← Κύπρος

Μάριου Κουντουρέτη ν. 1. K. & M. (Famagusta) Developers Ltd τώρα μετονομασθείσα σε Κ. & Μ. (Famagusta) Developers and Constructions Ltd και ως

Μάριου Κουντουρέτη ν.

  1. K. & M. (Famagusta) Developers Ltd τώρα μετονομασθείσα σε Κ. & Μ. (Famagusta) Developers and Constructions Ltd και ως τροποποιήθηκε στο μεταξύ και διαμορφώθηκε δυνάμει δύο τροποποιήσεων ως Κύπρος Ανδρέου, ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας Κ. & M. (Famagusta) Developers and Constructions Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2669/2010, 24/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A155 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2669/2010 ΜΕΤΑΞΥ: Μάριου Κουντουρέτη Ενάγοντος και
  2. K. & M. (Famagusta) Developers Ltd τώρα μετονομασθείσα σε Κ. & Μ. (Famagusta) Developers and Constructions Ltd και ως τροποποιήθηκε στο μεταξύ και διαμορφώθηκε δυνάμει δύο τροποποιήσεων ως Κύπρος Ανδρέου, ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας Κ. & M. (Famagusta) Developers and Constructions Ltd
  3. Κύπρου Κυπριανού
  4. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων/ του εναγόμενου 3 αιτητή και των εναγομένων 1 και 2 καθ΄ων η αίτηση Ημερομηνία: 24 Αυγούστου, 2016 Για τον ενάγοντα: Η κα Χραλάμπους για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Για εναγόμενους 1 και 2/ καθ΄ων η αίτηση: Ο κ. Π. Αριστοτέλους για Kύπρος Ανδρέου ΔΕΠΕ Για εναγόμενο 3/ αιτητή: κα Ζ. Κυριακίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης του εναγόμενου 3 με ημερομηνία 16.11.2015) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αγωγής άρχισε την 19.10.2015 με την έναρξη της κυρίως εξέτασης του ενάγοντος κ. Μάριου Κουντουρέτη. Αυτή δεν έμελλε να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί καθ΄ότι στη συνέχεια καταχωρήθηκαν διάφορες αιτήσεις εκ μέρους των διαδίκων οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη μη απρόσκοπτη συνέχιση της ακρόασης. Η υπόθεση είχε οριστεί για συνέχιση την 18.11.
  5. Η πρώτη από αυτές τις αιτήσεις ήταν η παρούσα η οποία καταχωρήθηκε την 16.11.2015 εκ μέρους του εναγόμενου 3, η οποία αφορά αίτηση για παροχή άδειας για την τροποποίηση της Yπεράσπισης του και η οποία ορίστηκε μετά από άδεια που δόθηκε από το Δικαστήριο - για σύντομο ορισμό της και επίδοση - την ημερομηνία κατά την οποία είχε προγραμματιστεί η συνέχιση της ακρόασης, δηλαδή την 18.11.
  6. Εκείνη την ημερομηνία είχε καταχωρηθεί άλλη αίτηση εκ μέρους του εναγόμενου 2 με την οποία επιζητούσε την εξαίρεση του δικηγορικού γραφείου του κ. Ευστάθιου Κ. Ευσταθίου από του να εκπροσωπεί στην παρούσα διαδικασία τον ενάγοντα. Κρίθηκε ότι θα έπρεπε να εκδικασθεί εκείνη η αίτηση κατά προτεραιότητα και έτσι μετά την καταχώρηση ένστασης και την εκδίκαση της, εκδόθηκε η ενδιάμεση απόφαση μου στις 12.05.2016 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα. Στο μεταξύ στις 24.11.2015 καταχωρήθηκαν δύο αιτήσεις εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 αντίστοιχα για τροποποίηση των δικών τους υπερασπίσεων με την εισαγωγή και ανταπαίτησης τόσο εναντίον του ενάγοντος όσο και εναντίον του εναγόμενου
  7. Σε αυτές καταχωρήθηκαν ενστάσεις τόσο από πλευράς του ενάγοντος όσο και από πλευράς του εναγόμενου
  8. Όλες αυτές οι αιτήσεις έχουν εκδικασθεί ταυτόχρονα και θα εκδοθούν οι αποφάσεις σήμερα. Ο ενάγων στο δικόγραφο του καταλογίζει στον εναγόμενο 3 και/ή σε υπαλλήλους και/ή σε αντιπροσώπους του στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, ότι δεν εξάσκησαν τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το Νόμο αλλά και με τη δέουσα επιμέλεια και/ή αντί τούτου, εξάσκησαν τα καθήκοντα τους λανθασμένα, κατά παράβαση του Νόμου και αμελώς με αποτέλεσμα την πρόκληση περαιτέρω και/ή επιπλέον ζημιάς και/ή προς βλάβη του ενάγοντος. Στην έκθεση απαίτησης του δικογραφούνται λεπτομέρειες της αμέλειας που κατ΄ισχυρισμό του επέδειξε ο εναγόμενος
  9. Ο εναγόμενος 3 στην Υπεράσπιση του, πλην των προδικαστικών ενστάσεων τις οποίες προβάλλει, με τις οποίες διατείνεται ότι δεν θα έπρεπε να είναι ο ίδιος διάδικος για διάφορους λόγους, αρνείται την απαίτηση του ενάγοντος και εκτός όπου ρητά προβαίνει σε παραδοχή, αρνείται όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης του. Η παράγραφος 13 της Υπεράσπισης του εναγόμενου 3, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί την 5.03.2015, έχει τη σημασία της καθώς η σύγκριση της με ό,τι επιχειρείται περαιτέρω να εισαχθεί έχει καθοριστική σημασία ως προς την τύχη της αίτησης και για αυτό την παραθέτω αυτούσια στη συνέχεια: «
  10. Περαιτέρω και/ή ειδικότερα είναι η θέση του Εναγόμενου ότι με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ενήργησε μέσα στα επιτρεπόμενα νομοθετικά και/ή άλλως πως πλαίσια των καθηκόντων του και/ή άλλως πως και/ή δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια και/ή επέδειξε επιμέλεια στην εκτέλεση εκ του Νόμου και/ή των κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του και/ή άλλως πως, και /ή δεν υπήρξε από πλευράς του Εναγόμενου οποιαδήποτε πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του και/ή άλλως πως, και/ ή ο Εναγόμενος προέβη σε όλες τις δέουσες ενέργειες και/ή πράξεις και/ή δεν προέβη σε ενέργειες και/ή πράξεις και/ή παραλείψεις ενάντια στα εκ του νόμου και/ή των κανονισμών καθήκοντα του και/ ή άλλως πως και /ή σε συνδυασμό των πιο πάνω. Ο εναγόμενος επιφυλάσσει το δικαίωμα του να αναφερθεί κατά τη δικάσιμο σε υλικό και/ή γεγονότα και/ή έγγραφα και/ή νομοθεσία που σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση και/ή σχετίζεται με τα καθήκοντα και/ή υποχρεώσεις και/ή ενέργειες που ο Εναγόμενος εκτέλεσε και/ή είχε εκτελέσει και/ή η σε οτιδήποτε άλλο σχετικό με την παρούσα υπόθεση και/ή σε συνδυασμό των πιο πάνω. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά και άνευ βλάβης των πιο πάνω οποιοσδήποτε και/ή οποιοιδήποτε ισχυρισμοί ήθελαν αποδειχθούν από τους εκτιθέμενους στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα και/ή στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι ο Ενάγοντας δικαιούται τις ισχυριζόμενες ή οποιεσδήποτε αποζημιώσεις ή θεραπείες και/ή ποσό και/ή έξοδα, γεγονός το οποίο ο Εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αυτός δεν υπέχει την οποιαδήποτε ευθύνη και/ή τα όσα αναφέρονται από τον Ενάγοντα μέσα από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης του δεν έχουν σχέση με πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή ενέργειες του Εναγόμενου και/ή ουδόλως αφορούν και/ή επηρεάζουν τον Εναγόμενο και/ή οποιαδήποτε υλική ζημιά και/ή άλλως πως και εάν έχει υποστεί ο Ενάγοντας δεν οφείλεται σε καμία περίπτωση στη συμπεριφορά και/ή πράξεις και/ή ενέργειες του Εναγόμενου αλλά σε συμπεριφορά και/ή πράξεις και/ή ενέργειες άλλων προσώπων και/ή του Ενάγοντα και/ή του Εναγόμενου αρ. 1 και/ή του Εναγόμενου αρ. 2 και/ή σε συνδυασμό όλων των πιο πάνω. Λεπτομέρειες θα δοθούν κατά τη δικάσιμο.» Ο εναγόμενος 3 - αιτητής στην παρούσα - επιζητεί να προστεθεί στην πιο πάνω παράγραφο 13 της Υπεράσπισης του, αμέσως μετά την πρώτη της παράγραφο, η ακόλουθος παράγραφος: «Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ο Εναγόμενος 3 αναφέρει ότι οι αρμόδιοι λειτουργοί και/ή υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποι του Εναγόμενου 3 παρά το γεγονός ότι ουδεμία υποχρέωση είχαν προς τούτο, ενημέρωσαν δεόντως τόσο τον Ενάγοντα και/ή άλλους αγοραστές διαμερισμάτων από την Εναγόμενη 1 εταιρεία όσο και την Εναγόμενη 1 και/ ή τον Εναγόμενο 2, για το γεγονός ότι υπήρχε κατατεθειμένη η Συμφωνία Αντιπαροχής 28.11.2006 και κατόπιν προτροπής και/ή αιτήματος του Ενάγοντα πραγματοποιήθηκαν διάφορες συναντήσεις και/ή ενημερώσεις και/ή άλλως πως κατά ή περί τα έτη 2007, 2008 και/ή 2009 μεταξύ του Ενάγοντα και των αρμοδίων λειτουργών και/ή υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή υπηρετών του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και/ή του Εναγομένου 3.» Η κα Έλενα Νεοφύτου - Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας - η οποία ασκεί τα καθήκοντα της Υπεύθυνης στο Αρχείο Αγωγών, υποστηρίζει με την ένορκη δήλωση της ότι παρόλο ότι στο σώμα της Υπεράσπισης έχουν συμπεριληφθεί πραγματικοί και νομικοί λόγοι υπεράσπισης, εντούτοις, εκ παραδρομής, παραλήφθηκε να αναφερθεί ότι οι αρμόδιοι λειτουργοί και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι και/ή υπηρέτες του εναγόμενου 3 είχαν ενημερώσει τον ενάγοντα και/ή την εναγόμενη 1 και/ή τον εναγόμενο 2 για το γεγονός ότι υπήρχε κατατεθειμένη Συμφωνία Αντιπαροχής ημερομηνίας 28.11.2006, παρά το γεγονός ότι ουδεμία τέτοια υποχρέωση είχαν, και/ή ότι πραγματοποιήθηκαν και σχετικές συναντήσεις με τον ενάγοντα για τον σκοπό αυτό. Εκείνο το οποίο ουσιαστικά επιδιώκεται από πλευράς του εναγόμενου 3, όπως εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κάποιος, με την πιο πάνω προσθήκη αυτού του ισχυρισμού, είναι ότι η πλευρά του εναγόμενου 3 επιθυμεί να παραθέσει επιπρόσθετα και λεπτομερειακά τη θέση του ότι ενήργησε μέσα στα επιτρεπόμενα νομοθετικά και κανονιστικά πλαίσια ασκώντας τα καθήκοντα του και ότι δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια αλλά τουναντίον επέδειξε επιμέλεια στην εκτέλεση αυτών των καθηκόντων του και ότι δεν άσκησε πλημμελώς τα καθήκοντα του. Επιθυμεί, όπως είναι κατανοητό, να μη παραμείνει στη γενική πιο πάνω τοποθέτηση του αλλά να συγκεκριμενοποιήσει αυτή τη θέση του προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι αρμόδιοι λειτουργοί, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν προς τούτο υποχρέωση, ενημέρωσαν δεόντως τον ενάγοντα και τους συμβαλλομένους τους στη συμφωνία τους που αφορούσε την πώληση του διαμερίσματος με αρ. 201 περί της ύπαρξης της συμφωνίας αντιπαροχής της 28.11.2006 κατατεθειμένης και αυτής στο κτηματολόγιο η οποία αφορούσε και το πιο πάνω διαμέρισμα και μάλιστα ότι υπήρξαν προς τούτο και συναντήσεις σε διάφορες χρονικές στιγμές και ενημέρωση των ενδιαφερομένων για ό,τι τους ενδιέφερε. Ο λόγος δε που επιδιώκεται αυτή η προσθήκη όπως εξηγεί η κα Ε. Νεοφύτου στην παρ. 5 της ένορκης δήλωσης της είναι: «Επειδή αποτελεί θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 3 και/ή οι αντιπρόσωποι του και/ή οι υπηρέτες και/ή οι υπάλληλοι αυτού παρέλειψαν να τον ενημερώσουν και/ή να τον πληροφορήσουν σχετικά με τα πιο πάνω, θεωρούμε αναγκαίο να εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση ώστε να ενσωματωθεί στο δικόγραφο της Υπεράσπισης μας ο εν λόγω ισχυρισμός.» Οι καθ' ων η αίτηση στην ένσταση τους με την οποία ζητούν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ τους, την οποία μεταξύ άλλων στηρίζουν στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και Ελευθερίες (ΕΣΔΑ), προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
  11. Η αίτηση των Αιτητών συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθώς γίνεται σε προχωρημένο στάδιο της υπόθεσης, ήτοι την ακρόαση και θα καθυστερήσει τη διαδικασία.
  12. Η αίτηση των Αιτητών συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθώς δεν προσθέτει ουσιώδεις ισχυρισμούς αλλά επαναλαμβάνει με διαφορετικό τρόπο τους ισχυρισμούς ως η πρώτη παράγραφος της παραγράφου 13 της τελευταίας τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης των Εναγομένων
  13. Η αίτηση των Αιτητών θα πρέπει να απορριφθεί γιατί οι ισχυρισμοί που επιχειρούν να προσθέσουν στην έκθεση υπεράσπισης είναι ισχυρισμοί που μπορούσαν να γνωρίζουν εκ των προτέρων.
  14. Η αίτηση των Αιτητών θα πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.» Ο κ. Κ. Κυπριανού - εναγόμενος 2 στην αγωγή - υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του την ένσταση όπου δηλώνει ότι συμφωνεί και υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης και αρνείται τους ισχυρισμούς της κας Έ. Νεοφύτου όπως αυτοί προβάλλονται στην ένορκη δήλωση της προς υποστήριξη του αιτήματος. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους στις οποίες εξέθεσαν τόσο τις θέσεις τους ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης όσο και νομική επιχειρηματολογία την οποία έλαβα υπόψη μου. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΟΥ ΔΙΕΠΕΙ ΤΙΣ ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ: Η Διαταγή 25 Θ.1 στην οποία στηρίζεται τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.» Από τον πιο πάνω θεσμό προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται σε πλείστες τόσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Υπάρχει δε πλούσια νομολογία όπου αναπτύχθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων. Θα αναφερθώ σε κάποιες αποφάσεις οι οποίες έχουν τη σημασία τους στα υπό κρίση ζητήματα. Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd

(1996)1 AAΔ 162 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Σε σχέση δε με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd,
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) σελ. 33, όπου συνοψίστηκαν ως ακολούθως από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε): «
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου,
(1991)1 ΑΑΔ σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στον γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά,
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 ΑΑΔ σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή με το ακόλουθο σκεπτικό. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω), στην οποία λέχθηκε επίσης ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή - από τις διάφορες αποφάσεις - ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.,
(1993)1 ΑΑΔ 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.,
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 11). ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Θα με απασχολήσουν κατά βάση δύο ζητήματα. Αυτό του καθυστερημένου της υποβολής του αιτήματος και το κατά πόσο είναι αναγκαία η τροποποίηση με τον τρόπο που εισηγείται η πλευρά του αιτητή με σκοπό τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και την διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Στην υπόθεση Νικολάου Ιωάννης ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α. υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Παύλου Κ. Μιλτιάδους,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων.» Στα πιο πάνω ουσιαστικά συνοψίζονται και οι λόγοι ένστασης σε συνδυασμό ασφαλώς με τη διασφάλιση του δικαιώματος για την διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ενός διαδίκου εντός εύλογου χρόνου όπως επιτάσσει η συνταγματική επιταγή. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του ενάγοντος για τον οποίο κρίνεται τώρα η ανάγκη να απαντηθεί με περισσότερη λεπτομέρεια, για όποια σημασία μπορεί να ενέχει ενόψει και των υπόλοιπων αρνήσεων της πλευράς του εναγόμενου 3, προβλήθηκε στην έκθεση απαίτησης του η οποία καταχωρήθηκε την 18.02.
  1. Το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Ο.2,r.1), είχε καταxωρηθεί ήδη από τις 4.10.
  2. Η Υπεράσπιση του εναγόμενου 3 καταχωρήθηκε στις 29.06.
  3. Ακολούθησαν τροποποιήσεις των δικογράφων λόγω του ορισμού αρχικά προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας της εναγόμενης 1 και ακολούθως του διορισμού εκκαθαριστή με τελευταία καταχώρηση εκ μέρους του εναγόμενου 3 της τροποποιημένης υπεράσπισης του την 5.03.
  4. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 7.10.2015 οπότε και άρχισε η ακροαματική της διαδικασία με την έναρξη της κυρίως εξέτασης του ενάγοντος, ο οποίος κατάθεσε τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια και η υπόθεση αναβλήθηκε για συνέχιση της κυρίως εξέτασης του σε άλλη ημερομηνία. Η κα Ε. Νεοφύτου εκ μέρους του αιτητή, προς υποστήριξη του αιτήματος, υποστηρίζει στην ένορκη δήλωση της ότι: «εκ παραδρομής παραλείφθηκε να αναφερθεί ότι οι αρμόδιοι λειτουργοί . είχαν ενημερώσει τον ενάγοντα για το γεγονός ότι υπήρχε κατατεθειμένη Συμφωνία Αντιπαροχής, παρά το γεγονός ότι ουδεμία τέτοια υποχρέωση είχαν και ότι πραγματοποιήθηκαν και σχετικές συναντήσεις με τον Ενάγοντα για τον σκοπό αυτό.» Αναγάγει δηλαδή το όλο ζήτημα σε «παραδρομή» χωρίς να προσδιορίζει σε ποιόν οφείλεται αλλά και χωρίς να γίνεται μνεία για το χρόνο που έγινε αντιληπτή αυτή η παράλειψη. Απλά εισηγείται ότι ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα θα ήταν ικανοποιητική ως προς τις ανησυχίες των εναγομένων 1 και 2 για την καθυστέρηση που προκαλείται με επίκληση της συνταγματικής επιταγής της διάγνωσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους εντός εύλογου χρόνου όπως επιτάσσει το Σύνταγμα (Άρθρο 30.2) και το άρθρο 6 και της ΕΣΔΑ. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το γεγονός ότι υπάρχει δυνατότητα καταβολής αποζημιώσεων προς τον καθ' ου η αίτηση δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση: «Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων, στην έκταση που τη θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Όταν η αγωγή άχθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τις 6 Δεκεμβρίου 1988, υποβλήθηκε αίτημα για αναβολή προς υποβολή αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο ανέβαλε τότε την υπόθεση, παρά την ένσταση του εφεσίβλητου, για να καταχωρισθεί αίτηση για τροποποίηση εντός δυο μηνών. Δεν υποβλήθηκε τέτοια αίτηση ούτε και ήλθε εκ νέου το θέμα στο προσκήνιο μέχρι της 13ης Δεκεμβρίου 1990 όταν, μετά από σειρά εμφανίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση.» Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημου Παραλήπτη,
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν και ληφθεί η σχετική πληροφόρηση από τον εναγόμενο 3 από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και σίγουρα όχι 3 ½ και πλέον έτη αργότερα όπως συμβαίνει τώρα χωρίς να δίδεται σχετική πληροφόρηση και μάλιστα ενώ έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Υπάρχει μια παραδοξότητα σε σχέση με το χειρισμό της υπόθεσης την οποία οφείλω να επισημάνω σε αυτό το σημείο. Η πλευρά του ενάγοντος τον οποίον ενδιαφέρει επίσης η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν έχει καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση. Είναι δε ακόμα περίεργο οι εναγόμενοι 1 και 2 να επικαλούνται τις διατάξεις του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για επίδειξη κωλυσιεργίας εκ μέρους του συνεναγομένου τους όταν τόσο η εναγόμενη 1 όσο και ο εναγόμενος 2 αμέσως στη συνέχεια - μια βδομάδα μετά - καταχώρησαν ο καθένας τους παρόμοια αίτηση για τροποποίηση του δικογράφου τους. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation,
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.Το αποδει­κτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυ­στέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Στην δε υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 αναφέρθηκε επίσης ότι όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας και ότι κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Ο αιτητής είναι γεγονός ότι δεν παρέχει οποιανδήποτε δικαιολογία σε σχέση με το στάδιο κατά το οποίο υπέβαλε το αίτημα του. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω νομολογία, κρίνω ότι δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης και δεν έχει προσφέρει την οποιαδήποτε αιτιολογία για την υπέρμετρη καθυστέρηση όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από την μελέτη του ιστορικού της υπόθεσης. Στην υπόθεση Μουγής ν. Σπανούδη,
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 έχουν λεχθεί τα εξής από τον Καλλή, Δ.: «Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988).» Ένας ακόμα παράγοντας ο οποίος προσμετράται, είναι η γνώση που είχε ο αιτητής των επίδικων ισχυρισμών που επιχειρεί να εισαγάγει στο δικόγραφο του σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Ο ισχυρισμός του αιτητή περί των συναντήσεων κ.λπ που επιδιώκεται να εισαχθεί στο δικόγραφο έλαβαν χώρα κατά τα έτη 2007,2008 και
  1. Για ό,τι όμως καταλογίζεται στον εναγόμενο 3, σημασία έχει τι έγινε πριν από την αποδοχή της κατάθεσης της επίδικης συμφωνίας την 21.12.2007 η οποία αφορούσε το πωλητήριο έγγραφο με ημερομηνία 24.10.2007 το οποίο έγινε αποδεκτό με τον διακριτικό αριθμό ΠΩΕ 4536/
  2. Ο αιτητής με την αίτηση του προσπαθεί να προσθέσει στην Υπεράσπισή του ισχυρισμούς, οι οποίοι εξ' αντικειμένου ήταν σε γνώση του πριν ακόμα την καταχώρηση της αγωγής, πόσο μάλλον από της καταχώρησης της Υπεράσπισής του και καθόλη τη διάρκεια της εκκρεμότητας της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρι και την ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας. Τα γεγονότα και/ή ισχυρισμοί που στοιχειοθετούν την παρούσα αίτηση τροποποίησης ήταν γνωστά στον εναγόμενο 3 - αιτητή πριν την καταχώρηση της αγωγής αλλά και της Υπεράσπισης του. Η επίκληση ως μόνου λόγου που θα πρέπει να επιτρέψει το Δικαστήριο την τροποποίηση αυτού της «παραδρομής» συνεπεία της οποίας δεν προβλήθηκαν αυτά τα συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία τώρα επιχειρείται να εισαχθούν ως δικογραφημένοι ισχυρισμοί, δεν μπορεί να τύχει της επιδοκιμασίας του Δικαστηρίου. Η Υπεράσπιση εκ μέρους του εναγόμενου 3 συντάχθηκε όπως καταγράφεται και πιο πάνω αρκετά χρόνια πριν και μάλιστα μετά που δόθηκε ικανοποιητικός χρόνος από το Δικαστήριο για να ετοιμαστεί, όπως φαίνεται στα πρακτικά που κάθε φορά ετηρούνταν στο φάκελο του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια έγιναν επανειλημμένα τροποποιήσεις οι οποίες αν και οφείλονταν στην εναγόμενη 1, θα έπρεπε αν η επιδιωκόμενη τροποποίηση ήταν απαραίτητη να ενεργοποιούσαν την σκέψη της πλευράς του αιτητή και να προέβαινε νωρίτερα σε αυτό το διάβημα. Επομένως διαβλέπω ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση. Είναι ουσιαστικής σημασίας όπως ο διάδικος ο οποίος αιτείται την τροποποίηση, να παραθέσει στην αίτησή του και/ή στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, τόσο την ύπαρξη καλού λόγου, προσδιορίζοντας αυτόν, ως επίσης και το γιατί είναι αναγκαία η τροποποίηση (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α.,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Στην παρούσα περίπτωση ο αιτητής δεν αναφέρει τόσο στην αίτηση του όσο και στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει την ύπαρξη καλού λόγου ως επίσης και την ανάγκη για τροποποίηση της καταχωρηθείσας Υπεράσπισης του. Δεν εμφαίνεται ο οποιοσδήποτε λόγος επί του οποίου μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι η παρούσα αίτηση τροποποίησης είναι αναγκαία για τον καθορισμό των πραγματικών επίδικων θεμάτων. Μελετώντας το περιεχόμενο της Παρ. 13 της Υπεράσπισης και συγκρίνοντας το με αυτό που επιδιώκεται να εισαχθεί, κρίνω ότι καλύπτεται το όλο ζήτημα και δεν θα προσθέσει κάτι στην υπόθεση του εναγόμενου. Στην πρόσφατη απόφαση IKOS CIF LTD ν. MARTIN COWARD κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. AlwaysTravel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. καιUnited Sea Transport Ltd v. Zakou,
(1980)1 A.Α.Δ.501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Αλλά και επί της ουσίας του τι επιχειρείται τώρα να εισαχθεί ως δικογραφημένος ισχυρισμός, θα έλεγα ότι αυτός καλύπτεται ήδη από το περιεχόμενο της παραγράφου 13 της Υπεράσπισης, καθώς κρίνω ότι σε αυτή προσδιορίζονται επαρκώς τα επίδικα θέματα και δεν απαιτείται η λεπτομερής παράθεση ενεργειών που έλαβαν χώρα και ο χρονολογικός τους προσδιορισμός με σκοπό την αντίκρουση ισχυρισμού του οποίου ήδη στο δικόγραφο γίνεται άρνηση του. Σε αυτό εξάλλου συμφωνεί και η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση στην ένσταση τους (βλ. λόγος ένστασης αριθμός 2 σελ. 6 πιο πάνω). Επομένως κρίνω ότι δεν θα προσθέσει οτιδήποτε η συμπερίληψη στην Υπεράσπιση του λεκτικού που επιχειρείται τώρα να εισαχθεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, αναπόφευκτα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αίτηση του εναγόμενου 3/ αιτητή, υποβλήθηκε καθυστερημένα και δεν θα προσθέσει οτιδήποτε στην υπόθεση του. Γι΄αυτούς τους λόγους απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Προβληματίστηκα ποια θα ήταν η πιο κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα και αυτό καθώς θα πρέπει να λάβω υπόψη και την τύχη των δύο παρόμοιων αιτήσεων τις οποίες έχουν καταχωρήσει οι εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίες εκδικάστηκαν την ίδια ημερομηνία το δε αποτέλεσμα τους είναι παρόμοιο με αυτό της παρούσας, όπως με ξεχωριστές μου αποφάσεις αποφαίνομαι. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο να μην εκδώσω καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπογρ.).............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.