ΖΩΗΣ ΚΡΗΤΙΚΟΥ κ.α. ν. ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΑ ΜΕΘΟΔΙΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης: 5/2016, 11/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A152 ΕΠΑΡΧIΑΚΟ ΔIΚΑΣΤΗΡIΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 5/2016 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 189 -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ 1955 -και- ΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΜΕΘΟΔΙΟΥ ΣΤΗΝ ΥΠ' ΑΡ. 22/2013 ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ - και -
- ΖΩΗΣ ΚΡΗΤΙΚΟΥ
- ΑΝΤΡΕΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΜΕΘΟΔΙΟΥ ανήλικου δια της μητέρας του και αντιπροσώπου και ασκούσας τη γονική μέριμνα του Ζωής Κρητικού
- ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΜΕΘΟΔΙΟΥ ανήλικης δια της μητέρας της και αντιπροσώπου και ασκούσας τη γονική μέριμνα της Ζωής Κρητικού Αιτητές - και -
- ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΑ ΜΕΘΟΔΙΟΥ
- ΑΝΔΡΕΑ ΜΕΘΟΔΙΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 11 Αυγούστου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: Ο κ. Αντώνης Φράγκος για Αντώνης Φράγκος ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ων η Αίτηση: Ο κ. Θ. Ποσνακίδης για Κύπρο Ανδρέου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε απάντηση ισχυρισμών που προβάλλονται σε ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την ένσταση). Η υπό εξέταση αίτηση με ημερομηνία 18.2.2016 αφορά την έκδοση διατάγματος για την παραχώρηση άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που να υποστηρίζει την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο εναρκτήρια αίτηση και εις απάντηση των παραγράφων 5, 9, 10, 15 και 16 των ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Ανδρέα Μεθοδίου με την οποία υποστηρίζει την ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.39, Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4
(1)
(2)
(3), 5 - 8, 9 - 13, Δ.64 Θ. 1 - 2 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την αιτήτρια κα Ζωή Κρητικού η οποία με την ένορκη δήλωση της εκφράζει τη διαφωνία της με ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας κας Μαρίας Ανδρέα Μεθοδίου, η οποία με δική της ένορκη δήλωση υποστηρίζει την ένσταση και ειδικότερα σε σχέση με ισχυρισμούς γεγονότων που όπως υποστηρίζει είναι παντελώς αναληθείς και οι οποίοι θα πρέπει να απαντηθούν ειδικά. Καταγράφω στη συνέχεια αυτολεξεί αυτούς τους ισχυρισμούς της: «
- Είμαι η αιτήτρια υπ' αριθμό 1 στην με τον ως άνω αριθμό και τίτλο εναρκτήρια αίτηση. Είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβώ στη παρούσα ένορκη δήλωση και αναφέρω γεγονότα τα οποία γνωρίζω προσωπικά ή/και από πληροφορίες ή/και συμβουλές των δικηγόρων μου.
- Έχω διαβάσει την ένορκη δήλωση της Μαρίας Ανδρέα Μεθοδίου ημερομηνίας 1/2/2016 που επισυνάπτεται επί της ειδοποίησης περί προθέσεως ενστάσεως ημερομηνίας 1/2/2016 που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της με τον ως άνω αριθμό και τίτλο εναρκτήριας αίτησης.
- Διαφωνώ πλήρως με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ρηθείσα ένορκη δήλωση, ειδικότερα δε σε σχέση με ισχυρισμούς γεγονότων που είναι παντελώς αναληθείς και οι οποίοι θα πρέπει να απαντηθούν ειδικά.
- Συγκεκριμένα στην παράγραφο 5 αναφέρει πως αρνείται ότι ο αποβιώσας σύζυγος μου απεβίωσε την 24/1/2014 ενώ ουδέποτε έχω αναφέρει ότι απεβίωσε κατά την εν λόγω ημερομηνία και συνεπώς πρέπει να απαντηθεί με συμπληρωματική ένορκη δήλωση
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τη παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 1/2/2016, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι γνώριζα για τη μεταβίβαση καθ' ότι ήμουν αυτή που αποδέχτηκε τη μεταβίβαση του τίτλου στο όνομα των ανηλίκων τέκνων μου ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει, δεν είναι αλήθεια και ουδέποτε συνέβηκε και συνεπώς θα πρέπει να απαντηθεί με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αναφέρει δε ότι ήταν με δική μου συγκατάθεση που έγινε η μεταβίβαση βασιζόμενη σε μία παράτυπη και παράνομη ένορκη δήλωση το περιεχόμενο και οι νομικές συνέπειες της οποίας ουδέποτε μου επεξηγήθηκαν ή/και διαβάστηκαν από τον τότε δικηγόρο μου, παρά μόνο απαιτήθηκε από εμένα, να την υπογράψω επί τόπου και βιαστικά ως μέρος της διαδικασίας της διαχείρισης, και λανθασμένα εμπιστεύτηκα τον τότε δικηγόρο μου
- Αναφορικά με τη παράγραφο 10, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι ο τότε δικηγόρος μου συμφώνησε στη μεταβίβαση, ενώ αυτό δεν υποστηρίζεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου και συνεπώς πρέπει να απαντηθεί με συμπληρωματική ένορκη δήλωση
- Σε σχέση δε με τη παράγραφο 15, η ενόρκως δηλούσα επιμένει ότι μου παρέδωσε 2 αυτοκίνητα ενώ αυτό δεν είναι αλήθεια και συνεπώς πρέπει να απαντηθεί με συμπληρωματική ένορκη δήλωση
- Στην παράγραφο 16 αναφέρει ως δικαιολογία για τη δήλωση της δικής της διεύθυνσης στο κτηματολόγιο ως διεύθυνση επίδοσης εγγράφων των ανηλίκων τέκνων μου αντί αυτής που διέμεναν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ήτοι στην οδό Κυβερνητικού Οικισμού Αρ. 26, Ορμήδεια, που είναι ουσιαστικά η επίδικη κατοικία στην οποία διαμένει όλη η οικογένεια - αιτητές, ότι εκεί διέμεναν τα τέκνα προτού αποβιώσει ο σύζυγός μου, δηλαδή στην οικία της ενόρκως δηλούσας Μαρίας Ανδρέα Μεθοδίου, παραγνωρίζοντας παντελώς ότι, όταν έγινε η μεταβίβαση τα ανήλικα τέκνα διέμεναν στην οδό Κυβερνητικού Οικισμού Αρ. 26, Ορμήδεια και συνεπώς πρέπει να απαντηθεί συγκεκριμένα με συμπληρωματική ένορκη δήλωση.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους ευσεβάστως υποβάλλω όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα που να μου επιτρέπει να καταχωρήσω συμπληρωματική ένορκη δήλωση ως το αιτητικό της παρούσας αίτησης με έξοδα εις βάρος των καθ' ων η αίτηση 1 και 2.» Η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι: «
- Η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη γιατί οι Αιτητές δεν εισάγουν κανένα καλό λόγο γιατί να απαντήσουν και/ή αντικρούσουν τους ισχυρισμούς της Μαρίας Μεθοδίου στις παραγράφους 5, 9, 10, 15 και 16 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της ημ.01/02/
- Η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί οι ισχυρισμοί που επιχειρούν να προσθέσουν οι Αιτητές δεν είναι αναγκαίοι για την εκδίκαση της Αίτησης υπ' αριθμό 5/
- Οι ισχυρισμοί που επιχειρούν να προσθέσουν οι Αιτητές δεν θα δώσουν καλύτερη εικόνα στο Σεβαστό Δικαστήριο για την εκδίκαση της Αίτησης υπ' αριθμό 5/2016 και η αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν θα εξυπηρετήσει την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης.
- Η Αίτηση των Αιτητών είναι καταχρηστική αφού δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό της δικαιοσύνης και έχει σκοπό να καθυστερήσει τη διαδικασία στην εκδίκαση της Αίτησης υπ' αριθμό 5/
- Οι ισχυρισμοί των Αιτητών στην ένορκη δήλωση της Ζωής Κρητικού ημ. 18/02/2016 δεν εισάγουν οτιδήποτε καινούργιο σε σχέση με την ένορκη δήλωση της Ζωής Κρητικού ημ. 14/01/2016, η οποία συνοδεύει την Γενική Αίτηση υπ' αριθμό 5/
- Οι ισχυρισμοί που επιθυμούν να προσθέσουν οι Αιτητές εις απάντηση των ισχυρισμών μου στην ένορκη δήλωση ημ. 01/02/2016 έρχονται σε αντίθεση με ορισμένους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση της Ζωής Κρητικού ημ.14/01/
- Η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.
- Δεν εξειδικεύονται οι λόγοι και δεν επισυνάπτεται ως τεκμήριο η προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση.» Η ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48, Κ. 1, 2, 3, 4
(1), 8 και 9, και Δ.64, επί των άρθρων 6 της ΕΣΔΑ και άρθρου 30 του Συντάγματος και επί της γενικής και συμφυούς εξουσίας του Σεβαστού Δικαστηρίου. Την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της η κα Μαρία Αντρέα Μαθοδίου η οποία υποστηρίζει τα ακόλουθα τα οποία καταγράφονται στη συνέχεια επίσης αυτολεξεί: «
- Είμαι η Καθ' ης η Αίτηση 1 στην παρούσα Αίτηση και γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από προσωπική μου γνώση και αποκαλύπτω την πηγή της γνώσης μου για οιαδήποτε γεγονότα έχω πληροφορηθεί από τρίτους. Επίσης έχω πάρει τη συμβουλή των Δικηγόρων μου για όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που εγείρω. Προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση και για λογαριασμό του Καθ' ου η Αίτηση 2 συζύγου μου που έχω εξουσιοδοτηθεί από αυτόν.
- Έχω αναγνώσει τους λόγους της ένστασης μου τους οποίους συμφωνώ και επαναλαμβάνω και υιοθετώ στην παρούσα. Έχω αναγνώσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Ζωής Κρητικού ημ. 18/02/2016 η οποία συνοδεύει την παρούσα Αίτηση και αρνούμαι όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που εγείρονται εκτός όπου ρητά τους παραδέχομαι στην παρούσα.
- Παραδέχομαι τις παραγράφους 1 και 2 της ένορκης δήλωσης της Ζωής Κρητικού.
- Αρνούμαι την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της Ζωής Κρητικού.
- Αρνούμαι την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της Ζωής Κρητικού και ισχυρίζομαι ότι στην ένορκη μου δήλωση ημ. 01/02/2016 δεν ισχυρίζομαι ότι ο υιός μου Χαράλαμπος Μεθοδίου αποβίωσε την 24/01/2014 αλλά ισχυρίζομαι ότι αποβίωσε την 13/09/2012, ισχυρισμό που υιοθετεί και στην ένορκη της δήλωση ημ.14/01/2016 η Ζωή Κρητικού στην παράγραφο
- Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου ο ισχυρισμός που επιθυμούν να προσθέσουν οι Αιτητές για να απαντήσουν στην παράγραφο 5 της ένορκης μου δήλωσης δεν είναι καινούργιος αλλά επανάληψη των ισχυρισμών της Ζωής Κρητικού στην παράγραφο 4 της ένορκης της δήλωσης ημ. 14/01/16 και οι απαντητικοί ισχυρισμοί που επιθυμούν να προσθέσουν οι Αιτητές στην παράγραφο 5 της ένορκης μου δήλωσης δεν είναι αναγκαίοι για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και οι Αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει κανένα καλό λόγο σύμφωνα με τη νομολογία για την απάντηση στους ισχυρισμούς μου ως η παράγραφος 5 της ένορκης μου δήλωσης ημ. 14/01/
- Αρνούμαι την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της Ζωής Κρητικού και ισχυρίζομαι ότι οι ισχυρισμοί που επιχειρεί να προσθέσει η Ζωή Κρητικού εις απάντηση των ισχυρισμών μου στην παράγραφο 9 της ένορκης μου δήλωσης δεν είναι καινούργιοι αλλά επανάληψη των ισχυρισμών της στις παραγράφους 6 και 9 της ένορκης δήλωσης της Ζωής Κρητικού ημ. 14/01/2016 και όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου δεν υπάρχει κανένας καλός λόγος για το Σεβαστό Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να επιτρέψει στην Ζωή Κρητικού να προσθέσει τους ισχυρισμούς ως η παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης, γιατί η επανάληψη ήδη υπαρχουσών ισχυρισμών θα καθυστερήσει τη διαδικασία στην ακρόαση της Γενικής Αίτησης υπ' αριθμό 5/2016 και κανένα συμφέρον στην απονομή της δικαιοσύνης δεν θα εξυπηρετηθεί. Επιπλέον όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου ο ισχυρισμός της Ζωής Κρητικού ότι δεν γνώριζε για τη μεταβίβαση της κατοικίας που βρίσκεται στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/
- Φ/Σχ. 1-2715/3735, Τμήμα 8, Τεμάχιο 33 στο χωριό Ορμήδεια είναι ανυπόστατος και δεν είναι αναγκαίο να προστεθεί εις απάντηση των ισχυρισμών μου στην παράγραφο 9 της ένορκης μου δήλωσης αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο της μεταβίβασης του ακινήτου επ' ονόματι των ανήλικων τέκνων της τη γονική μέριμνα ασκούσε αποκλειστικά αυτή και ήταν υποχρεωμένη κατά το άρθρο 5 του περί σχέσεων γονέων και τέκνων νόμου του 1990 να αποδεκτεί τη μεταβίβαση προς όφελος και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της, τα οποία δεν είχαν δικαιοπρακτική ικανότητα.
- Αρνούμαι την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης της Ζωής Κρητικού και ισχυρίζομαι ότι οι ισχυρισμοί που επιθυμεί να προσθέσει η Ζωή Κρητικού για να απαντήσει στους ισχυρισμούς μου στην παράγραφο 10 δεν πρέπει να επιτραπούν γιατί έρχονται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της Ζωής Κρητικού ημ. 14/01/2016, στην οποία η Ζωή Κρητικού παραδέχεται ότι υπόγραψε την ένορκη δήλωση ημ. 23/12/2013 με την οποία αποποιείτο του μεριδίου της και ότι η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση ετοιμάστηκε και καταχωρήθηκε στο φάκελο από τον τότε Δικηγόρο της Σωτήρη Χαραλάμπους.
- Αρνούμαι την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης της Ζωής Κρητικού και ισχυρίζομαι όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου ότι το Σεβαστό Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει στους Αιτητές να απαντήσουν στους ισχυρισμούς στην παράγραφο 15 της ένορκης μου δήλωσης, γιατί η Ζωή Κρητικού δεν εξειδικεύει την παράγραφο 7 της ένορκης της δήλωσης ποιους ισχυρισμούς θα προσθέσει και αν αυτοί οι νέοι ισχυρισμοί είναι αναγκαίοι και υπάρχει καλός λόγος που θα εξυπηρετήσει την απονομή της δικαιοσύνης και το Σεβαστό Δικαστήριο θα έχει μια καλύτερη εικόνα για τη συνολική εκδίκαση της διαφοράς στην Γενική Αίτηση υπ' αριθμό 5/
- Αρνούμαι την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της Ζωής Κρητικού και ισχυρίζομαι όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου ότι οι ισχυρισμοί που επιθυμούν να προσθέσουν οι Αιτητές εις απάντηση των ισχυρισμών μου στην παράγραφο 16 της ένορκής μου δήλωσης ημ. 01/02/2016 ότι δηλαδή η διεύθυνση των ανήλικων τέκνων της κατά τη μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου ως η παράγραφος 6 της ένορκης μου δήλωσης εις το όνομα τους ήταν η οδός Κυβερνητικού Οικισμού με αριθμό 26 στην Ορμήδεια και όχι η διεύθυνση των Καθ' ων η Αίτηση ως ο τίτλος της παρούσας αίτησης, δεν είναι αναγκαίοι ισχυρισμοί και δεν υπάρχει κανένας καλός λόγος ως προς το ότι τι θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των Αιτητών στην εκδίκαση της παρούσας αίτησης και ως προς το τι θα εξυπηρετήσουν το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης εις τη παρούσα αίτηση.
- Εξ' όσων κάλλιον πιστεύω και όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου η αίτηση των Αιτητών για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή γιατί οι ισχυρισμοί που επιθυμούν να προσθέσουν οι Αιτητές δεν θα εξυπηρετήσουν κανένα σκοπό της δικαιοσύνης στην εκδίκαση της Αίτησης υπ' αριθμό 5/2016, αντίθετα θα καθυστερήσουν την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπάρχει κανένας καλός λόγος για να προστεθούν αφού σε καμία περίπτωση δεν θα δώσουν στο Σεβαστό Δικαστήριο καλύτερη εικόνα για την εκδίκαση της υπόθεσης στη Γενική Αίτηση υπ' αριθμό 5/
- Επιπλέον όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί οι Αιτητές δεν επισυνάπτουν την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που επιθυμούν να καταχωρήσουν και δεν εξειδικεύουν ξεκάθαρα τους ισχυρισμούς που επιθυμούν να προσθέσουν με συμπληρωματική ένορκη δήλωση με αποτέλεσμα να υπάρχει αοριστία και να μην υπάρχει ασφάλεια δικαίου σε περίπτωση που επιτρέπει στους Αιτητές η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αφού η συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα στηρίζεται σε ισχυρισμούς που δεν εξειδικεύθηκαν στην παρούσα αίτηση, κάτι το οποίο αντίκειται στο δίκαιο των έγγραφων προτάσεων, σύμφωνα με το οποίο τα δικόγραφα τροχοδρομούν τη διαδικασία κατά την ακρόαση.
- Εμμένω και επαναλαμβάνω όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς μου και αρνούμαι την παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της Ζωής Κρητικού και αξιώ απόρριψη της αίτηση ημ. 18/02/2016 των Αιτητών με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2.» ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι συνήγοροι των δύο πλευρών δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν την αντεξέταση οποιασδήποτε από τις ενόρκως δηλούσες και προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους τις οποίες είχαν την καλοσύνη να προσκομίσουν γραπτές και στις οποίες κάνουν αναφορά τόσο στα γεγονότα της υπόθεσης όσο και στη νομική πτυχή που διέπει διάφορα ζητήματα τα οποία πραγματεύονται. Αναφορά στις θέσεις των δύο πλευρών θα γίνει όπου χρειαστεί στη συνέχεια της απόφασης μου στο κατάλληλο σημείο. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.48 Θ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Το δικαστήριο ή δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39.» Από της τελευταίας τροποποίησης της Δ.48 Θ. 4
(2), αυτής της φύσης οι αιτήσεις εκδικάζονται πλέον στη βάση ενόρκων δηλώσεων χωρίς την παρουσίαση ζωντανής μαρτυρίας. Για να επιτραπεί όμως η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει ο αιτητής να δείξει «καλό λόγο» γιατί θα πρέπει να του επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η παροχή ή μη της άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης γίνεται στη βάση των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων και επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται δικαστικά. Στην απόφαση του κ. Σ. Ναθαναήλ, Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (όπως ήταν τότε), στην Αγωγή αρ. 8869/05 Matthew Shaw ν. Depfa Investment Bank Ltd ημερ. 28.2.07, αναφέρονται τα εξής : «Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του Θ.4 ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς, Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.λ.π.» Επί της ίδιας πτυχής, για το πώς δηλαδή ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, καθοδηγητικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν από τον κ. Μ. Χριστοδούλου, Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (όπως ήταν τότε), στην απόφαση του στην Πολιτική Αγωγή με αριθμό αναφοράς 5307/09, Oleksandr Yaroslavskyy και άλλων ν. A.B. Globel Trade Limited και άλλων, απόφαση ημερομηνίας 10/03/2010 από την οποία παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: «Η πρόβλεψη της Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις έγινε για να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους, αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στον υπό αναφορά Κανονισμό, αλλά έχω την άποψη ότι όπου αμφισβητούνται γεγονότα αυτό δεν τεκμηριώνει άνευ ετέρου και «καλό λόγο» για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ώστε μέσω της εν λόγω δήλωσης να απατούνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία που σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσεως δεν είναι επιθυμητή (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 24 σελ.519 παρ. 972 υπό τον τίτλο «No fresh evidence after motion opened». Είναι προφανές ότι πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση ή την ένσταση, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Οι λέξεις «μπορεί να επιτρέψει» υποδηλώνουν το γεγονός ότι το Δικαστήριο κέκτηται διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι την καταχώρηση οποιασδήποτε συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (βλ. Αίτηση για την έκδοση ενταλμάτων της Φύσεως Certiorari, Prohipition και Mandamus Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.,
(2008)1 ΑΑΔ 2008). Για να επιτρέψει δε το Δικαστήριο την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει αυτός που τη ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα πρέπει να του επιτραπεί. Δεν υπάρχει δυνατότητα καταχώρησης οποιασδήποτε συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα δε με τη νομολογία καταχώρηση τέτοιας χωρίς άδεια, θα πρέπει να παραγνωρίζεται και να μη λαμβάνεται υπόψη. Επομένως, δεν υπάρχει περιορισμός στην κατάθεση τέτοιων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων με την προϋπόθεση ασφαλώς πάντοτε ότι καταδεικνύεται «καλός λόγος». Στην πράξη οι πρόνοιες του πιο πάνω θεσμού εφαρμόζονται όταν, μετά την καταχώρηση της ένστασης ο αιτητής αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα επί μέρους θέματα που εγείρονται μέσω της ένστασης, οπότε και ζητεί, είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση, όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική - συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της αίτησης είτε της ένστασης, ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέα Α. Λεωνίδα κ.ά,
(2010)1 (A) Α.Α.Δ 195 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και των δύο πλευρών λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες - αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος - καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες - αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Αν και η ανωτέρω απόφαση σχετιζόταν με αίτηση για επαναφορά απορριφθείσας έφεσης από το Ανώτατο Δικαστήριο, εντούτοις το σκεπτικό του Δικαστηρίου έχει εφαρμογή και ομοιάζει με τους λόγους για τους οποίους προέκυψε η ανάγκη για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από πλευράς των αιτητών στην παρούσα υπόθεση. Άδεια δεν θα πρέπει να δίδεται όταν επιδιώκεται με την καταχώρηση νέας ένορκης δήλωσης να επαναληφθούν οι αρχικοί ή ισχυρισμοί που έχουν ήδη προβληθεί σε προηγούμενες ένορκες δηλώσεις. Για τη διακρίβωση της ύπαρξης καλού λόγου, ο οποίος να δικαιολογεί την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι απαραίτητη η εξέταση της φύσης της ενδιάμεσης διαδικασίας στην οποία επιχειρείται το συγκεκριμένο διάβημα. Στην Αγωγή με αριθμό 3009/14, ημερομηνίας 20.5.2015 μεταξύ MAXIM MOSKALEV v. LOTASO BUSINESS CONSULANTS LTD κ.ά η Π.Ε.Δ Λευκωσίας κα Στ. Χ¨ Γιάννη ανέφερε τα ακόλουθα με τα οποία και συμφωνώ: «Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στον υπό αναφορά Κανονισμό, και αυτό, κατά την άποψη μου, για ευνόητους λόγους που σχετίζονται με την ποικιλία των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν σε δεδομένη περίπτωση ο αιτητής έχει τεκμηριώσει «καλό λόγο» και, αν ναι, κατά πόσο ως αποτέλεσμα της τεκμηρίωσης θα ικανοποιήσει αίτημα - γραπτό ή προφορικό - για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην υπόθεση Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 510 αποφασίστηκε ότι: «το κατά πόσον θα πρέπει να επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί και αποφανθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης ανάλογα με την περίπτωση». Περαιτέρω, συμπληρωματική ένορκη δήλωση μπορεί να καταχωρηθεί από τον αιτητή όταν ισχυρισμοί του αμφισβητούνται και ο αιτητής, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία για να αποσείσει το βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του [βλ. Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd,
(2000)1(B) AAΔ 1377, 1380] Αναλύοντας τη νομική πτυχή της υπόθεσης η αδελφή δικαστής Λένα Δημητριάδου Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), στην Αγωγή του Ε.Δ. Αμμοχώστου MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD v. NATHAN LUCAS WALTON κ.α. με αριθμό 1375/2011 ημερομηνίας 13.7.2012, διατύπωσε τα ακόλουθα τα οποία συνοψίζουν τις πιο πάνω αρχές: «Τα συμπεράσματα τα οποία εύκολα εξάγονται από την ανάγνωση του κειμένου της πιο πάνω δικονομικής πρόνοιας είναι τα ακόλουθα:
- Πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση δια κλήσεως, ή την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων.
- Οι λέξεις «μπορεί να επιτρέψει» αφ΄ εαυτών υποδηλώνουν το ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο να επιτρέψει ή όχι την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης
- Για να επιτρέψει το Δικαστήριο την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκής δήλωσης θα πρέπει αυτός που την ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα έπρεπε να του επιτραπεί
- Η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δεν επιτρέπεται από τον Θεσμό, και οποιαδήποτε καταχωρηθείσα χωρίς άδεια τέτοια ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να παραγνωρίζεται. Στην πράξη, οι πρόνοιες του πιο πάνω Θεσμού εφαρμόζονται όταν, μετά την καταχώρηση της Ένστασης ο αιτητής αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα επί μέρους θέματα που εγείρονται μέσω της Ένστασης, οπότε και ζητεί, είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση, όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική-συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της Αίτησης, είτε της Ένστασης ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Και, βεβαίως, σκοπός της Δ.48,θ.4 είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθεί η εκατέρωθεν θέση των διαδίκων. Ο «καλός λόγος» είναι συνυφασμένος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη και/ή συμπληρωματική μαρτυρία για την εκδίκαση μιας Αίτησης με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιόν του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει.» Στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2012)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 643 το Εφετείο κατέστησε σαφές ότι δεν είναι δυνατόν να εγκριθεί η καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως όπου αυτή περιέχει απλή επανάληψη των όσων είναι ήδη δικογραφημένα στην αρχική ένορκη δήλωση. Η νομολογία μας όμως επιτρέπει την καταχώρηση ένορκης δήλωσης προς αντίκρουση αμφισβητούμενων ισχυρισμών. Στην απόφαση Κώστα v. Κώστα,
(2003)1 ΑΑΔ 269 το Εφετείο, επικυρώνοντας πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση, υπέδειξε: «Τούτο ο Εφεσείων απέτυχε εντελώς να κάνει εφ΄όσον ούτε αντεξέτασε την Εφεσίβλητη για να υποσκάψει ενδεχομένως τους δικούς της ισχυρισμούς ούτε επεδίωξε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να τους αντικρούσει και να θέσει τη δική του εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της χορήγησης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκεί όπου αυτά που επιδιώκεται να εισαχθούν είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που προβάλλει ο αντίδικος, στην προκείμενη περίπτωση οι καθ΄ων η αίτηση στην ειδοποίηση ένστασης τους. Προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία ότι το ουσιαστικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι η τεκμηρίωση του «καλού λόγου». Και αυτό εφόσον η αίτηση που υποβάλλεται συνάδει με τα όσα επιτάσσει η Πολιτική μας Δικονομία ως προς το τύπο της, τη νομική και δικονομική της βάση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει αν τέτοια υποχρέωση προνοείται από τους ίδιους του θεσμούς. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Κρίνω σκόπιμο να ξεκινήσω την ανάλυση μου με το δεύτερο σκέλος του λόγου ένστασης αρ. 8, ότι δηλαδή: «δεν επισυνάπτεται ως τεκμήριο η προτιθέμενη ένορκη δήλωση», δείγμα δηλαδή αυτής την οποία η αιτήτρια προτίθεται να καταχωρήσει. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας προέβη στην αγόρευση του σε εκτενή ανάλυση του ζητήματος αυτού και εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την αίτηση επί της ουσίας της και πως η νομολογία δεν επιτάσσει την καταχώρηση οπωσδήποτε τέτοιου δείγματος. Είναι γεγονός ότι στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, (πιο πάνω) το Εφετείο εξέτασε το αίτημα και το απέρριψε επί της ουσίας του και κατά την άποψη μου τα όσα αναφέρει εν κατακλείδι της απόφασης του ότι: «Σημειώνουμε συναφώς ότι στην αίτηση δεν έχει επισυναφθεί η ένορκη δήλωση που θα καταχωρείτο, αν δινόταν άδεια, όπως θα έπρεπε και επομένως το περιεχόμενο της το υποθέσαμε από τα στοιχεία που είχαμε.» (η υπογράμμιση δική μου), δεν καθιστά απαραίτητη και επιτακτική προϋπόθεση την επισύναψη του κειμένου της προτεινόμενης συμπληρωματικής ή απαντητικής ένορκης δήλωσης και αυτό γιατί διαφορετικά το Εφετείο θα απέρριπτε την αίτηση εξ αυτού του λόγου και δεν θα ασχολείτο επί της ουσίας της. Επομένως, θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας ότι το πιο πάνω απόσπασμα της απόφασης αναφέρεται μόνο ως obiter dicta. Αποτελεί σχόλιο του Δικαστηρίου και δεν αποτελεί το ουσιαστικό σκεπτικό της απόφασης που οδήγησε σε απόρριψη της αίτησης των αιτητών. Αυτό που οδήγησε σε απόρριψη την αίτησης ήταν ότι το Δικαστήριο στην εξέταση του κριτηρίου του «καλού λόγου» απεφάνθη ότι τα όσα οι αιτήτριες επιχείρησαν να εισαγάγουν υπό μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ήδη περιέχονταν σε προγενέστερη ένορκη δήλωση τους ημερομηνίας 12/7/2011, αναφέροντας ότι: «Ούτε όμως η επανάληψη, ούτε και η επιχειρηματολογία των εφεσειουσών, δικαιολογούν το ζητούμενο διάταγμα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση.» Αν το Δικαστήριο στην πιο πάνω απόφαση του θεωρούσε τη μη επισύναψη της ένορκης δήλωσης ως παράλειψη που θα οδηγούσε χωρίς άλλο στην απόρριψη της αίτησης:
(1)Θα το υποδείκνυε αυτό στην απόφαση του.
(2)Δεν θα έκαμνε αναφορά για αυτό μόνο σχετικά (λέξη «συναφώς») αλλά θα εξηγούσε και θα προέβαινε σε ανάλυση της παρατυπίας σε σημείο που να δικαιολογούσε ρητώς την απόρριψη της αίτησης.
(3)Δεν θα γινόταν υπό μορφή σημείωσης στο τέλος της απόφασης
(4)Δεν θα εξέταζε την ουσία της υπόθεσης. και
(5)Θα σύνδεε την παράλειψη επισύναψης της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με το μοιραίο της απόρριψης αντί με αυτό που έκανε εκ των πραγμάτων που ήταν να το συνδέσει με το γενονός ότι το περιεχόμενο της έπρεπε να το υποθέσει από τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 5th Edition, 2009, Volume 11 (Civil Procedure), το Δικαστικό Προηγούμενο (ratio decidendi), στην σελίδα 102, Παράγραφος 91, 2η Υποπαράγραφος, διατυπώνεται η αρχή πως «.but it is the abstract ratio decidendi, as ascertained on a consideration of the judgement in relation to the subject matter of the decision, which alone has the force of law and which, when it is clear what it was, is binding; but, if it is not clear, it is not part of the tribunal's duty to spell out with difficulty a ratio decidendi in order to be bound by it, and it is always dangerous to take one or two observations out a long judgement and treat them as if they gave the ratio decidendi of the case.» Περαιτέρω, στο ίδιο σύγγραμμα ως πιο πάνω, Παράγραφος 92, 1η Υποπαράγραφος, αναφέρονται, για το obiter dicta, τα ακόλουθα: «Statements which are not necessary to the decision, which go beyond the occasion and lay down a rule that is unnecessary for the purpose in hand are generally termed 'dicta'. They have no binding authority on another court, although they may have some persuasive efficacy. Mere passing remarks of a judge are known as 'obiter dicta', whilst considered enunciations of the judge's opinion on a point not arising for decision, and so not part of the ratio decidendi, have been termed judicial dicta.» Θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο των αιτητών με όσα αναφέρει στην αγόρευση του, ότι δηλαδή: «Με αναφορά στην ερμηνεία που δίδεται από τους Halsbury's για το δικαστικό προηγούμενο (ratio decidendi), είναι η θέση μου ότι δεν είναι ξεκάθαρο από την απόφαση στην πιο πάνω υπόθεση κατά πόσο το Ανώτατο επιθυμούσε να αναφέρει ότι η μη επισύναψη αυτολεξεί της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης οδηγεί χωρίς άλλο στην απόρριψη μιας αίτησης ως δικονομικά ή/και διαδικαστικά παράτυπης. Και αυτό επειδή αν ίσχυε κάτι τέτοιο το Ανώτατο δεν θα εξέταζε την ουσία της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνόδευε καταλήγοντας μάλιστα στο συμπέρασμα ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποτελούσε επανάληψη ισχυρισμών που ήδη προβλέπονταν στην αρχική ένορκη δήλωση. Συνεπώς το κατώτερο δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο και δεν δεσμεύεται από δικαστικό προηγούμενο προκειμένου να ακολουθήσει τη Βερεγγαρία σε αυτό το θέμα. Και ήταν όντως στη Βερεγγαρία μία σημείωση υπό μορφή μίας πρότασης μέσα στα πλαίσια της γενικότερης απόφασης που συνηγορεί στη θέση πως δεν αποτελεί αυτή η πρόταση δικαστικό προηγούμενο. Με αναφορά δε στην ερμηνεία που δίδεται στους Halsbury's για το obiter dicta, είναι η θέση μου πως η εν λόγω πρόταση στη Βερεγγάρια, που τη βρίσκουμε στο τέλος του σώματος της απόφασης, δεν αποτελεί δήλωση αλλά σημείωση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω δηλώσεις που δεν είναι απαραίτητες για την έκδοση της απόφασης, συνήθως δεν δημιουργούν δικαστικό προηγούμενο. Αν υποθετικά ομιλούντες, αφαιρούσαμε την εν λόγω πρόταση, τότε και πάλι θα είναι ξεκάθαρη η απόφαση του Δικαστηρίου περί της απόρριψης της αίτησης λόγω μη ικανοποίησης του κριτηρίου του καλού λόγου.» Επομένως σε σχέση με αυτό το ζήτημα καταλήγω ότι δεν ήταν απαραίτητο το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στο σύνολό του να επισυναφθεί υπό μορφή δείγματος της ένορκης δήλωσης η οποία να επισυναπτόταν στην αίτηση αρκεί oι αναφορές στο τι επιδιώκεται να εισαχθεί να είναι σαφείς και ξεκάθαρες. Το Δικαστήριο με το να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ελλείψει παρουσίασης επακριβώς του περιεχομένου της, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι αποδέχεται και το περιεχόμενο της ή ότι το περιεχόμενο της έχει περισσότερη ή λιγότερη αποδεικτική αξία από τις υπόλοιπες ένορκες δηλώσεις, αλλά θα την αξιολογήσει συμφώνως των κανόνων απόδειξης και της πειστικής της αξίας όπως και τις υπόλοιπες. Το σημαντικό είναι στο στάδιο του αιτήματος, να έχει το Δικαστήριο σαφή εικόνα για το τι επιχειρείται να προσαχθούν ως ισχυρισμοί με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το καίριο ερώτημα είναι συνεπώς αν το Δικαστήριο από την ενώπιον του ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για παραχώρηση άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι ικανό, να αντιληφθεί το περιεχόμενο και τους ισχυρισμούς που η πλευρά των αιτητών σκοπεύει να παραθέσει στην εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή δεν είναι ικανό επειδή θα πρέπει να υποθέσει το περιεχόμενο της λόγω μη ικανοποιητικών στοιχείων που έχουν παρατεθεί στην ένορκη δήλωση (όπως αναφέρεται στη Βερεγγάρια). Το Δικαστήριο θα πρέπει να γνωρίζει τι ακριβώς επιζητούν να προβάλουν οι αιτητές με την αίτηση τους για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως των καθ' ων η αίτηση, ότι αυτοί έχουν αντιληφθεί το περιεχόμενο των ισχυρισμών που επιχειρεί να εισαγάγουν οι αιτητές, αφού οι απαντήσεις τους είναι συγκεκριμένες, αναφέροντας ότι δεν έχει αποδειχθεί το κριτήριο του «καλού λόγου» και έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του πρώτου σκέλους της παραγράφου 11 της ενόρκου δηλώσεως τους, ότι δήθεν δεν έχουν εξειδικευτεί οι ισχυρισμοί των αιτητών. Αόριστοι και μη εξειδικευμένοι ισχυρισμοί θα ήταν αν οι αιτητές απλώς έκαμναν αναφορά ότι επιθυμούν να απαντήσουν στους ισχυρισμούς των καθ' ων ή αίτηση χωρίς να αναφέρουν σε ποια σημεία της ενόρκου δηλώσεως των καθ' ων η αίτηση και χωρίς να αναφέρουν το λόγο ή τους λόγους που επιθυμούν να το πράξουν. Αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση της ένορκης δήλωσης των αιτητών όπου υποδεικνύεται συγκεκριμένα ποιους ισχυρισμούς επιθυμούν να προβάλουν εις απάντηση αυτών των καθ' ων η αίτηση. Επομένως κατά την αντίληψη μου παρέχονται όλα εκείνα τα στοιχεία στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα επαρκώς και είναι αυτά σαφή και δεν είναι τέτοια που θα καταλάβουν εξ απροόπτου τους καθ΄ων η αίτηση ή θα τους θέσουν σε δυσμενή θέση σε σχέση με τους αιτητές. Όπως δε θα καταδειχθεί στη συνέχεια, το τι επιζητείται να εισαχθεί ως μαρτυρία είναι απλουστευμένα διατυπωμένο στην ένορκη δήλωση της κας Ζ. Κρητικού. Τα πιο πάνω απαντούν και στο πρώτο σκέλος του λόγου ένστασης αρ. 8 περί μη εξειδίκευσης των λόγων για τους οποίους επιζητείται η εισαγωγή συμπληρωματικής ή απαντητικής ένορκης δήλωσης. Σίγουρα, σε περίπτωση παραχώρησης άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, οι αιτητές δεν θα μπορούν να περιλάβουν στην εν λόγω δήλωση ισχυρισμούς άσχετους με αυτούς που επιζητούν να τους εγκριθούν με την παρούσα αίτηση τους. Σε κάθε περίπτωση μια τέτοια παρέκκλιση θα μπορεί να επισημανθεί από τους δικηγόρους κατά το στάδιο των αγορεύσεων και να μην ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, εφόσον θα είναι εκτός των ορίων της άδειας του Δικαστηρίου για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και θα πρέπει συνεπώς να παραγνωριστούν τυχόν τέτοιες αναφορές ή ισχυρισμοί. Θα προχωρήσω στην εξέταση της αίτησης επί της ουσίας της και στην ανάλυση των υπόλοιπων λόγων ένστασης σε συσχετισμό με το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωση που επιδιώκεται να εισαχθεί. Στην παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών ζητείται η άδεια για να απαντηθεί η παράγραφος 5 της ενόρκου δηλώσεως της ένστασης αναφορικά με την ημερομηνία θανάτου του αποβιώσαντα που οι καθ' ων η αίτηση αφήνουν να νοηθεί ότι οι αιτητές αναφέρουν λανθασμένη ημερομηνία, ενώ αναφέρεται στη σωστή ημερομηνία στην ένορκη δήλωση τους που συνοδεύει της εναρκτήρια αίτηση, και ζητούν να απαντηθεί σχετικά. Είναι γεγονός ότι δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να υποθέσει οτιδήποτε σε αυτή την περίπτωση. Το εν λόγω ζήτημα κατά την άποψη μου δεν θα έπρεπε να απασχολήσει εφόσον είναι φανερόν ότι η ενόρκως δηλούσα κα Μ. Α. Μεθοδίου εκ παραδρομής εκλαμβάνει ότι η κα Ζ. Κρητικού αναφέρει ως ημερομηνία θανάτου του συζύγου της την 24.01.2014, ημερομηνία άσχετη με οποιοδήποτε γεγονός που αφορά την παρούσα, εφόσον η ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης διαχείρισης στην οποία αναφέρεται ήταν η 24.01.2013 όπως καταγράφεται στο Τεκμ. Α1 της αρχικής αίτησης. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση δεν έχουν έρεισμα εφόσον οι ίδιοι έδωσαν λανθασμένα έρεισμα σε αυτή τη συζήτηση με την αναφορά τους της παρ.
- Για ένα φανερά γραμματικό λάθος όπου αντί να αναφέρεται ως ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης διαχείρισης η 24.01.2013 αναφέρεται η 24.01.2014 εκλαμβάνεται ως η ημερομηνία θανάτου. Κρίνω ότι ο λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και θα επιτρέψω τη διόρθωση αυτού του ζητήματος. Στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών ζητείται η άδεια να απαντήσουν στον ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση της παρ. 9, ότι δήθεν η κα Ζ. Κρητικού γνώριζε για τη μεταβίβαση και μάλιστα ότι αυτή την αποδέχτηκε στο όνομα των ανήλικων τέκνων της, γεγονότα τα οποία διαψεύδει. Δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να υποθέσει ποιος θα είναι ο ισχυρισμός, αφού είναι ξεκάθαρο τι επιζητεί να εισαγάγει ως επιπρόσθετη μαρτυρία η αιτήτρια, οτιδήποτε σχετικό με την μη γνώση της σε σχέση με την μεταβίβαση. Παρατηρώ όμως ότι στην παρ. 9 της ένορκης δήλωσης της κας Μ. Α. Μεθοδίου δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί φυσικής παρουσίας της κας Ζ. Κρητικού στο Κτηματολόγιο κατά την υποβολή της αίτησης για μεταβίβαση του ακινήτου. Εντούτοις προβάλλεται ισχυρισμός περί της γνώσης της κας Ζ. Κρητικού για τη μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας της κατοικίας του αποβιώσαντος μόνο στα τέκνα τους και όχι και στο όνομα της, καθώς ήταν αυτή που αποδέχτηκε τη μεταβίβαση του τίτλου στο όνομα των παιδιών της με την ένορκη δήλωση της με ημερομηνία 22.12.2013 (Τεκμ. Ε2) την οποία επισυνάπτει η ίδια στη δική της αρχική ένορκη δήλωση. Για αυτό το ζήτημα η κα Ζ. Κρητικού δίδει την εξήγηση της στην αρχική της ένορκη δήλωση στην παρ.
- Κατά την άποψη μου οτιδήποτε περαιτέρω δηλώσει η ίδια πάνω στο ίδιο ζήτημα θα συνιστά επανάληψη των όσων ισχυρίζεται στην παρ.
- Για όσα δε αναφέρει περί της λανθασμένης εμπιστοσύνης που είχε επιδείξει στον τότε δικηγόρο της και πάλι γίνεται μνεία σε αυτά στην ίδια πιο πάνω παράγραφο της αρχικής της ένορκης δήλωσης για τη νομική δε ισχύ και σημασία που έχει η ένορκη δήλωση της με ημερομηνία 22.12.2013 κάμνει ιδιαίτερη αναφορά σε άλλες παράγραφους της αρχικής της ένορκης δήλωσης στις παρ. 11 -
- Επομένως σύμφωνα με τη νομολογία μας δεν θα πρέπει να τους επιτραπεί να επαναλάβουν ισχυρισμούς που ήδη έχουν προβάλει. Το αίτημα σε σχέση με την παρ. 9 της ένορκης δήλωσης της κας Μ. Α. Μεθοδίου απορρίπτεται. Με την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης των αιτητών επιχειρείται να διαψευσθεί ο ισχυρισμός περί δήθεν συγκατάθεσης που έδωσε ο δικηγόρος της κας Ζ. Κρητικού. Είναι ο ισχυρισμός της κας Μ. Α. Μεθοδίου στην παρ. 10 της ένορκης δήλωσης της ότι ο δικηγόρος που ενεργούσε για την κα Ζ. Κρητικού στα πλαίσια της αίτησης για οδηγίες από το Δικαστήριο για διανομή της κληρονομικής περιουσίας με ημερομηνία 22.11.2013 (Τεκμ. Ε1), η οποία επιδόθηκε στον δικηγόρο της κας Ζ. Κρητικού κ. Σωτήρη Χαραλάμπους, ο οποίος όχι μόνο δεν έφερε ένσταση στον τρόπο διανομής της κληρονομικής περιουσίας του αποβιώσαντος αλλά συμφώνησε να προχωρήσει η διανομή και η εγγραφή της κατοικίας μόνο επ΄ονόματι των ανηλίκων. Οι αιτητές στην παρούσα επιζητούν να απαντήσουν στον πιο πάνω ισχυρισμό με αναφορά στα πρακτικά του Δικαστηρίου που τηρήθηκαν στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης της 22.11.
- Αυτά όμως τα έχουν ήδη καταθέσει στο φάκελο της παρούσας αίτησης ως Τεκμ. Ζ. Επομένως ως υλικό το περιεχόμενο του οποίου είναι ήδη κατατεθειμένο ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνω ότι δεν χρήζει οποιασδήποτε περαιτέρω αναφοράς αλλά είναι θέμα επισήμανσης κατά το στάδιο των αγορεύσεων του τι επιθυμεί η πλευρά των αιτητών να επισημανθεί από αυτά. Οτιδήποτε επιπρόσθετο θα συνιστούσε επανάληψη και ως εκ τούτου δεν θα επιτραπεί να εισαχθεί εκ νέου. Αναφορικά δε με την παράγραφο 7 και σε απάντηση στην παρ. 15 της ένορκης δήλωσης της κας Μ. Α. Μεθοδίου, οι αιτητές, όπως φαίνεται ξεκάθαρα από την εν λόγω παράγραφο, επιθυμούν να απαντήσουν στον ισχυρισμό των καθ΄ ων η αίτηση ότι ήταν ένα το αυτοκίνητο που έλαβε η κα Ζ. Κρητικού και όχι δυο όπως αυτοί ισχυρίζονται. Επομένως είναι εντός του επιτρεπόμενου πλαισίου, για όποια ασφαλώς σημασία μπορεί να ενέχει, κατά την κρίση επί της κυρίως αίτησης ένας τέτοιος ισχυρισμός, και έτσι εγκρίνω την εισαγωγή και αυτού του ισχυρισμού με απαντητική ένορκη δήλωση. Τέλος, με την παράγραφο 8 και σε απάντηση της παρ. 16 της ένορκης δήλωσης της κας Μ. Α. Μεθοδίου, η αιτήτρια ουσιαστικά επιθυμεί να παραθέσει τον εν λόγω ισχυρισμό για την διεύθυνση στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση εφόσον η διόρθωση της διεύθυνσης αποτελεί αιτητικό (το αιτητικό Δ), στην εναρκτήρια αίτηση. Το εν λόγω ζήτημα δεν άπτεται της διαφοράς των διαδίκων και μικρή σημασία μπορεί να ενέχει στο όλο πλέγμα των σχέσεων των διαδίκων καθώς η διεύθυνση που αναγράφεται σε ένα τίτλο ιδιοκτησίας ακινήτου μόνο δευτερεύουσα σημασία μπορεί να έχει. Οι αιτητές όμως το θέτουν ως ζήτημα διόρθωσης των τίτλων αυτών και αποτελεί αιτητικό στην βασική τους αίτηση. Παρόλο ότι δεν αμφισβητείται από την κα Μ.Α. Μεθοδίου ότι τα ανήλικα τέκνα κατά τον ουσιώδη χρόνο της μεταβίβασης του ακινήτου διέμεναν με τη μητέρα τους, ούτε και από την κα Ζ. Κρητικού ότι πριν το θάνατο του αποβιώσαντος συζύγου της αυτά διέμεναν με τους καθ΄ων η αίτηση, εντούτοις για όποια σημασία μπορεί να ενέχει αυτό το ζήτημα θα επιτρέψω την εισαγωγή αυτού του ισχυρισμού ως απάντηση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι η αιτήτρια πέτυχε μερικώς στην αίτηση της όπως την προδιέγραψα πιο πάνω και επομένως αυτή εγκρίνεται σε σχέση με τις παραγράφους 5,15 και 16 της ένορκης δήλωσης της κας Μ. Α. Μεθοδίου και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που θα κατατεθεί εντός 30 ημερών από σήμερα θα περιοριστεί στα αυστηρά πλαίσια που προδιαγράφονται στις αντίστοιχες παραγράφους της ένορκης δήλωσης της κας Ζ. Κρητικού. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης είναι δίκαιο όπως τα έξοδα να είναι υπέρ της αιτήτριας κατά το ½ αυτών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης και θα επιβαρύνουν την κληρονομική περιουσία. (Υπογρ.) ............. Χρήστος Γ. Φιλίππου,Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο