EΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. COMPROMISO HOLDINGS LTD κ.α., Aρ.Αγωγής 1953/2012, 22/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Aρ.Αγωγής 1953/2012 Μεταξύ: EΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσα και
- COMPROMISO HOLDINGS LTD
- Bαρνάβας Βαρναβίδης του Ανδρέα
- Κώστας Λειβαδιώτης του Μιχαήλ
- LIMPIO CONSTRUCTIONS LTD Εναγομένων Ημερ.: 22.9.2016 Για την Ενάγουσα: Θ.Ιωαννίδης για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία ΔΕΠΕ Για τις Εναγόμενες 1 και 4 : Oυδεμία εμφάνιση Για τον Εναγόμενο 2: Παρουσιάζεται αυτοπροσώπως Για τον Εναγόμενο 3: Χ.Κυριακίδης και Γ.Καραμαλλή (κα) για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Η Δικογραφία - Τα επίδικα θέματα Η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει από τις Εναγόμενες 1 και 4 Εταιρείες και τους Εναγόμενους 2 και 3 ποσό €2.185.546,78 με τόκο προς 14% ετησίως από 4.5.2012 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω, αξιώνεται η έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την εκποίηση της υποθήκης Υ1480/2008 προς ικανοποίηση της ισχυριζόμενης οφειλής. Η υποθήκη αφορά ακίνητες ιδιοκτησίες που ανήκουν εξ ολοκλήρου στην Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 ενάγεται ως η πρωτοφειλέτρια δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 7.3.
- Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ενάγονται ως εγγυητές της πρωτοφειλέτριας δυνάμει εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης ίδιας ημερομηνίας. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν κοινή Εκθεση Υπεράσπισης την 19.2.
- Εκπροσωπούνταν τότε όλοι από τους δικηγόρους που εξακολουθούν να εκπροσωπούν τον Εναγόμενο
- Είχε προηγηθεί η απόρριψη αίτησης για συνοπτική απόφαση και άδεια για την καταχώρηση Εκθεσης Υπεράσπισης. Η Εναγόμενη 1 αρνείται ότι αιτήθηκε ή υπόγραψε την επίδικη συμφωνία ή με τους όρους που αναφέρει η Τράπεζα ή ότι έλαβε οιοδήποτε ποσό δυνάμει αυτής. Διαζευκτικά, αν την έχει υπογράψει, ότι αυτή είναι άκυρη και οι όροι της καταχρηστικοί και παράνομοι για λόγους που εξειδικεύονται στην Εκθεση Υπεράσπισης. Περαιτέρω, αρνείται την υπογραφή της επίδικης υποθήκης και πως, αν την υπόγραψε, αυτή είναι άκυρη, παράνομη, καταχρηστική και δεν εξασφαλίζει το επίδικο χρέος. Δικογραφείται, ακόμα, πως παραχωρήθηκε κατόπιν πίεσης και εξαναγκασμού χωρίς να δίδονται λεπτομέρειες και χωρίς καν να αναφέρεται από ποιον. Τέλος, αρνείται ότι υπήρξε παράβαση της συμφωνίας και διατείνεται πως ουδέν ποσό οφείλεται στην Τράπεζα. Οι εγγυητές αρνούνται ότι υπόγραψαν τη συμφωνία εγγύησης και πως αν την υπόγραψαν αυτή ήταν άκυρη, παράνομη και γενικής φύσης. Προβάλλονται επιμέρους ισχυρισμοί. Ολοι οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι εστάληκαν ή ότι οι ίδιοι παρέλαβαν οιεσδήποτε επιστολές ή ότι νόμιμα ενημερώθηκαν για τον ισχυριζόμενο τερματισμό και ότι, ως εκ τούτου, η αγωγή καταχωρίστηκε πρόωρα. Περαιτέρω, ότι ο ισχυριζόμενος τερματισμός ήταν παράνομος και παράτυπος. Ακόμα, ότι επιβλήθηκαν παράνομοι, παράτυποι και καταχρηστικοί τόκοι και επιβαρύνσεις. Β. Η Συμφωνία Δανείου και Εγγυήσεων Κατά την ακρόαση της αγωγής κατάθεσαν δύο μάρτυρες υπάλληλοι της Τράπεζας, ενώ οι Εναγόμενοι ουδεμία μαρτυρία προσέφεραν. Ως εκ τούτου, δεν υφίστανται αντικρουόμενες θέσεις γεγονότων και η υπόθεση περιορίζεται στο κατά πόσο η Τράπεζα έχει προσκομίσει αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία για να τεκμηριώσει την αξίωση της. Ο Αδάμος Καφά (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.1), υπάλληλος της Τράπεζας, υπεύθυνος διαχείρισης οριστικών καθυστερήσεων στην υποδιεύθυνση Λάρνακας, παρουσίασε τα έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας. Η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 7.3.2008 προς την Εναγόμενη 1, η επιστολή έγκρισης (Τεκμ.3), και στη βάση προγενέστερης αίτησης της Εναγόμενης 1 ημερ. 28.2.2008, ενέκρινε την παροχή σε αυτή δανείου ύψους €1.700,000 για την αγορά ακινήτων. Οι όροι παροχής του δανείου μνημονεύονται στην επιστολή έγκρισης και πλείστοι ενσωματώνονται σε έγγραφο ημερ. 7.3.2008, τιτλοφορούμενο «Βασική Συμφωνία», (Τεκμ.2). Μαρτύρησε ο Καφάς ότι εκ μέρους της Εναγόμενης 1 τη Βασική Συμφωνία υπόγραψε ο Εναγόμενος 2 διευθυντής της και τέθηκε η σφραγίδα της Εταιρείας. Η Βασική Συμφωνία παραπέμπει στην επιστολή έγκρισης που φαίνεται να είναι κατά τον ίδιο τρόπο υπογραμμένη. Η επιστολή έγκρισης και η Βασική Συμφωνία συνιστούν και επιμαρτυρούν τη συμφωνία της Τράπεζας με την Εναγόμενη 1, η Συμφωνία Δανείου. Και κατ΄ αυτό τον τρόπο είναι δικογραφημένη η αξίωση της Τράπεζας (βλ. παρ. 4 και 5 της Εκθεσης Απαίτησης). Στα πρακτικά της συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1 ημερ. 29.2.2008 (Τεκμ.17) αναφέρεται ο Εναγόμενος 2 ως διευθυντής της και ρητά εξουσιοδοτείται να υπογράψει εκ μέρους της Εταιρείας την επίδικη δανειοδότηση από την Ενάγουσα Τράπεζα και κάθε σχετικό αναγκαίο έγγραφο. Αυθημερόν με τη Συμφωνία Δανείου οι Εναγόμενοι 2 - 4 συνήψαν με την Τράπεζα συμφωνία εγγύησης τιτλοφορούμενη «Εγγραφο Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως» (Τεκμ.4), εγγυούμενοι αλληλέγγυα και κεχωρισμένα την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα. Όπως ανάφερε ο Καφά, εκ μέρους του Εναγόμενου 3, το έγγραφο υπόγραψε κάποια Ανδρη Μιχαήλ, πληρεξούσια αντιπρόσωπος του δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 1.3.2008 (Τεκμ.5). Για την Εναγόμενη 4 Εταιρεία τη Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης υπόγραψε ο Εναγόμενος 2, όπως και για τον εαυτό του. Η Εναγόμενη 4 με έγγραφο της (Τεκμ.18) είχε γνωστοποιήσει προς την Τράπεζα ότι σε συνεδρίαση του διοικητικού της συμβουλίου της 29.2.2008 είχε αποφασίσει την παροχή εγγύησης για τις πάσης φύσεως οφειλές της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα και εξουσιοδότησε το σύμβουλο της, Εναγόμενο 2, να υπογράψει εκ μέρους της τα σχετικά έγγραφα για την παροχή της εγγύησης. Τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου Υ1480/2008 (Τεκμ.6) υπόγραψε εκ μέρους τη Εναγόμενης 1 η προαναφερθείσα Ανδρη Μιχαήλ. Σχετικό πρακτικό της συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1 ημερ. 7.3.2008 (Τεκμ.27) μαρτυρά την απόφαση της Εταιρείας για την υποθήκευση των τριών ακινήτων που υποθηκεύτηκαν και περαιτέρω ότι η Εταιρεία εξουσιοδότησε την Ανδρη Μιχαήλ να παρουσιαστεί ενώπιον του Κτηματολογίου και υπογράψει εκ μέρους της Εταιρείας όλα τα αναγκαία έγγραφα για την υποθήκευση. Από την αξιόπιστη μαρτυρία του Καφά, που παρέμεινε και αναντίλεκτη, και τα παρουσιασθέντα από αυτόν έγγραφα, προκύπτει και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι τόσο η συμφωνία δανείου όσο και η Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου Υ1480/2008 έχουν δεόντως υπογραφεί εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και δημιουργούν γι΄ αυτή έννομα αποτελέσματα. Περαιτέρω, προκύπτει και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης έχει δεόντως υπογραφεί από τον Εναγόμενο 2 και εκ μέρους των Εναγόμενων 3 και 4 και δημιουργούν γι΄ αυτούς έννομα αποτελέσματα. Γ. Οι Προειδοποιητικές Επιστολές και οι Επιστολές Τερματισμού Η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 2.11.2011 προς την Εναγόμενη 1, με κοινοποίηση προς τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 (Τεκμ.8) παρατηρούσε πως δεν είχαν εξοφληθεί οι ληξιπρόθεσμες δόσεις του δανείου και προειδοποιούσε ότι, εάν αυτό δεν γινόταν μέσα σε 15 ημέρες, η οφειλή θα μεταφερόταν στις «Οριστικές Καθυστερήσεις» και θα επιβαρύνετο με πρόσθετο επιτόκιο. Ακολούθησε νέα επιστολή της Τράπεζας ημερ. 4.5.2012 με τους ίδιους παραλήπτες (Τεκμ.9) με την οποία γνωστοποιείτο ότι η οφειλή επιβαρύνετο πλέον με συνολικό επιτόκιο 14% (6,25% βασικό και 7,75% πρόσθετο επιτόκιο). Με τη ρηθείσα επιστολή πληροφορούνταν οι Εναγόμενοι ότι η Τράπεζα τερμάτιζε τη συμφωνία δανείου και τη λειτουργία του αντίστοιχου λογαριασμού και καλούσε τους Εναγόμενους όπως προβούν σε εξόφληση των υποχρεώσεων τους εντός επτά ημερών. Ξεχωριστή επιστολή ιδίας ημερομηνίας με ανάλογο περιεχόμενο απευθύνθηκε προς την Εναγόμενη 1 ως ενυπόθηκο οφειλέτη (Τεκμ.10). Αναφορικά με την επιστολή τερματισμού ο Καφάς αντεξετάστηκε ως ακολούθως: «Ε. Εχετε κάποιο αποδεικτικό ότι οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν για τον τερματισμό του δανείου και ότι παρέλαβαν αυτήν την επιστολή; Α. Οι επιστολές έχουν σταλεί με απλό ταχυδρομείο και δεν έχουν επιστραφεί πίσω ως ανεπίδοτες. Ε. Εσείς φροντίσατε για την αποστολή τους; Α. Μάλιστα. Ε. Δεν έχω άλλες ερωτήσεις για τον μάρτυρα κύριε Πρόεδρε.» Τόσο οι προειδοποιητικές επιστολές όσο και οι επιστολές τερματισμού αναφέρουν ως διεύθυνση αποστολής για την Εναγόμενη 1, τον Εναγόμενο 3 και την Εναγόμενη 4, την «Στασίνου 20, 7060 Λειβάδια». Η ίδια διεύθυνση αναφέρεται και στην επιστολή προς την Εναγόμενη 1 ως ενυπόθηκο οφειλέτη. Αναφορικά με τον Εναγόμενο 2 αναφέρεται η διεύθυνση «Αγίου Ιλαρίωνος 16, 2415 Εγκωμη». Η «Στασίνου 20, 7060 Λειβάδια» είναι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου των Εναγομένων 1 και 4 Εταιρειών. Αυτό μαρτυρείται από βεβαίωση των Γραμματέων τους ημερ. 29.2.2008 (Τεκμ.15 και 16 αντίστοιχα). Αυτή είναι και η διεύθυνση της Εναγόμενης 1 επί της Βασικής Συμφωνίας και της Εναγόμενης 4 επί του Εγγράφου Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως. Καθ΄ όσον αφορά τον Εναγόμενο 2 η διεύθυνση του επί του Εγγράφου Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως είναι η «Αγίου Ιλαρίωνος 16, 2415 Εγκωμη». Στον όρο 20 της Συμφωνίας Δανείου αναφέρεται ότι κάθε ειδοποίηση βάσει του εγγράφου της Συμφωνίας θα μπορούσε να αποστέλλεται στον πελάτη, δηλαδή την Εναγόμενη 1, με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που έχει δηλώσει στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της. Αναφέρεται στην Barclays Bank Plc κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1726, 1733, πως καθ΄ όσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Δεν δόθηκε μαρτυρία ότι, καθ΄ οιοδήποτε χρόνο, οι Εναγόμενοι ή οιοσδήποτε από αυτούς πληροφόρησε την Τράπεζα για αλλαγή της διεύθυνσης του ή ότι η Τράπεζα γνώριζε για οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση οιουδήποτε των Εναγομένων ή ότι υπήρξε οιαδήποτε τέτοια αλλαγή. Στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 17, παρ. 210-211, αναφέρεται πως (σε μετάφραση του Δικαστηρίου): «Η ταχυδρόμηση μιάς επιστολής μπορεί να αποδειχθεί από το πρόσωπο που την ταχυδρόμησε, ή καταδεικνύοντας γεγονότα από τα οποία η ταχυδρόμηση μπορεί να τεκμηριωθεί. Επομένως, μαρτυρία ταχυδρόμησης μπορεί να δοθεί αποδεικνύοντας ότι η επιστολή παραδόθηκε σε ένα υπάλληλο ο οποίος στη συνήθη πορεία της εργασίας του θα την είχε ταχυδρομήσει ή ότι τοποθετήθηκε σε ένα κουτί από το οποίο τις παραλάμβανε καθημερινά ο ταχυδρόμος.» Υπάρχει τεκμήριο ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί στην ορθή διεύθυνση προσώπου και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, 1906-7). Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στην αγόρευση των δικηγόρων του Εναγόμενου 3 υποβάλλεται ότι ο Καφά απλά κατέθεσε την επιστολή χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει ποιος είναι ο αρμόδιος λειτουργός ο οποίος την ετοίμασε και την απέστειλε και ότι, κατ΄ αυτό τον τρόπο, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι αυτή ταχυδρομήθηκε. Από το απόσπασμα της μαρτυρίας του Καφά που καταγράφεται πιο πάνω, προκύπτει ότι ο μάρτυρας φρόντισε για την αποστολή τους με ταχυδρομείο. Η θέση δεν αμφισβητήθηκε. Η μαρτυρία του Καφά κρίνεται ως αξιόπιστη και από αυτή προκύπτει ότι οι επιστολές τερματισμού έχουν σταλεί με απλό ταχυδρομείο. Εάν η πλευρά του Εναγόμενου 3 ή ο Εναγόμενος 2 ήθελαν τις λεπτομέρειες, είχαν κάθε ευκαιρία να αντεξετάσουν σχετικά το μάρτυρα. H διεύθυνση του Εναγόμενου 3 στο Εγγραφο Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως αναφέρεται η «Παναγιώτη Σκάη 2, 7060 Λειβάδια». Η πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Εναγόμενου 3 αναφέρεται ότι ήταν από τα Λειβάδια (βλ. Τεκμ.5) χωρίς, ωστόσο, να αναφέρεται γι΄ αυτήν κάποια διεύθυνση. Όταν η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 7.3.2008 (Τεκμ.12) είχε απευθύνει επιστολή προς τον Εναγόμενο 3 ως προτιθέμενο εγγυητή, η διεύθυνση που χρησιμοποιήθηκε ήταν η «Παναγιώτη Σκάη 2, 7060 Λειβάδια». Δεν δόθηκε καμιά εξήγηση γιατί η προειδοποιητική επιστολή και η επιστολή τερματισμού δεν κοινοποιήθηκαν στον Εναγόμενο 3 στην πιο πάνω διεύθυνση αλλά αποστάληκαν στην διεύθυνση «Στασίνου 20, 7060 Λειβάδια». Η «Στασίνου 20, 7060 Λειβάδια» ήταν, όπως προειπώθηκε, η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου δύο εταιρειών στις οποίες ο Εναγόμενος 3 ήταν διευθυντής, δεν υπάρχει όμως μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 3 χρησιμοποιούσε τη συγκεκριμένη διεύθυνση, ούτε ότι επισκεπτόταν το εγγεγραμμένο γραφείο των Εταιρειών. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι προειδοποιητικές επιστολές και οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους 1, 2 και 4 στις ορθές διευθύνσεις και εφόσον αυτές δεν επιστράφηκαν από το Ταχυδρομείο τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκαν από αυτούς. Το τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί. Δεν έχει εγερθεί ανάλογο τεκμήριο αναφορικά με τον Εναγόμενο 3 και στην απουσία θετικής μαρτυρίας ότι παρέλαβε οιαδήποτε επιστολή, ζήτημα που αρνήθηκε στη δικογραφία του, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ότι παρέλαβε είτε την προειδοποιητική επιστολή είτε την επιστολή τερματισμού. Δ. Η Νομιμότητα του Τερματισμού Στις Καταστάσεις Λογαριασμού του επίδικου δανείου (Τεκμ.11) παρουσιάζεται ως χρέωση η ανάληψη του ποσού των €1.700.000 την 7.3.
- Σε όλη τη χρονική περίοδο λειτουργίας του λογαριασμού υπάρχουν τέσσερεις πιστώσεις που αφορούν καταβολή δόσεων συνολικού ποσού €134.187,
- Η τελευταία πληρωμή αφορούσε €50.000 και έγινε την 28.2.
- Οι σημαντικότερες άλλες χρεώσεις αφορούν τους τόκους, ενώ χρεώνονται και διάφορα έξοδα με περισσότερα αυτά των καθυστερήσεων. Ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου περιγράφεται στην επιστολή έγκρισης ως εξής: «Από το προϊόν πώλησης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 6008, ή των μονάδων που θα ανεγερθούν στα ακίνητα με αρ. εγγραφής 8/518, 8/519 σε ποσοστό 50% της τιμής πώλησης ή της εκτιμημένης αγοραίας αξίας, οποιοδήποτε από τα δύο είναι το μεγαλύτερο και σε περίπτωση καθυστέρησης με ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις εκ €98.000 έκαστη της πρώτης δόσης πληρωτέας 27 μήνες μετά την εκταμίευση για την εξυπηρέτηση εξόδων, τόκων και κεφαλαίου. Οι τόκοι της περιόδου χάριτος θα καταβάλλονται κατά το λογισμό τους». Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ότι πωλήθηκαν οιαδήποτε ακίνητα ή μονάδες. Ο Καφάς ανάφερε ότι η Τράπεζα δεν είχε τέτοια πληροφόρηση. Επομένως, εφόσον η εκταμίευση έγινε την 7.3.2008 η καταβολή των πρώτων €98.000 έπρεπε να γίνει την 7.6.2010 ακολούθως άλλες €98.000 την 7.9.2010 και ούτω καθ΄ εξής κάθε τρεις μήνες. Μέχρι την 4.5.2012 θα έπρεπε να είχαν πληρωθεί οκτώ δόσεις, ενώ τα ποσά που πληρώθηκαν δεν κάλυπταν ούτε δύο δόσεις. Σε κάθε περίπτωση, η Συμφωνία Δανείου προνοούσε (όρος 4 της Βασικής Συμφωνίας) ότι: «Η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση στον πελάτη, να . τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καθιστά απαιτητά οποιαδήποτε Δάνεια . και να ζητήσει από τον πελάτη [την Εναγόμενη 1] πληρωμή και εξόφληση κάθε ποσού που ο πελάτης θα οφείλει στην Τράπεζα .». Περαιτέρω ότι (όρος 5) ότι: «Ευθύς ως τα εν λόγω δάνεια . καταστούν απαιτητές για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία, ο πελάτης θα πρέπει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό που οφείλει στην Τράπεζα . και η Τράπεζα θα έχει δικαίωμα να διεκδικήσει δικαστικώς . την πληρωμή κάθε οφειλής του πελάτη .». Προκύπτει και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά την 4.5.2012 που η Τράπεζα τερμάτισε τη Συμφωνία Δανείου υπήρχαν ληξιπρόθεσμες δόσεις. Η Εναγόμενη 1 είχε παραβεί τους όρους της Συμφωνίας Δανείου και η Τράπεζα νομιμοποιείτο στον τερματισμό. Περαιτέρω, η Τράπεζα θα μπορούσε να τερματίσει τη Συμφωνία Δανείου ακόμα και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής του. Ε. Η υποχρέωση των Εναγομένων να αποπληρώσουν το χρέος Στην Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, αποφασίστηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής ήταν ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Αναφέρθηκε ακόμα πως η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή. Η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την ευχέρεια ανάκτησης του χρέους. Για να είναι ο εγγυητής υπόχρεος να καταβάλει το χρέος και, συνεπώς, να μπορεί προς τούτο να εναχθεί, πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. To χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του, και να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από το δανειστή προς τον εγγυητή εάν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Στο Εγγραφο Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως αναφέρεται (όρος 11) ότι: «Η υποχρέωση του Εγγυητού για πληρωμή δυνάμει του Εγγράφου αυτού θ΄αρχίζει από τη στιγμή που θα γίνει γραπτή ζήτηση από την Τράπεζα για το σκοπό αυτό με επιστολή της Τράπεζας που θα παραδοθεί δια χειρός στον Εγγυητή ή θα αποσταλεί με συνηθισμένο προπληρωμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που έχει δηλώσει στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του». Επομένως, η γραπτή ζήτηση με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να καταστεί οιοσδήποτε εγγυητής υπόχρεος να πληρώσει και, σε περίπτωση παράλειψης του να μπορεί να εναχθεί. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οιοσδήποτε εγγυητής κατέστηκε υπόχρεος να πληρώσει διαφορετικά. Είτε γιατί πληροφορήθηκε για τον τερματισμό της Συμφωνίας Δανείου ή για την υποβολή απαίτησης στον πρωτοφειλέτη ή τους άλλους εγγυητές ή γιατί του επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Αλλωστε, ο εγγυητής θα έπρεπε να καταστεί υπόχρεος να πληρώσει για να δικαιολογείτο η καταχώρηση αγωγής εναντίον του. Η επίδοση της αγωγής, που έπεται χρονικά της καταχώρησης, δεν θα είχε καμιά σημασία. Οι συμβαλλόμενοι καθόρισαν συγκεκριμένη προϋπόθεση που θα έπρεπε να τηρηθεί προτού ο Εναγόμενος 3 καταστεί υπόχρεος να πληρώσει. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το χρεωστικό υπόλοιπο στο λογαριασμό του δανείου είχε καταστεί απαιτητό την 4.5.2012. Επομένως, η πρωτοφειλέτιδα Εναγόμενη 1 Εταιρεία είχε υποχρέωση να το εξοφλήσει. Οι Εναγόμενοι 2 και 4 εγγυητές της είχαν επίσης υποχρέωση να το εξοφλήσουν. Η επιστολή ημερ. 4.5.2012 που κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους 2 και 4 εμπεριείχε σαφή αναφορά στο τέλος προς τους ιδίους ως εγγυητές. Αναφερόταν ότι: «Η πιο πάνω ειδοποίηση προς τον οφειλέτη να θεωρηθεί και ειδοποίηση προς εσάς και γι΄ αυτό σύμφωνα με τις πρόνοιες της εγγύησης σας καλείστε όπως εκπληρώσετε την υποχρέωση σας για πληρωμή της πιο πάνω οφειλής». Το ίδιο δεν ισχύει για τον Εναγόμενο 3 προς τον οποίο δεν έγινε γραπτή ζήτηση από την Τράπεζα, αφού η προς αυτόν σχετική επιστολή δεν ταχυδρομήθηκε στην ορθή διεύθυνση του. Συνεπώς, η υποχρέωση του Εναγόμενου 3 για πληρωμή δυνάμει του Εγγράφου Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως δεν «άρχισε». Η αγωγή εναντίον του καταχωρίστηκε πρόωρα, σε χρόνο που δεν είχε υποχρέωση πληρωμής δυνάμει της σύμβασης εγγύησης που υπόγραψε. Στ. Το οφειλόμενο υπόλοιπο Ο Καφάς παρουσίασε τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού από την πρώτη ημέρα λειτουργίας του μέχρι και τον τερματισμό του (Τεκμ.11). Παρουσίασε επίσης πιστοποιητικό τιτλοφορούμενο «Πιστοποιητικό / Βεβαίωση δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9». Υποβλήθηκε στο Καφά ότι δεν έλεγξε την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού που παρουσίασε, με το μάρτυρα να εμμένει ότι έλεγξε την ορθότητα των καταχωρήσεων. Η επί του προκειμένου μαρτυρία του Καφά γίνεται αποδεκτή. Ωστόσο, οι καταστάσεις δεν έχουν παρουσιαστεί ως αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο δυνάμει του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου όπου είναι προϋπόθεση για την αποδοχή τους ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων η σύγκριση με την αρχική καταχώρηση. Το παρουσιασθέν πιστοποιητικό είναι υπογραμμένο από τον ίδιο τον Καφά που παρουσιάζεται ως ο αρμόδιος υπάλληλος της Τράπεζας. Το πιστοποιητικό βεβαιώνει ότι η παρουσιασθείσα κατάσταση του επίδικου λογαριασμού αποτελεί απόσπασμα και μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου της Τράπεζας. Ικανοποιούνται, συνεπώς, οι προϋποθέσεις του άρθρου 35 του περί Απόδειξης Νόμου και οι καταστάσεις συνιστούν αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο. Η διαφορά μεταξύ της αποδοχής εγγράφου δυνάμει του άρθρου 22 και του άρθρου 35 του περί Απόδειξης Νόμου είναι πρόδηλη. Ενώ στην πρώτη περίπτωση το έγγραφο συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων που εμπεριέχει, στη δεύτερη περίπτωση συνιστά αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο. Οι δικηγόροι της Τράπεζας επικαλέστηκαν την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/2009, ημερ. 17.10.2014, εισηγούμενοι ουσιαστικά ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχτεί το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού χωρίς περαιτέρω διερεύνηση της ορθότητας τους. Σημειώνεται ότι η απόφαση αφορούσε το περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού που έγινε αποδεκτή δυνάμει των προνοιών του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου και όχι του άρθρου 35. Αναφέρθηκε ότι: «Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕ1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου.» Αναφέρθηκε ακόμα πως μετά την αποδοχή της κατάστασης ως τραπεζικό βιβλίο και την απουσία αντεξέτασης ή άλλης μαρτυρίας ως προς συγκεκριμένη καταχώρηση, το Δικαστήριο είχε ενώπιον του μόνο μία εκδοχή και δεν υπήρχε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν στην κατάσταση. Στην προκειμένη περίπτωση, που οι καταστάσεις έγιναν αποδεκτές δυνάμει του άρθρου 35 του περί Απόδειξης Νόμου, η αποδεικτική αξία των καταστάσεων αποτιμάται από το Δικαστήριο. Η αποτίμηση αυτή ασκείται δικαστικά και συνυπολογίζονται όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι η υπεράσπιση δεν προσέφερε μαρτυρία έχει καταλυτική σημασία αναφορικά με την ανάληψη του ποσού του δανείου και τα ποσά που καταβλήθηκαν έναντι. Δεν μαρτυρήθηκε από τους Εναγομένους ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό δανείου. Oσον αφορά τις προβαλλόμενες θέσεις για τους επιβληθέντες τόκους και τις άλλες χρεώσεις, αυτές δεν εδράζονται σε μαρτυρία άλλη από αυτή που πρόσφερε η Ενάγουσα, αλλά στην ίδια τη Συμφωνία Δανείου και επιχειρηματολογία ως προς το εύρος των δικαιωμάτων της Τράπεζας να τους επιβάλει και χρέωση. Ε. Οι Τόκοι Οι χρεώσεις των τόκων όπως και οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση στους λογαριασμούς πρέπει να είναι απότοκο των όρων των σχετικών συμφωνιών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Η Συμφωνία Δανείου προνοούσε (όρος 2(i)) ότι το δάνειο θα χρεωνόταν: «Με τόκο επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων λογιζόμενο κατά την κρίση της Τράπεζας και καταλογιζόμενο στον πελάτη ή καταβαλλόμενο από αυτόν την 30ή Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου εκτός εάν άλλως γνωστοποιηθεί από την Τράπεζα. Το επιτόκιο δυνατό να είναι σταθερό ή κυμαινόμενο. Επίσης το επιτόκιο μπορεί να είναι το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας ή το Euribor / Libor διάρκειας της επιλογής του πελάτη, προσαυξημένο με το πρόθετο επιτόκιο, όπως αναγράφεται στο Letter of Offer». Το «Letter of Offer» είναι η επιστολή έγκρισης. Σε αυτή αναφερόταν ότι το επιτόκιο θα ήταν «Euribor ημερολογιακού μηνός πλέον 1,50% πρόσθετο». Όπως αναφέρεται, αυτό σημαίνει δάνειο που τοκίζεται με το μηνιαίο Euribor που ισχύει την πρώτη εργάσιμη μέρα κάθε μήνα, δηλαδή αυτό που έχει προσδιοριστεί δύο ημέρες πριν. Επαναλαμβάνεται ότι οι τόκοι που θα χρεώνονταν θα καταβάλλονταν από την Εναγόμενη 1 την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους εκτός εάν άλλως της γνωστοποιείτο από την Τράπεζα Προνοείτο ακόμα ότι: «. Η Τράπεζα θα δικαιούται να προβαίνει σε ανατοκισμό, σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία, και επίσης θα δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση της όπως κατά καιρούς με γραπτή ειδοποίηση της προς εσάς ή με ανακοίνωση της στον ημερήσιο τύπο καθορίζει το ύψος του εκάστοτε βασικού επιτοκίου της Τράπεζας και / ή πρόσθετου επιτοκίου και / ή πρόσθετης επιβάρυνσης επί υπερβάσεων και / ή ληξιπροθέσμων οφειλών ή τον τρόπο υπολογισμού του ή το χρόνο καταβολής του ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη αλλαγή και σε τέτοια περίπτωση το νέο επιτόκιο όπως θα έχει καθοριστεί με τον πιο πάνω τρόπο από την Τράπεζα όπως και οι αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά οποιαδήποτε άλλη αλλαγή θα έχει εφαρμογή στη Συμφωνία αυτή από την ημερομηνία της γνωστοποιήσεως διά του ημερήσιου τύπου ή της προς εσάς ειδοποιήσεως». Ανάλογη πρόνοια υφίσταται και στη Βασική Συμφωνία στον όρο 2(iv). Η μαρτυρία του Καφά ότι: «Οι Εναγόμενοι πάντοτε ειδοποιούντο γιο τους τόκους και τις προσαυξήσεις όπως προβλέπεται στις συμφωνίες των δανείων και των εγγυήσεων κσι ενημερώνοντο νόμιμα μέσω του ημερήσιου τύπου» δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή. Η Τούλια Θεμιστοκλέους (Μ.Ε.2) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.24), υπάλληλος της Τράπεζας στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων, παρουσίασε κατάσταση αναφορικά με τις τιμές του Euribor ενός μηνός, της περιόδου από 7.3.2008 μέχρι 2.5.2012 (Τεκμ.25), του εκάστοτε πρόσθετου επιτοκίου της Τράπεζας και του συνολικού επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός. Στις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού καταγράφεται το εκάστοτε υπόλοιπο και ανά εξαμηνία ο επιβληθείς τόκος. Δεδομένου ότι οι πληρωμές ήταν λίγες πιο εύκολα θα μπορούσε, με απλές μαθηματικές πράξεις, να διαπιστωθεί κατά πόσο η Τράπεζα είχε χρεώσει τόκους πέραν των συνολικών επιτοκίων που αναφέρονται στο Τεκμ.
- Τέτοια μαρτυρία δεν προσφέρθηκε από την υπεράσπιση, ούτε έγινε υποβολή ότι επιμέρους χρέωση τόκων ήταν πέραν του ισχύοντος επιτοκίου παρά μόνο γενικά. Ό,τι παραμένει είναι η διαπίστωση κατά πόσο η Τράπεζα νομιμοποιείτο στη χρέωση του συνολικού επιτοκίου όπως εμφαίνεται στο Τεκμ.25 γιο την εκάστοτε περίοδο. To Euribor ενός μηνάς ήταν κατά την 7.3.2008 4,2% οπόταν το συνολικό επιτόκιο ήταν 5,7%. Κατά τη λειτουργία του λογαριασμού το πρόσθετο επιτόκιο μεταβλήθηκε δύο φορές. Η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 3.2.2009 προς την Εναγόμενη 1 (Τεκμ.19) μετέβαλε το πρόσθετο επιτόκιο που χρέωνε τον επίδικο λογαριασμό σε 6,50%. Με νέα επιστολή της ημερ. 28.6.2011 προς την Εναγόμενη 1 (Τεκμ.20) το μετέβαλε και πάλιν, αυξάνοντας το σε 7,25%. To Euribor ενός μηνάς μεταβαλλόταν κάθε μήνα. Με την επιστολή τερματισμού το συνολικό επιτόκιο αυξήθηκε σε 14%, δηλαδή 6,25% βασικό επιτόκιο και 7,75% πρόσθετο επιτόκιο. Οι δύο πρώτες μεταβολές αφορούσαν στην αύξηση του πρόσθετου επιτοκίου και μπορούσαν να γίνουν από την Τράπεζα δυνάμει του προαναφερθέντος όρου που επέτρεπε στην Τράπεζα όπως κατά την απόλυτη της κρίση με γραπτή ειδοποίηση προς την Εναγόμενη 1 καθορίσει το ύψος του εκάστοτε πρόσθετου επιτοκίου. Η τρίτη μεταβολή κατά τον τερματισμό αφορούσε στην αύξηση τόσο του πρόσθετου επιτοκίου όσο και του βασικού επιτοκίου. Ο προαναφερθείς όρος επέτρεπε στην Τράπεζα όπως κατά την απόλυτη της κρίση με γραπτή ειδοποίηση προς την Εναγόμενη 1 καθορίσει το ύψος και του εκάστοτε βασικού επιτοκίου. Όμως, το βασικό επιτόκιο δεν εφαρμοζόταν στο επίδικο δάνειο. Ο όρος 2(i) της Βασικής Συμφωνίας προνοούσε για επιλογή μεταξύ βασικού επιτοκίου και Euribor / Libor, που ασκήθηκε και επιλέγηκε το Euribor ημερολογιακού μηνός προσαυξημένο με πρόσθετο επιτόκιο. Επομένως, η Τράπεζα μπορούσε να μεταβάλει το βασικό επιτόκιο, μόνο που κάτι τέτοιο κανένα αντίκτυπο δεν θα μπορούσε να έχει στο επίδικο δάνειο. Το αποτέλεσμα της επιστολής τερματισμού ήταν η αύξηση του πρόσθετου επιτοκίου σε 7,75% και δεδομένου ότι δύο ημέρες προηγουμένως το Euribor ενός μηνός ήταν 0,402% το συνολικό επιτόκιο ανήλθε σε 8,152%. Στην παρ.Δ(γ) της επιστολής έγκρισης αναφέρεται ότι: «Σε περίπτωση τυχόν ... καθυστέρησης πληρωμής υποχρεώσεων τακτής λήξεως θα υπάρξει πρόσθετη επιβάρυνση προς 5% (πέντε τοις εκατόν) το χρόνο επί του ποσού ... του ληξιπρόθεσμου ποσού». Ωστόσο, η Τράπεζα δεν χρέωσε τέτοια πρόσθετη επιβάρυνση. Η. Άλλες χρεώσεις Οι συνολικές χρεώσεις, πέραν των τόκων, συμποσούνται σε €1.849,46 και δεδομένου του ποσού της αξίωσης, τουλάχιστον μέρος τους δεν έπρεπε να αφεθεί να παραμείνει ως επίδικο ζήτημα. Αναμένεται μεγαλύτερος σεβασμός στο δικαστικό χρόνο. Αναφέρεται στον όρο 9(ί) της Βασικής Συμφωνίας ότι: «Σε περίπτωση καθυστερήσεως στην πληρωμή από τον πελάτη οποιουδήποτε ποσού δόσεως ή οποιουδήποτε ποσού κεφαλαίων, τόκων, προμηθειών, δαπανών κάθε φύσεως ή εξόδων οποιασδήποτε χορήγησης, οποιοδήποτε πιο πάνω καθυστερούμενο ποσό Θα χρεώνεται κατά την κρίση της Τράπεζας με επιβάρυνση καθυστέρησης». Στην επιστολή έγκρισης, παρ.Δ(δ) αναφέρεται ότι: «Για τις τυχόν λοιπές επιβαρύνσεις με άλλα έξοδα / δικαιώματα επισυνάπτεται πίνακας στον οποίο αναγράφονται οι σχετικές περιπτώσεις. Σε περίπτωση αναθεώρησης του πίνακα Θα υπάρξει σχετική ενημέρωση σας». Ο επισυναπτόμενος πίνακας τιτλοφορείται «Πίνακας Χρεώσεων Λογαριασμών» και προσυπογράφεται από την Τράπεζα και την Εναγόμενη
- Στο τέλος αναφέρει: «Για λοιπές χρεώσεις προμηθειών / εξόδων που αφορούν και σε διαμεσολαβητικές εργασίες, βλέπετε το αναλυτικό τιμολόγιο βασικών Εργασιών της Τράπεζας». Η Θεμιστοκλέους παρουσίασε το Τιμολόγιο Βασικών Εργασιών της Τράπεζας που εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2008, τον Ιούνιο του 2008 και τον Δεκέμβριο του 2009 (Τεκμ.26). Για το πρώτο, που ήταν το μόνο που υφίστατο κατά το χρόνο σύναψης του επίδικου δανείου, ανάφερε πως ήταν τοποθετημένο σε περίοπτη θέση στην Τράπεζα, αλλά δεν γνωρίζει κατά πόσο υποδείχθηκε στους Εναγόμενους κατά τη σύναψη του δανείου. Η πρακτική ήταν να επιδεικνύεται αλλά, εφόσον δεν ήταν παρούσα, δεν μπορούσε να μαρτυρήσει θετικά επί τούτου. Ακόμα και αν το ισχύον Τιμολόγιο Βασικών Εργασιών της Τράπεζας ενσωματώθηκε στη Συμφωνία Δανείου, καμιά μαρτυρία δεν προσφέρθηκε ότι οιοδήποτε μεταγενέστερο τέτοιο τιμολόγιο γνωστοποιήθηκε στους Εναγόμενους. Για τον Πίνακα Χρεώσεων Λογαριασμών αναφερόταν ότι σε περίπτωση αναθεώρησης του θα υπήρχε σχετική ενημέρωση και ανάλογη ενημέρωση αναμενόταν στην περίπτωση που θα υπήρχε αναθεώρηση του τιμολογίου βασικών εργασιών της Τράπεζας. Ποσό €25,50 αφορά σε τρεις επιστολές προς €8,50 εκάστη, ενώ ποσό €23,71 αφορά σε έξοδα έκδοσης καταστάσεων λογαριασμού. Αυτά καλύπτονται από τον Πίνακα Χρεώσεων Λογαριασμών. Για τη χρέωση των €217,35 την 10.12.2010 αναφέρεται «Χρέωση εξόφληση ακινήτου αρ. εγ.». Για τη χρέωση των €316,35 την 13.2.2012 αναφέρεται «χρέωση settl. Inv. No. 1340/19.12». Δεν δόθηκαν περαιτέρω εξηγήσεις από τους μάρτυρες, που, σημειωτέο δεν αντεξετάστηκαν σχετικά. Εφόσον αυτά δεν αμφισβητήθηκαν κρίνεται ότι για να καταχωριστούν στις καταστάσεις λογαριασμού ήταν δικαιολογημένα. Ποσό €1.265 αφορά σε έξοδα καθυστερήσεων. Αρχικά χρεώνονταν €15 και στη συνέχεια €35 το μήνα από 30.9.2009 μέχρι και τον τερματισμό. Τα έξοδα αυτά χρεώθηκαν στη βάση των αναφερομένων χρεώσεων στο Τιμολόγιο Βασικών Εργασιών της Τράπεζας του Ιουνίου του
- Όμως, ανάλογη πρόνοια δεν υπήρχε στο Τιμολόγιο Βασικών Εργασιών της Τράπεζας του Ιανουάριου του
- Είναι συνεπώς η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Τράπεζα δεν δικαιούτο στη χρέωση αυτών των εξόδων. Οι χρεώσεις καθυστερήσεων είναι διάσπαρτες στις καταστάσεις λογαριασμού και από της επιβολής τους χρεώνονταν με τόκο. Είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να υπολογίσει τους επιβληθέντες τόκους επί των χρεώσεων των καθυστερήσεων. Η όποια δυσκολία στον καθορισμό του ποσού που πρέπει να αφαιρεθεί δεν συνιστά δικαιολογία για το Δικαστήριο να αποστεί του καθήκοντος του να απονέμει δικαιοσύνη. Θα ήταν ό,τι καλύτερο εάν η Τράπεζα παρουσίαζε αναδομημένους λογαριασμούς που να καλύπτουν την κάθε ενδεχόμενη κατάληξη του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους το Δικαστήριο οφείλει να πράξει ό,τι καλύτερο ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη, διασφαλίζοντας ότι δεν θα προκληθεί βλάβη στα συμφέροντα του διαδίκου που δεν είναι υπαίτιος για την παράλειψη. Αναμφίβολα, η αφαίρεση €1500 από το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την 4.5.2012 καλύπτει τα ποσά των χρεώσεων καθυστερήσεων και τους επιβληθέντες σε αυτά τόκους. Θ. Καταχρηστικοί Οροι Εγείρεται ζήτημα κατά πόσο οι πρόνοιες δυνάμει των οποίων παραχωρείτο στην Τράπεζα το συμβατικό δικαίωμα να διαφοροποιήσει το επιτόκιο ή οιαδήποτε από αυτές συνιστούσε καταχρηστική ρήτρα στην έννοια του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή την 7.3.2008 (Σήμερα οι περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμοι του 1996 έως 2016). Η νομοθεσία, ως ίσχυε, περιλάμβανε και τις τροποποιήσεις που είχαν εισαχθεί με τους νόμους αρ.69(Ι) του 1999 και 95
(1)του
- Η Βασική Συμφωνία αναφέρει (όρος 23) ότι: «Η Συμφωνία αυτή δεν υπόκειται στις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου που αφορά καταναλωτές». Εάν η Συμφωνία Δανείου εμπίπτει στις πρόνοιες της νομοθεσίας η πιο πάνω πρόνοια δεν θα μπορούσε να θέσει εκτός εφαρμογής τις διατάξεις του Νόμου. Η νομοθεσία αφορά συμβάσεις στις οποίες το ένα μέρος είναι καταναλωτής και καταναλωτής στην έννοια της νομοθεσίας μπορεί να είναι μόνο φυσικό πρόσωπο. Επομένως, καθ ' όσον αφορά τις Εναγόμενες 1 και 4 Εταιρείες η νομοθεσία δεν εφαρμόζεται. Η εφαρμογή του νόμου μπορεί να εξεταστεί μόνο αναφορικά με τους Εναγόμενους 2 και
- Εγείρεται ερώτημα κατά πόσο σύμβαση εγγύησης μπορεί αυτοτελώς να εξεταστεί κατά πόσο καλύπτεται από το νόμο ή κατά πόσο ο εγγυητής μπορεί να επωφεληθεί των προνοιών του νόμου μόνο κατ' ακολουθία ευρήματος ότι ο πρωτοφειλέτης είχε συμβληθεί ως καταναλωτής. Οι συμβάσεις εγγύησης δεν αποκλείονται ρητά (άρθρο 2), αλλά διάφορες πρόνοιες της νομοθεσίας παρουσιάζονται ασυμβίβαστες με κάτι τέτοιο. Σε κάθε περίπτωση, για να θεωρείται ότι το υπόψη φυσικό πρόσωπο ήταν καταναλωτής, θα πρέπει αυτό, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του. Έχει, συνεπώς, σημασία η ιδιότητα κάτω από την οποία οι Εναγόμενοι 2 και 3 προσχώρησαν στη Συμφωνία Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως με την Τράπεζα. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν διευθυντές της Εναγόμενης
- Δεν ήταν μέτοχοι της. Μέτοχος της Εναγόμενης 1 ήταν η Εναγόμενη 4 (βλ. Τεκμ.15). Ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν ούτε μέτοχος της Εναγόμενης 4 (βλ. Τεκμ.16). Είναι πρόδηλο ότι ο λόγος για τον οποίο οι Εναγόμενοι 2 και 3 προσχώρησαν στη Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης με την Τράπεζα ήταν γιατί αμφότεροι ήταν διοικητικοί σύμβουλοι της Εναγόμενης 1 και δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ότι ενεργούσαν για σκοπούς οι οποίοι ήταν άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης τους. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η σχετική νομοθεσία δεν τυγχάνει εφαρμογής ούτε στην περίπτωση των Εναγόμενων 2 και
- I. Η Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 4 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €2.184.046,78 με τόκο προς 8,152% από 4.5.2012 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, την 30.6 και την 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα για την εκποίηση της υποθήκης Υ1480/2008 της Εναγόμενης 1 προς ικανοποίηση της απαίτησης της Eνάγουσας, σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου και του Εγγράφου Υποθήκης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 4 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η απαίτηση εναντίον του Εναγόμενου 3 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου 3 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........................ Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο