APEX TRADING FZE ν. GLOBAL MARKETING AND SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3357/13, 23/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A213 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3357/13 Μεταξύ: APEX TRADING FZE Εναγόντων -και-
- GLOBAL MARKETING AND SERVICES LIMITED
- HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Θ. Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co LLC. Για Εναγόμενη 2/Καθ' ης η αίτηση: κ. Χριστοδούλου για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε.. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση ημερομηνίας 11.4.2016 για (α) υποκατάστατη επίδοση και (β) διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal) Α. Η αγωγή και η μέχρι στιγμής διαδικασία Με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρισαν, οι Ενάγοντες αξιώνουν, εναντίον των Εναγομένων, διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγομένους 1 και/ή τους αντιπροσώπους τους και/ή οποιαδήποτε πρόσωπα ενεργούσαν για λογαριασμό τους, όπως επιστρέψουν στους Ενάγοντες το ποσό των US$39.932,55 ή το ισάξιο σε ευρώ (στο εξής «το επίδικο ποσό»), το οποίο οι Εναγόμενοι 1 με δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις οικειοποιήθηκαν και/ή απέσπασαν από τους Ενάγοντες και το οποίο μεταφέρθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούν οι Εναγόμενοι 1 σε υποκατάστημα της Εναγόμενης 2, Τράπεζας, στη Λάρνακα. Διαζευκτικά, διάταγμα ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στο επίδικο ποσό, το οποίο οι Εναγόμενοι 1 οικειοποιήθηκαν, ως αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό και/ή δυνάμει των αρχών της επιείκειας και/ή του δικαίου της αποκατάστασης και/ή άλλως πώς. Αξιώνουν, επίσης, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Εναντίον των Εναγομένων 2 οι Ενάγοντες αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι αυτοί κρατούν το επίδικο ποσό στο όνομα των Εναγομένων 1 ως καταπιστευματοδόχοι των Εναγόντων και περαιτέρω διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους 2 να πληρώσουν στους Ενάγοντες το επίδικο ποσό από τον λογαριασμό των Εναγομένων
- Αξιώνουν, επιπλέον, τόκους και έξοδα. Αν ένας ανατρέξει στα περιεχόμενα του φακέλου του Δικαστηρίου, θα διαπιστώσει ότι στις 6.9.2013, ημέρα καταχώρισης της αγωγής, καταχωρίστηκε εκ των Εναγόντων και αίτηση για (α) μονομερές απαγορευτικό διάταγμα μη αποξένωσης του επίδικου ποσού από το λογαριασμό της Εναγομένης 1 που τηρείται στην Εναγόμενη 2 ( στο εξής «η Τράπεζα») και (β) αποκάλυψη εκ της Τράπεζας στοιχείων ως προς τους διευθυντές και το εγγραμμένο γραφείο της Εναγομένης
- Το απαγορευτικό διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς στις 6.9.
- Το διάταγμα ως το (β) πιο πάνω, εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 9.1.2014 δια αιτιολογημένης απόφασης. Η Τράπεζα διατάχθηκε να αποκαλύψει στους Ενάγοντες τα ονόματα των διευθυντών της Εναγομένης 1 και τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης
- Σε συμμόρφωση με το διάταγμα αυτό, η Τράπεζα καταχώρισε ένορκη δήλωση δια της οποίας απεκάλυψε ότι διευθυντής και γραμματέας της Εναγόμενης 1 είναι η DEMENTJEVA ANDRA EMILIJA, με διεύθυνση LACPLESA IELA 59-50, LV 1011, LATVIA και η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης 1 είναι ROOM 1501 (339,15/F, SPA CENTRE, 53-55 LOCKHART ROAD, WANCHAI, HONG KONG). Έκτοτε και μέχρι σήμερα, οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στις πιο πάνω διευθύνσεις στη Λετονία και στο Χονγκ Κονγκ, αντίστοιχα, ημερομηνίας 24.3.
- Καταχώρισαν, επίσης, και πέντε διαδοχικές αιτήσεις ανανέωσης του Κλητήριου Εντάλματος για έξι μήνες κάθε φορά, ημερομηνίας 19.8.2014, 17.2.2015, 5.8.2015, 12.2.2016 και 20.7.2016 (η τελευταία αίτηση καταχωρίστηκε και εγκρίθηκε μετά την καταχώριση της επίδικης αίτησης). Με αυτό τον τρόπο διατηρούν το κλητήριο ζωντανό για σκοπούς επίδοσης στην Εναγόμενη
- Οι προσπάθειες για επίδοση στην Εναγόμενη 1 απέτυχαν μέχρι στιγμής για τους λόγους που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Θωμά Χριστοδούλου στην παρούσα αίτηση και αναφέρονται πιο κάτω. Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι οι Ενάγοντες στις 15.4.2014 καταχώρισαν Έκθεση Απαίτησης στην υπόθεση δια της οποίας δικογραφούνται σε συντομία τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση Ambalal, ως αναφέρεται πιο κάτω. Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι η Τράπεζα είναι αθώοι εθελοντές στην εξαπάτηση των Εναγόντων και οι τελευταίοι δεν αξιώνουν εναντίον τους οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Μόνο αναγνωριστικό διάταγμα ότι η Τράπεζα κρατεί το επίδικο ποσό για λογαριασμό της Εναγομένης 1 ως καταπιστευματοδόχοι προς όφελος των Εναγόντων, που είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι του. Β. Η αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει Δια της επίδικης αίτησής τους, οι Ενάγοντες αξιώνουν ως εξής: «Α. Διάταγμα που να επιτρέπει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας Ειδοποίησης του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής και της Έκθεσης Απαίτησης της με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, στην Εναγόμενη 1, με υποκατάστατη επίδοση στην ηλεκτρονική διεύθυνση (email) των Εναγομένων 1 και/ή της Διευθύντριας των Εναγομένων 1 Dementjeva Sandra Emilija. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους 2 όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος σε αυτούς πληροφορήσουν γραπτώς τους δικηγόρους των Εναγόντων/Αιτητών την ηλεκτρονική διεύθυνση (email) των Εναγομένων 1 και/ή της Διευθύντριας των Εναγομένων 1 Dementjeva Sandra Emilija.» Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4-9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στην υπόθεση Mareva Compania Naviera s.a. -v- International Bulk Carriers S.A.
(1980)1 ALL E.R. 213 και τις μετέπειτα αποφάσεις των Αγγλικών και/ή Κυπριακών Δικαστηρίων, στις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 Θ. 9 και 10, Δ.5Α, Δ.6, ΘΘ. 1, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και Δ.48 Θ. 1, 2 και 8
(1)(f),
(2)και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Δια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ο Ενόρκως Δηλών, Θωμάς Χριστοδούλου, αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC που είναι οι δικηγόροι των Εναγόντων/Αιτητών. Γνωρίζει τα όσα αναφέρει προσωπικά και από πληροφορίες που πήρε από τον κ. Ambalal Chelaram από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ο οποίος υπέγραψε την ένορκη δήλωση στην αίτηση για παρεμπίπτοντα διατάγματα ημερομηνίας 6.9.
- Υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της προαναφερθείσας ένορκης δήλωσης. Αναφέρει, επίσης, ότι οι Ενάγοντες επιχείρησαν να επιδώσουν την αγωγή στην Εναγόμενη 1 τόσο στο εγγεγραμμένο γραφείο στο Χόνγκ Κονγκ, όσο και στη διευθύντριά τους στη Λετονία, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στο Χονγκ Κονγκ η επίδοση απέτυχε, λόγω του ότι στην εγγεγραμμένη διεύθυνση της Εναγομένης 1 έχει τα γραφεία της άλλη εταιρεία και σε σχέση με τη διευθύντρια της Εναγόμενης 1 η επίδοση απέτυχε διότι, ως αναφέρεται στη σχετική σημείωση του ταχυδρομείου, τα έγγραφα τα οποία στάληκαν σε αυτήν επιστράφηκαν αζήτητα. Τόσο η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 1, όσο και η διεύθυνση της διευθύντριας της Εναγόμενης 1 είχαν αποκαλυφθεί από την Τράπεζα μετά από σχετικό διάταγμα κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 9.1.
- Οι Ενάγοντες δε γνωρίζουν οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση στην οποία θα μπορούσε να γίνει επίδοση ειδοποίησης της αγωγής. Συνεπώς, ο μοναδικός τρόπος που απομένει για να καταστεί εφικτή η επίδοση στην Εναγόμενη 1 είναι μέσω της ηλεκτρονικής διεύθυνσης της εταιρείας ή της διευθύντριάς της. Η εν λόγω ηλεκτρονική διεύθυνση θα πρέπει να κοινοποιηθεί στους Ενάγοντες από την Τράπεζα. Είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, διαφορετικά δεν θα καταστεί ποτέ εφικτή η επίδοση της αγωγής στην Εναγόμενη 1 και τα δικαιώματα των Εναγόντων, από τους οποίους η Εναγόμενη 1 απέσπασε με δόλιο τρόπο το ποσό των US$39.932,55, θα επηρεαστούν ανεπανόρθωτα. Ως προς το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Ambalal, ημερομηνίας 9.1.2014, παραπέμπω στη σύνοψη των γεγονότων που έγινε από το Δικαστήριο στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 9.1.2014, την οποία και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας: «Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η αίτηση κατεγράφησαν στην ένορκη δήλωση του Ambalal Chelaram, διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα ως εκ της θέσεως του και λόγω της εμπλοκής του, η Ενάγουσα Εταιρεία καθώς και η συσχετιζόμενη με αυτήν εταιρεία KAM TRADING PLC είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένες στην Αιθιοπία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αντίστοιχα. Στις 29/05/13 η κινέζικη εταιρεία Xiamen Eastwood Industry Co Ltd, η οποία είναι συνεργάτης της Ενάγουσας Εταιρείας, είχε εκδώσει επ' ονόματι της Ενάγουσας ένα τιμολόγιο για την πώληση διάφορων προϊόντων. Η Ενάγουσα είχε καταβάλει, έναντι του συγκεκριμένου τιμολογίου, το ποσό των $18.295,05 ενώ το υπόλοιπο ποσό, των $39.932,55, θα το κατέβαλλε μέσα Ιουνίου του
- Στις 11/06/13 είχε ληφθεί, από τον ομνύοντα, ηλεκτρονικό μήνυμα από την συνάδελφό του κα Beshadu, όπως ο ίδιος νόμιζε, με το οποίο του δίδονταν οδηγίες όπως το υπόλοιπο ποσό πληρωθεί στο λογαριασμό που διατηρούσε η Εναγόμενη 1, σε παράρτημα της Εναγόμενης 2 στην Λάρνακα, με κωδικό swift HEBACY2N και IBAN CY
- Το ηλεκτρονικό μήνυμα καθώς και τα άλλα μηνύματα που είχαν ακολουθήσει δεν είχαν στην πραγματικότητα σταλεί από την κα Bashadu αλλά από κάποιο άγνωστο πρόσωπο το οποίο είχε παραβιάσει παράνομα το λογισμικό πρόγραμμα της Ενάγουσας Εταιρείας έτσι ώστε να εξαπατήσει την Ενάγουσα και να καταχραστεί τα λεφτά. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, πιστεύοντας ότι επικοινωνούσε με την κα Beshadu, είχε πληροφορήσει, το συγκεκριμένο άγνωστο πρόσωπο, ότι η πληρωμή δεν μπορούσε να προχωρήσει το άγνωστο πρόσωπο, το οποίο προσποιείτο ότι είναι η κα. Beshadu, επέμενε όπως γίνει η πληρωμή στον συγκεκριμένο λογαριασμό. Αποφασίστηκε η επανέκδοση του τιμολογίου από την Εναγόμενη 1 και ακολούθως ολοκληρώθηκε η πληρωμή του ποσού των $39.932,55 στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 στις 13/06/
- Ακολούθησε, στις 25/06/13, ηλεκτρονικό μήνυμα από την πραγματική κα Beshadu το οποίο αφορούσε την διευθέτηση της πληρωμής, στην εταιρεία Xiamen Eastwood Industry Co. Ltd, το συντομότερο δυνατόν. Τότε ήταν που ο ίδιος είχε αντιληφθεί ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα, τα οποία είχε λάβει, δεν είχαν προέλθει από την κα Beshadu. Ακολούθησε, στις 27/06/13, ηλεκτρονικό μήνυμα, από εκπρόσωπο της Ενάγουσας Εταιρείας προς την Εναγομένη 2 με την οποία της είχε ζητηθεί να μην αποξενώσει το ποσό που είχε κατατεθεί από την Ενάγουσα στο λογαριασμό της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 2 σε απάντηση της είχε αναφέρει ότι δεν θα μπορούσε να παραχωρήσει οποιαδήποτε πληροφορία σε σχέση με την Εναγομένη Εταιρεία
- Έκτοτε η Ενάγουσα προσπαθεί να βρει πληροφορίες σε σχέση με την Εναγομένη Εταιρεία 1, η οποία δεν μπορούσε να εντοπιστεί στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών της Κυπριακής Δημοκρατίας, γι' αυτό και οι δικηγόροι της Ενάγουσας τη συμβούλεψαν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης έτσι ώστε να ταυτοποιηθούν οι αδικοπραγήσαντες. Διευκρινίζει, ο ομνύοντας, ότι η Εναγόμενη Εταιρεία 2, η οποία είναι ο τραπεζίτης της Εναγόμενης 1, είναι η αθώα εθελοντής στην εξαπάτηση της Ενάγουσας για αυτό και δεν προτίθεται να αξιώσει εναντίον της αποζημιώσεις. Παρά το γεγονός αυτό όμως πρώτον, έχει όλες τις πληροφορίες που αφορούν την Εναγόμενη 1, οι οποίες είναι απαραίτητες στην Ενάγουσα και δεύτερον, κατακρατεί το ποσό των $39.932,55, στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1, ως καταπίστευμα προς όφελος της Ενάγουσας που είναι ο πραγματικός δικαιούχος του συγκεκριμένου ποσού. Καταλήγει ότι τα διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν μονομερώς αφού η συμπεριφορά της Εναγομένης, η οποία συνιστά απάτη, κατατάσσει την υπόθεση ως ιδιάζουσα και κατεπείγουσα. Είναι η θέση του ότι η Ενάγουσα έχει καλή υπόθεση με πολλές πιθανότητες επιτυχίας.» Δια της ένστασής της, η Τράπεζα αναφέρει ότι η αίτηση είναι νομικά ανυπόστατη και πραγματικά αβάσιμη. Η Τράπεζα δεσμεύεται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης με την Εναγόμενη 1 καθώς και από τις πρόνοιες του άρθρου 29 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/97και δε μπορεί νομίμως να αποκαλύψει οτιδήποτε σχετικό με συγκεκριμένο πελάτη της, εκτός με τη συγκατάθεση του εν λόγω πελάτη ή κατόπιν δικαστικού διατάγματος. Η πληροφορία ως προς την ηλεκτρονική διεύθυνση της διευθύντριας της Εναγομένης 1 αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα εν τη εννοία του άρθρου 2 του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου Νόμου, Ν.138(Ι)/2001)και τυγχάνει προστασίας. Πάντως, η Τράπεζα δεν έχει γνώση οποιασδήποτε ηλεκτρονικής διεύθυνσης που να αφορά στη διευθύντρια της Εναγομένης
- Οι Ενάγοντες δεν προσδιορίζουν εύλογη αιτία γιατί είναι αναγκαία και/ή προς το δημόσιο συμφέρον η έκδοση του υπό (Β) διατάγματος. Η αίτηση είναι καταχρηστική, αφού είναι η δεύτερη παρόμοιας φύσεως που υποβάλλεται. Οι Ενάγοντες επέλεξαν να μη συμπεριλάβουν στην πρώτη αίτηση τις πληροφορίες τις οποίες ζητούν με την παρούσα. Οι Ενάγοντες έχουν ήδη στη διάθεση τους αρκετές πληροφορίες και/ή στοιχεία για να προωθήσουν διαδικασία και/ή την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγομένης 1 και οι Ενάγοντες είναι σε θέση να δικογραφήσουν τη θέση τους. Ως εκ τούτου, δεν τυγχάνει εφαρμογής η αρχή της Norwich Pharmacal εν προκειμένω. Η αίτηση είναι πρόωρη εφόσον καταχωρίστηκε πριν από την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων και πριν την καταχώρηση των δικογράφων. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο ενόρκως δηλών Γιώργος Ιωσηφίδης, ο οποίος είναι στην υπηρεσία της Τράπεζας και κατέχει τη θέση του λειτουργού ανάπτυξης εργασιών του Κέντρου Διεθνών Επιχειρήσεων, επαναλαμβάνει τα πιο πάνω αναφέροντας ότι πιστεύει και τυγχάνει συμβουλής από τους δικηγόρους του ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η αίτηση απορριφθεί. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο συνήγορος της Τράπεζας κατά τη διάρκεια της προφορικής του αγόρευσης ενώπιον μου, διευκρίνισε πως η Τράπεζα δεν ενίσταται στο (Α) της αίτησης, ότι η ένστασή της περιορίζεται στο (Β) αυτής. Επανέλαβε ότι η Τράπεζα δεν έχει σε γνώση της την ηλεκτρονική διεύθυνση της διευθύντριας της Εναγομένης 1, αλλά έχει την ηλεκτρονική διεύθυνση της ίδιας της Εναγομένης 1 εταιρείας, την οποία ενίσταται να παραδώσει στους Ενάγοντες για τους λόγους που φαίνονται στην ένσταση. Ο συνήγορος για τους Ενάγοντες, ανέφερε προφορικά ότι η αίτηση αφορά σε δεύτερη προσπάθεια των Εναγόντων να βρουν στοιχεία επικοινωνίας των Εναγομένων 1, έτσι ώστε να επιδώσουν την αγωγή. Οι προσπάθειές τους για επίδοση της αγωγής ήταν ανεπιτυχείς και έτσι προχώρησαν στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Κατέστησε σαφές ότι αν τους δοθεί η ηλεκτρονική διεύθυνση της Εναγομένης 1 θα μπορέσουν, μέσω των κατάλληλων δικαστικών διαβημάτων, να επιδώσουν την αγωγή τους. Είναι, επομένως, ξεκάθαρο, βάσει και των τοποθετήσεων του συνηγόρου των Εναγόντων ενώπιον μου, ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί μέρος των προσπαθειών των Εναγόντων να επιδώσουν την ήδη καταχωρισθείσα αγωγή για την οποία μάλιστα έχει καταχωρισθεί και Έκθεση Απαίτησης. Ως θα διαφανεί κατωτέρω, αυτό το τελευταίο στοιχείο είναι καταλυτικής σημασίας σε σχέση με το σκεπτικό και την κατάληξή μου. Γ. Νομική πτυχή Με την επίδικη αίτηση ζητείται διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, από την ομώνυμη Norwich Pharmacal Co and Others v. Customs and Excise Commissioners [1973] 2 All ER
- Το κλασσικό πλέον απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Reid έχει ως εξής: «The principle is that if a person through no fault of his own, gets mixed up in the tortious acts of others so as to facilitate their wrong-doing he may incur no personal liability but he comes under a duty to assist the person who has been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoers. I do not think that it matters whether he became so mixed up by voluntary action on his part or because it was his duty to do what he did. » Η νομική αρχή της Norwich Pharmacal αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή αυτοτελώς και χωρίς να συνοδεύεται από οποιαδήποτε άλλη βάση αγωγής ή/και θεραπεία. Στις Πολ. Εφ. 182/12 και 183/12, Aldi Marine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.α., ημερ. 18.1.2016, λέχθηκε ότι: «Στην Αγγλία υπάρχει το δικαίωμα αποκάλυψης πριν την έγερση της αγωγής. Στην Κύπρο όμως, λόγω των προνοιών του άρθρου 32 δεν έχουν εκδοθεί Κανονισμοί που να επιτρέπουν την έκδοση επικουρικών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων για σκοπούς έγερσης αγωγής. Όμως, με βάση το δίκαιο της επιείκειας, δεν αποκλείεται η έγερση αγωγής εναντίον προσώπου που εμμέσως εμπλέκεται σε αδικοπραγία ή που κατέχει πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον ενάγοντα να εγείρει δεύτερη αγωγή εναντίον των προσώπων που παραβιάζουν τα δικαιώματά του (βλ. Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners and Custom Excise [1973] 2 All ER 943, Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Stepanek κ.α.
(2012)1Β ΑΑΔ 1403, Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Abramchyk κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11, ημερ. 13.1.2014, Melouskia Commercial Ltd κ.α. ν. Alisa Chumachenko κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε71/13, ημερ. 30.9.2014 και το Δίκαιο της Απόδειξης, Έκδοση 2014, Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ. 976-978).» Στην πρωτόδικη απόφαση με αρ. αγωγής 2952/2006, Joseph P. Lasala κ.α. ν Τάσου Πατσαλίδη ημερομηνίας 08/02/2007 (του κ. Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε) αναφέρθηκαν τα εξής σημαντικά, τα οποία είναι και εν προκειμένω απολύτως σχετικά: «Τα γεγονότα της υπόθεσης Νorwich ήταν, κατ΄ ουσία, απλά. Οι εφεσείοντες ήταν ιδιοκτήτες και δικαιούχοι της πατέντας «furazolidone», την οποία χρησιμοποιούσαν σε χημικά παρασκευάσματα. Σε κάποιο στάδιο διαπίστωσαν ότι άγνωστα πρόσωπα είχαν επέμβει στην πατέντα τους, εισάγοντας παράνομα στην Αγγλία αντίστοιχα παρασκευάσματα. Τα ονόματα των εισαγωγέων ήταν γνωστά στις τελωνειακές αρχές στη βάση σχετικών εγγράφων, γι΄ αυτό ζήτησαν την αποκάλυψη τους προκειμένου να κινηθούν δικαστικά εναντίον τους. Οι τελωνειακές αρχές αρνήθηκαν, προβάλλοντας ότι δεν είχαν εξουσία να το πράξουν. Κατ΄ ακολουθία τούτου οι εφεσείοντες ήγειραν αγωγή εναντίον τους αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, διάταγμα αποκάλυψης των ονομάτων των (παράνομων) εισαγωγέων. Το Δικαστήριο ικανοποίησε το αίτημα τους αλλά η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε κατ΄ έφεση. Αποφασίσθηκε ότι η Norwich Pharmacal δεν είχε αιτία αγωγής εναντίον των τελωνείων και, επομένως, δεν νομιμοποιείτο σε διάταγμα αποκάλυψης και, δεύτερο, τα ονόματα των εισαγωγέων δόθηκαν στις τελωνειακές αρχές εμπιστευτικά και, επομένως, δεσμεύονταν από καθήκον δημοσίου συμφέροντος να μην τα αποκαλύψουν. Η απορριπτική απόφαση του Εφετείου εφεσιβλήθηκε με επιτυχία στη Βουλή των Λόρδων. Ό,τι ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας είναι το ακόλουθο απόσπασμα:- «Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (a) without discovery of the information in the possession of the person against whom discovery was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (b) the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer». Η καθιερωθείσα από την υπόθεση Νorwich νομική αρχή ακολουθήθηκε έκτοτε από τα Αγγλικά Δικαστήρια (βλ. British Steel Corp v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417, Harrington v. North Politechic
(1984)3 All E.R. 666) ως και από τα Καναδέζικα (βλ. υποθέσεις Glaxo Wellcome και Alberto, ανωτέρω). Κοινή συνισταμένη των εν λόγω αποφάσεων είναι ότι η υπό αναφορά νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή - όπως έγινε και στην παρούσα - εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω κι αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών, επισημάνθηκε, έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, κι αυτό εκπληρώνεται με το να αποκαλύψει τις πληροφορίες που κατέχει και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority v. MGN LTD
(2002)4 All E.R. 193, αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. ΑΧΑ Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)CLC 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd´s Rep. 417 2001 WL 1729042 και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)FSR 241). [...] Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Νorwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν, τρόπο τινά, στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511, σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:- «[21] The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are:
(1)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Τελικά, το αιτούμενο διάταγμα βάσει των αρχών της Norwich Pharmacal δεν εκδόθηκε, εφόσον αποφασίστηκε ότι δεν πληρείτο η τρίτη προϋπόθεση, ως κωδικοποιήθηκε στη Mitsui (ανωτέρω). Η έκδοση του διατάγματος, αποφάνθηκε ο κ. Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ., δεν ήταν αναγκαία είτε για σκοπούς έγερσης αγωγής, είτε για ετοιμασία της σχετικής έκθεσης απαίτησης εναντίον των ενδεχόμενων αδικοπραγησάντων. Υπήρχε, μάλιστα, αριθμός ήδη καταχωρισμένων αγωγών, τόσο στην Κύπρο, όσο και σε διάφορες άλλες δικαιοδοσίες, για ισχυριζόμενες αδικοπραξίες ή δόλο εναντίον του βασικού αδικοπραγήσαντα και τρίτων προσώπων, εναντίον των οποίων στρεφόταν το αιτούμενο διάταγμα. Στην Avila Μanagement Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά,
(2012)1Β Α.Α.Δ 1403, στη σελ. 1415, το θέμα αναλύθηκε ως εξής: «Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Στην Axa Equity & Life Assurance Plc v. National Westminster Bank Plc, [1998] EWCA Civ 782, το αίτημα για διάταγμα αποκάλυψης του τύπου Norwich Pharmacal από τις Εναγόμενες τράπεζες, απορρίφθηκε (και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε) για δύο λόγους. Αφ΄ενός διότι οι τράπεζες δεν ήταν τόσο αναμεμειγμένες στις ισχυριζόμενες πράξεις των αδικοπραγήσαντων ώστε να απαιτείται διάταγμα αποκάλυψης εναντίον τους. Αφ΄ετέρου, διότι εάν το διάταγμα εκδιδόταν, θα παραβιαζόταν ο κανόνας του «απλού μάρτυρα» εφόσον με τις πληροφορίες που ήδη είχαν στην κατοχή τους οι Ενάγοντες μπορούσαν να καταρτίσουν αγωγή, η οποία θα οδηγούσε σε ακρόαση και οι τράπεζες θα ήταν εξαναγκάσιμοι μάρτυρες σε τέτοια αγωγή, ώστε να παρουσιάσουν τα έγγραφα τα οποία ζητούνταν δια του διατάγματος Norwich Pharmacal.[1] Δ. Επαγωγή των νομικών αρχών στα γεγονότα εν προκειμένω Κρίνω ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν πρέπει να εκδοθούν. Και εξηγώ. Δια της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.1.14, αποκαλύφθηκαν στους Ενάγοντες το όνομα της διευθύντριας και γραμματέα της Εναγομένης 1 και το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 1. Οι προσπάθειες των Εναγόντων για επίδοση της αγωγής στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 1 στο Χονγκ Κονγκ απέτυχαν. Το ίδιο και οι προσπάθειες για επίδοση στη διεύθυνση της διευθύντριας της Εναγόμενης 1 στη Λετονία. Είναι ξεκάθαρο και αναφέρεται ρητά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, ότι η αίτηση τελικό σκοπό έχει την επίδοση της ήδη καταχωρισθείσας αγωγής στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Εναγόμενης 1 εταιρείας (δια υποκατάστατου επίδοσης ως το αιτητικό (Α) της αίτησης), που θα αποκαλυφθεί από την Τράπεζα, εάν το διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal (ως το (Β) της αίτησης) εκδοθεί. Η αγωγή, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν έχει ως αυτοτελή βάση τις αρχές της Norwich Pharmacal, αλλά αφορά σε αποζημιώσεις λόγω απάτης και δόλου, εναντίον της Εναγόμενης 1. Είναι, δηλαδή, αποκρυσταλλωμένη η νομική βάση δια της οποίας η Εναγομένη 1 ενάγεται και αυτή είναι ο δόλος και/ή απάτη και/ή οι ψευδείς παραστάσεις. Και τα γεγονότα βάσει των οποίων η αγωγή καταχωρίστηκε είναι αποκρυσταλλωμένα, ως φαίνεται στην Έκθεση Απαίτησης που ήδη καταχωρίστηκε στην αγωγή. Παρόλο που στην παρούσα περίπτωση, πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Mitsui (ανωτέρω), δεν πληρείται το δεύτερο σκέλος της 3ης προϋπόθεσης. Οι αιτούμενες από την Τράπεζα πληροφορίες, ήτοι οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις της Εναγομένης 1 και της διευθύντριας αυτής, δεν είναι αναγκαίες ώστε να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του αγνώστου προσώπου που εξαπάτησε τον διευθυντή των Εναγόντων. Ουδόλως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η πιθανότητα ή η ανάγκη έγερσης αγωγής εναντίον του αγνώστου αυτού προσώπου από τους Ενάγοντες. Το όλο θέμα περιστρέφεται, ρητά, γύρω από την επίδοση της αγωγής. Καταλήγω ότι η έκδοση του αιτούμενου, υπό του (Β) της αίτησης, διατάγματος εκφεύγει των αρχών της Norwich Pharmacal, ως μεταγενέστερα εξειδικεύθηκαν και δε μπορεί να εκδοθεί. Υπάρχει και μία άλλη πτυχή της υπόθεσης, η οποία χρήζει αναφοράς. To καθήκον εμπιστευτικότητας των τραπεζιτών επιτάσσει την ύπαρξη δημοσίου συμφέροντος για να αρθεί. Το συμφέρον της δικαιοσύνης, ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος, δύναται να υπερτερήσει της προστασίας εμπιστευτικών δεδομένων σε περίπτωση μιας αδικοπραξίας. Είναι πάντα θέμα βαθμού και εξέτασης των δεδομένων της περίπτωσης (βλ. I.B.L. v. Planet
(1990)G.L.R. 294 και BNP Paribas v. TH Global Ltd
(2009)EWHC 37). Ως εκ της πιο πάνω κατάληξής μου, κρίνω ότι δεν είναι προς το δημόσιο συμφέρον να αρθεί το καθήκον εμπιστευτικότητας των Εναγομένων 2 προς την Εναγόμενη 1, η οποία είναι πελάτης της. Έτσι, η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει εντός της εξαίρεσης του εδαφίου (η) του άρθρου 29
(2)του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (66(I)/1997. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, το αιτητικό (Β) της αίτησης απορρίπτεται. Ενόψει τούτης μου της κατάληξης, η εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου ένστασης παρέλκει. Το αιτητικό (Α) της αίτησης, ως άρρηκτα συνδεδεμένο με το (Β), συμπαρασύρεται σε αποτυχία. Ελλείψει συγκεκριμένης ηλεκτρονικής διεύθυνσης στην οποία να μπορεί πράγματι να επιδοθεί υποκατάστατα η αγωγή, τυχόν εξέταση του αιτητικού (Α) θα απέληγε σε ακαδημαϊκή άσκηση, κάτι που τα Δικαστήρια πρέπει να αποφεύγουν. Ας σημειωθεί, ότι δεν έχω εντοπίσει στη νομική βάση της αίτησης οποιαδήποτε άλλη νομική διάταξη, η οποία να μπορούσε να παρέχει έρεισμα στο αιτητικό (Β) της αίτησης. Ούτε και υπήρξε επιχειρηματολογία των Εναγόντων επί οποιασδήποτε άλλης νομικής βάσης. Δεν θα μπορούσε να παραμείνει χωρίς σχολιασμό, το γεγονός ότι ο δικηγόρος που εμφανίστηκε στην υπόθεση εκ μέρους των Εναγόντων, ήταν το άτομο το οποίο ορκίστηκε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Δεν δόθηκε προς τούτο καμία εξήγηση. Στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1Α Α.Α.Δ 82 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). [..] Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Το γεγονός ότι ο δικηγόρος για τους Ενάγοντες ορκίστηκε για τα γεγονότα της αίτησης και μεταγενέστερα συνέχισε να εκπροσωπεί τους Εναγόντες, είναι ανεπιθύμητο και θα προσέθετα, επικίνδυνο, δεδομένου του ασυμβίβαστου των δύο ιδιοτήτων. Ενόψει, όμως, του ότι δεν τέθηκε ενώπιον μου σχετικός λόγος απόρριψης της αίτησης από την Τράπεζα και ότι η αίτηση απορρίφθηκε για τους πιο πάνω λόγους, δεν θα υπεισέλθω σε εξέταση του θέματος αυτού. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των Εναγόντων και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων 2 ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] «In summary I would dismiss this appeal because a) the Banks were not so mixed up in the alleged tortious acts of Coopers as to warrant an order for discovery against them; and b) the orders for discovery sought against the Banks and the Company would infringe the "mere witness" rule because the Investors can plead an arguable case against Coopers such as to give rise to a trial in due course in which both the Banks and the Company may be compelled to produce the documents now sought.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο