← Κύπρος

ΑΔΑΜΟΣ ΠΑΛΟΥΡΤΗΣ κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1401/16, 15/11/2016

ΑΔΑΜΟΣ ΠΑΛΟΥΡΤΗΣ κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1401/16, 15/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A188 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1401/16 Μεταξύ:

  1. ΑΔΑΜΟΣ ΠΑΛΟΥΡΤΗΣ
  2. A. PALOURTIS ADEMNIA LTD Εναγόντων -και-
  3. ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ
  4. ΕΛΕΝΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 15.11.2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα. Οικονόμου για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.. Για Εναγόμενους/Καθ΄ ων η αίτηση: κα Ζίκκου για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε.. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση ημερομηνίας 30.8.2016 για ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα) Α. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ
  5. Οι Ενάγοντες δια της αγωγής τους αξιώνουν ποσό €10.000, πλέον Φ.Π.Α., ως συμφωνημένη και/ή εύλογη και/ή νόμιμη προμήθεια για την πώληση του οικοπέδου ή και των μεριδίων επί του οικοπέδου των Εναγόμενων με αρ. εγγραφής 34/1037, Φ./Σχ. XL/63W2, τεμάχιο 1002, τοποθεσία ύψωμα Κρασσιά, Αραδίππου, Λάρνακα (στο εξής «το επίδικο ακίνητο» ή « το ακίνητο με αρ. εγγραφής 1002»), πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Στις λεπτομέρειες του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες είναι αδειούχοι κτηματομεσίτες και ο Ενάγοντας 1 είναι ο μόνος διευθυντής και μέτοχος της Ενάγουσας 2 Εταιρείας. Οι Εναγόμενοι, οι οποίοι είναι αντρόγυνο, ήταν πελάτες των Εναγόντων και ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου και του γειτνιάζοντος ακινήτου, Φ./Σχ. XL/63W2 και αρ. τεμαχίου 1001 καθώς και άλλου γειτνιάζοντος ακινήτου με αρ. τεμαχίου 998 (στο εξής αναφερόμενα ως «το ακίνητο υπ΄αριθμό 1001» και «το ακίνητο υπ΄αριθμό 998» αντίστοιχα). Οι Ενάγοντες ανέλαβαν να βρουν πρόθυμο αγοραστή για τα ακίνητα των Εναγόμενων με αρ. 1001 και
  6. Κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2016, ο Παρασκευάς Παντελή, αντιπρόσωπος των Εναγόμενων και σύζυγος της αδελφής της Εναγόμενης 2, ανέθεσε την πώληση των ακινήτων των Εναγομένων με αρ. αριθμούς 998 και 1001 στους Ενάγοντες, στην τιμή των €440.000 με συμφωνημένη προμήθεια το ποσό των €20.000, δηλαδή €10.000 για κάθε οικόπεδο. Κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2016, οι Ενάγοντες βρήκαν πρόθυμο αγοραστή και κρατούσαν ενήμερους τους Εναγόμενους και/ή τον αντιπρόσωπο τους Παρασκευά Παντελή για τις ενέργειες τους. Ο αγοραστής ήταν η Κατερίνα Ανδρέου με τον σύζυγό της. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2016, οι Ενάγοντες έμαθαν ότι η Κατερίνα Ανδρέου αγόρασε από τους Εναγόμενους το ακίνητο με αρ. εγγραφής 1002, χωρίς οι Ενάγοντες να πληρωθούν την προμήθειά τους. Οι Ενάγοντες, τότε, επικοινώνησαν με τον αντιπρόσωπο των Εναγομένων και του ανέφεραν ότι «παρά το ότι είχαν κανονίσει συνάντηση με τους πελάτες, τελικά δεν πήγαν στο γραφείο του και τον ενημέρωσε ότι θα διεκδικούσε την προμήθεια του αν αγοραζόταν ένα από τα οικόπεδα των Εναγομένων από τους πελάτες του» (παράγραφος 8 της Έκθεσης Απαίτησης). Όταν ο Ενάγοντας 1 επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 1 για να ζητήσει την προμήθειά του, ο τελευταίος του ανέφερε ότι δεν ήταν το ακίνητο με υπ' αριθμό 1001 που πωλήθηκε και το οποίο αναφερόταν στις ρητές εντολές του, αλλά το διπλανό οικόπεδο και επίδικο και επομένως δεν εδικαιούτο προμήθειας. Τότε ο Ενάγοντας 1 επικοινώνησε με την Κατερίνα Ανδρέου και της ανέφερε ότι έπρεπε να πληρωθεί προμήθεια. Αντιπρόσωπος της, δηλαδή ο θείος της, ανέφερε στον Ενάγοντα ότι δεν είναι ο αγοραστής υπόλογος για την καταβολή προμήθειας σε κτηματομεσίτη, αλλά ο πωλητής. Δια της Αίτησης τους ημερομηνίας 30.8.2016, οι Αιτητές αιτήθηκαν και εξασφάλισαν μονομερώς διατάγματα ως εξής: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να εμποδίζει την μεταβίβαση από τους εναγομένους του ακινήτου ή / και του μεριδίου τους επί του ακινήτου υπό στοιχεία αρ. εγγραφής 34/1037, Φ./Σχ. XL/63W2, Τεμάχιο 1002 στην Λάρνακα μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής αυτής ή / και μέχρι τη λήψη νεωτέρων διαταγών από το Δικαστήριο. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό του Κτηματολογίου Λάρνακας να μην προβεί στην μεταβίβαση του ακινήτου ή / και του μεριδίου των εναγομένων επί του ακινήτου υπό στοιχεία αρ. εγγραφής 34/1037, Φ./Σχ. XL/63W2, Τεμάχιο 1002 στην Λάρνακα μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής αυτής ή / και μέχρι τη λήψη νεωτέρων διαταγών από το Δικαστήριο. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να δεσμεύει το ακίνητο ή/και το μερίδιο των εναγομένων επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 34/1037, Φ./Σχ. XL/63W2, Τεμάχιο 1002 στην Λάρνακα μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής αυτής ή / και μέχρι τη λήψη νεωτέρων διαταγών από το Δικαστήριο. » Β. ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ Δια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, ο Ενάγοντας 1 ανέφερε ότι είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης και για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιεί την Ενάγουσα 2 εταιρεία, επίσης εγγεγραμμένη στο μητρώο κτηματομεσιτών. Κατά το έτος 2010, οι Εναγόμενοι έδωσαν στους Ενάγοντες εντολή να πωλήσουν ακίνητά τους, μεταξύ αυτών και το επίδικο ακίνητο. Το επίδικο ακίνητο γειτνιάζει με τα τεμάχια 1001 και 998 για τα οποία ο αντιπρόσωπος των Εναγόμενων, Παρασκευάς Παντελή, υπέγραψε το Τεκμήριο Στ, το οποίο αναφέρει ως εξής: «Συμφωνούμε να πωλήσουμε τα οικόπεδα 998 και 1001 στην τιμή των €440.000 μέσω του γραφείου του Αδάμου Παλουρτή από τα οποία οι €20.000 είναι η προμήθεια. Παρασκευάς Παντελή 99530797 parispan@cytanet.cy» Οι Ενάγοντες βρήκαν ένα προτιθέμενο αγοραστή, ο οποίος εν τέλει δεν ήθελε να προχωρήσει στην αγορά των προαναφερόμενων οικοπέδων. Τελικά, η κα Κατερίνα Ανδρέου, ήδη πελάτιδα των Εναγόντων, ξεναγήθηκε από αυτούς την 21.2.2016 στα τεμάχια 998 και 1001 και προς τούτο υπέγραψε έντυπο ξενάγησης, το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο Θ
  7. Ας σημειωθεί ότι στο εν λόγω έντυπο δεν αναφέρεται αριθμός εγγραφής των ακινήτων στα οποία η κα Ανδρέου ξεναγήθηκε. Αναφέρονται, όμως, τα εξής: «Εγώ, ο/η Κατερίνα Ανδρέου βεβαιώνω πως έχω ξεναγηθεί και/ή λάβει πληροφορίες από A. PALOURTIS ADEMNIA LTD σχετικά με τις πιο κάτω περιουσίες.ψΕπιπρόσθετα βεβαιώνω πως σε περίπτωση που εγώ προσωπικά, ή κάποιος άλλος, ή άλλη εταιρεία που εκπροσωπεύω αποφασίσει να προχωρήσει σε αγορά οποιασδήποτε από τις πιο κάτω περιουσίες τότε θα είναι δια μέσου του προαναφερόμενης κτηματομεσιτικής εταιρείας». Στα σχόλια κτηματομεσίτη στο ίδιο Τεκμήριο, φαίνεται να αναγράφεται από τον Ενάγων 1 η φράση «τους άρεσαν πάρα πολύ, θα 'ρθει και ο πατέρας της να τα δει την Τρίτη». Κατόπιν, στις 22 και 24 Φεβρουαρίου, ο Ενάγων 1 απέστειλε δια ηλεκτρονικής αλληλογραφίας στην Κατερίνα Ανδρέου φωτογραφίες και τοπογραφικό σχέδιο των τεμαχίων 998 και
  8. Περί τις αρχές Απριλίου, ο πατέρας της Κατερίνας Ανδρέου ζήτησε από τον Ενάγοντα 1 να κανονίσει συνάντηση με τον αντιπρόσωπο των Εναγομένων, η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε. Περί το τέλος Απριλίου του 2016, ο Ενάγοντας 1 έμαθε από την κα Κατερίνα Ανδρέου ότι επήλθε μεταξύ της και του Εναγόμενου 1 συμφωνία για την αγορά του ακινήτου με αρ. αριθμό
  9. Ο Ενάγοντας 1, τότε, ειδοποίησε τον Παντελή, αντιπρόσωπο των Εναγόμενων, ζητώντας του προμήθεια. Έκτοτε, τίποτε δεν άκουσε από τους Εναγόμενους ή τον Παντελή, μέχρι που πληροφορήθηκε τον Ιούλιο του 2016 από την κα Κατερίνα Ανδρέου ότι όντως αυτή αγόρασε το ακίνητο με αριθμό
  10. Ζήτησε, μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, που απέστειλε στις 19.7.2016 στον υιό του Εναγομένου 1, την προμήθεια του για την εν λόγω αγοραπωλησία. Δεν έλαβε απάντηση και τότε στις 23.8.2016 μίλησε με τον ίδιο τον Εναγόμενο 1, ο οποίος του ανέφερε ότι δεν αγοράστηκε το τεμάχιο 998 ή 1001 για το οποίο είχαν δοθεί οδηγίες πώλησης στους Ενάγοντες, αλλά το 1002, το οποίο ποτέ δεν ανατέθηκε στους Ενάγοντες να πωλήσουν και έτσι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται σε προμήθεια. Όταν ενημέρωσε την Κατερίνα Ανδρέου περί της απαίτησης της προμήθειας του, ο Ενάγοντας 1 έλαβε απάντηση από τον θείο της ότι η οποιαδήποτε τυχόν προμήθεια οφείλεται, είναι υποχρέωση του πωλητή και όχι του αγοραστή ακινήτου. Αναφέρεται, περαιτέρω, από τον ενόρκως δηλούντα ότι είναι κατεπείγον όπως εκδοθεί το διάταγμα εφόσον η συμφωνία πώλησης είχε ήδη κατατεθεί στο Κτηματολόγιο Λάρνακας και η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επίκειτο στο τέλος Αυγούστου. Εάν η μεταβίβαση προχωρούσε οι Ενάγοντες θα υπόκειντο σε ανεπανόρθωτη ζημιά, εφόσον δεν θα λάμβαναν τη συμφωνημένη προμήθειά τους. Η μεσολάβηση του Ενάγοντα 1 ήταν ο αποφασιστικός και κύριος παράγοντας για την πώληση του επίδικου ακινήτου και στην περίπτωση που δεν εκδιδόταν το επίδικο διάταγμα θα ήταν αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο τέλος της υπόθεσης.
  11. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση, μέσα από την οποία προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων, έτσι δεν υπάρχει ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε πιθανότητα επιτυχίας των Εναγόντων. Αναφέρεται επίσης ότι, πράγματι ο Παρασκευάς Παντελή, αντιπρόσωπος των Εναγομένων, ανέθεσε στον Ενάγοντα 1 να πωλήσει τα ακίνητα με αριθμούς 998 και 1001, ποτέ όμως το τεμάχιο με αριθμό
  12. Επίσης, η εντολή ήταν τα τεμάχια αυτά να πωληθούν μαζί και όχι το καθένα ξεχωριστά, έτσι η προμήθεια συμφωνήθηκε στις €20.000 συνολικά και όχι στις €10.000 για το καθένα από αυτά. Τα όσα ο Ενάγοντας 1 επισυνάπτει ως Τεκμήρια στην ένορκη δήλωση του δεν υποστηρίζουν κατ' ουσία την αίτηση, εφόσον το επίδικο ακίνητο ουδεμία σχέση έχει με αυτά. Το επίδικο ακίνητο ουδέποτε υπεδείχθη στην Κατερίνα Ανδρέου από τον Ενάγοντα 1 και έτσι επιτρέπετο στην Κατερίνα Ανδρέου και στους Εναγόμενους να συνάψουν συμφωνία απευθείας μεταξύ τους χωρίς την μεσολάβηση του Ενάγοντα
  13. Παρά το γεγονός ότι η αγωγή και αίτηση, κατά τους Ενάγοντες, χρησιμοποιούνται εκβιαστικά από τους Ενάγοντες για να σταματήσει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, οι Εναγόμενοι είναι διατεθειμένοι να καταθέσουν στο Δικαστήριο τραπεζική εγγύηση που να καλύπτει την απαίτηση των Εναγόντων, ώστε να ακυρωθεί το διάταγμα. Η αίτηση, συνεχίζει ο ισχυρισμός των Εναγομένων, είναι καταχρηστική, εκβιαστική και προσπαθεί να αποσπάσει χρήματα από ανύπαρκτη υπόθεση. Δια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, ο Εναγόμενος 1 επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στο σώμα της ένστασης. Επισυνάπτεται επίσης ως Τεκμήριο 1 το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο για το επίδικο ακίνητο μεταξύ της Κατερίνας Ανδρέου ως αγοραστή και των Εναγομένων ως πωλητές για το ποσό των €170.000, το οποίο, ως προκύπτει, είναι πληρωτέο τμηματικά. Επισυνάπτονται επίσης οι τίτλοι ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου όπου φαίνεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι συνιδιοκτήτες κατά ½ μερίδιο έκαστος, καθώς επίσης και τοπογραφικό σχέδιο από το οποίο προκύπτει ότι πράγματι το επίδικο ακίνητο γειτνιάζει με τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 998 και
  14. Κατά την αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων, έλαβα σοβαρά υπόψη μου τα όσα τα μέρη ανέφεραν στις γραπτές τους αγορεύσεις. Γ. NOMIKH ΠTYXH Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων, απαγορευτικών και συντηρητικών διαταγμάτων διέπεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/
  15. Το δικονομικό δίκαιο δικονομία ευρίσκεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς ( βλ. Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd

(1996)1 ΑΑΔ 799). Στην ΚΟΤ v Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255 λέχθηκαν τα εξής: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v Pieris Estates α.ο
(1982)1 CLR 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση
  2. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας
  3. Η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v Πασχάλη Χ'' Βασίλη, Πολ. Εφ. Αρ. 7755, ημερ.13.4.1989). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Ας σημειωθεί εξαρχής ότι εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στα Άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  4. Το Άρθρο 4 εφαρμόζεται όταν σκοπείται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 όταν η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής τότε το Άρθρο 4 του Κεφ. 6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Εν προκειμένω, οι Ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν μόνο αποζημιώσεις και όχι οποιαδήποτε θεραπεία σε σχέση με οποιοδήποτε ακίνητο. Έτσι εφαρμόζεται το άρθρο 5 του ίδιου Νόμου. Το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6 προνοεί ως ακολούθως: ««5.-
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.» Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στα Άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 δεν εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Τα άρθρα αυτά, απλώς κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τη γενικότητα των προνοιών του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ως προς την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692 σελ. 701) Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο παρόμοιας φύσης αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd,
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ σελ. 2029). Γ
  1. Σε σχέση με την 1η προϋπόθεση Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πληρείται η πρώτη πιο πάνω προϋπόθεση, όταν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Γ
  2. Σε σχέση με τη 2η προϋπόθεση Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, δηλαδή, την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον Ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ως απαιτείται κατά την απόδειξη της αγωγής. (Βλ. Odysseos v Pieris Estates & others
(1982)1C.L.R. 557 και Πουργουρίδη κ.ά v Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ, 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). Μπορεί επίσης να λεχθεί ότι η εξέταση της πλήρωσης της πρώτης προϋπόθεσης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Στην υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω) το θέμα διατυπώθηκε ως εξής από τον Δικαστή Νικολάου: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others [1976] 3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας:- "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law." Στην προκείμενη περίπτωση η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων μοιάζει με ισχυρισμό που εκφράζει θέση και μάλιστα υπό τύπο κατάληξης. Ως εκ τούτου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση. Η κατάληξη πρωτόδικα ότι δεν καταδείχθηκε πιθανότητα επιτυχίας ήταν απόλυτα ορθή. Το προσωρινό διάταγμα δεν εδικαιολογείτο με βάση το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Αναφέρθηκαν επίσης τα εξής στην Κυτάλα (πιο πάνω) που είναι εν προκειμένω σχετικά και αφορούν στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6. «Προχωρούμε τώρα σε θεώρηση του θέματος με βάση το Άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Εγείρεται για εξέταση η έννοια της προϋπόθεσης για την ύπαρξη "καλής αιτίας αγωγής". Δεν εντοπίσαμε οποιαδήποτε ερμηνεία στη νομολογία. Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας, συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή η ποιότητα, μόνο από μαρτυρία μπορεί να διαγνωσθεί. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του Άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου
  1. Στην προκείμενη περίπτωση ελλείπει αυτή η προϋπόθεση. Συνεπώς το προσωρινό διάταγμα δεν εδικαιολογείτο με βάση το Άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Απομένει για εξέταση η έκδοση του προσωρινού διατάγματος με βάση το Άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Προκύπτει από το λεκτικό ότι παρέχεται στο δικαστήριο εξουσία, η άσκηση της οποίας είναι δυνητική: " The Court may---- make in the action an order----." To ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του Άρθρου δεν σημαίνει και ότι το δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η έκδοση υπόκειται στη διακριτική του εξουσία. [...] Κατά την άποψη μας, η άσκηση διακριτικής εξουσίας δε θα έπρεπε να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης. Η διάγνωση της οποίας, όπως και στην περίπτωση των άλλων διατάξεων με τις οποίες ασχοληθήκαμε ενωρίτερα, δε μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας.» (Υπογράμμιση δική μου) Γ
  2. Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση Εάν η ενδεχόμενη ζημιά στους Αιτητές, σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος, μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, τότε η τρίτη προϋπόθεση, κατά κανόνα, δεν πληρείται. Όσο πιο δύσκολα αποτιμήσιμη σε χρήμα είναι η ζημιά που πιθανόν να προκύψει στους Ενάγοντες, τόσο πιο εύκολα μπορεί να πληρωθεί αυτή η προϋπόθεση. Στην M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791: «Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν, σε περίπτωση τελικής επιτυχίας, αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Γ.4. Είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα; Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω πρέπει το Δικαστήριο πάντοτε να θέτει στον εαυτό του και το επιπρόσθετο ερώτημα του κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δίδεται κατ΄ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας και διάφοροι παράγοντες, οι οποίοι θα ήταν επικίνδυνο να απαριθμιστούν εκ των προτέρων, μπορούν να την κατευθύνουν. Πρέπει, μεταξύ άλλων, να λαμβάνονται σε τούτη την άσκηση υπόψην, αφενός προς τα πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), το οποίο μπορεί και να ονομαστεί άλλως, ως το ισοζύγιο της δικαιοσύνης, ή να εξισωθεί με τις ανάγκες της δικαιοσύνης (βλ. Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1403, 1424) και αφετέρου η διατήρηση του status quo ante, η διατήρηση δηλαδή της κατάστασης πραγμάτων πριν την έκδοση του διατάγματος (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015). Δ. Επαγωγή νομικών αρχών στα γεγονότα και κατάληξη Κρίνω ότι, εν προκειμένω, δεν πληρείται καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Και εξηγώ. Στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου βρίσκω ότι, όσον αφορά στις δύο πρώτες προϋποθέσεις, οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν στον απαιτούμενο βαθμό ότι έχουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή ορατή πιθανότητα να πετύχουν στην αγωγή τους. Σύμφωνα με το άρθρο 20
(2)του περί Κτηματομεσιτών Νόμου Ν. 71(Ι)/2010,: «
(2)Όταν σε οποιαδήποτε κτηματική συναλλαγή το πρόσωπο που μεσολαβεί είναι αδειούχος κτηματομεσίτης, αυτός δικαιούται να αξιώσει και εισπράξει την συμφωνηθείσα αμοιβή: Νοείται ότι εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά, η συμφωνηθείσα αμοιβή θα ανέρχεται σε 3% επί της αξίας της κτηματικής συναλλαγής και θα είναι απαιτητή και πληρωτέα με την επίτευξη της κτηματικής συναλλαγής, ήτοι με την σύναψη της συμφωνίας πώλησης ή ενοικίασης.» Και σύμφωνα με το άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου: ««κτηματική συναλλαγή» σημαίνει κάθε συναλλαγή για τη σύναψη συμφωνίας για πώληση, αγορά, ανταλλαγή ή μίσθωση ακίνητου πέραν του ενός μηνός, περιλαμβανομένης της παραχώρησης ακινήτου με αντιπαροχή και περιλαμβάνει κάθε συναλλαγή για τη σύναψη συμφωνίας για πώληση, αγορά, ανταλλαγή ακινήτου μέσω της μεταβίβασης εταιρικών μετοχών·» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι, έτσι ώστε κτηματομεσίτης να δικαιούται σε προμήθεια βάσει του Νόμου, πρέπει να έχει γίνει κτηματική συναλλαγή για την οποία να μεσολάβησε. Εν προκειμένω, βάσει, υπογραμμίζω, των πραγματικών δεδομένων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρι στιγμής και ειδικά του Τεκμηρίου Στ, φαίνεται ότι, ενώ οι Εναγόμενοι είχαν μέσω του αντιπροσώπου τους Παρασκευά Παντελή, αναθέσει στον Ενάγοντα 1 την πώληση των κτημάτων τους με αρ. εγγραφής 998 και 1001, το επίδικο ακίνητο, με αρ. εγγραφής 1002, το οποίο πωλήθηκε στην Κατερίνα Ανδρέου από τους Εναγόμενους χωρίς να πληρωθεί προμήθεια στους Ενάγοντες, δεν ήταν κανένα από τα δύο προαναφερόμενα. Αυτό είναι κοινό έδαφος μεταξύ των μερών και δεν αμφισβητείται. Ούτε αμφισβητείται δια της ένστασης ότι η Κατερίνα Ανδρέου είδε, με τη μεσολάβηση των Εναγόντων, τα ακίνητα των Εναγομένων με αρ. εγγραφής 998 και 1001. Αυτό και μόνο το γεγονός όμως, της μεσολάβησης δηλαδή του Ενάγοντα 1 στο να δει η Κατερίνα Αντρέου τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 998 και 1001, τα οποία γειτνιάζουν με το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 1002, δεν κρίνεται αρκετό για να εδραιώσει, στον απαιτούμενο βαθμό, την πλήρωση των δύο πρώτων προϋποθέσεων. Δεν μου διαφεύγει πάντως ότι, σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και TCA Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802). Εν προκειμένω, κρίνω ότι δεν αποκαλύφθηκαν από τους Ενάγοντες οι απαιτούμενες ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του αγώγιμου δικαιώματος τους. Δεν πληρούται έτσι η πρώτη προϋπόθεση. Ούτε προσφέρθηκε επαρκής μαρτυρία ώστε, σε βαθμό που υπολείπεται του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, να ικανοποιηθεί η δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ορατής πιθανότητας οι Ενάγοντες να πετύχουν στην αγωγή τους. Η παρούσα κατάληξή μου, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εξισωθεί με εξάντληση του αντικειμένου της αγωγής, εφόσον προέκυψε στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας στην παρούσα αίτηση, πριν το Δικαστήριο ακούσει οποιουσδήποτε μάρτυρες και έξω από τα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Όλα τα ζητήματα της αγωγής παραμένουν, επομένως, ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα αποφασιστεί η ουσία της. Κρίνω ότι η κατάληξη μου αυτή καταδικάζει την αίτηση σε αποτυχία. Στην περίπτωση, όμως, που κριθεί κατ' έφεση ότι το Δικαστήριο σφάλλει, προχωρώ να εξετάσω και τις λοιπές προϋποθέσεις. Κατά την άποψη μου, ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 πληρείται. Όπως, προαναφέρθηκε η αξίωση των Εναγόντων είναι μόνο για το χρηματικό ποσό των €10.000 πλέον τόκο. Είναι δηλαδή αμιγώς χρηματική και ήδη αποτιμημένη σε χρήμα από τους Ενάγοντες. Επιπλέον, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι είναι αφερέγγυοι ή μη δυνάμενοι να πληρώσουν το ποσό των €10.000 που οι Ενάγοντες αξιώνουν με την αγωγή τους. Αντιθέτως, με την θέση των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι είναι ιδιοκτήτες των ακινήτων με αρ. εγγραφής 998 και 1001, οι τελευταίοι μπορούν να θεωρηθούν ως φερέγγυοι. Με αυτά τα δεδομένα, η πιθανότητα να προκύψει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες από τη μη έγκριση της αίτησης, ελαχιστοποιείται. Ακόμα, όμως, και οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις να πληρούνταν, κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, να δεσμευτεί ένα ακίνητο που σύμφωνα με μαρτυρία που προσκόμισαν οι Εναγόμενοι, αξίζει και πωλήθηκε για €170.000, ώστε να εξασφαλιστεί η αξίωση των Εναγόντων η οποία δεν υπερβαίνει τις €10.000. Το ισοζύγιο της ευχέρειας, επομένως, κλίνει σαφώς προς όφελος των Καθ΄ων η Αίτηση, εν προκειμένω ( βλ. συναφώς Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Κουνούνα ν. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Δηλαδή, στη βάση της μαρτυρίας στην υπόθεση, η επαπειλούμενη ζημιά στους Ενάγοντες εάν ακυρωθεί το διάταγμα και πετύχουν στην αγωγή τους είναι μικρή, σε σχέση με τη δυνητική ζημιά που θα προκληθεί στους Εναγόμενους εάν το προσωρινό διάταγμα παραμείνει σε ισχύ και, είτε αποτύχει η αγωγή, είτε επιτύχει και πρέπει να καταβάλουν στους Ενάγοντες το ποσό των €10.000 ως αποζημιώσεις. Υποστήριξη στο πιο πάνω συμπέρασμα, παρέχει και το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 5
(1)του Κεφ. 6, ως παρατέθηκε πιο πάνω και το οποίο αποτέλεσε, μεταξύ άλλων, τη νομική βάση της αίτησης των Αιτητών. Ότι, δηλαδή κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο δεσμεύεται τόσο μέρος της περιουσίας του Εναγόμενου « .. όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.» Υπό τις περιστάσεις, η αίτηση απορρίπτεται. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 30/08/2016 ακυρώνεται. Τα έξοδα είναι υπέρ των Καθ΄ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.