← Κύπρος

ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 857/2013, 17/8/2016

ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 857/2013, 17/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 857/2013 Μεταξύ: ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Ενάγουσα/ Αιτήτρια - και - ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενη/ Καθ΄ης η Αίτηση Ημερομηνία:17 Αυγούστου, 2016 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/ αιτήτρια: Ο κ. Κ. Τ. Γεωργίου για Παπαντωνίου &Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη/ καθ΄ης η αίτηση: Ο κ. Γ. Τσαρδελλής για Γεωργίου & Τσαρδελλής Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για έκδοση διατάγματος ακύρωσης και ή παραμερισμού εκδοθέντος και ψηφισθέντος καταλόγου εξόδων από τον Πρωτοκολλητή) Η αιτήτρια με την παρούσα αίτηση της αιτείται την έκδοση διατάγματος το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) εκδοθέντα και ψηφισθέντα από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθέντα από το Δικαστήριο Κατάλογο Εξόδων υπέρ του Πέτρου Α. Μιχαήλ και/ή ΠΕΤΡΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ Δ.Ε.Π.Ε. στα πλαίσια της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ημερ.15/10/15. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.16, Δ.17, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4, Θ.9 (
  2. h)(u), Δ.59, Δ.64, στις Αρχές της ίσης Μεταχείρισης των διαδίκων, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 28, 30, στις αρχές της επιείκειας, στην διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση των κ.κ. Τάκη Χαραλαμπίδη και Παύλου Αγγελίδη (το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των οποίων όπως και του κ. Πέτρου Μιχαήλ στη συνέχεια ο οποίος υποστηρίζει την ένσταση παρατίθενται αυτολεξεί). Ο κ. Τ. Χαραλαμπίδης στην ένορκη δήλωση του δηλώνει τα ακόλουθα: « 1. Είμαι ο Διευθυντής της Ενάγουσας στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, έχω προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος όπως προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση. Όσον αφορά οποιαδήποτε νομικά σημεία λαμβάνω συμβουλή από τους Δικηγόρους μου Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. 2. Κατά ή περί το 2013 η Ενάγουσα έδωσε οδηγίες και διόρισε τον Δικηγόρο κ. Παύλο Αγγελίδη όπως λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον της Εναγόμενης για διάφορες υποθέσεις που αφορούσαν τους διαδίκους. 3. Η συμφωνία της Ενάγουσας έγινε αποκλειστικά και μόνον με τον κ. Παύλο Αγγελίδη και υπεγράφη από την Ενάγουσα σχετικό διοριστήριο για να προχωρήσει με δικαστικά μέτρα εναντίον της Εναγόμενης. 4. Επισημαίνω ότι η Ενάγουσα ουδέποτε οχλήθηκε από τον κ. Παύλο Αγγελίδη για να καταβάλει οιαδήποτε περαιτέρω έξοδα αναφορικά με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. 5. Μετά την καταχώρηση της Αγωγής εξ εκπλήξεως μας πληροφορηθήκαμε ότι η παρούσα Αγωγή κινήθηκε από τον κ. Πέτρο Α. Μιχαήλ και όχι από τον διορισθέντα εκ της Ενάγουσας κ. Παύλο Αγγελίδη. 6. Σε επικοινωνία που είχα εγώ προσωπικά με τον κ. Αγγελίδη αυτός με διαβεβαίωσε ότι λόγω κάποιων δικών του λόγων έδωσε τις υποθέσεις της Ενάγουσας στον δικηγόρο κ. Πέτρο Α. Μιχαήλ, πλην όμως για οιονδήποτε ζήτημα αφορούσε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή θα επικοινωνούσαμε απευθείας μαζί με τον κ. Αγγελίδη. 7. Στα πλαίσια της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγής κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2016 εκδόθηκε Ένταλμα Κατάσχεσης Κινητών (Writ) αναφορικά με κατ' ισχυρισμόν έξοδα που οφείλονται από την Ενάγουσα προς τον κ. Πέτρο Α. Μιχαήλ και συγκεκριμένα προς την ΠΕΤΡΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ Δ.Ε.Π.Ε. 8. Αναφέρω ότι ουδέποτε κλήθηκε η Ενάγουσα σε ψήφιση του εν λόγω Καταλόγου εξόδων και οιαδήποτε έξοδα ψηφίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή ερήμην της. 9. Συγκεκριμένα μετά από έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου διαφάνηκε ότι ο κατάλογος εξόδων επιδόθηκε από τον ιδιώτη επιδότη κ. Θεοχάρη Παναγιώτη στον Δημήτρη Χαραλαμπίδη, Διευθυντή της Ενάγουσας «άνευ της υπογραφής του». 10. Τονίζω ότι ουδέποτε παρελήφθη από τον Δημήτρη Χαραλαμπίδη, ο οποίος είναι αδελφός μου, οιοσδήποτε Κατάλογος Εξόδων που αφορά την εν λόγω Αγωγή, εξ' ου και δεν υπάρχει η υπογραφή του στην ισχυριζόμενη επίδοση. 11. Επιπλέον τονίζω ότι ουδέποτε η Ενάγουσα διόρισε τον δικηγόρο κ. Πέτρο Α. Μιχαήλ ή το γραφείο ΠΕΤΡΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ Δ.Ε.Π.Ε. για να εκπροσωπήσει την Ενάγουσα και ως εκ τούτου είναι η θέση μας ότι δεν οφείλονται οιαδήποτε έξοδα σε αυτούς. 12. Μοναδικός νομίμως διορισθείς υπό της Ενάγουσας να την εκπροσωπεί στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή ήταν ο κ. Παύλος Αγγελίδης, ο οποίος σε επικοινωνία που είχα μαζί του με διαβεβαίωσε ότι θα μας παρέχει κάθε δυνατή βοήθεια και ότι συμφωνεί με τις ως άνω θέσεις μας. 13. Ως εκ τούτου θεωρώ και όπως συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους μου είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το Διάταγμα Παραμερισμού του Καταλόγου Εξόδων ημερ. 15/10/15. 14. Για τους πιο πάνω λόγους αιτούμαι ως η αίτηση της Ενάγουσας. Το αντίθετο θα δημιουργούσε αδικία στην Ενάγουσα εφόσον ουδέποτε διόρισε τον κ. Πέτρο Α. Μιχαήλ για δικηγόρο της. 15. Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω, πληροφορούμαι και πιστεύω τα πιο πάνω είναι ορθά και αληθή.» Ο κ. Π. Αγγελίδης στη δική του ένορκη δήλωση δηλώνει τα ακόλουθα: « Είμαι Δικηγόρος και διορίστηκα κατόπιν οδηγιών της Ενάγουσας να προχωρήσω με την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής καθώς και άλλων υποθέσεων της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης. Η Ενάγουσα υπέγραψε προς τούτο σχετικό διοριστήριο στο οποίο ήταν κενό το όνομα του Δικηγόρου. Λόγω φόρτου εργασίας και για δικούς μου λόγους ήλθα σε συνεννόηση με τον Δικηγόρο κ. Πέτρο Α. Μιχαήλ, συνεργάτη μου, στον οποίο ανέθεσα την καταχώρηση της υπό ντον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής καθώς και των λοιπών υποθέσεων που αφορούσαν τους συγκεκριμένους διαδίκους. Ως εκ τούτου συμπληρώθηκε το όνομα του κ. Πέτρου Α. Μιχαήλ στο διοριστήριο ως Δικηγόρου της Ενάγουσας. Η συμφωνία που είχα με τον συνάδελφο κ. Πέτρο Α. Μιχαήλ ήταν ότι τα έξοδα των εν λόγω υποθέσεων, συμπεριλαμβανομένης και της παρούσας, θα πληρώνονταν από την Ενάγουσα σε εμένα και εγώ θα πλήρωνα τον κ. Πέτρο Α. Μιχαήλ και ότι ουδέποτε ο κ. Πέτρος Α. Μιχαήλ θα απαιτούσε οιαδήποτε έξοδα από τον Ενάγοντα. Σε επικοινωνία που είχε μαζί μου ο Διευθυντής της Ενάγουσας κ. Τάκης Χαραλαμπίδης τον διαβεβαίωσα ότι για οιονδήποτε ζήτημα αφορούσε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή θα επικοινωνούσε απευθείας μαζί μου. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, πληροφορούμαι και πιστεύω τα πιο πάνω είναι ορθά και αληθή.» Η καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως η νομική βάση της οποίας στηρίζεται στην Δ.5, Δ.16, Δ.17, Δ.48 θ.θ.1 - 4, 8 και 9, Δ.59, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στους Κανονισμούς Δεοντολογίας των Δικηγόρων και ιδιαίτερα στα άρθρα 17

(3)και 37, στο Κοινοδίκαιο (Common Law), στις Αρχές της Επιείκειας (Equity), τη Σύμφυτη Εξουσία και Πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης τους οποίου επικαλείται είναι οι ακόλουθοι: «
  1. Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας να εξετάσει το αίτημα της αιτήτριας για παραμερισμό του ψηφισθέντα καταλόγου εξόδων από τον Πρωτοκολλητή.
  2. Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι η Δ.16 και 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας κάνουν λόγο και αφορούν μόνο «αγωγές», «κλητήριο ένταλμα», «κλητήριο» και «απόφαση» Δικαστηρίου και όχι ψήφιση καταλόγου εξόδων από τον Πρωτοκολλητή.
  3. Το ένδικο μέσο της αίτησης παραμερισμού του ψηφισθέντα καταλόγου εξόδων από τον Πρωτοκολλητή δεν προβλέπεται πουθενά σε οιουσδήποτε κανονισμούς και/ή θεσμούς και/ή νόμο και ούτε βρίσκει έρεισμα σε πρακτική και/ή σύμφυτη εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι δύναται να χρησιμοποιηθεί και να καταλήξει σε ικανοποίηση του αιτήματος της αιτήτριας, δηλαδή για παραμερισμό ψηφισθέντα καταλόγου εξόδων από τον Πρωτοκολλητή.
  4. Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι η αιτήτρια ενώ ζητά την άσκηση επιείκειας από το Δικαστήριο εντούτοις δεν προσήλθε με «καθαρά χέρια» αφού στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση οι ενόρκως δηλούντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή δεν αναφέρουν την αλήθεια.
  5. Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι δεν υπάρχει καθοδηγητική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το ότι δύναται με αίτηση παραμερισμού όπως αυτή που καταχώρησε η αιτήτρια να παραμεριστεί ψηφισθέντας κατάλογος εξόδων από τον Πρωτοκολλητή.
  6. Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εξετάσει το κατά πόσο έγινε καλή ή κακή επίδοση του καταλόγου εξόδων αφού ο Πρωτοκολλητής έχει ήδη ελέγξει την επίδοση και αφού την θεώρησε νομότυπη ακολούθως προχώρησε στη ψήφιση και στην έκδοση του Πιστοποιητικού Ψήφισης Καταλόγου Εξόδων.
  7. Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι από την επιστολογραφία που επισυνάφθηκε στο ψηφισθέντα κατάλογο εξόδων ο οποίος επιδόθηκε δεόντως και βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η αιτήτρια είχε γνώση των υπηρεσιών που παρείχε η καθ'ής η αίτηση, γι' αυτό και οι αναφορές της περί του αντιθέτου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και καταδεικνύουν ότι δεν προσήλθε με «καθαρά χέρια». Άλλωστε, έστω αν υποθέσουμε, ότι η αιτήτρια έλαβε γνώση περί του διορισμού της ΠΕΤΡΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ Δ.Ε.Π.Ε. μετά την καταχώρηση της αγωγής, όπως αναληθώς ισχυρίζεται ο κ. Τάκης Χαραλαμπίδης στις παραγράφους 5 και 6 της ενόρκου δηλώσεώς του, θα μπορούσε πολύ απλά να απέστελλε μία επιστολή στην ΠΕΤΡΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ Δ.Ε.Π.Ε. κοινοποιώντας την στο Δικαστήριο και ζητώντας να μην συνεχίσει να εμφανίζεται για λογαριασμό της αιτήτριας πλην όμως ούτε αυτό το έπραξε και τώρα ψάχνει διάφορες δικαιολογίες προς αποφυγή καταβολής των ψηφισθέντων δικηγορικών εξόδων.
  8. Επιπρόσθετα η αιτήτρια είχε την ευχέρεια, μετά την επίδοση του καταλόγου εξόδων, να εμφανιστεί στον Πρωτοκολλητή και είτε να εγείρει ένσταση σε οιονδήποτε κονδύλι είτε να ζητήσει να εξεταστεί οιονδήποτε θέμα επιθυμούσε να εγείρει και αφορούσε τα αξιούμενα δικηγορικά έξοδα. Αντ' αυτού επέλεξε να μην εμφανιστεί κατά την ψήφιση του καταλόγου εξόδων και να εγείρει με την παρούσα αίτηση ισχυρισμούς οι οποίοι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις γι' αυτό και η αίτησή της θα πρέπει να απορριφθεί.» Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση του κ. Πέτρου Α. Μιχαήλ ο οποίος δηλώνει τα ακόλουθα: «
  9. Είμαι δικηγόρος και διευθυντής της ΠΕΤΡΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ Δ.Ε.Π.Ε. και έχω προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση.
  10. Προτού προχωρήσω στην παράθεση των πραγματικών γεγονότων θα ήθελα να εκφράσω την θέση μου προς το Σεβαστό Δικαστήριο ότι, ευσεβάστως, στερείται δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας να επιληφθεί την παρούσα αίτηση για τους λόγους που επεξηγούνται στην ένσταση το περιεχόμενο της οποίας και υιοθετώ πλήρως.
  11. Το 2013 ο δικηγόρος κ. Παύλος Αγγελίδης από το δικηγορικό γραφείο Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδη Δ.Ε.Π.Ε., παρέπεμψε σ'εμένα για να χειριστώ, μεταξύ άλλων υποθέσεων, υποθέσεις της εταιρείας Σωκράτης Ν. Χαραλαμπίδης & Υιοι Λτδ και εναντίον της Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ διότι αντιμετώπιζε κάποιο προσωπικό κώλυμα έναντι της τελευταίας χωρίς να μου δώσει σαφείς διευκρινήσεις. Η ανάθεση της παρούσας αγωγής, όπως και όλων των δικαστικών μέτρων που έλαβα για λογαριασμό της αιτήτριας, ήταν ανεπιφύλακτη και χωρίς οποιουσδήποτε όρους ή συμφωνία με τον κ. Π. Αγγελίδη. Ο κ. Π. Αγγελίδης με διαβεβαίωσε, προτού αναλάβω το χειρισμό των υποθέσεων, ότι είναι σε γνώση και έχει την έγκριση της αιτήτριας για την ανάθεση της υπόθεσης σ'εμένα και προς τούτο εξασφάλισε και το έντυπο διορισμού δικηγόρου το οποίο μου παρέδωσε υπογεγραμμένο και με την σφραγίδα της αιτήτριας και το οποίο συμπληρώθηκε από τη γραμματέα μου Φλωρεντία Νικολάου κατά την καταχώρηση της αγωγής.
  12. Συνέχιζα να εμφανίζομαι και να εκπροσωπώ την αιτήτρια στην εν λόγω υπόθεση ενημερώνοντας αρχικά την ίδια και αργότερα τον κ. Παύλο Αγγελίδη, κατόπιν απαίτησης της πρώτης, ο οποίος με τη σειρά του την ενημέρωνε για την πορεία των υποθέσεων όπως ο ίδιος με διαβεβαίωνε.
  13. Προτού προχωρήσω στην καταχώρηση του καταλόγου εξόδων για ψήφιση ενημέρωσα μέσω επιστολών ημερομηνίας 15/7/2015 και 29/9/2015 την αιτήτρια για την οφειλή της ως προς τα δικηγορικά έξοδα χωρίς όμως να λάβω καμία απάντηση, εκτός από ένα τηλεφώνημα του κ. Τάκη Χαραλαμπίδη ο οποίος απέρριψε την καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Οι εν λόγω επιστολές με τις αποδείξεις αποστολής τους είναι επισυνημμένες στον ψηφισθέντα κατάλογο εξόδων που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου.
  14. Όσον αφορά το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Τάκη Χαραλαμπίδη αναφέρω ότι σε κάποια τηλεφωνική συνομιλία που είχαμε μετά την έκδοση των ενταλμάτων κατάσχεσης κινητής περιουσίας ανέφερε σε εμένα ότι έχει ήδη καταβάλει προ καιρού το ποσό των €1.500 στον κ. Παύλο Αγγελίδη για τις υποθέσεις που χειριζόταν και μου πρότεινε να μου δώσει 5 επιταγές των €1.000, επ'ονόματι μου, εννοώντας σαφώς χωρίς να εκδοθούν τιμολόγια και αποδείξεις και να «κλείσουν οι υποθέσεις» όπως χαρακτηριστικά μου ανέφερε. Χωρίς δεύτερη σκέψη απέρριψα την πρότασή του και του ανέφερα ότι αξιώνω τα ψηφισθέντα ποσά των καταλόγων εξόδων.
  15. Σχετικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 5 και 6 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Τάκη Χαραλαμπίδη ημερ. 23/2/2016 αυτό που έχω να αναφέρω είναι ότι αν έστω «εξ εκπλήξεως», όπως ισχυρίζεται, πληροφορήθηκε μετά από την καταχώρηση της αγωγής ότι αυτή καταχωρήθηκε από το γραφείο της ΠΕΤΡΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ Δ.Ε.Π.Ε. τότε πολύ απλά θα μπορούσε να απέστελλε μία επιστολή σ' εμένα την οποία θα κοινοποιούσε στο Δικαστήριο ζητώντας μου να μην συνεχίσω να εμφανίζομαι για λογαριασμό της αιτήτριας και το όλο θέμα προφανώς θα τελείωνε εκεί. Αντ' αυτού ο κ. Τάκης Χαραλαμπίδης με την όλη στάση του ως διευθυντής της αιτήτριας, δηλαδή να συνεχίσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες μου και να ενημερώνεται μέσω του κ. Π. Αγγελίδη για την πορεία της παρούσας υπόθεσης όσο και των άλλων υποθέσεων είχε κάνει, σιωπηρά πλην σαφώς και ανεπιφύλακτα, αποδεκτό τον διορισμό μου μέσω του τελευταίου ο οποίος προφανώς ενεργούσε με τις οδηγίες και την έγκριση της όπως άλλωστε ο τελευταίος με διαβεβαίωσε.
  16. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του διευθυντή της αιτήτριας στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης ημερ. 23/2/2016 αυτό που έχω να πω είναι ότι η ένορκη δήλωση επίδοσης του καταλόγου εξόδων βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και η οποία ελέγχθηκε δεόντως από την Πρωτοκολλητή και αφού θεώρησε την επίδοση ως καλή επίδοση τότε προχώρησε στην ψήφισή του. Το γεγονός ότι ο κ. Δημήτρης Χαραλαπίδης αρνήθηκε να παραλάβει τον κατάλογο εξόδων από τον επιδότη δεν καθιστά κακή την επίδοση αλλά αντιθέτως καταδεικνύει ότι είχε γνώση γιατί του επιδίδετο το εν λόγω έγγραφο και πίστευε ότι με το να μην το παραλάβει θα απέφευγε η αιτήτρια να καταβάλει οποιαδήποτε έξοδα για τις υπηρεσίες που είχε λάβει.
  17. Σχετικά με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του κ. Π. Αγγελίδη αυτό που έχω να πω είναι ότι το απορρίπτω ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα εκτός όπου σαφέστατα προκύπτει από τις προηγούμενες παραγράφους ότι υπάρχει οποιαδήποτε συμφωνία ως προς κάποια βασικά και αναντίλεκτα γεγονότα. Επιπρόσθετα υιοθετώ και επαναλαμβάνω ως απάντηση τα όσα έχω αναφέρει στις προηγούμενες παραγράφους τα οποία είναι και η μόνη αλήθεια και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω οτιδήποτε. Θεωρώ σκόπιμο όμως να τονίσω με ιδιαίτερη έμφαση και με πάσα ειλικρίνεια προς το Σεβαστό Δικαστήριο ότι καμία απολύτως συμφωνία δεν έγινε με τον κ. Π. Αγγελίδη όπως ισχυρίζεται στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεώς του. Κάτι τέτοιο θα ήτο αντιδεοντολογικό και υποτιμητικό για το πρόσωπό μου και προφανώς δεν θα το αποδεχόμουν χωρίς δεύτερη σκέψη. Τις υπηρεσίες μου τις πρόσφερα προς την αιτήτρια και σε κανένα άλλον γι'αυτό και καταχώρησα τον κατάλογο εξόδων εναντίον της ο οποίος και ψηφίστηκε. Η δήθεν συμφωνία για την οποία κάνει λόγο ο κ. Π. Αγγελίδης εκτός του ότι είναι παράνομη και άκυρη είναι και εξόφθαλμα αντιδεοντολογική με βάση τα άρθρα 17
(3)και 37 των Κανονισμών Δεοντολογίας των Δικηγόρων. Προφανώς οι ισχυρισμοί αυτοί είναι εκ των υστέρων σκέψεις και τίποτε περισσότερο και μάλιστα πολύ πρόχειρα διατυπωμένοι. Δυστυχώς, τα όσα ισχυρίζεται ο κ. Π. Αγγελίδης προσβάλλουν πρώτα τον ίδιο και ταυτόχρονα το λειτούργημα του δικηγόρου. 10. Όλα τα πιο πάνω τα ορκίζομαι ως αληθή εξ'όσων καλύτερα πιστεύω, γνωρίζω και πληροφορούμαι.» Οι αγορεύσεις: Ούτε από πλευράς της αιτήτριας ούτε και από πλευράς της καθ΄ης η αίτηση ζητήθηκε όπως αντεξετασθεί οποιοσδήποτε από τους πιο πάνω ενόρκως δηλούντες και έτσι η υπόθεση προχώρησε με αγορεύσεις τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν και μου παραδώσουν γραπτώς. Η κάθε πλευρά σε αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και με νομική επιχειρηματολογία ο μεν ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε την έγκριση της αίτησης και εκείνος της καθ΄η η αίτηση την απόρριψη της. Έλαβα υπόψη μου όσα αναπτύσσουν σε αυτές σε σχέση με τις θέσεις τους όπως ασφαλώς και τους ισχυρισμούς στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση όπως και αυτή της ειδοποίησης περί προθέσεως ενστάσεως. Όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε αυτές. Ανάλυση των λόγων ένστασης σε συνδυασμό με τη νομική πτυχή της αίτησης: Οι λόγοι ένστασης αρ. 1,2,3 και 5 είναι συναφείς και αλληλένδετοι και αφορούν τον ισχυρισμό της καθ΄ης η αίτηση περί έλλειψης δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί αιτήσεως παραμερισμού με βάση τις Δ.16 και Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στους οποίους μεταξύ άλλων βασίζεται η αίτηση, και η οποία στοχεύει στον παραμερισμό της απόφασης της Πρωτοκολλητού για τη ψήφιση του καταλόγου εξόδων και την έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού. Σημειώνω ότι λανθασμένα στο αιτητικό γίνεται αναφορά περί της έγκρισης του ψηφισθέντος καταλόγου εξόδων από το Δικαστήριο κάτι που δεν ισχύει από ό,τι φαίνεται στο φάκελο της υπόθεσης αλλά ούτε και απαιτείτο τέτοια ενέργεια ούτε και θα είχε οποιανδήποτε σημασία σε σχέση με την έκβαση της παρούσας αίτησης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του καθ΄ου η αίτηση με παρέπεμψαν στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της R.C.K. Sports Ltd,
(1993)1 ΑΑΔ σελ. 618, σε σχέση με τις έννοιες της «δικαιοδοσίας» και «αρμοδιότητας» στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία του σύμφωνα με το καθορισμένο δικονομικό δίκαιο. "Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα", σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα Δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιόν του, για απόφαση [Thompson v. Shiel [1840] 3 Ir. Eq. R. 135 και Λαυρέντης Α. Δημητρίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 256]». Τα ίδια λέχθηκαν και στην προγενέστερη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Χάρη Φεσσά,
(1990)1 ΑΑΔ 704. Οι Δ.16 και Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις οποίες βασίζει την αίτηση της η αιτήτρια, δεν παρέχουν νομική βάση για τον παραμερισμό ψηφισθέντα καταλόγου εξόδων. Η Διαταγή 16 ρυθμίζει τα ζητήματα εμφάνισης σε μια αγωγή εκ μέρους ενός εναγομένου. Η δε Διαταγή 17 ρυθμίζει τη διαδικασία όταν παραλείπεται η εμφάνιση σε μια τέτοια αγωγή από ένα εναγόμενο πρόσωπο. Οι εν λόγω Διατάξεις αναφέρονται αποκλειστικά σε «αγωγές», «κλητήριο ένταλμα», «κλητήριο» και «απόφαση» Δικαστηρίου και όχι σε ψήφιση καταλόγου εξόδων από τον Πρωτοκολλητή. Η Διαταγή 48 αναφέρεται σε αιτήσεις, τον τύπο που αυτές ανάλογα με την περίπτωση θα πρέπει να προσλαμβάνουν και άλλες ρυθμίσεις σε σχέση με αιτήσεις η δε Διαταγή 59 ρυθμίζει ζητήματα εξόδων με σχετικό από αυτή το Θεσμό 17¹ στον οποίο θα κάνω αναφορά στη συνέχεια. Τέλος, η Διαταγή 64 Θ. 2² αναφέρεται σε αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας λόγω παρατυπίας. Και σε αυτή θα γίνει αναφορά σε άλλο σημείο της απόφασης μου. Επομένως έχοντας υπόψη τη νομική βάση της αίτησης κρίνω ότι αυτή δεν στηρίζεται σε οποιονδήποτε διαδικαστικό κανονισμό ο οποίος να καταδεικνύει την ύπαρξη «δικαιοδοσίας» και «αρμοδιότητας» στο Δικαστήριο το οποίο να μπορεί να της επιληφθεί. Όπως άλλωστε τονίστηκε στην απόφαση της Ολομέλειας (απόφαση πλειοψηφίας) στη Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1),
(1996)1 ΑΑΔ 49 λέχθηκαν τα εξής: «Οι διαδικαστικοί κανονισμοί σ' αυτή, όπως και σ' όλες τις διαδικασίες, θεσμοθετούν τους κανόνες για την άσκηση της δικαστικής εξουσίας. Στην απουσία τους, δε θα υπήρχε σταθερό πλαίσιο άσκησης της δικαστικής λειτουργίας. η άσκηση της θα επαφιόταν στη βούληση των δικαστών που επιλαμβάνονται της κάθε υπόθεσης, με αντίκτυπο την αβεβαιότητα στην πορεία απονομής της δικαιοσύνης. Η τήρηση των δικονομικών κανόνων ενέχει μεγάλη σημασία για την απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Ρίτσας Παναγίδου,
(2006)1 ΑΑΔ 165 ο κ. Π. Αρτέμης, Δ. (όπως ήταν τότε), ανέφερε τα εξής σχετικά με την άσκηση των καθηκόντων του Πρωτοκολλητή: «Το κατά πόσο η λειτουργία του Πρωτοκολλητή σε θέμα όπως το επίδικο εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων υπήρξε, μεταξύ άλλων, αντικείμενο εξέτασης στην Γιάννης Καλαβάς κ.ά., Αίτηση Αρ. 3/99, ημερ. 5.2.99, όπου ο Νικολάου, Δ., ανέφερε τα ακόλουθα: «Οι αιτητές ζητούν τώρα όπως τους χορηγηθεί άδεια για την καταχώριση αίτησης προς έκδοση ενταλμάτων certiorari και mandamus. Σημειώνω κατ' αρχήν ότι το τεθέν ζήτημα εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας την οποία παρέχει το άρθρο 155.4 του Συντάγματος για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων αφού προδήλως αφορά σε οιονεί δικαστική λειτουργία του Πρωτοκολλητή. Παρόμοια πτυχή της λειτουργίας Πρωτοκολλητή απασχόλησε στην Evand Promotions Ltd κ.ά. Αίτηση Αρ. 62/98, ημερ.
  1. Ιουλίου 1998, όπου ο Αρτεμίδης Δ. θεώρησε δεδομένη τη δικαιοδοσία.» Όσον αφορά την ύπαρξη εναλλακτικής διαδικασίας στο ζήτημα ψήφισης εξόδων, αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα στην ίδια απόφαση: «Ως προς το κατά πόσο προσφέρεται άλλο ένδικο μέσο δεν διακρίνω κανένα. Στο ζήτημα ψήφισης εξόδων από τον Πρωτοκολλητή, παρέχεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο η δυνατότητα επέμβασης μόνο κατόπιν αίτησης για αναθεώρηση απόφασης του Πρωτοκολλητή να επιτρέψει συγκεκριμένα κονδύλια σε σχέση με τα οποία είχε υποβληθεί ένσταση: βλ. Δ.59, θ.
  2. Ούτε και χωρεί έφεση εναντίον πράξης του Πρωτοκολλητή αφού η έφεση προϋποθέτει τη διατύπωση διατάγματος, ως την απόληξη καθαρά δικαστικής λειτουργίας. Απομένουν λοιπόν για τη διενέργεια ελέγχου μόνο τα προνομιακά εντάλματα». Ως προς τη φύση της λειτουργίας του Πρωτοκολλητή σχετική είναι και η υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Νεοκλή Ε. Νεοκλέους
(2007)1 Α.Α.Δ. 477 στην οποία γίνεται αναφορά ότι «συνιστά οιωνεί δικαστική λειτουργία η οποία ελέγχεται με προνομιακό ένταλμα». Με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων της καθ΄ης η αίτηση, ότι η πιο πάνω νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως η σχετική επί του ζητήματος, καταδεικνύει ότι η αιτήτρια αν επιθυμούσε να προσβάλει οιονδήποτε ψηφισθέν κονδύλι επί του καταλόγου εξόδων θα έπρεπε πρώτα απ'όλα να είναι παρούσα και να υποβάλει συγκεκριμένη ένσταση και ακολούθως αν δεν ικανοποιείτο τότε να καταχωρήσει αίτηση αναθεώρησης του ψηφισθέντα καταλόγου εξόδων εντός 7 ημερών όπως προνοεί και η Δ.59 Θ.17³ των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Σχετικές είναι οι υποθέσεις Γεωργιάδης v. Υπουργικού Συμβουλίου της Κυπριακής Δημοκρατίας,
(1999)3 ΑΑΔ 35 και Χάρης Χαραλάμπους v. Κυπριακή Δημοκρατία
(2008)3 Α.Α.Δ. 315). Αν από την άλλη η αιτήτρια θεωρούσε ότι εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε παρατυπία και/ή αντικανονικότητα και/ή παρανομία κατά την ψήφιση του καταλόγου εξόδων (στην οποία δεν εμφανίστηκε), τότε δεν είχε παρά να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο ζητώντας άδεια καταχώρησης αίτησης δια κλήσεως για έκδοση προνομιακού εντάλματος. Επομένως δεν χωρεί εφαρμογή του Θεσμού 2 της Διαταγής 64 στην οποία βασίζεται επίσης η αίτηση. Αντί των δύο πιο πάνω επιλογών που είχε η αιτήτρια προτίμησε να προβεί στην παρούσα αίτηση με την οποία προσπαθεί να παραμερίσει το Πιστοποιητικό Ψήφισης Καταλόγου Εξόδων κάτι που δεν θα πρέπει να της επιτραπεί ελλείψει δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου. Λόγοι ένστασης αρ. 4, 6 και 7 Η αιτήτρια με την αίτησή της επικαλείται τις «αρχές της επιείκειας» ως νομική βάση για την έγκριση των αιτημάτων της. Στο σύγγραμμα του κ. Γ.Μ.Πική «ΤΟ ΑΓΓΛΙΚΟ ΚΟΙΝΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΚΥΠΡΟ» στις σελίδες 25 και 26 αναφέρονται τα εξής: «Οι αρχαίοι Έλληνες τίμησαν την επιείκεια σαν θεότητα που προσωποποιούσε την πραότητα και τη δικαιοσύνη, ενώ οι Ρωμαίοι είχαν ιδρύσει ναούς προ τιμή της. Στην Αγγλία οι κανόνες της επιείκειας αναπτύχθηκαν προς δύο κατευθύνσεις: 1) Προς καθιέρωση γενικών αρχών δικαιοσύνης, και 2) Προς δημιουργία θεσμών που να ρυθμίζουν τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας που δεν καλύπτονταν ή καλύπτονταν ανεπαρκώς από το κοινό δίκαιο, όπως ο θεσμός των καταπιστευμάτων-trusts-. Οι γενικές αρχές της επιείειας, γνωστές σαν τα αξιώματα της επιείκειας-maxims of equity- αποσκοπούν στην συνάρτηση της απονομής της δικαιοσύνης με την επίδειξη τέτοιου επιπέδου ενσυνείδητης συμπεριφοράς, ώστε να εδραιώνεται η δικαιοσύνη και να αποκλείεται η κατάχρηση του θετικού δικαίου. Θα αναφέρουμε τέσσερα από τα δώδεκα αξιώματα τη επιείκειας που δίδουν καθαρή εικόνα της συμπεριφοράς που αναμένεται από όσους επικαλούνται τους κανόνες επιείκειας. 1. Όποιος επιζητεί επιείκεια πρέπει και ο ίδιος να συμμορφώνεται με τις αρχές της επιείκειας. 2. Η ισότητα είναι επιείκεια. 3. Δε γίνεται ανεκτή αδικοπραξία χωρίς θεραπεία. 4. Όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια». Ο κ. Π. Α. Μιχαήλ απορρίπτει παρέχοντας και σχετικές λεπτομέρειες ισχυρισμούς των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση της αιτήτριας δηλαδή των κ.κ. Τ. Χαραλαμπίδη και Π. Αγγελίδη. Τους έχω παραθέσει πιο πάνω αυτούσιους και δεν κρίνω σκόπιμο να τους επαναλάβω. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της αιτήτριας, στο βαθμό και στην έκταση που αυτό επιβάλλεται, παρέμεινε στους ώμους της το οποίο δεν έχει αποσείσει είτε με την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας είτε με την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος κ. Π.Α. Μιχαήλ (βλ. 1. Δημήτρης Κωνσταντίνου κ.ά. v. Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας,
(2012)1 ΑΑΔ 1990) και Τhinking Steel International BV v. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 ΑΑΔ 1460). Στις παραγράφους 8,9 και 10 της ενόρκου δηλώσεως του ο κ. Τ. Χαραλαμπίδης αρνείται την επίδοση του καταλόγου εξόδων. Στο φάκελο του Δικαστηρίου, και σε αυτό βασίστηκε η Πρωτοκολλητής κατά την ψήφιση του καταλόγου, υπάρχει η ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη και την οποία επίδοση η Πρωτοκολλητής έκρινε ως νομότυπη αφού έγινε σύμφωνα με την Δ.5 θ.θ.24 και 75 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία σημειώνω ότι δεν προνοεί για την αναγκαιότητα της υπογραφής από τον παραλήπτη ενός εγγράφου που του επιδίδεται περί της παραλαβής του. Η Πρωτοκολλητής εν πάση περιπτώσει αρμοδίως ήλεγξε την επίδοση και κατά την ενάσκηση της οιονεί δικαστικής της εξουσίας έκρινε την επίδοση ως καλή γι΄αυτό και προχώρησε, στην απουσία των αιτητών στην παρούσα, στην ψήφιση του καταλόγου εξόδων και την έκδοση σχετικού πιστοποιητικού στην απουσία τους. Αυτή η εξουσία του Πρωτοκολλητή δεν μπορεί να ελεγχθεί με την παρούσα αίτηση όπου δεν υπήρξε καθόλου εμφάνιση και έτσι δεν αμφισβητήθηκε οποιοδήποτε ποσό που εγκρίθηκε. Και ούτε, επαναλαμβάνω, θα μπορούσε να εκληφθεί ως παρατυπία στη βάσει της Δ.64 Θ. 2 που θα μπορούσε να παραμεριστεί. Στον λόγον ένστασης αρ. 6 εγείρεται και πάλι θέμα αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να ελέγξει το νομότυπο της επίδοσης του καταλόγου εξόδων προς την αιτήτρια. Πέραν του ότι η επίδοση του καταλόγου εξόδων σε ένα από τους διευθυντές της αιτήτριας, δηλαδή στον Δημήτρη Χαραλαμπίδη, θεωρήθηκε από την Πρωτοκολλητή ότι ήταν νομότυπη αφού έγινε σύμφωνα με την Δ.5 θ.θ.2 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, γι΄αυτό και προχώρησε με τη ψήφιση του καταλόγου εξόδων, αν η αιτήτρια θεώρησε ότι παραβιάστηκαν θεμελιώδη Συνταγματικά της δικαιώματα αφού έλαβεν χώραν η ψήφιση του καταλόγου εξόδων χωρίς να είναι παρούσα τότε θα έπρεπε έχοντας υπόψη την πιο πάνω νομολογία να απευθυνθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο με αίτηση για παραχώρηση άδειας προς καταχώρηση αίτησης δια κλήσεως με σκοπό την έκδοση προνομιακού εντάλματος. Κρίνω ότι παραμερισμός του Πιστοποιητικού Ψήφισης Καταλόγου Εξόδων δεν μπορεί να γίνει με το διαδικαστικό διάβημα το οποίο επέλεξε η αιτήτρια με την παρούσα αίτηση της. Ούτε και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου θα επέτρεπαν στο παρόν Δικαστήριο να επιληφθεί μιας τέτοιας αίτησης κατά τα διαλαμβανόμενα στην Μαυρογένης (πιο πάνω) όπου γίνεται μια διεξοδική ανάλυση του πότε ένα Δικαστήριο μπορεί να ασκήσεις συμφυή εξουσία. Λόγος ένστασης αρ. 8 Σε σχέση με τον λόγον ένστασης αρ. 8, αν και έχει καλυφθεί από τα προηγούμενα λεχθέντα, σε σχέση με τους ισχυρισμούς του κ. Π. Αγγελίδη, για το ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του κ. Π. Α. Μιχαήλ, την απάντηση τη δίδει ο τελευταίος στην παράγραφο 9 της ενόρκου δηλώσεως του. Οι αιτητές φαίνεται ότι διόρισαν με το διοριστήριο έγγραφο τους τη δικηγορική εταιρεία Πέτρος Α. Μιχαήλ Δ.Ε.Π.Ε. και σε κανένα στάδιο της αγωγής δεν αμφισβήτησαν αυτόν τον διορισμό της. Το ότι ήθελαν να ενημερώνονται για την πορεία της υπόθεσης τους μέσω του κ. Π. Αγγελίδη είναι ζήτημα που δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία. Τέτοια ενημέρωση από τα επισυναφθέντα τεκμήρια φαίνεται ότι υπήρχε σε κάθε στάδιο. Από πλευράς δε της καθ΄ης η αίτηση προς επίρρωση του ισχυρισμού της ότι δεν θα μπορούσε ο κ. Π. Αγγελίδης να ενεργεί ως μεσάζοντας κάνει αναφορά στα άρθρα 17
(3)5 και 376 των Κανονισμών Δεοντολογίας των Δικηγόρων όπου σύμφωνα με τα οποία είναι γεγονός ότι ο κ. Π. Αγγελίδης δεν θα μπορούσε να ενεργήσει κατ΄αυτόν τον τρόπο, δηλαδή ως μεσάζων. Στην υπόθεση Λ. Παπαφιλίππου & Σια v. Liberty Life Insurance Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2011, ημερομηνίας 11/9/2013 λέχθηκε ότι: «Το θέμα των δικηγορικών εξόδων διέπεται από το Έντυπο Διορισμού δικηγόρου, δηλαδή τη μεταξύ αυτού και του πελάτη συμφωνία» και όχι την ισχυριζόμενη από τον κ. Π. Αγγελίδη δήθεν συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του κ. Π. Α. Μιχαήλ. Η Πρωτοκολλητής προτού προχωρήσει στην ψήφιση του καταλόγου εξόδων είχε ενώπιόν της στον φάκελοι της υπόθεσης το Έντυπο Διορισμού Δικηγόρου και αφού δεν προβλεπόταν σ'αυτό οποιαδήποτε ειδική συμφωνία, προχώρησε στην ψήφιση των εξόδων με βάση τους Δικαστικούς Θεσμούς. Συνεπώς τα περί αντιθέτου ισχυριζόμενα από τους κ. κ. Τάκη Χαραλαμπίδη και Π. Αγγελίδη παραμένουν χωρίς ουσία, μετέωρα, νομικά και νομολογιακά εντελώς αβάσιμα και επιπλέον μη επιτρεπτά από τους δεοντολογικούς Κανονισμούς των δικηγόρων. Έχω μελετήσει τη νομική επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για την αιτήτρια σε αναφορά με ζητήματα όπως της εξουσιοδότησης που παρέχεται από κάποιο πρόσωπο, όπως εν προκειμένω από την αιτήτρια εταιρεία κατά τα διαλαμβανόμενα στο Πρώτο Παράρτημα, Πίνακα Α Κανονισμός 80 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, σε ένα δικηγόρο μέσω του εντύπου διορισμού δικηγόρου για λήψη νομικών μέτρων εναντίον ενός προσώπου σύμφωνα με την Δ.16 Θ. 11 και σε αναφορά στην υπόθεση Evand Promotions Ltd v. Rutman
(1997)1 AAΔ 1787 και το Άρθρο 30 του Συντάγματος και ακολούθως τη γνωστή νομολογία περί παραμερισμού δικαστικής απόφασης (Ζήνωνας Μερκή, ο οποίος εμπορεύεται με την επωνυμία Merkis General Bonded Werehouse v. Yiannoukas Holidey Inns
(1994)1 ΑΑΔ 736 με αναφορά στην Evans v. Burtlam
(1937)2 All E.R. 646 όπως και άλλες στις οποίες γίνεται αναφορά στην αγόρευση των ευπαιδεύτων συνηγόρων της αιτήτριας, οι αρχές των οποίων όμως, με όλο το σεβασμό, κρίνω ότι ξεφεύγουν από το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης η οποία δεν αφορά δικαστική απόφαση αλλά ψηφισθέντα κατάλογο εξόδων από την Πρωτοκολλητή, προσβολή της οποίας κατά τη νομολογία μας γίνεται με Προνομιακό Ένταλμα, και επομένως δεν υπήρξε καθόλου υποβοηθητική. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι η αιτήτρια απέτυχε να στοιχειοθετήσει βάσιμους λόγους για τους οποίους η αίτηση της θα είχε προοπτική επιτυχίας. Γι΄αυτό και απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της και υπέρ της καθ΄ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπογρ.).................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ¹ Διαταγή 64 Θ. 2: Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δεν θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.¨ ² Δ.59 Θ. 17: ¨Οιοσδήποτε διάδικος που δεν θα είναι ικανοποιημένος με το πιστοποιητικό του επί της ψηφίσεως υπαλλήλου ως προς οιονδήποτε κονδύλι στο οποίον έχει φέρει ένσταση, μπορεί εντός επτά ημερών από την ημερομηνία του πιστοποιητικού να αποταθεί για αναθεώρηση της ψηφίσεως ως προς το τοιούτο κονδύλι ή μέρος του κονδυλίου και το Δικαστήριο κατόπιν τούτου μπορεί να δώσει τέτοιο διάταγμα που θα ήθελε φανεί δίκαιο αλλά το πιστοποιητικό του επί της ψηφίσεως υπαλλήλου θα είναι τελειωτικό ως προς όλα τα ζητήματα στα οποία δεν έγινε ένσταση.¨ 3 Δ.5 Θ. 7: ¨Αν δεν υπάρχει θεσμική πρόνοια που να ρυθμίζει επίδοση διαδικασίας προς νομικό πρόσωπο, επίδοση επίσημου αντιγράφου κλητηρίου εντάλματος ή άλλης διαδικασίας θα θεωρείται καλή επίδοση αν γίνει στον πρόεδρο ή σε άλλο ανώτερο υπάλληλο ή στον ταμία ή γραμματέα τέτοιου οργανισμού, ή αν παραδοθεί αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στα γραφεία του οργανισμού, και στην περίπτωση εταιρείας που δεν συστάθηκε στην Κύπρο, το αντίγραφο μπορεί να παραδοθεί στο μέρος όπου διεξάγονται οι επιχειρήσεις της στην Κύπρο ή αν δεν υπάρχει τέτοιο μέρος σε οποιοδήποτε πρόσωπο στην Κύπρο που εμφανίζεται ότι είναι εξουσιοδοτημένο να διεκπεραιώνει εργασίες για την Εταιρεία στην Κύπρο και τέτοια παράδοση του αντιγράφου θα θεωρείται καλή επίδοση εκτός αν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής διατάξει διαφορετικά. Όπου με οποιοδήποτε νόμο γίνεται πρόνοια για την επίδοση οποιουδήποτε κλητηρίου εντάλματος ή άλλης διαδικασίας σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, ή ένωση, ή σωματείο ή οιονδήποτε οργανισμό ή αριθμό προσώπων εγγεγραμμένων ή μη, η επίδοση του επίσημου αντιγράφου κλητηρίου εντάλματος θα γίνεται σύμφωνα με αυτό το νόμο.¨ 4 Άρθρο 17
(3): ¨Ο δικηγόρος οφείλει να μη χρησιμοποιεί, ή επιτρέπει σε οποιοδήποτε πρόσωπο να χρησιμοποιεί, αμέσως ή εμμέσως, οποιουσδήποτε πράκτορες ή μεσίτες προς τον σκοπό επηρεασμού και ανάθεσης στο γραφείο του οποιωνδήποτε υποθέσεων ή να αμείβει καθ' οιονδήποτε τρόπον γενικά οποιαδήποτε πρόσωπα για να επηρεάσουν οποιοδήποτε πρόσωπο όπως ζητήσει τις επαγγελματικές υπηρεσίες του¨. 5 Άρθρο 37: ¨Ο δικηγόρος δεν μπορεί ούτε να ζητήσει από άλλο δικηγόρο ή από οποιοδήποτε τρίτο, ούτε να δεχθεί αμοιβή, προμήθεια ή όποια άλλη αποζημίωση επειδή συνέστησε ένα πελάτη σε ένα δικηγόρο ή έστειλε ένα πελάτη σε ένα δικηγόρο. Ο δικηγόρος δεν μπορεί να καταβάλει αμοιβή, προμήθεια ή άλλη αποζημίωση σε κάποιο άτομο, ως αντάλλαγμα για τη σύσταση ενός πελάτη.¨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.