ΤΑΚΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ κ.α. ν. ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΓΙΑΠΑΝΗ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 2576/2011, 12/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 2576/2011 Μεταξύ:
- ΤΑΚΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ
- ΜΑΡΩ ΔΕΠΙΝΔΟΥ Εναγόντων - και - ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΓΙΑΠΑΝΗ VILLANOVA LTD Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 12/01/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Α. Παπαλλής για Αντώνης Α. Παπαλλής & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Εναγόμενο 1: κ. Γ. Λουκαΐδης για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια. --------------------- ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ............................. σελίδα 2 [Β]. ΜΑΡΤΥΡΙΑ .............................. σελίδα 3 [Γ]. ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ .............. σελίδα 4 [Γ]. [α]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ .................... σελίδα 4 [Γ]. [β]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1.................... σελίδα 6 [Δ]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ............ σελίδα 8 α. Αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας 2 ........ σελίδα 9 β. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγομένου 1 ................................σελίδα 11 [Ε]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ, ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ............................. σελίδα 12 α. Νομική Πτυχή ....................... σελίδα 12 β. Τελικά Συμπεράσματα ................... σελίδα 14 γ. Εξέταση Εγερθέντων Ζητημάτων .............. σελίδα 19 γ. i. Ταυτότητα Αντιπροσωπευόμενου ........ σελίδα 20 γ. ii. Αλλοδαπός Αντιπροσωπευόμενος που δεν δύναται να εναχθεί .......................... σελίδα 29 γ. iii. Αλλοδαπός Αντιπροσωπευόμενος εκτός δικαιοδοσίας ................................σελίδα 31 [Ζ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ............................ σελίδα 39 ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
- Οι Ενάγοντες, με αυτή την Αγωγή, αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων, τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο αναγνωρίζει ότι η συμφωνία πώλησης του διαμερίσματος 301 στην πολυκατοικία του Γιάννου Θεοδώρου, στην οδό Minkov στην πόλη της Σόφιας στη Βουλγαρία, μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 Αναστάση Γιαπάνη ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου της εταιρείας Villanova Ltd και 2 της εταιρείας Villanova Ltd, έχει τερματιστεί νόμιμα και/ή ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να την τερματίσουν λόγω παράβασης των όρων της συμφωνίας από τους εναγομένους ή/και ότι με την καταχώριση της αγωγής η συμφωνία τερματίστηκε. Β. Το ποσό των €33.000 ως αποζημιώσεις για παράβαση ή/και διάρρηξη συμφωνίας πώλησης ή/και ως money had and received, ή/και δυνάμει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού ή/και ως ποσό που καταβλήθηκε χωρίς αντάλλαγμα ή/και άλλως πως. Γ. Επιστροφή του ποσού των €1000 το οποίο καταβλήθηκε για σκοπούς ίδρυσης εταιρείας στην Βουλγαρία ώστε να γραφτεί το αγορασμένο διαμέρισμα και €2.600 το οποίο θα αποτελούσε το κεφάλαιο της εταιρείας. Δ. Επιστροφή του ποσού των €300 το οποίο καταβλήθηκε για τα λογιστικά της ως άνω εταιρείας για το έτος
- Ε. Έξοδα πλέον Φ. Π. Α. και έξοδα επιδόσεως».
- Όπως προκύπτει από τον φάκελο που τηρείται από τον Πρωτοκολλητή για αυτή την Αγωγή, οι Ενάγοντες, την 22/06/2012, εξασφάλισαν απόφαση εναντίον της Εναγομένης 2, λόγω παράλειψης της τελευταίας να εμφανιστεί στην διαδικασία. Ανεξαρτήτως της έκδοσης απόφασης εναντίον της Εναγομένης 2, η υπόθεση οδηγήθηκε τελικά σε ακροαματική διαδικασία σε ότι αφορά και τον Εναγόμενο 1, η κατάληξη της οποίας ανακοινώνεται τώρα από το Δικαστήριο.
- Εισαγωγικά, σημειώνω επιπρόσθετα, ότι, οι όποιες υποσημειώσεις ή σημειώσεις τέλους στην απόφαση μου αυτή, αποτελούν μέρος του σκεπτικού της απόφασης μου. [Β]. ΜΑΡΤΥΡΙΑ
- Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων, μαρτυρία προσφέρθηκε στο Δικαστήριο μόνο από την Ενάγουσα 2 και δεν κλήθηκε για τον σκοπό αυτό στο Δικαστήριο οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
- Προς υπεράσπιση του Εναγομένου, μαρτυρία προσφέρθηκε στο Δικαστήριο μόνο από τον ίδιο και δεν κλήθηκε για σκοπούς μαρτυρίας το οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
- Προχωρώ να συνοψίσω, την εκατέρωθεν των διαδίκων εκδοχή, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς και να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία. [Γ]. ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ [Γ]. [α]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ
- Οι Ενάγοντες, με την μαρτυρία που έθεσαν υπόψη μου, υποστήριξαν την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Ο Εναγόμενος 1, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2 εταιρείας (Τεκμήριο ΜΔ1), συμφώνησε να πωλήσει στους Ενάγοντες το διαμέρισμα υπ' αριθμό 301 στην πολυκατοικία του Γιάννου Θεοδώρου στην οδό Minkov στην πόλη της Σόφιας στην Βουλγαρία (το εξής καλούμενο «το Διαμέρισμα»), το οποίο είχε αγοράσει, κατά τον ισχυρισμό του, η Εναγομένη 2 εταιρεία, από την εταιρεία Theodorou Properties BG Ltd. ii. Το τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε για €66.
- iii. Κατά ή περί την 01/11/2007, οι Ενάγοντες υπέγραψαν την συμφωνία πώλησης (στο εξής καλούμενη «η Συμφωνία», Τεκμήριο ΜΔ2 και ΜΔ3) και πλήρωσαν στη Λάρνακα στον Εναγόμενο 1, το ποσό των £7.023 (Λιρών Κύπρου), καθώς και το ποσό των €21.000, συνολικό ποσό €33.000, ως προκαταβολή για την αγορά του Διαμερίσματος. Αντίγραφο της απόδειξης παραλαβής των εν λόγω ποσών, παρουσιάστηκε από την Ενάγουσα 2 στο Δικαστήριο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΜΔ
- iv. Βάσει της Συμφωνίας, το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης, οι Ενάγοντες θα το πλήρωναν κατά την παράδοση σε αυτούς του Διαμερίσματος, το οποίο γεγονός, υπολογιζόταν να λάβει χώρα τον Ιανουάριο του
- Και αυτό το ποσό θα πληρωνόταν στον Εναγόμενο
- v. Για σκοπούς εγγραφής του Διαμερίσματος, ήταν αναγκαίο να ιδρυθεί εταιρεία στην Βουλγαρία. Κατόπιν οδηγιών του Εναγομένου 1, οι Ενάγοντες πλήρωσαν σε αυτόν το ποσό των €1.000 για την εγγραφή της εταιρείας και €2.600 για το κεφάλαιο της εταιρείας. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες, πλήρωσαν στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €350 για τα λογιστικά της εν λόγω εταιρείας για το έτος
- Το ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας που συστήθηκε για τους Ενάγοντες, Χριστοφή & Δεπίνδου ΕΠΕ, σε αντίγραφο, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από την Ενάγουσα 2 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΜΔ
- Αντίγραφα των αποδείξεων παραλαβής των προαναφερόμενων ποσών που εξέδωσε ο Εναγόμενος 1, παρουσιάστηκαν από την Ενάγουσα 2 στο Δικαστήριο και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια ΜΔ6 και ΜΔ7 αντίστοιχα. vi. Οι Εναγόμενοι, κατά παράβαση της Συμφωνίας, μέχρι και την καταχώριση της Αγωγής, δεν παρέδωσαν το Διαμέρισμα στους Ενάγοντες. Για αυτό τον λόγο, τα έξοδα που έγιναν από πλευράς Εναγόντων ήταν χωρίς ουσιαστικό λόγο ή αντίκρισμα ή/και κατέστησαν άσκοπα. vii. Οι Ενάγοντες, ζήτησαν με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 06/06/2011 (Τεκμήριο ΜΔ11), την πληρωμή του ποσού των €33.000 με τόκο προς 7% ετησίως από την ημερομηνία της προκαταβολής και τα έξοδα πλέον Φ. Π. Α. από τον Εναγόμενο 1 και μέσω αυτού από την Εναγομένη
- Παρά τούτο, οι Εναγόμενοι, μέχρι και την καταχώριση της Αγωγής, δεν κατέβαλαν στους Ενάγοντες κανένα ποσό. Περαιτέρω, παρά την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης 2, ως έχει προαναφερθεί, οι Ενάγοντες δεν εισέπραξαν οποιοδήποτε ποσό από την Εναγομένη 1 μέχρι και σήμερα. viii. Ο Εναγόμενος 1, είχε ενεργή ανάμειξη στη σύναψη της Συμφωνίας και όλες οι πληρωμές από τους Ενάγοντες έγιναν αποκλειστικά σε αυτόν. Μάλιστα ο Εναγόμενος 1 εξέδιδε επ' ονόματι του, ή της εταιρείας του, Overta Ltd, σχετικές αποδείξεις. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος 1, είχε γενικό πληρεξούσιο από την Εναγομένη 2 εταιρεία, να ενεργεί για λογαριασμό και εκ μέρους της, για αγοραπωλησίες ακινήτων, καθώς επίσης και για να διαχειρίζεται τα οικονομικά της που αφορούσαν αγοραπωλησίες ακινήτων. Μάλιστα, ο Εναγόμενος 1, απέστελλε στους Ενάγοντες, δια τηλεομοιοτυπικής μεταφοράς, σε διάφορες ημερομηνίες, επιστολές με θέμα την αγοραπωλησία του Διαμερίσματος (Τεκμήριο ΜΔ8). Οι Ενάγοντες, δεν είχαν ποτέ καμία προσωπική επικοινωνία με την Εναγομένη 2 εταιρεία ή οποιοδήποτε αξιωματούχο της ή το διευθυντή της, τον οποίο δεν γνώρισαν ποτέ. ix. Οι περιστάσεις αυτής της υπόθεσης επιβάλλουν, (εξυπακουόμενα), όρο στην Συμφωνία ότι και ο Εναγόμενος 1 δεσμευόταν προσωπικά από την Συμφωνία. [Γ] - [β]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1
- Ο Εναγόμενος, με την μαρτυρία που έθεσε υπόψη μου, αρνήθηκε την, από πλευράς Εναγόντων, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξε την δική του ακόλουθη εκδοχή: i. Παραδέχεται ότι, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2 εταιρείας, συμφώνησε να πωλήσει στους Ενάγοντες το Διαμέρισμα, το οποίο είχε αγοράσει η Εναγομένη 2 εταιρεία, από την εταιρεία Theodorou Properties BG Ltd. Η ιδιότητα του ως αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2 εταιρείας ήταν καλώς γνωστή στους Ενάγοντες. ii. Αρνείται ότι, κατά ή περί την 01/11/2007, οι Ενάγοντες υπέγραψαν την Συμφωνία και πλήρωσαν σε αυτόν στη Λάρνακα, το ποσό των £7.023 (Λιρών Κύπρου), καθώς και το ποσό των €21.000, συνολικό ποσό €33.000, ως προκαταβολή για την αγορά του Διαμερίσματος. Ισχυρίζεται ότι, οποιοδήποτε ποσό είχε πληρωθεί από τους Ενάγοντες σε αυτόν, αυτός το κατέβαλε στην Εναγομένη
- Προς τεκμηρίωση αυτού του ισχυρισμού του Εναγομένου, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από πλευράς του[1], αντίγραφο επιταγής που εξεδόθη από τον Ενάγοντα 1 προς όφελος κάποιου κ. Σολωμού Χατζηχαραλάμπους, για το ποσό των £7.023 (Λιρών Κύπρου), Τεκμήριο ΜΔ12, Παρουσίασε περαιτέρω απόδειξη παραλαβής ποσού £7.023 (Λιρών Κύπρου) και €17.792 αντίστοιχα από την κα Μαρία Χατζηχαραλάμπους, την 02/11/2007, Τεκμήριο ΑΓ
- Επιπρόσθετα, παρουσίασε στο Δικαστήριο και μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 27/03/2013, που παρουσιάζεται να έχει σταλεί από τον κ. Σολωμό Χατζηχαραλάμπους, Τεκμήριο ΑΓ1, με το οποίο, ο εν λόγω κ. Σόλωνας Χατζηχαραλάμπους φαίνεται να παραδέχεται ότι εισέπραξε από τον Εναγόμενο 1 κάποια ποσά σε ότι αφορούσε την Συμφωνία πώλησης του Διαμερίσματος. iii. Ο Εναγόμενος 1, παραδέχεται ότι, βάσει της Συμφωνίας, το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, οι Ενάγοντες θα το πλήρωναν κατά την παράδοση σε αυτούς του Διαμερίσματος, το οποίο γεγονός υπολογιζόταν να λάβει χώρα τον Ιανουάριο του
- Ισχυρίζεται ότι και το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος πώλησης, θα καταβαλλόταν στην Εναγομένη
- iv. Αρνείται ότι, για σκοπούς εγγραφής του Διαμερίσματος, ήταν αναγκαίο να ιδρυθεί εταιρεία στην Βουλγαρία. Αρνείται ότι, κατόπιν οδηγιών του, οι Ενάγοντες πλήρωσαν σε αυτόν το ποσό των €1.000 για την εγγραφή της εταιρείας και €2.600 για το κεφάλαιο της εταιρείας. Ισχυρίζεται ότι, τα ποσά αυτά δεν καταβλήθηκαν από τους Ενάγοντες στον ίδιο, αλλά στον δικηγόρο που είχαν ορίσει οι Ενάγοντες. Περαιτέρω, αρνείται ότι οι Ενάγοντες του πλήρωσαν το ποσό των €350 για τα λογιστικά της εν λόγω εταιρείας για το έτος
- Ισχυρίζεται ότι, το εν λόγω ποσό, καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες στον λογιστή της εταιρείας. v. Αρνείται ότι ο ίδιος είχε υποχρέωση να παραδώσει στους Ενάγοντες το Διαμέρισμα, ή ότι οφείλει να επιστρέψει στους Ενάγοντες το οποιοδήποτε ποσό. [Δ]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
- Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[i]
- Προτού προχωρήσω να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία, θέλω να τονίσω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[ii]. α. Αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας 2
- Η Ενάγουσα 2, ως μάρτυρας, μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Ανέπτυξε τις θέσεις της σε ότι αφορούσε τα επίδικα γεγονότα κατά την κυρίως εξέταση της, χωρίς απόκλιση από τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων και χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις όταν αντεξετάστηκε σε σχέση με αυτές. Πλείστες από τις θέσεις της αυτές, άλλωστε, τεκμηριώθηκαν από την μάρτυρα με την παρουσίαση των Τεκμηρίων ΜΔ1 έως ΜΔ11 και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από πλευράς Εναγομένου
- Είναι γεγονός ότι, μαρτυρώντας στο Δικαστήριο, η Ενάγουσα 2 δεν περιορίστηκε στο να αναφερθεί στα γεγονότα της υπόθεσης, αλλά έκαμε και μία προσπάθεια να επιχειρηματολογήσει ως προς τις νομικές τους επιπτώσεις. Προσπάθησε για παράδειγμα να υποστηρίξει, ότι, τα γεγονότα της υπόθεσης, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν είχε ρητά συμφωνηθεί μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου 1, επιβάλλουν έμμεσα ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους ότι ο τελευταίος θα δεσμευόταν και προσωπικά από την Συμφωνία Τεκμήριο ΜΔ
- Η επιχειρηματολογία αυτή, φυσικά, παρά το γεγονός ότι παρουσιάστηκε από την μάρτυρα, δια μέσου της μαρτυρίας της, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως σαν τα αναφερόμενα της να αποτελούν γεγονός.
- Προφανώς, η Ενάγουσα 2, ως πρόσωπο που δεν είναι νομομαθής, δεν ήταν σε θέση να εκφέρει μια τέτοια άποψη. Κατέστη τούτο έκδηλο, όταν αντεξετάστηκε επί του ζητήματος. Η απάντηση που έδωσε τότε, έδειξε και την επί του εν λόγω ισχυρισμού σύγχυση της, αφού, ενώ στην κυρίως εξέταση της ισχυρίστηκε τον προαναφερόμενο «εξυπακουόμενο όρο», αντεξεταζόμενη, όταν παραπέμφθηκε σε ισχυρισμούς της από ένορκο δήλωση που καταχώρησε προγενέστερα σε ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας της Αγωγής, αποδέχθηκε ότι, τεκμαίρεται η ύπαρξη του εν λόγω όρου, γιατί, ο αντιπροσωπευόμενος του Εναγομένου 1 είναι κάτοικος εξωτερικού. Είναι μεν και οι δύο περιπτώσεις, περιπτώσεις όπου, έμμεσα επιβάλλεται όρος σε συμφωνία μεταξύ συμβαλλομένων μερών. Είναι όμως περιπτώσεις διαφορετικές. Η μία περίπτωση αφορά την επιβολή ενός τέτοιου όρου ως όρου της συμφωνίας, λόγω των γεγονότων της υπόθεσης από το Δικαστήριο και η δεύτερη, επιβάλλεται, επενεργούντος του νόμου.
- Αν και απορρίπτω αυτό το μέρος της μαρτυρίας της Ενάγουσας 2[2], δεν κρίνω ότι η προσπάθεια της αυτή ήταν τέτοιου χαρακτήρα, που πρέπει να με οδηγήσει σε εύρημα ότι δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε ότι αφορά τα γεγονότα που ισχυρίστηκε. Αναφέροντας αυτό σημειώνω ότι, δεν διέλαθε της προσοχής μου ότι, στον φάκελο της διαδικασίας υπάρχουν ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από πλευράς Εναγόντων, περιλαμβανομένων και της Ενάγουσας 2, από τις οποίες διακρίνεται ότι υπήρξε μία αμφιταλάντευση ως προς το ποια ήταν ακριβώς τα γεγονότα που ισχυρίζονται ότι επιβάλλουν στον Εναγόμενο 1, έναντι τους, συμβατική υποχρέωση. Κυρίως, μεταξύ των δύο περιπτώσεων, ως έχουν προαναφερθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν αποδέχομαι ότι, οι Ενάγοντες, κατά την συνομολόγηση της Συμφωνίας Τεκμήριο ΜΔ2, είχαν σχηματίσει την πεποίθηση ότι, ήταν αναγκαία για σκοπούς απόδοσης αποδοτικότητας στην συναλλαγή τους με την Εναγομένη 2 εταιρεία, Villanova Ltd, η παράλληλη προσωπική δέσμευση του Εναγομένου 1, εκτέλεσης της.
- Δεν κρίνω όμως ότι, τα προαναφερόμενα στοιχεία της μαρτυρίας της Ενάγουσας 2, πλήττουν την αξιοπιστία της, η οποία βρίσκω, ότι, σε ότι αφορά τα γεγονότα, ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Τα ευρήματα, άλλωστε, ως προς τις νομικές προεκτάσεις και επιπτώσεις που έχουν τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι έργο του Δικαστηρίου.
- Αξιολογώντας την μαρτυρία της Ενάγουσας 2, καταλήγω ότι, σε αυτή, στο βαθμό που έγινε αποδεκτή, μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια για να εξάξω τα συμπεράσματα μου. β. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγομένου 1
- Πλείστες από τις ενέργειες του Εναγομένου 1, σε ότι αφορά τις υπηρεσίες που παρείχε στους Ενάγοντες, ως διαφαίνεται από το σύνολο της μαρτυρίας, ήταν, τουλάχιστον, πρόχειρες. Παρά το ότι, οι παραστάσεις του προς τους Ενάγοντες, ήταν ότι θα τους συμβούλευε για την επίδικη επένδυση τους στην Βουλγαρία, καμία σοβαρή προς τούτο συμβουλευτική εργασία ή ενέργεια δεν έγινε από πλευράς του. Το μοναδικό ζήτημα που φαίνεται να τον είχε απασχολήσει, ήταν, η ολοκλήρωση της συναλλαγής, μεταξύ των Εναγόντων και του πελάτη του, ιδιοκτήτη του Διαμερίσματος, κατά τον οποιοδήποτε τρόπο, για να επωφεληθεί της προμήθειας που και με τους δύο είχε συμφωνήσει.
- Η συμπεριφορά του Εναγομένου 1 έναντι των Εναγόντων, εγείρει σίγουρα ζητήματα δεοντολογίας και επιμέλειας, που δεν είναι του παρόντος να εξεταστούν, αφού με την Αγωγή τους αυτή, οι Ενάγοντες. δεν τα κατέστησαν επίδικα. Πάραυτα, δεν βρίσκω τα στοιχεία αυτά της μαρτυρίας του Εναγομένου 1, που με οδηγούν σε αυτό μου το συμπέρασμα, να δικαιολογούν εύρημα ότι ο Εναγόμενος 1 δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε ότι αφορά τα όσα γεγονότα ισχυρίστηκε. Άλλωστε, είναι διαπίστωση μου, ότι, πλείστα από τα γεγονότα σε ότι αφορά την επίδικη συναλλαγή, ως εξιστορήθηκαν από αμφότερους Ενάγουσα 2 και Εναγόμενο 1, αποτελούν κοινό τόπο. Για κάποια από τα γεγονότα που οι Ενάγοντες εξέφρασαν άγνοια, μαρτυρία έδωσε ο Εναγόμενος 1 και δεν βρίσκω από την αντεξέταση του, η μαρτυρία του ως προς αυτά να έχει πληγεί σε βαθμό ώστε να δικαιολογείτο απόρριψη της. Και η μαρτυρία του Εναγομένου 1, άλλωστε, υποστηρίχθηκε από έγγραφη μαρτυρία, τα Τεκμήρια ΜΔ12, ΑΓ1 και ΑΓ2, που τεκμηριώνουν τις θέσεις του και δεν παρουσιάζουν την οποιαδήποτε αντίφαση με την προφορική του μαρτυρία.
- Αξιολογώντας την μαρτυρία του Εναγομένου 1, καταλήγω ότι, και σε αυτή, μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια για να εξάξω τα συμπεράσματα μου. [Ε]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ, ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ α. Νομική Πτυχή
- Βάση της Αγωγής που ηγέρθηκε από πλευράς Εναγόντων εναντίον του Εναγομένου 1 και βασικός άξονας της επιχειρηματολογίας του δικηγόρου τους ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί, παράβαση σύμβασης από πλευράς Εναγομένου 1 σε βάρος των Εναγόντων, βασιζόμενοι συγκεκριμένα στις πρόνοιες του Άρθρου 190 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα έγερσης αγωγής εναντίον αντιπροσώπου όταν σύμβαση στην οποία προσέρχεται υπό αυτή του την ιδιότητα δεν εκτελεστεί.
- Αυτό προνοεί: «
(1)Ελλείψει συμβατικού όρου για αυτό, ο αντιπρόσωπος δεν δύναται να εκτελέσει προσωπικά σύμβαση που συνάφθηκε από αυτόν για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ούτε δεσμεύεται προσωπικά από αυτή.
(2)Τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει στις ακόλουθες περιπτώσεις- (α) όταν η σύμβαση καταρτίζεται από αντιπρόσωπο για την πώληση ή την αγορά αγαθών, για λογαριασμό εμπόρου που διαμένει στην αλλοδαπή~ (β) όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου~ (γ) όταν ο αντιπροσωπευόμενος, παρόλο ότι αποκαλύφτηκε το όνομα του, δεν δύναται να εναχθεί». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Η συνομολόγηση σύμβασης με τη μεσολάβηση αντιπροσώπου, είναι μια από τις μεθόδους περιορισμού της αρχής του «privity of contract»[iii]. Στην Κύπρο, το ζήτημα αυτό της αντιπροσωπείας, ρυθμίζεται, από το Μέρος ΧΙΙΙ του Κεφ.
- Η γενική αρχή είναι, ότι, ο αντιπρόσωπος, αποσύρεται από την όλη συναλλαγή στην οποία ο εντολέας του προσέρχεται με τρίτο πρόσωπο και ως εκ τούτου, ο ίδιος, δεν ευθύνεται για την σύμβαση ή έχει εξουσία να την εφαρμόσει[iv]. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις, ως έχει προαναφερθεί, αλλά και άλλες ως έχουν αναγνωρισθεί νομολογιακά από το κοινό δίκαιο, όπου, ένας αντιπρόσωπος, μπορεί να ευθύνεται προσωπικά ή και προσωπικά, παρά το γεγονός ότι προσέρχεται στην σύμβαση υπό αυτή του την ιδιότητα. Αποφασιστικής σημασίας παράγοντας, σε μια τέτοια περίπτωση, είναι, ως έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά, η πρόθεσης των μερών. Το κριτήριο, εν προκειμένω, είναι αντικειμενικό και βασίζεται στο τι δύο λογικά συναλλασσόμενα πρόσωπα που θα προσέρχονταν σε μία συμφωνία αυτής της φύσης, υπό τους συγκεκριμένους όρους και υπό τις συγκεκριμένες περιβάλλουσες περιστάσεις, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποσκοπούσαν[v]. Το ζήτημα φυσικά απλοποιείται, όταν η πρόθεσης αυτή των μερών έχει αποτυπωθεί γραπτώς σε κείμενο συμφωνίας, οπόταν και η διαφορά ως προς την ευθύνη ή την εξουσία εφαρμογής της από αντιπρόσωπο, συνήθως, περιορίζεται σε ζήτημα ερμηνείας της σύμβασης. Αντιπρόσωπος, δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη, αν, από την σύμβαση, ερμηνευμένη ως σύνολο, φαίνεται ότι, αυτός, προσήλθε στην συμφωνία ως αντιπρόσωπος, χωρίς την ανάληψη οποιασδήποτε προσωπικής υποχρέωσης. β. Τελικά Συμπεράσματα
- Τα ακόλουθα, αποτελούν τα βασικά ευρήματα μου ως προς τα επίδικα γεγονότα, που έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου, λαμβανομένων υπόψη και των παραδεκτών ή/και μη αμφισβητούμενων γεγονότων. Αυτά, συμπληρώνονται περαιτέρω, στην συνέχεια της απόφασης μου, κατά την εξέταση των ζητημάτων που εγέρθηκαν από τους διαδίκους: i. Το έτος 2007, οι Ενάγοντες, για τον λόγο ότι ο υιός τους θα μετέβαινε στην Σόφια της Βουλγαρίας για σπουδές, η διάρκεια των οποίων θα ήταν για τέσσερα έτη, είχαν ενδιαφερθεί και αποφάσισαν να αγοράσουν ένα διαμέρισμα για την εκεί διαμονή του. ii. Λόγω της ανάμειξης του Εναγομένου 1 με τους κύκλους των φοιτητών στην Βουλγαρία, οι Ενάγοντες είχαν μάθει για τις υπηρεσίες που ο Εναγόμενος 1 θα μπορούσε να τους προσφέρει προς την υλοποίηση της απόφασης τους να αγοράσουν ένα διαμέρισμα στην Σόφια της Βουλγαρίας, μέσω του υιού τους, ο οποίος έτυχε σχετικής πληροφόρησης. iii. Υπήρξε επικοινωνία και συνάντηση με τον Εναγόμενο 1, ο οποίος τους παρέστησε ότι ήταν σύμβουλος επενδύσεων και ότι μπορούσε να τους συμβουλεύσει σχετικά με την αγορά διαμερίσματος στην πόλη της Σόφιας της Βουλγαρίας. iv. Οι Ενάγοντες, είχαν, προς τον σκοπό υλοποίησης της απόφασης τους για αγορά διαμερίσματος στην πόλη της Σόφιας της Βουλγαρίας, συναντήσεις με τον Ενάγοντα, τόσο στο γραφείο της εταιρείας του Overta Ltd στη Λάρνακα, όσο και στη πόλη της Σόφιας. v. Ο Εναγόμενος 1 είχε υποδείξει στους Ενάγοντες το Διαμέρισμα και αυτοί, αφού το έκριναν κατάλληλο για αγορά, εξέφρασαν προς τον Εναγόμενο 1, το ενδιαφέρον τους να το αγοράσουν. Η ανοικοδόμηση του Διαμερίσματος και του όλου συγκροτήματος που αυτό ανήκει, σε εκείνο το στάδιο, δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. vi. Ο Εναγόμενος 1, είχε πληροφορήσει τους Ενάγοντες ότι το Διαμέρισμα ανήκε σε πελάτη του, κάποιο κ. Σόλωνα Χατζηχαραλάμπους, μόνιμο κάτοικο Νέας Υόρκης των Η. Π. Α.[3], με τον οποίο είχε επικοινωνήσει για τα του ενδιαφέροντος των Εναγόντων να αγοράσουν το Διαμέρισμα και ότι το εν λόγω πρόσωπο τους το προσέφερε προς πώληση. Ακολούθησαν τότε, μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου 1, σχετικές, με το ζήτημα, επικοινωνίες, προφορικές και γραπτές (μεταξύ των οποίων και αυτές των Τεκμηρίων ΜΔ8, ΜΔ9 και ΜΔ10), που οδήγησαν στην Συμφωνία ημερομηνίας 01/11/2007 (Τεκμήριο ΜΔ2). vii. Συμβουλές για το πώς θα προχωρούσαν, ώστε να προσέλθουν στην Συμφωνία Τεκμήριο ΜΔ2, οι Ενάγοντες, ελάμβαναν σε κάθε στάδιο της επίδικης συναλλαγής μόνο από τον Εναγόμενο
- Μεταξύ αυτών των συμβουλών του Εναγομένου 1 προς τους Ενάγοντες, ήταν και η ίδρυση από τους Ενάγοντες, εταιρείας στην Βουλγαρία για να μεταβιβαστεί σε αυτή το Διαμέρισμα που θα αγόραζαν. viii. Οι Ενάγοντες, σε κάθε στάδιο της επίδικης συναλλαγής, ενεργούσαν βάσει των συμβουλών που τους παρείχε ο Εναγόμενος
- Στην βάση αυτών και κατόπιν υπόδειξης του Εναγομένου 1, οι Ενάγοντες κατέβαλαν στον Εναγόμενο 1, πριν την υπογραφή της Συμφωνίας την 01/11/2007, ήτοι την 19/10/2007, το συνολικό ποσό των €3.600 για την ίδρυση της προαναφερόμενης εταιρείας τους στην Βουλγαρία (δέστε σχετικά το Τεκμήριο ΜΔ6). Η εν λόγω εταιρεία στην Βουλγαρία με την επωνυμία «Χριστοφή & Δεπίνδου» είχε ήδη ιδρυθεί, κατόπιν ενεργειών του Εναγομένου 1, την 17/10/2007[4]. Αυτή, ως οντότητα, εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι και σήμερα. Ακολούθως, οι Ενάγοντες, την 09/01/2008, κατόπιν υπόδειξης του Εναγομένου 1, είχαν καταβάλει σε αυτόν και το ποσό των €350 για τα «λογιστικά» της εν λόγω εταιρείας για το έτος
- ix. Οι Ενάγοντες προσήλθαν σε συμφωνία για την αγορά του Διαμερίσματος την 01/11/2007, υπογράφοντας την Συμφωνία, Τεκμήριο ΜΔ2, το κείμενο της οποίας είχε ετοιμαστεί από τον Εναγόμενο
- Για τον πωλητή του Διαμερίσματος, ως παρουσιάζεται στην Συμφωνία Τεκμήριο ΜΔ2, Villanova Ltd, υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της. Ο Εναγόμενος 1, είχε, για τα της πληρεξουσιότητας του να προσέλθει στην Συμφωνία Τεκμήριο ΜΔ2, παρουσιάσει στους Ενάγοντες το πληρεξούσιο Τεκμήριο ΜΔ
- Σε αυτό παρουσιάζεται ότι, κάποιος κ. Σολωμός Χατζηχαραλάμπους, ως διευθυντής της Villanova Ltd, εξουσιοδοτεί τον Εναγόμενο 1, μεταξύ άλλων, «να αγοράζει και πουλάει από το όνομα και για λογαριασμό της Villanova Ltd με τιμή όπως βρίσκει λογική τα ακίνητα» και «να λαμβάνει από το όνομα και για το λογαριασμό της εταιρείας την τιμή για τα αναφερόμενα ακίνητα στο εδ. 1 του . πληρεξουσίου». x. Ο Εναγόμενος 1, είχε παρουσιάσει στους Ενάγοντες και την συμφωνία αγοράς του Διαμερίσματος, στην οποία φαίνεται να είχε προσέλθει την 18/05/2005, κάποια επίσης βουλγαρική εταιρεία, η Theodorou Properties BG Ltd, ως πωλήτρια, με κάποιο κ. Σολωμό Χατζηχαραλάμπους, ως αγοραστή. Δηλαδή το Τεκμήριο ΜΔ
- Το εν λόγω έγγραφο, είχε γίνει παράρτημα στην Συμφωνία Τεκμήριο ΜΔ2 κατά τον χρόνο της σύναψης της. Σύμφωνα με τις παραστάσεις που είχαν γίνει στους Ενάγοντες από τον Εναγόμενο 1, η εν λόγω Theodorou Properties BG Ltd ήταν η εταιρεία ανάπτυξης γης που κατασκεύαζε το κτηριακό συγκρότημα στο οποίο ανήκει το Διαμέρισμα. Η δε εταιρεία, Villanova Ltd, ήταν, πληροφορήθηκαν από τον Εναγόμενο 1, η εταιρεία στην οποία θα μεταβιβαζόταν το Διαμέρισμα από την Theodorou Properties BG Ltd. xi. Οι Ενάγοντες πριν, κατά και αμέσως μετά που προσήλθαν στην Συμφωνία Τεκμήριο ΜΔ2, δεν γνώριζαν οτιδήποτε για την εταιρεία Theodorou Properties BG Ltd. Είχαν επικοινωνήσει με την εν λόγω Theodorou Properties BG Ltd για να διερευνήσουν γιατί δεν τους μεταβιβαζόταν το Διαμέρισμα, όταν είχε παρέλθει αρκετός χρόνος από την ημερομηνία που οι Ενάγοντες ανέμεναν, βάσει της Συμφωνίας Τεκμήριο ΜΔ2, ότι θα τους μεταβιβαζόταν το Διαμέρισμα. xii. Το συνολικό τίμημα για την αγορά του Διαμερίσματος, είχε συμφωνηθεί στις €66.
- Με την υπογραφή της Συμφωνίας Τεκμήριο ΜΔ2, την ίδια ημέρα, δηλαδή την 01/11/2007, οι Ενάγοντες κατέβαλαν στον Εναγόμενο 1, το ποσό των £7.023 (Λιρών Κύπρου), καθώς και το ποσό των €21.000, δηλαδή συνολικό ποσό €33.000, ως προκαταβολή για την αγορά του Διαμερίσματος Τεκμήριο ΜΔ4). Για το ποσό των £7.023 (Λιρών Κύπρου) είχε, κατόπιν υπόδειξης του Εναγομένου 1, εκδοθεί από τον Ενάγοντα 1, επιταγή στο όνομα κάποιου Σολωμού Χατζηχαραλάμπους, πληρωτέα την 01/11/2007 (Τεκμήριο ΜΔ12) η οποία είχε παραδοθεί στον Εναγόμενο
- Το δε ποσό των €21.000, είχε καταβληθεί στον Εναγόμενο 1 από τους Ενάγοντες σε μετρητά. Ο Εναγόμενος 1, παραλαμβάνοντας το εν λόγω ποσό από τους Ενάγοντες, δεν τους εξέδωσε απόδειξη παραλαβής. xiii. Παρά το γεγονός ότι, στην Συμφωνία Τεκμήριο ΜΔ2, υπήρχε πρόνοια ότι οι Ενάγοντες θα κατέβαλλαν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης για την αγορά του Διαμερίσματος με την μεταβίβαση του, η οποία «υπολογιζόταν τον Ιανουάριο του 2008», το Διαμέρισμα δεν τους μεταβιβάστηκε ή παραδόθηκε ποτέ. Για αυτό τον λόγο, οι Ενάγοντες, είχαν, τον Ιούνιο του έτους 2011, απαιτήσει, με επιστολή των δικηγόρων τους (Τεκμήριο ΜΔ11), από τον Εναγόμενο 1 προσωπικά και υπό την ιδιότητα του ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου της Villanova Ltd, επιστροφή του ποσού των €33.
- xiv. Οι Ενάγοντες, δεν γνωρίζουν, ούτε και ήρθαν ποτέ σε επαφή οι ίδιοι προσωπικά με τον κ. Σόλωνα ή Σολωμό Χατζηχαραλάμπους, ή την εταιρεία Villanova Ltd. xv. Για τις υπηρεσίες που τους προσέφερε ο Εναγόμενος 1, οι Ενάγοντες, του πλήρωσαν το ποσό των €2.640[5]. xvi. Η Villanova Ltd, ως εταιρεία ιδρυθείσα στην Βουλγαρία, υφίσταται. Παρά την έκδοση απόφασης εναντίον της εν λόγω εταιρείας, που ήταν η Εναγομένη 2 σε αυτή την Αγωγή, οι Ενάγοντες δεν εισέπραξαν από αυτήν το οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση της εξ αποφάσεως οφειλής της, ούτε και επεδίωξαν την εκτέλεση της απόφασης εναντίον της με τον οποιοδήποτε τρόπο. γ. Εξέταση Εγερθέντων Ζητημάτων
- Κατ' αρχήν, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, το Δικαστήριο, θα ενασχοληθεί με την εξέταση ζητημάτων που, βάσει της δικογραφίας και εν συνεχεία κατά την ακροαματική διαδικασία, κατέστησαν και παρέμειναν ως επίδικα μέχρι τέλους. Ως εκ τούτου, δεν θα γίνει αναφορά σε ζητήματα τα οποία τυχόν να προκύπτουν από μελέτη της νομικής πτυχής του ζητήματος και τα οποία θα μπορούσαν να εξεταστούν στην βάση των γεγονότων αυτής της υπόθεσης, ακριβώς γιατί ουδέποτε ήσαν επίδικα. Όπως δεν θα γίνει αναφορά και σε ζητήματα που εγέρθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία ή και κατά τις τελικές αγορεύσεις και εισηγήσεις των διαδίκων, τα οποία είναι επίσης εκτός δικογράφων και ως εκ τούτου, εκτός δίκης. Εντελώς επιγραμματικά, τέτοια εντοπίζω να είναι τα ακόλουθα ζητήματα: (α) Κανονικός τερματισμός της επίδικης Σύμβασης[6], (β) Παρανομία στην σύμβαση, (γ) Παράβαση καθήκοντος επιμέλειας του Εναγομένου 1 έναντι των Εναγόντων, (δ) Κώλυμα συνέχισης της υπόθεσης εναντίον του Εναγομένου 1 από πλευράς Εναγόντων, λόγω επιλογής προσαγωγής αξίωσης εναντίον της Εναγομένης 2 αντιπροσωπευόμενης του, (δ) Κατά πόσο ο Εναγόμενος 1, ως αντιπρόσωπος τρίτου, υπέχει ευθύνης έναντι των Εναγόντων λόγω πρακτικής («usage») που ακολουθείται ή εφαρμόζεται για συναλλαγές του τύπου ως είναι και η επίδικη και (ε) Κατά πόσο υπήρξε υπό τις περιστάσεις παράλληλη συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου 1, εγγύησης από τον τελευταίο, κάλυψης τυχόν ζημιάς των Εναγόντων σε περίπτωση που η Εναγομένη 2 εταιρεία, Villanova Ltd, δεν εκτελούσε τα συμφωνηθέντα της Συμφωνίας Τεκμήριο ΜΔ
- γ. i. Ταυτότητα Αντιπροσωπευόμενου
- Βασική θέση των Εναγόντων, σε ότι αφορά το βάσιμο της απαίτησης τους δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 190 του Κεφ. 149, ήταν η εξής (- την οποία παραθέτω αυτούσια, ως καταγράφεται στο γραπτό κείμενο της τελικής αγόρευσης του συνηγόρου τους -): «
- Δεν απεκαλήφθη ή τουλάχιστον δεν απεκαλήφθη πλήρως ή/και επαρκώς ή/και καθαρά ποιος ήταν ο Αντιπροσωπευόμενος / "Principal" ή δεν ήταν ξεκάθαρο ποιόν αντιπροσώπευε ο Εναγόμενος 1 αφού στο μεν Πωλητήριο Έγγραφο (Τεκμήριο ΜΔ2) αναφέρεται ρητά ότι είναι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της εταιρείας "Villanova Ltd" και στο πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο ΜΔ1) αναφέρεται ότι Πληρεηουσιοδοτών ήταν ο Σολομός Χατζηχαραλάμπους, ως διευθυντής της Villanova Ltd "για να αγοράζει και πουλάει από το όνομα και για λογαριασμό της Villanova Ltd με τιμές όπως βρίσκει για λογική για τα ακίνητα" κτλ . στο δε Πωλητήριο Έγγραφο (Τεκμήριο ΜΔ3) το οποίο ήταν αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Πώλησης του Διαμερίσματος . (Τεκμήριο ΜΔ2), αναφέρεται ότι δικαιούχος του Διαμερίσματος, ως Αγοραστής από την Εταιρεία Theodorou Properties BG Ltd, ήταν ο Σολωμός Χατζηχαραλάμπους, παρά το γεγονός ότι στο Τεκμήριο ΜΔ2 αναφέρεται ότι ". η συμφωνία πώλησης βασίζεται στο Πωλητήριο Έγγραφο που επισυνάπτεται, το οποίο υπογράφει η Εταιρεία Villanova Ltd μαζί με την εταιρεία Theodorou Properties BG Ltd".
- Με βάση τα ανωτέρω οι Ενάγοντες υποστηρίζουν ότι δεν ήταν ξεκάθαρο ποιος ήταν ο Αντιπροσωπευόμενος / "Principal" η εταιρεία "Villanova Ltd" ή προσωπικά ο Σολωμός Χατζηχαραλάμπους».
- Προκύπτει, από την προαναφερόμενη εισήγηση, εμφανώς, ζήτημα που αφορά το κατά πόσο αποκαλύφθηκε, ή όχι, η ταυτότητα του αντιπροσωπευόμενου με τον οποίο οι Ενάγοντες προσήλθαν στην Συμφωνία, Τεκμήριο ΜΔ
- Μελέτη της νομολογίας και των συγγραμμάτων που πραγματεύονται το ζήτημα, αποκαλύπτει, ότι, εκεί όπου ένας αντιπρόσωπος αποκαλύπτει την ύπαρξη αντιπροσωπευόμενου για τον οποίο ενήργησε για σκοπούς συνομολόγησης συμφωνίας, αλλά όχι το όνομα του, ο αντιπρόσωπος δεν καθίσταται προσωπικά υπεύθυνος λόγω μόνο αυτού του γεγονότος. Αυτό, θεωρείται απλά ως ένα από τα στοιχεία που μπορούν να προσμετρήσουν στην απόφαση του Δικαστηρίου, αναφορικά με το κατά πόσο ο αντιπρόσωπος αυτός συμβλήθηκε, ή όχι, προσωπικά, με το αντισυμβαλλόμενο στην συμφωνία πρόσωπο. Πάρα την αποκάλυψη της ταυτότητας του αντιπροσωπευόμενου του, αντιπρόσωπος δεσμεύεται σε ότι αφορά την σύμβαση προσωπικά, όταν προκύψει ότι αυτός είναι ο πραγματικός αντιπροσωπευόμενος, ή όταν ο αντιπροσωπευόμενος που αποκάλυψε δεν υπάρχει ή είναι κάποιος άλλος ή είναι ανίκανος να προσέλθει στην συγκεκριμένη σύμβαση.
- Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Τόμος 2
(1), 4η Έκδοση (Επανέκδοση), στην σελίδα 128, στην παράγραφο 184, αναφέρονται τα εξής σε ότι αφορά την περίπτωση όπου η ταυτότητα ενός αντιπροσωπευόμενου δεν αποκαλύπτεται: «Where an agent is making a contract discloses the existence, but not the name, of a principal on whose behalf he is acting he is not made liable by the mere fact of not disclosing the name, for that is only a relevant factor in deciding whether the agent contracted personally or not, although he may become liable, for example, by trade usage. The issue of liability depends upon the terms in which the agent contracted, and the fact of non-disclosure of the identity of the principal will not be conclusive either way. Prima facie a party is personally liable on a contract if he puts his unqualified signature to it. In order therefore, to exonerate the agent from liability, the contract must show, when construed as a whole, that he contracted as agent only, and did not undertake any personal liability. It is not sufficient that he should have described himself in the contract as an agent, for the contract and the surrounding circumstances may indicate that he is liable. If he states only on behalf of a principal, he is not liable, unless the rest of the contract clearly involves his personal liability, or unless he is shown to be the real principal. The words 'as agents', 'on account of', 'on behalf of' and 'for' are conclusive when qualifying the signature to qualify responsibility of the signatory as principal whether the identity of the actual principal is disclosed or not, and notwithstanding that the contract may impose active obligations upon the agent towards the other contracting party. If the addition to the signature is merely 'agent' the effect will depend on whether the term is used as a description or as a qualification. The mere addition of the words 'secretary' or 'director' to the signature of a company's agent will not be sufficient to avoid his personal responsibility. When on the construction of a written contract, the agent is held not to have contracted personally, evidence of usage may be admissible to make him liable, unless the usage is inconsistent with the express contract. No oral evidence of intention is, however admissible to exonerate him from liability contrary to the terms of the contract, except that by way of defence he may set up an express agreement between himself and the other contracting party to that effect. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στο σύγγραμμα Bowstead & Reynolds on Agency, 19η Έκδοση, για το ίδιο ζήτημα, στις σελίδες 552, 553 και 554, στην παράγραφο 9-016 αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Difficult problems must frequently occur in the case of unidentified principals. Where the agent gives the third party to understand that he acts for another, as by reference to "our principals", "our clients", etc., there may indeed be cases where the third party can be regarded as being willing to deal with the principal, whoever he is. Indeed it has been said that in an ordinary commercial transaction such willingness may be assumed by the agent in the absence of other indications. But this may sometimes be an improbable construction to put on the situation; at the other end of the scale, therefore, such facts may give rise, or assist in giving rise, to the inference that the third party deals only with the agent (the problem of the agent's position vis-a-vis his principal being irrelevant to the third party). But there is a middle course. The Restatement, Third provides that when the agent acts for a principal whose existence is known but who is not identified at the time of contracting, the agent is unless otherwise agreed a party to the contract, and the inference is that he is in addition to and not in substitution for the principal (though sometimes his liability may cease on disclosure of the principal's identity). Though the fact that the agent does not name his principal is obviously relevant in determining whether he contracts personally, such a general proposition has actually been rejected in England in respect of unwritten contracts, and in the Supreme Court of Canada in respect of a written contract. In view of the weakness, or at least uncertainty, of the law as to demanding to know the identity of the principal, this is perhaps unfortunate. But the wording of written contracts may certainly give rise to the agent being a party to the contract in such a case. And there are many cases showing that in such situations the court will recognise a trade usage that a commercial agent, e.g. a broker, is personally liable, particularly if his principal is unidentified. Here again the exact terms of the agent's engagement with the third party require careful analysis. The trade custom cases, which arise mostly in the context of the rules of evidence, on the whole do seem to assume that the agent's liability is additional to that of his principal: a collateral contract and suretyship are also sometimes suggested. ... ». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στην υπό εξέταση περίπτωση, είναι γεγονός παραδεκτό, ότι, ο Εναγόμενος 1 προσήλθε στην Συμφωνία Τεκμήριο ΜΔ2 με τους Ενάγοντες ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2 εταιρείας, Villanova Ltd, έχοντας προς τούτο την εκ των προτέρων εντολή της, μέσω του διοικητικού της συμβούλου κ. Σολωμού Χατζηχαραλάμπους[vi]. Έχοντας, μάλιστα, Ο Εναγόμενος 1, υποδείξει στους Ενάγοντες το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο ΜΔ1, που κάλυπτε, ως προκύπτει, την εξουσιοδότηση και την εντολή του να προσέλθει με τους Ενάγοντες στην Συμφωνία Τεκμήριο ΜΔ2 για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας.
- Σημειώνεται εδώ, παρενθετικά, ότι, η νομιμότητα και εγκυρότητα του εν λόγω πληρεξούσιου εγγράφου από πλευράς Εναγόντων δεν αμφισβητήθηκε. Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί από πλευράς Εναγόντων, η ρητή εξουσιοδότηση του Εναγομένου 1 να ενεργήσει, βάσει αυτού, για λογαριασμό της Εναγομένης 2 εταιρείας, Villanova Ltd. Δεδομένο, παραδεκτό, είναι και η οντότητα της Εναγομένης 2, καθώς επίσης και το γεγονός ότι, ο κ. Σολωμός Χατζηχαραλάμπους είναι ο μοναδικός διοικητικός της σύμβουλος.
- Με αυτά ως δεδομένα και εξετάζοντας τις πρόνοιες της Συμφωνίας, Τεκμήριο ΜΔ2, δεν βρίσκω ο Εναγόμενος 1 να ανέλαβε έναντι των Εναγόντων στην βάση αυτής, την οποιαδήποτε προσωπική υποχρέωση και ότι προσήλθε σε αυτήν, καθαρά, ως αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2 εταιρείας, Villanova Ltd.
- Τώρα, είναι κατά την άποψη μου άσχετο αν ο μοναδικός μέτοχος της εν λόγω εταιρείας είναι ο εν λόγω Σολωμός Χατζηχαραλάμπους, ή/και αν, σε αυτήν, δικαιούχος είναι και ο Εναγόμενος 1[7]. Αφενός γιατί, δεν δικογραφήθηκε ως θέση στην έκθεση απαίτησης των Εναγόντων[8] και αφετέρου γιατί, η Εναγομένη 2, ως νομική οντότητα[9], είναι ξεχωριστή από τα μέλη, μετόχους της, ή και τα δικαιούμενα σε μετοχές της πρόσωπα και συνεπώς, οι όποιες συναλλαγές της, και δη τα όποια δικαιώματα ή και υποχρεώσεις που τυχόν να προκύπτουν από αυτές, αφορούν κατά αποκλειστικότητα την ίδια. Συνεπώς, δεν βλέπω πως οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να επωφεληθούν από εύρημα του Δικαστηρίου ότι, μέτοχος ή και δικαιούχος μετοχών της Εναγομένης 2 εταιρείας, Villanova Ltd, ήταν και ο Εναγόμενος 1, από την στιγμή που, ως έχει προαναφερθεί, κάτι τέτοιο δεν θα άλλαζε οτιδήποτε σε ότι αφορά το γεγονός ότι, αντιπροσωπευόμενος στην επίδικη συναλλαγή ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο, η Εναγομένη 2 εταιρεία, Villanova Ltd και όχι ο ίδιος ο Εναγόμενος 1, ή πρόσωπο άλλο από την εν λόγω εταιρεία[10] και δη ότι, αντιπρόσωπος αυτού του προσώπου, ήταν ο Εναγόμενος 1[11].
- Συναφώς, δεν βλέπω πως υποστηρίζει την θέση των Εναγόντων το γεγονός ότι, στο πωλητήριο έγγραφο Τεκμήριο ΜΔ3, μεταξύ της Theodorou Properties BG Ltd και του εν λόγω Σολωμού Χατζηχαραλάμπους, δεν είναι συμβαλλόμενη η Εναγομένη 2 εταιρεία, Villanova Ltd, από την στιγμή που δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι, μεταξύ της Theodorou Properties BG Ltd και του εν λόγω Σολωμού Χατζηχαραλάμπους συμφωνήθηκε, ότι το Διαμέρισμα «με την τιτλοποίηση του» θα μεταβιβαζόταν στην Εναγομένη 2 εταιρεία, Villanova Ltd[12]. Σαφέστατα, εδώ, δεν θα εξεταστεί και δεν εξετάζεται γιατί δεν αφορά τα επίδικα ζητήματα, το κατά πόσο μία τέτοια συμφωνία μεταξύ της Theodorou Properties BG Ltd και του εν λόγω Σολωμού Χατζηχαραλάμπους ήταν ή όχι υλοποιήσιμη και πως. Αποτελεί, βρίσκω, αναντίλεκτο γεγονός, ότι, κάτι τέτοιο είχε συμφωνηθεί μεταξύ των δύο και ότι, ήταν στην βάση αυτού του δεδομένου (- που είχε μάλιστα γνωστοποιηθεί στους Ενάγοντες κατά την σύναψη της επίδικης Συμφωνίας Τεκμήριο ΜΔ2 -), που οι Ενάγοντες προσήλθαν με την Εναγομένη 2 εταιρεία, Villanova Ltd στην επίδικη Συμφωνία Τεκμήριο ΜΔ2, αποδεχόμενοι τα όποια δικαιώματα τυχόν να είχε αυτή στο Διαμέρισμα την δεδομένη στιγμή, βάσει του πωλητήριου εγγράφου μεταξύ της Theodorou Properties BG Ltd και του εν λόγω Σολωμού Χατζηχαραλάμπους Τεκμήριο ΜΔ
- Τώρα, αν υπό αυτές τις περιστάσεις, η Εναγομένη 2 εταιρεία, Villanova Ltd, θα αδυνατούσε να υλοποιήσει τα συμφωνηθέντα και θα παρέβαινε τους όρους της Συμφωνίας Τεκμήριο ΜΔ2, είναι κάτι που αφορά την σχέση των δύο (Εναγόντων και Εναγομένης 2) και όχι τον Εναγόμενο
- Συνεπώς, κατάληξη μου είναι ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η ταυτότητα του αντιπροσωπευόμενου του Εναγομένου 1, ήτοι, της Εναγομένης 2 εταιρείας, Villanova Ltd, είχε αποκαλυφθεί στους Ενάγοντες και οι τελευταίοι δεν είχαν καμία αμφιβολία ως προς αυτό το γεγονός.
- Σε συνέχεια των προαναφερομένων, πρέπει, περαιτέρω, να σημειωθεί και το εξής. Από τα γεγονότα, δεν βρίσκω να ήταν αποφασιστικής σημασίας παράγοντας για τους Ενάγοντες για να προσέλθουν στην Συμφωνία Τεκμήριο ΜΔ2, το κατά πόσο ιδιοκτήτης του Διαμερίσματος ήταν, είτε η Εναγομένη 2 εταιρεία, Villanova Ltd, είτε ο εν λόγω Σολωμός Χατζηχαραλάμπους[vii]. Η εμπλοκή των οποίων (και των δύο) στην επίδικη συναλλαγή, σημειώνεται, τους ήταν γνωστή.
- Άλλωστε, ο ισχυρισμός που αποτέλεσε βάση του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων εναντίον του Εναγομένου 1 (αλλά και της Εναγομένης 2 εταιρείας) ήταν ότι, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων της Συμφωνίας Τεκμήριο ΜΔ2, οι Εναγόμενοι (δηλαδή, εκτός του Εναγομένου 1 και η Εναγομένη 2 εταιρεία, Villanova Ltd), δεν παρέδωσαν το Διαμέρισμα στους Ενάγοντες. Παράλειψη, που, ως διαφαίνεται από τη δικογραφημένη στην έκθεση απαίτησης θέση[13] των Εναγόντων, συναρτάται ως προς τον χρόνο που θα έπρεπε αυτό να τους παραδοθεί[14] και όχι με το κατά πόσο η Εναγομένη 2 εταιρεία, Villanova Ltd, ήταν ή όχι ιδιοκτήτρια ή δικαιούχος του Διαμερίσματος.
- Καταληκτικά, δεν εντοπίζω από τα γεγονότα ως έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου, να υπήρχε πρόθεση μεταξύ των διαδίκων ότι, ο Εναγόμενος 1, θα δεσμευόταν και αυτός προσωπικά από την επίδικη Συμφωνία Τεκμήριο ΜΔ
- Τούτο είναι, κατά την άποψη μου, ξεκάθαρο, από τις γραπτές επικοινωνίες των Εναγόντων με τον Εναγόμενο 1 Τεκμήρια ΜΔ8, ΜΔ9 και ΜΔ
- Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αναφερθεί, ότι θα ήταν και ανεφάρμοστο, ο Εναγόμενος 1 να αναλάμβανε την εκτέλεση, προσωπικά, της Συμφωνίας Τεκμήριο ΜΔ
- Ήτοι, της μεταβίβασης του Διαμερίσαμτος, που, ως είναι παραδεκτό, δεν του ανήκει. Η δε ισχυριζόμενη, από πλευράς Εναγόντων, υποχρέωση του Εναγομένου 1 να τους επιστρέψει τα ποσά που αυτοί πλήρωσαν έναντι του τιμήματος για την αγορά του Διαμερίσματος δυνάμει της Συμφωνάς Τεκμήριο ΜΔ2, δεν έχει καταδειχθεί θετικά από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου.
- Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Τόμος 2
(1), 4η Έκδοση (Επανέκδοση), στην σελίδα 130, στην παράγραφο 185, αναφέρονται τα εξής σε ότι αφορά την περίπτωση όπου τόσο η ύπαρξης όσο και η ταυτότητα του αντιπροσωπευόμενου αποκαλύπτεται: «Where an agent is making a contract discloses both the existence and the name of a principal on whose behalf he purports to make it, the agent is not, as a general rule, liable on the contract to the other contracting party, whether he had in fact authority to make it or not, but a personal liability may be imposed upon him by the express terms of the contract, by the ordinary course of business, or by usage, and he will be liable for breach of warranty of authority in cases where he had no authority. Further, the agent is personally liable on the contract if it is shown that he is the real principal, or that the principal named by him is non-existent, or incapable of making the contract in question, or is not the real principal although there might be another principal in existence. The agent is also liable if he holds himself out as agent for a named person, but is in fact agent for an unnamed person.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 39. Στο σύγγραμμα Bowstead & Reynolds on Agency, 19η Έκδοση, για το ίδιο ζήτημα, αλλά ειδικά σε ότι αφορά συμφωνίες που καταρτίζονται γραπτώς, στις σελίδες 567, 568 και 569, στις παραγράφους 9-036, 9-037 και 9-038, αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «The question whether the agent is to be deemed tο have contracted personally, in the case of a contract in writing other than a deed, bill of exchange, promissory note or cheque, depends upon the intention of the parties, as appearing from the terms of the written agreement as a whole, the construction of which is a matter of law. The party concerned may act as agent in some respects and as principal (including as trustee) in others. . The following rules have, however, appeared in previous editions and still seem valid starting points. (a) If the contract is signed by the agent in his own name without qualification, he is deemed to have contracted personally unless a contrary intention plainly appears from other portions of the document. (b) The mere fact that the agent is described as an agent, director, secretary, manager, broker, etc., whether by words connected with or forming part of the signature or in the body of the contract and whether the principal is named or not, raises no presumption that the agent did not intend to contract personally; but here again an intention to contract as agent only may be gathered from the whole document and surrounding circumstances. (c) But if the agent adds words to his signature, indicating that he signs as agent, or for or on behalf or on account of a principal, he is deemed not to have contracted personally unless it is plain from other portions of the document that, notwithstanding such qualified signature, he intended to bind himself. This is so even though he does not name his principal. But this proposition should be read subject to Article 102
(2)regarding the liability of agents under trade custom. ... Extrinsic evidence is admissible to clarify a written contract provided that it is not inconsistent with the contract. It is not impossible for a person to sign both for himself and also as agent of another.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) γ. ii. Αλλοδαπός Αντιπροσωπευόμενος που δεν δύναται να εναχθεί
- Το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αυτής της Αγωγής, σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση του, - σε ότι αφορά και τους δύο Εναγομένους -, την 08/09/
- Όπως προκύπτει από τον φάκελο που τηρείται από τον Πρωτοκολλητή για αυτή την Αγωγή, οι Ενάγοντες είχαν, την 23/11/2011, κατόπιν γραπτού αιτήματος τους, εξασφαλίσει, μεταξύ άλλων διαταγμάτων, και διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο επέτρεπε την επίδοση ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος αυτής της Αγωγής εκτός δικαιοδοσίας στην Εναγομένη 2, υποκατάστατα, «με διπλοσυστημένη επιστολή . στην διεύθυνση του ιδιοκτήτη και διευθυντή της Εναγομένης 2, Σόλωνα Χατζηχαραλάμπους, 239 Deer Park Road, Dix Hills 11746 NY, USA».
- Διάταγμα με το οποίο, οι Ενάγοντες, συμμορφώθηκαν. Εν συνεχεία, λόγω παράλειψης της Εναγομένης 2 να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στη διαδικασία εντός της προθεσμίας που καθοριζόταν στο προαναφερόμενο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/11/2011, οι Ενάγοντες, με γραπτή αίτηση τους ημερομηνίας 05/04/2012, αιτήθηκαν από το Δικαστήριο την, στην απουσία της Εναγομένης 2, έκδοση απόφασης εναντίον της, λόγω της εν λόγω παράλειψης της δυνάμει της Δ.17, κ. 3 των Θ. Π. Δ. Το Δικαστήριο, την 22/06/2012, αφού εξέτασε την αίτηση και τις ένορκες δηλώσεις της Ενάγουσας 2 ημερομηνίας 22/05/2012 και 11/06/2012 αντίστοιχα, που προσφέρθηκαν προς απόδειξη της - και κατ' επέκταση και προς απόδειξη της Αγωγής -, αποδέχτηκε ως κανονική την επίδοση του κλητήριου εντάλματος της Αγωγής στην Εναγομένη 2[15], και εξέδωσε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης
- Αξίζει εδώ να σημειωθεί περαιτέρω, ότι, η Ενάγουσα 2, με την προαναφερόμενη ένορκο δήλωση της ημερομηνίας 22/05/2012, σε ότι αφορούσε το ζήτημα της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος της Αγωγής στην Εναγόμενη 2, στην παράγραφο 12 της εν λόγω ένορκης δήλωσης της, ισχυρίστηκε τα εξής: «Αντίγραφο του κλητήριου εντάλματος επιδόθηκε στον εναγόμενο 1 την 26/09/2011 και Ειδοποίηση Κλητήριου επιδόθηκε την 05/03/2012 στον διευθυντή της εναγομένης 2 εταιρείας στην 239 Deer Park Road, Dix Hills 11746 NY, USA, κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος ημερομηνίας 23/11/
- Από την εν λόγω επίδοση, έχουν περάσει οι 45 ημέρες, χρονική περίοδος εντός της οποίας η εναγομένη 2 εταιρεία μπορούσε να καταχωρήσει εμφάνιση. Τα έγγραφα που αποδεικνύουν την εν λόγω επίδοση στον διευθυντή της εναγομένης 2 εταιρείας επισυνάπτονται ως τεκμήριο Θ».
- Μέρος του εν λόγω Τεκμηρίου Θ, σημειώνεται, είναι και απόδειξη παράδοσης του τι είχε σταλεί από τους Ενάγοντες στον εν λόγω Σόλωνα Χατζηχαραλάμπους, στον ίδιο, της εταιρείας ταχυμεταφοράς FedEx.
- Από τα προαναφερόμενα, είναι προφανές, ότι, δεν μπορεί στην προκείμενη περίπτωση να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 190
(2)(γ) του Κεφ. 149, από την στιγμή που, οι Ενάγοντες, καταχώρισαν αγωγή εναντίον της Εναγομένης 2 εταιρείας, Villanova Ltd, εναντίον μάλιστα της οποίας επέτυχαν και την έκδοση απόφασης την 22/06/2012, αφού προηγήθηκε, ως κρίθηκε από το Δικαστήριο, κανονική επίδοση του κλητήριου εντάλματος της προς αυτήν. γ. iii. Αλλοδαπός Αντιπροσωπευόμενος εκτός δικαιοδοσίας
- Τώρα, σε ότι αφορά την εισήγηση των Εναγόντων ότι, ο Εναγόμενος 1 δεσμεύεται προσωπικά από την Σύμβαση Τεκμήριο ΜΔ2, λόγω του γεγονότος ότι η Εναγομένη 2 εταιρεία, Villanova Ltd, είναι αλλοδαπή και εκτός της δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας όπου συνομολογήθηκε η Συμφωνία Τεκμήριο ΜΔ2, και αυτή βρίσκω ότι δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με την νομολογία, το γεγονός ότι, ο αντιπροσωπευόμενος, είναι αλλοδαπός, είναι μία περίσταση που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το κατά πόσο το αντισυμβαλλόμενο στην συμφωνία πρόσωπο ήταν διατεθειμένο[16] να αντιμετωπίσει ως αντισυμβαλλόμενο του, τον αντιπροσωπευόμενο του αντιπροσώπου, και στην περίπτωση που όντος ήταν διατεθειμένο να συναλλαχθεί με αυτόν, κατά πόσο ήταν κοινή η πρόθεσης αυτού του προσώπου και του αντιπροσώπου, ότι, ο τελευταίος, θα είχε, παράλληλα με τον αντιπροσωπευόμενο του, εξουσία να εφαρμόσει την συμφωνία, ή ανάλογα της περίπτωσης, ευθύνη για αυτήν, προσωπικά. Και τούτο, ως προκύπτει, πάντοτε στις περιπτώσεις όπου η πρόθεσης των μερών ως προς το ζήτημα της προσωπικής ευθύνης του αντιπροσώπου δεν είναι ξεκάθαρη, ή όπου σχετικοί όροι της συμφωνίας αμφισβητούνται. Σε καμία περίπτωση, σημειώνεται, δεν δημιουργείται από αυτό και μόνο το γεγονός, τεκμήριο ότι, ο αντιπρόσωπος, ευθύνεται προσωπικά για μια συμφωνία στην οποία προσέρχεται υπό αυτή του την ιδιότητα.
- Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Τόμος 2
(1), 4η Έκδοση (Επανέκδοση), στην σελίδα 111, στην παράγραφο 156, αναφέρονται τα εξής σχετικά, σε ότι αφορά συμφωνίες που γίνονται για λογαριασμό αλλοδαπού αντιπροσωπευόμενου: «Where a contract is made by an agent on behalf of a foreign principal there is no presumption that the agent necessarily incurs personal liability and has no authority to establish privity of contract between the principal and the third party. Where the intention of the parties is not clear or the terms of the contract are in dispute, the fact that the principal is a foreigner is a factor to be taken into account in determining whether in the circumstances the contract is enforceable by or against the foreign principal or whether the agent is personally liable.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Για το ίδιο ζήτημα, στο σύγγραμμα Bowstead & Raynolds on Agency, 19η Έκδοση, στην σελίδα 555, στην παράγραφο 9-20, αναφέρονται τα εξής: «There long existed a strong presumption of fact (so strong that the court was 'justified in treating it as a matter of law') that in the context of sale where an agent in England contracted on behalf of a foreign principal, disclosed or undisclosed, the agent assumed personal liability to his English suppliers and had no authority to pledge the principal's credit by establishing privity of contract between the principal and the third party, and conversely, where a merchant in England contracted for a principal abroad, that merchant was not to be regarded as having authority to bring his principal into privity of contract with the home supplier. Several of the cases associate this rule with the 'commission merchant', in some respects equivalent of the civil law commissionaire. The presumption could be displaced by clear evidence of authority. Further the effect of the presumption was to render the agent alone liable or entitled on the contract; so that when it was clear that the agent contracted only as agent, and that it was not intended that he should be personally liable, there was no room for the presumption, which could not operate inconsistently with the clear purport of the contract. The presumption was not affected by the fact that the contract was in writing: most, if not all, of the cases concern such contract. The status of the presumption was discussed in many cases, and though it could be questioned, it was said to reflect both a preference by foreign merchants to use an intermediary who did not bring them into privity of contract with a merchant in another country, especially where the contract involved bulk supplies from several foreign sources; and also the reluctance of English merchants to enter into transactions which might involve them in problems of the conflict of laws or the possibility of having to sue in a foreign jurisdiction, or both, especially where the contract concerned bulk supplies from overseas sources. The latter reasoning seems more significant to modern eyes, since the foreign merchant's contract with English intermediary may not be governed by English law. The banker's commercial credit system performs a similar function in to some extent localising the transaction. Later cases tended to treat the fact that a principal was foreign as one to be taken into account but no more. In Teheran-Europe Co Ltd v S T Belton (Tractors) Ltd [1968] 2 QB 545, where the compressors were ordered for use in Iran, the Court of Appeal finally held that the presumption itself no longer exists, for 'the usages of the law merchant are not immutable'. But the fact that the principal is foreign is not irrelevant. Diplock L.J. said: 'The fact that the principal is a foreigner is one of the circumstances to be taken into account in determining whether or not the other party to the contract was willing, or led 'the agent to believe' that he was willing, to treat as a party to the contract the agent's principal, and, if he was so willing, whether the mutual intention of the other party and the agent was that the agent should be personally entitled to sue and liable to be sued on the contract as well as his principal. But it is only one of many circumstances, and as respects the creation of privity of contract between the other party and the principal its weight may be minimal, particularly in a case such as the present where the terms of payment are cash before delivery and no credit is extended by the other party to the principal. It may have considerably more weight in determining whether the mutual intention of the other party and the agent was that the agent should be personally liable to be sued as well as the principal, particularly if credit has been extended by the other party». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στην προκείμενη περίπτωση, έχω ήδη καταλήξει, ότι, βάσει των προνοιών της Συμφωνίας, Τεκμήριο ΜΔ2, αλλά και τις περιβάλλουσες αυτής περιστάσεις, ο Εναγόμενος 1 δεν ανέλαβε έναντι των Εναγόντων την οποιαδήποτε προσωπική υποχρέωση, και ότι, προσήλθε σε αυτήν, καθαρά ως αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2 εταιρείας, Villanova Ltd. Οι δε Ενάγοντες, βρίσκω ότι, παρά το γεγονός ότι η Εναγομένη 2 εταιρεία, Villanova Ltd, είναι εταιρεία αλλοδαπή, ήταν διατεθειμένοι να προσέλθουν με αυτήν στην Συμφωνία Τεκμήριο ΜΔ2 και ότι, αυτό το γεγονός, δεν ήγειρε σε κανένα στάδιο στις μεταξύ των μερών διαπραγματεύσεις, ή έστω στις μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου 1 συζητήσεις για το ζήτημα της Συμφωνίας Τεκμήριο ΜΔ2, θέμα ότι, ένεκα αυτού, ο Εναγόμενος 1 θα είχε για αυτήν, παράλληλα με την Εναγομένη 2 εταιρεία, προσωπική ευθύνη. Η πρόθεσης των μερών, άλλωστε, ως προς τα συμφωνηθέντα, έχει αποτυπωθεί γραπτώς στο κείμενο της Συμφωνίας Τεκμήριο ΜΔ2 και στις πρόνοιες της δεν χωρεί αμφισβήτηση ότι, ο Εναγόμενος 1, δεν αναλάμβανε καμία προσωπική ευθύνη σε ότι αφορούσε τα συμφωνηθέντα μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 2 εταιρείας, Villanova Ltd. Δεν φαίνεται άλλωστε από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης (και ειδικότερα δεν υπήρξε ισχυρισμός από πλευράς Εναγόντων), ότι, αποτελούσε για τους Ενάγοντες βαρύνουσας σημασίας παράγοντας αν θα προσέρχονταν ή όχι στην επίδικη Συμφωνία Τεκμήριο ΜΔ2, η ταυτότητα του αντισυμβαλλόμενου τους, συναρτώμενη από, ή και με το γεγονός ότι, αυτός, ήταν αλλοδαπός.
- Αυτά, ως προς το κατά πόσο, το Δικαστήριο, θα μπορούσε να επιβάλει στον Εναγόμενο 1, έναντι των Εναγόντων, συμβατική υποχρέωση, αποδοχόμενο ότι, από τα γεγονότα της υπόθεσης, κάτι τέτοιο είχε έμμεσα συμφωνηθεί μεταξύ τους.
- Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο, μία τέτοια υποχρέωση θα μπορούσε να επιβληθεί στον Εναγόμενο 1, επενεργούντος του Άρθρου 190
(2)(α) του Κεφ.
- Μελέτη της νομολογίας σε ότι αφορά το υπό συζήτηση θέμα του αλλοδαπού αντιπροσωπευόμενου, αποκαλύπτει ότι, η αρχή αυτή του κοινού δικαίου που ενσωματώνεται στην έννομη τάξη της Κύπρου και ειδικά, από το εν λόγω Άρθρο 190
(2)(α) του Κεφ. 149, αναπτύχθηκε κατά την εξέταση υποθέσεων που αφορούσαν την πώληση εμπορευμάτων και οι οποίες εντάσσονται στο, όπως αποκαλείται, εμπορικό δίκαιο («law merchant»)[viii].
- Σημειώνεται εδώ, παρενθετικά, ότι, πρόσφατη αγγλική νομολογία καταδεικνύει ότι, η αρχή αυτή, που είχε αναπτυχθεί σε καιρούς όπου το διεθνές εμπόριο διεξαγόταν κάτω από διαφορετικές συνθήκες, δεν είναι πλέον εφαρμόσιμη και έχει εκλείψει. Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα στην περικοπή από το σύγγραμμα Bowstead & Raynolds on Agency (ανωτέρω). Ως έχει προαναφερθεί, αποφασιστικής σημασίας παράγοντας σε ότι αφορά το κατά πόσο αντιπρόσωπος καθίσταται συμβαλλόμενο μέρος σε μία συμφωνία, ή σε ότι αφορά το κατά πόσο υπάρχει «privity of contract» μεταξύ του αντιπροσωπευόμενου του και του αντισυμβαλλόμενου τρίτου προσώπου, είναι, σε κάθε περίπτωση, η πρόθεσης των μερών, ως αυτή αποκαλύπτεται από τους όρους της συμφωνίας και τις περιβάλλουσες αυτής περιστάσεις. Δέστε σχετικά τις υποθέσεις Teheran-Europe Co Ltd v S T Belton (Tractors) Ltd [1968] 2 All ER 886, CA και Miller, Gibb & Co v Smith and Tyrer Ltd [1917] 2 KB
- Εν πάση όμως περιπτώσει, η πρόνοια εξακολουθεί να υφίσταται στο Κεφ. 149 και ως εκ τούτου, επηρεάζει, όπου τυγχάνει εφαρμογής, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις προσώπων που συμβάλλονται υπό περιστάσεις που αποκαλύπτουν στην συναλλαγή, αντιπροσωπεία.
- Το Άρθρο 190
(2)(α) του Κεφ. 149, υπενθυμίζω, προνοεί ως εξής: «
(2)Τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει στις ακόλουθες περιπτώσεις- (α) όταν η σύμβαση καταρτίζεται από αντιπρόσωπο για την πώληση ή την αγορά αγαθών, για λογαριασμό εμπόρου που διαμένει στην αλλοδαπή~ .».
- Είναι εμφανές ότι, οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου του Κεφ. 149, καλύπτουν συμβάσεις για πώληση ή αγορά αγαθών, για έμπορο που διαμένει στην αλλοδαπή. Τίθεται, συνεπώς, από την εισήγηση των Εναγόντων, ζήτημα ερμηνείας του νόμου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με την νομολογία, σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της υπό εξέταση διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούνται σε αυτήν. Οι λέξεις σε ένα νομοθέτημα, γενικά, ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας πάντοτε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου[ix].
- Προς εξέταση του ζητήματος, ως έχει εγερθεί από πλευράς Εναγόντων, έχω ανατρέξει σε διάφορα νομικά λεξικά και συγγράμματα, προς διαπίστωση της ερμηνείας που συνηθίζεται να δίδεται στον όρο «αγαθό» και δη, εάν σε αυτόν, περιλαμβάνεται και ακίνητη ιδιοκτησία.
- Στο λεξικό A Dictionary of Law, 5η Έκδοση στην σελίδα 221 δίδεται η εξής ερμηνεία: «goods pl. n. Personal chattels or items of property. Land is excluded, and the statutory definition in the Sale of Goods Act 1979 also excludes choses in action and money. It includes emblements and things attached to or forming part of land that are agreed to be severed before sale on under a contract of sale». Είναι ξεκάθαρο ότι, οι έννοιες «αγαθό» και «ακίνητη ιδιοκτησία» διαχωρίζονται. Σχετική, εν προκειμένω, άποψη, εκφράζεται και από τους συγγραφείς του συγγράμματος Benjamin's Sale of Goods, 17η Έκδοση, στις σελίδες 78 και 79, στην παράγραφο 1-
- Εντούτοις, στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2η Έκδοση, στην σελίδα 326, με αναφορά στην υπόθεση The Noordam (No. 2), [1920] A.C. 904, P.C., αναφέρεται ότι, ο όρος «αγαθά» («goods»), είναι πολύ γενικής και αρκετά αόριστης εισαγωγής και αποκτά το νόημα της, κυρίως από το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιείται. Το περιεχόμενο της, εννοιολογικά, διαφέρει σημαντικά, αναλόγως των συμφραζομένων στα οποία απαντάται και του μέσου («instrument») στο οποίο εντάσσεται. Είναι, άλλωστε, ενδεικτικό τούτο και από το γεγονός ότι, τόσο στο εν λόγω σύγγραμμα, όσο και σε άλλα παρόμοια του είδους που επιχειρούν να αποδώσουν ερμηνεία του όρου, γίνεται αναφορά σε διάφορα νομοθετήματα και περιπτώσεις υποθέσεων όπου ο όρος έτυχε ερμηνείας, κάθε φορά, ως προκύπτει, κατά τρόπο διαφορετικό και όχι απόλυτο[x]. Όλες αυτές όμως οι περιπτώσεις, πρέπει να παρατηρηθεί, αφορούσαν ιδιοκτησία η οποία δεν ήταν ακίνητη.
- Η υπό εξέταση εισήγησης των Εναγόντων, ετέθη επί της εξής βάσης. Ότι, λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας που δίδει το Άρθρο 142 του Κεφ. 142 στους όρους «αντιπρόσωπος» και «αντιπροσωπευόμενος», που δεν περιορίζει το ζήτημα της αντιπροσωπείας μόνο σε εμπορικές συναλλαγές κινητής ιδιοκτησίας, ο όρος «αγαθά» και «έμπορος» θα πρέπει να τύχουν μίας πιο διασταλτικής ερμηνείας ώστε να περιλαμβάνουν και συναλλαγές με ακίνητη ιδιοκτησία.
- Η εισήγηση όμως αυτή, εκτός του ότι, ως προαναφέρθηκε, παραγνωρίζει το κοινό δίκαιο βάσει του οποίου η σχετική αρχή αναπτύχθηκε και κωδικοποιήθηκε ακολούθως στο Κεφ. 149, κατά το οποίο αυτή ετύγχανε εφαρμογής μόνο σε υποθέσεις διεθνούς εμπορίας αγαθών, δεν είναι ούτε σύμφωνη με τους κανόνες ερμηνείας νομοθετημάτων, ως προελέχθη. Το λεκτικό του Άρθρου 190
(2)(α) του Κεφ. 149 είναι, εν προκειμένω, καθαρό και σαφές και ως εκ τούτου, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια, γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη. Η διατύπωση του Νόμου είναι σαφής. Ο Νομοθέτης, με απλή και καθαρή γλώσσα, έχει θέσει σαν περίπτωση όπου, ελλείψει συμβατικού όρου για αυτό, ο αντιπρόσωπος να τεκμαίρεται ότι συμφώνησε να δεσμεύεται προσωπικά από σύμβαση στην οποία προσήλθε για λογαριασμό αντιπροσωπευόμενου του, αυτήν που αφορά την πώληση ή την αγορά αγαθών για λογαριασμό εμπόρου που διαμένει στην αλλοδαπή. Αποκλείοντας, κατά αυτό τον τρόπο, συναλλαγές ακίνητης ιδιοκτησίας για λογαριασμό ιδιοκτήτη της από το εξωτερικό, αφού, ως έχει προαναφερθεί, η συνηθισμένη ερμηνεία που αποδίδεται στον όρο «αγαθό», δεν περιλαμβάνει ακίνητη ιδιοκτησία ή γη. Το λεκτικό του Νόμου, είναι, βρίσκω, τόσο καθαρό, που δεν επιδέχεται οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία. Είναι καθήκον του δικαστηρίου να το ερμηνεύσει και εφαρμόσει σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη έννοια του[xi]. [Ζ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αγωγή των Εναγόντων σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 1 αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται.
- Τα έξοδα[xii] που αφορούν την διαδικασία της Αγωγής αυτής, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 1 και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, με νόμιμο τόκο επί του ποσού που θα εγκριθεί, από την ημερομηνία έγκρισης τους από το Δικαστήριο, μέχρι τελικής εξόφλησης του. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας
- [2] Και συγκεκριμένα την μαρτυρία της, της παραγράφου 14 της γραπτής της δήλωσης Έγγραφο ΜΔ. [3] Δέστε σχετικά και το μήνυμα που εστάλη από τον Εναγόμενο 1 προς τον Ενάγοντα 1 ημερομηνίας 08/10/2007, Τεκμήριο ΜΔ
- [4] Δέστε σχετικά την πράξη ίδρυσης της εταιρείας, Τεκμήριο ΜΔ
- [5] Ήτοι προμήθεια 4% επί του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης. [6] Στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της Αγωγής, οι Ενάγοντες, ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου (την υπό το στοιχείο Α του παρακλητικού του εντάλματος) σχετική με το ζήτημα του τερματισμού. Η απαίτηση τους όμως αυτή, δεν συνοδεύεται από λεπτομέρειες γεγονότων στο σχετικό μέρος του κλητήριου εντάλματος της Αγωγής και ο Εναγόμενος 1, παρά την αναφορά του ζητήματος στο παρακλητικό μέρος του κλητήριου ως έχει προαναφερθεί, δεν επικαλείται το ζήτημα προς υπεράσπιση του στο δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης του. Με αυτό, είναι ξεκάθαρο ότι περιορίστηκε στα ζητήματα που ηγέρθηκαν από τα γεγονότα που δικογραφήθηκαν στην έκθεση απαίτησης των Εναγόντων, μόνο. Αυτά είναι άλλωστε και τα μόνα που έχουν καταστεί επίδικα από τους Ενάγοντες με το δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης τους. [7] Ως συνέταιρος στην Εναγομένη 2 με τον εν λόγω Σολωμό Χατζηχαραλάμπους, όπως χαρακτηριστικά υποβλήθηκε στον Εναγόμενο 1 κατά την αντεξέταση του. [8] Ούτε και απαιτείται άρσης του εταιρικού πέπλου. [9] (- ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι τέτοια είναι η περίπτωση και ο Εναγόμενος 1 ήταν ή και είναι και αυτός «συμμέτοχος» στην Εναγομένη 2 εταιρεία Villanova Ltd -) [10] Γεγονός που θα μπορούσε να εγείρει ζήτημα προσωπικής ευθύνης του Εναγομένου
- [11] Είτε, ως ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος 1, ως αντιπρόσωπος «μεσάζον», χωρίς ίδιον όφελος από την επίδικη συναλλαγή πέραν της αμοιβής του, είτε ως αντιπρόσωπος και μέτοχος, ή δικαιούχος μέτοχος, της Εναγομένης 2 εταιρείας. [12] Κάνω μία παρέμβαση εδώ και σημειώνω ότι, κατά την αντεξέταση του Εναγομένου 1, ο συνήγορος των Εναγόντων δεν αμφισβήτησε την εν λόγω συμφωνία μεταξύ της Theodorou Properties BG Ltd και του εν λόγω Σολωμού Χατζηχαραλάμπους, αλλά υπέβαλε ότι με δεδομένο ότι η Εναγομένη 2 εταιρεία, Villanova Ltd δεν ήταν συμβαλλόμενη σε αυτήν, οι Ενάγοντες δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να διεκδικήσουν το Διαμέρισμα στην Βουλγαρία πριν την μεταβίβαση του Διαμερίσματος στην Εναγομένη 2 εταιρεία, Villanova Ltd από την Theodorou Properties BG Ltd. [13] Δέστε τις παραγράφους 1, 4 και 7 της Έκθεσης Απαίτησης. [14] Βάσει των προαναφερόμενων ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης: «
- υπολογιζόταν τον Ιανουάριο του 2008.» και «
- κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας δεν παρέδωσαν το διαμέρισμα μέχρι σήμερα». [15] - ως σύμφωνη με τις πρόνοιες του διατάγματος ημερομηνίας 23/11/2011 - [16] (- ή δημιούργησε αυτή την εντύπωση στον αντιπρόσωπο -) [i] Δέστε, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, C + A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273 και Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). [ii] Δέστε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [iii] Αναφέρθηκε πρόσφατα στην απόφαση της πλειοψηφίας του Εφετείου στην Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2009, Eurogal Surveys Ltd v D. Trade International Ltd, ημερομηνίας 17/10/2014: «Η σημασία των πιο πάνω στην παρούσα περίπτωση είναι εμφανής. Όπως θα εξηγηθεί στην πορεία, η αρχή της δημιουργίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων («privity of contract»), υπόκειται σε εξαιρέσεις και μια κλασσική εξαίρεση είναι η συνομολόγηση συμφωνίας μέσω αντιπροσώπου («agency»). Όπως αναφέρεται και εξηγείται στο σύγγραμμα των Koffman & Macdonald: The Law of Contract, 6η έκδ., σελ. 498-499, παρ. 18.43-18.47, η συνομολόγηση σύμβασης με τη μεσολάβηση αντιπροσώπου είναι μια από τις μεθόδους περιορισμού της αρχής του «privity of contract». Όμως τα Δικαστήρια είναι διστακτικά στο να εφαρμόσουν σύμβαση με εξυπακουόμενη αντιπροσώπευση, απλώς και μόνο για να εξαγάγουν τέτοια σύμβαση. Πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία ότι ο αντιπρόσωπος έχει εξουσία από τον αντιπροσωπευόμενο να ενεργεί εκ μέρους του είτε ρητά είτε εξυπακουόμενα ως αποτέλεσμα της σχέσης των διαδίκων. Όταν υπάρχει αυτή η ρητή ή εξυπακουόμενη σχέση δημιουργείται «πραγματική» εξουσία αντιπροσώπευσης. Διαφορετικά μπορεί η αντιπροσώπευση να εγερθεί και υπό το φως των άλλων συνθηκών όποτε και μπορεί να ομιλεί κάποιος για «φαινομενική» («apparent») αντιπροσώπευση. Και περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ewan Mckendrick: Contract Law, 6η έκδ., σελ. 163, αναφέρεται ότι: «It would cause great commercial hardship if a businessman who appointed an agent to enter into a contract on his behalf was prevented by the doctrine of privity from suing upon that contract himself. So the doctrine of agency exists to give the businessman such a right of action. An agency relationship arises where one party, the agent, is authorised by another, the principal, to negotiate and to enter into contracts on behalf of the principal. Once an agency relationship is created, the agent is thereby authorised to commit the principal to contractual relationships with third parties. Agency is now a specialised area of law ....». (η υπογράμμιση είναι δική μου) [iv] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα στην υπόθεση Thunder Shipping Co. Ltd v Lloyd Triestino DI.NAV. S.P.A. κ. α.
(1984)1 Α.Α.Δ.
- [v] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον Δ. Brandon στην υπόθεση The Swan [1968] 1 Lloyd's Rep 5, σελ.
- [vi] Δέστε ως προς το ζήτημα της αντιπροσωπείας βάσει πληρεξουσίου εγγράφου την υπόθεση Κυριάκος Κυπριανού Ιακώβου κ. α. ν Ζωής Ιωάννου Ζαπρή
(2008)1Β Α.Α.Δ. 926. [vii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα στην υπόθεση Schmaltz v Avery
(1851)16 QB
- Σχετική είναι και η υπόθεση Knight Frank LLP ν Aston Du Haney [2011] EWCA Civ 404, CA. [viii] Δέστε σχετικά στα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Cheshire, Fifoot and Furmston's Law of Contract, 16η Έκδοση, στις σελίδες 610 και
- [ix] Δέστε σχετικά τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Southfields industries Ltd v Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59 (Ολομέλειας), ΣΚΕΚ κ. α. ν Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών κ. α.
(2004)4 Α.Α.Δ. 936 και Ανδρέας Νικολάου ν Βάσος Βασιλείου
(1999)1Γ Α.Α.Δ.
- [x] Παραπέμπω ενδεικτικά στα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2η Έκδοση, στην σελίδα 325, 326 και 327, στο σύγγραμμα Benjamin's Sale of Goods, 17η Έκδοση, σελίδες 66 έως 69 και 78 και 79, παραγράφους 1-078, 1-079 και 1-090 και στο λεξικό Stroud's Judicial Dictionary, 3η Έκδοση, σελίδες 1243 έως
- [xi] Στην υπόθεση Ανδρέας Νικολάου ν Βάσος Βασιλείου
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1566 αναφέρθηκαν εν προκειμένω τα εξής σχετικά: «Όπου το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη (Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2., Income Tax Commissioners v. Pemsel [1891] A.C. 531, 543, Pilavakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1963)2 C.L.R. 429). Εφόσον το νόημα ενός νόμου είναι απλό το δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να διερευνήσει την σοφία του. Δεν είναι καθήκον του δικαστηρίου να καταστήσει τον Νόμο λογικό αλλά να τον ερμηνεύσει όπως έχει σύμφωνα με το ορθό νόημα του λεκτικού του (Sutters ν. Briggs [1922] 1 A.C. I, 8, Kanaris v. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637,643). Δεν είναι επιτρεπτή η προσθήκη λέξεων στο κείμενο του Νόμου και η παρεμβολή επεκτάσεων οι οποίες δεν βρίσκονται στο Νόμο (Papaneophytou v. Republic
(1973)3 C.L.R. 191,204). Η διατύπωση του Νόμου είναι σαφής. Ο Νομοθέτης με απλή και καθαρή γλώσσα έχει θέσει σαν προϋπόθεση για την έγκυρη έγερση αγωγής την αποστολή έγγραφης γνωστοποίησης προς το Γενικό Εισαγγελέα. Το λεκτικό του Νόμου είναι τόσο καθαρό που δεν επιδέχεται οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία. Είναι καθήκον του δικαστηρίου να το ερμηνεύσει και εφαρμόσει σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη έννοια του». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xii] Ως προς το ζήτημα των εξόδων της διαδικασίας, στην υπόθεση Μάρως Ζαβρού ν Ελενίτσας Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η έκδοση διαταγής για έξοδα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας προέχει ο κανόνας λογικής σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο μάλιστα είναι ισχυρός που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης. Παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Χρήσιμη υπόμνηση περί τούτου γίνεται στην Χάσικος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389. .». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο