Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ξυλοφάγου ν. Ευάγγελος Παναγιώτου Ευαγγέλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2926/2011, 23/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A214 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2926/2011 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ξυλοφάγου Ενάγοντες -και-
- Ευάγγελος Παναγιώτου Ευαγγέλου
- Σοφία Γεωργίου Χαλλούμα Ευαγγέλου
- Παναγιώτης Ευαγγέλου Παναγιώτου
- Γεώργιος Ευαγγέλου Παναγιώτου Εναγομένων 23 Δεκεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Μ. Σάββα (για ν΄ακούσει απόφαση ο κ. Σ.Σάββα) Για τους Εναγόμενους: κ. Α. Μαθηκολώνης μαζί με την κα Κ. Αναστασίου (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Α. Κασιανής) ΑΠΟΦΑΣΗ
- Η ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €352.145,38 πλέον τόκο 7%, ως περιορίστηκε στο στάδιο των αγορεύσεων, από 1.1.11 μέχρι εξόφλησης ως επίσης και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης με αρ. Υ8192/
- Με βάση τα όσα εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης η ενάγουσα δυνάμει γραπτής συμφωνίας παραχώρησε δάνειο στους εναγόμενους για το ποσό των ΛΚ150.000.- (€256.290,22) το οποίο ήταν πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις από ΛΚ1.150.- η κάθε μία. Οι εναγόμενοι 1 και 2 για εξασφάλιση της πληρωμής του πιο πάνω ποσού παραχώρησαν προς όφελος των εναγόντων την υποθήκη με αρ. Υ8192/
- Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, παρά το γεγονός ότι κλήθηκαν επανειλημμένα από την ενάγουσα, και έτσι με επιστολή της ημερ. 4.3.11 τερμάτισαν την εν λόγω συμφωνία. Οι εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι η συμφωνία δανείου και η υποθήκη και η σύμβαση είναι παράνομες και άκυρες. Αναφέρουν δε ότι ο σκοπός της συμφωνίας ήταν η χρηματοδότηση των εναγομένων 1 και 2 για την αγορά κατοικίας που ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του Μ.Χαλλούμα, αδελφού της εναγόμενης 2, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί το ποσό των ΛΚ137.000.- από το εν λόγω πρόσωπο και ταυτόχρονα να υποθηκευτεί για εξασφάλιση του δανείου. Ισχυρίζονται ότι σκοπός ήταν να παρακάμψουν τους νόμους περί πληρωμής ΦΠΑ από τον πωλητή ως επίσης και την παράκαμψη του νόμου περί καταβολής μεταβιβαστικών τελών. Έτσι οι εναγόμενοι αξιώνουν ανταπαιτητικά δήλωση ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη ή και διάταγμα με το οποίο να εξαλείφεται.
- Με βάση τα δικόγραφα, αποτελεί αποδεκτό γεγονός ότι πράγματι στις 28.12.06 υπογράφηκε συμφωνία δανείου μεταξύ των διαδίκων. Η ενάγουσα παραχώρησε στους εναγόμενους δάνειο για το ποσό των ΛΚ150.000.- (€256.290,22) το οποίο ήταν πληρωτέο σε 322 ίσες μηνιαίες δόσεις από ΛΚ1.150.- η κάθε μία. Το ποσό του δανείου διατέθηκε ως ακολούθως: (α) επιταγή για το ποσό ΛΚ137.000.- εκδόθηκε στο όνομα του εναγόμενου 1 ο οποίος ταυτόχρονα οπισθογράφησε την εν λόγω επιταγή στον Μιχάλη Χαλλούμα για εξόφληση του τιμήματος της αγοραπωλησίας και (β) το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ13.000.- διατέθηκε από την ενάγουσα για χρέη των εναγομένων ή και οποιωνδήποτε από αυτούς.
- Τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Η ενάγουσα για στοιχειοθέτηση της απαίτησης της, κάλεσε ως μάρτυρα την κα Χρυσούλα Θεοφάνους Κυριάκου, η οποία εργαζόταν σ΄ αυτήν. Στη δε μαρτυρία της μεταξύ άλλων, ανέφερε τα ακόλουθα: (α) Στις 2.12.06 οι εναγόμενοι υπέβαλαν αίτηση για δάνειο (βλ.Τεκμ.4) και η ενάγουσα ενέκρινε το αίτημα τους. Έτσι στις 28.12.06 καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και όλων των εναγομένων συμφωνία δανείου για το ποσό των ΛΚ150.000.- το οποίο ήταν πληρωτέο σε 322 ίσες μηνιαίες δόσεις για το ποσό των ΛΚ1.150.- η κάθε μία με τους όρους που αναφέρονται σ΄ αυτήν (βλ.Τεκμ.5). Η πρώτη δόση θα πληρωνόταν στις 10.3.07 και οι υπόλοιπες την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα μέχρι πλήρους εξόφλησης. Περαιτέρω η πιο πάνω συμφωνία προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι το δάνειο θα χρεωνόταν με βασικό επιτόκιο 4,5 % και περιθώριο 2,5%, ήτοι συνολικό επιτόκιο 7% (βλ.Τεκμ.5 §3). Η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να κεφαλαιοποιεί τις πιο πάνω χρεώσεις δυο φορές το μήνα. Η συμφωνία διελάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση που οποιοδήποτε ποσό καθίστατο πληρωτέο και δεν καταβαλλόταν, ο χρεώστης θα κατέβαλε τόκο υπερημερίας 2% (βλ.Τεκμ.5 §3(β)). Μόλις δε το δάνειο ζητηθεί από την ενάγουσα αυτό θα καθίστατο απαιτητό και ο χρεώστης υποχρεούτο να καταβάλει κάθε οφειλόμενο ποσό (βλ. Τεκμ.5 §5). (β) Στις 28.12.06 οι εναγόμενοι 1 και 2 για εξασφάλιση του πιο πάνω ποσού υποθήκευσαν προς όφελος της ενάγουσας το συμφέρον τους σε ακίνητη ιδιοκτησία που περιγράφεται στη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου με αρ. Υ8191/06 (βλ.Τεκμ. 6 και 7). (γ) Περαιτέρω οι εναγόμενοι 1 - 4 για περαιτέρω εξασφάλιση της πιο πάνω συμφωνίας δανείου εντάχθηκαν σε ομαδική ασφάλιση ζωής (βλ.Τεκμ.8) και εξουσιοδότησαν τους ενάγοντες να χρεώνουν το λογαριασμό του δανείου με τα αντίστοιχα ετήσια ασφάλιστρα. (δ) Η ενάγουσα παραχώρησε το ποσό του δανείου στους εναγόμενους και ειδικότερα αναλήφθηκε το ποσό των ΛΚ137.000.- υπό μορφή τραπεζικής επιταγής (βλ.Τεκμ.9). Σύμφωνα με τα αποδεκτά γεγονότα όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα ο εναγόμενος 1 οπισθογράφησε την επιταγή στον Μιχάλη Χαλλούμα για εξόφληση του τιμήματος αγοραπωλησίας. Στις 28.12.06 το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ13.000.- μεταφέρθηκε από το δάνειο σε λογαριασμούς των εναγομένων και προς τούτο όλοι υπέγραψαν σχετική απόδειξη (βλ.Τεκμ.10). Αντεξεταζόμενη επισήμανε ότι ο Μιχάλης Χαλλούμας ήταν ο πωλητής του ακινήτου. Δεν γνώριζε ποιος εναγόμενος θα το αγόραζε ως επίσης δεν γνώριζε κατά πόσο το ακίνητο μεταβιβάστηκε δυνάμει δωρεάς. (ε) Σε διάφορες ημερομηνίες η ενάγουσα απέστελλε επιστολές στις διευθύνσεις που οι ίδιοι οι εναγόμενοι δήλωσαν. Οι εναγόμενοι από την ημερομηνία έναρξης του δανείου κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €3.751,83, δηλ. δεν συμμορφώθηκαν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Η ενάγουσα στις 16.9.09 και 7.7.10 απέστειλε επιστολές σε όλους τους εναγόμενους με τις οποίες τους πληροφορούσε ότι υφίσταντο καθυστερημένες δόσεις που ανέρχονταν στο ποσό των €64.724.- και €92.149,09 αντίστοιχα (βλ.Τεκμ.12). Περαιτέρω με επιστολές που στάληκαν στους εναγόμενους 1 και 2, ημερ. 4.3.10 και 30.9.10 τους πληροφορούσαν και πάλιν ότι υφίσταντο καθυστερήσεις (βλ.Τεκμ.12). Οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν και έτσι η ενάγουσα με επιστολή των συνηγόρων της ημερ. 4.3.11 η οποία αποστάληκε σε όλους τους εναγόμενους τερμάτισε την επίδικη συμφωνία (βλ.Τεκμ.13) Κατά τον τερματισμό, το δάνειο παρουσίαζε σημαντικές καθυστερήσεις από μέρους των εναγομένων. Οι εναγόμενοι από την ημερομηνία έναρξης του δανείου κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €3.751,
- (στ) Ανέφερε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου κατά την 24.11.15 ανερχόταν στο ποσό των €494.525,82 (βλ.Τεκμ.11). Περαιτέρω ετοιμάστηκε αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού (βλ.Τεκμ.14) με επιτόκιο 7% ως επίσης σ΄ αυτήν δεν συμπεριλήφθηκαν οι επιβαρύνσεις. Με βάση την εν λόγω αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού το υπόλοιπο κατά την 24.11.15 ανερχόταν στο ποσό των €453.692,52 και κατά την 31.12.15 στο ποσό των €485.791,
- Η μοναδική μαρτυρία που κλήθηκε από μέρους των εναγομένων ήταν αυτή της κας Στέλλας Κάρουλλα, υπαλλήλου στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Ανέφερε ότι στις 28.12.06 ο Μιχάλης Χαλλούμα με σχετική δήλωση του (βλ. Τεκμ.16) μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς επ΄ ονόματι της αδελφής του Σοφίας Γεωργίου Χαλλούμα, σύζυγος Ευάγγελου Παναγιώτου, το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/5654, μερίδιο το όλο, που βρίσκεται στο χωριό Ξυλοφάγου της επαρχίας Λάρνακας και την ίδια ημέρα εγγράφηκε επ΄ονόματι της (βλ.Τεκμ.15). Στη συνέχεια οι εναγόμενοι 1 και 2 υποθήκευσαν προς όφελος της ενάγουσας τρία ακίνητα, ένα από τα οποία είναι αυτό που της μεταβίβασε ο αδελφός της (βλ. Τεκμ.6, 7 και 17).
- Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας ανέφερε ότι η κα Χ. Κυριάκου ήταν μάρτυρας της αλήθειας ως επίσης δεν καταδείχθηκε οποιαδήποτε παρανομία. Εισηγήθηκε ότι το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαιολογεί την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων ο οποίος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπήρξε τερματισμός και κατ΄επέκταση το χρέος δεν κατέστη απαιτητό, δεν αποδείχθηκε το υπόλοιπο και ότι η συμφωνία και η υποθήκη η οποία εγγράφηκε προς όφελος της ενάγουσας είναι παράνομες.
- Μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους, αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α ΑΑΔ 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες).
- Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Ανεξάρτητα όμως από αυτό. Τόσο η υπάλληλος της ενάγουσας κα Χ. Κυριάκου όσο και η υπάλληλος του Κτηματολογίου κα Σ. Κάρουλλα δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία τους καθοιονδήποτε τρόπο. Ήταν συνεπείς και σταθερές στις απαντήσεις τους. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας και συνακόλουθα αποδέχομαι τη μαρτυρία τους όπως αυτή εκτίθεται στις παρ. 4(α)(β)(γ)(δ)(ε) και 5 πιο πάνω.
- Εισήγηση ότι δεν υπήρξε τερματισμός και ότι το χρέος δεν κατέστη απαιτητό. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι δεν υπήρξε τερματισμός της επίδικης συμφωνίας δανείου και κατ΄ επέκταση το δάνειο δεν κατέστη απαιτητό. Διαφαίνεται από τα γεγονότα ότι οι εναγόμενοι υπέβαλαν αίτηση στην ενάγουσα όπως τους παραχωρηθεί δάνειο. Έτσι στις 28.12.16 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και όλων των εναγομένων (βλ.Τεκμ.5) για το ποσό των ΛΚ150.000.- πλέον τόκους το οποίο ήταν πληρωτέο σε 322 ίσες μηνιαίες δόσεις για το ποσό των ΛΚ1.150.- η κάθε μία. Η πρώτη δόση θα πληρωνόταν στις 10.3.07 και οι υπόλοιπες την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα μέχρι πλήρους εξόφλησης. Οι εναγόμενοι 1 και 2 για εξασφάλιση του πιο πάνω ποσού υποθήκευσαν προς όφελος της ενάγουσας την ιδιοκτησία που περιγράφεται στη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου με αρ. Υ8191/06 (βλ. Τεκμ.6 και 7). Το ποσό του δανείου παραχωρήθηκε στους εναγόμενους όπως εκτίθεται στην παρ.4(δ) ανωτέρω. Η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία διελάμβανε μεταξύ άλλων (Τεκμ.5) ότι μόλις το δάνειο ζητηθεί από την ενάγουσα θα καθίσταται απαιτητό και οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν σ΄αυτή κάθε οφειλόμενο ποσό. Παράλειψη πληρωμής δίδει το δικαίωμα στην ενάγουσα να απαιτήσει δικαστικώς το οφειλόμενο ποσό (βλ.Τεκμ.5 §5). Οι εναγόμενοι κατά παράβαση της συμφωνίας δανείου δεν κατέβαλαν τις μηνιαίες δόσεις όπως περιγράφονται πιο πάνω. Από την ημερομηνία συνομολόγησης της συμφωνίας καταβλήθηκε μόνο το συνολικό ποσό των €3.751,83, γεγονός που διαφαίνεται και από τις καταστάσεις λογαριασμού (βλ.Τεκμ.11 και 14) και ειδικότερα στις 18.10.10 καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €1.751,83 και στις 21.8.12 το ποσό των €2.000.-. Έκτοτε δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό. Έτσι η ενάγουσα στις 16.9.09 απέστειλε σε όλους τους εναγομένους επιστολές (βλ.Τεκμ.12), στη διεύθυνση που αναγράφεται στη συμφωνία δανείου, με τις οποίες τους πληροφορούσε ότι υφίστανται καθυστερημένες δόσεις οι οποίες ανέρχονταν στις €64.724,00 και τους ζητούσε όπως διευθετήσουν το καθυστερημένο ποσό εντός 21 ημερών. Ακολούθησαν άλλες δυο επιστολές στην ίδια διεύθυνση, η μεν επιστολή ημερ. 4.3.10 αποστάληκε στους εναγόμενους 1 και 2 και η δε άλλη ημερ. 7.7.10 (βλ.Τεκμ.12) αποστάληκε σε όλους τους εναγόμενους. Με αυτές τους ζητούσαν την καταβολή των καθυστερημένων δόσεων. Στις 30.9.10 η ενάγουσα απέστειλε επιστολή στους εναγόμενους 1 και 2 στη διεύθυνση Αμμοχώστου 16, Ξυλοφάγου. Πρόκειται για άλλη διεύθυνση από αυτή που αναγράφεται στη συμφωνία (βλ.Τεκμ.12). Οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και έτσι η ενάγουσα στις 4.3.11 απέστειλε επιστολή σε όλους τους εναγόμενους σε διεύθυνση (Αμμοχώστου 16, Ξυλοφάγου) άλλη από αυτή που αναγράφεται στη συμφωνία και με την οποία τερμάτιζε την επίδικη συμφωνία. Ενόψει του γεγονότος ότι η επιστολή τερματισμού στάληκε σε άλλη διεύθυνση από αυτή που αναγράφεται στη συμφωνία, έδωσε το έναυσμα στο συνήγορο των εναγομένων να εισηγηθεί ότι η συμφωνία δεν τερματίστηκε νομότυπα και κατ΄ επέκταση το χρέος δεν κατέστη απαιτητό. Η υπάλληλος της ενάγουσας κα Χ. Κυριάκου στη μαρτυρία της ανέφερε ότι από την έναρξη της λειτουργίας του λογαριασμού αποστέλλονταν επιστολές σε όλους τους εναγόμενους στις διευθύνσεις τις οποίες οι ίδιοι δήλωσαν κατά την υπογραφή των συμφωνιών. Όπως έχει ήδη νομολογηθεί, η μη επιστροφή επιστολής η οποία αποστέλλεται κανονικά συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, δηλ. τον εναγόμενο (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.ά. Πολ. Έφεση 163/2006/ημερ. 5.5.2009). Στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. JGL (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Γ ΑΑΔ 1726, αποφασίστηκε ότι η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που ανεγράφοντο επί των ενοικιαγορών συνιστούσε νόμιμο τερματισμό τους (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd v Arena Motor Show Ltd κ.ά., Πολ.Έφ. 84/09, ημερ. 2.10.15 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Στην υπόθεση Ανδρέου ν. P.& D. Crystal Line Co. Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1521, αναφέρθηκε ότι επιστολή η οποία φέρει την ορθή διεύθυνση και η οποία στάληκε και δεν επιστράφηκε ως ανεπίδοτη θεωρήθηκε ότι ειδοποιήθηκε ο εφεσείων για την ημερομηνία ακρόασης. Στην προκείμενη περίπτωση οι επιστολές τερματισμού (βλ.Τεκμ.13) στάληκαν σε άλλη διεύθυνση από αυτήν που αναγράφεται στη συμφωνία δανείου πλην όμως, όπως έχει επισημανθεί από την κα Χ. Κυριάκου από την έναρξη του λογαριασμού στέλλονταν επιστολές στις διευθύνσεις των εναγομένων που οι ίδιοι δήλωσαν κατά την υπογραφή των συμφωνιών. Στην περίπτωση που επιστρέφονταν οποιεσδήποτε επιστολές, ως ανέφερε η κα Χ. Κυριάκου, θα βρίσκονταν στο φάκελο του δανείου κάτι το οποίο δεν συμβαίνει. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η ενάγουσα στις 4.3.11 τερμάτισε την επίδικη συμφωνία αποστέλλοντας σχετικές επιστολές σε όλους τους εναγόμενους και ότι αυτές έχουν παραδοθεί. Στην προκείμενη περίπτωση ο τερματισμός ήταν νομότυπος. Και κάτι ακόμη εξίσου σημαντικό. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, δηλ. να μην είχε αποσταλεί ή παραληφθεί οι επιστολές τερματισμού στις διευθύνσεις των εναγόμενων, η καταχώριση της αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου και απαίτησης πληρωμής του οφειλόμενου ποσού (βλ. Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2004)1Γ ΑΑΔ 2029). 10. Εισήγηση ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη οποιουδήποτε υπολοίπου στον επίδικο λογαριασμό Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα απέτυχε να παρουσιάσει μαρτυρία που να αποδεικνύει το υπόλοιπο του λογαριασμού. Ανέφερε δε ότι στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού δεν περιέχεται αναφορά ως προς το ύψος του επιτοκίου κατά πόσο οι χρεώσεις γίνονταν σε λίρες ή σε ευρώ και περαιτέρω δεν υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού που να δείχνει τις χρεοπιστώσεις που έγιναν μεταξύ «29.12.09 και 17.12.08». Όπως έχει νομολογηθεί η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138) (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και Γιώργος Οικονόμου, Πολ.Έφ. 335/09, ημερ. 17.10.14). Στην προκείμενη περίπτωση η μοναδική μαρτυρία που υφίσταται σε σχέση με το υπόλοιπο του δανείου είναι αυτή της υπαλλήλου της ενάγουσας. Οι εναγόμενοι δικαιωματικά δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία επί τούτου. Όπως διαφαίνεται από τα γεγονότα, στις 28.12.06 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου (βλ.Τεκμ.5) για το ποσό των ΛΚ150.000.-. Το εν λόγω ποσό παραχωρήθηκε στην ολότητά του. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και έτσι η ενάγουσα τερμάτισε την επίδικη συμφωνία. Η κα Χ. Κυριάκου παρουσίασε πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 κατάσταση λογαριασμού (βλ.Τεκμ.11) ως επίσης και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (βλ.Τεκμ.14). Από τις δυο πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμού προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι πιστώθηκε έναντι του δανείου το συνολικό ποσό των €3.751,83 και ειδικότερα στις 18.10.10 πιστώθηκε το συνολικό ποσό των €1.751,83 και στις 21.8.12 το ποσό των €2.000.-. Κανένα άλλο ποσό δεν καταβλήθηκε από τους εναγόμενους. Η κα Χ. Κυριάκου έχει επεξηγήσει ότι στην αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού δεν υφίστανται επιβαρύνσεις δηλ. τόκοι υπερημερίας και επισήμανε ότι ετοιμάστηκε με βάση το συμβατικό επιτόκιο το οποίο ανέρχεται στο 7%. Περαιτέρω διαφαίνεται από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ότι μέχρι την 29.12.07 το ποσό ανερχόταν στις ΛΚ161.185,
- Η ένταξη της Κύπρου στο ευρώ έγινε την 1.1.
- Ακολούθως το οφειλόμενο ποσό και ειδικότερα στις 17.12.08 ανερχόταν σε €275.536,
- Περαιτέρω στην κατάσταση λογαριασμού υφίστανται χρεώσεις για ασφάλεια ζωής. Η υπάλληλος της ενάγουσας έχει αναφέρει ότι οι εναγόμενοι εξουσιοδότησαν την ενάγουσα να χρεώνει το λογαριασμό τους με τα αντίστοιχα ετήσια ασφάλιστρα. Επίσης υφίστανται χρεώσεις για διάφορα έξοδα τα οποία όμως η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να χρεώνει με βάση την επίδικη συμφωνία (βλ.Τεκμ. 5 §3(β)). Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού διαφαίνεται ότι υπάρχει η χρέωση του ποσού του δανείου, τόκοι 7%, ασφάλεια ζωής και άλλα έξοδα, όπως αυτά επεξηγούνται πιο πάνω. Όλα τα πιο πάνω μαζί με τη μαρτυρία της υπαλλήλου της ενάγουσας κρίνω ότι συνιστούν ικανοποιητική μαρτυρία και μπορεί να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της ενάγουσας σε σχέση με το οφειλόμενο υπόλοιπο. Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το υπόλοιπο του πιο πάνω δανείου. Κατά την 21.8.12 ανερχόταν στο ποσό των €362.667,28 αφού προηγήθηκε η πίστωση του ποσού των €2.000.-. Ανεξάρτητα από όλα τα πιο πάνω και κάτι ακόμη σημαντικό. Με βάση τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας το δάνειο θα χρεωνόταν με συνολικό επιτόκιο 7% (βλ.Τεκμ.5 §3(α)). Οι εναγόμενοι θα πλήρωναν τόκο υπερημερίας προς 2% πέραν του ποσοστού επιτοκίου, από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης (βλ.Τεκμ.5 §3(β)). Η συμφωνία τερματίστηκε την 4.3.11 όπως επεξηγείται πιο πάνω. Η ενάγουσα όμως περιόρισε το επιτόκιο από 9% σε 7%.
- Εισήγηση ότι η συμφωνία δανείου, η σύμβαση και η δήλωση υποθήκης είναι παράνομες Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι η σύμβαση υποθήκης είναι παράνομη και κατ΄ επέκταση ανεφάρμοστη για τους ακόλουθους λόγους: (α) καθότι στη δήλωση υποθήκης αναφέρεται ότι αυτή διέπεται «υπό των όρων του επισυνημμένου γραμματίου .». Ανέφερε ότι από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο διαφαίνεται ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε γραμμάτιο που να καθορίζει τους όρους που διέπουν την επίδικη υποθήκη. (β) ενώ στη δήλωση υποθήκης αναφέρεται ότι το ποσό των ΛΚ150.000.- με τόκο 7% από 19.12.06 είναι πληρωτέο στις 10.12.33 το έγγραφο υποθήκης αναφέρεται ότι το ποσό είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. (γ) οι όροι του εγγράφου υποθήκης καθιστούν το ποσό της υποθήκης μη συνάδων με τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65καθότι μεταξύ άλλων η υποθήκη δεν καλύπτει δικαιώματα παροχής υπηρεσιών ή και άλλα έξοδα όπως αυτά διατυπώνονται στο έγγραφο υποθήκης και έτσι εισηγήθηκε ότι καθιστά το επιτόκιο αόριστο και ασαφές. (δ) δεν έχει παρουσιαστεί κατάσταση λογαριασμού στο Δικαστήριο σε ότι αφορά το λογαριασμό ή τα ποσά που οφείλονται με βάση την υποθήκη. Αποτελεί αρχή του δικαίου ότι παρανομία σε σύμβαση καθιστά τα συμφωνηθέντα ανεφάρμοστα διότι κανένα Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να εφαρμόσει σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα είναι εκ του νόμου απαγορευμένη. Αυτό είναι και το νόημα της κωδικοποιημένης αρχής στο άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, το οποίο προνοεί ότι όπου η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι απαγορευμένος από νόμο, η συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη. (Αρκαδίου ν Porto Lara Estates Ltd
(2010)1 Γ ΑΑΔ 2035, Perihan Mustafa Korkut v. Γεωργίου
(2008)1 Α.Α.Δ. 905). Στην υπόθεση Αρκαδίου, ανωτέρω, αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Η παρανομία δεν εξαρτάται από την πρόθεση των μερών να παραβούν ή όχι το νόμο, η δε παρανομία αναδύεται κατ' αντικειμενικό τρόπο και ανεξάρτητα από την έκταση συμμετοχής εκάστου των συμβαλλομένων κατά την επίτευξη της. (Alam v. Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 968, Glamor Development v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444 και St. John Shipping Corporation v. Joseph Rand Ltd [1956] 3 All E.R. 683). Η συνισταμένη της νομολογίας θεωρεί ότι η παρανομία σε συμβόλαιο μπορεί να σχετίζεται είτε με τη συνομολόγηση του, είτε με την εκτέλεση αυτού. Εάν ισχύει το πρώτο τότε το συμβόλαιο είναι ανεφάρμοστο και από τους δύο συμβαλλομένους, η δε πρόθεση των διαδίκων δεν ενέχει καμία σημασία. Εάν η παρανομία προέρχεται και από τους δύο διαδίκους τότε η πρόθεση κατά τη στιγμή της συνομολόγησης έχει σημασία, αν δε η πρόθεση είναι αμοιβαία το συμβόλαιο δεν μπορεί να τύχει καθόλου εφαρμογής, εάν όμως είναι μονομερής το συμβόλαιο παραμένει ανεφάρμοστο από το διάδικο που είχε την παράνομη πρόθεση. (δέστε Ελευθέριος Χαραλάμπους v. Fahim Nasri Daccache
(1989)1(E) A.A.Δ. 269 και Treitel: The Law of Contract 8η έκδ. σελ. 381). Το ζήτημα της παρανομίας δεν ηγέρθηκε στην υπεράσπιση παρά μόνο στην αγόρευση του συνηγόρου της εφεσίβλητης. Έχει αποφασιστεί ότι η υπεράσπιση της παρανομίας θα πρέπει να εγείρεται ρητά στη δικογραφία προς ικανοποίηση και των επιταγών της Δ.19, θ.13. Η ορθή δικογράφηση, όπως αναφέρεται και στο Bullen & Leake & Jacob's: Precedents of Pleadings 12η έκδ. σελ. 1106, επιβάλλει να καταγράφονται ρητά τα γεγονότα που οδηγούν στην παρανομία και να αναδεικνύονται τα δεδομένα εκείνα που καθιστούν το σκοπό παράνομο. Εάν η παρανομία όμως προκύπτει κατά έκδηλο τρόπο από την ίδια τη σύμβαση ή τα γεγονότα που την περιβάλλουν, τότε σύμφωνα και με την απόφαση Ιωάννου κ.ά. v. Μουσκαλλή κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1595, (δέστε και Snell v. Unity Finance Ltd [1963] 3 All E.R. 50), το Δικαστήριο έχει αυτεπάγγελτο καθήκον που απορρέει από την εγγενή φύση της λειτουργίας του, να εξετάσει το ζήτημα ώστε να μην καταστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αρωγός στην παρανομία. Με δεδομένη λοιπόν την απουσία της ρητής έγερσης της παρανομίας στην υπεράσπιση από την εφεσίβλητη εταιρεία, κρίνεται ότι τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης, έστω και μετά την ανατροπή της πρωτόδικης αξιολόγησης, δεν την εντάσσουν σε ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στην περίπτωση εκείνη όπου αναδύεται άνευ ετέρου έκδηλη παρανομία. Για να τύχει η υπόθεση αυτεπάγγελτης εξέτασης, το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει στέρεο υπόβαθρο γεγονότων που να δείχνουν παρανομία εν τη γενέσει της σύμβασης ή τέτοια αναντίλεκτα δεδομένα που δεν θα ενέπλεκαν το πρωτόδικο Δικαστήριο, πόσο μάλλον το Εφετείο, στην αναζήτηση ερμηνειών, ιδιαιτέρως όπου το υπόστρωμα κάθε άλλο παρά σαφές είναι (Χρίστου v. S.D. Clinic Co Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2039).» Στην προκείμενη περίπτωση στις 28.12.06 συνομολογήθηκε η πιο πάνω συμφωνία δανείου (βλ. Τεκμ.5) μεταξύ των διαδίκων. Οι εναγόμενοι 1 και 2, για καλύτερη εξασφάλιση της υποχρέωσης των πρωτοφειλετών προς την ενάγουσα παραχώρησαν την υποθήκη Υ8192/06 και προς τούτο υπέγραψαν τη σχετική σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου (βλ. Τεκμ.7) στην οποία ρητά αναφέρεται ότι η υποθήκη θα διέπεται «υπό των όρων του επισυνημμένου γραμματίου το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της υποθήκης ταύτης + συμπεριλαμβανομένου και κυμαινομένου επιτοκίου». Στο δε έγγραφο υποθήκης (βλ.Τεκμ.6) αναφέρεται ότι πρόκειται για «έγγραφο που περιέχει πρόσθετους όρους της υποθήκης Υ8192/06» και περαιτέρω παραπέμπει στη συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και στους όρους που τη διέπουν. Συνεπώς η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων ότι δεν υφίσταται έγγραφο που να καθορίζει τους όρους που διέπουν την επίδικη υποθήκη κρίνεται ως παντελώς ανυπόστατη. Η σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου αναφέρει ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα την 10.12.33 το ποσό των ΛΚ150.000.- με τόκο 7% από 19.12.
- Αναφέρει περαιτέρω ότι η υποθήκη διέπεται από τους όρους «του επισυνημμένου γραμματίου το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της υποθήκης ταύτης + συμπεριλαμβανομένου και του κυμαινομένου επιτοκίου». Το δε έγγραφο υποθήκης (βλ.Τεκμ.6) αναφέρει μεταξύ άλλων ότι το ποσό για το οποίο υποθηκεύονται τα ακίνητα ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ150.000.- πλέον τόκους, περιθώριο, τόκος υπερημερίας, δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και/ή άλλα έξοδα. Το δε συνολικό επιτόκιο όπως περιγράφεται ανέρχεται στο 7%. Επίσης ρητά αναφέρεται στο έγγραφο υποθήκης (Τεκμ.6) ότι «σε πρώτη ζήτηση και/ή από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη αυτή, καταστεί πληρωτέο .» οι εναγόμενοι 1 και 2 υποχρεούνται να πληρώσουν όλο το ποσό και στην περίπτωση που παραλείψουν να το πράξουν η ενάγουσα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα (βλ.Τεκμ.6 §5). Οι εναγόμενοι με βάση τα πιο πάνω ευρήματα έλαβαν δάνειο για το ποσό των ΛΚ150.000.- το οποίο ήταν πληρωτέο με τους τρόπους που περιγράφεται πιο πάνω. Ενώ όφειλαν να καταβάλλουν το ποσό των ΛΚ1.150.- μηνιαίως από 10.3.07 δεν το έπραξαν, παρά μόνο κατέβαλαν έναντι του δανείου το συνολικό ποσό των €3.751,
- Ενόψει της παράβασης της επίδικης συμφωνίας από μέρους των εναγομένων η ενάγουσα νομότυπα τερμάτισε τη συμφωνία δανείου (βλ.Τεκμ.5) στις 4.3.11 (βλ.Τεκμ.13) αφού προηγήθηκαν άλλες ενημερωτικές επιστολές (βλ.Τεκμ.12). Το δάνειο κατέστη πληρωτέο και απαιτητό. Το έγγραφο υποθήκης (βλ.Τεκμ.6) το οποίο παραπέμπει στην επίδικη συμφωνία δανείου, αποτελεί μέρος της σύμβασης υποθήκης (βλ.Τεκμ.7). Η ενάγουσα έχει παρουσιάσει καταστάσεις λογαριασμού σε σχέση με το επίδικο δάνειο για το οποίο προς περαιτέρω εξασφάλιση, οι εναγόμενοι 1 και 2 παραχώρησαν την επίδικη υποθήκη. Όπως έχει ήδη αναλυθεί πιο πάνω και ειδικότερα όπως διαπιστώνεται από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (βλ.Τεκμ.14) οι εναγόμενοι όφειλαν κατά την 21.8.12, αφού προηγήθηκε η πίστωση του ποσού των €2.000.-, το ποσό των €362.667,
- Έτσι οι περί του αντιθέτου σχετικές εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων δεν με βρίσκουν σύμφωνο και απορρίπτονται. Στην προκείμενη περίπτωση η σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου (βλ.Τεκμ.7) ως επίσης και το έγγραφο υποθήκης (βλ.Τεκμ.6) δεν αντιβαίνουν τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/64. Οι οποιεσδήποτε προταθείσες αντιρρήσεις για τη μη έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης δεν ευσταθούν. Ανεξάρτητα όμως από όλα τα πιο πάνω, η σύμβαση υποθήκης δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια (βλ. Αγγελίδης ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας
(1997)1 ΑΑΔ 1771 και Όλγα Ιωάννου Πολυκάρπου κ.ά. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ κ.ά.
(2002)1Γ ΑΑΔ 1688) και στα πλαίσια αυτής οι εναγόμενοι 1 και 2 οι οποίοι παραχώρησαν την υποθήκη έχουν υποχρέωση έναντι της ενάγουσας. Περαιτέρω στην έκθεση υπεράσπισης προβάλλεται ότι συνέργησαν στη μεταβίβαση του αγορασθέντος ακινήτου στην εναγομένη 1 δυνάμει δωρεάς από τον αδελφό της Μ. Χαλλούμα και την ταυτόχρονη μεταβίβαση από την εναγομένη 2 στο σύζυγο της δυνάμει δωρεάς έτσι ώστε να τιτλοποιηθεί το ακίνητο χωρίς να καταβληθεί Φόρος Προστιθέμενης Αξίας και να μην καταβληθούν μεταβιβαστικά τέλη. Αναφέρεται δε σ΄αυτήν ότι η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη καθότι η ενάγουσα παραβίασε το Νόμο περί Πληρωμής αλλά και το Νόμο περί Καταβολής Μεταβιβαστικών Τελών. Παρά το γεγονός ότι δεν προωθήθηκε η συγκεκριμένη θέση στο στάδιο των αγορεύσεων από μέρους του συνηγόρου των εναγομένων, το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο η επίδικη συμφωνία παραβιάζει τη νομοθεσία. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας ώστε να εξαχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η ενάγουσα παρανόμησε ή συνέργησε καθοιονδήποτε τρόπο σε οποιαδήποτε παρανομία. Άλλοι θα επωφελούνταν και όχι η ενάγουσα από τη μη καταβολή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και των μεταβιβαστικών τελών. Εν κατακλείδι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε παρανομία που να επηρεάζει τις επίδικες συμφωνίες. Έτσι οι σχετικές εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων δεν με βρίσκουν σύμφωνο και απορρίπτονται.
- Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι δικαιολογείται η έκδοση απόφασης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον όλων των εναγομένων για το ποσό των €362.667,28 με τόκο 7% από 21.8.12, ημερομηνία καταβολής του ποσού των €2.000.- πλέον την έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης. Η δε ανταπαίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη.
- Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3 και 4 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €362.667,28 με τόκο 7% από 21.8.12 μέχρι εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα ως η παρ. Δ της Έκθεσης Απαίτησης. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα σε σχέση με αυτήν, λαμβανομένου υπόψη ότι Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. (Υπ.): ........ Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο