση. Ισχυρίζεται, ότι, αυτός μετέβη στην περιοχή Μαζωτού περί το τέλος του έτους 2009, με κάποιο κ. Γεώργιο Σκέτσιο, όπου ο τελευταίος του υπέδειξε ελαιόδεντρα για αποκοπή, και επιπλέον του υπέδειξε να μην αποκόψει από την σειρά των ελαιόδεντρων που γειτνίαζαν με το διπλανό ακίνητο, τα οποία, όπως του υπέδειξε, τα ήθελε για σκοπούς διατήρησης του συνόρου και για καλλωπιστικούς λόγους για το ανεγερθησόμενο συγκρότημα που θα έκτιζε ως επιχειρηματίας ανάπτυξης γης. iii. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι, γνώριζε πολύ καλά το κτήμα στο οποίο εισήλθε και απόκοψε δέντρα, και, ότι, ουδέποτε εισήλθε και/ή απόκοψε δέντρα από άλλο ακίνητο. iv. Αποδέχεται ότι έλαβε ειδοποίηση από την Αστυνομία Κιτίου για την ισχυριζόμενη επέμβαση, στην οποία ανταποκρίθηκε. Ωσαύτως, είχε συναντηθεί με τον κ. Μιχαήλ Χαϊλή από το Μαζωτό, ο οποίος απεδέχθη την θέση του, περί μη ευθύνης του. v. Αγνοεί τα όσα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περί επιστολής απαίτησης τους προς αυτόν μέσω του δικηγόρου τους ή ότι έλαβε γνώση περί της εν λόγω απαίτησης τους και ότι αρνήθηκε αδικαιολόγητα ή/και παράνομα να την ικανοποιήσει. vi. Ισχυρίζεται, ότι, ουδέποτε επενέβη καθ' οιονδήποτε τρόπο σε άγνωστο κτήμα. Είναι επαγγελματίας ξυλοκόπος, και προτού προβεί σε οποιαδήποτε αποκοπή, επιθεωρεί τα κτήματα και τα δέντρα που είναι προς αποκοπή, με τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, και είναι η πρώτη φορά στην πολυετή εργασία και πείρα του, που αντιμετωπίζει ισχυρισμούς όπως αυτούς των Εναγόντων. Οι μάρτυρες
- Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων, παρουσιάστηκαν και έδωσαν στο Δικαστήριο, μαρτυρία, τα εξής πρόσωπα: i. Η κα Ζωούλλα Χαϊλή Βασιλείου (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ1»). ii. Ο κ. Νικόλαος Παπαγεωργίου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ2»). iii. Η κα Βασιλική Πάλμα (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ3»). iv. Η κα Άννα Βούρη (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ4»). Και v. Ο κ. Κυριάκος Βασιλείου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ5»).
- Προς υπεράσπιση του Εναγομένου, παρουσιάστηκαν και έδωσαν στο Δικαστήριο, μαρτυρία, τα εξής πρόσωπα: i. Ο κ. Γεώργιος Σκέτσιος (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ1»). ii. Ο κ. Θεόδωρος Παρασκευά (στο εξής καλούμενος «ο Εναγόμενος» ή ανάλογα της περίπτωσης, «ο ΜΥ2»). iii. Ο κ. Κυριάκος Ιωάννου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ3»). Και iv. Ο κ. Σέργιος Γιακουμή Βασιλείου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ4»). Τα παραδεκτά γεγονότα
- Κατά την εξέλιξη της δίκης, οι διάδικοι, δήλωσαν στο Δικαστήριο μέσω των συνηγόρων τους, ως παραδεκτά, τα εξής γεγονότα: i. Ότι, ο ΜΕ2, είναι εγγεγραμμένος και αδειούχος γεωπόνος. Η εκτίμηση της μαρτυρίας
- Σύμφωνα με την νομολογία, όταν από την μαρτυρία που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο από τους διαδίκους, προκύπτει, ότι, υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα [[i]], βάσει των οποίων, εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται [[ii]]. Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού [[iii]].
- Στην προκείμενη περίπτωση, δικογραφικά, οι διάδικοι, σε κάποια από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, παρουσίασαν ως προς αυτά, ο κάθε ένας, μία διαφορετική εκδοχή. Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης της, η κάθε πλευρά, παρουσίασε την μαρτυρία των προσώπων που έχουν προαναφερθεί. Τα πρόσωπα αυτά, αντεξετάστηκαν από την αντίδικη πλευρά, και, ως προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, αρκετές θέσεις, αντίθετες με την μαρτυρία τους, τους υποβλήθηκαν ως ορθές, χωρίς όμως αυτές να γίνουν αποδεκτές. Συνεπώς, από απόψεως γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές ως προς τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, που, καθιστούν αναγκαία την εκτίμηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο.
- Ως προς τα προαναφερόμενα, αναγκαία είναι η εξής επισήμανσης, που πρέπει να γίνει καθότι αφορά ζήτημα άρρηκτα συνυφασμένο με την εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, προς μάρτυρες, κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[iv]]. Συνεπώς, ο τρόπος που προσεγγίστηκε η μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς του αντιδίκου, κατά την αντεξέταση των προσώπων που κλήθηκαν στο Δικαστήριο για τον σκοπό, και ποιες θέσεις υποβλήθηκαν στα πρόσωπα αυτά ως ορθές, σε ότι αφορά τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκαν, και τι μαρτυρία τελικά κλήθηκε από πλευράς του διαδίκου αυτού προς τεκμηρίωση τους, συνεκτιμούνται επίσης από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, με γνώμονα πάντοτε και τις δικογραφημένες θέσεις της κάθε πλευράς.
- Προχωρώ, συνεπώς, να διακριβώσω την αληθοφάνεια, ακρίβεια ή και ορθότητα της μαρτυρίας, και συνακόλουθα, εάν κριθεί ως τέτοια (και όχι, δηλαδή, ανακριβής, αναξιόπιστη, ψευδής ή λανθασμένη), τι βάρος ή σημασία μπορεί να της αποδοθεί. Εκεί και όπου βρίσκω, ότι, μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει αποδεκτή (falsus in uno), μνημονεύω το γεγονός ειδικά, ως επίσης και τους λόγους, αφενός, για την αποδοχή του συγκεκριμένου μέρους της και αφετέρου, για την απόρριψη του υπολοίπου της [[v]].
- Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του αριθμού των μαρτύρων που κάθε διάδικος παρουσιάζει στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης του, αποφασιστικής σημασίας παράγοντας κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, αποτελεί η ποιότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένη φόρμουλα για την εκτίμηση από το Δικαστήριο της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου, κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί, της ζωής (ως συναρτώμενοι με το τι είναι πιο εύλογα αναμενόμενο από ένα μέσο άνθρωπο), έχουν καθιερωθεί ότι προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του.
- Μέσα, λοιπόν, στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου.
- Σε πρώτο στάδιο [[vi]], εκτίμησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων, που, ως προανέφερα, είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων: η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων (με την ίδια την μαρτυρία τους ή και με προηγούμενες τους δηλώσεις); η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους και η συνοχή της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό; η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια (και δη σε ποιο βαθμό αυτό επηρέασε την μαρτυρία τους); οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποία ιδιότητα; η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους; όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του [[vii]]. Σε κάθε περίπτωση, τονίζω, ότι, η εκτίμηση στην οποία προβαίνω αμέσως μετά, βάσει, μεταξύ άλλων, των προαναφερόμενων παραγόντων, δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό [[viii]].
- Σε δεύτερο στάδιο [[ix]], εξέτασα την μαρτυρία, κρίνοντας την από την εντύπωση που τα πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ενώπιον μου, μου δημιούργησαν, κατά την εξιστόρηση της εκδοχής τους. Η λειτουργία αυτή του Δικαστηρίου ενθυλακώνεται πολύ εύστοχα στην ακόλουθη σύντομη αναφορά του έντιμου Π. Ε. Δ., Α. Δαυίδ, στην απόφαση του στην Αγωγή υπ' αρ. 8352/06 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τράπεζα Πειραιώς Α. Ε. ν CLR Financial Services Ltd, 30/09/2016: «Το δεύτερο στάδιο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εξάλλου εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά την νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας.». Συμπληρώνοντας, εν προκειμένω, περαιτέρω, στην συνέχεια της απόφασης του ο έντιμος Πρόεδρος: «Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κυνδίνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη (2002 1(Α) Α.Α.Δ. 401, αλλά και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο ειδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ. α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676).». Η μαρτυρία της ΜΕ1 16. Η ΜΕ1, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι γεωργός στο επάγγελμα. Διατηρεί καλλιέργειες, τόσο σε δικά της κτήματα, όσο και σε κτήματα συγγενικών της προσώπων. Τις ανέλαβε από τον πατέρα της που ήταν επίσης γεωργός και είχε προηγούμενα την διαχείριση τους. Ένα από αυτά, είναι το κτήμα µε αριθμό εγγραφής 0/7850, αριθμός τεμαχίου 632, Φ/Σχ. 50/59 στο Μαζωτό στην Λάρνακα, το οποίο ανήκει στους Ενάγοντες, που είναι ξαδέλφια της. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού της, η μάρτυρας, παρουσίασε στο Δικαστήριο, αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του εν λόγω ακινήτου, που παρουσιάζει ως κύριο του, κατά 1/3 μερίδιο του όλου, τον Ενάγοντα 1 και συγκύριο του, κατά 2/3 του όλου, την Ενάγουσα 2 (Τεκμήριο ΖΒ1). ii. Στο συγκεκριμένο κτήμα, υπάρχει καλλιέργεια ελαιόδεντρων, την οποία, ως υποστήριξε η Ενάγουσα, εις γνώσιν των Εναγόντων, διαχειρίζεται αυτή. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού της, η ΜΕ1, παρουσίασε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο ΖΒ2, που είναι αίτηση της προς τον Κυπριακό Οργανισμό Αγροτικών Πληρωμών, για επιδότηση καλλιεργειών της (για το έτος 2009), στην οποία περιλαμβάνεται και το προαναφερόμενο κτήμα και αφορά συγκεκριμένο αριθμό ελαιόδεντρων. iii. Ισχυρισμός της ήταν, ότι, ο Εναγόμενος, περί τον Νοέμβριο τους έτους 2009, εισήλθε εντός του εν λόγω κτήματος και απέκοψε ελαιόδεντρα της καλλιέργειας της. Η ίδια, πληροφορήθηκε για το γεγονός, από τον εξάδελφο της, ο οποίος είχε «ακούσει» για αυτό, όταν ήταν στο καφενείο. Ήταν βράδυ όταν πληροφορήθηκε για το γεγονός. Το αμέσως επόμενο πρωινό, η ΜΕ1, αφού είχε κληθεί και η αστυνομία, επί τόπου διαπίστωσε και η ίδια το γεγονός. Επί τόπου, κλήθηκε από την αστυνομία και ο Εναγόμενος, ο οποίος, προσερχόμενος και ερωτούμενος σχετικά, παραδέχθηκε ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που απέκοψε τα ελαιόδεντρα από την καλλιέργεια στο προαναφερόμενο κτήμα. iv. Το εν λόγω κτήμα, απ' όπου αποκόπηκαν τα ελαιόδεντρα της καλλιέργειας της ΜΕ1, συνορεύει με το τεμάχιο 630, στο οποίο επίσης υπήρχαν ελαιόδεντρα. Εντούτοις, το σύνορο των δύο κτημάτων ήταν εύκολα διακριτό, καθότι,
(1)τα δύο διαχωρίζονται από ανάχωμα («όχτο»), ως φυσικό σύνορο, και
(2)από το γεγονός, ότι, η καλλιέργεια των ελαιόδεντρων στο κτήμα των Εναγόντων ήταν εμφανής, σε αντίθεση με τα ελαιόδεντρα και το κτήμα γενικότερα του τεμαχίου 630, όπου ήταν εμφανές ότι δεν καλλιεργείτο. Τα ελαιόδεντρα ήταν απεριποίητα και το κτήμα καλυμμένο από άγρια βλάστηση. v. Κατά τον χρόνο της δίκης, ως υποστήριξε η μάρτυρας, υπήρξε αλλαγή στο τεμάχιο 630, καθότι, είχε ξεκινήσει ο διαχωρισμός του σε οικόπεδα και είχε, ως εκ τούτου, μεταξύ των δύο κτημάτων, στο σύνορο τους, δημιουργηθεί δρόμος. Διευκρινίζοντας, ότι, και μετά από αυτές τις αλλαγές, τα ελαιόδεντρα που αποκόπηκαν, εξακολουθούν να βρίσκονται εντός του κτήματος των Εναγόντων. Λόγω του ότι, τα εν λόγω ελαιόδεντρα, δεν είχαν ξεριζωθεί, αλλά απλά αποκοπεί, κατά τον χρόνο της δίκης, αυτά, εκτός ενός που έχει εντελώς ξεραθεί, ξεκίνησαν και πάλι να αποκτούν «πρασινάδα». Εντούτοις, δεν είχαν ακόμη δώσει καρπό. vi. Δεδομένης της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί από τις ενέργειες του Εναγομένου, κατ' εντολής της ΜΕ1, εστάλη προς τον Εναγόμενο, μέσω δικηγόρου, η επιστολή ημερομηνίας 10/12/2009 (Τεκμήριο ΖΒ3), δια της οποίας γινόταν αναφορά στα γεγονότα, την προκληθείσα ζημιά και την σχετική με αυτήν απαίτηση της ΜΕ
- vii. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ1, διευκρίνισε, ποιες είναι ακριβώς οι εργασίες της, πόσα χρόνια τις διεξάγει και ποια η συνολική έκταση των κτημάτων στα οποία βρίσκονται οι καλλιέργειες της (με αναφορά, τόσο σε τεμάχια της κυριότητας της, όσο και σε αυτά των συγγενικών της προσώπων), όπως επίσης διευκρίνισε και ποιος είναι ο συνολικός αριθμός των ελαιοδέντρων που καλλιεργεί. Στην ΜΕ1 υποβλήθηκε η θέση του Εναγομένου, ότι, η ίδια δεν είναι γεωργός και ότι δεν έχει καμία σχέση με την ισχυριζόμενη καλλιέργεια ελαιοδέντρων, την οποία η ΜΕ1 δεν αποδέχθηκε. viii. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο ΖΒ2, ήτοι, την ισχυριζόμενη από πλευράς της αίτηση προς τον Κυπριακό Οργανισμό Αγροτικών Πληρωμών για επιδότηση των καλλιεργειών της (για το έτος 2009), αντεξεταζόμενη σχετικά, διευκρίνισε, ότι, αυτήν, πρέπει να την είχε υποβάλει κατά την προηγούμενη της αιτούμενης ετήσιας επιδότησης χρονιά (δηλαδή 2008), όπως συνήθως γίνεται για αυτό το ζήτημα και ότι, στην εν λόγω αίτηση, μαζί με τις καλλιέργειες στα τεμάχια της κυριότητας της, περιλαμβάνεται και το τεμάχιο 632 και ότι το αίτημα της, σε σχέση με το τεμάχιο αυτό, αφορά καλλιέργεια συγκεκριμένου αριθμού ελαιόδεντρων (100 στο σύνολο). Στοιχεία, η ορθότητα των οποίων, υποστήριξε η ΜΕ1, ελέγχεται αρμοδίως και από τον Κυπριακό Οργανισμό Αγροτικών Πληρωμών. ix. Σε ότι αφορά το ζήτημα της επιδότησης από τον Κυπριακό Οργανισμό Αγροτικών Πληρωμών, κατά την αντεξέταση της, διευκρίνισε περαιτέρω, ότι, το χρηματικό ποσό της επιδότησης, το λαμβάνει η ίδια και ότι, οι Ενάγοντες, είναι, σχετικά με το γεγονός αυτό, ενήμεροι και συγκατατίθενται σε αυτό. Προσθέτοντας, ότι, η ρύθμισης με τους Ενάγοντες, που καλύπτει γενικά την καλλιέργεια των ελαιόδεντρων και το «μάζεμα» του καρπού τους στο τεμάχιο 632, δεν είναι κάπου καταγεγραμμένη. Είναι, ως ανέφερε, εξουσιοδοτημένη για τον σκοπό από τους Ενάγοντες, με τους οποίους διατηρεί άψογες σχέσεις. x. Αντεξεταζόμενη, η ΜΕ1, υποστήριξε, ότι, ο Εναγόμενος, απέκοψε από την καλλιέργεια της στο τεμάχιο 632, 9 συνολικά ελαιόδεντρα, έκαστο εκ των οποίων της παρείχε κέρδος, από τον καρπό του. Το κάθε ελαιόδεντρο, υποστήριξε, ετησίως, τις έδιδε 250 kg καρπό. Αποδεχόμενη όμως, σε σχέση με την εν λόγω τοποθέτηση της, ότι, κάθε ένα έτος καλής παραγωγής, έχει ως αποτέλεσμα, συνήθως, ένα έτος μειωμένης παραγωγής. Διευκρινίζοντας περαιτέρω, ότι, το ζήτημα της παραγωγής καρπού, γενικότερα, μπορεί να επηρεαστεί, τόσο από τις καιρικές συνθήκες, όσο και από την περιποίηση των ελαιόδεντρων. Αναλόγως της αξιοποίησης του καρπού, υποστήριξε περαιτέρω η ΜΕ1, είναι και το κέδρος από την σοδιά. Δηλαδή, το εάν ο καρπός θα πωληθεί ως έχει, ή αν θα αξιοποιηθεί για την παραγωγή λαδιού, επηρεάζει και το σχετικό κέδρος. Η παραγωγή λαδιού, υποστήριξε η μάρτυρας, συνήθως, λόγω και του σχετικού κόστους για την παραγωγή του, αποφέρει λιγότερο κέρδος. Θέση της ΜΕ1, ήταν, ότι, από το έτος 2009 που επισυνέβη το επίδικο συμβάν, μέχρι και την ημέρα της δίκης (δεδομένου ότι εξακολουθεί να έχει την καλλιέργεια των ελαιόδεντρων στο τεμάχιο 632), η ίδια, απώλεσε το κέδρος από την σοδειά που θα τις έδιδαν τα ελαιόδεντρα αυτά, εάν δεν αποκόπτονταν από τον Εναγόμενο (250 kg x 9 ελαιόδεντρα x 6 χρόνια = περίπου €7.000 - με δεδομένο τον ισχυρισμό της, ότι, 1 kg καρπού ελιάς πωλείται περίπου €1 [€13.500], και, ότι, 5 kg - 6 kg καρπός ελιάς δίδει 1 kg λάδι το οποίο πωλείται περίπου €2 [€5.400]). Ερωτηθείσα, γιατί, αφού την ζημιά την υπέστη η ίδια, η Αγωγή αυτή κινήθηκε από τους Ενάγοντες και όχι από την ίδια, η ΜΕ1 ανέφερε, ότι, αφού ενημέρωσε του Ενάγοντες, ήταν κοινή απόφαση τους να προχωρήσουν με την έγερση αγωγής εναντίον του Εναγομένου, με τον τρόπο που αυτή τελικά ηγέρθηκε. Στην ΜΕ1, σε ότι αφορά τον ισχυρισμό της αυτό, της υποβλήθηκε η θέση του Εναγομένου, ότι, οι Ενάγοντες, κανένα ενδιαφέρον έχουν για αυτή την υπόθεση, ή και σχετική απαίτηση εναντίον του Εναγομένου και, ότι, η ίδια καταχώρησε και προωθεί αυτή την Αγωγή στο όνομα τους, χωρίς όμως την εξουσιοδότηση τους, θέση με την οποία η ΜΕ1 διαφώνησε. Περαιτέρω, η ΜΕ1, διαφώνησε με την εισήγηση του Εναγομένου, ότι, τα ελαιόδεντρα που είχαν αποκοπεί, είχαν αρχίσει να «ανοίγουν φύλλωμα» την αμέσως επόμενη χρονιά, υποστηρίζοντας ότι, τα δέντρα αυτά, που κατά την αποκοπή τους ήταν το κάθε ένα, ηλικίας περίπου 80 ετών, χρειάζονται περίπου 7 χρόνια συνεχόμενης φροντίδας για να ξεκινήσουν να «ανοίγουν φύλλωμα», κάτι το οποίο ξεκίνησε να παρατηρείται κατά τον χρόνο της δίκης (μετά πάροδο, δηλαδή, σχεδόν, ενός τέτοιου χρονικού διαστήματος). xi. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό της ΜΕ1, ότι, ο Εναγόμενος, της παραδέχθηκε ευθύνη για την αποκοπή των ελαιόδεντρων, αντεξεταζόμενη, επέμεινε στα της αλήθειας του εν λόγω γεγονότος. Εν προκειμένω, η ΜΕ1, επανέλαβε τον ισχυρισμό της ότι δεν είδε η ίδια τον Εναγόμενο να αποκόπτει τα ελαιόδεντρα. Όμως, είχε εντοπιστεί, υποστήριξε η ΜΕ1, ο Εναγόμενος από την αστυνομία, αφού είχε καταγραφεί σε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης κάποιου υποστατικού στην περιοχή να είναι φορτωμένος με την ξυλεία των αποκομμένων ελαιόδεντρων. Κληθείς στην σκηνή, ο Εναγόμενος, της παραδέχθηκε, παρουσία του εξαδέλφου της Κώστα Χαϊλή και των αστυνομικών που βρίσκονταν εκεί, ότι ο ίδιος απέκοψε τα ελαιόδεντρα. Στην ΜΕ1 υποβλήθηκε η θέση του Εναγομένου, ότι, ο Εναγόμενος, απέκοψε και εκρίζωσε ελιές μόνον από το γειτονικό τεμάχιο 632 (και αυτό ήταν που αποδέχθηκε) και όχι από το τεμάχιο 630 της κυριότητας των Εναγόντων και ότι, αυτός είναι και ο λόγος που δεν του προσήχθησαν κατηγορίες, βάσει ποινικού κατηγορητηρίου, όταν η διερεύνηση των ισχυρισμών της ολοκληρώθηκε από πλευράς αστυνομίας, παρά την περί του αντίθετου κατάθεση της ΜΕ1 στην αστυνομία. Θέση με την οποία η μάρτυρας διαφώνησε, εμμένοντας στους ισχυρισμούς της. xii. Η ΜΕ1 αντεξετάστηκε και σε ότι αφορούσε τις ελιές στο τεμάχιο
- Πέραν του ότι, σε αυτό, κατά τον ουσιώδη με το επίδικο περιστατικό χρόνο υπήρχαν ελαιόδεντρα τα οποία ήταν «κατάξερα» και το κτήμα απεριποίητο «γεμάτο αγριόχορτα», τα οποία κατά την δίκη δεν υπήρχαν πλέον εκεί, η ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πόσα ελαιόδεντρα υπήρχαν σε αυτό, ή τι έκανε ο Εναγόμενος στο κτήμα αυτό και στα εβρισκόμενα σε αυτό ελαιόδεντρα, ζήτημα για αυτήν αδιάφορο με την αποκοπή των ελαιοδέντρων που ευρίσκοντο στο τεμάχιο
- xiii. Η ΜΕ1, αποδέχτηκε την θέση του Εναγομένου, ότι, είναι επαγγελματίας ξυλοκόπος και παραγωγός κάρβουνου. Αποδέχθηκε επίσης και την εισήγηση ότι το κάρβουνο παράγεται μόνο από ξεράδια δέντρων, εντούτοις υπέδειξε ότι, εάν η εισήγηση του Εναγομένου είναι ότι αυτό είναι ενδεικτικό για το οτιδήποτε σε αυτή την υπόθεση, κανείς δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Εναγόμενος αποθήκευσε την χλωρά ξυλεία των ελαιόδεντρων που είχαν αποκοπεί, και να την χρησιμοποίησε όταν αυτή πλέον ήταν κατάλληλη. Η μαρτυρία του ΜΕ2
- Ο ΜΕ2, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Πριν την συνταξιοδότηση του, ασκούσε το επάγγελμά του γεωπόνου. Κατά το έτος 2009, ασκούσε το επάγγελμα του γεωπόνου και κατείχε και σχετική άδεια εργασίας. ii. Το έτος 2009, ο ΜΕ2 είχε κληθεί να εκτιμήσει ζημιά που προκλήθηκε από την αποκοπή ελαιόδεντρων που ήταν φυτεμένα στο τεμάχιο
- Επισκέφτηκε την περιοχή του τεμαχίου και διαπίστωσε, ότι, υπήρχαν ελαιόδεντρα που είχαν καρατομηθεί, ότι ένα ελαιόδεντρο είχε αποκοπεί από την βάση του και ότι, επί της σκηνής, αν και υπήρχαν τα λεπτά κλαδιά και το φύλλωμα των ελαιόδεντρων που είχαν αποκοπεί, οι κορμοί τους (το χοντρό τους μέρος) δεν βρίσκονταν εκεί. Τα ευρήματα και την γνώμη του, για την οποία έλαβε σχετική εντολή, δηλαδή εκτίμηση της προκύψασας από το γεγονός ζημιάς, ο ΜΕ2 τα κατέγραψε σε έκθεση του την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο ΝΠ1) και την οποία, εν συνεχεία, σε γενικές γραμμές επεξήγησε. iii. Ο ΜΕ2, ανέφερε περαιτέρω, ότι, τα ελαιόδεντρα είχαν καρατομηθεί από το τεμάχιο 632 που διαχειριζόταν η ΜΕ1, από σημείο του που βρίσκεται κοντά στην γραμμή οριοθέτησης του με το τεμάχιο
- Πρόκειται για ελαιόδεντρα που βρίσκονταν στη 2η γραμμή / σειρά δέντρων, όπως αυτά είναι φυτεμένα στο τεμάχιο 632 (δηλαδή, ανά σειρές, η απόσταση μεταξύ των οποίων είναι 10 m), η οποία απέχει 10 m από την τελευταία πριν το σύνορο σειρά δέντρων (όπου δεν περιλαμβάνει μόνο ελαιόδεντρα, αλλά και άλλα είδη δέντρων), που, με την σειρά της, έχει κάποια απόσταση από το σύνορο με το τεμάχιο
- iv. Σε γενικές γραμμές, υποστήριξε, η ζημιά από την καρατόμηση των ελαιόδεντρων, συνίσταται από την δαπάνη για την συστηματική φροντίδα των ελαιόδεντρων και από την απώλεια από αυτά εισοδήματος, μέχρις ότου αυτά επανέλθουν στην κατάσταση που είχαν πριν την αποκοπή τους. Ο χρόνος για την επάνοδο τους, ανέφερε, εκτιμήθηκε ότι θα ήταν γύρω στα 7 χρόνια. v. Κάποιες ημέρες πριν από την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι επισκέφτηκε ξανά την περιοχή του τεμαχίου
- Κατά την επιτόπια επίσκεψη του, ανέφερε, διαπίστωσε ότι, τα ελαιόδεντρα που είχαν αποκοπεί, με εξαίρεση δύο από αυτά που είναι ακόμη «άγρια» επειδή το μπόλιασμα τους απέτυχε, αναπτύχθηκαν κανονικά, σε βαθμό που σχεδόν δεν αναγνωρίζεται ότι είχαν αποκοπεί και ξεκίνησαν να δίνουν καρπό. Κάποια από αυτά, διευκρίνισε, ίσως να καρποφόρησαν ενωρίτερα από ότι είχε αρχικά εκτιμήσει το έτος
- Δηλαδή, πιθανόν να καρποφόρησαν, από της αποκοπής των ελαιόδεντρων, τον 5ο χρόνο (και να υπήρξε κάποια συγκομιδή καρπού), αντί τον 7ο χρόνο που είχε αρχικά εκτιμηθεί. Περαιτέρω, παρατήρησε, ότι, από το 2009 που είχε επισκεφτεί την περιοχή, υπήρξαν αλλαγές. Το τεμάχιο 630 είναι κενό (αφαιρέθηκαν από αυτό όλα τα δέντρα) και κατά μήκος του συνόρου του με το τεμάχιο 632 έχει κατασκευαστεί δρόμος. Τα ελαιόδεντρα, υποστήριξε, που είχαν αποκοπεί το έτος 2009, βρίσκονται εντός του τεμαχίου 632, ακόμη και μετά από την αλλαγή στην περιοχή. vi. Ο ΜΕ2, υποστήριξε επίσης, ότι, για την αποκοπή ή εκρίζωση οποιουδήποτε ελαιόδεντρου, χρειάζεται να εξασφαλιστεί προηγουμένως, άδεια από το Τμήμα Δασών, κατόπιν αιτήσεως που υποβάλλεται στον κοινοτάρχη της κοινότητας όπου βρίσκεται η φυτεία. vii. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ2, διευκρίνισε, ότι, η τελευταία σειρά δέντρων, πριν το κοινό σύνορο των τεμαχίων 630 και 632, στην οποία είχε αναφερθεί κατά την κυρίως εξέταση του, το έτος 2015 που επισκέφτηκε ξανά την περιοχή, παρατήρησε ότι είχε αφαιρεθεί και ότι στα αριστερά του εν λόγω σημείου κατασκευάστηκε ο δρόμος. Διευκρίνισε επίσης, ότι, κατά την επιτόπια επίσκεψη του το έτος 2009, δεν καταμέτρησε των σύνολο των ελαιόδεντρων που ήταν φυτεμένα εντός του τεμαχίου 632, ούτε και έλεγξε αν ο εγγεγραμμένος κύριος τους ήταν άλλος από τον εγγεγραμμένο κύριο του τεμαχίου 632, ως αποδέχθηκε ότι πιθανόν να καταδεικνύει το Τεκμήριο ΖΒ1, τοποθετούμενος ότι, ο ίδιος, δεν είναι κτηματομεσίτης ώστε να γνωρίζει επακριβώς την σημασία των σχετικών αναφορών στο Τεκμήριο ΖΒ
- Περαιτέρω, σε ότι αφορά τα γεγονότα που προηγήθηκαν της επίσκεψης του στο τεμάχιο 632 το έτος 2009 και τα οποία αποτέλεσαν και τον λόγο για την εντολή του να εκτιμήσει την προκύψασα κατάσταση και ισχυριζόμενη ζημιά, διευκρίνισε, ότι, ο ίδιος, τα πληροφορήθηκε από τον σύζυγο της ΜΕ1, με τον οποίο είχαν μεταβεί επί τόπου μαζί. Σε ότι αφορά το ζήτημα της επιδότησης από τον Κυπριακό Οργανισμό Αγροτικών Πληρωμών και τα όσα το Τεκμήριο ΖΒ2 παρουσιάζει, αντεξεταζόμενος σχετικά, ανέφερε, ότι, αιτήματα ως το συγκεκριμένο και εάν είναι δικαιολογημένα (και δη στην συγκεκριμένη περίπτωση, ως προς τον αριθμό των ελαιόδεντρων σε σχέση με τα οποία φαίνεται ότι υπεβλήθη το αίτημα από την ΜΕ1), εξετάζονται από τον Κυπριακό Οργανισμό Αγροτικών Πληρωμών. Διευκρινίζοντας, κατά την επανεξέταση του, ότι, ο Κυπριακός Οργανισμός Αγροτικών Πληρωμών για σκοπούς της σχετικής επιδότησης, δεν εξετάζει ποιος είναι ο εγγεγραμμένος κύριος των ελαιόδεντρων. Ελέγχει μόνο κατά πόσο υπάρχει στην πραγματικότητα ο αριθμός των δέντρων για τα οποία υποβάλλεται το αίτημα. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε, ο Κυπριακός Οργανισμός Αγροτικών Πληρωμών επιχορηγεί το χωράφι και τα δέντρα σε αυτό είναι μέτρο επιδότησης. Δικαιούται, υποστήριξε, την επιδότηση, το πρόσωπο που αξιοποιεί το χωράφι και όχι ο ιδιοκτήτης των δέντρων. Η μαρτυρία της ΜΕ3
- Η ΜΕ3, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι λειτουργός του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Είναι τοποθετημένη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας και είναι, μεταξύ άλλων, υπεύθυνη στο εν λόγω τμήμα, του κλάδου εγγραφών. ii. Αναγνώρισε το Τεκμήριο ΖΒ1, ως αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του τεμαχίου
- Αφού ερωτήθηκε σχετικά, επεξήγησε την σημείωση που υπάρχει σε αυτό καταγεγραμμένη «Πάνω στη γη υπάρχουν ξένα δέντρα (4/ΕΣ/503877/1980)». Με βάση το μητρώο εγγραφής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, υποστήριξε, το οποίο και ερεύνησε για τους σκοπούς της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο, σχετικά, καταδεικνύει, ότι, οι δικαιούχοι δύο δέντρων που βρίσκονται σήμερα εντός του τεμαχίου 632, μετά την εφαρμογή των διατάξεων του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, και στην βάση των προνοιών του, είχαν αποταθεί προς το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και εξασφάλισαν σε σχέση με αυτά ξεχωριστούς τίτλους για την ιδιοκτησία τους. Πρόκειται για τους τίτλους ιδιοκτησίας δέντρων με αριθμούς 5898 και 6026, ιδιοκτησίας των Αντώνη Ιωάννη Πύργου και Κυριακούς Κωστή Ιακωβίδου αντίστοιχα και αφορούν ένα ελαιόδεντρο και ένα χαρουπόδεντρο αντίστοιχα. Από το έτος 2009 που εξεδόθη ο τίτλος ιδιοκτησίας για το τεμάχιο 632, Τεκμήριο ΖΒ1, με εξαίρεση την κυριότητα του εν λόγω τεμαχίου, τίποτα δεν έχει αλλάξει, ειδικότερα σε ότι αφορά την προαναφερόμενη σημείωση. iii. Αντεξεταζόμενη η ΜΕ3, διευκρίνισε, από ποιο τεμάχιο προέκυψε και πως, το τεμάχιο 632, και πως αυτό αντικρίζεται, με γνώμονα την αναφορά της σημείωσης «Πάνω στη γη υπάρχουν ξένα δέντρα (4/ΕΣ/503877/1980)», η ιδιοκτησία των δύο δέντρων. Παρουσίασε, μάλιστα, προς τεκμηρίωση των όσων υποστήριξε, τα Τεκμήρια ΒΠ1 έως ΒΠ7, και επεξήγησε πως, βάσει των στοιχείων που αυτά παρουσιάζουν, έγινε η αντίκρισης της κυριότητας των δύο αυτών δέντρων, με το τεμάχιο 632 και την σχετική σημείωση στον τίτλο ιδιοκτησίας του. Η μαρτυρία της ΜΕ4
- Η ΜΕ4, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι μέλος της αστυνομικής δύναμης Κύπρου και κατά το έτος 2009 υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Κιτίου. Τον Οκτώβριο του έτους 2010 είχε καταγγελθεί στον αστυνομικό σταθμό Κιτίου, από τον πατέρα της ΜΕ1, ότι είχαν αποκοπεί ελαιόδεντρα του που βρίσκονταν φυτεμένα σε συγκεκριμένο τεμάχιο γης στην κοινότητα Μαζωτού. Επί τόπου, η ΜΕ4, διαπίστωσε την αποκοπή. Πλησίον του τεμαχίου από το οποίο είχαν αποκοπεί τα ελαιόδεντρα, υπήρχε πρατήριο βενζίνης στο οποίο υπήρχε εγκατεστημένο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Πλάνα του εν λόγω κυκλώματος, έδειχναν το όχημα του Εναγομένου φορτωμένο με ξυλεία. Για τον λόγο αυτό κλήθηκε ο Εναγόμενος και ερωτήθηκε σχετικά με την ενδεχόμενη εμπλοκή του στο συμβάν που είχε καταγγελθεί. Ο Εναγόμενος, είχε τότε αναφέρει, ότι, ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου από το οποίο είχε αποκόψει ελαιόδεντρα, του είπε να το πράξει και ότι, πρόθεση του, δεν ήταν να επέμβει σε άλλο κτήμα ή να αποκόψει ελαιόδεντρα ιδιοκτησίας άλλου προσώπου. Η ΜΕ4, είχε τότε διερευνήσει τον εν λόγω ισχυρισμό του Εναγομένου, επικοινωνώντας με το πρόσωπο που ο Εναγόμενος της είχε υποδείξει ως τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου από το οποίο είχε αποκόψει ελαιόδεντρα. Το πρόσωπο αυτό, που ήταν ο ιδιοκτήτης του γειτονικού τεμαχίου ακίνητης ιδιοκτησίας, είχε όντως επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό του Εναγομένου, δηλώνοντας της ότι, θα επικοινωνούσε ο ίδιος με την ΜΕ1 για να διευθετηθεί το ζήτημα που είχε προκύψει. ii. Αν και η ΜΕ4, είχε τότε λάβει γραπτές καταθέσεις, τόσο από την ΜΕ1, όσο και από τον Εναγόμενο, δεν έγινε οποιαδήποτε καταγγελία, ούτε και υπήρξε δίωξης οποιουδήποτε προσώπου, καθότι «η υπόθεση θα προχωρούσε με διακανονισμό». Για τον λόγω, ότι, σε σχέση με την υπόθεση, δεν υπήρξε δίωξης, το σχετικό αρχείο, σύμφωνα με πολιτική της αστυνομίας, μετά την πάροδο 5 ετών από την συμπλήρωση των εξετάσεων της, καταστράφηκε και δεν μπορεί να εντοπιστεί οτιδήποτε σχετικό. iii. Αντεξεταζόμενη, η ΜΕ4, διευκρίνισε, ότι, επί τόπου στο τεμάχιο 632, είχε μεταβεί για σκοπούς διερεύνησης της καταγγελίας, με τον Αστ. 2637, Γ. Καγιά, την 24η/10/
- Την ίδια ημέρα μετέβη και στο πρατήριο βενζίνης για έλεγχο των πλάνων του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του. Σχετική τότε κατάθεση ελήφθη και από τον υπεύθυνο του πρατηρίου. Μάλιστα, σε ότι αφορούσε το πλάνο που έδειχνε φορτωμένο το όχημα του Εναγομένου με ξυλεία, σχετική μαρτυρία υπήρχε και από κάποιο υπάλληλο του πρατηρίου. Δεδομένων των αναφορών για σύνορο μεταξύ δύο κτημάτων πλησίον του σημείου από όπου είχε καταγγελθεί ότι έγινε η αποκοπή των ελαιόδεντρων, υπέδειξαν στους εκεί παρευρισκομένους να καλέσουν χωρομέτρη. Η ίδια, δεν διαπίστωσε καμία διαφορά μεταξύ των δύο κτημάτων που της είχαν υποδειχθεί. Και στα δύο, ανέφερε, υπήρχαν ελαιόδεντρα. iv. Ερωτηθείσα, πως και από ένα πλάνο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που έδειχνε απλά το όχημα του Εναγομένου με ξυλεία, κατέληξε ότι ευθυνόταν ο Εναγόμενος για το περιστατικό, η ΜΕ4 ανέφερε ότι, αυτό, ήταν κάτι που ο ίδιος ο Εναγόμενος είχε παραδεχθεί, όταν του υπέδειξε τα ελαιόδεντρα για τα οποία υπήρχε καταγγελία ότι είχαν αποκοπεί από το τεμάχιο
- Διευκρινίζοντας περαιτέρω, ότι, ο λόγος για τον οποίο δεν προωθήθηκε η ποινική δίωξης του Εναγομένου, ήταν, γιατί, η ΜΕ1 είχε τότε δηλώσει στην κατάθεση της προς αυτήν, ότι θα επιδίωκε πρώτα την διευθέτηση του ζητήματος με τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου 630, προτού αποφασίσει αν θα επιμείνει στην καταγγελία της. Ζήτημα στο οποίο η ΜΕ1, σημείωσε η ΜΕ4, δεν επανήλθε ποτέ. Η μαρτυρία του ΜΕ5
- Ο ΜΕ5, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι ο σύζυγος της ΜΕ
- Η ΜΕ1 είναι γεωργός στο επάγγελμα, ασχολείται με την καλλιέργεια ελαιόδεντρων και αυτός την βοηθά. Στα κτήματα όπου η ΜΕ1 καλλιεργεί ελαιόδεντρα, υπάρχουν και δύο δέντρα, ένα ελαιόδεντρο και ένα χαρουπόδεντρο, τα οποία δεν τα καλλιεργούν, επειδή ο πατέρας της ΜΕ1, εδώ και 25 χρόνια, τους είπε να μην τα καλλιεργούν. ii. Το περιστατικό της καταγγελίας προς την αστυνομία της αποκοπής των ελαιόδεντρων από το τεμάχιο 632, αυτός το χειρίστηκε. Ο πεθερός του είχε αρχικά καλέσει και καταγγείλει το περιστατικό στην αστυνομία. Η αστυνομία, αφού εντόπισε τον Εναγόμενο από πλάνα του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του πρατηρίου βενζίνης, κάλεσε τον Εναγόμενο επί τόπου στο τεμάχιο 632, όπου και ο Εναγόμενος, παρουσία και της ΜΕ1, παραδέχθηκε ότι αυτός είχε αποκόψει τα ελαιόδεντρα. Εν συνεχεία, ο ΜΕ5 επικοινώνησε με αντιπρόσωπο της ιδιοκτήτριας εταιρείας του συνορεύοντος με το τεμάχιο 632 ακινήτου, ο οποίος του ανέφερε ότι υπέπεσαν σε λάθος και ότι το ζήτημα θα διευθετείτο. Ο ΜΕ5, είχε τότε αναφέρει στο εν λόγω πρόσωπο, ότι θα συμβουλευόταν το γεωργικό γραφείο σε ότι αφορούσε τα δικαιώματα τους. Εκεί παραπέμφθηκε στον ΜΕ2 για εκτίμηση της ζημιάς τους. Αφού έλαβε την εκτίμηση του ΜΕ2, είχε και πάλι επικοινωνία με το εν λόγω πρόσωπο, ο οποίος το προσέφερε προς διευθέτηση της απαίτησης τους το 1/2 του ποσού στο οποίο εκτιμήθηκε η ζημιά από τον ΜΕ2, την οποία πρόταση και απέρριψαν. iii. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ5, ανέφερε, ότι, ο ίδιος, είναι στο επάγγελμα, τραπεζικός υπάλληλος, από το έτος
- Είχε όμως προηγουμένως ασχοληθεί και με άλλες εργασίες, μεταξύ των οποίων και η γεωργία. iv. Αν και ασχολείται με την καλλιέργεια των ελαιόδεντρων και για αυτό τον λόγο επισκέπτεται πολύ συχνά και το τεμάχιο 632, δεν γνωρίζει τον αριθμό των ελαιόδεντρων που ήταν φυτεμένες στο γειτονικό του τεμάχιο. Τα δύο όμως είχαν εμφανή διαφορές στην βλάστηση τους. Τα ελαιόδεντρα στο τεμάχιο 632 ήταν περιποιημένα, σε αντίθεση με τα δέντρα στο τεμάχιο 630 που ήταν χωρίς φροντίδα και ακαλλιέργητα. v. Ερωτηθείς σχετικά με την παραγωγή των ελαιόδεντρων και εάν αυτή είναι κάθε χρόνο η ίδια, ο ΜΕ5 απάντησε αρνητικά. Ανέφερε, ότι, αυτό, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ένα καλά ποτισμένο ελαιόδεντρο μπορεί να δώσει μέχρι και 250 kg καρπό. Τα συγκεκριμένα ελαιόδεντρα που είχαν αποκοπεί, έδιδαν, κατά μέσο όρο, καρπό, 150 kg. Σε ότι αφορά τα όσα ο ΜΕ2 καταγράφει για το ζήτημα αυτό στην έκθεση του Τεκμήριο ΝΠ1, ο ΜΕ5 υποστήριξε ότι, αυτά, βασίζονται στην γνώση του ΜΕ2 για το ζήτημα, γενικά, και δίδον μία αντικειμενική εκτίμηση. Εντούτοις, τα συγκεκριμένα ελαιόδεντρα τα οποία απέκοψε ο Εναγόμενος, έδιδαν μεγαλύτερη παραγωγή από 80 kg, στην οποία ποσότητα η έκθεση του ΜΕ2, Τεκμήριο ΝΠ1, αναφέρεται για σκοπούς της εκτίμησης του. vi. Αποδέχθηκε εισήγηση που του έγινε από πλευράς Εναγομένου, ότι, ο ίδιος, δεν είδε τον Εναγόμενο να αποκόπτει τα ελαιόδεντρα και ότι, για το ισχυριζόμενο αυτό γεγονός, πληροφορήθηκε από τρίτους. Όπως επίσης αποδέχθηκε την εισήγηση που του έγινε από πλευράς Εναγομένου, ότι, η πρόσοψη του τεμαχίου 630 στο δρόμο, είναι μεγαλύτερη από αυτήν του τεμαχίου
- Η μαρτυρία του ΜΥ1
- Ο ΜΥ1, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι ένας εκ των διοικητικών συμβούλων της εταιρείας που έχει την κυριότητα του τεμαχίου 630, το οποίο αγοράστηκε από την εταιρεία με σκοπό την οικιστική του ανάπτυξη. Εντός του τεμαχίου 630, - όταν αυτού ιδιοκτήτης κατέστη η εν λόγω εταιρεία -, υπήρχαν ελαιόδεντρα, περίπου 25 στο σύνολο, τα οποία, ενόψει της απόφασης της εταιρείας για την ανάπτυξη του οικιστικά, έπρεπε να εκριζωθούν. ii. Στον Εναγόμενο, είχε ανατεθεί από την εταιρεία, η εκρίζωσης και ο καθαρισμός των ελαιόδεντρων από το τεμάχιο
- Ο ίδιος είχε μεταβεί με τον Εναγόμενο επιτόπου για να του δώσει σχετικές οδηγίες. Προς τον σκοπό, χρησιμοποίησε επίσημο κτηματικό σχέδιο της περιοχής και υπέδειξε στον Εναγόμενο ποιο ήταν το τεμάχιο της εταιρείας. Ο Εναγόμενος, θα επέστρεφε για να εργαστεί σύμφωνα με τις υποδείξεις του, σε άλλη ημερομηνία και για αυτό τον λόγο, κατά εκείνη την ημέρα, αναχώρησαν μαζί με τον Εναγόμενο από την περιοχή, χωρίς ο Εναγόμενος να εργαστεί ως οι υποδείξεις του. iii. Ως υποστήριξε ο ΜΥ1, το σύνορο του τεμαχίου 630, από το γειτονικό τεμάχιο 632, ήταν διακριτό. Και αυτό, επειδή, το τεμάχιο 630 που ήταν της ιδιοκτησίας της εταιρείας και στο οποίο ο Εναγόμενος έπρεπε να εργαστεί, ήταν «αδρανές» και με άγρια βλάστηση. Στην βάση μάλιστα αυτής της παρατήρησης του επί τόπου, είχε υποδείξει στον Εναγόμενο όπως «στο άλλο τεμάχιο που φαινόταν ότι δεν ήταν δικό τους, να περιμένει να έρθει ο τοπογράφος για να τους δείξει ακριβώς το σύνορο». Ήταν τότε, που, αφού είχε ερωτήσει τον Εναγόμενο κατά πόσο είχε κατανοήσει τις οδηγίες του και ο Εναγόμενος απάντησε καταφατικά, αποχώρησαν από την περιοχή. iv. Γνωρίζει για την καταγγελία του Εναγομένου στην αστυνομία και τον λόγο για τον οποίο αυτή έγινε. Σε επικοινωνία που είχε με τον Εναγόμενο σχετικά, ο τελευταίος υποστήριξε ότι οι εργασίες του περιορίστηκαν στον χώρο που αυτός του είχε υποδείξει. Εντούτοις, την ΜΕ1 δεν την γνωρίζει, ούτε και του υπέβαλε η ΜΕ1 το οποιοδήποτε παράπονο. Γνωρίζει, ότι, κάποιος κύριος είχε επικοινωνία με κάποιο από τους μετόχους της εταιρείας, αξιώνοντας του αποζημίωση από την εταιρεία για το συμβάν, βάσει έκθεσης που είχε εξασφαλιστεί από γεωπόνο, - για τον οποίο γνωρίζει μόνο το επάγγελμα του, ήτοι, ότι είναι τραπεζικός - και ότι υπήρξε άρνησης της εταιρείας στο αίτημα του, καθότι, μετά από έρευνα «γνώριζαν ποιος τις έκοψε» και ότι, σίγουρα, το πρόσωπο αυτό «δεν ήταν αυτοί». v. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ1 υποστήριξε, ότι, λόγω της εργασίας του, είναι καλός γνώστης και μπορεί να διαβάζει τοπογραφικά σχέδια. Και επανέλαβε, ότι, στην βάση του επίσημου κτηματικού σχεδίου που είχε στην κατοχή του (το οποίο ήταν ενημερωμένο) όταν είχε επισκεφτεί την περιοχή του τεμαχίου 630 με τον Εναγόμενο, αλλά και της κατάστασης των δύο κτημάτων - ότι δηλαδή το τεμάχιο 630 ήταν απεριποίητο σε αντίθεση με το τεμάχιο 632 -, μπορούσε να υποδείξει και υπέδειξε στον Εναγόμενο το κοινό τους σύνορο. Διευκρινίζοντας περαιτέρω, ότι, κατά την υπόδειξη του συνόρου προς τον Εναγόμενο, του είχε καθορίσει ως χώρο στον οποίο θα έπρεπε να περιορίσει την εργασία του (να αποκόψει δηλαδή ελαιόδεντρα) μέχρις ότου ο τοπογράφος τους υπεδείκνυε ακριβώς το κοινό σύνορο, τον χώρο που έφτανε μέχρι και το ανάχωμα («ανάολο»), όπου μέχρις εκείνο το σημείο υπήρχαν ήδη σκαμμένα στο έδαφος από ξερίζωμα ελαιόδεντρων. Όπως ο ΜΥ1 υποστήριξε, παρά την εμπειρία του στο θέμα αναγνώρισης συνόρων βάσει σχεδίου, επειδή το τεμάχιο 630 ήταν πολύ μεγάλο σε έκταση, έγνοια του ήταν μήπως και επί τόπου υπήρχε απόκλισης του κοινού συνόρου από το τοπογραφικό σχέδιο, κατά 1 ή 2 m. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο θα αναζητούσαν την υπόδειξη του κοινού συνόρου και από τοπογράφο. Τελικά, ως προέκυψε (με την πάροδο του χρόνου) με την ανάπτυξη του τεμαχίου 630 και την δημιουργία δρόμου και πεζοδρομίου εντός του τεμαχίου 630, το πεζοδρόμιο που έχει κατασκευαστεί, ακριβώς στο σημείο όπου τελειώνει το τεμάχιο 630, είναι στο σημείο που και αυτός είχε υποδείξει στον Εναγόμενο ότι βρισκόταν το κοινό σύνορο των δύο τεμαχίων. vi. Ερωτηθείς, σχετικά, κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι, όταν είχε επισκεφτεί το τεμάχιο 630 με τον Εναγόμενο για να του δώσει τις οδηγίες για το που θα εργαζόταν, στο γειτονικό τεμάχιο 632 δεν υπήρχαν αποκομμένα ελαιόδεντρα. vii. Εξ όσων γνωρίζει, μετά την υπόδειξη του προς τον Εναγόμενο επί τόπου, που θα εργαζόταν, κανένα άλλο πρόσωπο από την εταιρεία δεν επισκέφτηκε το τεμάχιο 630 μαζί με τον Εναγόμενο. Η μαρτυρία του Εναγομένου / ΜΥ2
- Ο Εναγόμενος, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι επαγγελματίας ξυλοκόπος και κάτοχος σχετικής άδειας. ii. Κατοικεί στην κοινότητα Κοκκίνων. iii. Στην κοινότητα του Μαζωτού μετέβη για να εκριζώσει ελαιόδεντρα. Του είχε ζητηθεί από κάποιο φιλικό του πρόσωπο, αν εντόπιζε ελαιόδεντρα μεγάλης ηλικίας, διαθέσιμα προς εκρίζωση, να του τα εκρίζωνε για να τα φυτέψει στον κήπο της κατοικίας του. Στην κοινότητα του Μαζωτού, ο Εναγόμενος, εντόπισε 5 τέτοια ελαιόδεντρα, τα οποία, κατόπιν μηχανικής υποστήριξης από εκσκαφέα τρακτέρ, διευθετήσεις για την χρησιμοποίηση του οποίου (όπως και φορτηγών μεταφοράς) προέβη το φιλικό αυτό πρόσωπο του από την Λευκωσία, τα εκρίζωσε. Το τρακτέρ έσκαψε κοντά, στην περίμετρο των ελαιόδεντρων (κατά τρόπο που να μην επηρεαστούν οι ρίζες τους) και αυτός, αφού έγειραν τα ελαιόδεντρα (που ήταν ψηλά), τα κλάδεψε (τις «μούττες» ή «μάλλες» όπως ανέφερε ο μάρτυρας), μετά τα αφαίρεσαν από την γη και τα φόρτωναν στα δύο φορτηγά που επιστρατεύτηκαν για τον σκοπό και μετά, αυτά, μεταφέρθηκαν στην Λευκωσία. iv. Εκεί στην περιοχή, υπήρχαν περίπου 10 ελαιόδεντρα («άγρια», όπως τα χαρακτήρισε ο Εναγόμενος). Φαινόταν, ότι, παλιότερα, πρέπει να υπήρχαν και περισσότερα, τα οποία όμως είχαν εκριζωθεί. Και αυτό ήταν εμφανές από το γεγονός ότι υπήρχαν σκαμμένα στην γη που έδειχναν την εκρίζωση. v. Για πρώτη φορά στην περιοχή από όπου εκριζώθηκαν τα ελαιόδεντρα, πήγε με τον ΜΥ
- Ακολούθως, όμως, επειδή γνώριζε και κάποιο άλλο πρόσωπο από την εταιρεία που ήταν η ιδιοκτήτης του τεμαχίου, κάποιον κ. Κυριάκο Κούλαπο, την ημέρα που εκριζώθηκαν τα 5 ελαιόδεντρα και μεταφέρθηκαν στην Λευκωσία, είχε πάει επιτόπου μαζί με αυτόν. Ο ίδιος ξανασκέφτηκε τον χώρο, επειδή υπήρχε και άλλος ενδιαφερόμενος να πάρει ελαιόδεντρα που θα εκριζώνονταν, όμως τελικά, επειδή δεν παρουσιάστηκε, ο Εναγόμενος κλάδευε τα ελαιόδεντρα, φόρτωνε τα κομμάτια που κλάδευε στο αυτοκίνητο του και τα μετέφερε εκτός της περιοχής (για να χρησιμοποιηθούν ως καυσόξυλα). Προς τον σκοπό μεταφοράς των κλαδεμάτων, επισκέφτηκε την περιοχή ξανά, άλλες 4 ή 5 φορές. vi. Όταν επικοινώνησαν μαζί του από την αστυνομία και του ανέφεραν για την καταγγελία, επικοινώνησε με τον εν λόγω κ. Κυριάκο Κούλαπο. Μαζί του πήγε στον αστυνομικό σταθμό Κιτίου. Εν συνεχεία, μαζί με τους αστυνομικούς, μετέβησαν επί του τόπου για να τους υποδείξει ποια ελαιόδεντρα εκρίζωσε. Εκρίζωσε ελαιόδεντρα από την περιοχή που του είχε υποδειχθεί. vii. Την ΜΕ1 την γνώρισε για πρώτη φορά, όταν επισκέφτηκε τον αστυνομικό σταθμό Κιτίου. Ήταν εκεί μαζί με έναν ηλικιωμένο κύριο. Εκεί, ο Εναγόμενος, της ανέφερε να πάνε επιτόπου και εάν όντως είχε αποκόψει ελαιόδεντρα της, να την αποζημιώσει. Η αστυνομία δεν τον δίωξε για οτιδήποτε, γιατί δεν απέκοψε ελαιόδεντρα από το γειτονικό τεμάχιο. Άλλωστε, 8 ελαιόδεντρα, ως η ΜΥ1 τα περιγράφει, δεν θα μπορούσαν, λόγω του όγκου τους, να αποκοπούν εύκολα, θα χρειάζονταν μηχανήματα και πάρα πολύ χρόνο. Ο ίδιος, δεν μπορεί να γνωρίζει, ούτε ποιος απέκοψε τα ελαιόδεντρα, ούτε και με ποιο τρόπο. Σίγουρα πριν από αυτόν, είχαν και άλλοι εκριζώσει από την περιοχή ελαιόδεντρα. viii. Αντεξεταζόμενος, ο Εναγόμενος αρνήθηκε ότι απέκοψε ελαιόδεντρα από το γειτονικό τεμάχιο. Επέμεινε, ότι, εργάστηκε εκεί που του είχε υποδείξει ο ΜΥ
- Η μαρτυρία του ΜΥ3
- Ο ΜΥ3, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Γνωρίζει τον Εναγόμενο για χρόνια. Το έτος 2009, επειδή οικοδομούσε κατοικία για τον υιό του, και επειδή γνώριζε το επάγγελμα του Εναγομένου και ότι, λόγω αυτού, μπορούσε να του βρει ελαιόδεντρα για να φυτέψει στην αυλή της ανεγειρόμενης κατοικίας, εκδήλωσε το σχετικό του ενδιαφέρον προς τον Εναγόμενο. ii. Επικοινώνησε ο Εναγόμενος μαζί του και του ανέφερε ότι θα εκριζωνόταν ένας ελαιώνας στην κοινότητα του Μαζωτού. Μετέβη εκεί και στην παρουσία του, αφού είχε καλέσει στην περιοχή ένα τρακτέρ εκσκαφέα και ένα φορτηγό (από την κοινότητα, από ένα κατάστημα πώλησης υλικών οικοδομής), εκρίζωσαν 5 ελαιόδεντρα και μετά, τα φόρτωσαν στο φορτηγό και σε ένα άλλο όχημα κάποιου φίλου του Εναγομένου, που ήταν επίσης γνωστός και σε αυτόν και τα μετέφεραν στη Λευκωσία. iii. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΥ3 ανέφερε ότι, κατά την επιτόπια επίσκεψη του (όταν δηλαδή είχαν εκριζωθεί τα 5 ελαιόδεντρα που μετέφερε στην Λευκωσία στην κατοικία του υιού του), δεν υπήρχε κανένα πρόσωπο που εκπροσωπούσε τον κύριο του τεμαχίου. Παρόν ήταν, ο Εναγόμενος, ο οδηγός του δεύτερου οχήματος μεταφοράς των ελαιόδεντρων (ο φίλος του Εναγόμενου) και τα 2 πρόσωπα που εκρίζωναν τα ελαιόδεντρα (που ήταν πατέρας και υιός). Η μαρτυρία του ΜΥ4
- Ο ΜΥ4, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι μέτοχος της εταιρείας που έχει την κυριότητα του τεμαχίου
- Η εταιρεία, ένεκα της απόφασης της να αναπτύξει οικιστικά το τεμάχιο 630, αποφάσισε να εκριζώσει όλα τα ελαιόδεντρα που βρίσκοντας εντός αυτού. Εν όψει τούτου, επειδή κάποιο φιλικό του πρόσωπο ήθελε να φυτέψει ελαιόδεντρο στην αυλή της κατοικίας του υιού του, πήγε επί τόπου μαζί με αυτό το φιλικό του πρόσωπο, και με τον φίλο του, επιστρατεύοντας ο τελευταίος διάφορα μηχανήματα, εκρίζωσαν ένα ελαιόδεντρο, το οποίο, ο φίλος του, με φορτηγό που ο ίδιος κάλεσε, το μετέφερε εκεί που ήθελε. ii. Το προαναφερόμενο, ήταν το πρώτο ελαιόδεντρο που είχε εκριζωθεί από το τεμάχιο
- Γύρω στην περιοχή, δεν υπήρχαν άλλα εκριζωμένα ελαιόδεντρα. iii. Δεν γνωρίζει τον Εναγόμενο. Ούτε γνωρίζει ποιος από την εταιρεία του ανάθεσε την εκρίζωση των ελαιόδεντρων, ή εάν όντως ο Εναγόμενος εκρίζωσε ελιές. Η εκτίμηση της μαρτυρίας
- Η μαρτυρία που οι Ενάγοντες παρουσίασαν στο Δικαστήριο, στο σύνολο της, εκτιμάται, από απόψεως ποιότητας, ότι ενέχει όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία που δικαιολογούν το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή για καταλήξει με ασφάλεια στα ευρήματα του κατά την αξιολόγηση της. Η εντύπωση που μου έχει δημιουργηθεί, για κάθε ένα από τους μάρτυρες που παρουσίασαν γεγονότα για την υπόθεση των Εναγόντων, είναι ότι, αυτοί, έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου τα όσα οι ίδιοι γνώριζαν για τα ζητήματα για τα οποία εξετάστηκαν και τα διαδραματισθέντα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είτε αυτά περιήλθαν στην αντίληψη τους πρωτογενώς, είτε μέσω ενημέρωσης και πληροφόρησης που πραγματικά ή και αρμοδίως και κατά τον τρόπο που εξήγησαν, έλαβαν γνώση, χωρίς διάθεση οι ίδιοι να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα (όπως οι ΜΕ1 και ΜΕ4), κατά τον τρόπο που εξήγησαν χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητηθεί, είχαν άμεση εμπλοκή (σε κάποια έκταση και από διαφορετική άποψη) στα γεγονότα της επίδικης διαφοράς κατά την εξέλιξη τους. Χωρίς ουσιαστικές αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις που θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά στην αντίληψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας τους, έπειθαν με την ειλικρίνεια τους, ενώ αρκετές από τις τοποθετήσεις τους για την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν αυτή την υπόθεση, φαίνεται να επιβεβαιώνονται, να συμπλέκουν ή να ενισχύονται, από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. Ίδια είναι η εκτίμησης του Δικαστηρίου και για την μαρτυρία των ΜΥ1, ΜΥ3 και ΜΥ4, οι οποίοι, ως διαφαίνεται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και για τους λόγους που θα αναφέρω αμέσως μετά, σε κάποιο βαθμό, υποστήριξαν την υπόθεση των Εναγόντων, χωρίς ουσιαστικά να προσφέρουν οποιαδήποτε ουσιαστική υποστήριξη της υπόθεσης του Εναγομένου.
- Το σκεπτικό μου για τα προαναφερόμενα: i. Κατ' αρχήν, ο ισχυρισμός του Εναγομένου της έκθεσης υπεράσπισης του, ότι, δηλαδή, αυτός μετέβη στην περιοχή Μαζωτού περί το τέλος του έτους 2009, με τον ΜΥ1, όπου ο τελευταίος του υπέδειξε ελαιόδεντρα για αποκοπή, και επιπλέον του υπέδειξε να μην αποκόψει από την σειρά των ελαιόδεντρων που γειτνίαζαν με το διπλανό ακίνητο, τα οποία, όπως του υπέδειξε, τα ήθελε για σκοπούς διατήρησης του συνόρου και για καλλωπιστικούς λόγους για το ανεγερθησόμενο συγκρότημα που θα έκτιζε ως επιχειρηματίας ανάπτυξης γης, κατά την δίκη, δεν υποστηρίχτηκαν καθόλου από τον Εναγόμενο. Μάλιστα, ο ΜΥ1, κληθείς από τον Εναγόμενο να μαρτυρήσει για την υπόθεση αυτή στο Δικαστήριο, ήταν ξεκάθαρος ότι, ο ίδιος, είχε μεταβεί με τον Εναγόμενο επιτόπου για να του δώσει οδηγίες για την εκρίζωση των ελαιοδέντρων στο τεμάχιο της ιδιοκτησίας της εταιρείας. Προς τον σκοπό, ανέφερε, χρησιμοποίησε επίσημο κτηματικό σχέδιο της περιοχής και υπέδειξε στον Εναγόμενο ποιο ήταν το τεμάχιο της εταιρείας. Ο Εναγόμενος, θα επέστρεφε για να εργαστεί σύμφωνα με τις υποδείξεις του, σε άλλη ημερομηνία και για αυτό τον λόγο, κατά εκείνη την ημέρα, αναχώρησαν μαζί με τον Εναγόμενο από την περιοχή, χωρίς ο Εναγόμενος να εργαστεί ως οι υποδείξεις του. Ως υποστήριξε ο ΜΥ1, το σύνορο του τεμαχίου 630, από το γειτονικό τεμάχιο 632, ήταν διακριτό. Και αυτό, επειδή, το τεμάχιο 630 που ήταν της ιδιοκτησίας της εταιρείας και στο οποίο ο Εναγόμενος έπρεπε να εργαστεί, ήταν «αδρανές» και με άγρια βλάστηση. Στην βάση μάλιστα αυτής της παρατήρησης του επί τόπου, είχε υποδείξει στον Εναγόμενο όπως «στο άλλο τεμάχιο που φαινόταν ότι δεν ήταν δικό τους, να περιμένει να έρθει ο τοπογράφος για να τους δείξει ακριβώς το σύνορο». Συνεπώς, καμία αναφορά από τον ΜΥ1, ότι, «την σειρά των ελαιόδεντρων που γειτνίαζαν με το διπλανό ακίνητο», που την υπέδειξε στον Εναγόμενο, «την ήθελε για σκοπούς διατήρησης του συνόρου και για καλλωπιστικούς λόγους για το ανεγερθησόμενο συγκρότημα που θα χτιζόταν». Είναι προφανές, ότι, ο Εναγόμενος, δικογραφικά, έθεσε αυτόν τον ισχυρισμό, προς υποστήριξη της θέσης του ότι, δεν επενέβη στο γειτονικό τεμάχιο γης και δη, ότι, εργάστηκε σίγουρα σε χώρο που ήταν της ιδιοκτησίας του προσώπου που τον είχε καλέσει στην περιοχή, όταν, ο ΜΥ1, δεν αναφέρθηκε σε κάτι τέτοιο. Ο ΜΥ1, κατ' ακρίβεια, είχε εκφραστεί ως προς το ότι, το σύνορο, έφτανε μέχρι το φυσικό ανάχωμα («όχτο»), το οποίο είχε υποδείξει στον Εναγόμενο, με επιφύλαξη όμως επακριβούς υπόδειξης του από τοπογράφο και ότι, μέχρις ότου αυτό εγένετο, ο Εναγόμενος θα έπρεπε να περιορίσει την εργασία του (εκρίζωσης δηλαδή των ελαιόδεντρων) στον χώρο που του καθόρισε, ήτοι μέχρι το φυσικό ανάχωμα («όχτο»). ii. Η προαναφερόμενη μαρτυρία του ΜΥ1, σίγουρα και κατά απόλυτο βρίσκω τρόπο, δεν υποστηρίζει την θέση που προδικαστικά παρουσίαζε με το δικόγραφο της έκεθεσης υπεράσπισης του, ότι δηλαδή «. γνώριζε πολύ καλά το κτήμα στο οποίο εισήλθε και απόκοψε δέντρα». Με δεδομένη αυτή την τοποθέτηση του Εναγομένου, ότι γνώριζε πολύ καλά ότι εργαζόταν στο τεμάχιο 632 ως του είχε υποδειχθεί από τον ΜΥ1, αίσθηση προκαλεί η αντιμετώπισης από πλευράς υπεράσπισης των ακόλουθων γεγονότων. Στην ΜΕ1 υποβλήθηκε η θέση του Εναγομένου, ότι, η ίδια δεν είναι γεωργός και ότι δεν έχει καμία σχέση με την ισχυριζόμενη καλλιέργεια ελαιοδέντρων. Αν γνώριζε ο Εναγόμενος που ακριβώς εργάστηκε και χωρίς αμφιβολία ως προς το ότι ποτέ δεν επενέβη στο τεμάχιο 632, προς τι αυτή η υποβολή. Πονηρή και έκδηλα ενδεικτική των ψευδών τοποθετήσεων του Εναγομένου, ήταν και η προσπάθεια αμφισβήτησης του αριθμού των ελαιόδεντρων στο τεμάχιο 632, όταν η συντριπτική μαρτυρία, ακόμη και των μαρτύρων που ο ίδιος κάλεσε, ήταν, ότι, στο γειτονικό του τεμαχίου 630, τεμάχιο, δηλαδή στο τεμάχιο 630, και μάλιστα πλησίον των συνόρων τους, υπήρχαν καλλιεργημένα ελαιόδεντρα. Και πάλι, εάν η θέσης του Εναγομένου ήταν ότι, γνώριζε πολύ καλά ότι εργαζόταν στο τεμάχιο 630 αντί στο τεμάχιο 632, προς τι η αμφισβήτηση του αριθμού των ελαιόδεντρων εντός του τεμαχίου
- Επίσης πονηρή και έκδηλα ενδεικτική των ψευδών τοποθετήσεων του Εναγομένου, ήταν και η προσπάθεια από πλευράς υπεράσπισης, αμφισβήτησης της κυριότητας των ελαιοδέντρων εντός του τεμαχίου
- Καταπιάστηκε η υπεράσπιση, εμφανώς αναπτύσσοντας αυτή την θέση κατά την πορεία της δίκης, από μία σημείωση στο τίτλο ιδιοκτησίας του τεμαχίου 632, Τεκμήριο ΖΒ1, για δέντρα σε αυτό ξένης ιδιοκτησίας (δύο στον αριθμό, μόνο ένα εκ των οποίων ελαιόδεντρο), και υπέβαλε την ΜΕ3, μία ειλικρινέστατη ως εξέλαβα μάρτυρα, σε μία άστοχη αντεξέταση. Εύλογα και πάλι διερωτάται κανείς, αφού γνώριζε ο Εναγόμενος ξεκάθαρα ότι εργαζόταν στο τεμάχιο 630 συμφώνως των οδηγιών του ΜΥ1, ως ισχυρίστηκε, προς τι αυτή η αμφισβήτησης. Ήταν, όπως προαναφέρθηκε, μια θέση που πονηρά υιοθετήθηκε από πλευράς υπεράσπισης μετά την έναρξη της δίκης, όταν η ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο το εν λόγω, Τεκμήριο ΖΒ
- Μάλιστα, ως παρατηρείται, στην ΜΕ1, που είχε δώσει σχετική με το εν λόγω Τεκμήριο ΖΒ1 μαρτυρία, δεν είχε υποβληθεί από πλευράς υπεράσπισης οτιδήποτε σχετικό. Η θέσης ότι, υπάρχουν ξένης κυριότητας δέντρα στο τεμάχιο 632, γενικά και αόριστα ως παρατηρείται (χωρίς φυσικά, εν συνεχεία, ο Εναγόμενος να προσκομίσει μαρτυρία για να αποδείξει, οποιαδήποτε σχετική, με την υποβολή θέση του, ως προς τα γεγονότα), υπεβλήθη στον ΜΕ2, και όταν πλέον εκλήθη το αρμόδιο τμήμα, το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, - για αυτό παρουσιάστηκε η ΜΕ4 -, ο Εναγόμενος, μέσω του συνηγόρου του, προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να πλήξει την αξιοπιστία της. Όπως προανέφερα, εν συνεχεία, εγκαταλείφτηκε αυτή του η θέση, αφού, καμία σχετική προς τούτο μαρτυρία παρουσιάστηκε από πλευράς του στο Δικαστήριο. iii. Και συνεχίζοντας με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Εναγομένου, αντιφάσεις του με τους οποίους κατά την δίκη, καταδεικνύουν και το αναξιόπιστο των θέσεων του. Ο Εναγόμενος, δικογραφικά, υποστήριζε, ότι, «είχε συναντηθεί με τον κ. Μιχαήλ Χαϊλή από το Μαζωτό, ο οποίος απεδέχθη την θέση του, περί μη ευθύνης του». Δηλαδή, με τον πατέρα της ΜΕ
- Αντεξεταζόμενος όμως σχετικά, κατά την δίκη, υποστήριξε, ότι, δεν γνώριζε τον πατέρα της ΜΕ1, ούτε και το όνομα του, ότι την ΜΕ1 την γνώρισε στον αστυνομικό σταθμό Κιτίου για πρώτη φορά όταν και συνοδευόταν από έναν ηλικιωμένο κύριο, με τον οποίο όμως, ο ίδιος, δεν είχε καμία απευθείας συνομιλία. Είχε τότε μιλήσει για το ζήτημα, μόνο με την ΜΕ
- Μάλιστα, σε σχετική ερώτηση που του υπεβλήθη κατά την αντεξέταση, ήταν καταφατικά αρνητικός ως προς το αντίθετο. iv. Τώρα, σε ότι αφορά στα όσα επισυνέβησαν στην παρουσία της αστυνομίας, και πάλι οι ισχυρισμοί του Εναγομένου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί, δεδομένης της συντριπτικής περί του αντίθετου μαρτυρία της αστυφύλακα, ΜΕ4, η οποία υποστήριξε την θέση της ΜΥ1, ότι, ο Εναγόμενος, στην παρουσία τόσο της ιδίας όσο και της ΜΕ1, παραδέχτηκε ότι αυτός απέκοψε τα ελαιόδεντρα από το τεμάχιο
- Τονίζετε εδώ, και η προσέγγισης της μαρτυρίας των δύο αυτών προσώπων από την υπεράσπιση, κατά την αντεξέταση τους. Ενώ, κατά την αντεξέταση της ΜΕ1, της υποβλήθηκε, ότι, ψευδομαρτυρούσε όταν υποστήριζε ότι ο Εναγόμενος παραδέχθηκε την αποκοπή των ελαιόδεντρων από το τεμάχιο 632, στην ΜΕ3 δεν υποβλήθηκε οτιδήποτε τέτοιο, όταν μαρτυρώντας υποστήριξε ακριβώς το ίδιο πράγμα. v. Τέλος, αίσθηση προκαλεί το γεγονός, ότι, ΜΥ1, που κλήθηκε για να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο από τον Εναγόμενο, κατά την μαρτυρία του, ανέφερε, ότι, αρνήθηκαν να αποζημιώσουν την ΜΕ1, καθότι, μετά από έρευνα που διεξήγαγαν ως εταιρεία, «γνώριζαν ποιος τις έκοψε» και ότι, σίγουρα, το πρόσωπο αυτό «δεν ήταν αυτοί». Εάν όντως, τα γεγονότα, ως είχαν εξελιχτεί, καταδείκνυαν ότι, ο Εναγόμενος δεν είχε αποκόψει ελαιόδεντρα από το τεμάχιο 632 ή εν πάση περιπτώσει, ότι τα ελαιόδεντρα που είχαν αποκοπεί, δεν ήταν φυτεμένα εντός του τεμαχίου 632, τότε η τοποθέτησης του ΜΥ1, αν όχι υποστηρικτική των θέσεων του Εναγομένου, θα ήταν σίγουρα διαφορετική, ή, ίσως, και απορριπτική των θέσεων των Εναγόντων.
- Με δεδομένη, πλέον, αυτή την θετική εκτίμηση μου, σε ότι αφορά την ποιότητα της μαρτυρίας των προσώπων που παρουσίασαν γεγονότα για την υπόθεση των Εναγόντων, και την απόρριψη της μαρτυρίας του Εναγομένου, σε σχέση με τα επίδικα (ως προέκυπταν από την δικογραφία και εν συνεχεία τις υποβολές θέσεων από πλευράς του κατά την εξέταση των μαρτύρων για τους Ενάγοντες) γεγονότα, προχωρώ να αξιολογήσω την αποδεκτή μαρτυρία για να καταλήξω ως προς το τελικό ζητούμενο. Ήτοι, κατά πόσο τα γεγονότα δικαιολογούν τις απαιτήσεις των Εναγόντων ή και σε ποιο βαθμό. [Γ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
- Κατά την τελική αγόρευση του στο Δικαστήριο, ο συνήγορος των Εναγόντων, υποστήριξε, ότι, το δικαίωμα των εντολέων του στις αιτούμενες, με την έκθεση απαίτησης τους, θεραπείες, προκύπτει από το δίκαιο των αστικών αδικημάτων και συγκεκριμένα, ότι, βασίζεται στις αρχές των αστικών αδικημάτων της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία και της ιδιωτικής οχληρίας. Έχω εξετάσει το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων, και έχω ικανοποιηθεί, ότι, αυτό, περιλαμβάνει όλους εκείνους τους ισχυρισμούς γεγονότων (εκτενέστερη αναφορά σε αυτούς γίνεται στην συνέχεια), επί των οποίων η πλευρά τους θα μπορούσε να στηρίξει την επιχειρηματολογία της για την διάπραξη των εν λόγω αστικών αδικημάτων σε βάρος τους, στην περίπτωση όπου η μαρτυρία που θα παρουσίαζαν προς υποστήριξη της υπόθεσης τους, γινόταν αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη [[x]]. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται και η αρχή της νομολογίας μας, ότι, παράλειψη επιδίωξης ειδικής θεραπείας στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης, δεν αποτελεί κώλυμα για την απόδοση της, εάν τα γεγονότα που το σώμα της έκθεσης απαίτησης περιλαμβάνει, δικαιολογούν την απόδοση της [[xi]]. Παράνομη Επέμβαση
- Σύμφωνα με το Άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 30. Η παράνομη επέμβαση, είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου και όχι της κυριότητας του. Σχετικά, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 38 στην παράγραφο 1194, αναφέρεται, ότι, επέμβαση, συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση και ενόχληση της κατοχής περιουσίας, αντίθετα με την βούληση του κατόχου. Στην δε υπόθεση Adamou v Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι, η προστασία που ο νόμος ([1]) παρέχει σε πρόσωπο που βρίσκεται απλά σε κατοχή ακινήτου, αποτελεί προέκταση της προστασίας που παρέχει στο ίδιο το πρόσωπο. Η κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας, υποδηλώνει, σε κάποιο βαθμό, προσωπική παρουσία και το απαραβίαστο του προσώπου, επεκτείνεται και σε αυτό το είδος της διαταραχής που ένα άτομο μπορεί να υποστεί, ώστε, γενικότερα, να διαφυλάσσεται η κοινωνική τάξη και ειρήνη. Αυτός είναι και ο λόγος, που, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο, χωρίς την απόδειξη ζημιάς από πλευράς του ενάγοντος [[xii]].
- Συνεπώς, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, είναι αγώγιμο, από το πρόσωπο στου οποίου η ακίνητη ιδιοκτησία βρίσκεται υπό κατοχή, που μπορεί να αξιώσει αποζημιώσεις, ή απαγορευτικό διάταγμα, ή και τις δύο προαναφερόμενες θεραπείες. Ως εκ τούτου, ένας ένοικος ακίνητης ιδιοκτησίας, που έχει την κατοχή της, μπορεί να ενάγει για παράνομη επέμβαση σε σχέση με αυτήν, ενώ ο ιδιοκτήτης της, που δεν την κατέχει, δεν μπορεί, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου η ακίνητη ιδιοκτησία του ζημιώνεται κατά τρόπο μη ανατρέψιμο.
- Γενικά ομιλούντες, κατοχή, σημαίνει κατάληψη ή φυσικός έλεγχος ακίνητης ιδιοκτησίας. Συναρτώμενη πάντοτε, με τον χαρακτήρα που αυτή μπορεί να προσλάβει, δεδομένου του αντικειμένου της. Δηλαδή, ποιας μορφής κατοχή το σχετικό αντικείμενο μπορεί ειδικά να προσδώσει. Συνεπώς, όταν εξετάζεται επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία, το είδος της ακίνητης ιδιοκτησίας έχει σημασία. Αν δηλαδή πρόκειται για τεμάχιο γης κενό, περίκλειστο ή μη, που καλλιεργείται ή δεν καλλιεργείται, ή αν πρόκειται για κάποιο κτήριο ή κτηριακό συγκρότημα που κατοικείται ή δεν κατοικείται. Περαιτέρω, πρέπει να αναφερθεί, ότι, αποτελεί αρχή δικαίου, ότι, η ακίνητη ιδιοκτησία, μπορεί να διαχωριστεί κατακόρυφα και κλιμακωτά (όπως π. χ. σε έδαφος, υπέδαφος και υπερκατασκευές, ή όπως είναι η περίπτωση διαμερισμάτων, σε ξεχωριστές μονάδες) και να κατέχεται από διαφορετικά πρόσωπα. Σε μια τέτοια περίπτωση, έκαστο από αυτά τα πρόσωπα έχει δικαίωμα να ενάγει - σε ότι αφορά το συγκεκριμένο αντικείμενο της κατοχής του -, έχοντας ως βάση για την αξίωση του, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης.
- Ως νομικός όρος, κατοχή, μπορεί να είναι δύο ειδών. Πραγματική κατοχή (possession in fact), ή νόμιμη κατοχή (possession in law). Η πραγματική κατοχή, δεν ενέχει την ίδια νομική προστασία, όσο ενέχει η νομική κατοχή. Αν και, πραγματική κατοχή, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη, νομικής κατοχής, αυτή μπορεί να αμφισβητηθεί, καθότι, η ύπαρξη νομικής κατοχής απαιτεί κάτι περισσότερο. Ο διαχωρισμός των δύο, έγκειται στην διαφορετικότητα της νοητικής κατάστασης που έκαστη προϋποθέτει. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Margarita Ikosi v Andreas Karayiannis and Others
(1971)1 C.L.R. 189, για να υπάρχει νομική κατοχή, «there must be a manifest intent not merely to exclude the world at large from interfering with the thing in question, but to do so on one's own account and in one's own name» [[xiii]], χωρίς μάλιστα να προϋποτίθεται ζήτημα φυσικής κατοχής του [[xiv]]. Το κατά πόσο υπάρχει αυτή η πρόθεση, ή όχι, είναι γενικά ζήτημα γεγονότων της κάθε περίπτωσης [[xv]].
- Συναφώς, στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, «κάτοχος», αναφέρεται ότι σημαίνει, «πρόσωπo τo oπoίo δικαιoύται έvαvτι τoυ κυρίoυ ακίvητης ιδιoκτησίας vα κατέχει ή χρησιμoπoιεί αυτή, και ελλείψει τέτoιoυ πρoσώπoυ τov κύριo της ιδιoκτησίας αυτής».
- Συνεπώς, η απόδειξη ιδιοκτησίας, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας [[xvi]]. Πρόσωπο δε, που ισχυρίζεται δικαίωμα κατοχής, έναντι του νομίμου ιδιοκτήτη της ακίνητης ιδιοκτησίας, πρέπει να αποδείξει ότι, ο νόμιμος ιδιοκτήτης του, έχει αποστερηθεί της κατοχής του. Είτε δυνάμει εχθρικής κατοχής, - όπου τούτο είναι νομίμως εφικτό με βάση την κείμενη Κυπριακή νομοθεσία -, είτε δυνάμει αδειοδότησης από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη. Περαιτέρω, πρέπει να αποδείξει και ότι, η κατοχή του, της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας, είναι αποκλειστική. Δηλαδή, πρόσθεση από κάποιο πρόσωπο, αποκαλυμμένα και για λογαριασμό του, να αποκλείσει γενικά τον υπόλοιπο κόσμο, ακόμη και τον νόμιμο ιδιοκτήτη, αν αυτός δεν βρίσκεται ο ίδιος σε κατοχή του, για όσο είναι λογικά εφικτό και για όσο οι διαδικασίες του νόμου το επιτρέπουν. Σε σχέση με αυτό, διευκρινίζεται, ότι, ένας παράνομος επεμβασίας, ο οποίος εισέρχεται και εκδιώκει το πρόσωπο που βρίσκεται σε πραγματική κατοχή της ακίνητης ιδιοκτησίας, κατά νόμο, δεν θεωρείται ότι έχει αποκτήσει κατοχή, τέτοια, που να του δίδει δικαίωμα να βασιστεί στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, ώστε να αποκλείσει το αποβαλλόμενο από την κατοχή της ακίνητης ιδιοκτησίας πρόσωπο, από του να επιδιώξει επανάκτηση της κατοχής. Εκτός εάν, λόγω καθυστέρησης (παράλογης) στην λήψη διαβημάτων για επανάκτηση κατοχής, το εν λόγω πρόσωπο θεωρείται ότι έχει υπαχθεί στην νέα κατάσταση πραγμάτων, έχει εκχωρήσει το δικαίωμα κατοχής και ως εκ τούτου κωλύεται από του να αξιώσει επανάκτηση της. Συνεπώς, ταυτόχρονη (και όχι αποκλειστική) κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας, υπό την έννοια ότι, εκτός της πραγματικής κατοχής από άλλα πρόσωπα, υπάρχει και πρόθεση κατοχής και από άλλα πρόσωπα, δεν δίδει αυτόνομο αγώγιμο δικαίωμα για παράνομη επέμβαση.
- Στο σύγγραμμα των Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση, στην σελίδα 1232 και παράγραφο 19-19, με παραπομπή στην απόφαση της Δικαστικής Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Sweet v Mountford
(1985)A.C. 809, αναφέρεται ότι, η πρόθεση των μερών να δοθεί αποκλειστική κατοχή στον χρήστη, γενικά, προκύπτει από τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Το ερώτημα που πάντοτε τίθεται, δεν είναι κατά πόσο τα μέρη, ή ο οποιοσδήποτε εξ αυτών, σκόπευαν να δώσουν, ή αντίστοιχα, να πάρουν, αποκλειστική κατοχή, αλλά αν το αποτέλεσμα της συναλλαγής τους, ήταν, στην πραγματικότητα, η χορήγηση αποκλειστικής κατοχής. Εν προκειμένω, σημειώνεται, ότι, όπου το δικαίωμα πρόσβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, διατηρείται και τούτο γνήσια ([2]), σε μια τέτοια περίπτωση, δεν υπάρχει αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής της. Ιδιωτική Οχληρία
- Το Άρθρο 46 του Κεφ. 148, κωδικοποιεί τις πρόνοιες του κοινοδικαίου που αφορούν το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας. Σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο 46 του Κεφ. 148: «Ιδιωτική οχληρία συνίσταται στο ότι πρόσωπο επιδεικνύει συμπεριφορά ή διεξάγει τις εργασίες του ή χρησιμοποιεί ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε αυτό κατά κυριότητα ή κατέχεται από αυτό, με τρόπο ώστε κατά συνήθεια να παρεμβαίνει στην εύλογη χρήση και απόλαυση, αφού ληφθούν υπόψη η θέση και η φύση αυτής, της ακίνητης ιδιοκτησίας οποιουδήποτε άλλου προσώπου: Νοείται ότι ο ενάγοντας δεν τυγχάνει αποζημίωσης σε σχέση με ιδιωτική οχληρία εκτός αν εξαιτίας αυτής υπέστη ζημιά. Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται καθόσον αφορά παρέμβαση στο φως.».
- Προκύπτει συνεπώς, ότι, η ιδιωτική οχληρία, συνίσταται σε παράνομη επέμβαση στη χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας κάποιου προσώπου, ή κάποιου δικαιώματος επί ή σε σχέση με αυτή. Σε αντίθεση με την δημόσια οχληρία, που, ως αστικό αδίκημα, προστατεύει ορισμένα δημόσια / κοινά δικαιώματα / προνόμια (όπως είναι, π. χ., η ανενόχλητη χρησιμοποίηση του αυτοκινητοδρόμου) και καθίσταται αγώγιμο, μόνο όταν ο ενάγων έχει υποστεί συγκεκριμένη ζημιά («particular damage»), επιπρόσθετη από αυτήν που υπέστη το ευρύτερο κοινό (Βλ. Άρθρο 45 του Κεφ. 148).
- Εξετάζοντας κατά πόσο συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη συνιστά ιδιωτική οχληρία, το Δικαστήριο, κατά κύριο λόγο, εστιάζει την προσοχή του στο κατά πόσο η επέμβαση στη χρήση ή απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας από τον ενάγοντα, ή κάποιου δικαιώματος του επί ή σε σχέση με αυτή, είναι παράλογη («unreasonable»), λαμβανομένης υπόψη της συμπεριφοράς / διαγωγής του εναγομένου, στην, από πλευράς του, χρήση ή απόλαυση, - συνήθως, γειτονικής -, ακίνητης ιδιοκτησίας. Η βιβλιογραφία, θέτει το ζήτημα αυτό να αποτελεί, την ειδοποιό διαφορά μεταξύ πράξεων που συνιστούν το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, από αυτές που συνιστούν αμέλεια. Δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο, αναφέρεται, η συμπεριφορά / διαγωγή του εναγομένου έναντι του καθήκοντος επιμέλειας του, όπως γίνεται σε ότι αφορά το αστικό αδίκημα της αμέλειας, αλλά το Δικαστήριο σε ότι αφορά το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, θα διερευνήσει την ζημιά του ενάγοντος, υπολογίζοντας την έναντι των δικαιωμάτων του που απορρέουν από την ακίνητη ιδιοκτησία («damage with a proprietary quality»). Ως αστικό αδίκημα, η ιδιωτική οχληρία κατατάσσεται, συνεπώς, στην ευρύτερη κατηγορία των αστικών αδικημάτων που διαπράττονται έναντι της ακίνητης ιδιοκτησίας («a tort to land»). Στο σύγγραμμα του Michael A. Jones, Textbook on Torts, 8η έκδοση, στην σελίδα 337, ο συγγραφέας, κατά τον σχολιασμό των όσων η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου είχε αναφέρει στην απόφαση της στην υπόθεση Hunter v Canary Wharf Ltd.
(1997)2 All E.R. 426, αναφέρει τα εξής σχετικά: «... in private nuisance the land owner claims, in effect on behalf of his land rather than his person, whichever side of the material damage/amenity divide his case happens to fall on. As such, he must be able to identify a means by which the land has been affected, whether by way of diminution in its capital value or its amenity (as opposed simply to that of its occupier).».
- Προκύπτει συνεπώς, ότι, η ουσία μίας αγωγής που βασίζεται στο αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, είναι η ζημιά που υφίσταται ο ενάγοντας στη χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας του, ή κάποιου δικαιώματος επί ή σε σχέση με αυτή. Συναφώς, δεν αναγνωρίζεται αγώγιμο δικαίωμα στην βάση ιδιωτικής οχληρίας όταν η περίπτωση αφορά κίνδυνο μελλοντικής ζημιάς, ακόμη και όταν κατά τον χρόνο της έγερσης της αγωγής, ο κίνδυνος αυτός είναι υπαρκτός (Βλ. Midland Bank v Bardgrove Property Services [1992] 37 EG 126). Η ζημιά αυτή του ενάγοντος, ως έχει προαναφερθεί, υπολογίζεται βάσει των δικαιωμάτων του που απορρέουν από την ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία ισοζυγίζεται έναντι των δικαιωμάτων χρήσης ή απόλαυσης γειτονικής ιδιοκτησίας και συναρτάται με το τι αποτελεί λογική χρήση ή απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας του ενάγοντος και τίποτα περισσότερο. Το τι αποτελεί λογική χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας, ως έχει νομολογηθεί, καθορίζεται από διάφορους παράγοντες και η κάθε περίπτωση κρίνεται από τα δικά της, ιδιαίτερα περιστατικά. Τέτοιοι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το προαναφερόμενο ζητούμενο, έχουν αναγνωριστεί να αποτελούν: (α) η πρόκληση φυσικής ζημιάς στην ακίνητη ιδιοκτησία του ενάγοντος, - με την επιφύλαξη της εφαρμογής της αρχής του de minimis -, (β) η ασυνήθιστη ευαισθησία της ακίνητης ιδιοκτησίας του ενάγοντος στο να υφίσταται ζημιά, (γ) ο χαρακτήρας / η φύσης της περιοχής όπου βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία του ενάγοντος, (δ) το δημόσιο συμφέρον, εξεταζόμενο υπό την σκοπιά της χρησιμότητας της δράσης του εναγομένου από την ακίνητη ιδιοκτησία του, (ε) η παρέμβαση στην άνετη χρησιμοποίηση της ακίνητης ιδιοκτησίας του ενάγοντος, ο τρόπος της παρέμβασης (εάν π. χ. προκύπτει από μία φυσική κατάσταση στην ακίνητη ιδιοκτησία του εναγομένου), η λογική πίσω από αυτή την παρέμβαση (όπως π. χ. εάν εντοπίζεται κακοβουλία στις πράξεις του εναγομένου), ο βαθμός της παρέμβασης (η διάρκεια, η συχνότητα, ήτοι, εάν αφορά μία πράξη ή σειρά από συνεχιζόμενες πράξεις) και η, εν προκειμένω, σε κάποιες περιπτώσεις, επιμέλεια του εναγομένου, και (ζ) η ουσιαστική παρέμβαση σε δουλείες (όπως π. χ. είναι ένα δικαίωμα διόδου).
- Σημαντικό, ως προκύπτει, στοιχείο, είναι η διαπίστωσης και του τι συνιστά σε κάθε περίπτωση, λογική χρήση ή απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας και του εναγομένου.
- Ως έχει προαναφερθεί, ιδιωτική οχληρία, έχει ερμηνευτεί ότι συνίσταται σε «παράνομη» επέμβαση στη χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας κάποιου προσώπου, ή κάποιου δικαιώματος επί ή σε σχέση με αυτή. Η χρήση, στην ερμηνεία αυτή, της λέξης «παράνομη», είναι σημαντική, καθότι, περιορίζει τις περιπτώσεις που είναι αγώγιμες με βάση το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας. Αναφορικά με τις προεκτάσεις της έννοιας του όρου «παράνομη» (ήτοι, σε σχέση με το ότι, ως έχει προαναφερθεί, θα πρέπει να διαπιστωθεί παράλογη χρήση της ακίνητης ιδιοκτησίας από την οποία προέρχεται / πηγάζει η οχληρία), το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Medcon Constructions Ltd v Νίκης Ευαγγέλου κ. α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 565, ανέφερε τα εξής, κατά την ανάλυση της νομικής του αστικού αδικήματος της ιδιωτικής οχληρίας, τα οποία παραθέτω εδώ για σκοπούς εκτενέστερης επεξεργασίας του ζητήματος: «Αναφορικά με τις προεκτάσεις της έννοιας του όρου "παράνομη", στο σύγγραμμα Textbook on Torts, Michael Α. Jones, 1986, στη σελ.140 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Τhe word "unlawful" is crucial to this definition because it indicates that not all interferences with another's enjoyment of land will be actionable. It is applied in an ex post facto manner, however, since the interference normally derives its unlawful nature from the fact that it is held to be a nuisance. Most of the activities that give rise to claims in nuisance are, in themselves, perfectly lawful. It is only when the activity interferes with another's enjoyment of land to such a degree as to be an unreasonable interference that it will be regarded as a nuisance, and thereby 'unlawful'". Η έννοια της μη εύλογης επέμβασης που θα καθιστούσε την πράξη οχληρία σχολιάζεται ως εξής στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 139: "'Reasonableness' is a term that crops up frequently in relation to both private and public nuisance, but the word is not necessarily used in the same sense as it is used in the tort of negligence. In private nuisance, for example, the issue is not whether the defendant's conduct has fallen below the standard of the reasonable man, but whether the interference with the plaintiff's enjoyment of land is unreasonable bearing in mind the nature of the defendant's activity. This can be translated into the question: was the defendant's use of land reasonable? The focus shifts from the quality of the defendant's act, in negligence (was it careless?), to the nature of the plaintiff's damage and the reasonableness of the defendant's activity, in nuisance (although the distinction between activities and acts may be difficult to draw at times). Carelessness may be relevant to the reasonableness of the defendant's activity, but not necessarily so. An activity which is carried on with all reasonable precautions to prevent harm to others may nonetheless interfere unreasonably with the plaintiff's rights.". Στις περιπτώσεις όπου η επέμβαση αφορά την απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας, η θέση της είναι ουσιαστικής σημασίας. Τούτο όμως δεν ισχύει σε περίπτωση όπου έχει προκληθεί φυσική ζημιά στο ακίνητο. Ο Μ. Jones στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ.141 αναφέρει τα ακόλουθα: "Where the nuisance causes physical damage to property, however, the nature of the locality is irrelevant. An occupier is entitled to expect protection from physical damage no matter where he lives. This suggests that almost any amount of physical damage will suffice for liability in nuisance, subject to the de minimis principle. The balancing exercise which is undertaken for the purpose of determining whether the defendat's user of land was reasonable simply does not take place where the damage is physical. Alternatively, the existence of physical damage normally tips the balance irretrievably in the plaintiff's favour (see Ogus and Richardson [1977] CLJ 284, 297)." Η γενική αρχή είναι ότι το γεγονός ότι ο εναγόμενος έχει ενεργήσει με όλη την εύλογη φροντίδα και επιμέλεια δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η χρήση της γης ήταν εύλογη. Αν η επέμβαση στην ιδιοκτησία του ενάγοντα είναι τέτοια ώστε να ισοδυναμεί με οχληρία παρόλη την άσκηση επιμέλειας εκ μέρους του εναγόμενου τότε η χρήση θεωρείται ως μη εύλογη. (Rapier v. London Tramways Co. [1893] 2 Ch. 588, 590). Αναφορικά με το επίπεδο ευθύνης έχει λεχθεί σε αγγλικές αποφάσεις ότι, γενικά, παρόλον ότι η αμέλεια με τη στενή της έννοια δεν είναι αναγκαίο στοιχείο, εντούτοις κάποιου είδους υπαιτιότητα (fault) είναι αναγκαία και η υπαιτιότητα αυτή έγκειται στην ύπαρξη των συγκεκριμένων ενεργειών που προκαλούν την ζημιά παρά το προβλεπτό των συνεπειών των πράξεων του εναγόμενου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 43. Στην υπόθεση Γιάννης Καρπασίτης κ. α. ν Γεώργιου Σιόκκουρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 472, το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε εκτενώς με την περίπτωση της ιδιωτικής οχληρίας, λόγω επέμβασης στην χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας και συνόψισε τις νομικές αρχές που διέπουν αυτή την πτυχή του αστικού αδικήματος της ιδιωτικής οχληρίας, ως εξής: «Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία, η οποία και μας αφορά, υπάρχουν πολλές και ποικίλες πράξεις που μπορεί να συνιστούν οχληρία, όπως θόρυβος, δονήσεις, αέρια, αναθυμιάσεις, δυσοσμία, καπνός κ.λ.π. που είναι συνηθισμένες περιπτώσεις και αποτελούν μέρος της καθημερινής ζωής. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος καθώς και οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή τους έχουν αναλυθεί σε αριθμό Κυπριακών υποθέσεων και ιδιαίτερα στην Palantzi v. Agrotis
(1968)1 C.L.R. 448. Όσον αφορά την υγεία και άνεση, η ζημιά που πρέπει να αποδεικνύεται δεν είναι αναγκαίο να ισοδυναμεί με άμεση βλάβη, αλλά είναι αρκετό αν κάποιος εμποδίζεται σε υπολογίσιμη έκταση από την απόλαυση των συνηθισμένων ανέσεων της ζωής. Το επίπεδο δε αυτό των συνηθισμένων ανέσεων είναι ανάλογο με τη φύση και τη θέση της περιουσίας. Έτσι, κατοικία που βρίσκεται σε οικιστική περιοχή διαφέρει από άλλη που βρίσκεται σε εμπορική και συνήθως θορυβώδη περιοχή. (Theofilou v. Christodoulou and Another
(1973)1 J.S.C. 91). Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι, αν η οχληρία που δημιουργείται σε μία περιοχή που ήδη υπάρχουν και άλλες οχληρίες από άλλες πηγές αποτελεί σοβαρή προσθήκη στην όλη κατάσταση ενόχλησης και ταλαιπωρίας, τότε η ενόχληση αυτή συνιστά ιδιωτική οχληρία. (HadjiChristodoulou v. Aristedou
(1981)1 C.L.R. 287, Pοlsue & Alfieri Ltd v. Rushmer [1907] A.C. 121). Όπως προκύπτει από τις αυθεντίες, το βασικό κριτήριο είναι εκείνο του εύλογου σε κάθε περίπτωση και στην κρίση του τί είναι εύλογο (δέστε Medcon Constructions Ltd v. Eυαγγέλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 565) η ευαισθησία είναι ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη και αν κριθεί ότι η ευαισθησία του ενάγοντα είναι υπερβολική, τότε η αγωγή του θα απορριφθεί. Όπως προκύπτει από τις αυθεντίες, ο βασικός κανόνας στο αδίκημα αυτό είναι ότι η χρήση της ιδιοκτησίας πρέπει να είναι τέτοια που να μην προκαλείται ζημιά σε άλλους. Αυτός εκφράζεται με τη λατινική φράση sic utere tuo ut alienum non laedas. Πρέπει πάντοτε να τηρείται ένα ισοζύγιο μεταξύ του δικαιώματος του κατόχου να κάνει εκείνο που θέλει με την περιουσία του και του δικαιώματος του γείτονα να μην υφίσταται παρεμβάσεις στη χρήση και απόλαυση της δικής του περιουσίας. (Δέστε Ιωαννίδης ν. Σάββα
(1984)1 J.S.C. 186).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 44. Όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χρίστος Αγαθοκλέους Λτδ. ν Φωτεινής Σοφοκλέους
(2000)1 Α.Α.Δ. 1953, με παραπομπή στην αγγλική απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Hunter v Canary Wharf Ltd.
(1997)2 All E.R. 426, το Άρθρο 46 του Κεφ. 148 κατοχυρώνει τα δικαιώματα, τόσο του ιδιοκτήτη ακίνητης ιδιοκτησίας, όσο και του κατόχου της (Βλ. επίσης και την υπόθεση Λάμπρος Ευγενίου ν Philippa Estates Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 664). Ως υπεδείχθη από την Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Hunter ανωτέρω, πρόσωπο που ενάγει με βάση το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, πρέπει να αποδεικνύει το δικαίωμα του σε αποκλειστική κατοχή της ακίνητης ιδιοκτησίας που επηρεάζεται, που του προσδίδει το δικαίωμα σε σχετική προς το Δικαστήριο παράσταση / locus standi («a recognisable proprietary interest», Βλ. Malone v Laskey [1907] 2 KB 141). Κάτοχοι ακίνητης ιδιοκτησίας που δεν κέκτηνται ενός νομικά αναγνωρισμένου δικαιώματος αποκλειστικής κατοχής του - όπως είναι, π. χ., οι αδειούχοι σε κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας -, δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα με βάση το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας (Βλ. Malone ανωτέρω και Hunter ανωτέρω). 45. Ως προς το ζήτημα του δικαιώματος έγερσης αγωγής για ιδιωτική οχληρία και πως αυτό σχετίζεται με το ζήτημα της απόδειξης ζημιάς, παραπομπή γίνεται, εκτός της υπόθεσης Σταυρούλλα Χριστοδούλου ανωτέρω, και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρίστος Καλότυχος ν Cypsun Holidays Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1681 [[xvii]]. 46. Οι διαθέσιμες, προς το θιγόμενο από την ιδιωτική οχληρία πρόσωπο, θεραπείες, εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σταυρούλλα Χριστοδούλου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 746. Οι σχετικές, εν προκειμένω, αρχές, συνοψίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, ως εξής: «Σκοπός του συγκεκριμένου αστικού αδικήματος είναι η προστασία της εύλογης χρήσης και απόλαυσης ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο Νόμος, στην ουσία προσπαθεί να διατηρήσει ένα ισοζύγιο μεταξύ των αντικρουόμενων δικαιωμάτων, αφ' ενός του ιδιοκτήτη τεμαχίου γης από του να χρησιμοποιεί την ιδιοκτησία του όπως ο ίδιος νομίζει καλύτερα και αφ' ετέρου, του δικαιώματος του γείτονα του για εύλογη απόλαυση της δικής του ιδιοκτησίας (βλ. Sedleigh - Denfield v. O´Callaghan [1940] AC 880 στη σελ. 903). Είναι φανερό ότι η χρήση της γης θα πρέπει να είναι παράνομη, με την έννοια ότι θα πρέπει να διαπιστωθεί παράλογη χρήση της. Με βάση το νόμο, ο ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας, βασικά έχει δύο θεραπείες. Η πρώτη, είναι αυτή των αποζημιώσεων για τη ζημιά που προκλήθηκε και η δεύτερη και πιο σημαντική, της έκδοσης διατάγματος ώστε να σταματήσει η συνέχιση της οχληρίας ή, όπου είναι δυνατό, η άρση της. Στη δεύτερη περίπτωση, το Δικαστήριο ενδιαφέρεται περισσότερο στο να προστατεύσει τον ενάγοντα από περαιτέρω ζημιά (Βλ. Clerk and Lindsell on Torts, 15η Έκδοση, παράγρ. 23-18 και Winfield and Jolowicz on Tort, 10η Έκδοση, σελ. 320). Στην περίπτωση διεκδίκησης αποζημιώσεων, η έμφαση είναι στη διακρίβωση της υπαίτιας συμπεριφοράς (fault) του εναγομένου. Σ' αυτή την περίπτωση, τα Δικαστήρια είναι συνήθως απρόθυμα να καταλογίσουν ευθύνη για ιδιωτική οχληρία, σε πρόσωπο εναντίον του οποίου δεν έχει αποδειχθεί υπαίτια συμπεριφορά (βλ. Medcon Constructions Ltd. v. Ευαγγέλου
(1997)1 Α.Α.Δ. 565). Γι' αυτό και οι ενέργειες του εναγομένου αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Στην Αγγλική νομολογία, σημειώνονται οι οριακές διαφορές μεταξύ ιδιωτικής οχληρίας και αμέλειας και η συνεχής τάση για εξάλειψή τους (βλ. απόφαση Λόρδου Parker C.J. στην British Road Services Ltd. v. Slater [1964] 1 W.L.R. 645 στη σελ. 657 και Clerk and Lindsell on Torts, 15η Έκδοση, παράγρ. 23-18). Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι δυνατόν οι πράξεις του εναγομένου να μην δικαιολογούν εύρημα για αμέλεια, επειδή ο εναγόμενος έλαβε όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για αποφυγή πρόκλησης ζημιάς. Όμως η ίδια πράξη μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα για ύπαρξη οχληρίας. Στο Κοινοδίκαιο αναγνωρίζεται επίσης ο διαχωρισμός μεταξύ «δημιουργίας» και «συνέχισης» της οχληρίας. Στη δεύτερη περίπτωση, η ύπαρξη κάποιας μορφής αμέλειας είναι αναγκαία (βλ. Noble v. Harrison [1926] 2 KB 332 στη σελίδα 338). Ο ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας, θεωρείται ότι «συνεχίζει» την οχληρία, την οποία δεν ξεκίνησε ο ίδιος, εάν από τη στιγμή που λάβει γνώση της ύπαρξής της, παραλείπει να λάβει λογικά μέτρα για την εξάλειψή της (Βλ. Sedleigh - Denfield v. O´Callaghan, ανωτέρω, στη σελίδα 920 και The Wagon Mound (No. 2) [1967] 1 AC 639 και Clerk and Lindsell on Torts, 15η Έκδοση, παράγρ. 23-21).». [Δ]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
- Με δεδομένο, ότι, ο Εναγόμενος, προς υποστήριξη της υπόθεσης του, παρουσίασε στο Δικαστήριο μαρτυρία που δεν υποστηρίζει τους ισχυρισμούς του - μάλιστα, ως προαναφέρθηκε κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, η μαρτυρία αυτή ήταν ή άσχετη με τα επίδικα ζητήματα ή υποστηρικτική των θέσεων των Εναγόντων - και ότι, η μαρτυρία του ιδίου έχει απορριφτεί ως αναξιόπιστη, βάσει των παραδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, και της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων των Εναγόντων και αυτής των ΜΥ1, ΜΥ3 και ΜΥ4, την οποία έχω αποδεχθεί, προβαίνω σε όλα τα σχετικά με τα επίδικα γεγονότα ευρήματα μου, που είναι προσδιοριστικά της ακόλουθης κατάληξης μου.
- Όπως έχει προαναφερθεί, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου [[xviii]] και όχι της κυριότητας του, και ότι, «κατοχή», σημαίνει, αποκλειστική πραγματική κατοχή («occupation») ή φυσικός έλεγχος της ακίνητης ιδιοκτησίας. Επίσης, ως έχει προαναφερθεί, ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή της ακίνητης ιδιοκτησίας του, δεν μπορεί να εναγάγει για παράνομη επέμβαση σε αυτήν, εκτός εάν προκλήθηκε σε αυτήν ζημιά, ή, όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα («injury to the reversion»), οπόταν, ως ο κύριος της, μπορεί να δράσει δικαστικά εναντίον του επεμβασία, πριν ακόμη επανακτήσει την κατοχή της [[xix]]. Στην προκείμενη περίπτωση, από την αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτει, ότι, οι Ενάγοντες, είναι οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου
- Έχουν, όμως, αδειοδοτήσει την ΜΕ1 να το κατέχει αποκλειστικά (και προγενέστερα τον πατέρα της ΜΕ1), προς τον σκοπό διεξαγωγής του επαγγέλματος της ως γεωργός και δη για σκοπούς καλλιέργειας ελαιόδεντρων και αποκόμισης σχετικού εισοδήματος. Αυτό, είναι κάτι που γινόταν και κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι το έτος
- Και μάλιστα, ως διαφαίνεται, η αδειοδότισης της ΜΕ1 από τους Ενάγοντες (ήταν, σύμφωνα με την ΜΕ1, άνευ όρων και αποκλειστικά σε αυτήν, ένεκα της συγγενικής καλής σχέσης της με τους Ενάγοντες), αδιαμφισβήτητα της έδιδε, έναντι οποιουδήποτε τρίτου προσώπου, τέτοιο βαθμό ελέγχου της εισόδου σε αυτό, ώστε να μπορούσε η ίδια να εγείρει αυτή την Αγωγή εναντίον του Εναγομένου για παράνομη επέμβαση [[xx]].
- Συνεπώς, το ζήτημα το οποίο πρέπει να εξεταστεί, είναι, κατά πόσο, - με δεδομένο, ότι, αποκλειστική πραγματική κατοχή του ακινήτου, κατά τον ουσιώδη χρόνο που ο Εναγόμενος εισήλθε εντός του τεμαχίου 632 και απέκοψε από αυτό τα ελαιόδεντρα, είχε η ΜΕ1 -, οι Ενάγοντες, που είναι οι ιδιοκτήτες του ακινήτου (χωρίς αποκλειστική πραγματική κατοχή του) είχαν το δικαίωμα παράστασης προς το Δικαστήριο, μέσω αυτής της Αγωγής, και επί της βάσης που αυτή παρουσιάστηκε, ήτοι του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης, για την αξίωση θεραπείας εναντίον του Εναγομένου. Κριτήριο, ως έχει προαναφερθεί, είναι, κατά πόσο, η επέμβαση έχει ζημιώσει την ακίνητη ιδιοκτησία κατά τρόπο μη ανατρέψιμο. Εν προκειμένω, στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts, 20η έκδοση, στην σελίδα 1234, στην παράγραφο 19-24, αναφέρονται τα εξής: «Reversioner: Although, in general, the only person who can sue for a trespass is the person who was in actual or constructive possession at the time of the trespass committed, an exception exists where the trespass has caused a permanent injury to the land affecting the reversionary interest. The reversioner may sue at once without waiting until his future estate falls into possession. He may sue for cutting down timber trees, destroying a building, cutting and carrying away turf, or any similar act involving a partial destruction of the freehold. But for an ordinary continuing trespass, even though committed under a claim of a right of way, the reversioner cannot sue. He cannot sue for the erection of a temporary structure on his land, such as a hoarding erected to obstruct a window, on his property for a year. He can, however, sue for acts of trespass which, if acquiesced in, would result in the loss or gain of an easement.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης Simpson v Savage
(1856)1 CBNS 347, Metropolitan Association for Improving the Dwellings of the Industrious Classes v Petch
(1858)5 CBNS 504, Mayfair Property Co v Johnston [1894] 1 Ch 508 και Jones v Llanrwst UDC [1911] 1 Ch
- Συνεπώς, η αποκοπή δέντρων, - που σύμφωνα με το Άρθρο 2 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, αποτελούν μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας -, αποτελεί ζημιά μόνιμου χαρακτήρα στην ακίνητη ιδιοκτησία, που δίδει το δικαίωμα στον κύριο της να εγείρει αγωγή εναντίον του επεμβαίνοντος εις αυτό (με τον προαναφερόμενο τρόπο), βασιζόμενος στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, ακόμη και εάν δεν βρίσκεται σε πραγματική κατοχή του. Το σκεπτικό πίσω από την κατάληξη, ότι, η αποκοπή δέντρων συνιστά ζημιά μόνιμου χαρακτήρα στην ακίνητη ιδιοκτησία, ενθυλακώνεται στην ακόλουθη περικοπή από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση HSBC Rail (UK) Ltd v Network Rail Infrastructure Ltd (formerly Railtrack Plc) [2005] EWCA Civ 1437, όπου (αν και το εκεί κρινόμενο ζήτημα δεν αφορούσε παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία, αλλά για παράνομη επέμβαση σε αγαθά (conversion)) με αναφορά στην απόφαση του Δ. Williams στην υπόθεση Mears v London and South Western Railway Co
(1862)11 CBNS 850, ελέχθησαν τα εξής, τα οποία και υιοθετώ, - χωρίς να παρίσταται ανάγκη περαιτέρω ανάλυσης -, για σκοπούς της ακόλουθης κατάληξης μου: «Development of the right of suit on the part of a bailor not in possession. This is traced in a valuable article by Professor Andrew Tettenborn, an editor of the current (18th) edition of Clerk and Lindsell on Torts and, in particular, chapter 14 on wrongful interference with goods. This article is to be found in [1994] CLJ 326 and is entitled "Reversionary Damage to Chattels". He makes the point that the courts had fashioned a remedy in favour of the reversioner in respect of trespass to land and nuisance in respect of damage that was likely to affect the lessor if and when he recovered possession; he then says that an analogous remedy was awarded in respect of damage to chattels with, no doubt, the position of the reversioner of land being in the minds of the judges, see page 328 and note 24 in particular. This is shown by a series of cases starting with Hall v Pickard
(1812)3 Camp 187, going though Tancred v Allgood
(1859)4 H&N 438 and culminating in Mears v London and South Western Railway Co
(1862)11 CBNS 850, establishing that a reversionary owner of chattels can sue a negligent wrongdoer if there is permanent damage to his reversionary interest. What constitutes such permanent damage is, however, debatable. Unsurprisingly most of the authorities that analyse the concept of "permanent damage" or "damage to the reversion" are cases of leases of land. In such cases there cannot be permanent injury in the sense of the land itself being lost although no doubt the removal of trees which have been cut down or the abstraction of soil can constitute a loss of part of the land. Such cases will be regarded as damage to the reversion. So also will causing water to flow over the land or an obstruction of light because it will be assumed the water or the obstruction will remain unless stopped or otherwise remedied and thereby an easement for the flow of water may be acquired or a right of light defeated, see Simpson v Savage
(1856)1 CBNS 347, 361 per Cresswell J, sitting with Williams J and Crowder J (see page 325) and Metropolitan Association for Improving the Dwellings of the Industrious Classes v Petch
(1858)5 CBNS 504 per Cockburn CJ, Williams, Willes and Byles JJ, followed in Mayfair Property Co v Johnston [1894] 1 Ch 508 and Jones v Llanrwst UDC [1911] 1 Ch 393. Mears v London and South Western Railway Co
(1862)11 CBNS 850 was, however, a case of damage to a bailed chattel. The case turned on a pleading point. The declaration pleaded that the plaintiff owned a barge "let to hire" to a bailee, a Mr Scott Russell, who had possession, the reversion being in the plaintiff. The defendants were unloading a boiler from the barge but carelessly dropped it into the barge "and greatly damaged and injured the same; whereby the plaintiff had been deprived of the use of his said barge for a long space of time". The defendants demurred and Mr Milward in support of the demurrer submitted that an owner of a chattel had no cause of action for injury to that chattel while it was out of his possession. Williams J observed that previous authorities in relation to chattels had been considered in Tancred v Allgood where it was held that such an action did exist if the owner had sustained damages by way of a permanent injury. Mr Milward then shifted his ground to say that the declaration did not show any permanent damage: "non constat that Scott Russell would not have repaired the barge". Erle CJ said the owner had the right to sue, since Tancred v Allgood had by implication decided that action for a permanent injury to a chattel could be maintained. Williams J said that, in the course of a gratuitous bailment either the bailor or the bailee could sue and that although, in the case of a hiring for reward, the owner could not bring trover because he had parted with possession, it had never been doubted that the owner could bring an action against a person whose wrongful act had caused a permanent injury. Presumably the fact that Scott Russell might repair the barge in the future was nothing to the point. Unrepaired, the alleged damage was permanent. The rest of the court (which probably included Willes J, see page 805) concurred. These authorities, together with Transcontainer Express Ltd v Custodian Security Ltd [1988] 1 Lloyds Rep 128, 137, justify the proposition in Clerk and Lindsell Torts (18th ed) para. 14-143:- "The action for reversionary injury lies, it is suggested, in respect of any act which would, but for the problem of the claimant's lack of title to sue, amount to [trespass] negligence [or conversion], provided it has the effect of depriving him either temporarily or permanently of the benefit of his reversionary interest whether because the goods are destroyed or seriously damaged or because they are wrongfully disposed of by a transaction whereby the disponee acquires a good title, so preventing recovery of them. But actual damage is necessary . . .". In this case there is no doubt that the carriages were destroyed or seriously damaged. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 51. Καταλήγω, συνεπώς, ότι, οι Ενάγοντες, ένεκα της ζημιάς που υπέστησαν στην ακίνητη ιδιοκτησία τους από την αποκοπή των δέντρων από τον Εναγόμενο [[xxi]], όπως ειδικότερα επιμαρτυρείται από την μαρτυρία του ΜΕ2 και την έκθεση του Τεκμήριο ΝΠ1, είχαν δικαίωμα δικονομικής παράστασης και έγερσης αγωγής εναντίον του Εναγομένου βασιζόμενοι στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης και αξίωσης θεραπείας. 52. Έχοντας καταλήξει στα προαναφερόμενα ευρήματα, προχωρώ να εξετάσω ποια θεραπεία μπορεί να αποδοθεί στους Ενάγοντες υπό τις περιστάσεις. 53. Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη περιουσία, είναι, αγώγιμο, ακόμη και εάν ο ενάγων δεν έχει υποστεί, συνεπεία της, την οποιαδήποτε ζημιά (actionable per se). Είναι για αυτό τον λόγο, που, όταν είναι γεγονός ότι η επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ασήμαντη, αυτό δεν μπορεί να επικληθεί προς υπεράσπιση του παρανόμως επεμβασία [[xxii]]. Εντούτοις, στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων αξιώνει αποζημιώσεις [ήτοι, πέραν των ονομαστικών αποζημιώσεων (nominal damages) που σε κάθε περίπτωση αποδειχθείσας παράνομης επέμβασης μπορούν να του αποδοθούν [[xxiii]], συνοδευόμενες, συνήθως και από διάταγμα απαγόρευσης της επέμβασης στις περιπτώσεις όπου η επέμβασης κρίνεται σημαντική], πρέπει να αποδείξει την ζημιά του κατά τον συνηθισμένο τρόπο. 54. Εν προκειμένω, στην υπόθεση Andrian Holdings Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής: «Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se, όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μην δοθούν έξοδα ή ακόμα να διαταχθεί ο ενάγων να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο.» [[xxiv]].
- Όπως εισηγούνται οι συγγραφείς του συγγράμματος Clerk and Lindsell on Torts, 20η έκδοση, στις σελίδες από 1255 έως 1258, στις παραγράφους 19-63 έως 19-69, όπου, συνεπεία της παράνομης επέμβασης, έχει προκληθεί στον ενάγοντα, σημαντική ζημιά (ή ουσιαστική βλάβη), η αποτίμηση της ζημιάς, ποικίλλει, αναλόγως της κατηγορίας στην οποία εντάσσεται. Η εισήγησης, περιλαμβάνει αριθμό συγκεκριμένων κατηγοριών. Εδώ όμως - και για σκοπούς εξέτασης της απαίτησης των Εναγόντων - βάσει της αποδεκτής μαρτυρίας, ενδιαφέρουν τα όσα το σύγγραμμα καταγράφει για τις περιπτώσεις όπου στην ακίνητη ιδιοκτησία έχει προκληθεί, λόγω της παράνομης επέμβασης, φυσική ζημιά.
- Στην προκείμενη περίπτωση, η αποδεκτή μαρτυρία έχει καταδείξει, ότι, από το τεμάχιο 632, ο Εναγόμενος απέκοψε (κατά τον τρόπο που ειδικότερα περιγράφτηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΕ2 και καταγράφεται και στο Τεκμήριο ΝΠ1 που αυτός παρουσίασε) 9 ελαιόδεντρα. Η μαρτυρία, καταδεικνύει επίσης, ότι, τα ελαιόδεντρα αυτά, δεν είχαν φυτευτεί ή καλλιεργούνταν, μόνο για καλλωπιστικούς / κοσμητικούς σκοπούς. Πρόκειται συνεπώς για περίπτωση πρόκλησης φυσικής ζημιάς στην ακίνητη ιδιοκτησία των Εναγόντων από τον Εναγόμενο.
- Σε τέτοιες περιπτώσεις, - ύπαρξης πρόκλησης φυσικής ζημιάς στην ακίνητη ιδιοκτησία του ενάγοντα -, κατά γενικό κανόνα, το μέτρο των αποζημιώσεων καθορίζεται από το βαθμό που η αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας έχει μειωθεί συνεπεία της παράνομης επέμβασης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το πιθανό ή και αναγκαίο κόστος για την αποκατάσταση της. Εντούτοις, ο γενικός κανόνας δεν τυγχάνει εφαρμογής, εκεί και όπου ο ενάγοντας καταδεικνύει, ότι, σκοπός της απαίτησης του εναντίον του εναγομένου, είναι η προστασία των ιδιοκτησιακών του δικαιωμάτων και όχι απλώς, η ανάκτησης αποζημιώσεων, οπόταν το κόστος για την αποκατάσταση της φυσικής ζημιάς που προκλήθηκε στην ακίνητη ιδιοκτησία του, μπορεί να του αποδοθεί. Μάλιστα, εκεί όπου αποδεικνύεται ότι, ο ενάγοντας, έχει την πρόθεση να προβεί στις εργασίες αποκατάστασης της ζημιάς στην ακίνητη ιδιοκτησία του, το Δικαστήριο μπορεί να του επιδικάσει αποζημίωση για σκοπούς αποκατάστασης, που μπορεί να υπερβαίνει ακόμη και το ύψος της μείωσης της αξίας της ακίνητης ιδιοκτησίας λόγω της παράνομης επέμβασης. Ο γενικός όμως κανόνας, είναι, ότι, το κόστος της αποκατάστασης λαμβάνεται υπόψη, καθότι, η αποζημίωσης που θα επιδικαστεί και θα κληθεί να καταβάλει ο εναγόμενος τελικώς, δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη της αδικίας που ο ενάγοντας έχει υποστεί [[xxv]]. Το Δικαστήριο, συνεπώς, κρίνει την κάθε περίπτωση με βάση τα ιδιαίτερα της περιστατικά, και δεδομένης της δεσπόζουσας αρχής στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων, ότι, το τι πρέπει να επιτυγχάνεται δια της αποφάσεως του Δικαστηρίου, είναι η αποκατάστασης του ενάγοντος στην θέση που ευρισκόταν πριν του προκληθεί η ζημιά από τον εναγόμενο.
- Στην προκείμενη περίπτωση, τόσο από την μαρτυρία της ΜΕ1, όσο και από την μαρτυρία του ΜΕ2, ικανοποιούμαι, ότι, η ΜΕ1, ενδιαφέρθηκε πραγματικά για την αποκατάσταση της καλλιέργειας των ελαιοδέντρων που είχαν αποκοπεί από τον Εναγόμενο από το τεμάχιο 632, εξ ου και η εξασφάλισης της γνώμης του ΜΕ2 και η μετέπειτα φροντίδα των - ένεκα της οποίας, μέχρι και την δίκη, είχε οδηγήσει, ικανοποιητικώς ως ανέφερε ο ΜΕ2, στην αποκατάσταση τους, σε βαθμό που πλέον μπορούν να θεωρούνται καρποφόρα -. Ικανοποιούμε περαιτέρω, ότι, οι Ενάγοντες, με την καταχώριση αυτής της Αγωγής εναντίον του Εναγομένου, - αφού πληροφορήθηκαν για τα της υπόθεσης αυτής από την ΜΕ1 και συνεννοήθηκαν σχετικά με αυτήν για την καταχώριση της -, επιδιώκουν την προστασία των ιδιοκτησιακών τους δικαιωμάτων (την αποκατάσταση δηλαδή της ζημιάς στην περιουσία τους, στην καλλιέργεια των δέντρων) και όχι απλώς την ανάκτηση αποζημίωσης από τον Εναγόμενο. Συνακόλουθα και με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, ως έχει προαναφερθεί, και ειδικότερα αυτής του ΜΕ2 [και των όσων στην έκθεση του αυτός καταγράφει, Τεκμήριο ΝΠ1 - βλ. ειδικότερα τις παραγράφους Β και Γ(α) αυτής], επιδικάζω προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου, €900, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των ελαιόδεντρων (στην οποία έχω μόλις προαναφερθεί). Πρόκειται για φροντίδα, που, σύμφωνα με την μαρτυρία, παρασχέθηκε από την ΜΕ1, - η σχέσης της οποίας, είναι, σε ότι αφορά τους Ενάγοντες και την καλλιέργεια των ελαιοδέντρων από την ΜΕ1 στο τεμάχιο 632, άνευ χρεώσεως - και άρα δεν είναι δαπάνη για την οποία θα αναζητούσα και δεν αναζητώ, οποιαδήποτε περαιτέρω ειδική τεκμηρίωση προς απόδειξη της.
- Εντούτοις, η απαίτησης των Εναγόντων, πέραν της προαναφερθείσας που τους έχει αποδοθεί, περιλαμβάνει και άλλα σκέλη. Απαίτηση τους, είναι να αποζημιωθούν με το ποσό των €5.505,60 για την απώλεια που είχαν από την καρποφορία των ελαιοδέντρων. Τίθεται λοιπόν το ζήτημα, κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, αυτή η απαίτησης τους, μπορεί να τους αποδοθεί. Πριν όμως προχωρήσω στην εξέταση αυτού του ζητήματος, πρέπει να σημειωθούν τα εξής, που προκύπτουν από την αποδεκτή μαρτυρία. Οι Ενάγοντες, δεν έχουν παρουσιάσει στο Δικαστήριο, μαρτυρία, είτε ως προς την αξία του τεμαχίου 632 [με γνώμονα την παράνομη επέμβαση και τον χρόνο που αυτή έλαβε χώρα, (α) για την αξία του πριν την επέμβαση, και (β) για την αξία του μετά την επέμβαση με δεδομένη πλέον την ζημιά που προκλήθηκε συνεπεία της], είτε ως προς την αξία των ελαιοδέντρων (κατά τον χρόνο της επέμβασης και της αποκοπής τους - στην οποία, το στοιχείο της δυνατότητας καρποφορίας τους και εξασφάλισης σχετικού εισοδήματος, θα μπορούσε, πιθανόν, να αποτελέσει στοιχείο προσδιοριστικό της αξίας τους). Με αυτά ως δεδομένα, κάποιος θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει, ότι δεν μπορεί να επιδικαστεί στους Ενάγοντες ως αποζημίωση για την παράνομη επέμβαση του Εναγομένου στο τεμάχιο 632, οτιδήποτε πέραν του τι τους έχει ήδη επιδικαστεί για την αποκατάσταση των ελαιόδεντρων. Αυτό όμως, θα ήταν αντίθετο με το γενικό μέτρο της επιδίκασης αποζημιώσεων σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, που, ως έχει προαναφερθεί, θέλει την αποκατάσταση του ενάγοντα για όποια απώλεια υφίσταται ως φυσική συνέπεια της άδικης πράξης του Εναγομένου. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Εναγόμενος, με το που εισήλθε παράνομα εντός του τεμαχίου 632 και απέκοψε τα ελαιόδεντρα, προκάλεσε στους Ενάγοντες (που ήταν, σε κάθε περίπτωση, λογικά προβλεπτή για τον Εναγόμενο, ένεκα του ότι τα ελαιόδεντρα ήταν εμφανώς καλλιεργημένα) ζημιά που προκύπτει από το γεγονός ότι τα ελαιόδεντρα αυτά ήταν, ετησίως, παραγωγοί καρπού και κατ' επέκταση και σχετικού εισοδήματος, τα οποία οι Ενάγοντες απώλεσαν. Συνεπώς, αποδίδω στους Ενάγοντες την σχετική θεραπεία.
- Οι αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, σύμφωνα με τις σχετικές αρχές, μπορούν να αποδοθούν επαυξημένες από το Δικαστήριο, εάν συντρέχουν κάποιες περιστάσεις, που στο επίκεντρο τους έχουν, ειδικότερα, τον αδικοπραγήσαντα εναγόμενο και τις ενέργειες του. Όπως είναι, για παράδειγμα, η περίπτωσης όπου οι ενέργειες του εναγομένου, οδηγούν στο να αποκομίσει κέδρος που υπερβαίνει την αποζημίωση που επιδικάζεται εναντίον του προς όφελος του ενάγοντα [[xxvi]]. Ή, όπως είναι η περίπτωσης όπου η συμπεριφορά του εναγομένου έναντι του ενάγοντα είναι ηθελημένη, προσχεδιασμένη και έκδηλα καταπιεστική.
- Οι Ενάγοντες, υποβάλλουν απαίτηση όπως τους επιδικαστούν παραδειγματικές αποζημιώσεις. Εντούτοις, στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχουν αποδειχθεί από πλευράς Εναγόντων γεγονότα που να δικαιολογούν την επαύξηση των αποζημιώσεων. Δεν έχει αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος έχει αποκομίσει κέδρος από την αποκοπή των ελαιόδεντρων (η μαρτυρία του ΜΥ3 δεν αποκάλυψε οτιδήποτε τέτοιο, ούτε και υπήρξε ένας τέτοιος ισχυρισμός από πλευράς Εναγόντων). Ούτε έχει αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος ηθελημένα εισήλθε και ηθελημένα απέκοψε τα ελαιόδεντρα του τεμαχίου 632, αποσκοπώντας στην πρόκληση ζημιάς προς τους Ενάγοντες, (δεν έχει παρουσιαστεί ένας τέτοιος ισχυρισμός από πλευράς Εναγόντων). Συνεπώς, η προαναφερόμενη απαίτηση των Εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.
- Τέλος, δεν αποδέχομαι την απαίτηση των Εναγόντων που σχετίζεται με το έξοδο για την ετοιμασία της έκθεσης εκτίμησης του ΜΕ2 (ήτοι σε ότι αφορά το Τεκμήριο ΝΠ1), καθότι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι θετική προς τούτο μαρτυρία δόθηκε από πλευράς, τουλάχιστον, του ΜΕ2 (ήτοι ως προς το κόστος της, €300), χωρίς να έχει αμφισβητηθεί, δεν έχει αποδειχθεί (και μάλιστα, αυστηρώς, ως επιτάσσει η νομολογία μας ως προς θέμα αυτό) ότι αυτό το κόστος το υπέστησαν οι Ενάγοντες, ή εν πάση περιπτώσει ότι το ανέλαβαν αυτοί, από την στιγμή που η μαρτυρία που έχει αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου, ήταν ότι, οδηγίες για αυτήν προς τον ΜΕ2, δόθηκαν από την ΜΕ1 ή/και τον σύζυγο της δια αυτή, ΜΕ5, αφήνοντας να νοηθεί ότι αυτοί ήταν που κάλυψαν και το σχετικό έξοδο.
- Σε ότι αφορά την εισήγηση των Εναγόντων, ότι, η ενέργεια του Εναγομένου να εισέλθει στο τεμάχιο 632 και να αποκόψει τα 9 ελαιόδεντρα, συνιστά και το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, αυτή δεν γίνεται αποδεκτή. Στην υπόθεση αυτή, οι πράξεις του Εναγομένου, ήταν το αποτέλεσμα ενός μεμονωμένου περιστατικού άμεσης επέμβασης στο τεμάχιο 632, και δεν μπορούν να κριθούν ως το αποτέλεσμα συμπεριφοράς, που, κατά συνήθεια εκδηλώνεται και απολήγει, έμμεσα, σε παράνομη επέμβαση στην χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας, που, κατά την έννοια του προαναφερόμενου Άρθρου 46 του Κεφ. 148, αποτελεί προαπαιτούμενο για την διάπραξη του αστικού αδικήματος της ιδιωτικής οχληρίας. Στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts, 20η έκδοση, στην σελίδα 1273, στην παράγραφο 20-02, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Nuisance and trespass: The distinction between trespass and nuisance is the old distinction between trespass and case. Trespass is a direct entry to the land of another, and is actionable per se, without proof of special damage, but nuisance is the infringement of the claimant's interest in property without direct entry by the defendant, and generally actionable only on proof of special damage. For example, to build a wall partly on someone else's is a trespass, but to build on one's own land a wall which, through disrepair, falls on to another's land is a nuisance. It is a trespass for Α directly to discharge water onto to B's land, but if water spills from A's land over intermediate land onto B's land this amounts to a nuisance. Such a distinction may be on certain facts an exceedingly fine one. But the distinction will not normally become vital to the claimant's claim where he can allege and prove specia1 damage. If he cannot prove special damage, then he will have to show an entry by way of trespass. It is a nuisance and not a trespass if the branches of a tree, whether planted or self-sown, growing on the land of one man, overhang his neighbour' s land, or if the roots burrow into his land and damage his buildings.». [Ε]. ΕΓΕΡΘΕΝΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
- Προχωρώ στην εξέταση κάποιων ζητημάτων που ηγέρθησαν κατά την δίκη. Η επέμβασης από πλευράς Εναγομένου: Ηθελημένα ή άθελα έλαβε χώρα
- Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 45
(2), στην παράγραφο 505: «Every unlawful entry by one person on land in the possession of another is a trespass for which a claim may be brought, even though no actual damage is done. A person trespasses upon land if he wrongfully sets foot on it, rides or drives over it or takes possession of it, or expels the person in possession, or pulls down or destroys anything permanently fixed to it, or wrongfully takes minerals from it, or places or fixes anything on it or in it, or if he erects or suffers to continue on his own land anything which invades the airspace of another, or if he discharges water upon another´s land, or sends filth or any injurious substance which has been collected by him on his own land onto another´s land». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, η παράνομη επέμβαση θεωρείται ότι είναι μία εκ προθέσεως αδικοπραξία, η οποία, παραδόξως, μπορεί και να διαπραχθεί και αθώα. Και αυτό, γιατί, η πρόθεση, παραπέμπει στο ηθελημένο της πράξης του εναγομένου στο να εισέλθει στην ακίνητη ιδιοκτησία του ενάγοντα και όχι στην πρόθεση του να επέμβει σε αυτή. Ως εκ τούτου, σκόπιμη είσοδος σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αρκετή και είναι άνευ σημασίας το ότι ο εναγόμενος δεν γνώριζε ότι εισερχόταν στην ακίνητη ιδιοκτησία του ενάγοντα, ή πίστευε ότι η είσοδος του ήταν εξουσιοδοτημένη, ή ακόμη, ότι ειλικρινά και εύλογα πίστευε ότι η γη ήταν δική του [[xxvii]].
- Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 38, στις παραγράφους 1194 και 1195 αναφέρονται τα εξής σχετικά: «To amount to a trespass an act must be voluntary; but an act may be a trespass, although it is committed by mistake or without malice. A person is guilty of a trespass if he acts voluntarily, knowing the nature and quality of his act, even though he does not know the act to be wrongful.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στην υπόθεση αυτή, δεν έχει αποδειχθεί κατά πόσο ο Εναγόμενος είχε πρόθεση να εισέλθει εντός του τεμαχίου 632 και να αποκόψει τα ελαιόδεντρα. Αυτό όμως, ως έχει προαναφερθεί, δεν αποτελεί προϋπόθεση για να αποδειχθεί διάπραξης του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης. Αυτό που έχει σημασία από απόψεως γεγονότων και το οποίο έχει αποδειχθεί, είναι ότι ενήργησε με ελεύθερη βούληση, γνώριζε τι έκανε, παρά το γεγονός ότι πιθανόν να μην γνώριζε ότι αυτό που έκανε ήταν παράνομο, αφού τελικά αποδείχθηκε ότι 9 ελαιόδεντρα που απέκοψε, τα απέκοψε από το τεμάχιο
- [Ζ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αγωγή των Εναγόντων εναντίον του Εναγομένου επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου, για το ποσό των €6.405,60, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού ετησίως, από την καταχώριση αυτής της Αγωγής μέχρι εξόφλησης.
- Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου, στα 3/4 του τι υπό περιστάσεις πλήρους επιτυχίας θα μπορούσαν να τους είχαν επιδικαστεί, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Διδακτήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] (Άρθρο 43 του Κεφ. 148) [2] - ώστε να διαφυλαχθεί κατάχρηση από όρους εικονικού περιεχομένου, ή διευθετήσεις εικονικές, που αποκλείουν το αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής - [i] Βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/
- [ii] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212. [iii] Βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974. [iv] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ
- [v] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/
- [vi] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [vii] Βλ. Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, C & A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2010, ημερομηνίας 30/09/2015, Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015 και C. Roushas Trading and Development Ltd v Μιχάλη Μωσαϊκού, ECLI:CY:AD:2016:A429, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2011, ημερομηνίας 15/09/2016. [viii] Βλ. Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Αθανασίου κ. α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co Ltd v Κατωμονιάτη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ. α. ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. [ix] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [x] Βλ. Maison Jenny Ltd κ.α. ν. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1(B) A.A.Δ. 1156 και Ανδρέας Τσαγγάρη ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 472. [xi] Βλ. Kennedy Hotels Ltd v Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400, 407, Βασιλειάδης κ. α. ν Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16, 20, Ιάκωβος Κώστα Χριστοφόρου ν Αννας Χαραλάμπους Χριστοφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 33, Ανδρέας Τσαγγάρη ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 472, G. C. C. Computers Ltd ν Άννας Αλετρα κ. α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 104, St. George's Car Hire κ. α. ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ. α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 47 και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/
- [xii] Βλ. Clerk and Lindsell on Torts, 20η έκδοση, στις σελίδες 1226 και 1227, στην παράγραφο 19-
- [xiii] Σε ελεύθερη μετάφραση: «πρέπει να υπάρχει εμφανής πρόθεση, όχι μόνο αποκλεισμού του κόσμου γενικά από το να παρεμβαίνει με το υπό εξέταση πράγμα, αλλά αποκλεισμός, σε σχέση με αυτό, για ίδιο όφελος και στο όνομα κάποιου». [xiv] Δέστε σχετικά, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Παναγιώτη Κίτση ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077 και Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών v Θεοδόση Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120. Σε ότι αφορά το ζήτημα της δικαιοπρακτικής ικανότητας προσώπου που βρίσκεται σε πραγματική κατοχή, να εγείρει αγωγή βασιζόμενο στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Adamou v Christofi
(1974)1 C.L.R. 100 - το σκεπτικό της οποίας υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του, όπως π. χ. στην Ismini Liasidou a. a. v Kyriacos N. Papademetriou as proxy agent of Christakis E. Ioannou
(1975)1 C.L.R. 122 και Γεώργιος Λάμπρου κ. α. ν Ελένης Κεφάλα
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1516 - ανέφερε τα εξής: «There is no doubt that the plaintiff was in possession of the land in question and has planted the olive trees himself, and clearly in our view the defendant had no right at all to collect the olives and was all along a mere trespasser. It has been said in a number of cases that trespass to land consists in any unjustifiable intrusion by one person upon land in the possession of another. Trespass, therefore, is actionable at the suit of the person in possession of land, in spite of the fact that he is neither the owner nor does he derive title from the owner. Once, therefore, the plaintiff was in occupation or physical control of the land in question and because he has planted those trees, he is holding the land as a de facto possessor and it is too late for the defendant—who never had any title to the land—or indeed she never genuinely believed the land to be hers, to allege that the plaintiff had no right of action against her because the Government is the owner of that land. In our view, the slightest amount of possession would be sufficient to enable the plaintiff to bring an action against the defendant. In Bristow v. Cormican, [1878] 3 App. Cas. 641, Lord Hatherley said at p. 657:— "There can be no doubt whatever that some possession is sufficient, against a person invading that possession without himself having any title whatsoever, as a mere stranger, that is to say, it is sufficient as against a wrongdoer. The slightest amount of possession would be sufficient to entitle the person who is so in possession or claims under those who have been or are in such possession, to recover as against a mere trespasser." See also Wuta-Ofei v. Danquah [1961] l W.L.R. 1238, where the dictum of Lord Hatherley in Bristow v. Cormican (supra) was followed and applied. There is no doubt that a de facto possession gives a right to retain the possession and undisputed enjoyment as against all wrong-doers, except the lawful owner, because he who has such a possession may, just as may the lawful owner, use a reasonable degree of force in the defence of the land which he possesses. He may sue in trespass anyone who disturbs his possession, and in such an action it is no answer for the defendant to show that such title and right to possession is in another person. In our view, jus tertii is no defence to the action, unless the defendant can show when trespassing that he acted under the authority of the true owner or of some person having such a right. Therefore, we find ourselves unable to follow the argument of counsel on behalf of the appellant, because in our opinion, the principle of jus tertii applies equally to a case of land and not only to torts as contended by counsel. We would reiterate that in a case of trespass the defendant has to plead and prove that he had a right to possession of the land at the time of the alleged trespass, or that he acted under the authority of some person having such right. That this is so finds also ample justification in our Civil Wrongs Law Cap. 148, and s. 43 is in these terms:— . It appears that the protection which the law gives to bear possession seems to be nothing more than an extension of the protection that it accords to the person. Possession, as we said earlier in this judgment, implies to some extent personal presence, and the inviolability of the person extends to those sorts of disturbances by which the person might at some time be interfered with. In other words, the explanation of the protection of possession is to be found in the paramount necessity of preventing breaches of the peace.»