← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ ν. Samantha See κ.α., Αρ. Αγωγής: 2334/2013, 30/12/2016

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ ν. Samantha See κ.α., Αρ. Αγωγής: 2334/2013, 30/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A216 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2334/2013 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ Εναγόντων -και-

  1. Samantha See
  2. V.K.C.A. Quality Limited Εναγομένων Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 1.12.15 30 Δεκεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη 1-αιτήτρια: κα Μ. Μικελλίδου. Για την ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Κουκούνης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Με την παρούσα αίτηση η εναγόμενη 1 - αιτήτρια επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η απόφαση του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε στις 13/2/
  4. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.17 θ.10 και στην Δ.48 θ.1-4, 8, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της εναγομένης 1- αιτήτριας. Οι λόγοι που επιζητείται ο παραμερισμός της πιο πάνω απόφασης είναι, μεταξύ άλλων, η επίδοση καθότι ως ισχυρίζεται η αιτήτρια, δεν είναι καλή ως επίσης αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: (α) Η εναγομένη 1 - αιτήτρια διέμενε στη διεύθυνση όπου της επιδόθηκε το κλητήριο μέχρι και τις 29/7/
  5. Στις 17/12/13 μετέβη στο εξωτερικό όπου και παρέμεινε μέχρι και τον Ιανουάριο του
  6. Η συγκάτοικος της δεν την ενημέρωσε ότι παρέλαβε οποιαδήποτε έγγραφα που σχετίζονταν με αυτήν. Στην περίπτωση που αποστέλλονταν θα ενημερωνόταν σχετικά. Στην δήλωση της συγκάτοικου της εναγομένης 1 κας Sandra Leu (βλ. Τεκμ.14) αναφέρεται ότι διέμενε στην διεύθυνση που επιδόθηκαν τα έγγραφα με την εναγομένη 1 από τον Απρίλιο του 2013 μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου του
  7. Η εναγομένη 1 μετέβη στο εξωτερικό τον Δεκέμβριο του
  8. Στις 20.12.13 βρήκε στο γραμματοκιβώτιο τους Χριστουγεννιάτικες κάρτες που απευθύνονταν και στις δύο αλλά και άλλους λογαριασμούς. Στην περίπτωση που υπήρχε οποιοδήποτε σημαντικό έγγραφο όπως π.χ. μια δικαστική υπόθεση ή οτιδήποτε άλλο σχετικό θα το θυμόταν και θα είχε προειδοποιήσει την εναγομένη 1 σχετικά. (β) Στις 5.5.15 έλαβε ταχυδρομικώς επιστολή ημερομηνίας 27.4.15 από τους Stephenson Harwood LLP με την οποία την πληροφορούσαν ότι αντιπροσώπευαν την ενάγουσα και ότι η ακρόαση της υπόθεσης σε σχέση με το προσωρινό επιβαρυντικό διάταγμα που εκδόθηκε θα γινόταν στις 8.5.15 στο Λονδίνο και ότι κατ΄εκείνη την ημέρα θα αποφασίζετο κατά πόσο θα καθίστατο τελικό. Στη συνέχεια ακολούθησε ακόμα μια επιστολή στις 8.5.15 από το ίδιο δικηγορικό γραφείο στην οποία περιλαμβάνονταν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Τότε, ως η ίδια αναφέρει, αντιλήφθηκε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της στην Κύπρο. Περαιτέρω, στις 8.6.15 εκδόθηκε απόφαση από Αγγλικό Δικαστήριο (βλ. Τεκμ.33) με το οποίο κατέστησε τελικό το επιβαρυντικό διάταγμα με την προσθήκη ότι δεν θα εκτελεστεί πριν το Κυπριακό Δικαστήριο αποφανθεί σε σχέση με τις αιτήσεις που έγιναν από την εναγομένη 1 - αιτήτρια. Η εναγομένη 1 ήταν παρούσα κατά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου. Η αίτηση παραμερισμού της απόφασης, ημερομηνίας 13.2.14, που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής καταχωρήθηκε την 1.12.
  9. (γ) Αναφορικά με το χρόνο που διέρρευσε μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού από μέρους της, επισημαίνει ότι στις 12.5.15 έδωσε γραπτή εξουσιοδότηση σε δικηγορικό γραφείο στην Κύπρο να την εκπροσωπήσει και να κινήσει αμέσως τη διαδικασία παραμερισμού της απόφασης. Περαιτέρω αναφέρει ότι ανέμενε να ολοκληρωθεί η ακρόαση της υπόθεσης στο Αγγλικό Δικαστήριο, την παραλαβή του γραπτού κειμένου και ότι η ίδια έλαβε γνώση των γραπτών οδηγιών του Αγγλικού Δικαστηρίου μετά την 10.8.
  10. Επίσης επισημαίνει ότι είχε υποχρεώσεις ως φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και δεν της επέτρεπαν να ταξιδέψει στην Κύπρο πριν την 1.12.15 διότι σε αντίθετη περίπτωση θα είχε πρόβλημα στην φοίτηση της ως επίσης εργαζόταν και της ζητήθηκε από τον εργοδότη της να μην απουσιάζει τους τελευταίους τρεις μήνες και επιπρόσθετα θα έπρεπε να συλλέξει όλα τα τεκμήρια κάποια από τα οποία βρισκόντουσαν στο σπίτι της στη Νότια Αφρική. (δ) Σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση αναφέρει ότι οι χρηματοπιστωτικές συμφωνίες έγιναν στην Κύπρο. Αγοράστηκε από μέρους της ένα ακίνητο και δανειοδοτήθηκε από την Ενάγουσα Τράπεζα πλην όμως είναι η θέση της ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε υποχρέωση από μέρους της καθότι το εν λόγω ακίνητο δεν είναι στην κατοχή της. Αναφέρει ότι τον Νοέμβριο του 2007 ο τότε φίλος της Shaun Counihan της πρότεινε να επενδύσει σε μία κατοικία στο Αλεθρικό και την παρέπεμψε σε μια εταιρεία στο Ηνωμένο Βασίλειο με την επωνυμία Domus Island U.K. Ltd . Η ίδια ήταν απόλυτα εξαρτημένη από την εμπειρία του φίλου της και σε κάποια στιγμή ένοιωσε πίεση στο να καταρτίσει τη συμφωνία. Αργότερα διαπίστωσε ότι ο φίλος της θα λάμβανε επιπρόσθετη έκπτωση με την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Αρχικά καταβλήθηκε το ποσό των 3.000 GBP στην πιο πάνω εταιρεία. Κατά τη διάρκεια των αρχικών σταδίων η πιο πάνω εταιρεία, της πρότεινε όπως χρησιμοποιήσουν τον δικό τους δικηγόρο κ. Α.Τσαπαρέλλα για να εποπτεύει την αγορά και να ενεργεί για λογαριασμό της και περαιτέρω της ζητήθηκε όπως καταβάλει το ποσό των ΛΚ8.358 ως μέρος της προκαταβολής πράγμα το οποίο έπραξε. Στη συνέχεια υπέγραψε ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, πράγμα το οποίο έπραξε στις 20.11.
  11. Με το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο (βλ.Τεκμ.22) εξουσιοδότησε τον κ. Α.Τσαπαρέλλα να υπογράψει σύμβαση πώλησης, σύμβαση αγοράς από μέρους της για το ποσό των ΛΚ134.500.- ως επίσης, μεταξύ άλλων, να υπογράφει όλα τα αναγκαία συμβόλαια ή και οποιαδήποτε άλλα αναγκαία έγγραφα με την ενάγουσα τράπεζα ώστε να εξασφαλίσει δάνειο επ΄ ονόματι της για το ποσό των ΛΚ107,600 ή σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα για ισάξιο ποσό. Ο εν λόγω πληρεξούσιος θα είχε το δικαίωμα να διαπραγματεύεται, αποφασίζει και να συμφωνεί όλους τους όρους της συμφωνίας δανείου με την πιο πάνω τράπεζα. Επισημαίνει δε ότι η Domus Island U.K. Ltd την διαβεβαίωσε ότι η υποθήκη θα τεθεί σε ισχύ μόνο μετά την ολοκλήρωση και παραλαβή από την ίδια του εν λόγω ακινήτου και μόνο όταν η ιδιοκτησία μεταβιβαστεί επ΄ονόματι της. Το δε υπόλοιπο της τιμής πώλησης θα καλυπτόταν με δάνειο το οποίο θα τίθετο σε ισχύ μετά την ολοκλήρωση του ακινήτου και την παράδοση του τίτλου ιδιοκτησίας. Σε μεταγενέστερο στάδιο διαπιστώθηκε ότι ο κατασκευαστής του έργου λάμβανε χρήματα από την ενάγουσα τράπεζα. Παρά ταύτα επισήμανε ότι την διαβεβαίωσαν ότι τα εν λόγω ποσά δεν ήταν τοκοφόρα. (ε) Ισχυρίζεται ότι τον Δεκέμβριο του 2009 επισκέφθηκε την επίδικη οικοδομή στην Κύπρο όπου διαπιστώθηκαν ελλείψεις και καθυστέρηση στην ανάπτυξη. Αναφέρει ότι δεν θυμάται να υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία πώλησης του διαμερίσματος πριν από τον Δεκέμβριο του 2009 και δεν έλαβε καμία συμβουλή σε σχέση με το είδος της συμφωνίας υποθήκης. (στ) Τον Μάιο του 2010 πληροφορήθηκε από την τράπεζα Κύπρου ότι υπήρχαν καθυστερήσεις και ότι χρεώνονταν τόκοι στην υποθήκη ενώ ως ισχυρίζεται η υποθήκη δεν θα τίθετο σε ισχύ πριν από την ολοκλήρωση της ανάπτυξης και της παράδοσης του τίτλου στην ίδια. Παρά τις αντιρρήσεις της, αποφάσισε να μεταφέρει το ποσό που της ζητήθηκε. (ζ) Η συμφωνία δανείου προέβλεπε ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο ως ακολούθως: θα υπήρχε περίοδος χάριτος 15 μηνών στους τόκους και στο κεφάλαιο για την αποπληρωμή του δανείου σύμφωνα με τη συμφωνία πώλησης ημερ. 30.5.09 με μέγιστο τους 24 μήνες. Θα υπήρχε περαιτέρω περίοδος χάριτος 60 μηνών και κατά τη διάρκεια της οποίας θα πληρώνονταν και θα καταβάλλονταν οι δεδουλευμένου τόκοι με μηνιαίες δόσεις των CHF1.552.- η κάθε μία. Ακολούθως το δάνειο θα καταβαλλόταν με 104 μηνιαίες δόσεις των CHF2.276,61 και μία τελική δόση των CHF308.260,96 ή από το προϊόν νέου δανείου, του οποίου οι όροι αποπληρωμής, τόκου, προμηθειών και άλλων εξόδων θα υπόκεινται στην ευχέρεια της ενάγουσας. Το πιο πάνω πρόγραμμα αποπληρωμής θα άρχιζε ένα μήνα μετά την πρώτη ανάληψη από το δάνειο. Ισχυρίζεται ότι στις 17.6.10 τροποποιήθηκε η επίδικη συμφωνία δανείου και παρουσίασε σχετικό έγγραφο (βλ. Τεκ.28) το οποίο όμως είναι υπογεγραμμένο μόνο από την πελάτη και όχι από την ενάγουσα. Αναφέρεται σ' αυτό ότι η «επέκταση της περιόδου χάριτος για 8 μήνες στους τόκους και στο κεφάλαιο για την αποπληρωμή του δανείου. Ως αποτέλεσμα η πληρωμή του δανείου τροποποιήθηκε ως ακολούθως: ποσό των CHF1.546,33 πληρωτέο στις 20.3.10 και στη συνέχεια ποσό των CHF2.268,12 πληρωτέο την 20.2.15 μέχρι τη λήξη, ημερομηνία λήξης την 20.2.23, τελική πληρωμή στις 20.2.23 CHF319.398,85» (βλ.Τεκμ.28). (η) Ισχυρίζεται ότι δεν ενημερώθηκε για τις οικονομικές συνέπειες που περιβάλλουν την μετατροπή του νομίσματος και στην περίπτωση που το έπρατταν δεν θα είχε συμφωνήσει στην εν λόγω μετατροπή. Τον Ιούνιο του 2012 πληροφορήθηκε ότι το ακίνητο ολοκληρώθηκε και παρά την καθυστέρηση στην παράδοση του διαμερίσματος και την μετατροπή του νομίσματος σε ελβετικά φράγκα προχώρησε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και έτσι κατέβαλε το ποσό των 30.000.-GBP. Στη συνέχεια για τους λόγους που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση ανακάλεσε το πληρεξούσιο του κ. Α. Τσαπαρέλλα (βλ. Τεκμ.30). Είναι η θέση της ότι δεν καταδεικνύεται καθοιονδήποτε τρόπο το υπόλοιπο του δανείου και καταλογίζει την μέγιστη ευθύνη στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της.
  12. Η ενάγουσα καθ΄ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και μεταξύ άλλων προβάλει ότι η επίδοση στην εναγόμενη 1 - αιτήτρια είναι καλή, η αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και τέλος δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως καλή ή και συζητήσιμη υπεράσπιση. Η δε ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του υπαλλήλου της ενάγουσας κ. Μ. Σωφρονίου, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση.
  13. Αγορεύοντας η συνήγορος της εναγόμενης 1 - αιτήτριας εισηγήθηκε μεταξύ άλλων ότι η απόφαση που εκδόθηκε θα πρέπει να παραμεριστεί καθότι η επίδοση δεν είναι καλή υπό τις περιστάσεις και στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει την πιο πάνω εισήγηση της τότε θα πρέπει να παραμεριστεί καθότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση από μέρους της εναγόμενης. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του συνηγόρου της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτηση, ο οποίος, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι η επίδοση είναι καλή και έγινε με βάση τον κανονισμό ΕΚ1393/
  14. Περαιτέρω επισήμανε ότι η εναγόμενη 1 - αιτήτρια επέδειξε ασύγγνωστη διαγωγή αφού ως η ίδια αναφέρει έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας τον Μάιο του 2015 ενώ η αίτηση της καταχωρήθηκε την 1.12.
  15. Κατ΄ αρχήν θα εξεταστεί κατά πόσο η επίδοση στην εναγόμενη 1 είναι καλή υπό τις περιστάσεις. Σύμφωνα με την υπάρχουσα νομολογία γίνεται διαχωρισμός των αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήμην, κανονικά (regular) και των αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήμην, μη κανονικά (irregular). Μεταξύ των αποφάσεων που θεωρούνται ότι εκδόθηκαν μη κανονικά περιλαμβάνονται εκείνες που εκδίδονται πριν το καθορισμένο χρόνο, εκείνες στις οποίες δεν έγινε επαρκής επίδοση, εκείνες για τις οποίες εκδίδεται απόφαση για μεγαλύτερο ποσό από εκείνο που δικαιούται ο ενάγοντας και εκείνες στις οποίες ο ενάγοντας ενέργησε κακόπιστα. Σε τέτοιες περιπτώσεις η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiue χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο οι εναγόμενοι - αιτητές έδειξαν ότι είχαν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις ο ενάγοντας καταδικάζεται και στα έξοδα. (Βλ. Halsbury´s Laws of England 3η έκδοση, Τόμος 22, παράγραφος 1667 σελ. 788-789, Hughes v Justin

(1894)1 QB 667, Armitaye v. Parsons
(1968)2 K.B. 410, Muir v Jenks
(1913)2 K.B.412). Λίγα λόγια για το ιστορικό της υπόθεσης είναι χρήσιμα. Στις 26.6.13 καταχωρήθηκε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο. Στις 15.10.13, κατόπιν σχετικής αίτησης εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο παραχωρήθηκε άδεια για επίδοση της ειδοποίησης και του κλητηρίου στην εναγόμενη 1 εκτός δικαιοδοσίας με βάση τον κανονισμό ΕΚ1393/07 της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διεύθυνση 38 Swaby Road, Earlsfield, London SW 18 3RA, United Kingdom. Η εναγόμενη 1 μπορούσε να καταχωρίσει εμφάνιση εντός 30 ημερών από την επίδοση. Στις 20.12.13 επιδόθηκε στην εναγόμενη 1 από τις αρμόδιες αρχές του κράτους παραλαβής στην πιο πάνω διεύθυνση η ειδοποίηση του κλητηρίου, το κλητήριο, η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, το πιο πάνω διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 15.10.13 καθώς και μετάφρασης αυτών. Ως αναφέρεται στο σχετικό πιστοποιητικό που αποστάληκε τα έγγραφα επιδόθηκαν «. by posting them through the defendant's letterbox. This method is good service under rule 6.3
(1)(c) of the Civil Procedure Rules of England and Wales.» Η εναγόμενη παρέλειψε να καταχωρίσει εμφάνιση εντός της πιο πάνω προθεσμίας. Στις 31.1.14 καταχωρήθηκε αίτηση λόγω της πιο πάνω παράλειψης της και στις 13.2.14 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 1 για το ποσό των CHF229.441,89 πλέον τόκο προς 7,0964% ετησίως επί του ποσού των CHF226.712,74 από 15.4.13 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο. Περαιτέρω εκδόθηκε απόφαση, μεταξύ άλλων, με την οποία αναγνωρίζεται ότι η ενάγουσα είναι η αποκλειστική δικαιούχος όλων των δικαιωμάτων της εναγόμενης 1 που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 18.2.
  1. Στη συνέχεια και ειδικότερα στις 12.12.14 εκ συμφώνου εκδόθηκε απόφαση και εναντίον της εναγομένης
  2. Κατ΄ αρχήν όπως η ίδια η αιτήτρια αναγνωρίζει διέμενε κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης στη διεύθυνση όπου επιδόθηκαν τα σχετικά έγγραφα. Πέραν των πιο πάνω, επισημαίνει στην ένορκη δήλωση της, ότι από έρευνα που διεξήγαγε, της αναφέρθηκε από την αρμόδια αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου ότι τα έγγραφα της παραδόθηκαν στο γραμματοκιβώτιο της στην πιο πάνω διεύθυνση. Η ίδια όμως ισχυρίζεται ότι δεν παρέλαβε οτιδήποτε. Αναφέρει ότι απουσίαζε στο εξωτερικό κατά την ημερομηνία επίδοσης. Η δε συγκάτοικος της ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, σε δήλωση της ημερ. 29.5.15 που επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην αίτηση, ότι κατά την ημερομηνία που έγινε η επίδοση δηλ. στις 20.12.13 βρήκε χριστουγεννιάτικες κάρτες και λογαριασμούς αλλά δεν μπορούσε να θυμάται ότι είχε δει οποιοδήποτε άλλο γράμμα το οποίο κατατάχθηκε ως επείγον ή σημαντικό ή οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως σοβαρό. Ακολούθως δηλώνει ότι θυμάται ξεκάθαρα ότι τα περισσότερα γράμματα που παραλήφθηκαν στις 20.12.13 και 21.12.13 και τα οποία αφορούσαν την αιτήτρια αφορούσαν χριστουγεννιάτικες κάρτες και διαφημιστικά φυλλάδια. Οι εν λόγω ισχυρισμοί αμφισβητούνται από την ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση. Δεν ζητήθηκε από οποιαδήποτε πλευρά να αντεξετάσει τους ενόρκους δηλούντες παρά μόνο περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Η πιο πάνω σχετική βεβαίωση η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 1393/07 από το Κράτος παραλαβής, αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «.. the documents were served by posting them through the defendant's letterbox. This method is good service under rule 6.3
(1)(c) of the Civil Procedure Rules of England and Wales». Το δε άρθρο 7 του Κανονισμού 1393/07 προνοεί ότι η δικαστική πράξη επιδίδεται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής. Σύμφωνα με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους και ως αναφέρεται στη σχετική βεβαίωση η πιο πάνω μέθοδος επίδοσης στην εναγομένη 1 συνιστά καλή επίδοση σύμφωνα με τους κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας της Αγγλίας και Ουαλίας. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η επίδοση θεωρείται καλή υπό τις περιστάσεις και παραδόθηκαν σ΄ αυτήν όλα τα σχετικά έγγραφα τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική γλώσσα. Συνεπώς η σχετική εισήγηση ότι η επίδοση δεν είναι καλή δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. 6.1 Με βάση τη Δ.17 θ.10, των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το Δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι». 6.2 Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά ποσό ο αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air εναντίον Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελ. 897: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το Δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διαδίκου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της Δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλέπε Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου v. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101.» (Βλ. επίσης Subine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678 και Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1(Α) ΑΑΔ 647).» 6.3 Πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς o διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το Άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο Δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. (Βλ. υπόθεση Claire Morris, ανωτέρω). 6.4 Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ v. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σε αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία v. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ 1060). 6.5 Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου v. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 89: «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της Δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δίκαιας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεση του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δίκαιας δίκης. .................................................................................................... Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά το μέσο για την επίτευξη δίκαιας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δίκαιας δίκης που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντίδικου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (αρ. 2)
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1988). 7. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο η αιτήτρια έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄ αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415. Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. (βλ. Κάλλης Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 (B) ΑΑΔ 743).
  1. Η εναγόμενη - αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της αναφέρεται σε απάτη, ανεντιμότητα και παραβίαση του νόμου περί καταναλωτικής πίστης από μέρους της ενάγουσας. Πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Δεν έχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων ώστε να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα. Περαιτέρω αναφέρει, μεταξύ άλλων ότι το δάνειο και η υποθήκη θα τίθεντο σε ισχύ μετά την ολοκλήρωση του επίδικου ακινήτου και την παράδοση σ΄ αυτήν του τίτλου ιδιοκτησίας. Και πάλιν πρόκειται για γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Δεν έχει τεθεί με την απαραίτητη επάρκεια και λεπτομέρεια το πώς εξήγαγε το πιο πάνω συμπέρασμα. Το δάνειο όπως διαφαίνεται από την επίδικη συμφωνία δανείου θα πληρωνόταν με καθορισμένο τρόπο όπως με λεπτομέρεια αναφέρεται πιο πάνω. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος, γενικός και αόριστος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπες αποφάσεις. Πέραν δε τούτου, οι ισχυρισμοί της, ότι η εταιρεία Domus Island (UK) Ltd και ο φίλος της Shaun Counihan την πίεσαν και την εξαπάτησαν στο να αγοράσει το επίδικο ακίνητο, δεν καταδεικνύουν καθοιονδήποτε τρόπο εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση αφού δεν έχουν με επάρκεια συνδεθεί οι πιο πάνω πράξεις τους με την ενάγουσα. Η αιτήτρια επισημαίνει ότι διαπίστωσε ότι ο κατασκευαστής του έργου λάμβανε δόσεις από την τράπεζα ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και επιπρόσθετα την διαβεβαίωσαν ότι δεν θα επιβαρυνόταν με τόκο σε σχέση με τα πιο πάνω ποσά. Κατ΄ αρχήν δεν έχει αποκαλύψει ποιο πρόσωπο προέβηκε σ΄ αυτήν στην πιο πάνω διαβεβαίωση. Πρόκειται και πάλιν για ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Ισχυρίζεται ότι τον Ιούλιο του 2010 πληροφορήθηκε ότι το ακίνητο ολοκληρώθηκε και παρά το γεγονός ότι ήταν δυσαρεστημένη για τους λόγους που εξηγεί κατέβαλε το ποσό των GBP30.000.-. Όπως έχει ήδη επισημανθεί πιο πάνω, η αιτήτρια ισχυρίζεται, ότι η συμφωνία δανείου και η υποθήκη θα τίθεντο σε ισχύ μετά την ολοκλήρωση του επίδικου ακινήτου και την παράδοση σ΄ αυτήν του τίτλου ιδιοκτησίας. Ευλόγως γεννάται το ερώτημα. Γιατί κατέβαλε το πιο πάνω ποσό; Δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση επί τούτου. Η εναγόμενη 1 στις 20.11.07 με πληρεξούσιο έγγραφο της (βλ.Τεκμ.22) εξουσιοδότησε τον κ. Α. Τσαπαρέλλα να υπογράψει για λογαριασμό της σύμβαση αγοραπωλησίας για το ποσό των ΛΚ134.500.- ως επίσης να υπογράψει όλα τα αναγκαία έγγραφα με την ενάγουσα με σκοπό να εξασφαλίσει επ΄ ονόματι της δάνειο για το ποσό των ΛΚ107.600.- ή για ισόποσο ποσό σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα πλέον τόκους και περαιτέρω ο πληρεξούσιος είχε το δικαίωμα να διαπραγματεύεται, αποφασίζει και να συμφωνεί τους όρους του δανείου τράπεζα. Συνεπώς τα πιο πάνω έρχονται σε αντίθεση με τα όσα περί του αντιθέτου προβάλει η εναγόμενη 1 - αιτήτρια. Περαιτέρω η εναγόμενη 1 - αιτήτρια ισχυρίζεται ότι το υπόλοιπο του δανείου είναι λανθασμένο. Και πάλιν πρόκειται για ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνα τα στοιχεία που να διαπιστώνεται έστω και εκ πρώτης όψεως το πιο πάνω γεγονός. Δεν έχει παραθέσει με την απαραίτητη επάρκεια και λεπτομέρεια γεγονότα που να συνιστούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η παράλειψη αυτή, αφήνει τους ισχυρισμούς της μετέωρους χωρίς οποιαδήποτε αξία. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος, γενικός και αόριστος ισχυρισμός, να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Το βάρος απόδειξης ήταν στην αιτήτρια και δεν το έχει αποσείσει. (Βλ. υπόθεση Κάλλης Ξενοφών ν. Alpha Bank ανωτέρω).
  2. Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης.
  3. Θέμα πρωταρχικής σημασίας όπως έχω ήδη προαναφέρει είναι η ύπαρξη υπεράσπισης αλλά εξ΄ ίσου σημαντικό είναι και το θέμα συναφής και εύλογης αιτιολογίας για την απουσία των αιτητών κατά την ακρόαση που έχει ως συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίων τους. (βλ. Χρυσάνθου κ.α. ν Mariela Construction Ltd
(1996)1 AAΔ 1129,1131, Μιχάλη Πατούρη ν Hellenic Bank Ltd,
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118). 11. Στην υπόθεση Τάσος Πεγιώτη ν Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1601 στην σελ. 4 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί γεγονός ότι απαιτείται αιτιολόγηση οποιαδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του. (βλ. μεταξύ άλλων Mine & Quarry Serv. Ltd v Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26). Δεν συνιστά, όμως, τέτοια παράλειψη αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ΄εαυτής, λόγο για παραμερισμό της απόφασης, όταν καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης της. Αυτό ειπώθηκε στην Phylactou v Michael (ανωτέρω) όπως τονίστηκε μεταξύ άλλων (σελ.210): «The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as be discloses merits» Σε Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση.» 12. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Ταπελογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1101, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο εφεσείων δεν θεμελίωσε καλή υπεράσπιση και περιπλέον αποφάνθηκε πως η καθυστέρηση 2 ½ μηνών που σημειώθηκε μετά την έκδοση απόφασης και μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού παρέμεινε εντελώς ανεξήγητη.
  1. Στην υπόθεση Milouca ανωτέρω το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για παραμερισμό και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Εκεί υπήρξε καθυστέρηση 9 μηνών για να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της εκδοθείσας απόφασης και επίσης είχε αγνοηθεί και η αίτηση για απόφαση που είχε επιδοθεί στους εναγομένους.
  2. Στην υπόθεση Χατζηνικολάου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1179, η ενάγουσα εφεσείουσα καταχώρησε στις 8.4.99 αγωγή. Λόγω παράλειψη της εφεσίβλητης - εναγομένης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης καταχώρησε αίτηση για απόφαση στις 29.4.
  1. Εξασφάλισε απόφαση ως η απαίτηση στις 10.5.
  2. Η εφεσίβλητη στις 12.5.99 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 12.7.99 καταχώρησε αίτηση για ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης. Το πρωτόδικο δικαστήριο παραμέρισε την εκδοθείσα απόφαση αφού έκρινε ότι είχε αποδειχθεί πιθανή καλή υπεράσπιση και περαιτέρω κατέληξε ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε διαγωγή που να πλήττει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης.
  3. Στην προκείμενη περίπτωση όπως διαφαίνεται από το σύνολο των γεγονότων το κλητήριο ένταλμα, η ειδοποίηση και τα άλλα έγγραφα επιδόθηκαν με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω στην εναγομένη 1 - αιτήτρια στις 20.12.
  4. Παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Στις 31.1.14 καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση λόγω της πιο πάνω παράλειψης της και έτσι στις 13.2.14 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 1.12.15, δηλ. 23 περίπου μήνες μετά την επίδοση. Και κάτι ακόμη εξίσου σημαντικό. Όπως η ίδια ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της, έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης από τον Μάιο του 2015 και έδωσε οδηγίες σε δικηγορικό γραφείο στην Κύπρο για καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό στις 12.5.
  5. Η αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε 7 μήνες μετά. Τα δε όσα αναφέρει σε σχέση με την καθυστέρηση και ειδικότερα ότι ανέμενε την γραπτή απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου, ότι ήταν φοιτήτρια και δεν της επέτρεπαν να ταξιδεύσει, ότι εργαζόταν και της ζήτησαν να μην απουσιάζει δεν αποτελούν επαρκή αιτιολόγηση της καθυστέρησης. Περαιτέρω όπως αναφέρεται πιο πάνω Αγγλικό Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 8.6.16 (βλ.Τεκμ.33) εξέδωσε διάταγμα με το οποίο κατέστησε τελικό το επιβαρυντικό διάταγμα με την προσθήκη ότι δεν θα εκτελεστεί πριν το Κυπριακό Δικαστήριο αποφασίσει σε σχέση με αιτήσεις που έγιναν από την αιτήτρια. Η αιτήτρια καταχώρισε την επίδικη αίτηση 6 περίπου μήνες μετά. Με βάση τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι η αιτήτρια αδιαφόρησε όχι μόνο από την επίδοση του κλητηρίου σ΄αυτήν αλλά και από την ημερομηνία που η ίδια, ως ισχυρίζεται, έλαβε γνώση ως επίσης και από την απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου. Περαιτέρω παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν το χρόνο που διέρρευσε. Η όλη συμπεριφορά της ήταν ασύγγνωστη, πλήττει την ταχεία απονομή της Δικαιοσύνης και καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης.
  6. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): .......... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.