ΙΩΑΝΝΑ ΙΩΑΚΕΙΜ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 718/2015, 16/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A208 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 718/2015 Μεταξύ: ΙΩΑΝΝΑ ΙΩΑΚΕΙΜ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Ενάγουσας - και - ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ PRIME INSURANCE COMPANY LTD Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 16/12/2016 Αίτηση τροποποίησης έκθεσης υπεράσπισης ημερομηνίας 20/10/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τις Αιτήτριες / Εναγόμενες: κα Ευριδίκη Κτωρίδου Ελευθερίου για την Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση / Ενάγουσα: κα Χριστίνα Μιλή για την Κενδέας Α. Σέργης Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ολοκλήρωση της δικογραφίας - γενικά. 1. Το εγερθέν, προς εξέταση ζήτημα, σε αυτή την υπόθεση, είμαι άμεσα συνυφασμένο με την σχετικά πρόσφατη τροποποίηση της Διαταγής 30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενοι «οι Θ. Π. Δ.»), δια της οποίας έχει εισαχθεί πλέον στο νομικό μας σύστημα, η διαδικασία ταχείας εκδίκασης αγωγών, το αντικείμενο των οποίων είναι μέχρι €3.000. Η κλήση για οδηγίες και ο σκοπός της διαχρονικά - γενικά. 2. Μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας, ως έχει προαναφερθεί, σύμφωνα με την διαδικασία που ίσχυε (και εξακολουθεί να τυγχάνει εφαρμογής για συγκεκριμένες υποθέσεις), πριν την σχετικά πρόσφατη τροποποίηση της σχετικής Δ.30 των Θ. Π. Δ. (για πρώτη φορά) την 26/09/2014 (αναφορά στις τροποποιήσεις της γίνεται στην συνέχεια), και εντός περιόδου δέκα ημερών, γεννάτο η υποχρέωση του ενάγοντα να εκδώσει κλήση για οδηγίες («to take out a summons for directions»), τεθείσα / επιστρεπτέα («returnable») ενώπιον του Δικαστηρίου προς εξέταση εντός περιόδου που δεν εδύνατο να ήταν ολιγότερη των τεσσάρων ημερών. Αποτυχία του ενάγοντος να το πράξει, έδιδε την ευχέρεια στον εναγόμενο (ή σε οποιοσδήποτε από τους εναγομένους, εάν ήταν περισσότεροι του ενός), να το πράξει, ή διαζευκτικά, να αιτηθεί από το Δικαστήριο την απόρριψη της Αγωγής, επί τίνος ο Δικαστής μπορούσε, είτε να απορρίψει την Αγωγή, είτε να διαχειριστεί την σχετική αίτηση ως αν να ήταν κλήση για οδηγίες (βλ. κ. 7 της Δ.30 των Θ. Π. Δ.). 3. Οι πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ. εφαρμόζονταν σε όλες τις Αγωγές που άρχιζαν με κλητήριο ένταλμα («writ of summons»), εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων. 4. Η κλήση για οδηγίες, αποσκοπούσε στο να δώσει την ευκαιρία στο Δικαστήριο να εξετάσει την προετοιμασία των διαδίκων για την εκδίκαση της υπόθεσης, ούτως ώστε: (
- i)όλα τα ζητήματα τα οποία θα έπρεπε ή θα μπορούσαν να εξεταστούν ενδιάμεσα πριν από την δίκη και εξακολουθούσαν να παραμένουν ανεπίλυτα, να εξετάζονταν κατά την διάρκεια μίας και μόνον συνεδρίασης του Δικαστηρίου (επικράτησε στο Ηνωμένο Βασίλειο, περιγραφικά, ο όρος «stocktaking»), και όπως (
- ii)κατά την διάρκεια της ίδιας αυτής συνεδρίασης του Δικαστηρίου, να εδίδοντο τέτοιες οδηγίες προς τον καθορισμό της πορείας της διαδικασίας μεταγενέστερα, για σκοπούς του όσο το δυνατό καλύτερου προγραμματισμού της δίκης, προς εξασφάλιση της δικαιότερης, ταχύτερης και οικονομικότερης διεκπεραίωσης της. 5. Χαρακτηριστικά, εν προκειμένω, είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από το Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 661, και Annual Practice του 1966, Τόμος 1, σελ. 540, αντίστοιχα, στα οποία καταγράφονται οι από το 1954 και 1964, αντίστοιχα, τροποποιήσεις της αντίστοιχης της Δ.30 των Θ. Π. Δ., O. 30 [[i]] και μεταγενέστερα O. 25 των αγγλικών Civil Procedure Rules, ένεκα των σχετικών εισηγήσεων της έκθεσης Evershed που είχε προηγηθεί. Σκοπός, που, ως διαφαίνεται και από τα όσα εν συνεχεία αναφέρονται στην απόφαση μου αναφορικά με το ενδιάμεσο αυτό στάδιο της διαδικασίας, παρά τις όποιες διαφορετικές τροποποιήσεις της σχετικής Δ.30 των Θ. Π. Δ., εξακολουθεί, κατά πολύ, να είναι ο ίδιος. 6. Εν προκειμένω, στο Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 661, αναφέρονται τα εξής: «General Note on the Order.—The Order is entirely new and has been made as a result of the recommendations of the Evershed Report. The principal intention of those recommendations was that there should be a thorough stocktaking relating to the issues in an action and the manner in which the evidence should be presented at a trial with a view to shortening the length of the trial and saving costs generally. It was recommended that this stocktaking should take place except in certain forms of action, at a late stage of the proceedings after completion of discovery and inspection of documents. The Order as made has gone further than the recommendations by strengthening the summons and providing that the summons for directions shall be issued at an early stage of the proceedings. The purpose of this is that all interlocutory applications, so far as possible, shall be dealt with on that summons, and so the costs incurred by more than one application will be saved. It has the further advantage that considerable costs may be saved in many actions by the order for directions limiting the scope of the discovery, and in some cases directing that there shall be no discovery of documents at all. Upon the first hearing of the summons one of the matters to be considered is the question of what, if any, discovery and inspection of documents is necessary in the action. If no general or substantial discovery of documents is necessary all the matters arising on the summons can probably be decided and full directions for the trial given. If, however, substantial discovery of documents is ordered, an order will be drawn up relating to that and as many other matters as it is reasonable in the circumstances to include, and the summons will then be directed to stand adjourned until after completion of discovery and inspection of documents. In these latter cases the final stocktaking will be dealt with at the stage intended by the recommendations of the Eversbed Report.». 7. Στο δε Annual Practice του 1966, Τόμος 1, σελ. 540 καταγράφονται, σχετικά, τα εξής: «This order replaces the former O. 30 which was itself entirely new when made in 1954 ... as a result of the recommendations of the Evershed Report. The principal intention of those recommendations was that there should be a thorough stocktaking relating to the issues in an action and the manner in which the evidence should be presented at a trial with a view to shortening the length of the trial and saving costs generally. It was recommended that this stocktaking should take place except in certain forms of action, at a late stage of the proceedings after completion of discovery and inspection of documents. The former O. 30 did not follow this recommendation, for it had provided that the summons for directions was to be issued after the close o pleadings but before discovery had taken place. This new O. 25, however, indirectly embody the recomendation that the summons for directions shoyld be issued after discovery, for it provides for the issue of the summons one month after the close of pleadings or 14 days after any extended time for discovery. The result is that by the time of this first hearing of the summons, the parties should normally have completed their discovery, and this should enable the parties to fulfil their duties under r. 6, infa, to assist the Court to make a really thorough stocktaking of the action, and to enable the Court to exercise its robust power, particularly under rr. 3 and 4, infa. It should also enable the parties to reduce the number and scope of interlocutory applications, such as those for further and better particulars, for interrogatories, and further discovery. In this way, the new O. 25 has considerably strengthened the summons for directions and it should have the advantage of disposing of actions with grater expedition and a considerable saving of costs.». 8. Ο σκοπός και το πνεύμα της Δ.30 των Θ. Π. Δ., εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Fredie Eleftheriades a. o. v Christos Mavrellis a. o.
(1985)1 Α.Α.Δ. 436, στην οποία είχε εγερθεί ζήτημα κατά πόσο διατάγματα που είχε εκδώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ρυθμιστικά της διαδικασίας στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών, λανθασμένα εκδόθηκαν και ότι η σχετική δράση του Δικαστηρίου, εξέπιπτε του διαιτητικού του ρόλου. Στην ομόφωνη απόφαση του Εφετείου, που δόθηκε από τον έντιμο Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Γ. Μ. Πική, να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων και τα εξής: «I find the suggestion that the Court descended into the, arena of litigation by indicating that defence to counterclaim may properly be amended to include allegations of forgery is wholly misconceived. It is based on an erroneous view of the role of the Court at the preliminary stage of issuing directions for the definition and elucidation of the issues in dispute. At that stage the Court is not adjudicating on the merits of the case, it is concerned to pave the way for the trial by ensuring that the issues are properly elicited so that the Court may ultimately resolve the dispute of the parties in the proper context. The powers vested in the Court under Ord. 30 are purposely wide to afford the Court freedom to achieve the above ends. The order is largely fashioned on the corresponding provisions of Ord. 30 of the old English Rules of the Supreme Court. As explained in the White Book the provisions of. Ord. 30 are designed to make possible at the stage of summons for directions the resolution of as many interlocutory matters as it is feasible, an objective within the contemplation of the Evershed Committee that recommended, its, introduction. ....................................................................................................................................................... The role of a Judge under The adversarial system of the common Law is that of an impartial arbiter; in the discharge of his adjudicative duties, he must distance himself from the arena of litigation. This role is in no way cornpromised by ensuring that the dispute is properly defined before the Court. In matters of procedure and practice, the Court has wide discretion in exercise of its powers to regulate proceedings before it. It is perfectly legitimate for the Court, both under the rules and in exercise of inherent powers, to regulate proceedings before it, for the Court to issue all necessary directions in order to make possible adjudication upon the substance of the case. The trial should centre on the substantive dispute of the parties, if justice is to be done. Procedural irregularities should, so far as possible, be remedied before the trial so that adjudication on the merits is not deflected by procedural side issues. Ord. 30 specifically aims to institutionalize the exercise of this jurisdiction of the Court; r. 2(g) in particular confers power to make any order with respect to the proceedings that seems necessary or desirable with a view to saving time and expense. Consequently, we dismiss the submission that the trial Judge transgressed the limits of his discretion by indicating readiness to allow an amendment of the defence to counterclaim, by inclusion of, allegations of forgery. As earlier explained, it is desirable at the summons for directions stage to, deal with as many interlocutory matters as possible, preparing thereby the ground for the speedy progress of the action to trial. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 9. Το ιδιόμορφο της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών, που άπτεται, ως έχει προαναφερθεί, του σκοπού που αυτή δικονομικά εξυπηρετεί, επαναλήφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ευδόκιος Σάββα ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ. (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146, στην οποία μάλιστα ξεκαθαρίστηκε, ότι, ένεκα ακριβώς του λόγου ότι, η κλήση για οδηγίες, συνιστά ειδικό δικονομικό μέτρο, το περιεχόμενο του οποίου διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ., αυτή εξαιρείται από την Δ.48 κ. 2 των Θ. Π. Δ.
- Με τους περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 και περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26/09/2014, 06/02/2015 και13/05/2015 αντίστοιχα, η προαναφερόμενη Δ.30 των Θ. Π. Δ., κατ' ενάσκηση των εξουσιών που παρέχονται στο Ανώτατο Δικαστήριο από το Άρθρο 163 του Συντάγματος και το Άρθρο 17 των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 1991, «ανασχεδιάστηκε» από το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι τροποποιήσεις της, στοχεύουν, ως διαφαίνεται και από την γενικής εφαρμογής πρόνοια του κ. 9 της τροποποιηθείσας Δ.30 των Θ. Π. Δ., στο να καταστήσουν πιο δίκαιη, ταχύτερη και ανέξοδη την διαδικασία εκδίκασης μίας υπόθεσης. Κατά πρώτον, με το να περιορίσουν τον αριθμό των ενδιάμεσων αιτήσεων, ή, εν πάση περιπτώσει, με το να επιβάλουν την υποβολή τους σε ένα σχετικά ώριμο, και από αυτή την άποψη, κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, δια της παροχής μίας διαδικασίας ανασκόπησης πριν η αγωγή οδηγηθεί στην ακρόαση της, μέσα από την οποία το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια, πέραν από την εξέταση των όποιων αιτημάτων των διαδίκων, ακριβώς προς επίτευξη του προαναφερόμενου σκοπού, αυτεπάγγελτα, να εκδώσει και όποια άλλα διατάγματα ρυθμιστικά της διαδικασίας κρίνει απαραίτητα. Και, κατά δεύτερον, με το να παράσχουν στο Δικαστήριο τον ρόλο διαχείρισης της υπόθεσης ως προς τον τρόπο εκδίκασης της (ειδικότερα ως προς τον τόπο παρουσίασης της μαρτυρίας). Αυτός ήταν διαχρονικά και εξακολουθεί να είναι ο σκοπός της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών από το Δικαστήριο δυνάμει της Δ.30 των Θ. Π. Δ. και μέσα από το πνεύμα αυτού του σκοπού πρέπει να αντικρίζεται και η εφαρμογή του, τόσο από το Δικαστήριο που έχει το καθήκον εφαρμογής της, όσο και από τους διαδίκους που έχουν υποχρέωση υποβοήθησης του στην εξάσκηση των εξουσιών του κατά την εφαρμογή της. Οι πρόνοιες της «νέας» Δ.30 των Θ. Π. Δ., οι οδηγίες του Δικαστηρίου μέχρι στιγμής και πως όλα αυτά συμπλέκονται με το ζήτημα της αιτούμενης τροποποίησης στην υπόθεση αυτή.
- Σύμφωνα με τον κ. 1(α) της Δ.30 των Θ. Π. Δ.: «
- (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός τριάντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στην περίπτωση, μάλιστα, κατά την οποία, ο ενάγοντας δεν ενεργήσει κατά τα διαλαμβανόμενα του εν λόγω κ. 1(α) της Δ.30 των Θ. Π. Δ., σύμφωνα με τον κ. 1(γ) της ίδιας διαταγής, παρελθούσης και της προθεσμίας που δίδεται στον εναγόμενο διάδικο να τον ειδοποιήσει για την εν λόγω παράλειψη του, ώστε, ο πρώτος, να ενεργήσει προς την έκδοση κλήσης για οδηγίες (ήτοι, περαιτέρω προθεσμίας 30 ημερών), η αγωγή θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και πρέπει να απορρίπτεται από το Δικαστήριο, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα ως θα είναι η περίπτωση. Οι έννοιες «ενάγοντας» και «αγωγή» για σκοπούς εφαρμογής του εν λόγω κ. 1(γ), ως διευκρινίζεται από τον ίδιο τον κανονισμό, καλύπτουν και τον ανταπαιτούντα διάδικο, και, αναλόγως, την ανταπαίτηση.
- Στην προκείμενη περίπτωση, δυνάμει κλήσης που εξέδωσε η Ενάγουσα, βάσει της προαναφερόμενης της «νέας» Δ.30 των Θ. Π. Δ. ([1]), το Δικαστήριο, την 11/05/2016, δυνάμει των προνοιών του κ. 5
(1)αυτής, αφού άκουσε τις σχετικές με το ζήτημα παραστάσεις των δικηγόρων των διαδίκων, εξέδωσε τις ακόλουθες οδηγίες, ρυθμιστικές τις διαδικασίας εκδίκασης της: «Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη του (α) τις δηλώσεις των δικηγόρων των διαδίκων ως προς τον αριθμό των μαρτύρων που προτίθενται να καλέσουν προς υποστήριξη της υπόθεσης των εντολέων τους, (β) τον χρόνο που, κατά την εισήγηση τους αλλά και ως αντικειμενικά μπορεί να υπολογιστεί, η σχετική μαρτυρία χρειάζεται για να ετοιμαστεί και (γ) τα ιδιαίτερα δεδομένα αυτής της υπόθεσης, ως αποκαλύπτονται από την δικογραφία και το σχετικό με αυτήν βάρος απόδειξης, εκδίδει τις ακόλουθες Οδηγίες, ως προς την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας μεταξύ των διαδίκων: Α. (α). Εκδίδεται διάταγμα καταχώρισης εγγράφως της προτιθέμενης προς παρουσίαση μαρτυρίας από πλευράς του Ενάγοντα, το αργότερο εντός 45 ημερών από σήμερα (Δ.30, κ. 5
(1)των Θ. Π. Δ.) από την λήξη της προαναφερόμενης προθεσμίας των 45 ημερών που δόθηκε σε ότι αφορά το ζήτημα της αποκάλυψης και επιθεώρισης εγγράφων. Αναμένεται, σε ότι αφορά την γραπτή μαρτυρία, συμμόρφωση (στο βαθμό που εδώ αναλογεί) με τις πρόνοιες της Δ.30, κ. 5
(5)των Θ. Π. Δ. (β). Η επίδοση ολόκληρης της προτιθέμενης προς παρουσίαση μαρτυρίας της Ενάγουσας στους αντίδικους Εναγομένους, αφού καταχωρηθεί, θα πρέπει να επιδοθεί το αργότερο εντός της περιόδου που έχει δοθεί για την καταχώριση της. Β. (α). Εκδίδεται διάταγμα καταχώρισης της προτιθέμενης προς παρουσίαση μαρτυρίας από πλευράς των Εναγομένων, το αργότερο εντός 45 ημερών από την ημερομηνία που θα επιδοθεί σε αυτούς η μαρτυρία που θα έχει καταχωρηθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης της Ενάγουσας. Αναμένεται, σε ότι αφορά την γραπτή μαρτυρία, συμμόρφωση (στο βαθμό που εδώ αναλογεί) με τις πρόνοιες της Δ.30, κ. 5
(5)των Θ. Π. Δ. (β). Η επίδοση ολόκληρης της προτιθέμενης προς παρουσίαση μαρτυρίας των Εναγομένων στην αντίδικο Ενάγουσα, αφού καταχωρηθεί, θα πρέπει να επιδοθεί το αργότερο εντός της περιόδου που έχει δοθεί για την καταχώριση της. Γ. Δυνάμει των προνοιών της Δ.30, κ. 6 των Θ. Π. Δ., η ακρόαση της υπόθεσης αυτής, θα διεξαχθεί στη βάση των μαρτυριών που θα έχουν κατατεθεί από κάθε πλευρά στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, αφού προηγουμένως έχει ακούσει και τις εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων ως προς το θέμα των αγορεύσεων, προγραμματίζει την υπόθεση για Ακρόαση, για τις Τελικές τους Αγορεύσεις, οι οποίες στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να είναι γραπτές, την 16/12/2016 και ώρα 10:30 π.μ.».
- Πριν οτιδήποτε άλλο, πρέπει να σημειωθεί επίσης, καθότι σχετίζεται άμεσα με το υποβληθέν υπό κρίση αίτημα των Εναγομένων, ότι, κατά την αμέσως προηγούμενη συνεδρίαση του Δικαστηρίου για την υπόθεση αυτή, όταν η σχετική κλήση για τις οδηγίες του ήταν για πρώτη φορά επιστρεπτέα την 26/02/2016, το Δικαστήριο, είχε, δυνάμει των προνοιών της Δ.30, κ. 3(α) των Θ. Π. Δ., έχοντας πρώτα ακούσει σχετικά τους συνηγόρους των διαδίκων, εκδώσει το εξής διάταγμα: «Δυνάμει των προνοιών της Δ.28, κ. 1 των Θ. Π. Δ., εκδίδεται γενικό διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων, εκατέρωθεν και μεταξύ των διαδίκων. Σχετικές ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων δυνάμει της Δ.28, κ. κ. 1 και 2 των Θ. Π. Δ. να καταχωρηθούν εντός 30 ημερών από σήμερα. Η υπόθεση ορίζεται για έκδοση οδηγιών ως προς τη μαρτυρία που θα προσαχθεί από κάθε διάδικο, σε χρόνο, ώστε, οι διάδικοι να έχουν το περιθώριο, σε περίπτωση που σε σχέση με τα έγγραφα που θα αποκαλυφθούν, δεν εγείρεται οποιαδήποτε ένσταση προς την προσαγωγή τους προς επιθεώρηση, να ακολουθηθεί η διαδικασία δυνάμει της Δ.28 των Θ. Π. Δ. για την επιθεώρηση τους.».
- Αυτό, σημειώνεται, ήταν και το μοναδικό διάβημα, που, διαδικαστικά, πριν από την δίκη, οι διάδικοι θεώρησαν αναγκαίο, και το οποίο, αμφότεροι, είχαν προωθήσει δια της συμπερίληψης του στο Παράρτημα που κάθε ένας από αυτούς καταχώρησε στο Δικαστήριο, προς τον σκοπό της διαδικασίας έκδοσης των οδηγιών του Δικαστηρίου.
- Εντούτοις, και επειδή αμφότεροι οι διάδικοι δεν είχαν συμμορφωθεί με την προαναφερόμενη διαταγή του Δικαστηρίου, την 23/06/2016, που η κλήση για οδηγίες είχε οριστεί επιστρεπτέα από το Δικαστήριο προς τον σκοπό έκδοσης των οδηγιών του ως προς την μαρτυρία που κάθε διάδικος θα παρουσίαζε στο Δικαστήριο κατά την δίκη, το Δικαστήριο, είχε, δυνάμει των προνοιών της Δ.30, κ. 9(α) των Θ. Π. Δ., έχοντας πρώτα ακούσει σχετικά τους συνηγόρους των διαδίκων (που υπέβαλαν σχετικό αίτημα), εκδώσει το εξής διάταγμα: «Ο χρόνος αποκάλυψης εγγράφων από πλευράς των διαδίκων, παρατείνεται για περίοδο 30 ημερών από σήμερα. Οι προθεσμίες που εν συνεχεία τίθενται, λαμβάνουν υπόψη και την εξής περαιτέρω πρόνοια. Σε περίπτωση που σε σχέση με τα έγγραφα που θα αποκαλυφθούν, δεν εγείρεται οποιαδήποτε ένσταση προς την προσαγωγή τους προς επιθεώρηση, να ακολουθηθεί η διαδικασία δυνάμει της Δ.28 των Θ. Π. Δ. για την επιθεώρηση τους (και την λήψη αντιγράφων) εντός περαιτέρω περιόδου 15 από την λήξη της προαναφερόμενης προθεσμίας που τίθεται για την συμμόρφωση με το εκδοθέν διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων.». Ακολούθως, είχαν δοθεί οι οδηγίες του Δικαστηρίου που έχουν προαναφερθεί, για την παρουσίαση ενόρκως της μαρτυρίας των προσώπων που θα παρουσίαζαν την υπόθεση των διαδίκων κατά την δίκη, που ελάμβαναν υπόψη και τις προαναφερόμενες προθεσμίες που ετέθησαν από το Δικαστήριο προς τους διαδίκους για την συμμόρφωση τους με το εκδοθέν γενικό διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων (βλ. παράγραφο 13 ανωτέρω).
- Η πλευρά της Ενάγουσας, συμμορφώθηκε με το εν λόγω διάταγμα αποκάλυψης με την καταχώριση στο Δικαστήριο σχετικής ένορκης δήλωσης, την 19/07/
- Και εν συνεχεία, την 20/09/2016, η Ενάγουσα, εμπρόθεσμα καταχώρησε και τις δηλώσεις των προσώπων που ορκίστηκαν σε γεγονότα προς υποστήριξη της υπόθεσης της, τις οποίες, ως αποδέχθηκε η συνήγορος των Εναγομένων, παραδόθηκαν στην πλευράς τους αυθημερόν.
- Η πλευρά των Εναγομένων, που, με δεδομένες τις προαναφερόμενες οδηγίες του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/06/2016 και την συμμόρφωση της Ενάγουσας την 20/09/2016, είχε χρόνο μέχρι και την 04/11/2016 να συμμορφωθεί με τις προαναφερόμενες οδηγίες του Δικαστηρίου, δεν το έπραξε. Δεν συμμορφώθηκαν, ούτε με την διαταγή του Δικαστηρίου για γενική αποκάλυψη εγγράφων ενόρκως (το αργότερο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες οδηγίες του Δικαστηρίου, μέχρι και την 25/07/2016), ούτε και με τις οδηγίες του Δικαστηρίου για παρουσίαση ενόρκως της μαρτυρίας των προσώπων που θα υποστήριζαν την υπόθεση τους (ως έχει προαναφερθεί, το αργότερο μέχρι και την 04/11/2016). Η Αίτηση και η ένορκη μαρτυρία που την υποστηρίζει.
- Αντί αυτού, η πλευρά των Εναγομένων, και αφού έλαβε την μαρτυρία που η Ενάγουσα προσέφερε προς απόδειξη της υπόθεσης της από 20/09/2016, την 20/10/2016 καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «
- Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Υπεράσπισης των Εναγομένων ημερομηνίας 16/02/2016 ως ακολούθως: (α) Δια την προσθήκη της ακόλουθης νέας παραγράφου 9 μετά την παράγραφο 8, η οποία θα διαβάζεται ως ακολούθως: "
- Είναι περαιτέρω ισχυρισμός των Εναγομένων ότι συνέπεια της αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του οδηγού του οχήματος με αρ. εγγραφής ΔΟΚΙΜΗ 42-18 και τελικό αρ. εγγραφής ΜΒΚ 603, Αντώνη Φιλίππου, η Εναγόμενη 1 από το επίδικο δυστύχημα έχει υποστεί ειδικές ζημιές τις οποίες θα αξιώσει ανταπαιτητικά. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1
- Ζημιά οχήματος LΑΤ 673, €2.073,03
- Έξοδα Εκτίμησης, €50,00
- Απώλεια χρήσης οχήματος LΑΤ 673, €150,00 ΣΥΝΟΛΟ: €2.273,03 (β) Δια την τροποποίηση της υφιστάμενης παραγράφου 9 σε παράγραφο
- (γ) Δια την προσθήκη της ακόλουθης νέας παραγράφου 11 μετά την υφιστάμενη παράγραφο 9 η οποία θα τροποποιηθεί σε παράγραφο 10, και η οποία θα διαβάζεται ως ακολούθως: "ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ
- Οι Εναγόμενοι για σκοπούς ανταπαίτησης υιοθετούν και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους οι οποίοι περιέχονται στις παραγράφους 1 - 11 της Υπεράσπισης έτσι που να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας ανταπαίτησης και αξιώνουν ανταπαιτητικά από την Ενάγουσα: (Α) Ποσό €2.273,03 ως ειδικές ζημιές. (Β) Νόμιμο Τόκο. (Γ) Έξοδα και Φ. Π. Α."
- Οδηγίες του Δικαστηρίου για καταχώρηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης εντός 15 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος τροποποίησης ή εντός άλλης περιόδου την οποία θα κρίνει πρέπουσα και/ή εύλογη το Σεβαστό Δικαστήριο.
- Οποιαδήποτε άλλη διαταγή το Δικαστήριο κρίνει πρόσφορη υπό τις περιστάσεις.».
- Η Αίτηση βασίζεται: «. στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ 1-5, Δ.48 Θ 1,2
(1),2
(2)και 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.».
- Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Στέλλας Αναστάση, που είναι, ως δηλώνει, υπάλληλος της Εναγομένης 2, ασφαλιστικής εταιρείας, που κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στην Εναγομένη 1, ημερομηνίας 13/10/
- Τα ουσιαστικότερα σημεία της μαρτυρίας της εν λόγω ενόρκως δηλούσας, είναι τα εξής: «
- Στα πλαίσια μελέτης της υπόθεσης, διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής δεν έχει συμπεριληφθεί ο ισχυρισμός ότι λόγω της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας της Ενάγουσας, η Εναγόμενη 1 υπέστη ειδικές ζημιές στο όχημα της.
- Επιπρόσθετα, όπως επίσης με πληροφορούν οι δικηγόροι των Εναγομένων, λόγω του ότι η αγωγή εγέρθηκε εναντίον της Παναγιώτας Χρυσοστόμου ως Εναγόμενης 1 ενώ στο πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος αναγράφεται ως ιδιοκτήτης του οχήματος η Παναγιώτα Σιόμπερ, υπήρξε σύγχυση ως προς την ταυτότητα της παρούσας Εναγόμενης
- Για το λόγο αυτό, χρειάστηκε να διαπιστωθεί κατά πόσο αφορούσε το ίδιο άτομο όπου θα μπορούσε να καταχωρηθεί ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή ή εάν θα έπρεπε να καταχωρηθεί νέα αγωγή εναντίον της Ενάγουσας για την εν λόγω απαίτηση.
- Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε ευθύς ως το καλόπιστο λάθος έγινε αντιληπτό αλλά και σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας, πριν δηλαδή την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης. Περαιτέρω και λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγωγή είναι ορισμένη για Ακρόαση στις 16/12/2016, θεωρώ ότι παρέχεται αρκετός χρόνος στην Ενάγουσα για να προετοιμάσει την υπόθεση της σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η αιτούμενη τροποποίηση.
- Εάν η αιτούμενη τροποποίηση εγκριθεί από το Σεβαστό σας Δικαστήριο και το εν λόγω γεγονός αποδειχθεί στο Δικαστήριο, πιστεύω ειλικρινά ότι θα έχει αποφασιστική σημασία και θα επενεργήσει κατά τρόπο που θα μειωθούν ανάλογα τα οποιαδήποτε ποσά που ενδεχομένως να επιδικαστούν στην Ενάγουσα.
- Η μη συμπερίληψη των αιτούμενων ισχυρισμών στην Υπεράσπιση οφείλεται σε αβλεψία και ειλικρινά πιστεύω ότι είναι απαραίτητη η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης ώστε να συμπεριληφθούν σε αυτήν οι ισχυρισμοί των Εναγόμενων/Αιτητριών.
- Καμία ζημιά δεν θα υποστεί η Ενάγουσα με την έγκριση του αιτούμενου διατάγματος, ή έστω καμία ζημιά μη επανορθώσιμη με τα έξοδα της Αίτησης, αλλά αντίθετα εξυπηρετούνται αφού θα είναι σε θέση να γνωρίζει πλήρως τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης.». Η ένσταση και η ένορκη μαρτυρία που την υποστηρίζει.
- Η Ενάγουσα, καταχώρισε ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας αριθμό λόγων για τους οποίους η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο.
- Αυτοί, έχουν ως εξής: «
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισµών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
- Η αιτούµενη τροποποίηση επηρεάζει δυσµενώς τα δικαιώµατα της ενάγουσας για δίκαιη δίκη αφού έχει ήδη αποπερατώσει την µαρτυρία της υπό την µορφή έγγραφης µαρτυρίας και σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιτρέψει την τροποποίηση δεν θα είναι σε θέση να αντικρούσει τους προβαλλόµενους ισχυρισµούς τους οποίους θέλουν οι αιτητές - εναγόµενοι να προσθέσουν στην υπεράσπισης τους.
- Η αιτούµενη τροποποίηση αν επιτραπεί θα παραβιάσει την αρχή περί ισότητας των όπλων µεταξύ των διαδίκων και θα φέρει την ενάγουσα- καθ' ης η αίτηση σε δυσµενή θέση αφού έχει ήδη αποπερατώσει την δική της µαρτυρία.
- Δεν τηρούνται οι νόµιµες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούµενου διατάγµατος και/ή δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος των αιτητών.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και ανεπίτρεπτη στο παρών στάδιο, αφού καταχωρείται µε µεγάλη καθυστέρηση και µετά την έναρξη της ακροαµατικής διαδικασίας και την ολοκλήρωση της µαρτυρίας της ενάγουσας µε την µορφή έγγραφης µαρτυρίας συµφώνως των οδηγιών του Δικαστηρίου.
- Δεν δικαιολογείται µε οποιοδήποτε τρόπο η καθυστέρηση των αιτητών να αποταθούν στο Δικαστήριο ενωρίτερα, αφού οι ζητούµενοι να προστεθούν µε την αίτηση ισχυρισµοί, ήσαν γνωστοί τους από την καταχώρηση της Υπεράσπισης.
- Η αιτούµενη τροποποίηση δεν βασίζεται σε ύπαρξη νεοδηµιουργηθέντων γεγονότων (nova producta), ούτε σε ύπαρξη νεοανακαλυφθέντων γεγονότων (nova reperta) ή και εν πάση περιπτώσει αφορά γεγονότα που ακόµα και αν δεν ήταν εις γνώση τους εύλογα µπορούσαν να εντοπιστούν από τους εναγόµενους - αιτητές και/ή τους δικηγόρους τους και να συµπεριληφθούν στην έκθεση υπεράσπισης τους από την αρχή και όχι µετά την αποπεράτωση της µαρτυρίας της ενάγουσας.
- Η αίτηση αντίκειται στο άρθρο 30 του Συντάγµατος και ειδικά του δικαιώµατος διεξαγωγής της δίκης µέσα σε εύλογο χρόνο.
- Δεν προβάλλεται κανένας ουσιαστικός ή ικανοποιητικός λόγος ή δικαιολογία η οποία µπορεί να ελεγχθεί για την αληθοφάνεια της, γιατί οι συγκεκριµένοι ισχυρισµοί που επιδιώκονται να προστεθούν στην έκθεση υπεράσπισης δεν έχουν προβληθεί στο παρελθόν αφού τα γεγονότα εις τα οποία στηρίζονται ήταν στην σφαίρα γνώσης των αιτητών.
- Η αιτούµενη τροποποίηση θα επιφέρει ριζική αντικατάσταση και/ή µετατροπή στη φύση και/ή στον χαρακτήρα της υπεράσπισης των εναγοµένων - αιτητών.
- Με την αιτούµενη τροποποίηση επιχειρείται στην ουσία η αντικατάσταση της υφιστάµενης έκθεσης υπεράσπισης και η νέων πραγµατικών ισχυρισµών και/ή γεγονότων και εισαγωγή ανταπαίτησης, οι οποίοι θεµελιώνουν νέα γραµµή υπεράσπισης αποδοχή της οποίας θα σήµαινε την δηµιουργία νέας υπεράσπισης, επαναπροσδιορισµό των επιδίκων θεµάτων και διεύρυνση του νοµικού και πραγµατικού πλαισίου της δίκης.
- Με την σκοπούµενη τροποποίηση και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση υποβολής της αίτησης επιχειρείται η καθυστέρηση και εκτροχιασµός της διαδικασίας και επηρεάζονται δυσµενώς τα δικαιώµατα της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση για ταχεία εκδίκαση της αγωγής και/ή της δίκης σε εύλογο χρόνο εφόσον η ακροµατική διαδικασία έχει ήδη εκκινήσει και η ενάγουσα έχει ολοκληρώσει την µαρτυρία της.
- Οι επιπτώσεις στην Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση από την τυχόν χορήγηση της αιτούµενης τροποποίησης θα είναι δυσµενείς και/ή επηρεάζονται δυσµενώς τα δικαιώµατα και συµφέροντα της καθότι επιχειρείται στην ουσία η εισαγωγή εκτεταµένων πραγµατικών ισχυρισµών και/ή γεγονότων και/ή ανταπαίτησης, οι οποίοι θεµελιώνουν νέα γραµµή υπεράσπισης, η αποδοχή της οποίας θα σήµαινε την δηµιουργία νέας υπεράσπισης, επαναπροσδιορισµό των επίδικων θεµάτων και διεύρυνση του νοµικού και πραγµατικού πλαισίου της δίκης.
- Οι αιτητές διατηρούσαν τη δυνατότητα να προβούν στα αναγκαία δικονοµικά διαβήµατα για τροποποίηση των δικογράφων τους τουλάχιστον πριν από την έναρξη της ακροαµατικής διαδικασίας της αγωγής.
- Με την αίτηση, οι αιτητές επιχειρούν να θεραπεύσουν την ανυπαρξία αγώγιµου δικαιώµατος από µέρους τους.
- Γενικά η αίτηση είναι αντίθετη στους δικονοµικούς θεσµούς, καταχρηστική, κακόπιστη και σκοπό έχει την καθυστέρηση της σύντοµης και εντός ευλόγου χρόνου εκδίκαση της υπόθεσης.».
- Η Ένσταση, βασίζεται: «.στους Περί Πολιτικής Δικονοµίας Διαδικαστικούς Κανονισµούς, Δ.19 Θ.4, Δ.21, Δ.25 1-5 Δ.39, Δ.48 Θ.1 - 7 και 9, το Άρθρο 30 του Συντάγµατος, στη Νοµολογία καθώς επίσης και στις γενικές αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, πρακτικής και συµφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου (inherent jurisdiction).».
- Η Ένσταση, υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της κας Θέκλας Θωμά, ημερομηνίας 01/12/2016, που είναι δικηγόρος, συνεργαζόμενη με την Δ. Ε. Π. Ε. που εκπροσωπεί την Ενάγουσα σε αυτή την Αγωγή. Τα ουσιαστικότερα σημεία της μαρτυρίας της εν λόγω ενόρκως δηλούσας είναι τα εξής: «
- Αρνούµαι το περιεχόµενο των παραγράφων 1, 2, και 3 της ένορκης δήλωσης και αναφέρω περαιτέρω ότι τα πραγµατικά γεγονότα της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα: Α) Η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε στις 22/04/2015 με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο. Στις 12/06/2015 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης υπό των δικηγόρων και των δύο εναγομένων. Στις 23/06/2016 δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο να καταχωρηθεί η μαρτυρία της ενάγουσας και των μαρτύρων της με έγγραφη μορφή μέχρι τις 20/09/2016 και ακολούθως η μαρτυρία των εναγομένων και των μαρτύρων τους μέχρι τις 04/11/
- Β) Στις 20/09/2016 η ενάγουσα καταχώρησε την µαρτυρία της και των µαρτύρων της σε έγγραφη µορφή και ξεκίνησε η ακροαµατική διαδικασία. Ενώ θα έπρεπε συµφώνως των οδηγιών του δικαστηρίου οι εναγόµενοι να καταχωρήσουν την γραπτή τους µαρτυρία µέχρι τις 04/11/2016 στις 2011012016, και µετά την αποπεράτωση της υπόθεσης της ενάγουσας, καταχώρησαν την επίδικη αίτηση τροποποίησης ενώ στο µεταξύ παρήλθε και η προθεσµία που θα έπρεπε να καταχωρήσουν σε έγγραφη µορφή την µαρτυρία τους. Γ) Οι εναγόµενοι - αιτητές επιζητούν διάταγµα του Δικαστηρίου για τροποποίηση µετά από ενάµιση χρόνο από την καταχώρηση της υπεράσπισης τους για γεγονότα τα οποία όπως φαίνεται και στο περιεχόµενο της αιτούµενης τροποποίησης ήταν αδύνατο να µην τα γνωρίζουν ή να µην ήταν στην σφαίρα γνώσης τους τόσο αυτών όσο και των δικηγόρων τους, αφού αφορούσαν την εναγοµένη 1 και ο ισχυρισµός περί σύγχυσης ως προς την ταυτότητα της εναγοµένης 1 δεν είναι ισχυρισµός ο οποίος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και ούτε µπορεί να εξεταστεί για την αληθοφάνεια του και ως τέτοιος θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Αλλά και ακόµα να υπήρχε σύγχυση ως προς το όνοµα της εναγοµένης 1 θα µπορούσε εύκολα να εξακριβωθεί από την καταχώρηση της υπεράσπισης και όχι µετά την πάροδο τόσου µεγάλου χρονικού διαστήµατος. Δ) Είναι φανερό ότι οι εναγόµενοι - αιτητές επέδειξαν µεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης µε αποτέλεσµα να επηρεάζονται τα δικαιώµατα της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση για διεξαγωγή της δίκης µέσα σε εύλογο χρονικό διάστηµα κατά παράβαση του συνταγµατικού δικαιώµατος της που διασφαλίζεται από το άρθρο 30 του Συντάγµατος αλλά και από την Ευρωπαϊκή Σύµβαση Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων. Ε) Οι εναγόµενοι - αιτητές καµία εξήγηση δεν δίδουν εις την ένορκο δήλωση τους για την καθυστέρηση που παρουσιάστηκε στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης µετά από ενάµιση χρόνο για γεγονότα τα οποία ήταν εν γνώσει της εναγοµένης 1 και εύκολα θα µπορούσαν να εξακριβωθούν αφού η αιτούµενη τροποποίηση δεν βασίζεται σε ύπαρξη νεοδηµιουργηθέντων ή νεοαποκαλυφθέντων γεγονότων. ΣΤ) Η σύγχυση περί την ταυτότητας της εναγοµένης 1 νοµολογιακά, δεν µπορεί να αποτελέσει αφ' εαυτής νόµιµο και έγκυρο λόγο για τροποποίηση των δικογράφων, ειδικά όταν η εναγόµενη 1 - αιτήτρια γνώριζε από την αρχή τα γεγονότα πάνω στα οποία επιχειρεί να θεµελιώσει την τροποποίηση της και δεν δίνεται κανένας λόγος για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Η) Με την αιτούµενη τροποποίηση οι εναγόµενοι - αιτητές επιχειρούν στην ουσία την εισαγωγή εκτεταμένων πραγματικών ισχυρισμών και γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν καινούρια υπεράσπιση και ανταπαίτηση η αποδοχή της οποίας από το Δικαστήριο θα σήμαινε την δημιουργία νέας υπεράσπισης, επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και διεύρυνση του νομικού και πραγματικού πλαισίου της δίκης που θα έφερνε σε δυσμενή θέση την πλευρά της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση. Θ) Με την σκοπούµενη τροποποίηση και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση υποβολής της αίτησης επιχειρείται η καθυστέρηση και εκτροχιασµός της διαδικασίας και επηρεάζονται δυσµενώς τα δικαιώµατα της ενάγουσας -καθ' ης η αίτηση για ταχεία εκδίκαση της αγωγής και/ή της δίκης σε εύλογο χρόνο εφόσον η ακροαµατική διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει και η ενάγουσα έχει ολοκληρώσει την µαρτυρία της. Ι) Η αιτούµενη τροποποίηση επηρεάζει δυσµενώς τα δικαιώµατα της ενάγουσας για δίκαιη δίκη αφού έχει ήδη αποπερατώσει την µαρτυρία της υπό την µορφή έγγραφης µαρτυρίας και σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιτρέψει την τροποποίηση δεν θα είναι σε θέση να αντικρούσει τους προβαλλόµενους ισχυρισµούς τους οποίους θέλουν οι αιτητές - εναγόµενοι να προσθέσουν στην υπεράσπισης τους. Κ) Η αιτούµενη τροποποίηση αν επιτραπεί θα παραβιάσει την αρχή περί ισότητας των όπλων µεταξύ των διαδίκων και θα φέρει την ενάγουσα- καθ' ης η αίτηση σε δυσµενή θέση αφού έχει ήδη αποπερατώσει την δική της µαρτυρία.
- Αρνούµαι το περιεχόµενο της παραγράφου 4 της ένορκης δήλωσης και αναφέρω ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε εκκρεµούσης της ακροαµατικής διαδικασίας και µάλιστα µετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την ενάγουσα και εντελώς παραπλανητικά η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση των αιτητών αναφέρει ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε σε πρώιµο στάδιο και πριν την έναρξη της ακροαµατικής διαδικασίας. Η υπόθεση είναι ορισµένη στις 16/12/2016 για τις τελικές αγορεύσεις των διαδίκων και όχι για να αρχίσει η ακροαµατική διαδικασία.
- Θέλω να αναφέρω επίσης ότι οι εναγόµενοι- αιτητές έχουν απολέσει την προθεσµία η οποία δόθηκε στο δικαστήριο για καταχώρηση της έγγραφης µαρτυρίας τους η οποία ήταν µέχρι τις 04/11/2016 και ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να απορρίψει την αίτηση, να εξετάσει την µαρτυρία η οποία δόθηκε από την ενάγουσα και να εκδώσει απόφαση προς όφελος της.
- Αρνούµαι το περιεχόµενο των παραγράφων 5 έως 8 της ένορκης δήλωσης της και αναφέρω ότι η αίτηση αποσκοπεί στην καθυστέρηση και στον εκτροχιασµό της διαδικασίας αφού ακόµα και αν το περιεχόµενο της αιτούµενης τροποποίησης κριθεί από το Δικαστήριο ως νεοδηµιουργηθέν η σχετική αίτηση δεν υποβλήθηκε έγκαιρα αλλά ούτε και δικαιολογείται ο χρόνος ο οποίος παρήλθε µέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης.». Νομική Πτυχή - Τροποποίηση Δικογράφων.
- Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου, απορρέει από τις πρόνοιες της Δ.25, κ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενοι «οι Θ. Π. Δ.»).
- Η εν λόγω Δ.25, κ. 1 των Θ. Π. Δ., επακριβώς, προνοεί: «1.
(1)Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2)Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης• όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σημειώνεται, εδώ, η πρόσφατη τροποποίηση της Δ.25 των Θ. Π. Δ. κατά τα έτη 2014, 2015, για να επισημανθεί, ότι, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, που έχει καταχωρηθεί κατά το έτος 2016, οι πρόνοιες της τροποποιημένης διαταγής, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής. Περαιτέρω, σημειώνεται, ότι, πριν από την τροποποίηση της, η εν λόγω Δ. 25, κ. 1 των Θ. Π. Δ., προνοούσε τα εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Από απλή αντιπαραβολή των προνοιών της Δ.25, κ. 1 των Θ. Π. Δ., ως αυτές είχαν πριν, με αυτές ως διαμορφώθηκαν μετά την τροποποίηση της, είναι εμφανής ο «ανασχεδιαμός» της σε πρόνοιες. Παρατήρησης του Δικαστηρίου, αναγκαία, για να επισημανθεί, ότι, πλέον, σε μεγάλο βαθμό, η μέχρις στιγμής πρακτική των Δικαστηρίων και νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αναπτύχθηκε και σχετίζεται με αυτή και αφορά το δικονομικό διάβημα της τροποποίησης δικογράφων, δεν αντιστοιχεί με τις πρόνοιες της Δ.25, κ. 1 των Θ. Π. Δ., ως έχουν σήμερα.
- Η τροποποίηση δικογράφου, μέχρι και την προαναφερόμενη τροποποίηση της Δ.25 κ. 1 των Θ. Π. Δ., δεν γινόταν αυτοδικαίως από τους διαδίκους. Επρόκειτο, - και πρόκειται για τις περιπτώσεις όπως η παρούσα που η παλαιά Δ.25 των Θ. Π. Δ. εξακολουθεί να εφαρμόζεται -, για ζήτημα, που, το κατά πόσο θα επιτρεπόταν η τροποποίηση δικογράφου, εναπόκειτο, αποκλειστικά, στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι εν λόγω πρόνοιες της «παλαιάς» Δ.25 κ. 1 των Θ. Π. Δ., έτυχαν εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων και οι αρχές που την προσδιόριζαν (και εξακολουθούν να δεσμεύσουν για σκοπούς εφαρμογής της στην κατηγορία υποθέσεων που αυτή εξακολουθεί να εφαρμόζεται), είχαν, πριν από την τροποποίηση της, πλέον αποκρυσταλλωθεί. Βλ. σχετικά τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, United Sea Transport Co ltd v Zakou
(1980)1 C.L.R. 510, Evripidou Andreas and Another v. Panayiota M. Kannaourou
(1985)1 CLR 24, Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd και άλλοι
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, Περκτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 704, Astor Manufacturing & Export Co. και άλλοι ν. Α.G. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλος
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν Επίσημου Παραλήπτη και Έφορου Εταιρειών ως εκκαθαριστή της εταιρείας Always Travel Holidays Ltd και άλλων, Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 211/89, απόφαση ημερομηνίας 08/10/1993, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1.A.A.Δ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1Α.Α.Δ. 560, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ. α. ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ. α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ .237, Genemp Trading Ltd v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1658, Μίκης Αδαμίδης & Σια ν Δ. Κυθρεώτη & Σια κ. α.
(2011)1Γ Α.Α.Δ 2106, Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν Κώστας Γρηγοριάδης & Σια κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817, Kayat Trading Ltd v Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερομηνίας 04/03/2013, Ονούφριος Ιωσιφίδης ν Bernhard Schutle Shipmanagement (Cyprus) Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 239/2011, απόφαση ημερομηνίας 23/10/2013 και Icos Cif Ltd v Martin Cοward κ. α. Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, απόφαση ημερομηνίας 20/03/2014. Στην υπόθεση Περκτιόνη Χρίστου ανωτέρω, το Εφετείο, ανέφερε το εξής, στο οποίο ενθυλακώνεται η όλη ουσία του πως η τροποποίηση δυνάμει της Δ.25 κ. 1 των Θ. Π. Δ. αντιμετωπιζόταν πριν από την τροποποίηση της, βάσει των αρχών που έθεσε η προαναφερόμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.». Πλέον, η Δ.25 κ. 1 των Θ. Π. Δ., έχει δημιουργήσει τρία στάδια, χρονικά στην διαδικασία, που, αναλόγως σε ποιο στάδιο, δικονομικό της διαδικασίας, το αίτημα για την τροποποίηση του δικογράφου υποβάλλεται, εφαρμόζονται διαφορετικά κριτήρια προς εξέταση της εγκυρότητας ή και βασιμότητας του. Τα τρία αυτά στάδια, αντιστοιχούν στα τρία εδάφια του κ. 1 της Δ.25 των Θ. Π. Δ. Σε πρώτο στάδιο, ρυθμίζεται από την Δ.25 κ. 1
(1)των Θ. Π. Δ., το αυτοδίκαιο του ενάγοντος διαδίκου, «να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του». Σε δεύτερο στάδιο, ρυθμίζεται από την Δ.25 κ. 1
(2)των Θ. Π. Δ., το αυτοδίκαιο των διαδίκων «μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30» για τροποποίηση των δικογράφων τους. Σε τρίτο στάδιο, ρυθμίζεται από την Δ.25 κ. 1
(3)των Θ. Π. Δ., ο απόλυτος περιορισμός στην τροποποίηση, οποιουδήποτε δικογράφου, οποιουδήποτε διαδίκου («ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται»), «μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30», «με εξαίρεση»: (α) «το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας», και (β) «τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης». Συνεπώς, αυτή η διακριτική ευχέρεια που το Δικαστήριο είχε δυνάμει των προνοιών της «παλαιάς» Δ.25 κ. 1 των Θ. Π. Δ., σε κάθε στάδιο της διαδικασίας να εξετάζει αιτήματα του είδους και να επιτρέπει την τροποποίηση, «σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών», με εξαίρεση μόνον τις «περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» έχει, σε ότι αφορά τα δύο προαναφερόμενα στάδια της Δ.25 κ. 1[
(1)και
(2)] των Θ. Π. Δ., εντελώς αφαιρεθεί, αφού δεν απαιτείται καν άδεια του Δικαστηρίου για την τροποποίηση, ενώ έχει σημαντικά περιορισθεί σε ότι αφορά το τρίτο στάδιο, που σηματοδοτείται από την έκδοση της κλήσης για τις οδηγίες του Δικαστηρίου (μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας) με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ. Εξέταση της Αίτησης - Τροποποίηση.
- Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό κρίση Αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων, υιοθέτησαν το περιεχόμενο γραπτών αγορεύσεων που παρέδωσαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Με σεβασμό σε αυτές, για χάρη οικονομίας του λόγου και μόνο, θα αποφευχθεί εδώ η καταγραφή των προσεγγίσεών τους. Στα εξεταζόμενα στη συνέχεια θέματα και στην έκταση που αυτό είναι αναγκαίο υπό τις περιστάσεις, θα παρατίθενται οι ανάλογες προσεγγίσεις τους.
- Σε ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο, πέραν των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της Αίτησης και της Ένστασης αντίστοιχα, δεν καταχωρήθηκε από πλευράς των διαδίκων οποιαδήποτε ένορκη δήλωση συμπλήρωσης γεγονότων, ούτε και αιτήθηκε οποιοσδήποτε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων σε σχέση με τους ισχυρισμούς τους, ως έχουν προαναφερθεί.
- Με αυτά ως δεδομένα, προχωρώ στην εξέταση του υποβληθέντος αιτήματος. Από την μαρτυρία που οι Εναγόμενοι παρουσίασαν προς υποστήριξη του αιτήματος τους, είναι εμφανές, ότι, το αίτημα τους, πραγματικά, δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις που καθορίζονται από την Δ.25 κ. 1
(3)των Θ. Π. Δ., δεδομένου και του ότι, η Αίτηση τους, έχει καταχωρηθεί την 20/10/2016, δηλαδή, μετά την έκδοση της κλήσης για τις οδηγίες του Δικαστηρίου σε αυτή την Αγωγή την 26/02/
- Τα γεγονότα, κατ' αρχήν, είναι προφανέστατο, ότι δεν εγείρουν ζήτημα «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας» (η έμφαση είναι δική μου). Ο βασικός ισχυρισμός των Εναγομένων, είναι, ότι, «
- Στα πλαίσια μελέτης της υπόθεσης, διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής δεν έχει συμπεριληφθεί ο ισχυρισμός ότι λόγω της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας της Ενάγουσας, η Εναγόμενη 1 υπέστη ειδικές ζημιές στο όχημα της.
- Επιπρόσθετα, όπως επίσης με πληροφορούν οι δικηγόροι των Εναγομένων, λόγω του ότι η αγωγή εγέρθηκε εναντίον της Παναγιώτας Χρυσοστόμου ως Εναγόμενης 1 ενώ στο πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος αναγράφεται ως ιδιοκτήτης του οχήματος η Παναγιώτα Σιόμπερ, υπήρξε σύγχυση ως προς την ταυτότητα της παρούσας Εναγόμενης
- Για το λόγο αυτό, χρειάστηκε να διαπιστωθεί κατά πόσο αφορούσε το ίδιο άτομο όπου θα μπορούσε να καταχωρηθεί ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή ή εάν θα έπρεπε να καταχωρηθεί νέα αγωγή εναντίον της Ενάγουσας για την εν λόγω απαίτηση.» (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου). Συνεπώς, δεν πρόκειται για λάθος στην σύνταξη της έκθεσης Υπεράσπισης εδώ, αλλά για παράλειψη ισχυρισμού ουσίας. Περαιτέρω, συνδέεται η ισχυριζόμενη ως καλόπιστη «παραδρομή», με το γεγονός ότι, «υπήρξε σύγχυση ως προς την ταυτότητα της παρούσας Εναγόμενης 1». Αυτός ο ισχυρισμός, εκτός του γεγονότος ότι είναι γενικός και αόριστος, σε ότι αφορά το πότε ακριβώς αυτή η σύγχυσης υπήρξε ή και πότε αυτή διαπιστώθηκε, ώστε να ετίθετο ζήτημα επίλυσης της, και από ποιόν ή και μεταξύ ποιών, δεν είναι αρκετά ισχυρός ώστε να με ικανοποιήσει για το βάσιμο του αιτήματος, αφού, αφήνει ανοικτό για το Δικαστήριο να συμπεράνει (και όντως, δεν μπορεί διαφορετικά), ότι, αυτά όλα τα γεγονότα που αφορούν, τόσο την ταυτότητα της Εναγομένης 1, όσο και την ισχυριζόμενη ζημιά της Εναγομένης 1 από το δυστύχημα, που ως δικογραφείται στην έκθεση υπεράσπισης της Ενάγουσας έλαβε χώρα την 28/03/2014, ήταν υπαρκτά κατά την λήψη των οδηγιών των συνηγόρων των Εναγομένων (έχουν σημειώνεται, κοινή υπεράσπιση οι Εναγόμενοι) και μπορούσαν εύλογα και κανονικά (ως τεκμαίρεται ότι κανονικά γίνεται κατά την λήψη οδηγιών για την εκπροσώπηση ενός διαδίκου) να είχαν διερευνηθεί. Αν όχι τότε, τουλάχιστον κατά το στάδιο που ετοιμαζόταν το δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης τους και κανονικά η υπόθεση πρέπει να είχε και τότε εξεταστεί σε βάθος, ή ακόμη και κατά το στάδιο της διαδικασίας έκδοσης των οδηγιών του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.30 των Θ. Π. Δ. όπου και πάλι λόγω της φύσης και του σκοπού αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας, η υπόθεση και πάλι θα έπρεπε να είχε εξεταστεί σε βάθος. Εξέταση της Αίτησης - Τροποποίηση και το στάδιο που το σχετικό αίτημα υποβάλλεται.
- Τα προαναφερόμενα αρκούν για την απόρριψη του αιτήματος. Το ζήτημα όμως που εγείρεται, έχει και μία άλλη διάσταση, την οποία προχωρώ να εξετάσω αμέσως τώρα, που ενισχύει περισσότερο την κατάληξη του Δικαστηρίου να απορρίψει το αίτημα για τροποποίηση σε αυτή την περίπτωση.
- Η «νέα» Δ.30 των Θ. Π. Δ. έχει θεσπίσει μία νέα κατηγορία υποθέσεων, «ταχείας εκδίκασης», στις οποίες και η παρούσα Αγωγή εντάσσεται, λόγω του ότι η απαίτηση της Ενάγουσας δεν υπερβαίνει τις €3.
- Το Δικαστήριο, κατά την διάρκεια της διαδικασίας έκδοσης των οδηγιών του, ως η «νέα» Δ.30 των Θ. Π. Δ. προνοεί, (βάσει σχετικής κλήσης που είτε ο ενάγοντας είτε ο εναγόμενος μπορεί να εκδώσει, - η οποία κλήση μπορεί να οριστεί επιστρεπτέα ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρι και της συμπλήρωσης της διαδικασίας έκδοσης των οδηγιών του -), έχοντας ακούσει τους διάδικους σε ότι αφορά τον χρόνο που απαιτείται για την παρουσίαση της υπόθεσης τους, ορίζει το χρονικό περιθώριο εντός του οποίου έκαστη πλευρά θα παρουσιάσει ενόρκως την μαρτυρία της, σηματοδοτώντας εκ των προτέρων, δια νόμιμης πλέον διαταγής του (και υποχρέωσης των διαδίκων, - βλ. Earlsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal for A. N. Kyjmin,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1350 και Alpha Bank Cyprus Ltd ν Si Senh Dau κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε23/2013 κ. α., ημερομηνίας 13/09/2013 -), πότε κάθε πλευρά θα έχει κλείσει την υπόθεση της δυνάμει των προνοιών της Δ.33, κ. 7 των Θ. Π. Δ. Απομένει πλέον, διαδικαστικά, ως ρητά προνοεί η «νέα» Δ.30 κ. 6 των Θ. Π. Δ., το Δικαστήριο, να ακούσει τις τελικές αγορεύσεις των διαδίκων. Μη συμμόρφωση, συνεπώς, διαδίκου, με την διαταγή του Δικαστηρίου για την παρουσίαση ενόρκως της μαρτυρίας του προς υποστήριξη της υπόθεσης του, έχει το αποτέλεσμα να έχει κλείσει την υπόθεση του, χωρίς να έχει παρουσιάσει μαρτυρία. Αυτό έγινε και στην προκείμενη περίπτωση. Οι Εναγόμενοι, αντί να συμμορφωθούν με τις οδηγίες και νόμιμες διαταγές του Δικαστηρίου που εξεδόθησαν κατά την συνεδρίαση του της 23/06/2016 (με το γενικό διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων, και εν συνεχεία με την διαταγή για την παρουσίαση ενόρκως της μαρτυρίας), παρέμειναν άπραγοι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα (αδικαιολόγητο πραγματικά) και αφού η πλευρά της Ενάγουσας συμμορφώθηκε επακριβώς με τις οδηγίες και διατάγματα του Δικαστηρίου και έκλεισε την υπόθεση της για σκοπούς δίκης, υπέβαλαν την υπό κρίση Αίτηση. Η οποία Αίτηση, ούτε δεδομένο αποτέλεσμα είχε, ούτε και μπορούσε να επενεργήσει ανασταλτικά των προθεσμιών που ετέθησαν από το Δικαστήριο ή και των υποχρεώσεων των διαδίκων να συμμορφωθούν με τα διατάγματα του Δικαστηρίου. Υπό αυτές τις περιστάσεις, το αίτημα των Εναγομένων, εξεταζόμενο και υπό αυτό το πρίσμα, επίσης δεν είναι δικαιολογημένο (δηλαδή, ακόμη και στην περίπτωση όπου τα γεγονότα ενέτασσαν την περίπτωση αυτή στην κατηγορία των δύο εξαιρέσεων που σύμφωνα με την Δ.25, κ. 1
(3)των Θ. Π. Δ. παρέχεται η ευχέρεια έγκρισης αιτήματος τροποποίησης μετά την έκδοση της κλήσης για τις οδηγίες του Δικαστηρίου) και πρέπει να απορριφθεί. 35. Δεν είναι η παρούσα, η περίπτωση, όπου, ενόσω η κλήση που εξεδόθη σε αυτή την υπόθεση για τις οδηγίες του Δικαστηρίου ήταν επιστρεπτέα για τον σκοπό ενώπιον του Δικαστηρίου (ήταν μάλιστα επιστρεπτέα, σε αυτή την περίπτωση, δύο φορές για τον σκοπό, την 11/05/2016 και την 23/06/2016), είχε υποβληθεί το όποιο σχετικό αίτημα (ανεξαρτήτως πραγματικού υπόβαθρου) βάσει της «νέας» Δ.30 κ. 9 των Θ. Π. Δ. ή και της «νέας» Δ.25, κ. 1
(3)των Θ. Π. Δ., ώστε να μπορούσε να είχε αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο διαφορετικά.
- Θεωρώ, ότι, διαφορετική προσέγγιση του Δικαστηρίου στο υποβληθέν αίτημα, θα έπληττε την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας που η «νέα» Δ.30 κ. κ. 6 και 7 των Θ. Π. Δ. αποσκοπεί, για την όσο το δυνατόν ταχύτερη εκδίκαση υποθέσεων στις οποίες η απαίτηση δεν υπερβαίνει το ποσό των €3.
- Ως ελέχθη από την πλειοψηφία της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γεώργιος Μαυρογένη ν Βουλής των Αντιπροσώπων κ. α. (Αρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 49, με αναφορά στην αγγλική απόφαση Αbse v Smith [1986] 1 All E.R. 350 (και κατ' αναλογίαν το σκεπτικό τυγχάνει εφαρμογής και εδώ), «. ο καθορισμός των διαδικασιών για την πρόσφορη απονομή της δικαιοσύνης ανάγεται στη Δικαστική Εξουσία ως συλλογικό (κολλεγιακό) σώμα (collegiate body). Η τήρηση των θεσμοθετημένων διαδικασιών ενέχει μεγάλη σημασία, όπως υποδεικνύεται στην ίδια απόφαση, για την απονομή της δικαιοσύνης. Η εκ των προτέρων γνώση της πρακτικής και διαδικασιών του δικαστηρίου, και γενικά η προκαθορισμένη πορεία της δικαιοσύνης, ώστε ο κάθε διάδικος να μπορεί με βεβαιότητα να ετοιμάζει και να παρουσιάζει την υπόθεση του ενώπιον του δικαστηρίου, είναι ύψιστης σπουδαιότητας για την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης.». Στην βάση ακριβώς αυτού του σκεπτικού και με δεδομένες τις πρόνοιες της «νέας» Δ.30 των Θ. Π. Δ. σε ότι αφορά τις υποθέσεις που έχουν κατηγοριοποιηθεί ως «ταχείας εκδίκασης», ως έχει αποφασιστεί να εισαχθεί στην δικονομία μας από το Ανώτατο Δικαστήριο, τον σκοπό τους και το πρίσμα υπό το οποίο αυτές πρέπει να αντικρίζονται (ως έχει προαναφερθεί), δεν βλέπω πως θα μπορούσα να αποφασίσω αλλιώς το ζήτημα, είτε επί της βάσης των προνοιών της «νέας» Δ.30 κ. 9 των Θ. Π. Δ., οι οποίες για τους λόγους που ήδη παρέθεσα, δεν πιστεύω ότι τυγχάνουν εφαρμογής, είτε στην βάση των προνοιών της Δ.25, κ. 1 των Θ. Π. Δ., που για τους λόγους που έχω επίσης ήδη παραθέσει πιο πρίν, δεν βρίσκω να δικαιολογούν το αίτημα στην βάση που τούτο πραγματικά ετέθη. Κατάληξη.
- Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, η υπό κρίση Αίτηση των Εναγομένων αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται.
- Τα έξοδα της Αίτησης αυτής και της διαδικασίας ακροάσεως της (τηρουμένων οποιωνδήποτε προηγούμενων σχετικών διαταγών του Δικαστηρίου), επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά την ολοκλήρωση και τελική αποπεράτωση της εκδίκασης αυτής της Αγωγής. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ορθώς, από την στιγμή που η Αγωγή αυτή καταχωρήθηκε το έτος 2015 και το αντικείμενο της δεν υπερβαίνει τις €3.000 (βλ. την επιφύλαξη της Δ.30 που ακολουθεί τον κ. 10 αυτής). [i] Ας σημειωθεί, εδώ, ότι, οι πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ. φαίνεται ότι ακολουθούν το πρότυπο της προαναφερόμενης O. 30 των αγγλικών Civil Procedure Rules, και ως εκ τούτου, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από συγγράμματα που πραγματεύονται αυτή, ως είχε τότε. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο