ΘΕΟΤΟΥ ΑΛΛΩΣ ΤΟΥΛΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΡΤΕΛΛΑΣ κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1544/2015, 29/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A148 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1544/2015 Μεταξύ: ΘΕΟΤΟΥ ΑΛΛΩΣ ΤΟΥΛΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Ενάγουσας - και -
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΡΤΕΛΛΑΣ
- A & PH. SELF DRIVE CARS LTD Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΧΕΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29/10/2015 Μεταξύ: ΘΕΟΤΟΥ ΑΛΛΩΣ ΤΟΥΛΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Ενάγουσας - και -
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΡΤΕΛΛΑΣ
- A & PH. SELF DRIVE CARS LTD
- ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 29/07/2016 Κλήση για οδηγίες ημερομηνίας 26/02/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κα. Α. Ε. Σαρρή για την Κ. Π. Ερωτοκρίτου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τους Εναγομένους 2 και 3: κα Κουρουζίδου για την Χάρης Κυριακίδης Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ολοκλήρωση της δικογραφίας.
- Σύμφωνα με την Δ.21, κ. 14 των Θ. Π. Δ.: «14.
(1)Where the plaintiff desires to deliver a reply, he shall file and deliver it within seven days from the delivery of the defence.
(2)No subsequent pleading shall be delivered, unless ordered by the Court or a Judge. Where a subsequent pleading is ordered it shall be filed and delivered together with an office copy of the order within the time specified in the order giving leave to deliver the same.». 2. Η επίδρασης των προνοιών του προαναφερόμενου κανονισμού στην διαδικασία, είναι, ότι, η δικογραφία, θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί / κλείσει, είτε (α) εντός επτά ημερών από την καταχώριση του δικογράφου της υπεράσπισης ή της απάντησης (βλ. Annual Practise 1958, Τόμος 1, σελ. 465, εάν υπάρχει), ή (β) εάν δικόγραφο μεταγενέστερο της απάντησης διαταχθεί από το Δικαστήριο να καταχωρηθεί και παραδοθεί και δεν υπάρξει συμμόρφωσης εντός της ταχθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας, μετά την λήξη της περιόδου αυτής. 3. Βλ. επίσης στο Annual Practise 1958, Τόμος 1, στις σελίδες 613 και 614 και στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practise, 16η έκδοση, στην σελίδα 70. Στο τελευταίο αναφέρονται τα εξής σε ότι αφορά την περίπτωση όπου ο εναγόμενος υποβάλλει ανταπαίτηση, αποκαλυπτικά του πότε θεσμικά σε μια τέτοια περίπτωση ολοκληρώνεται η δικογραφία: «Where a pleading subsequent to a Reply is not ordered, then, at the expiration of seven days from the delivery of the defence or Reply (if any), the pleadings are deemed to be closed and material statements of fact in the pleading last delivered are deemed to have been denied and put in issue. This, however, does not apply to a Reply to a counterclaim; unless the plaintiff delivers this, the statements of fact contained in the counterclaim are, after fourteen days from its delivery, deemed to be admitted. The plaintiff can only remedy such a lapse by subsequently getting Ieave to deIiver a Reply, thus probably incurring a penalty by way of costs. (Order XXVΠ, r. 13.)». Η κλήση για οδηγίες και ο σκοπός της διαχρονικά. 4. Μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας, ως έχει προαναφερθεί, σύμφωνα με την διαδικασία που ίσχυε (και εξακολουθεί να τυγχάνει εφαρμογής για συγκεκριμένες υποθέσεις), πριν την σχετικά πρόσφατη τροποποίηση της σχετικής Δ.30 των Θ. Π. Δ. (για πρώτη φορά) την 26/09/2014 (αναφορά στις τροποποιήσεις της γίνεται στην συνέχεια), και εντός περιόδου δέκα ημερών, γεννάτο η υποχρέωση του ενάγοντα να εκδώσει κλήση για οδηγίες («to take out a summons for directions»), τεθείσα / επιστρεπτέα («returnable») ενώπιον του Δικαστηρίου προς εξέταση εντός περιόδου που δεν εδύνατο να ήταν ολιγότερη των τεσσάρων ημερών. Αποτυχία του ενάγοντος να το πράξει, έδιδε την ευχέρεια στον εναγόμενο (ή σε οποιοσδήποτε από τους εναγομένους, εάν ήταν περισσότεροι του ενός), να το πράξει, ή διαζευκτικά, να αιτηθεί από το Δικαστήριο την απόρριψη της Αγωγής, επί τίνος ο Δικαστής μπορούσε, είτε να απορρίψει την Αγωγή, είτε να διαχειριστεί την σχετική αίτηση ως αν να ήταν κλήση για οδηγίες (βλ. κ. 7 της Δ.30 των Θ. Π. Δ.). 5. Οι πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ. εφαρμόζονταν σε όλες τις Αγωγές που άρχιζαν με κλητήριο ένταλμα («writ of summons»), εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων. 6. Η κλήση για οδηγίες, αποσκοπούσε στο να δώσει την ευκαιρία στο Δικαστήριο να εξετάσει την προετοιμασία των διαδίκων για την εκδίκαση της υπόθεσης, ούτως ώστε: (
- i)όλα τα ζητήματα τα οποία θα έπρεπε ή θα μπορούσαν να εξεταστούν ενδιάμεσα πριν από την δίκη και εξακολουθούσαν να παραμένουν ανεπίλυτα, να εξετάζονταν κατά την διάρκεια μίας και μόνον συνεδρίασης του Δικαστηρίου, και όπως (
- ii)κατά την διάρκεια της ίδιας αυτής συνεδρίασης του Δικαστηρίου, να εδίδοντο τέτοιες οδηγίες προς τον καθορισμό της πορείας της διαδικασίας μεταγενέστερα, για σκοπούς του όσο το δυνατό καλύτερου προγραμματισμού της δίκης, προς εξασφάλιση της δικαιότερης, ταχύτερης και οικονομικότερης διεκπεραίωσης της. 7. Χαρακτηριστικά, εν προκειμένω, είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από το Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 661, και Annual Practice του 1966, Τόμος 1, σελ. 540, αντίστοιχα, στα οποία καταγράφονται οι από το 1954 και 1964, αντίστοιχα, τροποποιήσεις της αντίστοιχης της Δ.30 των Θ. Π. Δ., O. 30 [[i]] και μεταγενέστερα O. 25 των αγγλικών Civil Procedure Rules, ένεκα των σχετικών εισηγήσεων της έκθεσης Evershed που είχε προηγηθεί. Σκοπός, που, ως διαφαίνεται και από τα όσα εν συνεχεία αναφέρονται στην απόφαση μου αναφορικά με το ενδιάμεσο αυτό στάδιο της διαδικασίας, παρά τις όποιες διαφορετικές τροποποιήσεις της σχετικής Δ.30 των Θ. Π. Δ., εξακολουθεί, κατά πολύ, να είναι ο ίδιος. 8. Εν προκειμένω, στο Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 661, αναφέρονται τα εξής: «General Note on the Order.—The Order is entirely new and has been made as a result of the recommendations of the Evershed Report. The principal intention of those recommendations was that there should be a thorough stocktaking relating to the issues in an action and the manner in which the evidence should be presented at a trial with a view to shortening the length of the trial and saving costs generally. It was recommended that this stocktaking should take place except in certain forms of action, at a late stage of the proceedings after completion of discovery and inspection of documents. The Order as made has gone further than the recommendations by strengthening the summons and providing that the summons for directions shall be issued at an early stage of the proceedings. The purpose of this is that all interlocutory applications, so far as possible, shall be dealt with on that summons, and so the costs incurred by more than one application will be saved. It has the further advantage that considerable costs may be saved in many actions by the order for directions limiting the scope of the discovery, and in some cases directing that there shall be no discovery of documents at all. Upon the first hearing of the summons one of the matters to be considered is the question of what, if any, discovery and inspection of documents is necessary in the action. If no general or substantial discovery of documents is necessary all the matters arising on the summons can probably be decided and full directions for the trial given. If, however, substantial discovery of documents is ordered, an order will be drawn up relating to that and as many other matters as it is reasonable in the circumstances to include, and the summons will then be directed to stand adjourned until after completion of discovery and inspection of documents. In these latter cases the final stocktaking will be dealt with at the stage intended by the recommendations of the Eversbed Report.». 9. Στο δε Annual Practice του 1966, Τόμος 1, σελ. 540 καταγράφονται σχετικά τα εξής: «This order replaces the former O. 30 which was itself entirely new when made in 1954 ... as a result of the recommendations of the Evershed Report. The principal intention of those recommendations was that there should be a thorough stocktaking relating to the issues in an action and the manner in which the evidence should be presented at a trial with a view to shortening the length of the trial and saving costs generally. It was recommended that this stocktaking should take place except in certain forms of action, at a late stage of the proceedings after completion of discovery and inspection of documents. The former O. 30 did not follow this recommendation, for it had provided that the summons for directions was to be issued after the close o pleadings but before discovery had taken place. This new O. 25, however, indirectly embody the recomendation that the summons for directions shoyld be issued after discovery, for it provides for the issue of the summons one month after the close of pleadings or 14 days after any extended time for discovery. The result is that by the time of this first hearing of the summons, the parties should normally have completed their discovery, and this should enable the parties to fulfil their duties under r. 6, infa, to assist the Court to make a really thorough stocktaking of the action, and to enable the Court to exercise its robust power, particularly under rr. 3 and 4, infa. It should also enable the parties to reduce the number and scope of interlocutory applications, such as those for further and better particulars, for interrogatories, and further discovery. In this way, the new O. 25 has considerably strengthened the summons for directions and it should have the advantage of disposing of actions with grater expedition and a considerable saving of costs.». 10. Ο σκοπός και το πνεύμα της Δ.30 των Θ. Π. Δ. εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Fredie Eleftheriades a.o. v Christos Mavrellis a. o.
(1985)1 Α.Α.Δ. 436, στην οποία είχε εγερθεί ζήτημα κατά πόσο διατάγματα που είχε εκδώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ρυθμιστικά της διαδικασίας στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών, λανθασμένα εκδόθηκαν και ότι η σχετική δράση του Δικαστηρίου, εξέπιπτε του διαιτητικού του ρόλου. Στην ομόφωνη απόφαση του Εφετείου, που δόθηκε από τον έντιμο Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Γ. Μ. Πική να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων και τα εξής: «I find the suggestion that the Court descended into the, arena of litigation by indicating that defence to counterclaim may properly be amended to include allegations of forgery is wholly misconceived. It is based on an erroneous view of the role of the Court at the preliminary stage of issuing directions for the definition and elucidation of the issues in dispute. At that stage the Court is not adjudicating on the merits of the case, it is concerned to pave the way for the trial by ensuring that the issues are properly elicited so that the Court may ultimately resolve the dispute of the parties in the proper context. The powers vested in the Court under Ord. 30 are purposely wide to afford the Court freedom to achieve the above ends. The order is largely fashioned on the corresponding provisions of Ord. 30 of the old English Rules of the Supreme Court. As explained in the White Book the provisions of. Ord. 30 are designed to make possible at the stage of summons for directions the resolution of as many interlocutory matters as it is feasible, an objective within the contemplation of the Evershed Committee that recommended, its, introduction. ....................................................................................................................................................... The role of a Judge under The adversarial system of the common Law is that of an impartial arbiter; in the discharge of his adjudicative duties, he must distance himself from the arena of litigation. This role is in no way cornpromised by ensuring that the dispute is properly defined before the Court. In matters of procedure and practice, the Court has wide discretion in exercise of its powers to regulate proceedings before it. It is perfectly legitimate for the Court, both under the rules and in exercise of inherent powers, to regulate proceedings before it, for the Court to issue all necessary directions in order to make possible adjudication upon the substance of the case. The trial should centre on the substantive dispute of the parties, if justice is to be done. Procedural irregularities should, so far as possible, be remedied before the trial so that adjudication on the merits is not deflected by procedural side issues. Ord. 30 specifically aims to institutionalize the exercise of this jurisdiction of the Court; r. 2(g) in particular confers power to make any order with respect to the proceedings that seems necessary or desirable with a view to saving time and expense. Consequently, we dismiss the submission that the trial Judge transgressed the limits of his discretion by indicating readiness to allow an amendment of the defence to counterclaim, by inclusion of, allegations of forgery. As earlier explained, it is desirable at the summons for directions stage to, deal with as many interlocutory matters as possible, preparing thereby the ground for the speedy progress of the action to trial. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 11. Το ιδιόμορφο της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών, που άπτεται, ως έχει προαναφερθεί, του σκοπού που αυτή δικονομικά εξυπηρετεί, επαναλήφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ευδόκιος Σάββα ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ. (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146, στην οποία μάλιστα ξεκαθαρίστηκε, ότι, ένεκα ακριβώς του λόγου ότι η κλήση για οδηγίες συνιστά ειδικό δικονομικό μέτρο το περιεχόμενο του οποίου διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ. αυτή εξαιρείται από την Δ.48 κ. 2 των Θ. Π. Δ. [[ii]].
- Με τους περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 και περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26/09/2014, 06/02/2015 και13/05/2015 αντίστοιχα, η προαναφερόμενη Δ.30 των Θ. Π. Δ., κατ' ενάσκηση των εξουσιών που παρέχονται στο Ανώτατο Δικαστήριο από το Άρθρο 163 του Συντάγματος και το Άρθρο 17 των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 1991, «ανασχεδιάστηκε» από το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι τροποποιήσεις της, στοχεύουν, ως διαφαίνεται και από την γενικής εφαρμογής πρόνοια του κ. 9 της τροποποιηθείσας Δ.30 των Θ. Π. Δ., στο να καταστήσουν πιο δίκαιη, ταχύτερη και ανέξοδη την διαδικασία εκδίκασης μίας υπόθεσης. Κατά πρώτον, με το να περιορίσουν τον αριθμό των ενδιάμεσων αιτήσεων, ή, εν πάση περιπτώσει, με το να επιβάλουν την υποβολή τους σε ένα σχετικά ώριμο, και από αυτή την άποψη, κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, δια της παροχής μίας διαδικασίας ανασκόπησης πριν η αγωγή οδηγηθεί στην ακρόαση της, μέσα από την οποία το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια, πέραν από την εξέταση των όποιων αιτημάτων των διαδίκων, ακριβώς προς επίτευξη του προαναφερόμενου σκοπού, αυτεπάγγελτα, να εκδώσει και όποια άλλα διατάγματα ρυθμιστικά της διαδικασίας κρίνει απαραίτητα. Και κατά δεύτερον, με το να παράσχουν στο Δικαστήριο τον ρόλο διαχείρισης της υπόθεσης ως προς τον τρόπο εκδίκασης της (ειδικότερα ως προς τον τόπο παρουσίασης της μαρτυρίας). Αυτός ήταν διαχρονικά και εξακολουθεί να είναι ο σκοπός της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών από το Δικαστήριο δυνάμει της Δ.30 των Θ. Π. Δ. και μέσα από το πνεύμα αυτού του σκοπού πρέπει να αντικρίζεται και η εφαρμογή του, τόσο από το Δικαστήριο που έχει το καθήκον εφαρμογής της, όσο και από τους διαδίκους που έχουν υποχρέωση υποβοήθησης του στην εξάσκηση των εξουσιών του κατά την εφαρμογή της.
- Μέσα από το πνεύμα, προχωρώ στην εξέταση των διαφόρων ζητημάτων που έχουν στην προκείμενη περίπτωση προκύψει στην διαδικασία, ένεκα της τροποποίησης, ως έχει προαναφερθεί, Δ.30 των Θ. Π. Δ. Η εφαρμογή της τροποποιηθείσας Δ.30 των Θ. Π. Δ. και δη της διαδικασίας ταχείας εκδίκασης ένεκα του καθορισμού συγκεκριμένου ποσού ως απαίτησης στο αιτητικό της έκθεσης απαίτησης δεδομένου του καθορισμού διαφορετικής κλίμακας απαίτησης στην αγωγή.
- Σύμφωνα με την επιφύλαξη του κ. 10 της Δ.30 των Θ. Π. Δ.: «Οι διατάξεις των Δ.25 και Δ.30 εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρούνται από 1.1.
- Οι διατάξεις των Δ.25 και Δ.30 εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν από 1.1.2015, αναστέλλεται όμως η εφαρμογή τους αναφορικά και μόνο με αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 μέχρι 31.12.
- Από 1.1.2016 οι Διατάξεις των Δ.25 και Δ.30 θα τυγχάνουν, ασχέτως κλίμακας, καθολικής εφαρμογής. Νοείται ότι για αγωγές που καταχωρήθηκαν μέχρι και 31.12.2014 και αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 που καταχωρήθηκαν και θα καταχωρηθούν εντός της περιόδου της πιο πάνω αναστολής, ήτοι μέχρι 31.12.2015, οι πρόνοιες των υφιστάμενων πριν την έναρξη ισχύος των νέων Διαταγών 25 και 30, θα εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι την αποπεράτωσή τους.».
- Στην προκείμενη περίπτωση, η Αγωγή καταχωρήθηκε την 11/08/
- Συνεπώς, τυγχάνει εφαρμογής η νέα Δ.30 των Θ. Π. Δ. Αναστέλλεται όμως η εφαρμογή των προνοιών της, επειδή πρόκειται για απαίτηση που έχει ενταχθεί από πλευράς Ενάγουσας σε κλίμακα πέραν των €10.000 (ήτοι στην κλίμακα €10.000 - €50.000). Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, η διαδικασία της έκδοσης Οδηγιών από το Δικαστήριο διέπεται από τις διατάξεις της «παλαιάς» Δ.30 των Θ. Π. Δ.
- Δεδομένων όμως των προνοιών της «νέας» Δ.30 των Θ. Π. Δ., του ότι η απαίτηση της Ενάγουσας, «χρηματικά», δεν υπερβαίνει τις €3.000 ή τις €10.000 (υποβάλλεται, πέραν της απαίτησης για γενικές αποζημιώσεις, τις οποίες δεν προσδιορίζει χρηματικά, απαίτηση για ειδική αποζημίωση ύψους €581) και της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου (στην οποία αναφέρομαι εκτενέστερα στην συνέχεια) ως προς το ότι η κλίμακα της αγωγής δεν αποτελεί μέρος ενός δικογράφου, αλλά συνέπεια της, έθεσα τον προβληματισμό μου στους συνηγόρους των διαδίκων κατά πόσο, με αυτά τα δεδομένα, θα έπρεπε να τυγχάνει εφαρμογής η «νέα» Δ.30 των Θ. Π. Δ. Καθώς επίσης, τους έθεσα και τον προβληματισμό μου, κατά πόσο τα δικόγραφα στην υπόθεση αυτή έχουν στην προκείμενη περίπτωση ολοκληρωθεί κατά την έννοια είτε της «νέας» είτε της «παλαιάς» Δ.30 των Θ. Π. Δ. ώστε σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση των οδηγιών του στην βάση της σχετικής κλήσης της Ενάγουσας.
- Σύμφωνα με τον κ. 5 της Δ.30 των Θ. Π. Δ.: «5.
(1)Το Δικαστήριο για αγωγές το αντικείμενο των οποίων είναι μέχρι €3.000 ως στον Θεσμό 7 κατωτέρω αναφέρεται, εκδίδει οδηγίες ως προς την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας μεταξύ των διαδίκων λαμβάνοντας υπόψη: (α) τη δήλωση του διαδίκου ή του δικηγόρου αυτού ως προς τον αριθμό των μαρτύρων που προτίθεται να καλέσει προς υποστήριξη της υπόθεσης του. (β) το χρόνο ετοιμασίας της μαρτυρίας από κάθε διάδικο.
(2)Τηρουμένων ειδικών οδηγιών που το Δικαστήριο ήθελε εκδώσει λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της διαφοράς, περιλαμβανομένου και του βάρους απόδειξης, ο ενάγων καταχωρεί πρώτος τη μαρτυρία του μέσα στο χρόνο που θα καθορίσει το Δικαστήριο, ακολουθούμενος από τον εναγόμενο και τον τριτοδιάδικο, όπου υπάρχει, μέσα στο χρόνο που το Δικαστήριο θα καθορίσει για τον κάθε διάδικο. Νοείται ότι όπου υπάρχουν πέραν του ενός εναγομένου, ή άλλου διαδίκου, που δεν έχουν κοινή υπεράσπιση, ή θέσεις, το Δικαστήριο εκδίδει ανάλογες οδηγίες για κάθε ένα από αυτούς.
(3)Το Δικαστήριο για αγωγές το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει τις €3.000 εκδίδει οδηγίες για την περαιτέρω πορεία και εκδίκαση της υπόθεσης στη βάση των πιο κάτω δεδομένων: (
- i)οι διάδικοι υποχρεούνται κατά το στάδιο της έκδοσης οδηγιών να καταθέσουν στο Δικαστήριο ονομαστικό κατάλογο με τους μάρτυρες που προτίθεται κάθε πλευρά να παρουσιάσει μαζί με σύνοψη της μαρτυρίας εκάστου. (
- ii)κάθε διάδικος δύναται για καλό λόγο να καλέσει πριν κλείσει την υπόθεση του με σχετικό προφορικό αίτημα και πρόσθετο μάρτυρα ή μάρτυρες.
(4)Όπου οι διάδικοι συμφωνούν, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οδηγίες ως προς την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας έστω και αν το αντικείμενο της αγωγής υπερβαίνει τις €3.000, οπότε ακολουθούνται οι διατάξεις των Θεσμών 5
(1)και 5
(2)ανωτέρω.
(5)Οποτεδήποτε καταχωρείται έγγραφη μαρτυρία, αυτή συμμορφώνεται με τους ακόλουθους κανόνες: (iii) λαμβάνει τη μορφή ένορκης δήλωσης. (
- iv)αποτελεί την όλη μαρτυρία του διαδίκου ή του μάρτυρα που την καταχωρεί. (
- v)είναι σε συμφωνία με τους ισχυρισμούς γεγονότων που περιέχονται στο κλητήριο ένταλμα, στην έκθεση απαίτησης ή την υπεράσπιση ή στην ανταπαίτηση, αναλόγως της περιπτώσεως. (
- vi)περιλαμβάνει αναφορά στα έγγραφα ή αντικείμενα που υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς του διαδίκου ή μάρτυρα, τα οποία και επισυνάπτει σε πρωτότυπη ή δευτερογενή μορφή αποτύπωσης, κατά την κρίση του διαδίκου που καλεί το συγκεκριμένο μάρτυρα και τη φύση του εγγράφου ή αντικειμένου. (vii) πλατειασμοί ή αναφορές σε γεγονότα που κρίνονται από το Δικαστήριο άσχετα με την αντίστοιχη δικογραφία, δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και το Δικαστήριο δύναται να καθορίσει, πριν την έναρξη της ακρόασης, ποια γεγονότα ή αναφορές που καταγράφονται στη μαρτυρία κρίνονται ως άσχετα, επί των οποίων και δεν επιτρέπεται κυρίως εξέταση ή αντεξέταση. (viii) το Δικαστήριο δύναται κατά την έναρξη της ακρόασης να καταδικάσει με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα εκείνον τον διάδικο που επιχειρεί με τη μαρτυρία του να εισαγάγει άσχετα θέματα ή γεγονότα ή που πλατειάζει στην καταγραφή της ουσιαστικής μαρτυρίας.». 18. Ο δε κ. 6 της Δ.30 των Θ. Π. Δ. προνοεί, ότι: «Όλες οι υποθέσεις, η χρηματική διαφορά των οποίων δεν υπερβαίνει τις €3.000, φέρουν επί του κλητηρίου εντάλματος ανάλογη ένδειξη και τοποθετούνται από το Πρωτοκολλητείο σε κατάλογο «Ταχείας Εκδίκασης», η δε εκδίκαση τους γίνεται στη βάση των αντίστοιχων μαρτυριών όπως κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και εκτός αν το Δικαστήριο επιτρέψει ως κατωτέρω στην παράγραφο 7 αναφέρεται την εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας, η υπόθεση ορίζεται για αγορεύσεις, προφορικές ή γραπτές κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αφού ακούσει προς τούτο προηγουμένως τους διαδίκους.». 19. Στην υπόθεση Νίκος Σοφοκλέους ν Λαϊκή Σπόρτινγκ Κλαπ κ. α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 69, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε κληθεί να αποφανθεί περί της ορθότητας της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην επιτρέψει αίτημα του εκεί ενάγοντος κατά την ημέρα της δίκης για τροποποίηση της απαίτησης του (με τον ανάλογο καθορισμό της κλίμακας του κλητήριου εντάλματος της Αγωγής) και εν συνεχεία, κατόπιν σχετικού αιτήματος του εναγομένου, να απορρίψει την υπόθεση λόγω καθ' ύλην αναρμοδιότητας του. Στο σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την κατάληξη του ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για την τροποποίηση, σημειώνεται ότι, ένας ενάγοντας, είναι απόλυτα ελεύθερος να προσδιορίσει το ύψος της απαίτησης του (η οποία όμως αξίωση, σημειώνω εδώ παρενθετικά και επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, προϋποθέτει πραγματικό υπόβαθρο στο σώμα της έκθεσης απαιτήσεως - βλ. Ηλίας Αριστοδήμου ν Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319, Hussein Mehmet Birader v Zekiye Ali Osman, 24 C.L.R. 183), εκτός και εάν, από την δικονομική συμπεριφορά του, προκύπτει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Και τούτο, ως προκύπτει από τα λεγόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Νίκος Σοφοκλέους ανωτέρω, ανεξαρτήτως της κλίμακας επί της οποίας, κατ' επιλογήν του ενάγοντος, η υπόθεσης του εντάσσεται με την καταχώριση της, ή και αργότερα κατατάσσεται κατόπιν διαφοροποίησης της, είτε δια τροποποιήσεως, είτε δια σχετικής δηλώσεως του. 20. Η κλίμακα της αγωγής, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Νίκος Σοφοκλέους ανωτέρω, με παραπομπή στις υποθέσεις Andreas Thoma ν Anastasia Chambou
(1986)1 C.L.R. 68 και Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ. α. ν Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16, «δεν αποτελεί μέρος της γραπτής πρότασης αλλά συνέπεια της». Ως καταγράφεται στο σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Andreas Thoma ανωτέρω, το Δικαστήριο, καθότι το ζήτημα επηρεάζει την αρμοδιότητα του δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 22 περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960, Νόμος 14/1960 [[iii]], μπορεί, πριν από τη δίκη, και δη κατά το στάδιο της διαδικασίας έκδοσης των οδηγιών, ανεξαρτήτως της τεθείσας κλίμακας, να εξετάσει το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντος προς διαπίστωση του κατά πόσο αποκαλύπτει υπόβαθρο ως προς την αξία της απαίτησης ή του επίδικου ζητήματος. Συνυπολογίζεται, ως έχει επίσης αναφερθεί στην εν λόγω υπόθεση και η όποια σχετική με το ζήτημα αυτό δήλωσης του συνηγόρου του ενάγοντος ή των διαδίκων προς το Δικαστήριο κατά το στάδιο αυτό. Ζήτημα, άλλωστε, για το οποίο γίνεται πρόνοια από το εδάφιο
(5)του παραφερόμενου Άρθρου 22 του Νόμου 14/
- Στην προκείμενη περίπτωση, δεν τίθεται ζήτημα καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, καθότι, ακόμη και εάν η απαίτηση του Ενάγοντος υπερβαίνει τις €3.000 ή τις €10.000, θα είναι του παρόντος Δικαστηρίου το καθήκον να την εκδικάσει, αφού η δικαιοδοσία του, ως ορίζεται από το Άρθρο 22
(3)του Νόμου 14/1960, περιλαμβάνει όλες τις αγωγές στις οποίες το αμφισβητούμενο ποσό ή η αξία της επίδικης διαφοράς δεν υπερβαίνει τις €100.000. Συνεπώς, η απόφαση του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, περιορίζεται στο να αποφανθεί, δεδομένων των όσων η Ενάγουσα δικογραφεί στην έκθεση απαίτησης της ότι αποτελούν το υπόβαθρο της απαίτησης της (δεδομένης, σημειώνεται, επίσης, της ανυπαρξίας της όποιας ανταπαίτησης από πλευράς Εναγομένων 2 και 3), εάν η υπόθεση αυτή θα εκδικαστεί επί τη βάσει της κλίμακας επί της οποίας έχει καταχωριστεί (€10.000 - €50.000), δεδομένης της απαίτησης της και για γενικές αποζημιώσεις τις οποίες δεν ποσοτικοποιεί, οπόταν θα τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της «παλαιάς» Δ.30 των Θ. Π. Δ. ή εάν, βάσει των προνοιών της Δ.30 κ. κ. 5
(1)και 6 των Θ. Π. Δ. ανωτέρω θα εκδικαστεί δια της διαδικασίας ταχείας εκδίκασης βάσει της «νέας» Δ.30 των Θ. Π. Δ., επειδή η χρηματική διαφορά ως ορίζεται από την δικογραφία με γνώμονα την απαίτηση, δεν υπερβαίνει τις €3.000 ή τις €10.
- Απόφαση του Δικαστηρίου, που, αναπόφευκτα κατά την άποψη μου, επηρεάζει και το ζήτημα της είσπραξης των δικαστικών τελών από πλευράς Πρωτοκολλητή σε ότι αφορά την υπόθεση και υπολογισμού των εξόδων της διαδικασίας με βάση τον σχετικό διαδικαστικό κανονισμό.
- Παρόμοιο, σε γενικές γραμμές ζήτημα, αν και υπό διαφορετικές περιστάσεις, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Κυριάκος Βίκτωρος ν Χριστόδουλου Χριστοδούλου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1085. Εκεί η υπόθεση αφορούσε απαίτηση για αποζημιώσεις στην βάση αμέλειας. Ο εναγόμενος εφεσίβαλε την πρωτόδικη απόφαση σε ότι αφορούσε την ορθότητα της διαπίστωσης του Δικαστηρίου επί της ευθύνης του στο οδικό δυστύχημα. Ο Εναγόμενος ήγειρε αντέφεση σε ότι αφορούσε την ορθότητα της επιδικασθείσας σε αυτόν αποζημίωσης. Τόσο η έφεση, όσο και η αντέφεση απερρίφθησαν από το Εφετείο. Σε ότι αφορά την αντέφεση, δια της οποίας ζητείτο από το Δικαστήριο η επιδίκασης αποζημίωσης (αφορούσε απαίτηση και για γενικές αποζημιώσεις) πέραν της κλίμακας που ορίστηκε ότι ενέπιπτε η απαίτησης του ενάγοντος, απορρίπτοντας την αντέφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο ξεκαθάρισε ότι, ναι μεν ο καθορισμός της κλίμακας είναι συνέπεια της αξίωσης όπως διατυπώνεται στην έκθεση απαιτήσεως, εκεί όμως που η ποσοτικοποίησης χρηματικά δεν είναι ευχερής (όπως όταν υποβάλλεται απαίτηση για επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων), ο καθορισμός της κλίμακας επί του κλητήριου εντάλματος της Αγωγής, οριοθετεί την απαίτηση ως προς το μέγιστο της αποζημίωσης που δύναται να επιδικαστεί, αφού με γνώμονα αυτήν είναι που ανέλαβε δικαιοδοσία το Δικαστήριο για την εκδίκαση της [[iv]]. Βλ. επίσης και τα αναφερόμενα του Εφετείου στην υπόθεση Re Ανδρέας Χριστοφόρου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1041, στην οποία επαναλήφθηκε η γενική αρχή ότι, ο καθορισμός της κλίμακας της διαφοράς δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της απαίτησης. 23. Από την νομολογία προκύπτει ότι, ένας ενάγοντας, είναι απόλυτα ελεύθερος να προσδιορίσει το ύψος της απαίτησης του, η οποία απαίτηση, οριοθετείται από την κλίμακα επί της οποίας εντάσσεται όταν εξαρτάται ζήτημα καθ' ύλην αρμοδιότητας Δικαστηρίου και προσδιορίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας από τα όσα στο σώμα της έκθεσης απαιτήσεως του αποτελούν το πραγματικό της υπόβαθρο. Δεν θεωρώ ότι, στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένων και των όσων η έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας αποκαλύπτει, συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος (μάλιστα και στην απουσία οποιασδήποτε εν προκειμένω αμφισβήτησης από πλευράς Εναγομένων 2 και 3) που να με οδηγούσε σε κατάληξη ότι, η κλίμακα της Αγωγής της Ενάγουσας, δεν προσδιορίζει το ποσό ή την αξία της επίδικης διαφοράς, ή εν πάση περιπτώσει το αντικείμενο αυτής της Αγωγής. Ως εκ τούτου, εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες της «παλαιάς» Δ.30 των Θ. Π. Δ. Οι πρόνοιες της «παλαιάς» Δ.30 των Θ. Π. Δ. και πως συμπλέκονται με το ζήτημα της ολοκλήρωσης της δικογραφίας όταν στην υπόθεση υπάρχουν πέραν του ενός εναγόμενου διάδικου. 24. Σύμφωνα με τον κ. 1 της «παλαιάς» Δ.30 των Θ. Π. Δ.: «1. (
- a)Except in the cases mentioned in paragraphs (
- d)and (
- e)of this Rule, the plaintiff in every action shall take out a summons for directions returnable in not less than four days (Form 25). [Δ.Κ. 19.7.1996] Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται οποτεδήποτε κρίνει τούτο αναγκαίο να ορίζει αυτεπάγγελτα υπόθεση για οδηγίες. (
- b)Such summons shall be taken out within ten days from the time when the pleadings shall be deemed to be closed and before the plaintiff takes any fresh step in the action other than an application for an injunction. (
- c)Where under Order 18 the plaintiff applies for judgment, the Court may deal with such application as if the plaintiff had been entitled to take out and had taken out a summons for directions. (
- d)This Rule shall not apply to actions in which is filed, within ten days from the time when the pleadings shall be deemed to be closed, a joint statement, signed by all the parties to the action, to the effect that a summons for directions is not required on the ground that there is no need for any one of the orders which might be sought thereunder, or to actions in which the amount in dispute or the value of the subject matter (as defined in section 16
(7)of the Courts of Justice Law, Cap. 11), does not exceed fifty pounds, or to actions in which the writ is specially indorsed under Order 2, Rule 6, or to any proceeding commenced by originating summons, but in any such action or proceeding a summons for directions may be taken out at the instance of any party thereto. (
- e)This Rule shall not apply to any action wherein the only order for a direction is the one mentioned in paragraph (
- f)of Rule 2 of this Order.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 25. Στην περίπτωση, μάλιστα, κατά την οποία ο ενάγοντας, δεν ενεργήσει κατά τα διαλαμβανόμενα του εν λόγω κ. 1(
- b)της «παλαιάς» Δ.30 των Θ. Π. Δ., σύμφωνα με τον κ. 7 της ίδιας διαταγής, παρελθούσης της προθεσμίας που δίδεται στον ενάγοντα διάδικο να εκδώσει την σχετική κλήση για οδηγίες (ήτοι, αυτής των δέκα ημερών), ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να αιτηθεί την απόρριψη της Αγωγής. 26. Τίθεται λοιπόν ζήτημα, πότε στην διαδικασία θεωρείται ότι έχουν ολοκληρωθεί τα δικόγραφα, όταν, στην υπόθεση, ως εναγόμενοι διάδικοι, έχουν συνενωθεί πέραν του ενός προσώπου και η διαδικασία δεν συμβαδίζει για όλους. Συγκεκριμένα, στην προκείμενη περίπτωση, το κλητήριο ένταλμα αυτής της Αγωγής, το οποίο, ως προαναφέρθηκε εξεδόθη την 11/08/2015, δεν φαίνεται να έχει καν επιδοθεί στον Εναγόμενο 1. 27. Είναι καλό κάποιος, ξεκινώντας την αναζήτηση του για εξεύρεση απάντησης στο τεθέν ερώτημα, να εξετάσει γιατί αυτά τα τρία εναγόμενα πρόσωπα, είναι επιτρεπτό δικονομικά να έχουν συνενωθεί ως διάδικοι στην ίδια αγωγή. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή, ότι, διάδικοι σε δικαστική διαδικασία, γίνονται (και τούτο δικαιωματικά από πλευράς ενάγοντος / απαιτούντος διαδίκου, - εξαιρουμένων κάποιων θεσμικά καθορισμένων περιπτώσεων - [[v]]) όλα τα πρόσωπα (και μόνον) των οποίων η παρουσία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αναγκαία ώστε να διασφαλιστεί ότι όλα τα επίδικα ζητήματα δύναται αποτελεσματικά και με πληρότητα να εκδικαστούν και αποφασιστούν από το Δικαστήριο, και εναντίον των οποίων επιδιώκεται θεραπεία («relief»), η απόδοσης της οποίας να δικαιολογείται, ως προκύψασα από τις ίδιες περιστάσεις ή περιστάσεις που εμπερικλείουν κοινά γεγονότα ή νομικά ζητήματα (χωρίς κατά ανάγκη η βάση της αγωγής εναντίον όλων των εναγομένων ή η θεραπεία η ανάκτηση της οποίας επιδιώκεται από αυτούς, να είναι η ίδια [[vi]]). Αρχή που συναρτάται βεβαίως με τα νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που κάθε πρόσωπο φέρει, συνεπεία των οποίων είναι που, ως έχει προαναφερθεί, καθίσταται αναγκαία η έγερση από πλευράς του, ή, η έγερσης εναντίον του, της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Annual Practice 1965, τόμος 2, σελίδα 2791, Odgers' Principles of Pleading and Practise, 16η έκδοση, σελίδες από 14 έως 20 και Halsbury's Law of England, 5η έκδοση, τόμος 11, σελίδα 205, παράγραφο 207). Δεδομένης λοιπόν της συνένωσης πέραν του ενός προσώπου ως εναγομένων (σημειώνεται, «αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά» [[vii]]), κατ' επιλογής πάντοτε πρέπει να σημειωθεί, όπως και εδώ, του ενάγοντος, ως αναγκαίων για την αποτελεσματική εκδίκαση της υπόθεσης, και της εμμονής (μέχρι και σε αυτό το χρονικό στάδιο της διαδικασίας) της επιδίωξης εναντίον όλων θεραπείας, συνεπάγεται θεσμικά και είναι λογικά αναγκαίο, όπως η διαδικασία της έκδοσης οδηγιών από το Δικαστήριο λάβει χώρα αφού η δικογραφία ολοκληρωθεί σε ότι αφορά όλους τους εναπομείναντες διαδίκους στην υπόθεση. Αυτή είναι η ερμηνεία που πρέπει, κατά την άποψη μου, να δοθεί στην αναφορά στην «παλαιά» Δ.30 κ. 1(
- b)των Θ. Π. Δ., «from the time when the pleadings shall be deemed to be closed». Ως περιλαμβάνουσα, δηλαδή, όλους τους εναγόμενους διάδικους στην διαδικασία. Ερμηνεία που συνάδει απόλυτα και με την πρόνοια του κ. 1(δ) της ίδιας διαταγής, βάσει της οποίας οι διάδικοι δύνανται να απαλλαγούν από την διαδικασία της έκδοσης οδηγιών από το Δικαστήριο, εάν καταθέσουν στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, κοινή δήλωση υπογραμμένους από όλους τους διαδίκους στην Αγωγή («a joint statement, signed by all the parties to the action»). Άλλωστε, ο ρόλος και σκοπός της δικογραφίας, είναι να διακριβώνονται με ακρίβεια τα ζητήματα επί των οποίων οι διάδικοι διίστανται και τα σημεία επί των οποίων συμφωνούν, ώστε να υπάρχει ξεκαθάρισμα επί ποιού ζητήματος είναι που επιδιώκουν την δικαστική κρίση, και ο ρόλος και σκοπός της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών από το Δικαστήριο, ως έχει προαναφερθεί, είναι να ρυθμίσει την διαδικασία εκδίδοντας όλες τις αναγκαίες οδηγίες ώστε να καταστεί δυνατή η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν το Δικαστήριο να προχωρήσει στην διαδικασία έκδοσης των οδηγιών, όταν εκκρεμεί μεταξύ του ενάγοντος και ενός ή και κάποιων εκ των εναγομένων, το ζήτημα του προσδιορισμού μεταξύ τους, δια της δικογραφίας, του τι είναι επίδικου. Όταν κάτι τέτοιο παρατηρείται, είναι θεσμικά επιτρεπτό, η ακρόαση της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών να αναβάλλεται από το Δικαστήριο μέχρι την ολοκλήρωση της δικογραφίας (βλ. Annual Practice 1966, τόμος 1, σελίδα 541, υπό την θεματική ενότητα «Time for Issue»), ή μέχρι της διαμόρφωσης μία κατάστασης πραγμάτων που δικονομικά θα επιτρέπει την έκδοση τους. 28. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, αναβάλλω την διαδικασία έκδοσης οδηγιών μέχρι και την ολοκλήρωση των δικογράφων, ζήτημα που αφορά όλους τους Εναγομένους. 29. Δεν επιδικάζονται μεταξύ Ενάγοντος και Εναγομένων 2 και 3 έξοδα για την διαδικασία της 27ης/05/2016. (Υπ.) ________________________ ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Ας σημειωθεί, εδώ, ότι, οι πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ. φαίνεται ότι ακολουθούν το πρότυπο της προαναφερόμενης O. 30 των αγγλικών Civil Procedure Rules, και ως εκ τούτου, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από συγγράμματα που πραγματεύονται αυτή, ως είχε τότε. [ii] Η Δ.48 κ. 2 των Θ. Π. Δ., προνοεί: «2.
(1)Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded.
(2)Applications made ex parte shall be in Form 45; applications made by summons shall be in Form 46, and set out at the foot thereof the name of every person to be served therewith and the address at which service is to be effected, which in the case of any person who has given an address for service in the action may be such address.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iii] Το εν λόγω Άρθρο 22 του Νόμου 14/1960 έχει ως εξής: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 19, τωv διατάξεωv τωv επόμεvωv εδαφίωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ και τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 22Β και τηρoυμέvωv τωv γεvικώv ή ειδικώv oδηγιώv πoυ εκδίδovται από τo Αvώτατo Δικαστήριo, Επαρχιακό Δικαστήριo συvιστάμεvo από Πρόεδρo Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ έχει δικαιoδoσία vα ακoύει και vα απoφασίζει πρωτόδικα για κάθε αγωγή.
(2)Εξαιρoυμέvης διαφoράς η oπoία εμπίπτει στη δικαιoδoσία oικoγεvειακoύ δικαστηρίoυ δυvάμει τoυ περί Οικoγεvειακώv Δικαστηρίωv Νόμoυ και τoυ περί Οικoγεvειακώv Δικαστηρίωv (Θρησκευτικές Ομάδες) Νόμoυ, o Πρόεδρoς Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ έχει αρμoδιότητα vα ακoύει και απoφασίζει για oπoιαδήπoτε άλλη γαμική διαφoρά η oπoία εμπίπτει στηv τoπική τoυ δικαιoδoσία.
(3)Έκαστoς Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμoδιότητα vα ακoύει και vα απoφασίζει για- (α) Οπoιαδήπoτε αγωγή στηv oπoία τo αμφισβητoύμεvo πoσό ή η αξία της επίδικης διαφoράς δεv υπερβαίvει πρoκειμέvoυ περί Αvώτερoυ Επαρχιακoύ Δικαστή τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000,00) και πρoκειμέvoυ περί Επαρχιακoύ Δικαστή τις εκατόν χιλιάδες ευρώ (€100.000,00). (β) Οπoιαδήπoτε αγωγή για τηv αvάληψη κατoχής oπoιασδήπoτε ακίvητης ιδιoκτησίας, ή oπoιαδήπoτε αγωγή βασιζόμεvη σε αδικoπραξία πoυ διαπράχθηκε σε σχέση με ακίvητη ιδιoκτησία στηv oπoία η αξιoύμεvη θεραπεία περιλαμβάvει έκδoση απαγoρευτικoύ διατάγματoς και στηv oπoία δεv αμφισβητείται o τίτλoς της ακίvητης ιδιoκτησίας, χωρίς vα λαμβάvεται υπόψη ότι λόγω της αξίας της επίδικης ακίvητης ιδιoκτησίας, η αγωγή δε θα ήταv της αρμoδιότητας Αvώτερoυ Επαρχιακoύ Δικαστή ή Επαρχιακoύ Δικαστή, σύμφωvα με τις πρόvoιες της παραγράφoυ (α) τoυ παρόvτoς εδαφίoυ: Νoείται ότι κάθε Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμoδιότητα vα ακoύει και vα απoφασίζει για oπoιαδήπoτε υπόθεση σε σχέση με δυστυχήματα και σε σχέση με απoζημίωση για αvαγκαστική απαλλoτρίωση ή επίταξη ακίvητης ιδιoκτησίας, αvεξάρτητα από τo πoσό της επίδικης διαφoράς. Νοείται περαιτέρω ότι κάθε Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής και κάθε Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμοδιότητα να ακούει και να αποφασίζει για οποιαδήποτε υπόθεση σε σχέση με τα αξιόγραφα πιστωτικών ιδρυμάτων που αποκτήθηκαν τη χρονική περίοδο μεταξύ 2008 μέχρι και το Μάρτιο του 2013, ανεξάρτητα από το ποσό της επίδικης διαφοράς.
(4)Παρά τας διατάξεις oιoυδήπoτε άλλoυ vόμoυ και παρά τo ότι τo υπό αμφισβήτησιv πoσόv ή η αξία της επιδίκoυ διαφoράς υπερβαίvει τηv αvατιθεμέvηv εις αυτόv δικαιoδoσίαv, Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής θα έχη εξoυσία- (α) vα εκδίδη απόφασιv εις oιαvδήπoτε αγωγήv εv τη oπoία- (αα) o εvαγόμεvoς παραλείπει vα καταχωρίση εμφάvισιv εvτός της πρoθεσμίας διά τηv τoιαύτηv εμφάvισιv, ή (ββ) εκάτερoς τωv διαδίκωv παραλείπει vα εμφαvισθή κατά τηv ακρόασιv της αγωγής, ή (γγ) εκάτερoς τωv διαδίκωv παραλείπει vα παραδώση oιασδήπoτε εγγράφoυς πρoτάσεις εvτός της πρoθεσμίας της πρoβλεπoμέvης υπό τoυ διαδικαστικoύ καvovισμoύ τoυ αφoρώvτoς εις τηv κατά καιρόv ισχύoυσαv πoλιτικήv δικovoμίαv, ή (δδ) έχει καταχωρισθή αίτησις διά συvoπτικήv απόφασιv δυvάμει τoυ διαδικαστικoύ καvovισμoύ τoυ αφoρώvτoς εις τηv κατά καιρόv ισχύoυσαv πoλιτικήv δικovoμίαv, ή (εε) η απαίτησις oιoυδήπoτε διαδίκoυ είvαι παραδεκτή εv όλω ή όταv είvαι παραδεκτή εv μέρει, ως πρoς τo παραδεκτόv μέρoς (β) vα εκδίδη oιovδήπoτε διάταγμα εv oιαδήπoτε αγωγή, μη διαγιγvώσκov τηv oυσίαv της αγωγής.
(5)Τηρoυμέvoυ τoυ διαδικαστικoύ καvovισμoύ τo αμφισβητoύμεvov πoσόv ή η αξία της επιδίκoυ διαφoράς, ως αvωτέρω αvαφέρεται, θα είvαι τo πoσόv ή η αξία η πραγματικώς εv αμφισβητήσει μεταξύ τωv διαδίκωv ως απoκαλύπτεται αύτη εις τας εγγράφoυς πρoτάσεις, ή είvαι παραδεκτή υπό τωv διαδίκωv καθ' oιαvδήπoτε στάσιv της διαδικασίας, ή επί αιτήσει έχει απoφασισθή υπό τoυ δικαστηρίoυ, παρά τo ότι τo αξιoύμεvov πoσόv ή η εv τη αγωγή πρoβαλλoμέvη αξία της επιδίκoυ διαφoράς υπερβαίvει τo πoσόv τoύτo ή τηv αξίαv ταύτηv: Νοείται ότι στον καθορισμό του ποσού που αμφισβητείται ή στην αξία της επίδικης διαφοράς δε λαμβάνεται υπόψη οποιοδήποτε ποσό τόκου που είναι πληρωτέο επί του αμφισβητούμενου ποσού ή της αξίας της διαφοράς.
(6)Κάθε Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμοδιότητα να ακούσει και να αποφασίζει για οποιαδήποτε αίτηση σε σχέση με εκτέλεση επί ακινήτων δυνάμει του Μέρους V του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ανεξάρτητα από την αξία του ακινήτου.». [iv] Αναφέρεται στην υπόθεση Κυριάκος Βίκτωρος ανωτέρω, συγκεκριμένα, το εξής: «Ο δικηγόρος του εφεσίβλητου υποστήριξε επίσης πως το ύψος των αποζημιώσεων, £4.970, που υπολόγισε το πρωτόδικο Δικαστήριο στη βάση πλήρους ευθύνης, που μειώθηκε κατά 2/3, το ποσοστό συντρέχουσας αμέλειάς του, είναι έκδηλα ανεπαρκές. Ο συνήγορος διατείνεται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε γιατί στον υπολογισμό των αποζημιώσεων έλαβε υπόψη του και τον περιορισμό της καθ' ύλην δικαιοδοσίας του, μέχρι £5,000, ενώ όφειλε να υπολογίσει το ύψος των αποζημιώσεων, στο οποίο δικαιούται ο εφεσίβλητος στη βάση πλήρους ευθύνης, και αυτό κατά την εισήγηση του συνηγόρου είναι £7,000, και μετά να εκδώσει απόφαση μέσα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό ευθύνης του εφεσίβλητου. Με δυο λόγια η θέση που προτείνει ο συνήγορος είναι πως ο δικαστής μπορεί μεν να κρίνει υπόθεση της οποίας το επίδικο θέμα υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του, αλλά τελικά εκδίδει απόφαση μέσα στα όριά της. Έχουμε την άποψη πως η εισήγηση αυτή είναι νομικά εσφαλμένη. Τα Άρθρα 21.1 και 22
(3)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960,14/60, προβλέπουν τα εξής: ............................................................... Είναι έκδηλο από τη φρασεολογία του νομοθετήματος και υπογραμμίζουμε τις δυο κρίσιμες λέξεις, μα και την ενυπάρχουσα νομική λογική, πως η καθ' ύλην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αναφέρεται στην εκδίκαση και κρίση του αντικειμένου της αγωγής. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει υπόθεση όπου το επίδικο θέμα υπερβαίνει την εκ του νόμου καθορισμένη δικαιοδοσία του, και βέβαια η απόφαση θα είναι μέσα στα πλαίσια αυτής της δικαιοδοσίας. Η κλίμακα της αγωγής ορίστηκε £3,000-5,000, και μάλιστα μετά από τροποποίηση κατώτερης κλίμακας. Ο καθορισμός της κλίμακας είναι συνέπεια της αξίωσης, όπως διατυπώνεται στην έκθεση απαιτήσεως. (Βασιλειάδης Αθηνόδωρος κ.α. ν. Πετρολίνα,
(1994)1 Α.Α.Δ. 16).. Η αγωγή ήχθη και εξεδικάσθη από Επαρχιακό Δικαστή, εφόσον ο δικηγόρος του ενάγοντος εφεσίβλητου καθόρισε την απαίτησή του. Στην έκθεση απαιτήσεως αξιώνονται αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης, σε κλίμακα που καθόρισε ο συνήγορος, και η υπόθεση εξεδικάσθη από δικαστή που είχε αυτή τη δικαιοδοσία, σύμφωνα με το Άρθρο 22
(1)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου. Η πρόταση του συνηγόρου, στην οποία αναφερόμαστε πιο πάνω, θα καθιστούσε τον καθορισμό της καθ' ύλην δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου από το Νόμο γράμμα κενό.». [v] Βλ. Annual Practice 1966, τόμος 1, σελίδες 230 και 231, καθώς επίσης και τις σελίδες 237 και
- [vi] Βλ. Annual Practice 1966, τόμος 1, σελίδες
- [vii] Βλ. Odgers' Principles of Pleading and Practise, 16η έκδοση, σελίδες από 28 έως 32 και Μάριος Βαττη ν Χρυσταλλα Αυξεντιου κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 127/2009, 10/01/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο