ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ TON ΑΝΤΗΟΝΥ ANTONIOU, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Υπ' Αρ.: 3/2016, 26/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Υπ' Αρ.: 3/2016 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004, ΝΟΜΟΣ 133(I)/2004 -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ TON ΑΝΤΗΟΝΥ ANTONIOU ------------------- Ημερομηνία: 26/04/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Εκζητούμενος Παρών Για τον Εκζητούμενο: κ. Γ. Πολυχρόνης Για την Κεντρική Αρχή: κα Μ. Σπηλιωτοπούλου, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ 1. Την 29η/02/2016, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή, το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, που αφορά το πρόσωπο του Anthony Antoniou (στο εξής καλούμενη «ο Εκζητούμενος»), το οποίο παρουσιάζει ότι έχει εκδοθεί, την 18η/12/2015, από Επαρχιακό Δικαστή του Πλημμελειοδικείου του Leeds (Leeds Magistrates' Court) Αγγλίας, για την εν λόγω αρχή. 2. Ο εκζητούμενος, είχε ήδη, προγενέστερα, συλληφθεί από την Αστυνομία, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 17
(1)του σχετικού Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου, Νόμος 133(I)/2004, και προσήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου, ως έχει προαναφερθεί, την 29η/02/
- Τότε, είχε διερευνηθεί η ταυτότητα του εκζητούμενου και περαιτέρω, προς ικανοποίηση των προνοιών του Άρθρου 17 του Νόμου 133(I)/2004, ο εκζητούμενος ενημερώθηκε για το περιεχόμενο του εντάλματος, καθώς επίσης και για τα δικαιώματά του. [Β]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
- Με τους περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμοι του 2004 έως (Αρ. 2) του 2014 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 133(I)/2004»), έχει εναρμονιστεί[i] (και τελικώς διαμορφωθεί) η εθνική μας νομοθεσία, με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και τις διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ των κρατών μελών[ii], όπως αυτή τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 26ης Φεβρουαρίου 2009[iii] (στο εξής καλούμενη «η απόφαση-πλαίσιο 2002/584»).
- Το αντικείμενο και ο σκοπός της απόφασης-πλαίσιο 2002/584, έτυχαν εξέτασης και κατά απόλυτο τρόπο, θα έλεγα, διασαφήνισης, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Παραπέμπω, ενδεικτικά, στην απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου στην υπόθεση Re Ciprian Vasile Radu, C 396/11, ημερομηνίας 29/01/
- Στις αιτιολογικές σκέψεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, 33 έως 36, της απόφασης του στην εν λόγω υπόθεση, αναφέρονται τα εξής πολύ ουσιαστικά: «
- . σκοπός της απόφασης-πλαισίου, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της απόφασης αυτής, καθώς και από την πέμπτη και την έβδομη αιτιολογική της σκέψη, είναι να αντικαταστήσει το πολυμερές σύστημα έκδοσης μεταξύ κρατών μελών με ένα σύστημα το οποίο στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και συνίσταται στην παράδοση μεταξύ δικαστικών αρχών των προσώπων εκείνων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προκειμένου είτε να εκτελεστεί εκδοθείσα απόφαση είτε να συνεχιστεί ασκηθείσα δίωξη (βλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, C-42/11, Lopes Da Silva Jorge, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
- Συγκεκριμένα, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, θεσπίζοντας ένα νέο, απλουστευμένο και αποτελεσματικότερο σύστημα παράδοσης των προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα για αξιόποινες πράξεις, αποβλέπει στην επιτάχυνση και τη διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας προκειμένου να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να καταστεί ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, με θεμέλιο τον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, C 192/12 PPU, West, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
- Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, τα κράτη μέλη καταρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
- Πράγματι, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης-πλαισίου, τα κράτη μέλη μπορούν μα μην εκτελέσουν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μόνο σε περίπτωση που συντρέχει ένας από τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης που προβλέπονται στο άρθρο 3 της απόφασης αυτής ή ένας από τους απαριθμούμενους στα άρθρα 4 και 4α λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 2008, C 388/08 PPU, Leymann και Pustovarov, Συλλογή 2008, σ. I 8983 σκέψη 51, και της 16ης Νοεμβρίου 2010, C 261/09, Mantello, Συλλογή 2010, σ. I 11477, σκέψη 37). Επιπλέον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να εξαρτήσει την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από άλλες προϋποθέσεις πέραν εκείνων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 5 της απόφασης-πλαισίου». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σκέψεις που υιοθετούνται πλήρως και από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, σε σωρεία αποφάσεων του. Παραπέμπω, ενδεικτικά, στα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 221/2013, ημερομηνίας 02/09/2013, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Στόχος λοιπόν της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Γι΄ αυτό και οι στενές χρονικές περίοδοι, διότι η όλη διαδικασία δεν αφορά, ούτε ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, ούτε η διαδικασία προσφέρεται για την εξέταση και θεμελίωση τυχόν ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου. Αυτό αποτελεί κατ΄εξοχήν το έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση της όποιας ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, στη βάση των ισχυόντων στην επικράτεια της, κανόνων δικαίου, ουσιαστικών και δικονομικών. Εύστοχα το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέμνησε στην απόφαση του τα ανωτέρω, διατρέχοντας τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Hadjiametovic ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ. 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ., 519 και της εντελώς πρόσφατης Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 196/2013, ημερ. 19 Ιουλίου 2013. Προεξάρχον στοιχείο όπως απορρέει από τις αποφάσεις, είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών-μελών, δικαστική συνδρομή που περιλαμβάνει και την υπόδειξη δημοσίου κατηγόρου ως αρχής ("judicial authority"), κάτω από το άρθρο 6 της Απόφασης-Πλαίσιο, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον Ευρωπαϊκό χώρο, όπως υπέδειξε η πρόσφατη απόφαση του Supreme Court του Ηνωμένου Βασιλείου στην Assange ν. Swedish Prosecution Attorney
(2012)UKSC 22.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Μέσο πραγματοποίησης, λοιπόν, των πιο πάνω σκοπών της απόφασης-πλαίσιο 2002/584, είναι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο, ως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με αυτήν, σκοπό έχει την παράδοση προσώπου στην χώρα έκδοσης του εντάλματος, για άσκηση ποινικής δίωξης, ή εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας[1].
- Οι προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθορίζονται από το Άρθρο 12 του Νόμου 133(I)/2004[iv], οι διατάξεις του οποίου εξετάζονται παράλληλα, με τις διατάξεις των Άρθρων 13[v], 14[vi] και 15[vii] του ίδιου νόμου, που απαριθμούν τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο, ως η αρμόδια δικαστική αρχή εκτέλεσης του εντάλματος, υποχρεούται, ή έχει διακριτική ευχέρεια, να το εκτελέσει, ή να μην το εκτελέσει, αντίστοιχα.
- Σύμφωνα, λοιπόν, με το Άρθρο 12 του Νόμου 133(I)/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, εκτελείται: (α). όταν η πράξη αναφορικά με την οποία αυτό έχει εκδοθεί, συνιστά αδίκημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και (β). όταν η εν λόγω πράξη, είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους. Για κάθε αδίκημα που αναφέρεται στο Άρθρο 12
(2)του Νόμου 133(I)/2004, η αρχή του διττού αξιόποινου, ως προαναφέρθηκε, δεν τυγχάνει εφαρμογής, όταν σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που υποβάλλει το αίτημα, το αναφερόμενο στο ένταλμα αδίκημα, επισύρει ποινή, στερητική της ελευθερίας, κατά ανώτατο όριο πέραν των τριών ετών. Και (γ). Ανάλογα της περίπτωσης. Αν δηλαδή πρόκειται για περίπτωση έκτισης ήδη επιβληθείσας ποινής μετά από καταδίκη (και όχι δηλαδή προς τον σκοπό ποινικής δίωξης του). Ο εκζητούμενος, έχει καταδικαστεί από δικαστήριο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικά της ελευθερίας, τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη.
- Τέλος, τόσο ο τύπος, όσο και το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, επίσης προσδιορίζονται στο σχετικό Νόμο 133(I)/
- Δέστε σχετικά το Άρθρο 4 του Νόμου 133(I)/2004, καθώς και το Παράρτημα Α του ιδίου. [Γ]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΓΕΡΘΕΝΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
- Εξέταση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αποκαλύπτει τα ακόλουθα:
- Ο τύπος του εντάλματος, συνάδει, στο βαθμό που απαιτείται, με τον τύπο του Παραρτήματος Α του Νόμου 133(I)/2004 (Βλ. Re John Constantinides ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 347/2014, απόφαση ημερομηνίας 05/03/2015 και Re Shini-Mehrabzadeh Said, Πολιτική Εφεση Αρ. 279/2015, απόφαση ημερομηνίας 17/11/2015). Περαιτέρω, διαπιστώνεται, ότι, σε ότι αφορά το περιεχόμενο του, το ένταλμα ικανοποιεί τις πρόνοιες του Άρθρου 4[viii] του Νόμου 133(I)/2004, αφού παρέχει τα αναγκαία, δυνάμει αυτού, στοιχεία.
- Το ένταλμα, έχει εκδοθεί από την αρμόδια δικαστική αρχή της Αγγλίας, δηλαδή από το Πλημμελειοδικείο του Leeds (Leeds Magistrates' Court). Δέστε σχετικά την παράγραφο («i»), του εντάλματος, κάτω από τον τίτλο «Δικαστική Αρχή Που Εξέδωσε Το Ένταλμα (The Judicial Authority which issued the warrant)». Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι, ο εκζητούμενος, δεν έχει αμφισβητήσει, ότι, αυτό, αποτελεί ένα γεγονός[ix].
- Το αίτημα του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εδράζεται σε ένα από τους δυο λόγους που εξυπηρετεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, δηλαδή, «την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας». Σχετική είναι η παράγραφος («b») του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που τιτλοφορείται «Απόφαση Επί Της Οποίας Βασίζεται Το Ένταλμα (Decision on which the warrant is based». Όπως εκεί καταγράφεται, ο λόγος για τον οποίο οι Αγγλικές αρχές ζητούν την παράδοση του εκζητούμενου, είναι η, από 20/03/1997, καταδικαστική απόφαση του Nottingham Crown Court Αγγλίας, την οποία μάλιστα η συντάκτης του εντάλματος, τοποθέτησε κάτω από την κατηγορία «Εκτελεστή Απόφαση(εις) (Enforceable Judgement(s)».
- Η αξιόποινη πράξη που καταλογίζεται στον εκζητούμενο, καταγράφεται στις παραγράφους («b») και («e») του εντάλματος και αφορά το αδίκημα του φόνου (murder).
- Σύμφωνα δε με την παράγραφο («c») του εντάλματος, η ποινή που προβλέπεται και επιβάλλεται να επιβληθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο κρίνεται ότι έχει διαπράξει το εν λόγω αδίκημα του φόνου, είναι υποχρεωτική δια βίου φυλάκισης («mandatory sentence for imprisonment for life»). Στον εκζητούμενο, ως εκεί περαιτέρω καταγράφεται, επιβλήθηκε ποινή δια βίου φυλάκισης, ελάχιστης διάρκειας 14 ετών («imprisonment for life with a tariff (that is a minimum term) of 14 years ...»).
- Σε ότι αφορά την εν λόγω αξιόποινη πράξη, πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι, η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, θεωρεί ότι, αυτή, κατατάσσεται στις καθορισμένες από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες χωρεί εκτέλεση του εντάλματος χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, δεν πρέπει, ούτε και δύναται, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 4
(1)του Νόμου 133(I)/2004, να εξετάσει κατά πόσο, στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά πράξη αξιόποινη και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους. Διαπίστωση, που, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί, γίνεται.
- Διαπιστώνεται, περαιτέρω, ότι, στο ένταλμα, δίδεται η απαιτούμενη περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης της πράξης που οδήγησε στην καταδίκη του εκζητουμένου για το αδίκημα του φόνου, ως προαναφέρθηκε, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου σε αυτό. Βλ. σχετικά τα αναφερόμενα της παραγράφου («e») του εντάλματος.
- Οι προαναφερόμενες διαπιστώσεις μου, με οδηγούν στην κατάληξη, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι σύμφωνο με τις πρόνοιες του Άρθρου 12
(1)του Νόμου 133(I)/2004 και μπορεί να εκτελεστεί, ως περιέχον όλα τα αναγκαία στοιχεία (Βλ. Άρθρο 4 του Νόμου 133(I)/2004), η διαπίστωσης των οποίων επιβάλλεται υπό τις περιστάσεις. Παράλληλα, δεν βρίσκω να προκύπτει, οποιοσδήποτε λόγος στην βάση του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να ενεργήσει προς απόρριψη του αιτήματος, δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 13, 14 και 15 του Νόμου 133(I)/
- Συγκεκριμένα, σε ότι αφορά τις πρόνοιες του Άρθρου 13 του Νόμου 133(I)/2004, σημειώνονται τα εξής. Έκδηλα, οι πρόνοιες των εδαφίων (α), (β), (γ), (δ) και (στ) του εν λόγω άρθρου του νόμου δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση. Τώρα, σε ότι αφορά το εδάφιο (ε) του Άρθρου 13 του Νόμου 133(I)/2004, - το οποίο προνοεί, ότι, «
- Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: . (ε) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, είναι ημεδαπός και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, .» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) -, πρέπει να σημειωθεί, ότι, σχετικό αίτημα του εκζητουμένου, έχει απορριφθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο εκζητούμενος, είχε, δια επιστολών των δικηγόρων του (Βλ. Τεκμήρια 3, 4 και 6), αιτηθεί την έκτιση του εναπομείναντος της ποινής του στην Κύπρο, το οποίο και απορρίφθηκε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, μέσω του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Βλ. μαρτυρία κ. Προκόπη Χίντικου και τα σχετικά με αυτήν Τεκμήρια 5 και 7). Ως εκ τούτου, δεν μπορεί στην προκείμενη περίπτωση να γίνεται λόγος, ότι, το Δικαστήριο, υποχρεούται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος, στην βάση αυτής της πρόνοιας του Νόμου 133(I)/
- Σε αυτό το σημείο, και επειδή κατά την ακροαματική διαδικασία υπήρξε σχετική τοποθέτησης από πλευράς εκζητουμένου, ότι, δεν είναι ξεκάθαρο από τις πρόνοιες της νομοθεσίας (Βλ. Άρθρο 13(ε) του Νόμου 133(I)/2004), αν αρμόδιος για να αποφασίσει επί του εν λόγω ζητήματος για την Δημοκρατία, είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης, πρέπει να επιπρόσθετα να αναφερθούν σε σχέση με αυτό τα εξής. Ο ίδιος ο εκζητούμενος, δια των δικηγόρων του, με τις επιστολές του Τεκμήρια 3 και 4, υποβάλλει το αίτημα του προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Μάλιστα, η επιστολή του δικηγόρου του, Τεκμήριο 4, απευθύνεται προσωπικά προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Εντούτοις, όταν έλαβε αρνητική απάντηση από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, προέβαλε τα όσα προέβαλε (ως προαναφέρθηκαν), τα οποία, επενεργούντος του δόγματος της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, καθιστούν την εισήγηση απαράδεκτη. Εν πάση όμως περιπτώσει, το ζήτημα δεν έχει πρώτη φορά εξεταστεί. Στην υπόθεση Re John Constantinides, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, ημερομηνίας 05/03/2015, το Ανώτατο Δικαστήριο, είχε αποδεχθεί απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, όπως, ο, στην εν λόγω υπόθεση, εκζητούμενος, εκτίσει την ποινή που του είχε επιβληθεί από ελληνικό Δικαστήριο στην Κύπρο (παρά την κατάληξη του Εφετείου να επικυρώσει την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης) και αρνήθηκε την εκτέλεση του εντάλματος. Αναφέρονται, στην εν λόγω απόφαση του Εφετείου, τα εξής σχετικά: «Μια εξέλιξη, όμως, η οποία σημειώθηκε κατά την ακρόαση της έφεσης, προφανώς, έχει καταστήσει την εξέταση του τελευταίου πιο πάνω λόγου αχρείαστη. Συγκεκριμένα, στο στάδιο αυτό, τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου τούτου, από τους συνηγόρους του εφεσείοντος, με τη σύμφωνη γνώμη και της συνηγόρου για το Γενικό Εισαγγελέα, επιστολή ημερομηνίας 15.12.2014, την οποία ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, εκπροσωπώντας την Κυπριακή Δημοκρατία, απέστειλε στους συνηγόρους του εφεσείοντος, πληροφορώντας τους ότι η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την εκτέλεση των ποινών που έχουν επιβληθεί στον εφεσείοντα από τα Ελληνικά Δικαστήρια, ως οι πρόνοιες του άρθρου 13(ε) του Νόμου 133(Ι)/
- Με την πιο πάνω επιστολή, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε ως τεκμήριο, απαντάται προηγούμενη επιστολή, ίδιας ημερομηνίας, εκ μέρους του εφεσείοντος, με την οποία ετίθετο το ερώτημα προς τον Υπουργό κατά πόσο η πιο πάνω διευθέτηση θα μπορούσε να γίνει δεκτή. Υπό το φως δε της προαναφερθείσας απάντησης του Υπουργού, οι συνήγοροι του εφεσείοντος, με το πέρας της ακρόασης της έφεσης, επικαλέστηκαν, προς όφελός του, τις πρόνοιες του άρθρου 13(ε), όπου αναφέρονται τα εξής: . Με βάση τα δεδομένα τα οποία το Δικαστήριο τούτο έχει, πλέον, ενώπιόν του, είναι πρόδηλο ότι η περίπτωση του εφεσείοντος πληροί τις προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το πιο πάνω άρθρο. Συγκεκριμένα, αυτός είναι ημεδαπός και η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αναλάβει, μέσω του αρμόδιου Υπουργού, την υποχρέωση να εκτελέσει τις ποινές που του έχουν επιβληθεί από τα Ελληνικά Δικαστήρια, σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους. Επομένως, έστω και αν έχει διαπιστωθεί ότι το ΕΕΣ είναι δικονομικά επαρκώς συμπληρωμένο και το εκδικάσαν Δικαστήριο άσκησε ορθώς τη διακριτική του εξουσία, όπου απαιτείτο, με βάση τα ενώπιόν του στοιχεία, εντούτοις, ως αποτέλεσμα της ικανοποίησης των προϋποθέσεων του άρθρου 13(ε), η εκτέλεσή του δεν είναι, πλέον, εφικτή. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Συνεπώς, αρμόδιο πρόσωπο για την λήψη απόφασης, σχετικής με το προαναφερθέν ζήτημα, είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Δέστε επίσης σχετικά με το προαναφερόμενο ζήτημα, τις διατάξεις του Άρθρου 58 του Συντάγματος και τις σχετικές ερμηνευτικές διατάξεις του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, που είναι επιβεβαιωτικές της προαναφερόμενης κατάληξης μου.
- Στρέφομαι τώρα, σε ότι αφορά τις πρόνοιες του Άρθρου 14 του Νόμου 133(I)/
- Σε σχέση με αυτό, σημειώνονται, σε ότι αφορά την προκείμενη περίπτωση, τα εξής. Έκδηλα, οι πρόνοιες του εδαφίου
(1)[(α), (β), (γ), (δ), (ε) και (στ)] του εν λόγω άρθρου του νόμου, δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση. Τώρα, σε ότι αφορά το εδάφιο του
(1)(ζ) του εν λόγω Άρθρου 14 του Νόμου 133(I)/2004, - το οποίο προνοεί, ότι, «14.-
(1)Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: . (ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) -, πρέπει να σημειωθεί, ότι, τα προαναφερόμενα, που αφορούν την μη εφαρμογή, στην προκείμενη περίπτωση, των προνοιών του Άρθρου 13(ε) του Νόμου 133(I)/2004, ισχύουν και σε σχέση με αυτό. Απλά, σημειώνω, ότι, το αίτημα που ο εκζητούμενος είχε απευθύνει προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, είχε, ως βάση του, τόσο τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 13(ε) του Νόμου 133(I)/2004, όσο και τις πρόνοιες του υπό συζήτηση Άρθρου 14
(1)(ζ) του Νόμου 133(I)/2004 και αυτό απερρίφθη. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί, στην προκείμενη περίπτωση, να γίνεται λόγος, ότι, το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος, στην βάση αυτής της πρόνοιας του Νόμου 133(I)/2004. 23. Τώρα, σε ότι αφορά τις πρόνοιες των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του Άρθρου 14 του Νόμου 133(I)/2004, απλά σημειώνω, ότι, αυτές, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, από την στιγμή που ο εκζητούμενος ήταν παρόν στην δίκη που οδήγησε στην καταδικαστική απόφαση που αναφέρεται στο ένταλμα. Βλ. σχετικά την παράγραφο («d») του εντάλματος. 24. Τέλος, σε ότι αφορά τις πρόνοιες του Άρθρου 15 του Νόμου 133(I)/2004, σημειώνω τα εξής. Το εδάφιο
(2)του Άρθρου 15 του Νόμου 133(I)/2004, δεν τυγχάνει εφαρμογής, επειδή, η, υπό εξέταση περίπτωση, δεν αφορά ένταλμα που έχει εκδοθεί και σκοπεί στην δίωξη του εκζητούμενου. Επειδή, όμως, το ένταλμα, έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, που, ως αναφέρεται στο ένταλμα, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του εδαφίου
(1)του Άρθρου 15 του Νόμου 133(I)/2004. Αυτό, προνοεί, ότι: «15.
(1)Αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή με μέτρο στερητικό της ελευθερίας εφ΄ όρου ζωής, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι στο νομικό σύστημα του κράτους έκδοσης του εντάλματος ισχύουν διατάξεις για την επανεξέταση της επιβληθείσας ποινής - κατ΄ αίτηση ή το αργότερο μετά την πάροδο είκοσι
(20)ετών - ή για την εφαρμογή των μέτρων επιείκειας που προβλέπει υπέρ του προσώπου του δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος και τα οποία αποσκοπούν στην μη εκτέλεση μιας τέτοιας ποινής ή μέτρου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στην προκείμενη περίπτωση, ως έχει προαναφερθεί, στον εκζητούμενο, για το αδίκημα του φόνου, επιβλήθηκε από το Nottingham Crown Court Αγγλίας, κατόπιν καταδίκης του, ποινή δια βίου φυλάκισης, ελάχιστης διάρκειας 14 ετών («imprisonment for life with a tariff (that is a minimum term) of 14 years ...»), η οποία έληξε την 19/01/2010 (Βλ. Τεκμήριο 2Β). Σύμφωνα με τα όσα παρουσιάζει το ένταλμα, το ισχύον αγγλικό δίκαιο, αναφορικά μετά της έκτισης ισόβιας ποινής φυλάκισης, έχει ως εξής (Βλ. σχετικά τα αναφερόμενα της παραγράφου («h»)): «Where a life sentence (whether mandatory or discretionary) is imposed the sentencing judge determines what part of the sentence must be served in prison before the offender may be considered for release on licence. That period is referred to as the minimum term. Every person sentenced on indictment has the right to ask for a review of the minimum term by the Court of Appeal. The offender has to serve the appropriate minimum term that reflects the punitive element of the sentence. Once this punitive term of imprisonment has expired the offender enters into the risk element of the sentence. He may only be detained if he continues to present a risk to the public. An independent Parole Board conducts a review of the prisoner's sentence once the punitive element of the sentence has expired. A judge chairs this panel. An oral hearing can take place to determine whether the prisoner's detention should continue. The Parole Board must decide whether it is necessary for the protection of the public for the prisoner's detention to continue. At this hearing the prisoner has the right to be present, to be legally represented and to call and question witnesses. The Parole Board can direct the release of the prisoner. If it decides that the prisoner should not be released then a further hearing will take place within 2 years to review the prisoner's detention and at regular intervals thereafter. All life sentence prisoners are released under a licence that remains in force for the rest of their lives. The life sentence can be revoked at any time if necessary on public protection grounds. In every case, including cases where a whole life term or a minimum term exceeding twenty years has been imposed, the prisoner may apply for exceptional or compassionate release under section 30 of the Crime (Sentence) Act 1997 and/or for release under the powers of the Royal Prerogative of Mercy».
- Στην προκείμενη περίπτωση, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 2Β, ο εκζητούμενος, είχε, με την λήξη της ελάχιστης διάρκειας που καθορίστηκε στην δια βίου ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε, εξεταστεί από Συμβούλιο Αποφυλάκισης στην Αγγλία, το οποίο αποφάσισε την αποφυλάκιση του με άδεια / όρους. Βλ., σχετικά, το Τεκμήριο 2Β. Οι όροι, που επιπρόσθετα, ετέθησαν σε ότι αφορά την περίπτωση του εκζητούμενου, αναφέρονται στην παράγραφο 8 της σχετικής απόφασης του Συμβουλίου Αποφυλάκισης και δεν είναι αναγκαίο να τους επαναλάβω εδώ. Αυτό που έχει σημασία, είναι, ότι, αυτοί οι όροι, παραβιάστηκαν από τον εκζητούμενο, γεγονός που οδήγησε στην ανάκληση της άδειας του και την ανάκληση του στην φυλακή («licence revocation and recall to custody»). Βλ., σχετικά, το Τεκμήριο 1, - ήτοι την απόφαση ανάκλησης -, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο («e») του εντάλματος (τις δύο τελευταίες παραγράφους). Ως αναφέρεται και στην απόφαση ανάκλησης της άδειας του εκζητούμενου και της ανάκλησης του στην φυλακή, ημερομηνίας 17/02/2015, (Βλ. Τεκμήριο 1), παρά το γεγονός της ανάκλησης, ο εκζητούμενος διατηρεί το δικαίωμα παράστασης προς το Συμβούλιο Αποφυλάκισης, αναφορικά με το ζήτημα της καταλληλότητας της περίπτωσης του, ώστε, εκ νέου, να αποφυλακιστεί. Μάλιστα, πιο συγκεκριμένα, ως παρουσιάζει το Τεκμήριο 2Α, οι αγγλικές αρχές, έχουν επιβεβαιώσει στο παρόν Δικαστήριο, μέσω της Κεντρικής Αρχής, ότι αυτό θα γίνει ακολούθως της επιστροφής του εκζητουμένου στην φυλακή. Αναφέρεται, συγκεκριμένα, το εξής: «I can confirm that following Mr Antoniou's return to custody, he will be given the opportunity to make representations in respect of the recall to the Parole Board and to request that these be considered at an oral hearing. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Ικανοποιούμε, συνεπώς, ότι, οι πρόνοιες της αγγλικής νομοθεσίας, παρέχουν τις απαραίτητες διασφαλίσεις επανεξέτασης της επιβληθείσας ποινής στον εκζητούμενο, και συνεπώς, δεν υπάρχει κώλυμα εκτέλεσης του εντάλματος, δεδομένων των προνοιών του Άρθρου 15
(1)του Νόμου 133(I)/
- Ως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, ο ρόλος του Δικαστηρίου, σε ότι αφορά την διαδικασία έκδοσης και παράδοσης εκζητούμενων προσώπων μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει του Νόμου 133(I)/2004, είναι πολύ συγκεκριμένος. Καλείται ουσιαστικά να διαπιστώσει, συγκεκριμένα ζητήματα που ο εν λόγω νόμος προϋποθέτει ότι πρέπει να πληρούνται, ώστε να δύναται να εκτελεστεί το ένταλμα. Σε κάποιες περιπτώσεις, το ένταλμα επιβάλλεται να εκτελεστεί, ενώ υπό συγκριμένες περιστάσεις, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια ως προς το κατά πόσο θα αρνηθεί την εκτέλεση του. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο το ένταλμα πρέπει να μην εκτελεστεί, ή που θα μπορούσε να μην εκτελεστεί. Τουναντίον, διαπιστώνω ότι πρόκειται για περίπτωση όπου το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί την εκτέλεση του (Βλ. Re Shini-Mehrabzadeh Said, Πολιτική Εφεση Αρ. 279/2015, απόφαση ημερομηνίας 17/11/2015). Ειδικότερα, με αναφορά στις πρόνοιες των Άρθρων 13(ε) και 14
(1)(ζ) του Νόμου 133(I)/2004, προϋπόθεση αποτελεί, η Κυπριακή Δημοκρατία, να έχει αναλάβει σχετική υποχρέωση, πριν το Δικαστήριο αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος (στην περίπτωση του Άρθρου13(ε) του Νόμου 133(I)/2004), ή εξετάσει κατά πόσο θα ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια κατά πόσο θα αρνηθεί την εκτέλεση του (στην περίπτωση του Άρθρου 14
(1)(ζ) του Νόμου 133(I)/2004). Ας σημειωθεί, εδώ, - γιατί αναφορά έγινε από πλευράς εκζητουμένου κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας -, ότι, το Δικαστήριο, ως αρμόδια αρχή εκτέλεσης του εντάλματος, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 11 του Νόμου 133(I)/2004, δεν μπορεί να εξομοιωθεί ή ταυτιστεί με την Κυπριακή Δημοκρατία και να αναλάβει το ίδιο, κατά την εξέταση του αιτήματος, τις υποχρεώσεις και δεσμεύσεις που τίθενται ως προϋπόθεση στα Άρθρα 13(ε) και 14
(1)(ζ) του Νόμου 133(I)/2004 ως έχει προαναφερθεί. Έχοντας υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου, αυτό, κατά την άποψη μου είναι ξεκάθαρο. Βλ., σχετικά, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Southfields industries Ltd v Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59 (Ολομέλειας), ΣΚΕΚ κ. α. ν Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών κ. α.
(2004)4 Α.Α.Δ. 936 και Ανδρέας Νικολάου ν Βάσος Βασιλείου
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1566 σε ότι αφορά τις αρχές ερμηνείας νομοθετημάτων. [Δ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εγκρίνεται η εκτέλεση του εντάλματος.
- Διατάσσεται όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 29
(1)του Νόμου 133(I)/2004, το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα. Ο εκζητούμενος στο μεταξύ να παραμείνει υπό κράτηση.
- Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής να κοινοποιήσει την παρούσα απόφαση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 3 του Νόμου 133(I)/
- [i] Δέστε επ' αυτού και την υπόθεση Κυριάκου Χαραλάμπους Πηγασίου ν Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφεση 120/09, ημερομηνίας 12/05/
- [ii] ΕΕ L 190, σελ.
- [iii] ΕΕ L 81, σελ.
- [iv] Το εν λόγω Άρθρο 12 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 13 έως 15 του παρόντος Νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον: (α) Η πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού. Στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκλημα περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος η διαπίστωση ότι το Κυπριακό κράτος δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος με εκείνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. (β) Τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικά της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων
(4)μηνών για αξιόποινη πράξη.
(2)Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον τριών
(3)ετών: .». [v] Το εν λόγω Άρθρο 13 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης, (β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, (δ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, ή του γενετήσιου προσανατολισμού του, (ε) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, είναι ημεδαπός και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, (στ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός, εκτός εάν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτή την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.». [vi] Το εν λόγω Άρθρο 14 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «
(1)Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, (β) αν οι Κυπριακές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη, (γ) αν έχει επέλθει παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της ποινής σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των Κυπριακών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς νόμους, (δ) αν ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, (ε) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (i) θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (ii) τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, (ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους.
(2)Επιπροσθέτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, σε περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης, ο εκζητούμενος- (α) εν ευθέτω χρόνω- (
- i)είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, είτε είχε δι' άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης· και (ii)είχε ενημερωθεί ότι δύναται να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν εμφανισθεί στη δίκη· ή (β) τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε ίδιος είτε το κράτος, να τον ή την εκπροσωπήσει στη δίκη και όντως εκπροσωπήθηκε στη δίκη από τον εν λόγω δικηγόρο· ή (γ) αφού του επεδόθη η απόφαση και ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικό μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η δίκη δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης- (
- i)έχει δηλώσει ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση· ή (
- ii)δεν έχει ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο εντός της ταχθείσας προθεσμίας· ή (δ) δεν έλαβε προσωπικά επίδοση της απόφασης αλλά- (
- i)η απόφαση θα του επιδοθεί προσωπικά και αμελλητί μετά την παράδοσή του και θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η διαδικασία αυτή δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης· και (
- ii)θα ενημερωθεί σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας δικαιούται να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, ως προβλέπεται στο σχετικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
(3)Σε περίπτωση που το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας υπό τους όρους της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)ανωτέρω και ο εκζητούμενος δεν έχει λάβει προηγουμένως επίσημη ενημέρωση για την ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας εναντίον του, ο εκζητούμενος έχει το δικαίωμα, κατά την ενημέρωσή του για το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και προτού παραδοθεί στις αρμόδιες αρχές εκτέλεσης, να ζητήσει να λάβει αντίγραφο της απόφασης. Μόλις η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος ενημερωθεί για το ως άνω αίτημα του εκζητουμένου, παρέχει ευθύς στον εκζητούμενο, μέσω της δικαστικής αρχής εκτέλεσης του εντάλματος, αντίγραφο της απόφασης: Νοείται ότι σε καμία περίπτωση το αίτημα του εκζητουμένου για λήψη αντιγράφου απόφασης δεν καθυστερεί τη διαδικασία παράδοσής του ή την απόφαση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: Νοείται, περαιτέρω, ότι η διαβίβαση της απόφασης στον εκζητούμενο γίνεται αποκλειστικά για ενημερωτικούς σκοπούς και δεν κινεί τις όποιες προθεσμίες ενδέχεται να ισχύουν για αίτηση επανεκδίκασης της υπόθεσης ή άσκησης έφεσης.
(4)Σε περίπτωση που ο εκζητούμενος παραδίδεται υπό τους όρους της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)ανωτέρω και έχει ζητήσει επανεκδίκαση της υπόθεσης ή άσκηση έφεσης, μέχρι την ολοκλήρωση της επανεκδίκασης ή της έφεσης η κράτηση του εκζητουμένου επανεξετάζεται, ανά τακτά διαστήματα ή κατόπιν αίτησης του εκζητουμένου, στη βάση του δικαίου του κράτους έκδοσης. Η επανεξέταση παρέχει ειδικότερα τη δυνατότητα αναστολής ή διακοπής της κράτησης. Η επανεκδίκαση της υπόθεσης ή η άσκηση της έφεσης αρχίζει εν ευθέτω χρόνω μετά την παράδοση». [vii] Το εν λόγω Άρθρο 15 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «
(1)Αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή με μέτρο στερητικό της ελευθερίας εφ΄ όρου ζωής, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι στο νομικό σύστημα του κράτους έκδοσης του εντάλματος ισχύουν διατάξεις για την επανεξέταση της επιβληθείσας ποινής - κατ΄ αίτηση ή το αργότερο μετά την πάροδο είκοσι
(20)ετών - ή για την εφαρμογή των μέτρων επιείκειας που προβλέπει υπέρ του προσώπου του δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος και τα οποία αποσκοπούν στην μη εκτέλεση μιας τέτοιας ποινής ή μέτρου.
(2)Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, κατοικεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος». [viii] Το εν λόγω Άρθρο 15 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «4.
(1)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: (α) Ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου όπου είναι γνωστή· (β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος· (γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής· (δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης·. (ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη· (στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και (ζ) στο μέτρο του δυνατού, τις οποιεσδήποτε λοιπές συνέπειες, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε παρεπόμενης ποινής της αξιόποινης πράξης.
(2)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αφορά περισσότερες από μια αξιόποινες πράξεις.
(3)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης του εντάλματος. Όταν υποβάλλεται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στις κυπριακές αρχές θα πρέπει να είναι διατυπωμένο σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας ή στην αγγλική γλώσσα.
(4)Η δικαστική αρχή έκδοσης υποχρεούται να συμπληρώνει το συνημμένο έντυπο, Παράρτημα Α, το οποίο παρέχει τα πιο πάνω στοιχεία». [ix] Ως άλλωστε έχει αναφερθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Hadwen James ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση Αρ. 184/2014, ημερομηνίας 17/07/2014[ix], από την στιγμή που η διαδικασία παράδοσης εκζητούμενων προσώπων, βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ως θεσπίστηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ κρατών μελών της ευρωπαϊκής ένωσης, είναι πλέον μια διαδικασία που διεξάγεται εξολοκλήρου μεταξύ δικαστικών αρχών, η νομιμότητα ή και η κανονικότητα της έκδοσης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, τεκμαίρεται. Τεκμήριο το οποίο, σημειώνεται, πολύ δύσκολα και για πολύ πειστικούς λόγους μπορεί να ανατραπεί. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο