← Κύπρος

ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: ΛΑΜΠΡΟΣ ΞΕΝΗ, Αίτηση Πτώχευσης Αρ.: 131/2009, 12/12/2016

ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: ΛΑΜΠΡΟΣ ΞΕΝΗ, Αίτηση Πτώχευσης Αρ.: 131/2009, 12/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A205 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση Πτώχευσης Αρ.: 131/2009 ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: ΛΑΜΠΡΟΣ ΞΕΝΗ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΑΡΝΑΚΑ ------------------- Ημερομηνία: 12/12/2016 Αίτηση τροποποίησης εκδοθείσας απόφασης, ημερομηνίας 04/10/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή, Χριστάκη Ιακωβίδη: κ. Στέλιος Βασιλακκάς για την Ε. Φλουρέντζου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, Παρόντες [Σημείωση: Χωρίς νομική εκπροσώπηση] --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex Tempore) [A]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

  1. Με την Αίτηση του αυτή, ο Αιτητής, αιτείται από το Δικαστήριο: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται και να διατάσσεται η διόρθωση της απόφασης ημερ. 8/7/15 σε σχέση με τον αριθμό των διαμερισμάτων επί του Scanner House οδός Αντιόπης 11 στη Λάρνακα και συμπερίληψης του διαμερίσματος 022 με αριθμόν εγγραφής 3/1311 πέραν των διαμερισμάτων που ήδη αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης ήτοι των διαμερισμάτων 011, 012, 013, 021, 023, 031 στο Scanner House οδός Αντιόπης 11 στη Λάρνακα». [B]. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
  2. Η Αίτηση βασίζεται: «. επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.25 Θ. 6, Δ.48 Θ. 1.».
  3. Η Αίτηση, υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της κας Ανδριανής Αντωνίου, ημερομηνίας 07/12/2015, που είναι ως δηλώνει διευθύντρια στον Κλάδο Πτωχεύσεων και Υποχρεωτικών Εκκαθαρίσεων της εταιρείας CRI Group της οποίας διευθυντής είναι ο Αιτητής, τα ουσιαστικότερα σημεία της οποίας είναι τα εξής: «
  4. Στις 8/7/2015 εξεδόθη απόφαση εναντίον των καθ' ών η αίτηση κ. Λάµπρου Ξενή και κας Βαρβάρας Ξενή. Αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α.
  5. Τόσο στο αιτητικό της αίτησης ηµερ. 2/9/14 και στο σώμα της ένορκης δήλωσης µου όσο και στην απόφαση ηµερ. 8/7/15 γίνονται ξεκάθαρες αναφορές σε 7 διαμερίσματα µε αριθμούς εγγραφής 3/1307 μέχρι 3/1313 µε αριθμούς 011, 012, 013, 021, 022, 023 και 031 στο Scanner House οδός Αντιόπης 11 στη Λάρνακα. Οι δε καθ' ών η αίτηση στα πλαίσια της εξέτασης της εν λόγω αίτησης κατάθεσαν ένα τεκμήριο το οποίο αποτελείτο από 2 εκχωρητήρια ηµερ. 9/6/08 για 2 ακίνητα µε αρ. εγγραφής 12/1985 και 0/10126 ως επίσης και 7 ενοικιαστήρια έγγραφα ηµερ. 15/09/08 που αφορούσαν τα διαμερίσματα µε αριθμούς 011, 012, 013, 021, 022, 023 και 031 στο Scanner House οδός Αντιόπης 11 στη Λάρνακα µε αριθμούς εγγραφής 3/1307 μέχρι 3/
  6. Τα 7 ενοικιαστήρια έγγραφα τα οποία αποτελούσαν μέρος του τεκμηρίου που οι καθ' ών η αίτηση είχαν καταθέσει στην αρχική διαδικασία επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β.
  7. Διαβάζοντας την απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου οποιοσδήποτε μπορεί να διαπιστώσει ότι οποιαδήποτε αναφορά σε διαμερίσματα τόσο από τον Αιτητή όσο και από τους καθ' ών η αίτηση γινόταν σε σχέση µε τα 7 διαμερίσματα µε αριθμούς εγγραφής 3/1307 μέχρι 3/1313 και µε αριθμούς 011, 012, 013, 021, 022, 023 και 031 στο Scanner House, στην οδό Αντιόπης 11 στη Λάρνακα.
  8. Επιπρόσθετα, διαβάζοντας την απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου είναι ξεκάθαρο ότι η οποιαδήποτε αναφορά του Δικαστηρίου επί του Scanner House, στην οδό Αντιόπης 11 στη Λάρνακα, περιελάμβανε και τα 7 διαμερίσματα µε αριθμούς 011, 012, 013, 021, 022, 023 και
  9. Παραπέμπω ενδεικτικά το Σεβαστό σας Δικαστήριο στις παραγράφους 4 επί της σελ. 5, 3 επί της σελ. 7, 3 επί της σελ. 8 και 3 επί της σελ.
  10. Δυστυχώς όμως καθαρά λόγω δακτυλογραφικού λάθους και/η αβλεψίας και/η παράλειψης και/η καλόπιστου λάθους και σε αντίθεση µε το όλο σκεπτικό της απόφασης, στο Διατακτικό μέρος της απόφασης γίνεται αναφορά όπως οι καθ' ών η αίτηση παραδώσουν στον Αιτητή τα διαμερίσματα µε αριθμούς 011, 012, 013, 021, 023 και 031 και για κάποιο ανεξήγητο λόγο και/ή χωρίς να υπάρχει αιτιολογημένος λόγος το διαμέρισμα 022 δεν αναφέρεται.
  11. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως διορθωθεί εκείνο το σημείο της απόφασης ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, στις αληθινές προθέσεις του Δικαστηρίου και να µην προκαλείται ζημιά στον Αιτητή ή να στερείται νομίμων δικαιωμάτων.
  12. Ως εκ των ανωτέρω θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο και ως τυγχάνω και νομικής συμβουλής όπως δοθεί το αιτούμενο διάταγμα αφού διαφορετικά δεν θα περιέλθει στην κατοχή του Αιτητή όλη η περιουσία του πτωχεύσαντα Λάµπρου Ξενή από τη Λάρνακα και θα δημιουργείται τεράστια αδικία προς τους πιστωτές αυτού και θα κωλύεται στην ολοκληρωμένη άσκηση των εξουσιών του ως Διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντα Λάµπρου Ξενή.». [Γ]. ΟΙ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΙΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 1
  13. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1, καταχώρισε ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας αριθμό λόγων για τους οποίους αυτή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Αυτοί έχουν ως εξής: «
  14. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  15. Η αίτηση είναι καταχρηστική.
  16. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  17. Η αίτηση είναι κακόπιστη.
  18. Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη.
  19. Η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα.
  20. Δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  21. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση είναι αναληθή και προβάλλονται µε τρόπο παραπλανητικό.
  22. Με την αίτηση αυτή σκοπείται παρέλκυση και/ή παρέκκλιση της διαδικασίας.
  23. Η Αίτηση του Αιτητών σκοπό έχει να πλήξει τα συµφέροντα και τα δικαιώµατα των καθ' ων η αίτηση.».
  24. Η Ένσταση, βασίζεται: «. στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9, Δ.19, Δ.21, Δ.25 Κ. 1, Δ.39 Θ. 1 - 2, Δ.48 Θ. 1 - 11 και Δ.64 Θ. 1 - 2, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.».
  25. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του Καθ' ου η ECLI:CY:AD:2016:D147, Αίτηση 1, ημερομηνίας 07/12/2016, τα ουσιαστικότερα σημεία της οποίας είναι τα εξής: «
  26. Έχω αναγνώσει µε προσοχή το περιεχόμενο της Αιτήσεως ημερομηνίας 04/10/16 και την Ένορκη Δήλωση που επισυνάπτεται ημερομηνίας 04/10/16 και διαφωνώ µε το περιεχόμενο τους.
  27. Η Αίτηση του Αιτητή πρέπει να απορριφθεί γιατί είναι νόµο και ουσία αβάσιµη και δεν εγείρεται µέσα στα νοµικά πλαίσια και το πνεύµα της νοµοθεσίας και του νόµου. Οι λόγοι είναι ότι καµία ουσιαστική δικαιολογία δόθηκε για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης αλλά ούτε και για την αναγκαιότητα της όπως επίσης και το γεγονός ότι καµία επεξήγηση ή δικαιολογία δεν δόθηκε από τον αιτητή σε σχέση µε τον χρόνο που εντοπίστηκε η κατ' ισχυρισµό ανάγκη για συμπερίληψη του εν λόγω διαμερίσματος. Λέγω περαιτέρω ότι η αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη και επιδιώκεται η πρόκληση ζηµιάς εις βάρος µας αφού τυχόν έγκριση θα καταπατούσε τα νόµιµα δικαιώµατα µας.
  28. Να αναφέρω ότι τα αιτήµατα του αιτητή είναι νόµο και ουσία αβάσιµα αστήρικτα και αδικαιολόγητα.
  29. Να αναφέρω επίσης ότι µε την παρούσα αίτηση σκοπείται παρέλκυση της διαδικασίας µε σκοπό να πληγούν τα συµφέροντα µου.
  30. Επαναλαµβάνοντας τα όσα αναφέρω ανωτέρω ισχυρίζοµαι ότι σε καµιά περίπτωση δεν πρέπει να εκδοθούν τα αιτούµενα διατάγµατα και ως εκ τούτου θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα συµφέροντα µου και δε θα µπορέσει να απονεµηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε µεταγενέστερο στάδιο.». Η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 2
  31. Η Καθ' ης η Αίτηση 2, καταχώρισε και αυτή ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας και αυτή αριθμό λόγων για τους οποίους αυτή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Αυτοί έχουν ως εξής: «
  32. Η αίτηση είναι νοµικά και ουσιαστικά αβάσιµη.
  33. Η αίτηση είναι καταχρηστική.
  34. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  35. Η αίτηση είναι κακόπιστη.
  36. Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη.
  37. Η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερηµένα.
  38. Δεν θα απονεµηθεί δικαιοσύνη σε µεταγενέστερο στάδιο.
  39. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση είναι αναληθή και προβάλλονται µε τρόπο παραπλανητικό.
  40. Με την αίτηση αυτή σκοπείται παρέλκυση και/ή παρέκκλιση της διαδικασίας.
  41. Η Αίτηση του Αιτητών σκοπό έχει να πλήξει τα συμφέροντα και τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτησης.».
  42. Η Ένσταση, βασίζεται: «. στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9, Δ.19, Δ.21, Δ.25 Κ. 1, Δ.39 Θ. 1 - 2, Δ.48 Θ. 1 - 11 και Δ.64 Θ. 1 - 2, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.».
  43. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση 2, ημερομηνίας 07/12/2016, τα ουσιαστικότερα σημεία της οποίας είναι τα εξής: «
  44. Έχω αναγνώσει µε προσοχή το περιεχόμενο της Αιτήσεως ημερομηνίας 04/10/16 και την Ένορκη Δήλωση που επισυνάπτεται ημερομηνίας 04/10/16 και διαφωνώ µε το περιεχόμενο τους.
  45. Η Αίτηση του Αιτητή πρέπει να απορριφθεί γιατί είναι νόµο και ουσία αβάσιµη και δεν εγείρεται µέσα στα νοµικά πλαίσια και το πνεύµα της νοµοθεσίας και του νόµου. Οι λόγοι είναι ότι καµία ουσιαστική δικαιολογία δόθηκε για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης αλλά ούτε και για την αναγκαιότητα της όπως επίσης και το γεγονός ότι καµία επεξήγηση ή δικαιολογία δεν δόθηκε από τον αιτητή σε σχέση µε τον χρόνο που εντοπίστηκε η κατ' ισχυρισµό ανάγκη για συµπερίληψη του εν λόγω διαµερίσµατος. Λέγω περαιτέρω ότι η αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερηµένη και επιδιώκεται η πρόκληση ζηµιάς εις βάρος µας αφού τυχόν έγκριση θα καταπατούσε τα νόµιµα δικαιώµατα µας.
  46. Να αναφέρω ότι τα αιτήµατα του αιτητή είναι νόµο και ουσία αβάσιµα αστήρικτα και αδικαιολόγητα.
  47. Να αναφέρω επίσης ότι µε την παρούσα αίτηση σκοπείται παρέλκυση της διαδικασίας µε σκοπό να πληγούν τα συµφέροντα µου.
  48. Επαναλαµβάνοντας τα όσα αναφέρω ανωτέρω ισχυρίζοµαι ότι σε καµιά περίπτωση δεν πρέπει να εκδοθούν τα αιτούµενα διατάγµατα και ως εκ τούτου θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα συµφέροντα µου και δε θα µπορέσει να απονεµηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε µεταγενέστερο στάδιο.». [Δ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  49. Αυτό πρέπει να παρατηρηθεί, πριν οτιδήποτε άλλο, είναι, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, οι πρόνοιες των Θ. Π. Δ. εφαρμόζονται, δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού 188 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών [[i]]. Συγκεκριμένα, επειδή με την υπό εξέταση Αίτηση, τίθεται ζήτημα διόρθωσης απόφασης του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, για το οποίο διάβημα δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς, δυνάμει των προνοιών του προαναφερόμενου Κανονισμού 188 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, εάν η Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ., στην οποία υπό κρίση Αίτηση του Αιτητή ουσιαστικά βασίζεται, ρυθμίζει το εγειρόμενο με την αίτηση αυτή ζήτημα, αυτή δύναται να την επικαλεσθεί ο Αιτητής προς θεμελίωση του δικαιώματος του στο αιτούμενο διάταγμα [[ii]].
  50. Η επικαλεσθείσα Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ., προνοεί ότι: «Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ΄ αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  51. Πρόκειται για θεσμό, που, παρά την πρόσφατη τροποποίηση της Δ.25 των Θ. Π. Δ. [[iii]], σε μεγάλο βαθμό και κυρίως επί της ουσίας του, αυτός διατηρήθηκε αναλλοίωτος. ]Σημείωση: Στην προηγούμενη του μορφή, ως τότε ρυθμιζόταν και πάλι από τον κ. 6, ο εν λόγω θεσμός (που ήταν ταυτόσημος σε πρόνοιες με την O. 28, r. 11 των Αγγλικών Θεσμών Ανωτάτου Δικαστηρίου - R. S. C.), αξίζει να σημειωθεί, προνοούσε τα εξής: «Clerical mistakes in judgments or orders, or errors arising therein from any accidental slip or omission, may at any time be corrected by the Court or a Judge on application without an appeal».]. Παρατήρηση του Δικαστηρίου, αναγκαία υπό τις περιστάσεις, για να σημειώσει, ότι, τα μέχρι στιγμής νομολογηθέντα επί του ζητήματος, δεσμεύουν το Δικαστήριο στην λήψη της απόφασης του στην υπό κρίση Αίτηση.
  52. Είναι νομολογημένο, ότι, μέχρις ότου μία απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου έχει ολοκληρωθεί και τελειοποιηθεί δια της σύνταξης και υπογραφής της, το Δικαστήριο που έχει δώσει την απόφαση έχει το δικαίωμα (είτε αυτεπάγγελτα, είτε κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε των διαδίκων), σε κατάλληλη περίπτωση, να την αναθεωρήσει [[iv]]. Στην περίπτωση όμως, όπου, η απόφαση του Δικαστηρίου με το πέρας της δίκης δεν είχε από έδρας ανακοινωθεί προφορικά, αλλά είχε επιφυλαχθεί, και στην συνέχεια, αφού ετοιμάστηκε και τυπώθηκε τελικώς, ανακοινώθηκε σε ανοικτή συνεδρίαση του Δικαστηρίου, υπογράφτηκε από τον Δικαστή που την έχει δώσει, το πρωτότυπο του υπογεγραμμένου κειμένου της καταχωρήθηκε επίσημα ως μέρος των πρακτικών του φακέλου του Δικαστηρίου και αντίγραφα της δόθηκαν ταυτοχρόνως στους διαδίκους, δεν υπάρχει η ευχέρεια το Δικαστήριο που έδωσε την απόφαση να ξανανοίξει την υπόθεση για οποιοδήποτε ζήτημα και να αναθεωρήσει, αλλάξει, τροποποιήσει, ή παραμερίσει την απόφαση του, με μοναδική εξαίρεση την περίπτωση όπου τούτο γίνεται για να διορθωθεί λάθος στην απόφαση του δυνάμει των προνοιών της Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ. (βάσει του κανόνα που είναι γνωστός, ως «ο κανόνας της τυχαίας διολίσθησης» / «slip rule») και υπό την συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου (Βλ. Δ.34 των Θ. Π. Δ. [[v]], Stelios P. Orphanides v Vyron Michaelides

(1968)1 C.L.R. 295, Katarina Shipping Inc. v The Cargo Now On Board On The Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 486 το σκεπτικό της οποίας έγινε δεκτό από το Εφετείο στην Katarina Shipping Inc. v The Cargo Now On Board On The Ship "Poly"
(1981)1 C.L.R. 645).
  1. Συνεπώς, η Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ. εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου σε μία υπόθεση παρουσιάζεται να έχει γίνει ένα τυπογραφικό λάθος σε απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου, ή λάθος σε απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου από τυχαία διολίσθηση ή παράλειψη (ή λεκτική ανακρίβεια), είτε από το ίδιο το Δικαστήριο, είτε από δικαστικό Πρωτοκολλητή ή άλλο δικαστικό λειτουργό [[vi]].
  2. Σε κάθε περίπτωση (ανεξαρτήτως δηλαδή των προνοιών της Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ.), το Δικαστήριο, ως Δικαστήριο δικαίου, έχει εγγενή δυνατότητα τροποποίησης των δικών του πρακτικών και διαταγμάτων, προς τον σκοπό απόδοσης σε αυτά του νοήματος που επιθυμεί να τους αποδοθεί, με γνώμονα την διαταγή που έχει πραγματικά ανακοινώσει και μεταφέρει τις προθέσεις του Δικαστηρίου, ή/και προς τον σκοπό ξεκαθαρίσματος / απλοποίησης του νοήματος τους, εκεί που εντοπίζεται ότι έχει χρησιμοποιηθεί αμφίβολο λεκτικό [[vii]]. Νοουμένου, πάντοτε, ότι, κάτι τέτοιο δεν θα προκαλέσει αδικία, ή, ότι θα γίνει υπό όρους που θα αποκλείουν την πρόκληση αδικίας (όταν για παράδειγμα έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα και έχουν παρεμβληθεί δικαιώματα τρίτων [[viii]]). Και τούτο εφαρμόζεται, τόσο στην περίπτωση όπου η διόρθωσης, γίνεται σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ. όσο και στις περιπτώσεις που γίνεται κατ' επίκληση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου [[ix]].
  3. Βλέπε, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, την απόφαση του Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Χατζηαναστασσίου στην υπόθεση Katarina Shipping Inc. v The Cargo Now On Board On The Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 486, στην οποία αναφορά έχει ήδη γίνει ενωρίτερα, και την εκεί παρατιθέμενη αγγλική νομολογία In re Swire Mellor v Swire [1885] 30 Ch. D. 239, Hatton v Harris [1892] A.C. 547, Lawrie v Lees, [1881] 7 App. Cas. 19, Oxley and Others v Link [1914] 2 K.B. 734, Milson v Carter [1893] A.C. 638, Re Inchcape, Craigmyle v Inchcape, [1942] 2 All E.R. 157, Tank Ming Co. Ltd. v Yee Sang Metal Supplies Co. [1973] 1 All E.R. 569, P.C., R. v Michael, [1976] 1 All E.R. 629, στην οποία οι αρχές της νομολογίας συνοψίστηκαν ως εξής: «Having reviewed the authorities at length, it becomes clear in my view (
  1. a)that an application to correct a drawn up order ought to have been made to the Court of first instance or the Judge having jurisdiction to correct the drawn up order, though passed and entered, if it does not express what the Court intended; (
  2. b)that the Court has jurisdiction over its own records, and if it finds that the order as passed and entered contains an adjudication upon that which the Court in fact has never adjudicated upon, then it will in a proper case exercise jurisdiction to correct its own record, that it may be in accordance with the order really pronounced, or in order to bring it into harmony with the order which the Judge obviously meant to pronounce; (
  3. c)the correction ought to be made upon a motion to that effect, and is not a matter either for rehearing or for appeal (Hatton v. Harris supra); and (
  4. d)that even though the requirements of the slip rule are satisfied, there is, nevertheless, a discretion in the Court to allow or to refuse an order for amendment if something has intervened which would render it inexpedient or inequitable to do so.». 17. Βλ. επίσης τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Sofoclis Neophytou Sofocli v Nicos G. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 583, Παπανδρέας Παπαχριστοφόρου ν κ. α. ν Κρήτης Γεωργίου Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906, Ειρήνη Κ. Κάκουλλου ν Ιορδάνη Σαββίδη
(1996)1 Α.Α.Δ. 935 και Σάββας Παύλου ν Αδελφοί Λανίτη Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 532, στις οποίες αποφασίστηκε ότι, το Δικαστήριο, δεν έχει δικαιοδοσία με βάση την Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ. να τροποποιήσει τους όρους ενός συμβιβασμού των διαδίκων («consent order recording an agreement of the parties»), αλλά μπορεί να τροποποιήσει απόφαση ή διαταγή του που βασίστηκε σε συμφωνία των διαδίκων («consent order of the Court founded on an agreement of the parties»), όταν οι προαναφερόμενες περιστάσεις που το δικαιολογούν ενυπάρχουν. [Ε]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
  1. Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται σε αυτή την Αίτηση, - ένεκα των λόγων ένστασης που οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν και αφορούν την νομιμότητα και κανονικότητα της διαδικασίας -, είναι κατά πόσο, το παρόν Δικαστήριο, που είναι σε σύνθεση διαφορετικό από το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση ημερομηνίας 08/07/2015, μπορεί να ενεργήσει βάσει των προνοιών της Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ., στην οποία αποκλειστικά βασίζεται το αίτημα του Αιτητή, για διόρθωση του ισχυριζόμενου από πλευράς Αιτητή, λάθους σε αυτή.
  2. Εξέταση της νομολογίας, αποκαλύπτει, ότι, το ζήτημα αυτό, δεν έχει εγερθεί ειδικά κατ' έφεσην προς εξέταση από το Ανώωττο Δικαστήριο, ή, εν πάση περιπτώσει, να έχει εξεταστεί κατ' έφεσην από το Ανώτατο Δικαστήριο. Από αποφάσεις όμως του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύονται το ζήτημα εφαρμογής των προνοιών της Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ., είναι εμφανές ότι, υποστηρίζεται, ότι, από απόψεως πρακτικής, αυτό είναι και το ορθότερο. Δηλαδή, η εξουσία για διόρθωση απόφασης ή διατάγματος, βάσει της Δ.25, κ. 6 των Θ. Π. Δ., να ασκείται από το ίδιο το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση ή το διάταγμα, εκτός και αν υπάρχουν περιστάσεις που δικαιολογούν διαφορετική προσέγγιση (βλ. Oxley and Others v Link [1914] 2 K.B. 734, Πανίκος Σ. Σιβιτανίδης ν Ελένη Α. Χαραλάμπους
(1993)1 Α.Α.Δ. 179, Μ. Μονιάτη & Υιοί Λτδ. v Νεοφύτου
(2009)1 Α.Α.Δ. 557 και Γεώργιος Σοφοκλέους κ. α. ν Alpha Bank Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1478) (βλ. όμως και την R. v Michael, [1976] 1 All E.R. 629). 20. Στην προκείμενη περίπτωση, ο έντιμος συνάδελφος Ε. Δ., Λ. Μουγής, που εξέδωσε την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 08/07/2015, στο παρόν στάδιο, έχει την αρμοδιότητα εκδίκασης ποινικών υποθέσεων του Ε. Δ. Λάρνακας. Η υπό κρίση Αίτηση, που υποβάλλεται στα πλαίσια της πτωχευτικής διαδικασίας που αφορά τον Καθ' ου η Αίτηση 1, ορθά και κανονικά ετέθη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που σύμφωνα με τον περί Πτώχευσης Νόμο, Κεφ. 5 έχει «πτωχευτική δικαιοδοσία» (βλ. Άρθρα 2 87 και 90 του Κεφ. 5 και τον Κανονισμό 3 των Περί Πτωχεύσεων Κανονισμών) και που σύμφωνα με τις πρόνοιες των Δ.1 και Δ.25 κ. 6 των Θ. Π. Δ., μπορεί να επιληφθεί αιτήματος που υποβάλλεται βάσει της Δ.25 κ. 6 των Θ. Π. Δ.. Θα ήταν πιστεύω αντινομικό και παράλογο, απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου να μην δύναται να διορθωθεί όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν ή το δικαιολογούν, απλά και μόνο επειδή ο Δικαστής που εξέδωσε την συγκεκριμένη απόφαση ή το συγκεκριμένο διάταγμα δεν έχει πλέον, λόγω προγράμματος εργασίας του Δικαστηρίου, την καθ' ύλην αρμοδιότητα για να επιληφθεί του αιτήματος. Για την κατάληξη μου αυτή, παραπέμπω στις αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Μ. Μονιάτη & Υιοί Λτδ. v Νεοφύτου
(2009)1 Α.Α.Δ. 557 και Γεώργιος Σοφοκλέους κ. α. ν Alpha Bank Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1478, όπου το ζήτημα αυτό, αν και δεν αποτέλεσε λόγο ένστασης ή έφεσης, για να εξεταστεί και αποφασιστεί από το Εφετείο ειδικά, ήταν στα υπόψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η απόφαση διόρθωσης είχε εκδοθεί από σύνθεση Εφετείου διαφορετική από αυτή που εξέδωσε την απόφαση (στην Μ. Μονιάτη & Υιοί Λτδ. ανωτέρω), ή από Δικαστή άλλο από τον Δικαστή που εξέδωσε την απόφαση (στην Γεώργιος Σοφοκλέους κ. α. ανωτέρω), χωρίς αυτή η πρακτική να αποδοκιμαστεί ως λανθασμένη. Κατά την άποψη μου, μόνο στην περίπτωση όπου το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να εξετάσει το αίτημα για διόρθωση, αντιμετωπίζει δικαιολογημένη πρακτική αδυναμία να το πράξει, οφειλόμενη στο ίδιο το γεγονός ότι αυτή εξεδόθη από άλλο Δικαστή, μπορεί, είτε να απορρίψει το αίτημα για αυτό τον λόγο, ή εάν το κρίνει σκόπιμο, να αναστείλει την διαδικασία εξέτασης του αιτήματος, ώστε, σε κατάλληλο στάδιο και όταν το πρόγραμμα του Δικαστηρίου το επιτρέπει, να καταστεί δυνατή η εξέτασης του από τον Δικαστή που εξέδωσε την απόφαση στην οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι περιέχεται κάτι το λανθασμένο (βλ. R. v Michael, [1976] 1 All E.R. 629).
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, το ζήτημα που εγείρεται, εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, χωρίς να παρίσταται ανάγκη το ζήτημα να αφεθεί για να εξεταστεί από τον συνάδελφο που εξέδωσε την απόφαση. Στην υπόθεση Oxley and Others v Link [1914] 2 K.B. 734, ο Λόρδος Δικαστής Buckley, εξετάζοντας ζήτημα κατά πόσο το Δικαστήριο έχει, κάτω από την O. 28 r. 11 (που ως έχει προαναφερθεί, είναι αντίστοιχη σε πρόνοιες με την Δ.25 κ. 6 των Θ. Π. Δ.), εξουσία και καθήκον να διορθώσει λάθη δικαστικών λειτουργών κατά την εκτέλεση των διοικητικών τους καθηκόντων, κατά την σύνταξη των δηλωτικών αποφάσεων ή διαταγμάτων Δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής: «It is argued that this is a judgment which can be set right under the slip rule, Order XXVIII., r.
  2. The words relied upon are: 'errors arising therein,' that is to say, in a judgment—errors arising in a judgment 'from any accidental slip or omission may at any time be corrected by the Court or a Judge on motion or summons without an appeal.' To my mind an error in something means that the thing of which you are speaking contains parts which are right and parts which are wrong, and that you are going to alter so much of it as is wrong. It is not correcting an error in a thing which is wrong from beginning to end to substitute for it something which is right. In order to see if this Order applies I have to see whether this judgment contains something which is right and which I am to correct by adding something, if it be a mistake which arises from [*506] omission, or by correcting something, if it be something which requires modification or correction of some sort. So that to see whether the Order applies or not, it is vital in the first instance to see whether this is a document parts of which are right and parts of which are wrong. If I am right in what I have said already, there is no part of it which is right; it is wrong altogether. For that reason it seems to me that the slip rule does not apply.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  3. Κατ' αναλογίαν το σκεπτικό του Λόρδου Δικαστή Buckley στην υπόθεση Oxley and Others ανωτέρω, μπορεί να εφαρμοστεί και εδώ.
  4. Στην προκείμενη περίπτωση, είναι εμφανές από το σκεπτικό της απόφασης του έντιμου συναδέλφου Ε. Δ., Λ. Μουγή, ημερομηνίας 08/07/2015 (που σημειώνεται παρενθετικά, είχε δοθεί αφότου είχε επιφυλαχθεί και υπογραμμένο κείμενο της έχει κανονικά καταχωρηθεί στα πρακτικά της υπόθεσης και αντίγραφο της παραδόθηκε στους διαδίκους), ότι, από την εξέταση των Καθ' ων η Αίτηση, προέκυψε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1, ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 12/1985 και 0/10126, εκχώρησε προς την Καθ' ης η Αίτηση 2, δια δύο εγγράφων ημερομηνίας 09/06/2008, τα δικαιώματα του από επτά συμβάσεις μίσθωσης των διαμερισμάτων 011, 012, 013, 021, 022, 023 και 031 στο συγκρότημα διαμερισμάτων με την επωνυμία Scanner House στην οδό Αντιόπης 11 στην Λάρνακα και τα δικαιώματα του από μία σύμβαση μίσθωσης ημερομηνίας 15/09/2008 της κατοικίας στην οδό Αμαζονίου, Νο. 2 στην Βορόκλινη, που έχουν αντίστοιχα ανεγερθεί επί των προαναφερόμενων κτημάτων.
  5. Το τι φαίνεται να απασχόλησε τον συνάδελφο κατά την δίκη, ήταν, κατά πόσο, - με δεδομένο ότι αυτά τα ακίνητα ήταν ιδιοκτησίας του πτωχεύσαντος Καθ' ου η Αίτηση 1, αλλά αυτά τα διαχειριζόταν η Καθ' ης η Αίτηση 2 δυνάμει των εν λόγω συμφωνιών -, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 26 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, είχε εξουσία να εξετάσει την νομιμότητα των εν λόγω συμφωνιών εκχώρησης και συμβάσεων μίσθωσης και να διατάξει, σε περίπτωση που έκρινε αυτές παράνομες, την Καθ' ης η Αίτηση 2 να αποδώσει στον Αιτητή τα όποια ποσά εισέπραξε λόγω αυτών κατά την διάρκεια που η περιουσία του Καθ' ου η Αίτηση 1 τελούσε υπό παραλαβή, απαντώντας το ζήτημα αρνητικά. Καταλήγοντας, ότι, με δεδομένη την παραδοχή της Καθ' ης η Αίτηση 2, ότι, νομικά «κατέχει» περιουσία που ανήκει στον Καθ' ου η ECLI:CY:AD:2016:D147, Αίτηση 1, με την λήξη των εν λόγω ενοικιαστήριων εγγράφων την 30/09/2016, ως αυτό είχε αποδειχθεί προς ικανοποίηση του, θα έπρεπε να διαταχθεί η παράδοσης τους προς τον Αιτητή. Στο καταληκτικό όμως μέρος της απόφασης του, και εκεί που σε ολόκληρο σκεπτικό του για την κατάληξη του, αναφέρεται στα διαμερίσματα 011, 012, 013, 021, 022, 023 και 031 στο συγκρότημα διαμερισμάτων με την επωνυμία Scanner House στην οδό Αντιόπης 11 στην Λάρνακα, λανθασμένα, από προφανή διολίσθηση κατά την σύνταξη της, παραλείπει να καταγράψει το διαμέρισμα
  6. Αυτό, ικανοποιούμε ότι είναι ένα λάθος που μπορεί να διορθωθεί από το Δικαστήριο, ασκώντας την εξουσία που του παρέχεται από την Δ.25 κ. 6 των Θ. Π. Δ.. Και αυτό γιατί, έχοντας εντοπίσει σε ολόκληρη την έκταση του σκεπτικού του Δικαστηρίου για την απόφαση του, ότι πραγματευόταν το ζήτημα που ενέκυψε από την εξέταση των Καθ' ων η Αίτηση αναφορικά με τα διαμερίσματα 011, 012, 013, 021, 022, 023 και 031 στο συγκρότημα διαμερισμάτων με την επωνυμία Scanner House στην οδό Αντιόπης 11 στην Λάρνακα, το μέρος της απόφασης του, η διόρθωσης του οποίου επιδιώκεται με την υπό κρίση Αίτηση, που είναι, επαναλαμβάνω, απλά το δηλωτικό της κατάληξης του (που δεν μπορεί παρά να βασίζεται στο σκεπτικό του που προηγείται το οποίο είναι και το ορθό), περιορίζεται σε λάθος το οποίο προκύπτει από παράλειψη του Δικαστηρίου να δώσει σωστή λεκτική έκφραση στην αναντίλεκτη πρόθεση του.
  7. Οι Καθ' ων η Αίτηση, και οι δύο, ήγειραν τους ίδιους λόγους ένστασης στο υπό εξέταση αίτημα του Αιτητή. Ενόρκως, κατά κύριο λόγο, υποστήριξαν ότι, αυτό το διάβημα του Αιτητή, λαμβάνεται με υπέρμετρη καθυστέρηση, χωρίς να επεξηγείται από πλευράς του, γιατί υπήρξε αυτή η καθυστέρηση. Πέραν της γενικής τοποθέτησης τους περί δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων τους, δεν προέβαλαν οτιδήποτε που πραγματικά να δικαιολογούσε το Δικαστήριο να μην εγκρίνει το Αίτημα, όταν, σύμφωνα με την νομολογία, ο παράγοντας του χρόνου που διαρρέει μεταξύ της λανθασμένης καταγραφής στην απόφαση του Δικαστηρίου του επίμαχου ζητήματος και της ημερομηνίας που υποβάλλεται το αίτημα για διόρθωση του, από μόνος του, δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1950, Vol. 1, στην σελίδα 635 υπό την θεματική ενότητα «Lapse of time», «"Lapse of time has nothing to do with the matter" (per Lord Macnaghten in Hatton v. Harris, [1892] A. C. 564; error thirty-nine years old amended; Shipwright v. Clements, 38 W. R. 746, twenty-nine years elapsed; and see Barker v.. Purvis, 56 L. T. 131). But where rights of third parties have intervener the order will not be made (see (n.), supra).» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Επίσης, στην υπόθεση Milson v Carter [1893] A.C. 638, το Privy Council ανέφερε τα εξής σχετικά: «Their Lordships do not doubt that the Court has power at any time to correct an error in a decree or order arising from a slip or accidental omission, whether there is or is not a general order to that effect. A recent instance of the exercise of this power occurred in the case of Hatton v. Harris before the House of Lords ([1892] App. Cas. 547), where an error arising from an accidental omission was corrected after the lapse of forty years. The House of Lords in that case approved the views expressed by the Court of Appeal in Mellor v. Swire (30 Ch. D. 239).» (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου).
  8. Καταλήγω συνεπώς, ότι, κανένας λόγος ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση δεν είναι είτε νομικά είτε πραγματικά βάσιμος και ότι το αίτημα του Αιτητή είναι καθόλα δικαιολογημένο. [Ζ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  9. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει και συνεπώς, εγκρίνεται η έκδοσης διατάγματος ως το αιτητικό υπό το στοιχείο Α της Αίτησης.
  10. Καμία διαταγή για έξοδα μεταξύ των διαδίκων. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Ο Κανονισμός 188 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, προνοεί: «Όταν δεν γίνεται καμία πρόνοια στους Κανονισμούς αυτούς αναφορικά με ζήτημα που προκύπτει από διαδικασία πτώχευσης, οι διαδικαστικοί κανονισμοί που καλύπτουν αστικές διαδικασίες, εφόσον αυτές δεν είναι αντίθετες προς τους κανονισμούς αυτούς, θα εφαρμόζονται σε τέτοιο ζήτημα.». [ii] Βλ. Μαρία Π. Λοΐζου ν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δερύνειας
(2009)1 Α.Α.Δ. 279. [iii] - ήτοι, με τους περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 και περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26/09/2014, 06/02/2015 και 13/05/2015 αντίστοιχα, κατ' ενάσκηση των εξουσιών που παρέχονται στο Ανώτατο Δικαστήριο από το Άρθρο 163 του Συντάγματος και το Άρθρο 17 των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 1991 - [iv] Βλ. Katarina Shipping Inc. v The Cargo Now On Board On The Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 486 και Re Ευάγγελος Πουργουρίδης, Πολιτική Έφεση Αρ. 331/14, 25/06/2015. [v] Βλ. Re Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 761 και Re Φιλελεύθερος Λτδ. κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1729, στις οποίες με αναφορά στις πρόνοιες της Δ.34 κ. 3 των Θ. Π. Δ., αποφασίστηκε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου δεν είναι το συντεταγμένο διάταγμα («drawn up order») αλλά η πλήρης απόφαση περιλαμβανομένου και του σκεπτικού της. [vi] Στην υπόθεση Πανίκος Σ. Σιβιτανίδης ν Ελένη Α. Χαραλάμπους
(1993)1 Α.Α.Δ. 179, το Εφετείο δια του έντιμου Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Γ. Μ. Πική, ανέλυσε στο σκεπτικό του για την κατάληξη του, τι σημαίνει ο όρος «γραμματικό λάθος». Παραθέτω την σχετική περικοπή: «"Όπως είχα την ευκαιρία να εκθέσω στην Koumi v. Republic
(1987)3 C.L.R. 1519 - στα αγγλικά - και μεταγενέστερα στην Ε. Φιλίππου Λτδ. v. Compass Insurance Co. Ltd.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 664. "Γραμματικό είναι το λάθος το οποίο ανάγεται αποκλειστικά στη διατύπωση σε αντίθεση με τη διαμόρφωση των θέσεων του διαδίκου και αποβλέπει στην εναρμόνιση του λόγου με την έκδηλη πρόθεση." Ο όρος "γραμματικό λάθος" ενέχει την ίδια έννοια σε σχέση με δικαστικές αποφάσεις και σκοπεί στην εναρμόνιση του κειμένου της απόφασης με την καταφανή πρόθεση του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με την απόφασή του το δικαστήριο επεδίκασε στην Αγωγή Αρ. 739/84 έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου. Στη Sofocli ν. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 583,587, εξηγείται ότι τόσο η εξουσία η οποία παρέχεται από τη Δ.25 θ.6, όσο και η σύμφυτη δικαιοδοσία του δικαστηρίου για τη διόρθωση λαθών περιορίζεται σε λάθη τα οποία προκύπτουν από παράλειψη του δικαστηρίου να δώσει σωστή λεκτική έκφραση στην εξ συμφώνου αναντίλεκτη πρόθεση του [βλ. επίσης R. v. Cripps [1983] 3 All E.R. 72 (C.A.)]. Μετά την τελειοποίηση απόφασης με την υπογραφή της από το δικαστή ή δικαστές που την έχουν εκδώσει, ο μόνος τρόπος διόρθωσης σφάλματος που περιέχεται σ' αυτή είναι μέσω της άσκησης έφεσης. Μόνο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να αναθεωρήσει εκδοθείσα απόφαση. Η εξουσία για διόρθωση απόφασης από το ίδιο το δικαστήριο που την εξέδωσε, περιορίζεται σε γραμματικά λάθη και παραλείψεις και έχει ως αντικείμενο την προσαρμογή ατελούς κειμένου στην έκδηλη κατά τα άλλα πρόθεση του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο δεν προέβη στη διόρθωση λάθους αλλά στην αναμόρφωση της προηγούμενης απόφασής του, υπερβαίνοντας τις εξουσίες του.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Επίσης, στην υπόθεση Μ. Μονιάτη & Υιοί Λτδ. v Νεοφύτου
(2009)1 Α.Α.Δ. 557, το Εφετείο, συνόψισε τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «Σύμφωνα με τη Δ.25, θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία είναι ουσιαστικά πανομοιότυπη με την παλιά αγγλική Ο.28, r.11, το δικαστήριο έχει εξουσία διόρθωσης τόσο γραμματικών λαθών, σε αποφάσεις ή διατάγματα των δικαστηρίων, όσο και λαθών που πηγάζουν από τυχαία αβλεψία (accidental slip) ή παράλειψη. Η εξουσία δηλαδή για διόρθωση απόφασης, από το ίδιο το δικαστήριο που την εξέδωσε, περιορίζεται σε γραμματικά λάθη και παραλείψεις και έχει ως αντικείμενο την προσαρμογή ενός ατελούς κειμένου (απόφασης ή διατάγματος) στην έκδηλη, κατά τα άλλα, πρόθεση του δικαστηρίου (δέστε: Σιβιτανίδης (ανωτέρω)). Η αντίστοιχη αγγλική πρόνοια (O.28, r.11) αλλά και η συμφυής εξουσία του δικαστηρίου να διαφοροποιεί τα δικά του διατάγματα με σκοπό την περαιτέρω διευκρίνηση της έννοιας τους ώστε να καθίστανται απόλυτα σαφή, χρησιμοποιήθηκαν από τα αγγλικά δικαστήρια σε σειρά αποφάσεων τους. Χρήσιμη αναφορά, σε υποθέσεις όπου ασκήθηκε αυτή η εξουσία, μπορεί να γίνει, στις εξής αποφάσεις: Re Roper, 45 Ch. D. 226, η οποία αφορούσε οδηγίες ως προς έξοδα, Re Inchcape [1942] Ch. 394, η οποία επίσης αφορούσε οδηγίες ως προς τα έξοδα, Armitage v. Parsons [1908] 2 K.B. 410, η οποία αφορούσε στη διόρθωση υπερβολικού ποσού εξόδων και Doswell v. Norton, 18 T.L.R. 228, η οποία αφορούσε στη διόρθωση της κλίμακας των εξόδων. Η αίτηση για διόρθωση λάθους ή παραλείψεως δυνάμει της Δ.25, θ. 6 ή της συμφυούς εξουσίας του δικαστηρίου γίνεται, με αίτηση, στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την απόφαση ή το διάταγμα. Στην προκείμενη περίπτωση η προαναφερόμενη απόφαση εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, με τριμελή σύνθεση Εφετείου, και η υπό εξέταση αίτηση επίσης καταχωρίστηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο υπό τριμελή σύνθεση Εφετείου. Το γεγονός ότι δύο από τα τρία μέλη του Εφετείου, το οποίο εξετάζει την παρούσα αίτηση, είναι διαφορετικά από τα μέλη του Εφετείου που εξέδωσε την απόφαση, δεν περιλαμβάνεται στους λόγους ένστασης του εφεσίβλητου - καθ' ου η αίτηση, ούτε και προβλήθηκε ενώπιόν μας. Υπό τις περιστάσεις δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω αυτό το θέμα δεδομένου μάλιστα του γεγονότος, το οποίο ήδη αναφέραμε, του θανάτου του ενός μέλους του Εφετείου που εξέδωσε την απόφαση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης της αποφάσεις στις υποθέσεις E.G.Falekkos Ltd v Reana Manufacturers Ltd.
(1999)1 A.A.Δ. 443, Γεωργίου v Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1043 και Γεώργιος Σοφοκλέους κ. α. ν Alpha Bank Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1478 και το Annual Practise του 1958, Vol. 1, σελίδες από 633 έως 636 και το White Book 2004, Vol. 1, παράγραφο 40.12.1, σελίδα 1006. [vii] Βλ. Θεόδωρος Λαζάρου ν Νεμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1101. [viii] Στην αγγλική απόφαση Hatton v Harris [1892] A.C. 547 που μνημονεύεται στην υπόθεση Katarina Shipping Inc. v The Cargo Now On Board On The Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 486, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «There is one observation which I ought to make, and it is this, that there may possibly be cases in which an application to correct an error of this description would be too late. The rights of third parties may have intervened, based upon the existence of the degree and ignorance of any circumstances which would tend to shew that it was erroneous, so as to disentitle the parties to the suit or those interested in it to come at so late a period and ask for the correction to be made. There might be a ground of that description which would induce the tribunal to say "No; although this is a slip, and one which would have been corrected at the time, you have delayed so long that you have allowed rights to grow up which it would now be unjust to prejudice, and it is impossible to make the correction."». Επίσης, στην αγγλική υπόθεση Tank Ming Co. Ltd. v Yee Sang Metal Supplies Co. [1973] 1 All E.R. 569, P.C., η οποία επίσης αναφέρεται στην απόφαση του Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Χατζηαναστασσίου στην υπόθεση Katarina Shipping Inc. ανωτέρω, αναφέρονται τα εξής: «Finally there is the question of discretion. Even though the requirements of the slip rule are satisfied, and the Court is not precluded from making an order under it by any res judicata in the narrow or the extended sense, there is nevertheless a discretion in the Court to refuse an order under the slip rule if something has intervened which would render it inexpedient or inequitable to do so: Moore v. Buchanan ([1967] 3 All E.R. 273) following Lord Watson in Hatton v. Harris ([1892] A.C. 547 at 560). In this case there was considerable delay by the respondents before they made their application under the slip rule. It does not appear, however, that the delay caused the appellants to take any step which they would otherwise have refrained from taking or to omit any step [*508] which they would otherwise have taken. The liability for interest was of course dependent on the liability for the principal sum, the balance due to the respondents, and there was no final decision as to the appellants' liability for the principal sum until the appeal to Her Majesty in Council was dismissed by Order in Council on 27th October 1971. There were also factors in favour of making the order under the slip rule. The respondents had been kept out of their money—the b lance due to them, for which the appellants have been held responsible—for several years, and it is just that they should have interest on it. Also they had asked for interest in their statement of claim, and had indicated when directions were given on 8th February 1969 that they intended to apply for interest 'at the appropriate time', and they had made the application for interest on 6th August, 1969, which was rejected by Briggs J. for want of jurisdiction on 16th August 1969, and they made their application under the slip rule on 26th May, 1970. Thus they had taken several steps with a view to recovering interest. This question of discretion was carefully considered by both Courts below, and no sufficient ground has been shown to their Lordships for interfering with the exercise of the discretion which was made by Pickering J. and affirmed by the Full Court.». Βλ. επίσης και την απόφαση Moore v Buchanan, [1967] 3 All E.R. 273, C.A. [ix] Οι σχετικές αρχές, συνοψίζονται στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Θεόδωρος Λαζάρου ν Νεμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1101, δια του έντιμου Δ. Α. Δ. Ναθαναήλ, ως εξής: «Έχοντας εν τέλει εξετάσει με τη δέουσα προσοχή το εγερθέν ζήτημα, κρίνεται ότι η αίτηση πρέπει να επιτύχει όχι όμως στη βάση της Δ.25 θ.6, αλλά στη βάση της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Αυτό, διότι, όπως έχει ερμηνευθεί η Δ.25 θ.6, η διόρθωση σε απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου αφορά είτε λανθασμένη αναγραφή ή τυπογραφικό λάθος («clerical mistakes»), είτε σε λάθη που προέρχονται από τυχαία παράλειψη. Η Δ.25 θ.6, εμπεριέχει τον κανόνα της απλής παράλειψης ή λάθους («slip rule») και έχει διεξοδικά αναλυθεί, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Katarina Shipping v. Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 486, καθώς και στην υπόθεση Ορφανίδης ν. Μιχαηλίδη
(1968)1 C.L.R. 295. Η εφαρμογή του «slip rule» σημαίνει τη δυνατότητα διόρθωσης παραλείψεων ή λαθών άνευ ουσιαστικής σημασίας αναγόμενα στην εκ παραδρομής τυπογραφική παράλειψη διατύπωσης γεγονότος κατά τη σύνταξη της απόφασης ή του διατάγματος, που φανερά δεν μεταφέρουν ορθά είτε το λεκτικό το οποίο αποτέλεσε το σκεπτικό του Δικαστηρίου, είτε τη σημασία του. Το τελεσίδικο των δικαστικών αποφάσεων, περιλαμβανομένων και αυτών στο επίπεδο του Εφετείου, δεν αφήνει περιθώρια για διόρθωση αποφάσεων με τη συμπερίληψη διαταγών που αφορούν ουσιαστικές ρυθμίσεις και οι οποίες δεν μπορούν να ταξινομηθούν ως λάθη, (Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2008)1 Α.Α.Δ. 744). Το αντίστοιχο O.28 r.11 των τότε ισχυόντων Αγγλικών Θεσμών, έχει ερμηνευθεί κατά αυτό τον τρόπο και όπως εξηγείται στο Annual Practice 1958 σελ. 633-644, το λάθος ή η παράλειψη πρέπει να αφορά σε λάθος στην έκφραση της πρόδηλης πρόθεσης του Δικαστηρίου. Εάν η απόφαση ή διάταγμα συνταχθεί στη βάση της απόφασης, όπως αυτή έχει εκφραστεί και διατυπωθεί, δεν μπορεί να γίνει διόρθωση εφόσον δεν θεωρείται ότι υπήρχε απλή γραμματική ή λανθασμένη αναγραφή, λάθος ή παράλειψη στη διατύπωση της απόφασης ή του διατάγματος. Στην Oxley & others v. Link [1914] 2 K.B. 734, λέχθηκε ότι για να έχει εφαρμογή το «slip rule», πρέπει να διαπιστωθεί ότι ορισμένα μέλη της απόφασης είναι ορθά και ορισμένα λάθος που χρήζουν διόρθωσης. Εάν η απόφαση είναι ορθή, τότε είναι δυνατή η διόρθωση με την προσθήκη κάποιου δεδομένου εάν το λάθος οφείλεται σε παράλειψη το οποίο χρειάζεται τροποποίηση ή διόρθωση κάποιου είδους. Από αυτή την άποψη το λεκτικό της καταληκτικής απόφασης του Εφετείου είναι σαφέστατο και δεν αφήνει περιθώρια εφαρμογής της Δ.25 θ.
  1. Υπάρχει όμως πάντοτε η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιεί τις αποφάσεις ή τα διατάγματα του ώστε να μεταφερθεί ορθά το μήνυμα τους ή να τα αποσαφηνίσει. Όπως αναφέρεται επί λέξει στη σελ. 633 του Annual Practice 1958, όπου στα πλαίσια του σχολιασμού του O. 28 r. 11, εξηγείται και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου: "Apart from the Rule, the Court has an inherent power to vary its own orders so as to carry out its own meaning and to make its meaning plain (Lawrie v. Lees, 7 App. Cas. Pp. 34, 35; Milson v. Carter [1893] A.C. 640; Kay v. Lovell, [1941] Ch. 420); City Housing Trust, [1942] Ch.
  2. "Where an error of that kind has been committed it is always within the competency of the Court, if nothing has intervened which would render it inexpedient or inequitable to do so, to correct the record in order to bring it into harmony with the order which the Judge obviously meant to pronounce."». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.