DENIS ZOLOTUKHIN ν. S.C. BLUE AIR-AIRLINE MANAGEMENT SOLUTIONS S.R.L. κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 189/2016, 29/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 189/2016 Μεταξύ: DENIS ZOLOTUKHIN Ενάγουσας - και -
- S.C. BLUE AIR-AIRLINE MANAGEMENT SOLUTIONS S.R.L.
- ORTHODOXOU GROUP OF COMPANIES LTD Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 29/07/2016 Κλήση για οδηγίες ημερομηνίας 24/02/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Γ. Παπαντωνίου για την Γεώργιος Παπαντωνίου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για την Εναγομένη 2: κ. Α. Πλουτάρχου --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ολοκλήρωση της δικογραφίας.
- Σύμφωνα με την Δ.21, κ. 14 των Θ. Π. Δ.: «14.
(1)Where the plaintiff desires to deliver a reply, he shall file and deliver it within seven days from the delivery of the defence.
(2)No subsequent pleading shall be delivered, unless ordered by the Court or a Judge. Where a subsequent pleading is ordered it shall be filed and delivered together with an office copy of the order within the time specified in the order giving leave to deliver the same.». 2. Η επίδρασης των προνοιών του προαναφερόμενου κανονισμού στην διαδικασία, είναι, ότι, η δικογραφία, θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί / κλείσει, είτε (α) εντός επτά ημερών από την καταχώριση του δικογράφου της υπεράσπισης ή της απάντησης (βλ. Annual Practise 1958, Τόμος 1, σελ. 465, εάν υπάρχει), ή (β) εάν δικόγραφο μεταγενέστερο της απάντησης διαταχθεί από το Δικαστήριο να καταχωρηθεί και παραδοθεί και δεν υπάρξει συμμόρφωσης εντός της ταχθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας, μετά την λήξη της περιόδου αυτής. 3. Βλ. επίσης στο Annual Practise 1958, Τόμος 1, στις σελίδες 613 και 614 και στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practise, 16η έκδοση, στην σελίδα 70. Στο τελευταίο αναφέρονται τα εξής σε ότι αφορά την περίπτωση όπου ο εναγόμενος υποβάλλει ανταπαίτηση, αποκαλυπτικά του πότε θεσμικά σε μια τέτοια περίπτωση ολοκληρώνεται η δικογραφία: «Where a pleading subsequent to a Reply is not ordered, then, at the expiration of seven days from the delivery of the defence or Reply (if any), the pleadings are deemed to be closed and material statements of fact in the pleading last delivered are deemed to have been denied and put in issue. This, however, does not apply to a Reply to a counterclaim; unless the plaintiff delivers this, the statements of fact contained in the counterclaim are, after fourteen days from its delivery, deemed to be admitted. The plaintiff can only remedy such a lapse by subsequently getting Ieave to deIiver a Reply, thus probably incurring a penalty by way of costs. (Order XXVΠ, r. 13.)»]. Η κλήση για οδηγίες και ο σκοπός της διαχρονικά. 4. Μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας, ως έχει προαναφερθεί, σύμφωνα με την διαδικασία που ίσχυε (και εξακολουθεί να τυγχάνει εφαρμογής για συγκεκριμένες υποθέσεις), πριν την σχετικά πρόσφατη τροποποίηση της σχετικής Δ.30 των Θ. Π. Δ. (για πρώτη φορά) την 26/09/2014 (αναφορά στις τροποποιήσεις της γίνεται στην συνέχεια), και εντός περιόδου δέκα ημερών, γεννάτο η υποχρέωση του ενάγοντα να εκδώσει κλήση για οδηγίες («to take out a summons for directions»), τεθείσα / επιστρεπτέα («returnable») ενώπιον του Δικαστηρίου προς εξέταση εντός περιόδου που δεν εδύνατο να ήταν ολιγότερη των τεσσάρων ημερών. Αποτυχία του ενάγοντος να το πράξει, έδιδε την ευχέρεια στον εναγόμενο (ή σε οποιοσδήποτε από τους εναγομένους, εάν ήταν περισσότεροι του ενός), να το πράξει, ή διαζευκτικά, να αιτηθεί από το Δικαστήριο την απόρριψη της Αγωγής, επί τίνος ο Δικαστής μπορούσε, είτε να απορρίψει την Αγωγή, είτε να διαχειριστεί την σχετική αίτηση ως αν να ήταν κλήση για οδηγίες (βλ. κ. 7 της Δ.30 των Θ. Π. Δ.). 5. Οι πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ. εφαρμόζονταν σε όλες τις Αγωγές που άρχιζαν με κλητήριο ένταλμα («writ of summons»), εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων. 6. Η κλήση για οδηγίες, αποσκοπούσε στο να δώσει την ευκαιρία στο Δικαστήριο να εξετάσει την προετοιμασία των διαδίκων για την εκδίκαση της υπόθεσης, ούτως ώστε: (
- i)όλα τα ζητήματα τα οποία θα έπρεπε ή θα μπορούσαν να εξεταστούν ενδιάμεσα πριν από την δίκη και εξακολουθούσαν να παραμένουν ανεπίλυτα, να εξετάζονταν κατά την διάρκεια μίας και μόνον συνεδρίασης του Δικαστηρίου, και όπως (
- ii)κατά την διάρκεια της ίδιας αυτής συνεδρίασης του Δικαστηρίου, να εδίδοντο τέτοιες οδηγίες προς τον καθορισμό της πορείας της διαδικασίας μεταγενέστερα, για σκοπούς του όσο το δυνατό καλύτερου προγραμματισμού της δίκης, προς εξασφάλιση της δικαιότερης, ταχύτερης και οικονομικότερης διεκπεραίωσης της. 7. Χαρακτηριστικά, εν προκειμένω, είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από το Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 661, και Annual Practice του 1966, Τόμος 1, σελ. 540, αντίστοιχα, στα οποία καταγράφονται οι από το 1954 και 1964, αντίστοιχα, τροποποιήσεις της αντίστοιχης της Δ.30 των Θ. Π. Δ., O. 30 [[i]] και μεταγενέστερα O. 25 των αγγλικών Civil Procedure Rules, ένεκα των σχετικών εισηγήσεων της έκθεσης Evershed που είχε προηγηθεί. Σκοπός, που, ως διαφαίνεται και από τα όσα εν συνεχεία αναφέρονται στην απόφαση μου αναφορικά με το ενδιάμεσο αυτό στάδιο της διαδικασίας, παρά τις όποιες διαφορετικές τροποποιήσεις της σχετικής Δ.30 των Θ. Π. Δ., εξακολουθεί, κατά πολύ, να είναι ο ίδιος. 8. Εν προκειμένω, στο Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 661, αναφέρονται τα εξής: «General Note on the Order.—The Order is entirely new and has been made as a result of the recommendations of the Evershed Report. The principal intention of those recommendations was that there should be a thorough stocktaking relating to the issues in an action and the manner in which the evidence should be presented at a trial with a view to shortening the length of the trial and saving costs generally. It was recommended that this stocktaking should take place except in certain forms of action, at a late stage of the proceedings after completion of discovery and inspection of documents. The Order as made has gone further than the recommendations by strengthening the summons and providing that the summons for directions shall be issued at an early stage of the proceedings. The purpose of this is that all interlocutory applications, so far as possible, shall be dealt with on that summons, and so the costs incurred by more than one application will be saved. It has the further advantage that considerable costs may be saved in many actions by the order for directions limiting the scope of the discovery, and in some cases directing that there shall be no discovery of documents at all. Upon the first hearing of the summons one of the matters to be considered is the question of what, if any, discovery and inspection of documents is necessary in the action. If no general or substantial discovery of documents is necessary all the matters arising on the summons can probably be decided and full directions for the trial given. If, however, substantial discovery of documents is ordered, an order will be drawn up relating to that and as many other matters as it is reasonable in the circumstances to include, and the summons will then be directed to stand adjourned until after completion of discovery and inspection of documents. In these latter cases the final stocktaking will be dealt with at the stage intended by the recommendations of the Eversbed Report.». 9. Στο δε Annual Practice του 1966, Τόμος 1, σελ. 540 καταγράφονται σχετικά τα εξής: «This order replaces the former O. 30 which was itself entirely new when made in 1954 ... as a result of the recommendations of the Evershed Report. The principal intention of those recommendations was that there should be a thorough stocktaking relating to the issues in an action and the manner in which the evidence should be presented at a trial with a view to shortening the length of the trial and saving costs generally. It was recommended that this stocktaking should take place except in certain forms of action, at a late stage of the proceedings after completion of discovery and inspection of documents. The former O. 30 did not follow this recommendation, for it had provided that the summons for directions was to be issued after the close o pleadings but before discovery had taken place. This new O. 25, however, indirectly embody the recomendation that the summons for directions shoyld be issued after discovery, for it provides for the issue of the summons one month after the close of pleadings or 14 days after any extended time for discovery. The result is that by the time of this first hearing of the summons, the parties should normally have completed their discovery, and this should enable the parties to fulfil their duties under r. 6, infa, to assist the Court to make a really thorough stocktaking of the action, and to enable the Court to exercise its robust power, particularly under rr. 3 and 4, infa. It should also enable the parties to reduce the number and scope of interlocutory applications, such as those for further and better particulars, for interrogatories, and further discovery. In this way, the new O. 25 has considerably strengthened the summons for directions and it should have the advantage of disposing of actions with grater expedition and a considerable saving of costs.». 10. Ο σκοπός και το πνεύμα της Δ.30 των Θ. Π. Δ. εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Fredie Eleftheriades a.o. v christos Mavrellis a. o.
(1985)1 Α.Α.Δ. 436, στην οποία είχε εγερθεί ζήτημα κατά πόσο διατάγματα που είχε εκδώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ρυθμιστικά της διαδικασίας στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών, λανθασμένα εκδόθηκαν και ότι η σχετική δράση του Δικαστηρίου, εξέπιπτε του διαιτητικού του ρόλου. Στην ομόφωνη απόφαση του Εφετείου, που δόθηκε από τον έντιμο Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Γ. Μ. Πική να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων και τα εξής: «I find the suggestion that the Court descended into the, arena of litigation by indicating that defence to counterclaim may properly be amended to include allegations of forgery is wholly misconceived. It is based on an erroneous view of the role of the Court at the preliminary stage of issuing directions for the definition and elucidation of the issues in dispute. At that stage the Court is not adjudicating on the merits of the case, it is concerned to pave the way for the trial by ensuring that the issues are properly elicited so that the Court may ultimately resolve the dispute of the parties in the proper context. The powers vested in the Court under Ord. 30 are purposely wide to afford the Court freedom to achieve the above ends. The order is largely fashioned on the corresponding provisions of Ord. 30 of the old English Rules of the Supreme Court. As explained in the White Book the provisions of. Ord. 30 are designed to make possible at the stage of summons for directions the resolution of as many interlocutory matters as it is feasible, an objective within the contemplation of the Evershed Committee that recommended, its, introduction. ....................................................................................................................................................... The role of a Judge under The adversarial system of the common Law is that of an impartial arbiter; in the discharge of his adjudicative duties, he must distance himself from the arena of litigation. This role is in no way cornpromised by ensuring that the dispute is properly defined before the Court. In matters of procedure and practice, the Court has wide discretion in exercise of its powers to regulate proceedings before it. It is perfectly legitimate for the Court, both under the rules and in exercise of inherent powers, to regulate proceedings before it, for the Court to issue all necessary directions in order to make possible adjudication upon the substance of the case. The trial should centre on the substantive dispute of the parties, if justice is to be done. Procedural irregularities should, so far as possible, be remedied before the trial so that adjudication on the merits is not deflected by procedural side issues. Ord. 30 specifically aims to institutionalize the exercise of this jurisdiction of the Court; r. 2(g) in particular confers power to make any order with respect to the proceedings that seems necessary or desirable with a view to saving time and expense. Consequently, we dismiss the submission that the trial Judge transgressed the limits of his discretion by indicating readiness to allow an amendment of the defence to counterclaim, by inclusion of, allegations of forgery. As earlier explained, it is desirable at the summons for directions stage to, deal with as many interlocutory matters as possible, preparing thereby the ground for the speedy progress of the action to trial. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 11. Το ιδιόμορφο της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών, που άπτεται, ως έχει προαναφερθεί, του σκοπού που αυτή δικονομικά εξυπηρετεί, επαναλήφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ευδόκιος Σάββα ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ. (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146, στην οποία μάλιστα ξεκαθαρίστηκε, ότι, ένεκα ακριβώς του λόγου ότι η κλήση για οδηγίες συνιστά ειδικό δικονομικό μέτρο το περιεχόμενο του οποίου διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ. αυτή εξαιρείται από την Δ.48 κ. 2 των Θ. Π. Δ. [[ii]].
- Με τους περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 και περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26/09/2014, 06/02/2015 και13/05/2015 αντίστοιχα, η προαναφερόμενη Δ.30 των Θ. Π. Δ., κατ' ενάσκηση των εξουσιών που παρέχονται στο Ανώτατο Δικαστήριο από το Άρθρο 163 του Συντάγματος και το Άρθρο 17 των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 1991, «ανασχεδιάστηκε» από το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι τροποποιήσεις της, στοχεύουν, ως διαφαίνεται και από την γενικής εφαρμογής πρόνοια του κ. 9 της τροποποιηθείσας Δ.30 των Θ. Π. Δ., στο να καταστήσουν πιο δίκαιη, ταχύτερη και ανέξοδη την διαδικασία εκδίκασης μίας υπόθεσης. Κατά πρώτον, με το να περιορίσουν τον αριθμό των ενδιάμεσων αιτήσεων, ή, εν πάση περιπτώσει, με το να επιβάλουν την υποβολή τους σε ένα σχετικά ώριμο, και από αυτή την άποψη, κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, δια της παροχής μίας διαδικασίας ανασκόπησης πριν η αγωγή οδηγηθεί στην ακρόαση της, μέσα από την οποία το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια, πέραν από την εξέταση των όποιων αιτημάτων των διαδίκων, ακριβώς προς επίτευξη του προαναφερόμενου σκοπού, αυτεπάγγελτα, να εκδώσει και όποια άλλα διατάγματα ρυθμιστικά της διαδικασίας κρίνει απαραίτητα. Και κατά δεύτερον, με το να παράσχουν στο Δικαστήριο τον ρόλο διαχείρισης της υπόθεσης ως προς τον τρόπο εκδίκασης της (ειδικότερα ως προς τον τόπο παρουσίασης της μαρτυρίας). Αυτός ήταν διαχρονικά και εξακολουθεί να είναι (πέραν των όποιων διαφοροποιήσεων) ο σκοπός της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών από το Δικαστήριο δυνάμει της Δ.30 των Θ. Π. Δ. και μέσα από το πνεύμα αυτού του σκοπού πρέπει να αντικρίζεται και η εφαρμογή του, τόσο από το Δικαστήριο που έχει το καθήκον εφαρμογής της, όσο και από τους διαδίκους που έχουν υποχρέωση υποβοήθησης του στην εξάσκηση των εξουσιών του κατά την εφαρμογή της.
- Μέσα από το πνεύμα, προχωρώ στην εξέταση των διαφόρων ζητημάτων που έχουν στην προκείμενη περίπτωση προκύψει στην διαδικασία, ένεκα της εφαρμογής σε αυτήν, της τροποποιηθείσας ως έχει προαναφερθεί, Δ.30 των Θ. Π. Δ. Οι πρόνοιες της νέας Δ.30 των Θ. Π. Δ. και πως συμπλέκονται με το ζήτημα της ολοκλήρωσης της δικογραφίας όταν στην υπόθεση υπάρχουν πέραν του ενός εναγόμενου διάδικου.
- Στην προκείμενη περίπτωση, ηγέρθη από πλευράς Εναγομένου 2, ζήτημα ως προς το κατά πόσο τα δικόγραφα έχουν, κατά την έννοια της Δ.30
(1)(α) των Θ. Π. Δ. ολοκληρωθεί, δεδομένου, ότι, μέχρι στιγμής, δεν έχει ολοκληρωθεί η δικογραφία σε σχέση με την Εναγομένη 1 που επίσης εμφανίζεται στην διαδικασία και αμφισβητεί την απαίτησης του Ενάγοντος.
- Σύμφωνα με τον κ. 1(α) της Δ.30 των Θ. Π. Δ.: «
- (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός τριάντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στην περίπτωση, μάλιστα, κατά την οποία, ο ενάγοντας δεν ενεργήσει κατά τα διαλαμβανόμενα του εν λόγω κ. 1(α) της Δ.30 των Θ. Π. Δ., σύμφωνα με τον κ. 1(γ) της ίδιας διαταγής, παρελθούσης και της προθεσμίας που δίδεται στον εναγόμενο διάδικο να τον ειδοποιήσει για την εν λόγω παράλειψη του ώστε ο πρώτος να ενεργήσει προς την έκδοση κλήσης για οδηγίες (ήτοι, περαιτέρω προθεσμίας 30 ημερών), η αγωγή θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και πρέπει να απορρίπτεται από το Δικαστήριο, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα ως θα είναι η περίπτωση. Οι έννοιες «ενάγοντας» και «αγωγή» για σκοπούς εφαρμογής του εν λόγω κ. 1(γ), ως διευκρινίζεται από τον ίδιο τον κανονισμό, καλύπτουν και τον ανταπαιτούντα διάδικο, και, αναλόγως, την ανταπαίτηση.
- Τίθεται λοιπόν ζήτημα, πότε στην διαδικασία θεωρείται ότι έχουν ολοκληρωθεί τα δικόγραφα, όταν, στην υπόθεση, ως εναγόμενοι διάδικοι, έχουν συνενωθεί πέραν του ενός προσώπου και η διαδικασία δεν συμβαδίζει για όλους. Συγκεκριμένα, σε ότι αφορά την εξεταζόμενη περίπτωση, στις 10/05/2016 όπου η κλήση του Ενάγοντος σε ότι αφορούσε την έκδοση οδηγιών (σε ότι αφορά μόνον τον Εναγόμενο 2) ήταν επιστρεπτέα ενώπιον του Δικαστηρίου για τις οδηγίες του, εκκρεμούσε η καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης
- Το οποίο δικόγραφο της, ως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα. Έκτοτε, ο Ενάγοντας έχει προχωρήσει και την 27/05/2016 εξέδωσε κλήση για οδηγίες (αυτή την φορά σε ότι αφορά και του δύο εναγομένους), η οποία έχει οριστεί για ακρόαση από το Δικαστήριο την 29/09/
- Παρά ταύτα, η κρίση του Δικαστηρίου επί του εγερθέντος ζητήματος, η οποία είχε επιφυλαχθεί είναι, για σκοπούς δικονομικής τάξης, απαραίτητη.
- Είναι καλό κάποιος, ξεκινώντας την αναζήτηση του για εξεύρεση απάντησης στο τεθέν ερώτημα, να εξετάσει γιατί αυτά τα δύο εναγόμενα πρόσωπα, είναι επιτρεπτό δικονομικά να έχουν συνενωθεί ως διάδικοι στην ίδια αγωγή. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή, ότι, διάδικοι σε δικαστική διαδικασία, γίνονται (και τούτο δικαιωματικά από πλευράς ενάγοντος / απαιτούντος διαδίκου, - εξαιρουμένων κάποιων θεσμικά καθορισμένων περιπτώσεων - [[iii]]) όλα τα πρόσωπα (και μόνον) των οποίων η παρουσία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αναγκαία ώστε να διασφαλιστεί ότι όλα τα επίδικα ζητήματα δύναται αποτελεσματικά και με πληρότητα να εκδικαστούν και αποφασιστούν από το Δικαστήριο, και εναντίον των οποίων επιδιώκεται θεραπεία («relief»), η απόδοσης της οποίας να δικαιολογείται, ως προκύψασα από τις ίδιες περιστάσεις ή περιστάσεις που εμπερικλείουν κοινά γεγονότα ή νομικά ζητήματα (χωρίς κατά ανάγκη η βάση της αγωγής εναντίον όλων των εναγομένων ή η θεραπεία η ανάκτηση της οποίας επιδιώκεται από αυτούς, να είναι η ίδια [[iv]]). Αρχή που συναρτάται βεβαίως με τα νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που κάθε πρόσωπο φέρει, συνεπεία των οποίων είναι που, ως έχει προαναφερθεί, καθίσταται αναγκαία η έγερση από πλευράς του, ή, η έγερσης εναντίον του, της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Annual Practice 1965, τόμος 2, σελίδα 2791, Odgers' Principles of Pleading and Practise, 16η έκδοση, σελίδες από 14 έως 20 και Halsbury's Law of England, 5η έκδοση, τόμος 11, σελίδα 205, παράγραφο 207). Δεδομένης λοιπόν της συνένωσης πέραν του ενός προσώπου ως εναγομένων (σημειώνεται, χωρίς να ξεκαθαρίζεται κατά πόσο η απαίτησης εναντίον τους εγείρεται «αλληλέγγυα», «ξεχωριστά», «αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά» [[v]]), κατ' επιλογής πάντοτε πρέπει να σημειωθεί, όπως και εδώ, του ενάγοντος, ως αναγκαίων για την αποτελεσματική εκδίκαση της υπόθεσης, και της εμμονής (μέχρι και σε αυτό το χρονικό στάδιο της διαδικασίας) της επιδίωξης εναντίον όλων θεραπείας, συνεπάγεται θεσμικά και είναι λογικά αναγκαίο, όπως η διαδικασία της έκδοσης οδηγιών από το Δικαστήριο λάβει χώρα αφού η δικογραφία ολοκληρωθεί σε ότι αφορά όλους τους εναπομείναντες διαδίκους στην υπόθεση. Αυτή είναι η ερμηνεία που πρέπει, κατά την άποψη μου, να δοθεί στην αναφορά στην Δ.30 κ. 1(α) των Θ. Π. Δ., «τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα». Ως περιλαμβάνουσα, δηλαδή, όλους τους εναγόμενους διάδικους στην διαδικασία. Άλλωστε, ο ρόλος και σκοπός της δικογραφίας, είναι να διακριβώνονται με ακρίβεια τα ζητήματα επί των οποίων οι διάδικοι διίστανται και τα σημεία επί των οποίων συμφωνούν, ώστε να υπάρχει ξεκαθάρισμα επί ποιού ζητήματος είναι που επιδιώκουν την δικαστική κρίση, και ο ρόλος και σκοπός της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών από το Δικαστήριο, ως έχει προαναφερθεί, είναι να ρυθμίσει την διαδικασία εκδίδοντας όλες τις αναγκαίες οδηγίες ώστε να καταστεί δυνατή η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν το Δικαστήριο να προχωρήσει στην διαδικασία έκδοσης των οδηγιών, όταν εκκρεμεί μεταξύ του ενάγοντος και ενός ή και κάποιων εκ των εναγομένων (στην προκείμενη περίπτωση μεταξύ Ενάγοντος και Εναγομένης 1), το ζήτημα του προσδιορισμού μεταξύ τους, δια της δικογραφίας, του τι είναι επίδικου. Όταν κάτι τέτοιο παρατηρείται, είναι θεσμικά επιτρεπτό, η ακρόαση της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών να αναβάλλεται από το Δικαστήριο μέχρι την ολοκλήρωση της δικογραφίας (βλ. Annual Practice 1966, τόμος 1, σελίδα 541, υπό την θεματική ενότητα «Time for Issue»).
- Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, αναβάλλω την διαδικασία έκδοσης οδηγιών για την 29/09/2016 που η υπόθεση έχει ήδη προγραμματιστεί από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή για την έκδοση των οδηγιών του Δικαστηρίου σε ότι αφορά αμφότερους τους Εναγομένους.
- Αναμένεται συμμόρφωσης των εδώ διαδίκων (και δη του Ενάγοντος) με τις πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ. ούτως ώστε η διαδικασία της έκδοσης οδηγιών από το Δικαστήριο να προχωρήσει απρόσκοπτα. Ζητήματα όπως η εφαρμογή της διαδικασίας ταχείας εκδίκασης ένεκα του καθορισμού συγκεκριμένου ποσού ως απαίτησης στο αιτητικό της έκθεσης απαίτησης και πως πιθανόν να συμπλέκεται τούτο τον καθορισμό διαφορετικής κλίμακας απαίτησης στην αγωγή, παραμένουν ανοικτά προς εξέταση.
- Δεν επιδικάζονται μεταξύ Ενάγοντος και Εναγομένης 2 έξοδα για την διαδικασία της 10ης/05/
- (Υπ.) ________________________ ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Ας σημειωθεί, εδώ, ότι, οι πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ. φαίνεται ότι ακολουθούν το πρότυπο της προαναφερόμενης O. 30 των αγγλικών Civil Procedure Rules, και ως εκ τούτου, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από συγγράμματα που πραγματεύονται αυτή, ως είχε τότε. [ii] Η Δ.48 κ. 2 των Θ. Π. Δ., προνοεί: «2.
(1)Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded.
(2)Applications made ex parte shall be in Form 45; applications made by summons shall be in Form 46, and set out at the foot thereof the name of every person to be served therewith and the address at which service is to be effected, which in the case of any person who has given an address for service in the action may be such address.». [iii] Βλ. Annual Practice 1966, τόμος 1, σελίδες 230 και 231, καθώς επίσης και τις σελίδες 237 και
- [iv] Βλ. Annual Practice 1966, τόμος 1, σελίδες
- [v] Βλ. Odgers' Principles of Pleading and Practise, 16η έκδοση, σελίδες από 28 έως 32 και Μάριος Βαττη ν Χρυσταλλα Αυξεντιου κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 127/2009, 10/01/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο