← Κύπρος

Angela Baxter ν. Σωτήρη Ανδρέα Χριστοδούλου, Αρ. Αγωγής: 2684/14, 15/12/2016

Angela Baxter ν. Σωτήρη Ανδρέα Χριστοδούλου, Αρ. Αγωγής: 2684/14, 15/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2684/14 Μεταξύ:- Angela Baxter Ενάγουσας v. Σωτήρη Ανδρέα Χριστοδούλου Εναγομένου Ημερομηνία: 15/12/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Γεώργιος Διογένους για Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.. Για τον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κα Χριστίνα Κυριάκου για κ. Πολύκαρπο Πετρίδη. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (στην αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 13.6.2016) Α. Τα δικόγραφα Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα είναι Αγγλίδα υπήκοος και ο Εναγόμενος είναι Κύπριος, ο οποίος ασχολείται με την ανέγερση και/ή κατασκευή και/ή πώληση κατοικιών και/ή οικοδομών και/ή τη διεκπεραίωση άλλων οικοδομικών εργασιών. Η Ενάγουσα περί το 2003 αγόρασε από τον Εναγόμενο διαμέρισμα στην Ορόκλινη της επαρχίας Λάρνακας δυνάμει γραπτού αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 18.11.

  1. Το τίμημα ήταν Λ.Κ.44.000, δηλαδή €74.726,
  2. Το ποσό αυτό η Ενάγουσα το κατέβαλε καθ' ολοκληρίαν, εκτός από ένα υπόλοιπο Λ.Κ.500, το οποίο, σύμφωνα με το αγοραπωλητήριο έγγραφο, θα καταβαλλόταν από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο με την έκδοση και μεταβίβαση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι της Ενάγουσας. Παρόλο που η Ενάγουσα εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι του Εναγόμενου βάσει του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και παρόλο που ο τίτλος ιδιοκτησίας για το ακίνητο εντός του οποίου έχει ανεγερθεί το διαμέρισμα έχει εκδοθεί από τις 3.10.2016, ο Εναγόμενος αρνείται και/ή παραλείπει να μεταβιβάσει το διαμέρισμα επ΄ ονόματι της Ενάγουσας. Εκ λάθους και/ή παραδρομής δεν έχει καταστεί δυνατή η καταχώριση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο Λάρνακας εκ μέρους της Ενάγουσας, έτσι ώστε να υπάρχει εμπράγματο βάρος επί του διαμερίσματος. Επιπλέον, η Ενάγουσα αδυνατεί να καταθέσει το αγοραπωλητήριο έγγραφο του διαμερίσματος στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας για το λόγο ότι τα στοιχεία του περιγραφόμενου ακινήτου, ως φαίνονται στο αγοραπωλητήριο, είναι λανθασμένα, δηλαδή το ακίνητο που αναφέρεται στο αγοραπωλητήριο φέρει αριθμό εγγραφής 9232, ενώ αυτό είναι ιδιοκτησίας της συζύγου του Εναγόμενου και όχι του ίδιου του Εναγόμενου. Κατ' ακρίβειαν, το ακίνητο εντός του οποίου βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα φέρει αριθμό εγγραφής 9239 και η Ενάγουσα διαμένει εκεί εδώ και χρόνια. Η Ενάγουσα προσπάθησε επανειλημμένα, μέσω των δικηγόρων της, να υπογραφεί συμφωνία μεταξύ των μερών προς διόρθωση του λάθους αυτού, αλλά αυτός αρνείται να το πράξει. Ως αποτέλεσμα, η Ενάγουσα υπόκειται σε ζημιά και μεγάλο ρίσκο αφού στο εν λόγω ακίνητο έχουν ήδη κατατεθεί υποθήκες και ΜΕΜΟ, λόγω των διαφόρων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο Εναγόμενος. Ως εκ των πιο πάνω, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγομένου: «(Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το ακίνητο που αγόρασε η Ενάγουσα κείται στο ακίνητο με αριθμό 9239 φύλλο σχέδιο XLI/25 στο τεμάχιο 463 και σύμφωνα με την έκδοση του νέου τίτλου ιδιοκτησίας το ακίνητο φέρει αριθμό εγγραφής 0/11607, φυλ./σχ.41/25 τεμάχιο
  3. (Β) Διάταγμα που να επιτρέπει την τροποποίηση του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 18/11/2013 μονομερώς από την Ενάγουσα χωρίς την συγκατάθεση του Εναγόμενου αναγράφοντας το ορθό ακίνητο επί του οποίου κείται το εν λόγω διαμέρισμα ήτοι δηλαδή το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 9239 φύλλο σχέδιο XLI/25 στο τεμάχιο 463 και σύμφωνα με την έκδοση του νέου τίτλου ιδιοκτησίας το ακίνητο φέρει αριθμό εγγραφής 0/11607, φυλ./σχ.41/25 τεμάχιο
  4. (Γ) Διάταγμα που να διατάζει τον Εναγόμενο να προχωρήσει άμεσα στην τροποποίηση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 18/11/2003 αναγράφοντας το ορθό ακίνητο επί του οποίου κείται το εν λόγω διαμέρισμα ήτοι δηλαδή το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 9239 φύλλο σχέδιο XLI/25 στο τεμάχιο 463 και σύμφωνα με την έκδοση του νέου τίτλου ιδιοκτησίας το ακίνητο φέρει αριθμό εγγραφής 0/11607, φυλ./σχ. 41/25 τεμάχιο
  5. (Δ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. πλέον έξοδα επίδοσης. (Ε) Νόμιμους τόκους. (ΣΤ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διάταγμα θεωρήσει λογικό το Δικαστήριο να εκδώσει κάτω από τις περιστάσεις.» Δια της Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης της. Αναφέρει ότι αυτοί δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα, ότι τα διατάγματα που η Ενάγουσα αιτείται είναι ακατανόητα και δε μπορούν να εκδοθούν υπό του Δικαστηρίου και ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες και/ή παραλείψεις του Εναγόμενου του δε μπορούν να του αποδώσουν αστική ευθύνη στην παρούσα αγωγή. Επιμένει ότι δεν έχει γίνει λάθος στο αγοραπωλητήριο έγγραφο και ότι το ακίνητο εντός του οποίου έχει ανεγερθεί το επίδικο διαμέρισμα φέρει αριθμό εγγραφής 9232 και είναι ιδιοκτησίας της συζύγου του και όχι του ιδίου. Αρνείται ότι η Ενάγουσα εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι του Εναγόμενου. Η όποια αδυναμία ή κωλυσιεργία της Ενάγουσας στην κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο, δε σχετίζεται και δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου. Αναφέρει ότι ο λόγος μη κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου είναι διότι η Ενάγουσα απώλεσε το πρωτότυπο έγγραφο και δε μπορούσε να κατατεθεί αντίγραφο. Β. Η επίδικη αίτηση Η Αιτήτρια αιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης της ως ακολούθως: «
  6. Δια της προσθήκης της πιο κάτω παραγράφου μετά την παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης και την αρίθμηση της ως παράγραφος 9: «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΠΑΤΗΣ ΚΑΙ/Η ΔΟΛΟΥ ΚΑΙ/Η ΨΕΥΔΩΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ:
  7. Α) Ο Εναγόμενος στη βάση δόλιου σχεδιασμού και ψευδών παραστάσεων επιχείρησε την πώληση του επίδικου ακινήτου ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου, ήτοι ιδιοκτησίας της συζύγου του στην Ενάγουσα, ενώ γνώριζε ότι η νόμιμη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου δεν ήταν ενήμερη για την εν λόγω αγοραπωλησία και περαιτέρω το επίδικο ακίνητο δεν ήταν ποτέ διαθέσιμο προς πώληση αφού το ακίνητο που ήταν προς πώληση ήταν το ακίνητο με αριθμό 9239 φύλλο σχέδιο XLI/25 στο τεμάχιο 463 στο οποίο διαμένει η Ενάγουσα μέχρι και σήμερα. Β) Ο Εναγόμενος στη βάση δόλιου σχεδιασμού και ψευδών παραστάσεων παρουσίασε στην Ενάγουσα το επίδικο ακίνητο στο οποίο κείται το εν λόγω διαμέρισμα προς πώληση με απώτερο σκοπό την εξαπάτηση της Ενάγουσας καθώς και την οικειοποίηση του ποσού των £43.500,00 Λ.Κ., που κατέβαλε σε αυτόν η Ενάγουσα για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος εν γνώσει του ψεύδους ή/και χωρίς πίστη για το αληθές αυτού ή/και απερίσκεπτα ή/και αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του πιο πάνω επίδικου διαμερίσματος. Γ) Ο Εναγόμενος με δόλιο τρόπο και προτάσσοντας ψευδείς παραστάσεις υπέγραψε ως ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9232 Φύλλο/Σχέδιο XLI/28 στο τεμάχιο 163 στην Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας γνωρίζοντας ότι ο τελευταίος δεν είναι ο ιδιοκτήτης ή/και εν γνώσει του ψεύδους ή/και χωρίς πίστη για το αληθές αυτού ή/και απερίσκεπτα ή/και αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής με αποτέλεσμα να παραπλανήσει ή και εξαπατήσει την Ενάγουσα και να αποσπάσει από αυτή το ποσό των £43.500,00 Λ.Κ.. Δ) Ο Εναγόμενος αφού του γνωστοποιήθηκε ότι είχε υπογράψει ως ιδιοκτήτης άλλου ακινήτου στο οποίο δεν είναι ιδιοκτήτης, και αφού του δόθηκε η ευκαιρία να επανορθώσει αναγράφοντας το ακίνητο επ' ονόματι της Ενάγουσας, αυτός αρνήθηκε να το πράξει θέτοντας έτσι σε πλήρη εφαρμογή το παράνομο και δόλιο σχέδιο του, που είχε ως απώτερο σκοπό την εξαπάτηση και οικειοποίηση του ποσού των £43.500,00 Λ.Κ. από την Ενάγουσα χωρίς να της μεταβιβάσει το ακίνητο με αριθμό 9239 φύλλο σχέδιο XLI/25 στο τεμάχιο 463 το οποίο αγόρασε η Ενάγουσα προκαλώντας έτσι πολύ μεγάλη ζημιά στην Ενάγουσα.
  8. Δια της προσθήκης της ακόλουθης παραγράφου μετά την παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης ως παράγραφος 11:
  9. Η Ενάγουσα βασιζόμενη στις ψευδείς παραστάσεις και γεγονότα που της παρουσίασε ο Εναγόμενος αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα δίνοντας στον Εναγόμενο το ποσό των £43.500,00 Λ.Κ. και μέχρι σήμερα δεν πήρε το τίτλο ιδιοκτησίας του διαμερίσματος και ο Εναγόμενος αρνείται να συνεργαστεί και να μεταβιβάσει το επίδικο διαμέρισμα που έχει αγοράσει η Ενάγουσα επ' ονόματι της τελευταίας παρόλο που έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας επ' ονόματι του Εναγόμενου και θα μπορούσε ο τελευταίος να το μεταβιβάσει στην Ενάγουσα, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υποστεί ζημιά συνεπεία της απάτης και/ή των ψευδών παραστάσεων του Εναγόμενου. Σημειωτέο δε ότι στο εν λόγω ακίνητο έχουν καταχωρηθεί εμπράγματα βάρη ενόψει των οφειλών που είχε ο Εναγόμενος με αποτέλεσμα να υπάρχουν επιπλέον δυσκολίες σε σχέση με την μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος.
  10. Με την αλλαγή του αριθμού της παραγράφου 11 της Έκθεσης Απαίτησης σε αριθμό
  11. Με την αλλαγή της αριθμητικής αλληλουχίας των παραγράφων 9 και 10 της Έκθεσης Απαίτησης σε 11 και 12 αντίστοιχα.
  12. Δια της προσθήκης των ακόλουθων πιο κάτω παραγράφων μετά την υποπαράγραφο Γ των αξιώσεων της Έκθεσης Απαίτησης: «Διαζευκτικά με τα πιο πάνω: Δ. Απόφαση για το ποσό των €74.226,73 (£43.500) υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου ως καταβληθέν άνευ αντιπαροχής και/ή ως αντάλλαγμα που απέτυχε πλήρως και/ή ως όφελος το οποίο έχει προσπορισθεί ο Εναγόμενος δυνάμει της μεταξύ των μερών συμφωνίας και/ή άλλως πως εις βάρος της Ενάγουσας και/ή ως money had and received και/ή σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως αποζημιώσεις για διάρρηξη συμφωνίας ή/και για απάτη, το οποίο ποσό έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει και/ή αποζημιώσει και/ή επιστρέψει στην Ενάγουσα ως ανωτέρω αναφέρεται πλέον νόμιμο τόκο από τις 18/11/2003 μέχρι εξοφλήσεως. Ε. Τιμωρητικές και/ή επαυξημένες Αποζημιώσεις για δόλο και απάτη.
  13. Δια της διαγραφής της παραγράφου 7, της Έκθεσης Απαίτησης.
  14. Με την αλλαγή της αλφαβητικής αλληλουχίας κάτω από την παράγραφο με τίτλο η «Ενάγουσα Αξιοί εναντίον του Εναγόμενου» της Έκθεσης Απαίτησης των υποπαραγράφων Δ, Ε και ΣΤ σε ΣΤ, Η και Θ αντίστοιχα.» Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης είναι υπογεγραμμένη από την Χριστίνα Φιάκα από την Λεμεσό, η οποία αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο γραφείο Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων της Αιτήτριας και γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης. Είναι δε, πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Έλαβε προσωπική πληροφόρηση από την Ενάγουσα για τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της και έχει περαιτέρω «πληροφορηθεί ότι η Ενάγουσα βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και θα επιστρέψει στην Κύπρο τις επόμενες ημέρες». Λόγω του ότι η Αίτηση έπρεπε να καταχωριστεί άμεσα, ορκίζεται η ίδια στα γεγονότα τα οποία περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωσή της. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες έτσι ώστε η υπόθεση της Ενάγουσας να τεθεί ολοκληρωμένα και πλήρως ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση. Σε περίπτωση που τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν, η Ενάγουσα δε θα είναι σε θέση να προβάλει, με τρόπο ολοκληρωμένο, τις θέσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση. Η υπόθεση βρίσκεται σε αρχικό στάδιο και ο Εναγόμενος δε θα επηρεαστεί καθόλου από την αιτούμενη τροποποίηση εφόσον μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Θα έχει, επίσης, την ευκαιρία να καταχωρίσει τροποποιημένη Υπεράσπιση και, έτσι, είναι ορθό και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, αλλά και προς το συμφέρον απονομής της δικαιοσύνης, να εγκριθεί η αίτηση. Παραδέχεται ότι υπήρξε καθυστέρηση στην ετοιμασία της αίτησης, αλλά αυτό οφείλεται στο ότι ο φάκελος της υπόθεσης είχε χαθεί κατά τη διάρκεια εσωτερικών αλλαγών στο γραφείο των δικηγόρων με αποτέλεσμα να μην εντοπιστεί έγκαιρα για να μπορέσει η αίτηση να καταχωριστεί σε προγενέστερο στάδιο. Μόλις ο φάκελος εντοπίστηκε και έγινε συνάντηση με την Αιτήτρια, η οποία ενημέρωσε τους δικηγόρους της ότι, το επίδικο διαμέρισμα στο οποίο διαμένει θα εκποιηθεί από πιστωτές του Εναγόμενου, στους οποίους ο τελευταίος οφείλει χρηματικά ποσά και οι οποίοι πιστωτές έχουν βαρύνει την περιουσία του με εμπράγματα βάρη, τότε προχώρησαν άμεσα στην ετοιμασία και καταχώρηση της αίτησης. Δια της ένστασής του, ο Εναγόμενος αναφέρει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και καταχρηστική. Φέρει λανθασμένη, ελλιπή και άσχετη νομική βάση. Στηρίζεται σε ανεπαρκή ένορκη δήλωση, η οποία συνιστά στο σύνολό της εξ' ακοής μαρτυρία και δε δίδεται εξήγηση γιατί αυτή γίνεται από δικηγόρο, αφού ρητώς αναφέρεται ότι η Ενάγουσα θα επέστρεφε στην Κύπρο τις επόμενες μέρες. Η αιτούμενη τροποποίηση βρίθει μαρτυρίας και εκφεύγει από τον τρόπο σύνταξης ενός ορθού δικογράφου. Είναι προϊόν υστερόβουλης σκέψης της Ενάγουσας, η οποία καταχώρισε την αίτηση αφού ανέγνωσε την Υπεράσπιση του Εναγόμενου. Έχει, επιπλέον, καταχωριστεί πολύ καθυστερημένα, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε αιτιολογία περί αυτού. Συνιστά δε, μια εντελώς νέα γραμμή απαίτησης, η οποία συγκρούεται με την ήδη υπάρχουσα και τυχόν έγκριση του αιτήματος θα προκαλέσει στον Εναγόμενο ανεπανόρθωτη ζημιά, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Ουδόλως δε, αποσκοπεί στην επίλυση των μεταξύ των διαδίκων διαφορών, αλλά προσθέτει νέα αμφισβητούμενα ζητήματα, τα οποία συγκρούονται με εκείνα που ήδη η Ενάγουσα προέβαλε μέσω της ήδη καταχωρισθείσας Έκθεσης Απαίτησής της. Δια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, ο Εναγόμενος επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην ένσταση και προσθέτει ότι, η αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση για την οποία ουδεμία εξήγηση δίδεται. Καταχωρίστηκε εκ μέρους δικηγόρου χωρίς να δίδεται εξήγηση ως προς το γιατί αυτό έγινε και οι αιτούμενες τροποποιήσεις συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία, αλλά και γενικές και αόριστες αναφορές, οι οποίες θα περιπλέξουν, αντί να απλουστεύσουν τα επίδικα θέματα. Τα γεγονότα για τα οποία ζητείται, σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο, η τροποποίηση, ήταν γνωστά στην Ενάγουσα και στους δικηγόρους της και/ή θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά με εύλογη επιμέλεια εκ μέρους τους, πολύ νωρίτερα. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλούσε αδικία στην πλευρά του Εναγόμενου, η οποία δεν αποκαθίσταται σε χρήμα. Γ. Νομική Πτυχή Η Διαταγή 25 Θ.1, ως ήταν πριν την τροποποίηση της 26/9/2014, και η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω, προνοεί ως εξής: "The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & others

(1989)1 ΑΑΔ (Δ) 33 (υπόθεση Ναυτοδικείου), στις σελ. 36 και 37, συνοψίστηκαν από το Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης, ως ακολούθως: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Έκτοτε ακολούθησε σωρεία νομολογίας που υιοθέτησε και εξειδίκευσε τη Φοινιώτης (πιο πάνω). [1] Στην IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Π.Ε. 137/13 και 138/13, ημερ. 20/3/2014, επιβεβαιώθηκε η πάγια γραμμή της νομολογίας ότι η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Όταν ο παράγοντας της καθυστέρησης, ο οποίος τονίστηκε ότι δεν είναι αφ'εαυτής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της καθυστέρησης και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Σημαντικό ρόλο ως προς τον τρόπο αξιολόγησης της καθυστέρησης από το Δικαστήριο, μπορούν να διαδραματίσουν η γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και η αναγκαιότητα ή ο βαθμός της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων[2]. Στην ίδια υπόθεση, αναφέρθηκε και η πάγια θέση της νομολογίας ότι, αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δε μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ'εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας[3]. Υπογραμμίστηκε δε, παρά τα πιο πάνω, ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς έγκριση αίτησης τροποποίησης πρέπει να ασκείται με φειδώ, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. [...] Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.» Στην Clive Preece & Ann Maria Preece v. Νάσως Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2138, αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25, Καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237.» Και ως προς το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης: «Οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Το αίτημα υποβλήθηκε στο αρχικό στάδιο της ακρόασης και προτού συμπληρωθεί η κύρια εξέταση του εφεσείοντα. Η έγκριση του αιτήματος δεν θα διαφοροποιούσε ούτε τη βάση της αγωγής ούτε και θα προκαλούσε δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα της εφεσίβλητης [.]» Στη Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. v. A. & G. Leventis & Co (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Στη Saba and Co v. D.P.M. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, αποφασίστηκε ότι εάν με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής αυτό δε σημαίνει, αφ' εαυτού, ότι η τροποποίηση δε μπορεί να επιτραπεί. Ότι, περαιτέρω, καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν πρέπει να απορρίπτεται απλώς και μόνο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Ως προς την καταχώριση της αίτησης μαζί με ένορκη δήλωση δικηγόρου, αντί του ιδίου του διαδίκου, στη Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1Α Α.Α.Δ 82 αναφέρθηκε ότι μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. «Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). [..] Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Δ. Κατάληξη Βάσει των πραγματικών δεδομένων σε σχέση με τα δικόγραφα, την αίτηση, την ένσταση και τη νομολογία που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση πρέπει να εγκριθεί. Και εξηγώ. Πράγματι, η αίτηση έχει καταχωριστεί σε καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας. Η υπόθεση ήταν ήδη ορισμένη για ακρόαση στις 14.6.2016 και τότε η ακρόαση αναβλήθηκε λόγω απουσίας του φυσικού δικαστή της υπόθεσης και ορίστηκε στις 20.9.2016, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε η αίτηση τροποποίησης που η Ενάγουσα καταχώρισε την προηγούμενη της ακρόασης, δηλαδή στις 13.6.
  1. Η αναγκαιότητα, όμως, περί της καταχώρισης της αίτησης τροποποίησης αναφέρθηκε και κατά τις 23.11.2015 που η υπόθεση ήταν πρώτη φορά ορισμένη για οδηγίες βάσει της Διαταγής
  2. Ως προαναφέρθηκε, όμως, η αίτηση δεν καταχωρίστηκε μέχρι και τις 13.6.2016, ημερομηνία προηγουμένη της ακρόασης της 14.6.2016 και παρόλο που στο μεσοδιάστημα, δηλαδή στις 11.1.2016, υπήρξε εμφάνιση των μερών ενώπιον Δικαστηρίου και ουδέν αναφέρθηκε περί της αίτησης τροποποίησης. Το γεγονός, επομένως, ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης προκύπτει αβίαστα από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Η εξήγηση που δόθηκε για την καθυστέρηση εκ μέρους των συνηγόρων της Ενάγουσας, δια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι απόλυτα πειστική. Αναφέρθηκε ότι λόγω εσωτερικών αλλαγών στο γραφείο των δικηγόρων ο φάκελος της υπόθεσης είχε χαθεί και δεν μπόρεσε έγκαιρα να εντοπιστεί ώστε να μπορέσει να γίνει η αίτηση τροποποίησης, ενώ ως προαναφέρθηκε, από τις 23.11.2015 ήταν γνωστό στην Ενάγουσα ότι απαιτείτο η συγκεκριμένη τροποποίηση και παρόλη την εμφάνιση στις 11.1.2016, η αίτηση καταχωρίστηκε μόλις στις 13.6.2016 και μια μέρα πριν την ακρόαση της υπόθεσης. Προκύπτει, επομένως, με σαφήνεια ότι η πλευρά της Ενάγουσας δεν κατάφερε να δικαιολογήσει με απόλυτη πειστικότητα τον λόγο που οδήγησε στην καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης. Η καθυστέρηση, βεβαίως, βάσει της νομολογίας, δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από άποψη μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως λ.χ. την ανυπαρξία καλής πίστης. Είμαι διατεθειμένη να αντιπαρέλθω της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης και την όχι απόλυτα πειστική εξήγηση, λόγω του ότι δεν υπήρξε μαρτυρία περί ανυπαρξίας καλής πίστης στην καθυστέρηση της καταχώρισης της αίτησης και ούτε οτιδήποτε που να θέτει σε αμφιβολία τη γνησιότητα του αιτήματος της Ενάγουσας. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη ότι ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, κρίνω ότι εάν η αίτηση επιτραπεί θα αποβεί προς όφελος της δικαιοσύνης, εφόσον θα τεθούν ολοκληρωμένα και πλήρως ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα μεταξύ των μερών για απόφανση. Το ίδιο επιβάλλει και η ανάγκη αποτροπής της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Περαιτέρω, παρόλο του ότι είναι ανεπιθύμητη η υπογραφή ένορκης δήλωσης από δικηγόρο και παρά το ότι αυτό καθιστά τη μαρτυρία που δίδεται εξ ακοής, κρίνω ότι δόθηκε προς τούτο ικανοποιητική εξήγηση από την ενόρκως δηλούσα στην αίτηση. Ότι δηλαδή, κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης, η Ενάγουσα βρισκόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο και θα επέστρεφε στην Κύπρο τις επόμενες ημέρες. Και εδώ έχει ρόλο να παίξει η καθυστέρηση. Στην περίπτωση που η αίτηση καταχωριζόταν στο ορθό δικονομικά στάδιο, ήτοι στο στάδιο των οδηγιών ή ακόμα και πριν από αυτό, και δεν παρατηρείτο καθυστέρηση σχεδόν επτά
(7)μηνών από τις 23.11.15 που η ανάγκη τροποποίησης ηγέρθηκε για πρώτη φορά μέχρι και την καταχώριση της αίτησης, δε θα παρουσιάζετο η ανάγκη της κατεπείγουσας καταχώρισης της αίτησης πριν την ακρόαση της 14.6.2016. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα αναφέρονται, όμως, στην ένορκη δήλωση κρίνονται ως ικανοποιητικά για να εξηγήσουν το γιατί η ίδια η Ενάγουσα δεν προβαίνει σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης της. Επίσης, μέσα από την παράθεση των θέσεων των μερών στα δικόγραφα, ως έγινε πιο πάνω, προκύπτει ότι πράγματι εισάγεται νέο θέμα με την αιτούμενη τροποποίηση, το οποίο δεν υπάρχει στην ήδη καταχωρισμένη απαίτηση. Είναι ξεκάθαρο, δια των αιτούμενων τροποποιήσεων, ότι η Αιτήτρια προσπαθεί να εισάξει λεπτομέρειες απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων εκ του Εναγόμενου, λόγω του ότι μέχρι και την καταχώριση της Υπεράσπισης πίστευε ότι η αναγραφή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9232 στο αγοραπωλητήριο έγγραφο είχε γίνει εκ λάθους. Μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης, φαίνεται να έχει καταστεί αναγκαία η τροποποίηση ώστε να προκύπτει μέσα από το δικόγραφο της Ενάγουσας ότι εν γνώση του Εναγόμενου, και όχι εκ λάθους, αυτός υπέγραψε το αγοραπωλητήριο έγγραφο για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 9232, ενώ αυτό ουδέποτε ήταν επ' ονόματι του. Προστίθεται δε, στο παρακλητικό της αγωγής και αξίωση για το ποσό που η Ενάγουσα έχει ήδη καταβάλει στον Εναγόμενο, αξίωση η οποία δεν εμφαίνεται στην αρχική Έκθεση Απαίτησης. Η αρχική Έκθεση Απαίτησης απαιτεί μόνο αναγνωριστικά διατάγματα, τα οποία θα μπορούσαν, σύμφωνα με την Ενάγουσα, να της επιτρέψουν να καταθέσει το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακος έτσι ώστε η κατάθεση αυτή να αποτελέσει εμπράγματο βάρος επί του ακινήτου του Εναγόμενου και να μη μπορεί να αποξενωθεί υπέρ των πιστωτών του με αποτέλεσμα την προφανή ζημιά της Ενάγουσας. Ούτε και η εισαγωγή, όμως, αυτής της νέας βάσης αγωγής, μπορεί να ενεργήσει καταλυτικά έτσι ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί εναντίον της τροποποίησης. Η εισαγωγή της δε θα έχει καταλυτικά αρνητικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά, υπό την έννοια ότι η πλευρά του Ενάγοντα θα μπορέσει να καταχωρίσει τροποποιημένη Υπεράσπιση και θα είναι σε θέση να προωθήσει τις θέσεις που θα εμφαίνονται σε αυτήν στην ακρόαση της υπόθεσης. Τέλος, με γνώμονα ότι από την τροποποίηση δε θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία να μη μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, η αίτηση εγκρίνεται. Η αίτηση, λοιπόν, εγκρίνεται και εκδίδονται διατάγματα ως το Α
(1)με Α
(7)αυτής. Τα έξοδα της αίτησης και όσα έξοδα θα δημιουργηθούν εκ της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από της συντάξεως του διατάγματος, το οποίο πρέπει να ζητηθεί εντός πέντε
(5)ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 25.1.2017. (Υπ.) ........... Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Βλ. σχετικά, Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναίδης Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Γραμμές Στριντζή Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, C & A, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ. κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση 271/2008, ημερομηνίας 16/12/2011 και Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005. [2] (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005) (Παραπομπές στο πρωτότυπο κείμενο). [3] (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 607 και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510) (Παραπομπές σε αυθεντίες, στο πρωτότυπο). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.