ΜΑΡΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. ΑΝΤΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 2818/2011, 8/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A203 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 2818/2011 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Ενάγουσας - και - ΑΝΤΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 08/12/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Μανώλης Χρ. Χριστοδούλου Για την Εναγομένη: κ. Άρης Ν. Κλεάνθους για την Ν. Κ. Κλεάνθους & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
- Η Ενάγουσα, με αυτή την Αγωγή, αξιώνει εναντίον του Εναγομένου, τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. €2.500 ποσό το οποίο οφείλεται ως χρέος ή/και επιστρεπτέο δυνάµει διάρρηξης συµφωνίας ή/και σύµφωνα µε τις διατάξειw περί αδικαιολόγητου πλουτισµού ή/και άλλως πως. Β. Γενικές αποζηµιώσεις για την επίθεση ή/και εκβίαση ή/και απειλές του εναγόµενου ή/και για παραβίαση των ανθρωπίνων και/ή νόµιµων και/ή συνταγµατικών δικαιωµάτων της ενάγουσας να τυγχάνει σεβασµού η ιδιωτική ή/και οικογενειακή της ζωή ή/και υπόληψη ή/και αξιοπρέπεια ή/και προσωπικότητα ή/και η ψυχική ή/και σωµατική της υγεία, που έλαβε χώρα µέσω απειλητικών τηλεφωνηµάτων του εναγόµενου. Γ. Τόκο 9% αρχοµένης από 09/06/2009 ή/και όπως αποφασίσει το δικαστήριο. Δ. Έξοδα της παρούσας Αγωγής.».
- Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, σημειώνεται, ο συνήγορος της Ενάγουσας, απέσυρε την απαίτηση της Ενάγουσας, ως αυτή εμφαίνεται στο Β αιτητικό της έκθεσης απαίτησης της (ανωτέρω), περιορίζοντας έτσι την απαίτηση της Ενάγουσας στις θεραπείες υπό τα στοιχεία Α, Γ και Δ του αιτητικού της έκθεσης απαίτησης της. [Β]. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
- Προχωρώ να συνοψίσω, την εκατέρωθεν των διαδίκων εκδοχή, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς. Η υπόθεση της Ενάγουσας
- Η Ενάγουσα, με την έκθεση απαίτηση της, υποστήριξε την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Σε κάθε ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα, διατηρούσε ινστιτούτο αισθητικής στην κοινότητα της Ξυλοφάγου της Επαρχίας Λάρνακας. ii. Κατά ή περί την 23/04/2009, η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των €5.000 στο Εναγόμενο, µέσω επιταγής αρ. 13986110, η οποία εκδόθηκε ή/και εξαργυρώθηκε από τον Εναγόμενο, για την αγορά μηχανήματος φωτόλυσης. Δύο ή τρείς ημέρες μετά την καταβολή ή/και είσπραξη του πιο πάνω ποσού από τον Εναγόμενο, η Ενάγουσα, προτού λάβει οποιοδήποτε μηχάνημα ή/και νόμιμο αντάλλαγμα από τον Εναγόμενο, ακύρωσε την συμφωνία αγοράς του προαναφερομένου μηχανήματος και ζήτησε από τον Εναγόμενο την επιστροφή των χρημάτων της. iii. Ο Εναγόμενος, αποδεχόμενος την ακύρωση της συμφωνίας, κατά ή περί την 09/06/2009 επέστρεψε το ποσό των €2.500 στην Ενάγουσα ή/και στον αντιπρόσωπο, της δια µέσω τραπεζικού λογαριασμού, υποσχόμενος ότι θα της επιστρέψει το όλο ποσό που του κατέβαλε. iv. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας, και τις προηγούμενες υποσχέσεις του Εναγόμενου, ο Εναγόμενος αρνείται ή/και αµελεί να της επιστρέψει το υπόλοιπο ποσό των €2.500, βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες, ποσό το οποίο κατακρατεί παράνομα. v. Ο Εναγόμενος δια µέσω τηλεφώνου, επιτέθηκε ή/και απείλησε ή/και εκβίασε την Ενάγουσα εκτοξεύοντας απειλές σχετικά µε τη ζωή ή/και σωματική της ακεραιότητα για να µην συνεχίσει να απαιτεί ή/και διεκδικεί ή/και αξιώσει τα χρήματα της, δια µέσω της νόμιμης οδού, προκαλώντας της φόβο ή/και παραβιάζοντας µε αυτό τον τρόπο τα νόμιμα ή/και Συνταγματικά της δικαιώματα ή/και την ανθρωπινή υπόσταση της. Η υπόθεση του Εναγομένου
- Ο Εναγόμενος, με την έκθεση υπεράσπισης του, αρνήθηκε την από πλευράς Ενάγουσας εκδοχή γεγονότων και υποστήριξε την δική του ακόλουθη εκδοχή: i. Ο Εναγόμενος, παραδέχεται ότι η Ενάγουσα διατηρούσε ινστιτούτο αισθητικής στην κοινότητα της Ξυλοφάγου της Επαρχίας Λάρνακας. Όπως επίσης παραδέχεται και ότι, κατά ή περί την 23/04/2009, η Ενάγουσα του κατέβαλε το ποσό των €5.000, µέσω επιταγής αρ. 13986110, η οποία εκδόθηκε ή/και εξαργυρώθηκε από αυτόν, για την αγορά μηχανήματος φωτόλυσης. Τέλος, ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι η Ενάγουσα ακύρωσε την μεταξύ τους συμφωνία και ότι αυτός της επέστρεψε το ποσό των €2.
- ii. Αρνείται κατηγορηματικά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ως ψευδείς, αναληθείς και αστήριχτους και θέτει την ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Ισχυρίζεται ότι τα αληθή γεγονότα έχουν ως εξής: (α) Κατά ή περί τον Απρίλιο του έτους 2009, η Ενάγουσα συμφώνησε όπως αγοράσει και κατ' επέκταση παρήγγειλε μηχάνημα φωτόλυσης από τον Εναγόμενο, στην τιμή των €18.
- Προς τον σκοπό αυτό, ο Εναγόμενος μετέβαινε για ένα διάστημα δέκα περίπου ημερών, καθημερινά, μαζί µε υπάλληλο του, στην Ξυλοφάγου, στο ινστιτούτο αισθητικής της Ενάγουσας, ούτως ώστε η Ενάγουσα να λάβει εκπαίδευση για τα του μηχανήματος. Για τους σκοπούς της εν λόγω εκπαίδευσης, χρησιμοποιούσαν μηχάνημα το οποίο ανήκει στον Εναγόμενο. (β) Μετά την καταβολή του ποσού €5.000, ως προκαταβολή για την αγορά του μηχανήματος, όπως είχε συμφωνηθεί, η Ενάγουσα, χωρίς καμία αιτιολογία, αποφάσισε να υπαναχωρήσει από την συμφωνία. Ο Εναγόμενος, παρά το γεγονός ότι έμεινε εκτεθειμένος και απώλεσε χρόνο εργασίας και έξοδα (μεταφορά στην Ξυλοφάγου, έξοδα υπαλλήλου, φθορά λόγω της χρήσης του μηχανήματος του κ.τ.λ.) για την σχετική εκπαίδευση της Ενάγουσας, συμφώνησε όπως διευκολύνει την Ενάγουσα και δεν έφερε οποιαδήποτε αντίρρηση στην ακύρωση της μεταξύ τους συμφωνίας. (γ) Είχε συμφωνηθεί ρητά και έγινε αποδεκτό και από τα δύο μέρη, ότι, ένεκα της απώλειας χρόνου, εργασίας και εξόδων που υπέστη ο Εναγόμενος, πλέον το γεγονός ότι θα είχε στο κατάστημα του απούλητο το μηχάνημα που παρήγγειλε η Ενάγουσα, ο Εναγόμενος θα επέστρεφε µόνο το ποσό των €2.500, και θα κρατούσε το υπόλοιπο ποσό για κάλυψη των εξόδων του και απώλειας χρόνου εργασίας, όπως και έπραξε µε πλήρη συγκατάθεση από την πλευρά της Ενάγουσας. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι από το 2009 που η Ενάγουσα ακύρωσε την συμφωνία, το μηχάνημα φωτόλυσης που παρήγγειλε η Ενάγουσα, παραμένει μέχρι σήμερα στο κατάστημα του Εναγομένου απούλητο, στην ζημιά του Εναγομένου. iii. Ο Εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά ότι, δια µέσω τηλεφώνου επιτέθηκε ή/και απείλησε ή/και εκβίασε την Ενάγουσα, εκτοξεύοντας απειλές σχετικά µε τη ζωή ή/και σωματική της ακεραιότητα για να µην συνεχίσει να απαιτεί ή/και διεκδικεί ή/και αξιώσει τα χρήματα της δια µέσω της νόμιμης οδού, προκαλώντας της φόβο ή/και παραβιάζοντας µε αυτό τον τρόπο τα νόμιμα ή/και Συνταγματικά της δικαιώματα ή/και την ανθρωπινή υπόσταση της. Πρόκειται για ισχυρισμό αναληθή, εκδικητικό και µη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα και θέτει την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Εν πάση περιπτώσει, οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας είναι άσχετοι µε το επίδικο θέμα. iv. Αρνείται ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε οποιανδήποτε από τις αξιώσεις της και ζητά την απόρριψη της αγωγής ως ενοχλητικής, ανεδαφικής, ατεκμηρίωτης και εκδικητικής, µε έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας. Οι μάρτυρες
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, παρουσιάστηκαν και έδωσαν στο Δικαστήριο, μαρτυρία, τα εξής πρόσωπα: i. Η κα Μαρία Βασιλείου (στο εξής καλούμενη «η Ενάγουσα» ή ανάλογα της περίπτωσης, «η ΜΕ1»). ii. Ο κ. Σάββας Ηλία (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ2»).
- Προς υπεράσπιση του Εναγομένου, παρουσιάστηκαν και έδωσαν στο Δικαστήριο, μαρτυρία, τα εξής πρόσωπα: i. Ο κ. Αντρέας Γεωργίου (στο εξής καλούμενος «ο Εναγόμενος» ή ανάλογα της περίπτωσης, «ο ΜΥ1»). Και ii. Ο κ. Γιώργος Ιωάννου Ρωσσίδης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2»). Τα παραδεκτά γεγονότα
- Κατά την εξέλιξη της δίκης (βλ. πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου ημερομηνίας 09/11/2015), οι διάδικοι, δήλωσαν στο Δικαστήριο μέσω των συνηγόρων τους, ως παραδεκτά, τα εξής γεγονότα: i. Ότι, την 09/06/2009, ο Εναγόμενος επέστρεψε στην Ενάγουσα, το ποσό των €2.
- Η εκτίμηση της μαρτυρίας - οι αρχές
- Σύμφωνα με την νομολογία, όταν από την μαρτυρία που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο από τους διαδίκους, προκύπτει, ότι, υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα [[i]], βάσει των οποίων, εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται [[ii]]. Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού [[iii]].
- Στην προκείμενη περίπτωση, δικογραφικά, οι διάδικοι, σε κάποια από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, παρουσίασαν ως προς αυτά, ο κάθε ένας, μία διαφορετική εκδοχή. Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης της, η κάθε πλευρά, παρουσίασε την μαρτυρία των προσώπων που έχουν προαναφερθεί. Τα πρόσωπα αυτά, αντεξετάστηκαν από την αντίδικη πλευρά, και, ως προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, αρκετές θέσεις, αντίθετες με την μαρτυρία τους, τους υποβλήθηκαν ως ορθές, χωρίς όμως αυτές να γίνουν αποδεκτές. Συνεπώς, από απόψεως γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές ως προς τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, που, καθιστούν αναγκαία την εκτίμηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο.
- Ως προς τα προαναφερόμενα, αναγκαία είναι η εξής επισήμανσης, που πρέπει να γίνει καθότι αφορά ζήτημα άρρηκτα συνυφασμένο με την εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, προς μάρτυρες, κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[iv]]. Συνεπώς, ο τρόπος που προσεγγίστηκε η μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς του αντιδίκου, κατά την αντεξέταση των προσώπων που κλήθηκαν στο Δικαστήριο για τον σκοπό, και ποιες θέσεις υποβλήθηκαν στα πρόσωπα αυτά ως ορθές, σε ότι αφορά τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκαν, και τι μαρτυρία τελικά κλήθηκε από πλευράς του διαδίκου αυτού προς τεκμηρίωση τους, συνεκτιμούνται επίσης από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, με γνώμονα πάντοτε και τις δικογραφημένες θέσεις της κάθε πλευράς.
- Προχωρώ, συνεπώς, να διακριβώσω την αληθοφάνεια, ακρίβεια ή και ορθότητα της μαρτυρίας, και συνακόλουθα, εάν κριθεί ως τέτοια (και όχι, δηλαδή, ανακριβής, αναξιόπιστη, ψευδής ή λανθασμένη), τι βάρος ή σημασία μπορεί να της αποδοθεί. Εκεί και όπου βρίσκω, ότι, μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει αποδεκτή (falsus in uno), μνημονεύω το γεγονός ειδικά, ως επίσης και τους λόγους, αφενός, για την αποδοχή του συγκεκριμένου μέρους της και αφετέρου, για την απόρριψη του υπολοίπου της [[v]].
- Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του αριθμού των μαρτύρων που κάθε διάδικος παρουσιάζει στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης του, αποφασιστικής σημασίας παράγοντας κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, αποτελεί η ποιότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένη φόρμουλα για την εκτίμηση από το Δικαστήριο της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου, κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί, της ζωής (ως συναρτώμενοι με το τι είναι πιο εύλογα αναμενόμενο από ένα μέσο άνθρωπο), έχουν καθιερωθεί ότι προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του.
- Μέσα, λοιπόν, στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου.
- Σε πρώτο στάδιο [[vi]], εκτίμησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων, που, ως προανέφερα, είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων: η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων (με την ίδια την μαρτυρία τους ή και με προηγούμενες τους δηλώσεις); η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους και η συνοχή της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό; η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια (και δη σε ποιο βαθμό αυτό επηρέασε την μαρτυρία τους); οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποία ιδιότητα; η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους; όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του [[vii]]. Σε κάθε περίπτωση, τονίζω, ότι, η εκτίμηση στην οποία προβαίνω αμέσως μετά, βάσει, μεταξύ άλλων, των προαναφερόμενων παραγόντων, δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό [[viii]].
- Σε δεύτερο στάδιο [[ix]], εξέτασα την μαρτυρία, κρίνοντας την από την εντύπωση που τα πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ενώπιον μου, μου δημιούργησαν, κατά την εξιστόρηση της εκδοχής τους. Η λειτουργία αυτή του Δικαστηρίου ενθυλακώνεται πολύ εύστοχα στην ακόλουθη σύντομη αναφορά του έντιμου Π. Ε. Δ., Α. Δαυίδ, στην απόφαση του στην Αγωγή υπ' αρ. 8352/06 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τράπεζα Πειραιώς Α. Ε. ν CLR Financial Services Ltd, 30/09/2016: «Το δεύτερο στάδιο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εξάλλου εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά την νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας.». Συμπληρώνοντας, εν προκειμένω, περαιτέρω, στην συνέχεια της απόφασης του ο έντιμος Πρόεδρος: «Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κυνδίνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη (2002 1(Α) Α.Α.Δ. 401, αλλά και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο ειδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ. α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676).». Η μαρτυρία της Ενάγουσας / ΜΕ1
- Η Ενάγουσα, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι αισθητικός και για σκοπούς της εργασίας της, διατηρούσε ινστιτούτο αισθητικής στην κοινότητα της Ξυλοφάγου. ii. Περί τον Απρίλιο του έτους 2009, κάποια συνάδελφος της, της σύστησε τον Εναγόμενο, ο οποίος, όπως της είχε αναφέρει, πωλούσε διάφορα μηχανήματα «σχετικά µε τον τομέα της αισθητικής». iii. Πράγματι, περί τον Απρίλιο το ίδιου έτους, ο Εναγόμενος την επισκέφθηκε στην οικία της για να της διαφημίσει και να της παρουσιάσει ένα συγκεκριμένο προϊόν, ήτοι, ένα μηχάνημα φωτόλυσης. Η ίδια, δεν είχε ποτέ επισκεφτεί το κατάστημα του Εναγομένου. iv. Είχε τότε αναφέρει στον Εναγόμενο ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει για το μηχάνημα και ότι, για την αγορά του, θα έπρεπε να εξασφαλίσει δάνειο από την τράπεζα. Με αυτά τα δεδομένα, συμφώνησε προφορικά με τον Εναγόμενο να παραγγείλει το συγκεκριμένο μηχάνημα που ο Εναγόμενος της είχε υποδείξει από τα διάφορα διαφημιστικά έντυπα που είχε στη κατοχή του. Ήταν όρος της συμφωνίας της με τον Εναγόμενο, ότι θα του κατέβαλλε το ποσό των €5.000 έναντι του συνολικού τιμήματος που είχε συμφωνηθεί για την αγορά του μηχανήματος. Αυτό, έγινε κάποιες ημέρες μετά. Συγκεκριμένα, την 23η/04/2009, η Ενάγουσα κατέβαλε στον Εναγόμενο με επιταγή της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας με αριθμό 13986110, το ποσό των €5.
- Αντίγραφο της εν λόγω επιταγής, σημειώνεται, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από την Ενάγουσα προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού της (Τεκμήριο 1). v. Ακολούθως, μετά από δύο ή τρεις ημέρες, ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι δεν θα προχωρούσε µε την αγορά του μηχανήματος, ακυρώνοντας έτσι την παραγγελία της προς αυτόν, ζητώντας του παράλληλα και την επιστροφή της προκαταβολής. Ο Εναγόμενος, είχε τότε αποδεχθεί την ακύρωση της συμφωνίας και της ανέφερε ότι θα της επέστρεφε το εν λόγω πόσο, όμως, για να το πράξει, της ζήτησε χρόνο. Την 09η/06/2009, ο Εναγόμενος, αντί του όλου ποσού που η Ενάγουσα του είχε πληρώσει (ήτοι, αντί αυτό των €5.000), κατέθεσε στον λογαριασμό του συζύγου της, μόνον το ποσό των €2.
- vi. Μετά από αυτή την εξέλιξη, η Ενάγουσα επικοινώνησε με τον Εναγόμενο τηλεφωνικώς, επανειλημμένα, ζητώντας του επιστροφή και του υπολοίπου, όμως ο Εναγόμενος, προβάλλοντας της διάφορες δικαιολογίες, αρνιόταν να συμμορφωθεί. Μοναδική πλέον διέξοδος για την Ενάγουσα, ένεκα της απαράδεκτης συμπεριφοράς του Εναγομένου, ήταν να αποταθεί στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσει εναντίον του θεραπεία. vii. Οι ισχυρισμοί του Εναγομένου ότι αυτός επισκεπτόταν την κατοικία της για σκοπούς εκπαίδευσης της σε ότι αφορούσε την χρήση του μηχανήματος, είναι ψευδείς και ανακριβείς. Ο Εναγόμενος, µόνο µια φόρα πήγε στην κατοικία της. Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός του Ενάγοντα είναι κατασκευασμένος, αφού, η ίδια, δύο ή τρείς ημέρες μετά την παραγγελία του μηχανήματος, είχε ενημερώσει τον Εναγόμενο ότι δεν θα προχωρούσε με την συμφωνία. Εν προκειμένω, η Ενάγουσα σημείωσε επιπρόσθετα, ότι, δεν συμφώνησε ποτέ με τον Εναγόμενο ότι αυτός θα κατακρατούσε οποιοδήποτε ποσό. Αλλά αντιθέτως, είχε συμφωνήσει με τον Εναγόμενο, ότι, ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής θα της επιστρεφόταν. Η μαρτυρία του ΜΕ2
- Ο ΜΕ2, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι ο σύζυγος της Ενάγουσας. Γνωρίζει για την Συμφωνία μεταξύ της συζύγου του και του Εναγομένου, γιατί, όταν Ενάγουσα και Εναγόμενος προσήλθαν σε αυτήν (στο ινστιτούτο αισθητικής που η Ενάγουσα διατηρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στο χωριό Ξυλοφάγου), ήταν και ο ίδιος παρόν. ii. Η Συμφωνία, έγινε αναφορικά με την αγορά «ενός μηχανήματος αισθητικής». Η Ενάγουσα, συμφωνήθηκε ότι θα πλήρωνε τον Εναγόμενο, προκαταβολικά, το ποσό των €5.000, το δε υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης που είχε συμφωνηθεί για την αγορά του, η Ενάγουσα θα το εξασφάλιζε από δανεισμό, και ως εκ τούτου, στην περίπτωση που ο δανεισμός του δεν θα ήταν δυνατός, η Ενάγουσα θα είχε δικαίωμα να «ακυρώσει την πράξη», οπόταν ο Εναγόμενος θα είχε υποχρέωση να επιστρέψει το ποσό των €5.000 που θα του είχε ήδη καταβληθεί. iii. Πάμπολλες φορές απαιτήθηκε από τον Εναγόμενο η επιστροφή του ποσού των €5.000 ως είχε συμφωνηθεί, εντούτοις, ο Εναγόμενος επέστρεψε μόνο το ποσό των €2.
- iv. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ2, διευκρίνισε ότι, κατά την επίσκεψη του Εναγομένου στο ινστιτούτο της Ενάγουσας (το οποίο βρισκόταν στον ίδιο χώρο με την κατοικία τους), ο Εναγόμενος είχε υποδείξει στην Ενάγουσα το μηχάνημα που τελικά η Ενάγουσα συμφώνησε να αγοράσει από αυτόν, σε διαφημιστικά φυλλάδια που είχε στην κατοχή του και την ενημέρωσε για αυτό, γενικά. Την ίδια ημέρα είχε γίνει και η συμφωνία για την αγορά του μηχανήματος μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου και είχε πληρωθεί στον Εναγόμενο και το ποσό των €5.000, ως προκαταβολή, tο οποίο ποσό (των €5.000), ο ΜΕ2 και η Ενάγουσα, το είχαν άμεσα διαθέσιμο. Ο Εναγόμενος ήταν αυτός που ζήτησε να πάρει προκαταβολή, χωρίς όμως να επεξηγήσει αν υπήρχε κάποιος ειδικός σκοπός που την ζητούσε, πέραν του ότι η προκαταβολή ήταν αναγκαία για τους σκοπούς της υποβληθείσας παραγγελίας. Ο ίδιος (ο ΜΕ2), δεν γνωρίζει κατά πόσον ο Εναγόμενος πραγματικά παρήγγειλε το μηχάνημα. Ήταν ένα γεγονός πραγματικά αδιάφορο για την Ενάγουσα και τον ίδιο, καθότι, η συμφωνία της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο, ήταν, ότι, στην περίπτωση που η Ενάγουσα δεν εξασφάλιζε δάνειο για την εξόφληση του υπόλοιπου του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς του μηχανήματος, θα μπορούσε να ακυρώσει την συμφωνία. Στο μάρτυρα υποβλήθηκε η θέσης του Εναγομένου περί του γεγονότος ότι, ο Εναγόμενος, αμέσως αφότου έλαβε την προκαταβολή, παρήγγειλε το μηχάνημα από το εξωτερικό και μάλιστα, όπως αυτό του αποστελλόταν αεροπορικώς, στην βάση σχετικής απαίτησης της Ενάγουσας που το ήθελε να της παραδοθεί το συντομότερο δυνατόν (καθότι «με το πλοίο θα καθυστερούσε περισσότερο»). Θέση με την οποία ο ΜΕ2 διαφώνησε. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ2, δήλωσε άγνοια ως προς το κατά πόσο ο Εναγόμενος υπέβαλε αμέσως την παραγγελία για το μηχάνημα με το που πληρώθηκε την προκαταβολή, και αρνήθηκε ότι η Εναγόμενη του είχε ζητήσει να διευθετηθεί η μεταφορά του μηχανήματος αεροπορικώς. Δήλωσε όμως, ότι, γνώριζαν με την Ενάγουσα ότι ο Εναγόμενος θα παράγγελνε το μηχάνημα από το εξωτερικό. v. Η Ενάγουσα, εξ όσων γνωρίζει, δεν έλαβε οποιαδήποτε εκπαίδευση για το πώς θα χρησιμοποιούσε το μηχάνημα. Αν ο Εναγόμενος είχε επισκεφτεί την Ενάγουσα πέραν της μίας φοράς (και για αυτό τον σκοπό, δηλαδή της εκπαίδευσης της), η Ενάγουσα σίγουρα θα του το είχε αναφέρει, επειδή, για αυτούς (ως ανδρόγυνο), η αγορά του μηχανήματος ήταν σημαντική, από την άποψη του ότι, για την αγορά της, θα πλήρωναν ένα μεγάλο ποσό. Η Ενάγουσα, δεν έλαβε καμία εκπαίδευση από τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος, υποστήριξε ο ΜΕ2, θα εκπαίδευε την Ενάγουσα, αφού θα πληρωνόταν το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος για την αγορά του μηχανήματος. vi. Η συμφωνία με τον Εναγόμενο, ακυρώθηκε από την Ενάγουσα, δύο ή τρείς ημέρες μετά που οι δύο τους προσήλθαν σε αυτήν (την ίδια ημέρα που η Ενάγουσα πληροφορήθηκε από την τράπεζα στην οποία αποτάθηκε για δάνειο, ότι αυτό δεν μπορούσε να της εγκριθεί), που μπορεί χρονικά να συνέπιπτε και με την ημέρα που η τραπεζική επιταγή που εκδόθηκε για την πληρωμή του ποσού της προκαταβολής (των €5.000) προς τον Εναγόμενο ήταν πληρωτέα από την τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Η ακύρωση όμως της συμφωνίας, δεν έγινε έγκαιρα, ώστε η επιταγή να μην πληρωνόταν. Διευκρινίζοντας εν προκειμένω αντεξεταζόμενος, ότι, δεν έγινε από πλευράς Ενάγουσας, κανένα διάβημα για να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής με την τράπεζα επί της οποίας αυτή εκδόθηκε. Αρνήθηκε ο ΜΕ2 την θέση που του υποβλήθηκε από πλευράς Εναγομένου, ότι, η ακύρωση της συμφωνίας από την Ενάγουσα, έγινε δέκα ημέρες μετά αφότου τιμήθηκε η τραπεζική επιταγή που δόθηκε στον Εναγόμενο προς εξόφληση της προκαταβολής. vii. Δύο ή τρεις μήνες μετά από την ακύρωση της συμφωνίας, ο Εναγόμενος, μετά από απαιτήσεις της Ενάγουσας μέσω του ιδίου, επέτρεψε στην Ενάγουσα το ποσό των €2.
- Αρνήθηκε ο ΜΕ2 εισήγηση που του έγινε από πλευράς Εναγομένου, ότι, με την επιστροφή του ποσού των €2.500 διευθετήθηκαν, ως είχε σχετικά συμφωνηθεί, όλες οι εκατέρωθεν, Ενάγουσας και Εναγομένου, απαιτήσεις, που είχαν προκύψει λόγω της ακύρωσης της συμφωνίας. Ερωτηθείς σχετικά, ανέφερε ότι δεν θυμόταν εάν ο Εναγόμενος είχε ισχυριστεί ότι είχε υποστεί ζημιά λόγω της ακύρωσης της συμφωνίας. Διερωτήθηκε όμως, τι ζημία θα μπορούσε ο Εναγόμενος να πάθει υπό τις περιστάσεις. Στον ΜΕ2 υποβλήθηκε η θέσης του Εναγομένου, ότι, ο τελευταίος, έπαθε ζημιά, τουλάχιστον €10.000, λόγω του ότι το μηχάνημα που παρήγγειλε για την Ενάγουσα, δεν κατέστη δυνατόν να το πωλήσει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Θέση με την οποία ο ΜΕ2 δεν συμφώνησε, εκφράζοντας άγνοια για τα του ισχυριζόμενου αυτού γεγονότος. Παράλληλα, υποβλήθηκε στον ΜΕ2 και η θέση του Εναγομένου, ότι, ο Εναγόμενος, στις απαιτήσεις του ΜΕ2 για την Ενάγουσα για επιστροφή του ποσού της προκαταβολής, ο Εναγόμενος είχε αναφέρει στον ΜΕ2 ότι θα ανέμενε να δει ποια θα ήταν η ζημιά του από το γεγονός της ακύρωσης της συμφωνίας, προτού συμφωνούσε για την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού. viii. Διευκρίνισε ο ΜΕ2, ότι, ο λόγος που η Ενάγουσα καθυστέρησε για δυόμιση και πλέον χρόνια (από της ακύρωσης της συμφωνίας) την έγερση αυτής της Αγωγής, ήταν γιατί ο Εναγόμενος, για μία περίοδο στην αρχή, ζητούσε και εξασφάλιζε από την Ενάγουσα χρόνο για να δυνηθεί να της επιστρέψει το ποσό που είχε προπληρωθεί και μεταγενέστερα, λόγω της καθυστέρησης στο να τροχοδρομηθεί μία δικαστική διαδικασία. Η μαρτυρία του Εναγομένου / ΜΥ1
- Ο Εναγόμενος, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Ασχολείται µε το γενικό εμπόριο και κυρίως προμηθεύει αισθητικούς ανά το παγκύπριο µε μηχανήματα φωτόλυσης, κρέμες και άλλα παρόμοιας φύσης μηχανήματα και προϊόντα. ii. Τον Απρίλιο του έτους 2009 έλαβε τηλεφώνημα από την Ενάγουσα, η οποία του είχε συστηθεί από μία πελάτη του, επίσης αισθητικό στο επάγγελμα από το χωριό Δάλι, ότι ενδιαφερόταν για τα προϊόντα που εμπορευόταν. Ακολούθως τούτου, ο Εναγόμενος επισκέφτηκε την Ενάγουσα στην Ξυλοφάγου. Μαζί του είχε πάρει διάφορα διαφημιστικά και ενημερωτικά φυλλάδια, για διάφορα μηχανήματα αποτρίχωσης. Η Ενάγουσα, είχε τότε ενδιαφερθεί για συγκεκριμένο μηχάνημα αποτρίχωσης, αυτό της φωτόλυσης. Η Ενάγουσα, του είχε ζητήσει τότε να δει το συγκεκριμένο μηχάνημα, ή παρόμοιο του, στην πράξη, και έτσι είχε διευθετηθεί προς τούτο ραντεβού, για την αμέσως επόμενη ημέρα, στο ινστιτούτο της Ενάγουσας, µε κάποιους φίλους ή συγγενείς της, για να δει την λειτουργία του μηχανήματος. iii. Την αμέσως επόμενη ημέρα της πρώτης επίσκεψης του με την Ενάγουσα, ο Εναγόμενος είχε μεταβεί στην Ξυλοφάγου μαζί µε τη συνεργάτιδα / υπάλληλο του, µε μηχάνημα του που το χρησιμοποιούσε για επιδείξεις. Είχαν τότε εκτελέσει θεραπείες στα πρόσωπα που παρευρίσκονταν στο ινστιτούτο της Ενάγουσας. Τελειώνοντας, η Ενάγουσα είχε δηλώσει ευχαριστημένη με το μηχάνημα, όμως ήθελε να δει και πόσο αποτελεσματικό αυτό ήταν και σε ότι αφορούσε και άλλα μέρη του σώματος, στα οποία δεν είχε γίνει την ημέρα εκείνη δοκιμή. Ως εκ τούτου, την αμέσως επόμενη ημέρα, ο Εναγόμενος είχε και πάλι μεταβεί στην Ξυλοφάγου μαζί με την συνεργάτιδα / υπάλληλο του, Ίνα Σεργίδου (η οποία ήταν εκπαιδευμένη στις εν λόγω μηχανές) και λόγω του ότι, τα πρόσωπα στα οποία θα γινόταν η επίδειξη, ήταν γυναίκες και η θεραπεία θα γινόταν σε σημεία του σώματος που δεν επέτρεπε στον ίδιο να την εφαρμόσει, η εκτέλεση της θεραπείας (επίδειξη) με το μηχάνημα, έγινε από την υπάλληλο / συνεργάτιδα του Εναγομένου, στην παρουσία της Ενάγουσας. iv. Αφού είχε ολοκληρωθεί και η δεύτερη ημέρα επίδειξης και η Ενάγουσα είχε δηλώσει ευχαριστημένη και ενθουσιασμένη µε το συγκεκριμένο μηχάνημα, είχε πει στον Εναγόμενο ότι ήθελε να το αγοράσει. Παρών κατά την συγκεκριμένη συζήτηση, ήταν, τότε, και ο σύζυγος της Ενάγουσας, ΜΕ
- Ο Εναγόμενος, είχε τότε επεξηγήσει στην Ενάγουσα και τον ΜΕ2, ότι το συγκεκριμένο μηχάνημα ο ίδιος το παράγγελλε από τις Η. Π. Α. με μεταφορά µε πλοίο και ότι περίπου θα χρειαζόταν ένας μήνας για να φτάσει στην Κύπρο. Η Ενάγουσα όμως και ο ΜΕ2, του είχαν πει ότι δεν μπορούσαν να περιμένουν για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού είχαν πελατεία και ήθελαν να ξεκινήσουν χωρίς καθυστέρηση με την χρησιμοποίηση του. Έτσι, του είχε ζητηθεί από την Ενάγουσα και τον ΜΕ2, να παραγγείλει την μεταφορά του μηχανήματος αεροπορικώς, έτσι ώστε, να μπορούσε να την παραδώσει εντός διαστήματος όχι πέραν των δέκα ημερών. Τότε ήταν που ο ΜΕ2 είχε εκδώσει προς όφελος του την επιταγή Τεκμήριο 1 για €5.000, ως προκαταβολή, και του είχε ζητήσει να προχωρήσει με την παραγγελία, άμεσα. v. Ακολούθως, ο Εναγόμενος είχε αμέσως καταθέσει την επιταγή και είχε προχωρήσει αμέσως, ως όφειλε, και µε την παραγγελία της Ενάγουσας, διευθετώντας, δια μέσου του συνεργάτη του στις Η. Π. Α., όπως το μηχάνημα του παραδιδόταν αεροπορικώς. vi. Τις επόμενες ημέρες, είχε ακολουθήσει εντατική εκπαίδευση της Ενάγουσας, τόσο από τον ίδιο τον Εναγόμενο, όσο και από την συνεργάτιδα του Ίνα Σεργίδου, µε το μηχάνημα επίδειξης, που ήταν της ίδιας τεχνολογίας και μάρκας µε το μηχάνημα που είχε παραγγελθεί από την Ενάγουσα. Μηχανήματα, όπως το συγκεκριμένο που είχε παραγγελθεί από την Ενάγουσα, φέρουν πιστοποιητικό χειρισμού, το οποίο εφάπτεται σε αυτά. Ως είναι γνωστό, υποστήριξε, αυτά του είδους τα μηχανήματα, λόγω του ότι ο χειρισμός τους μπορεί, εάν κάποιος δεν έχει εκπαιδευτεί πώς να τα χρησιμοποιεί, να επιφέρει σοβαρά τραύματα ή ανεπανόρθωτη ζημιά στο πρόσωπο που λαμβάνει μέσω αυτών θεραπεία, να επιβάλλουν την εκπαίδευση του χρήστη τους. vii. Ο Εναγόμενος, μετέβαινε καθημερινά με την υπάλληλο / συνεργάτιδα του στην Ξυλοφάγου για την εκπαίδευση της Ενάγουσας στο μηχάνημα, η οποία είχε ολοκληρωθεί μετά πάροδο πέντε ημερών. Είχαν επεξηγήσει τότε στην Ενάγουσα την λειτουργία του μηχανήματος και η Ενάγουσα, το είχε, υπό την καθοδήγηση και επίβλεψη του Εναγομένου και της υπαλλήλου / συνεργάτιδας του, δοκιμάσει σε πελάτισσες του ινστιτούτου της. viii. Δύο ή τρείς περίπου ημέρες μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος είχε ειδοποιηθεί ότι το μηχάνημα είχε καταφθάσει και βρισκόταν στο τελωνείο, και προχώρησε με την διαδικασία εκτελώνισης του. Αμέσως, είχε τηλεφωνήσει στην Ενάγουσα για διευθετηθεί η παράδοσης του μηχανήματος, όμως είχε βρεθεί προ εκπλήξεως όταν η Ενάγουσα του είχε πει ότι δεν ήθελε πλέον το μηχάνημα. Της είχε τότε εξηγήσει ότι το μηχάνημα είχε ήδη φτάσει στην Κύπρο, και ότι ο ίδιος είχε ήδη πληρώσει για την παραλαβή του πολύ περισσότερα από το ποσό που η Ενάγουσα του είχε προκαταβάλει με την παραγγελία της. ix. Στο επόμενο διάστημα, των δύο περίπου μηνών, είχαν ακολουθήσει διάφορα τηλεφωνήματα και συζητήσεις τόσο από την Ενάγουσα αλλά και από τρίτους, που παρενέβαιναν για τη μεταξύ τους συμφωνία. Η αρχική θέση του Εναγομένου, ήταν ότι η Ενάγουσα θα έπρεπε να του καταβάλει ολόκληρο το ποσό του τιμήματος πώλησης του μηχανήματος και να παραλάβει το μηχάνημα. Αργότερα όμως, ο Εναγόμενος, είχε προτείνει στην Ενάγουσα να κρατήσει το ποσό των €5.000, και θα περίμενε μήπως και εξεύρισκε άλλο αγοραστή, ώστε, αναλόγως της ζημιάς ή του κέρδους του (και αν υπήρχε), να απαιτούσε επιπρόσθετο ποσό από την Ενάγουσα ή να της επέστρεφε την διαφορά. Τελικά, ο Εναγόμενος είχε προτείνει στην Ενάγουσα, αν συμφωνούσε, να κρατούσε το ποσό των €5.000, και να την απάλλασσε από την όποια «ενδεχόµενη µεγαλύτερη ζηµιά του». x. Παρόλα αυτά, μετά από αρκετές πιέσεις, συζητήσεις και τηλεφωνήματα, είχαν καταλήξει ότι θα επέστρεφε στην Εναγομένη το ποσό των €2.500 και θα κρατούσε το υπόλοιπο, δηλαδή το ποσό των €2.500, ως το ελάχιστο των εξόδων του Εναγομένου που αφορούσαν τα ημερομίσθια της υπαλλήλου / συνεργάτη του, το κόστος για την αεροπορική μεταφορά του μηχανήματος, τα κόστη εκπαίδευσης της Εναγομένης και τη φθορά του μηχανήματος επίδειξης. Ποσά και κόστη που ο Εναγόμενος δεν θα μπορούσε να αξιώσει από άλλο πιθανό αγοραστή του. Παράλληλα, με την συμφωνία αυτή, ούτε ο Εναγόμενος, αλλά ούτε και η Ενάγουσα θα μπορούσαν αξιώσουν οποιοδήποτε άλλο ποσό αποζημίωσης. xi. Παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος θα έπρεπε να είχε κρατήσει ολόκληρο το ποσό και να είχε ζητήσει περαιτέρω αποζημιώσεις, είχε συμφωνήσει να επιστρέψει στην Ενάγουσα το ποσό των €2.500 και να απαλλάξει την Ενάγουσα από τις όποιες άλλες απαιτήσεις του, µε την ελπίδα ότι θα μπορούσε να βρει για το μηχάνημα, νέο αγοραστή. Δυστυχώς μέχρι και την δίκη, και παρά τις προσπάθειες του, δεν κατάφερε να εξεύρει άλλο αγοραστή και έτσι το μηχάνημα αυτό εξακολουθούσε μέχρι τότε να βρίσκεται στην αποθήκη του. Για αυτούς τους λόγους θεωρεί την απαίτηση της Ενάγουσας, αβάσιμη, αφού είναι αντίθετη με το τι είχαν σχετικά συμφωνήσει, μάλιστα με τις δικές της παροτρύνσεις και πιέσεις. Το ελάχιστο ποσό των €2.500, που συμφώνησε με την Ενάγουσα προς αποζημίωση του, καταδεικνύει ότι η αγωγή της Ενάγουσας εναντίον του, είναι, υπό τις περιστάσεις, ανεδαφική και προκλητική. Ως υποστήριξε, εάν γνώριζε ότι η Ενάγουσα, δύο περίπου χρόνια μετά την συμφωνία τους, θα καταχωρούσε εναντίον του αυτή την Αγωγή, δεν θα είχε συμφωνήσει να της επιστρέψει το ποσό των €2.500, και θα είχε αξιώσει από αυτήν μεγαλύτερο ποσό ή και ολόκληρο του τιμήματος πώλησης, όπως είχε άλλωστε δικαίωμα. xii. Όλα όσα αναφέρει η Ενάγουσα για οικονομικές δυσκολίες της, και το ότι ανέμενε έγκριση δανείου, ουδέποτε του είχαν αναφερθεί, όταν η Ενάγουσα παράγγελλε από τον Εναγόμενο το μηχάνημα, κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης που έλαβε από τον Εναγόμενο, κατά την παραλαβή του μηχανήματος από τον Εναγόμενο, ή κατά τις μετέπειτα συζητήσεις τους. Μάλιστα, πρόκειται για ψέματα και τακτική της για να ξεγελάσει το Δικαστήριο, αφού, όχι µόνο δεν είχε τότε όποια οικονομικά προβλήματα, αλλά είχε και την οικονομική δυνατότητα να εγκαινιάσει το ινστιτούτο αισθητικής της και μάλιστα εργοδοτούσε τότε και πλήρωνε και σύμβουλο για την επιχείρηση της. xiii. Μετά τις αναφορές της Ενάγουσας κατά την δίκη, ότι δεν έχει πλέον το ινστιτούτο αισθητικής στην Ξυλοφάγου, ο ίδιος από έρευνα του στο διαδίκτυο διαπίστωσε το αντίθετο, αφού εντόπισε διαδικτυακές διαφημίσεις του ινστιτούτου Αισθητικής «Purity Ινστιτούτο Αισθητικής», στις οποίες, όχι μόνο δηλώνεται η Ενάγουσα ως η ιδιοκτήτης του, αλλά γίνεται αναφορά και σε θεραπείες που παρέχονται σε αυτό, µε μηχανή φωτοθερµόλυσης νέας τεχνολογίας. Η μαρτυρία του ΜΥ2
- Ο ΜΥ2, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Γνωρίζει τον Εναγόμενο αφού είχαν συνεργαστεί σε διάφορες περιπτώσεις, όταν ο Εναγόμενος παράγγελλε από τις Η. Π. Α. και συγκεκριμένα από τον Χρήστο Χριστοφόρου. Ο Χρήστος Χριστοφόρου είναι συγγενής του ΜΥ2 και διεκπεραιώνει για λογαριασμό του, τις παραγγελίες και παραδόσεις μηχανημάτων από και προς τους πελάτες του. ii. Για αυτή την υπόθεση είχε εκδώσει την απόδειξη υπ' αριθμό 10765 ημερομηνίας 24/04/2009, κατόπιν οδηγιών του Χρήστου Χριστοφόρου. Το ποσό των €7.000, το όποιο είχε λάβει από τον Εναγόμενο σε μετρητά, ο οποίος είχε παραγγείλει το μηχάνημα φωτόλυσης που αναγράφεται στην εν λόγω απόδειξη, την οποία και παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 4). iii. Την 05ην/05/2009, το εν λόγω μηχάνημα είχε καταφθάσει στην Κύπρο αεροπορικώς και ο ΜΥ2 είχε μεταβεί μαζί με εκτελωνιστή στο αεροδρόμιο Λάρνακας και αφού είχε διαπεραιωθεί ο εκτελωνισμός του, το παρέδωσε στον Εναγόμενο. Την ίδια ημέρα, ο Εναγόμενος του είχε καταβάλει το ποσό των €7.000 σε μετρητά και αυτός, είχε εκδώσει προς τον Εναγόμενο την απόδειξη υπ' αριθμό 10766 (την οποία ο ΜΥ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο - Τεκμήριο 5). Το ποσό αυτό των €7.000, ήταν το υπόλοιπο του τιμήματος για την αγορά του μηχανήματος από τον Εναγόμενο. Το τίμημα πώλησης του μηχανήματος, ήταν €14.
- iv. Ήταν η μοναδική φορά που Εναγόμενος του είχε ζητήσει αεροπορική μεταφορά. Οι υπόλοιπες παραγγελίες του Εναγομένου, πάντοτε γίνονταν για μεταφορά µέσω πλοίου, όπου οι εκτελωνίσεις των προϊόντων διεκπεραιώνονταν στο λιμάνι Λεμεσού. v. Τα λεφτά τα οποία είχε λάβει για λογαριασμό του Χρήστου Χριστοφόρου, είχε δώσει μέρος αυτών στην μητέρα του, η οποία βρίσκεται στην Κύπρο, και το υπόλοιπο του το είχε δώσει σε κοινό τους ταξίδι στην Ελλάδα, όταν είχαν βρεθεί για τον γάμο του γιού του. Η εκτίμηση της μαρτυρίας
- Ο Εναγόμενος, κατά την δίκη, αν και στην έκθεση υπεράσπισης του δεν πρόβαλλε ειδικά ένα τέτοιο ισχυρισμό, ισχυρίστηκε ότι το μηχάνημα φωτόλυσης, ένεκα της συμφωνίας του με την Ενάγουσα, το παρήγγειλε από τις Η. Π. Α. από τον προμηθευτή του, κάποιο κ. Χρήστο Χριστοφόρου, διευθετώντας ότι η παράδοσης του στην Κύπρο θα γινόταν με αεροσκάφος (ως αερομεταφερόμενο φορτίο) ως ήταν η επιθυμία της Ενάγουσας και η μεταξύ τους συμφωνία. Γεγονός, που, ως ισχυρίστηκε, τον ζημίωσε (το κόστος δηλαδή για την άμεση αερομεταφορά του μηχανήματος) όταν η Ενάγουσα αρνήθηκε τελικά να παραλάβει το μηχάνημα. Αυτός ήταν ένας ισχυρισμός του Εναγομένου, ο οποίος, παρά την κλήση του ΜΥ2 στο Δικαστήριο για σκοπούς μαρτυρίας, δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς ή και κατά τον τρόπο που θα ήταν λογικά αναμενόμενο να τεκμηριωθεί. Κατ' αρχήν, παρατηρείται, ότι, ο Εναγόμενος, κατά την εξέταση του στο Δικαστήριο, δεν παρουσίασε οτιδήποτε που να τεκμηριώνει εγγράφως το γεγονός της παραγγελίας του μηχανήματος από τις Η. Π. Α. (συμπεριλαμβανομένου και του τρόπου μεταφοράς), πότε τούτο έγινε, σε ποια τιμή και πότε παραλήφθηκε από αυτόν στην Κύπρο, όταν είναι λογικό, ότι, εάν οι ισχυρισμοί του ευσταθούσαν, θα πρέπει να είχε σωρεία τέτοιων εγγράφων στην κατοχή του αφού επρόκειτο για αγορά εμπορεύματος από το εξωτερικό, δια εγγράφων («documentary sale»), όπως π. χ. φορτωτική, ασφαλιστική κάλυψη και εμπορικό τιμολόγιο (βλ. το σύγγραμμα Commercial Law του Roy Goode, 3η έκδοση, σελίδες 937 έως 947).
- Σχετικά με το ζήτημα αυτό της παράδοσης του μηχανήματος από τις Η. Π. Α., ο Εναγόμενος, ήταν εμφανές κατά την μαρτυρία του ότι, απέφευγε να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις σε ότι αφορούσε τα προαναφερόμενα ζητήματα, που διερευνήθηκαν κατά την αντεξέταση του, προς εξέταση του ισχυρισμού του ότι ζημιώθηκε από την εν λόγω παραγγελία. Ο Εναγόμενος, παρουσίασε κατά τρόπον τινά ότι, τα πάντα έγιναν προφορικά (π. χ. δια τηλεφώνου η παραγγελία προς τον εν λόγω κ. Χρήστο Χριστοφόρου και όχι γραπτώς) και ότι, για τα πάντα πλήρωσε μετρητά, παρουσιάζοντας (δια του ΜΥ2) μόνο δύο αποδείξεις είσπραξης, ενός προσώπου (του ΜΥ2), - που η διαμεσολάβησης του στα της υπόθεσης αυτής δεν έχει καμία απολύτως λογική, ένεκα ακριβώς των ιδίων των ισχυρισμών του (ότι εκτελωνιστής ήταν τρίτο πρόσωπο, και ειδικότερα ότι θα γινόταν παράδοσης των μηχανημάτων στον Εναγόμενο, δια πώλησης με έγγραφα «CIF», κάτι που θα σήμαινε ότι ο Εναγόμενος θα είχε πλέον να κάμει μόνο με τον μεταφορέα ή ασφαλιστή τους και όχι με τον Χρήστο Χριστοφόρου ή τον όποιο άλλο αντιπρόσωπο του (ΜΥ2), βλ. παρατηρήσεις μου που ακολουθούν σε ότι αφορά την πώληση δια εγγράφων CIF) - στις οποίες αποδείξεις, λόγω του ότι δεν αποτελούν φορολογικές αποδείξεις και επειδή γενικότερα προβληματίζουν ως προς την γνησιότητα τους λόγω του ότι έχουν διαδοχικούς σειριακούς αριθμούς (με τον ΜΥ2 να αποδέχεται αντεξεταζόμενος ότι είχε στο μεσοδιάστημα της έκδοσης των δύο αποδείξεων, εκδώσει και άλλες αποδείξεις τις οποίες όμως δεν τις κράτησε σε αρχείο), δεν μπορεί να αποδοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα.
- Δεν είναι λογικό άλλωστε (αλλά και αδύνατο υπό τις περιστάσεις) ο Εναγόμενος, να είχε παραγγείλει το μηχάνημα από τις Η. Π. Α. με αερομεταφορά, «CIF» όπως υποστήριξε ο ΜΥ2 («Cost, Insurance and Freight (... named port of destination)», «Αξία, Ασφάλεια και Ναύλος (κατονομαζόμενο λιμάνι προορισμού»), όταν μία τέτοια πώληση δια εγγράφων («documentary sale»), δηλαδή CIF, ισχύει μόνο για θαλάσσιες και πλωτές μεταφορές (άλλωστε σημαίνει «ότι ο πωλητής παραδίδει το προϊόν όταν αυτό περάσει το στηθαίο του πλοίου στο λιμάνι φόρτωσης») και όχι για αερομεταφορά (βλ. το σύγγραμμα Commercial Law του Roy Goode, 3η έκδοση, σελίδες 937 έως 947). Αξιοσημείωτη εδώ, είναι η επιμονή του ΜΥ2 αναφορικά με τον τρόπο που διευθετήθηκε η μεταφορά των εμπορευμάτων από τις Η. Π. Α. στην Κύπρο, δηλαδή CIF, όταν παράλληλα (και αντιφατικά ως προκύπτει) υποστήριζε τον ισχυρισμό του Εναγομένου ότι το μηχάνημα παραδόθηκε στην Κύπρο αεροπορικώς. Και το τονίζω αυτό, γιατί, ο ΜΥ2, που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ως προκύπτει από την μαρτυρία του, κυρίως για να υποστηρίξει αυτή την θέση του Εναγομένου, δηλαδή περί της αερομεταφοράς του μηχανήματος από τις Η. Π. Α., παρουσίασε τον εαυτό του ως πρόσωπο με γνώσεις επί του συγκεκριμένου ζητήματος (αγορά εμπορευμάτων από το εξωτερικό δια εγγράφων) γιατί για χρόνια εμπορευόταν και ο ίδιος επιχειρηματικά, και συνεπώς, η συγκεκριμένη αναφορά του, δεν ήταν ερήμην του λόγου.
- Ας σημειωθεί εδώ και το εξής, ότι, ο ΜΥ2, αποδέχθηκε ότι έχει σχέση συγγένειας και με τον Εναγόμενο, γεγονός, που, δεδομένων όλων όσων έχουν προαναφερθεί ως προς τα όσα παρατηρούνται από την μαρτυρία και την υπόθεση του Εναγομένου, θα ήταν ακροασφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί στην μαρτυρία του ΜΥ1 για να εξάξει τα συμπεράσματα του.
- Το Δικαστήριο, δεν μπορεί επίσης να αποδεχθεί την μαρτυρία του Εναγομένου για να εξάξει τα συμπεράσματα του, καθότι, εκτός των προαναφερόμενων παρατηρήσεων του Δικαστηρίου σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΥ2, που πλήττουν καίρια την αξιοπιστία της μαρτυρίας και του Εναγομένου, εντοπίζονται στην μαρτυρία του Εναγομένου τα ακόλουθα στοιχεία παραλογισμού που οδηγούν το Δικαστήριο στο συγκεκριμένο συμπέρασμα (περί αναξιοπιστίας της μαρτυρίας του) εν πάση περιπτώσει. Ο Εναγόμενος, σε μία προσπάθεια να αποδείξει ότι υπέστη ζημιά από την ακύρωση της παραγγελίας της Εναγομένης και ότι για αυτό τον λόγο είχε συμφωνηθεί με την Ενάγουσα η επιστροφή του ποσού των €2.500 αντί του όλου των €5.000 που του είχε προκαταβληθεί, υποστήριξε, ότι, είχε για αρκετές ημέρες παράσχει προς την Ενάγουσα υπηρεσίες εκπαίδευσης της ως προς την χρήση του μηχανήματος που η Ενάγουσα είχε παραγγείλει, σε παρόμοιου τύπου μηχάνημα, που είχε ο ίδιος στο κατάστημα του για σκοπούς επιδείξεων. Δεν βρίσκω λογικό ή και αληθοφανή αυτόν τον ισχυρισμό του Εναγομένου, για τους εξής λόγους. (α) Κατ' αρχήν, ποιος ο λόγος να εκπαιδευτεί η Ενάγουσα από τον Εναγόμενο σε διαφορετικού τύπου μηχάνημα φωτόλυσης (ανεξαρτήτως εάν αυτό ήταν της ίδιας μάρκας και παρόμοιου τύπου) πριν αυτό που είχε παραγγείλει της παραδοθεί, όταν θα μπορούσε μετά την παραλαβή του, να τύχει εκπαίδευσης για το συγκεκριμένο: που θα ήταν αυτό που θα χρησιμοποιούσε στην εργασία της και σε σχέση με το οποίο ο προμηθευτής της θα έπρεπε, ως ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε, να πιστοποιήσει την εκπαίδευση της σε ότι αφορά τα του χειρισμού του. (β) Επίσης, δεν είναι πιστευτός ο ισχυρισμός του Εναγομένου, ότι, είχε εξασφαλίσει προς τον σκοπό της εκπαίδευσης της Ενάγουσας για την χρήση του μηχανήματος φωτόλυσης, τις υπηρεσίες γυναίκας «συνεργάτιδας» του (της κας Ίνας Σεργίδου), την οποία, πλήρωσε, προς τον σκοπό, το συνολικό ποσό των €700 (ήτοι €100 για κάθε ημέρα εκπαίδευσης της Ενάγουσας, που διήρκησε συνολικά, σύμφωνα με την μαρτυρία του Εναγομένου - μαζί και με τις δύο ημέρες επιδείξεων - επτά ημέρες). Δηλαδή, ότι ο Εναγόμενος πλήρωσε στην εν λόγω συνεργάτιδα του €700, από τις €4.000 συνολικό κέδρος που θα είχε ο ίδιος από την πώληση του μηχανήματος φωτόλυσης στην Ενάγουσα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, που, και σε ότι αφορά και αυτό το παράλογο έξοδο του Εναγομένου, το οποίο ο Εναγόμενος και πάλι ισχυρίστηκε ότι το είχε πληρώσει σε μετρητά, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από πλευράς του, καμία απολύτως απόδειξη που να το δικαιολογεί. Αξιοσημείωτο είναι και το ότι, ενώ ο Εναγόμενος αρχικά ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω κα Ίνα Σεργίδου ήταν υπάλληλος του, όταν διερευνήθηκε κατά την αντεξέταση του ο ισχυρισμός του αυτός για να διαπιστωθεί το κόστος της εργοδότησης της για τον ίδιο, το καθεστώς της εν λόγω κας Ίνας Σεργίδου μετατράπηκε από τον Εναγόμενο από εργοδοτουμένου σε αυτοεργοδοτημένου, για το οποίο και πάλι δεν υπήρχε οτιδήποτε το επίσημο (π. χ. υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων) να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για να τεκμηριωθεί από πλευράς Εναγομένου (ειδικότερα σε ότι αφορούσε το ημερήσιο κόστος των υπηρεσιών της εν λόγω κας Ίνας Σεργίδου για τον Εναγόμενο). Εδώ, πρέπει να σημειωθεί επιπρόσθετα και το εξής. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι η Ενάγουσα έτυχε εκπαίδευσης σε ότι αφορούσε την χρήση του μηχανήματος φωτόλυσης, αμφισβητήθηκε έντονα από πλευράς Ενάγουσας και ένεκα τούτου, λογικό θα ήταν, εάν ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί του Εναγομένου, να καλούσε το εν λόγω πρόσωπο, δηλαδή την κα Ινα Σεργίδου, στο Δικαστήριο για να το επιβεβαιώσει θετικά. Κάτι που δεν έγινε από πλευράς του, όταν εύλογα θα μπορούσε να είχε γίνει. (γ) Επίσης παράλογος, είναι και ο ισχυρισμός του Εναγομένου, ότι είχε συμφωνήσει με την Ενάγουσα την διευθέτηση της υπόθεσης, δηλαδή, να επιστραφεί στην Ενάγουσα από τον Εναγόμενο το ποσό των €2.500 μόνον, αντί του συνόλου των €5.000 της προκαταβολής, χωρίς να γίνει οτιδήποτε γραπτώς που να το επιβεβαιώνει, όταν, ως ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος, είχε εκφοβιστεί από τρίτα πρόσωπα για να επιστρέψει στην Ενάγουσα το ποσό της προκαταβολής. Εάν τέτοια ήταν η περίπτωσης, πιο λογικό θα ήταν, ο Εναγόμενος, που είχε φοβηθεί, ως ισχυρίστηκε, ακόμη και για την ασφάλεια της ίδιας της οικογένειας του, να επιδίωκε να είχε εξασφαλίσει γραπτώς την σχετική δήλωση της Ενάγουσας, ώστε το ζήτημα, να συμβιβαζόταν κατά τρόπο που να μην μπορούσε να αναβιώσει. Άλλωστε, οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι επήλθε αυτός ο συμβιβασμός (ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε και σε τρίτα πρόσωπα που του άσκησαν πιέσεις), δεν παρουσιάστηκαν καν ξεκάθαρα στο Δικαστήριο, ώστε να μπορούσε σε κάθε περίπτωση να διακριβωθεί μια τέτοια συμφωνία με την Ενάγουσα.
- Τώρα, στρέφομαι στην μαρτυρία των προσώπων που παρουσίασαν την υπόθεση της Ενάγουσας. Δηλαδή, στην μαρτυρία της Ενάγουσας και του συζύγου της, ΜΥ
- Και οι δύο, σε γενικές γραμμές, υποστήριξαν την ίδια εκδοχή γεγονότων και για αυτό τον λόγο, η μαρτυρία τους, μπορεί να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο ταυτοχρόνως. Δεν αποδέχομαι την μαρτυρία τους, καθότι, έχω εντοπίσει σε αυτήν στοιχεία που δεν με πείθουν ότι παρουσίασαν στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα. Κύριος ισχυρισμός της Ενάγουσας, ήταν ότι, υπήρξε όρος στην συμφωνία της με τον Εναγόμενο, ότι, το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του μηχανήματος φωτόλυσης, θα το εξασφάλιζε με δάνειο και ότι, εάν κάτι τέτοιο δεν καθίστατο εφικτό, θα είχε δικαίωμα να ακυρώσει την παραγγελία και ότι το ποσό των €5.000 της προκαταβολής προς τον Εναγόμενο, θα της επιστρεφόταν. Ισχυρισμός, που, προφανώς (σε πραγματικό επίπεδο) προβλήθηκε για να δικαιολογήσει το δικαίωμα της Ενάγουσας να της επιστραφεί το ποσό που είχε προκαταβάλει στον Εναγόμενο (και τούτο σε περίπτωση όπου ο Εναγόμενος απεδείκνυε ζημιά του από την ακύρωση της παραγγελίας). Αυτός όμως ο ισχυρισμός της, δεν συνάδει με τα υπόλοιπα γεγονότα που τόσο η Ενάγουσα, όσο και ο σύζυγος της, ΜΥ2, ισχυρίστηκαν στο Δικαστήριο. Για παράδειγμα, δεν είναι λογικό και αντιφάσκει με την προαναφερόμενη μαρτυρία της Ενάγουσας περί του όρου που της παρείχε δικαίωμα «ακύρωσης» της συμφωνίας της με τον Εναγόμενο, ο ισχυρισμός της ότι, η ίδια, που είχε επιδιώξει να συναντήσει και είχε καλέσει τον Εναγόμενο στο ινστιτούτο της, γιατί ενδιαφερόταν για συγκεκριμένο μηχάνημα φωτόλυσης της εμπορίας του, - και τούτο, επειδή εκείνη την εποχή «παράγγελνε τα πάντα για το ινστιτούτο της» -, δεν είχε την οικονομική δυνατότητα ή ευχέρεια να πληρώσει για το τίμημα αγοράς του μηχανήματος. Αν τέτοια ήταν η περίπτωση, ποιο λογικό θα ήταν, η Ενάγουσα, πριν παραγγείλει το μηχάνημα φωτόλυσης από τον Εναγόμενο, να ανέμενε να έχει την έγκριση του δανείου της (που ως ισχυρίστηκε, απάντηση περί του αντιθέτου, έλαβε από την τράπεζα της, δύο μόλις ημέρες μετά), και δεν θα πλήρωνε στον Εναγόμενο ένα τέτοιο μεγάλο ποσό, €5.000, ως προκαταβολή, την πρώτη κιόλας ημέρα της παρουσίασης του εμπορεύματος προς αυτήν.
- Με δεδομένη, πλέον, αυτή την αρνητική εκτίμηση μου, σε ότι αφορά την ποιότητα της μαρτυρίας των προσώπων που παρουσίασαν γεγονότα για την υπόθεση των διαδίκων, σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, προχωρώ να αξιολογήσω τα όσα γεγονότα είναι παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων, για να καταλήξω ως προς το τελικό ζητούμενο. Ήτοι, κατά πόσο τα γεγονότα δικαιολογούν τις απαιτήσεις της Ενάγουσας ή και σε ποιο βαθμό. [Γ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
- Κατά την τελική αγόρευση του στο Δικαστήριο, ο συνήγορος της Ενάγουσας, υποστήριξε, ότι, το δικαίωμα της εντολέα του στις αιτούμενες, με την έκθεση απαίτησης της, θεραπείες, προκύπτει από το δίκαιο των συμβάσεων και ειδικότερα, ότι, βασίζεται στο σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Νίκος Οδυσσέως ν Χαρίτου Χαριτου
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1061 και Μάριος Αγαπίου κ. α. ν Ευαγγελίας Λεωνίδου
(2007)1Α Α.Α.Δ. 50, που υποστηρίζει το δικαίωμα της Ενάγουσας σε επιστροφή του ποσού που προκατέβαλε στον Εναγόμενο, ανεξαρτήτως του λόγου τερματισμού της μεταξύ τους σύμβασης. Έχω εξετάσει το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, και έχω ικανοποιηθεί, ότι, αυτό, περιλαμβάνει όλους εκείνους τους ισχυρισμούς γεγονότων, επί των οποίων η πλευρά της θα μπορούσε να στηρίξει την εν λόγω επιχειρηματολογία της [[x]]. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται και η αρχή της νομολογίας μας, ότι, παράλειψη επιδίωξης ειδικής θεραπείας στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης, δεν αποτελεί κώλυμα για την απόδοση της, εάν τα γεγονότα που το σώμα της έκθεσης απαίτησης περιλαμβάνει, δικαιολογούν την απόδοση της [[xi]]. Ασφάλεια («deposit») και πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price»)
- Η παρούσα Αγωγή, αφορά απαίτηση, που, ως έχει ο ισχυρισμός της Ενάγουσας, απορρέει από σύμβαση της με τον Εναγόμενο. Ως εκ τούτου, τίθεται ευθέως προς εξέταση, ζήτημα κατά πόσο, στην βάση της ισχυριζόμενης αυτής σύμβασης, η Ενάγουσα έχει δικαίωμα ανάκτησης επανορθωτικής αποζημίωσης («restitutionary damage», «disgorgement damage») από τον Εναγόμενο. Στο επίκεντρο της εξέτασης αυτής, βρίσκεται, ως εκ της τελικής τοποθέτησης του συνηγόρου της Ενάγουσας, κατά πόσο, ισχυριζόμενος ως όρος της μεταξύ της Ενάγουσας και Εναγομένου σύμβασης, ότι «προκαταβολή» (πληρωμή) που η Ενάγουσα είχε καταβάλει (προπληρώσει) στον Εναγόμενο θα αποτελούσε μέρος της αξίας της σύμβασης (ήτοι, του τιμήματος πώλησης του μηχανήματος φωτόλυσης, την αγορά του οποίου η επίδικη σύμβασης των μερών ρύθμιζε), δίδει το δικαίωμα στην Ενάγουσα να ανακτήσει από τον Εναγόμενο, ως έχει προαναφερθεί, αποζημίωση επανόρθωσης («restitutionary damage», «disgorgement damage»).
- Είναι σύνηθες σε σύμβαση, να περιλαμβάνεται πρόνοια ως προς το ότι, συγκεκριμένο ποσό, θα είναι πληρωτέο σε περίπτωση παράβασης της (ρήτρα προ-εκτίμησης ζημιάς «pre-liquated damages clause»). Συναντάται όμως εξίσου, η σύμβασης, να ορίζει ότι ένα ποσό θα είναι προπληρωτέο (πληρωτέο προκαταβολικά) και ότι δεν θα είναι επιστρεπτέο σε περίπτωση αποτυχίας του μέρους που προβαίνει στην πληρωμή να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις («forfeiture clauses») (Βλ. Chitty on Contracts, Vol. 1, General Principles, παράγραφο 26-193, σελίδα 1879). Συνεπώς, σε μια τέτοια περίπτωση (προπληρωμής), το δικαίωμα του μέρους που έχει παραβιάσει τα συμφωνηθέντα να ανακτήσει την προπληρωμή του («affirmative relief»), εξαρτάται από την φύση της προπληρωμής που έλαβε χώρα. Όπου τα χρήματα έχουν καταβληθεί υπό τύπο ασφάλειας («deposit»), είναι λιγότερο πιθανό να ανακτηθούν, από ότι στην περίπτωση όπου πρόκειται για την πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price»).
- Η προκαταβολή ασφάλειας («deposit»), ακριβώς επειδή πρόκειται περί ασφάλειας, είναι γενικά μη ανακτήσιμη, ενώ η μερική πληρωμή (έστω και προπληρωτέα), είναι πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price») και ανακτήσιμη από το μέρος που παραβίασε τα συμφωνηθέντα σε περίπτωση καταγγελίας (τερματισμού) της σύμβασης. Το κατά πόσο μία πληρωμή γίνεται υπό τύπο προκαταβολής ασφάλειας («deposit»), ή ως μέρος της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price»), είναι ζήτημα ερμηνείας της σύμβασης, και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει αμφιβολία, γενικά (ως έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί), θεωρείται ως πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price») (βλ. Dies v British and International Mining and Finance Co [1939] 1 KB 715).
- Ο γενικός κανόνας, είναι ότι, πληρωμή υπό τύπο μερικής πληρωμής της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price»), είναι ανακτήσιμη από το μέρος που παραβίασε τα συμφωνηθέντα, υπό την επιφύλαξη όμως της ευθύνης του μέρους αυτού να αποζημιώσει το αναίτιο μέρος για την όποια ζημιά του προκλήθηκε λόγω της παράβασης (βλ. Dies v British and International Mining and Finance Co [1939] 1 KB 715, Νίκος Οδυσσέως ν Χαρίτου Χαριτου
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1061, Μάριος Αγαπίου κ. α. ν Ευαγγελίας Λεωνίδου
(2007)1Α Α.Α.Δ. 50 και Ζακχαίου Στέλλα Ανδρέα κ. α. ν Θεοδούλου Νικόλα Καλογήρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 174). Εντούτοις, το δικαίωμα του μέρους που έχει παραβιάσει τα συμφωνηθέντα να ανακτήσει την πληρωμή του, δεν είναι απόλυτο (ή και ανεπιφύλακτο). Για παράδειγμα, σε μια περίπτωση όπου είναι ξεκάθαρο από την σύμβαση ότι ο κομιστής του ποσού θα πρέπει να επιβαρυνθεί με έξοδα («reliance exenditure») προτού ολοκληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή και ότι δικαιούται, δυνάμει σχετικής ρήτρας στην σύμβαση, μερική πληρωμή για υποχρεώσεις του που έχουν ήδη εκπληρωθεί, τότε, ελλείψει αντίθετης προς τούτο πρόνοιας στην σύμβαση, η πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price»), γενικά, δεν είναι ανακτήσιμη, όταν μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων του κομιστή έχει υλοποιηθεί και ο κομιστής έχει υποστεί σχετικά έξοδα (βλ. Hyundai Shipbuilding and Heavy Industries Ltd v Papadopoulos [1980] 1 WLR 1129 και Stocznia Gdanska S A v Latvian Shipping Co a. o. HL [1998] 1 WLR 574). Προκύπτει συνεπώς, ότι, η πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price»), είναι ανακτήσιμη, μόνον όταν ο πληρωτής μπορεί να αποδείξει ότι έχει πληρώσει για αντάλλαγμα [αντιπαροχή, («consideration»)] που έχει πλήρως αποτύχει [[xii]].
- Για το συγκεκριμένο ζήτημα, στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Vol. 1, General Principles, παράγραφο 26-201, σελίδα 1884, αναφέρονται τα εξής: «Recovery of other prepayments. If in a contract of sale there is an express forfeiture clause of the type discussed in the preceding paragraphs, and the seller terminates the contract upon the buyer's default, the buyer may recover any prepayment or instalments paid in part payment of the price, subject to a cross- claim by the seller for damages for the breach of contract. Thus, in Dies ν British and International Mining and Finance Corp Ltd, where a buyer repudiated his contract to purchase goods, he was nevertheless held to be entitled to recover a substantial prepayment (not in the nature of a deposit) made by him, subject to a deduction in respect of the actual damage suffered by the seller through the breach of contract: the court held that if it permitted the whole prepayment to be retained by the seller, it would be permitting the retention of a penalty, not liquidated damages. This decision has been distinguished by two of their Lordships in the House of Lords on the ground that it concerned a sale of existing goods where the expenditure was intended to be incurred by the seller in reliance on the advance payment. It has been persuasively argued that the question should depend on the construction of the clause in the contract requiring the advance payment: was the right to retain the payment intended to be conditional upon performance by the payee of his obligations, or was it intended to be a security for performance of the payer's obligations?». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σε ότι δε αφορά την προκαταβολή ασφάλειας («deposit»), ο γενικός κανόνας είναι ότι μια πληρωμή με τέτοιο χαρακτήρα, δεν είναι ανακτήσιμη από το μέρος που έχει παραβιάσει τα συμφωνηθέντα (Βλ. Howe v Smith
(1884)27 Ch.D 89). Η λειτουργία της προκαταβολής ασφάλειας («deposit»), είναι για να εξυπηρετήσει ως ασφάλεια σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης και ως τέτοια, εάν ήταν ανακτήσιμη σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, θα καταπολεμούσε τον ίδιο τον σκοπό της (δηλαδή, την λειτουργία της ως ασφάλειας) [[xiii]]. Και σε αυτή την περίπτωση όμως, [όπως και στην περίπτωση της πληρωμής μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price»)], το δικαίωμα του αποδέκτη της προκαταβολής να την κρατήσει δεν είναι απόλυτο (ή και ανεπιφύλακτο) (βλ. Workers Trust and Merchant Bank Ltd v Dojap Investments Ltd [1993] AC 573 PC, όπου συζητήθηκε η λογικότητα του ύψους της προκαταβολής ασφάλειας, ανεξαρτήτως γενικής πρακτικής στον τομέα όπου ενέπιπτε η συγκεκριμένη σύμβασης, ώστε, παράλογα τεθείσα σε υψηλά επίπεδα προκαταβολή ασφάλειας, λογίστηκε ως πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης [[xiv]]. Βλ. όμως και τον σχολιασμό των συγγραφέων του συγγράμματος Chitty on Contracts, Vol. 1, General Principles, παράγραφο 26-193, σελίδα 1880). [Δ]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
- Με δεδομένο, ότι, οι διάδικοι, προς υποστήριξη της υπόθεσης τους, παρουσίασαν στο Δικαστήριο μαρτυρία που έχει απορριφτεί ως αναξιόπιστη, βάσει των παραδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, προβαίνω σε όλα τα σχετικά με τα επίδικα ζητήματα ευρήματα μου, που είναι προσδιοριστικά της ακόλουθης κατάληξης μου.
- Στην προκείμενη περίπτωση, είναι παραδεκτό ([1]), ότι, το ποσό των €5.000 που είχε προκαταβληθεί από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο, αποτελούσε μέρος της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price») (δηλαδή του τιμήματος πώλησης) και συνεπώς, εξαρτάτο από την εκτέλεση της. Ως εκ τούτου, από την στιγμή που είναι παραδεκτό ότι η Ενάγουσα δεν έλαβε το αντάλλαγμα σε σχέση με το οποίο έκαμε την εν λόγω πληρωμή προς τον Εναγόμενο, δηλαδή το μηχάνημα φωτόλυσης (δηλαδή, η σύμβασης δεν εκτελέστηκε), και ο Εναγόμενος δεν ανταπαίτησε στα πλαίσια αυτής της Αγωγής εναντίον της Ενάγουσας για αντισταθμιστικές αποζημιώσεις («compensatory damages»), ή εν πάση περιπτώσει, εφόσον δεν απέδειξε ότι υπέστη ζημιά από το γεγονός της υπαναχώρησης της Ενάγουσας από την συμφωνία, ή από την παράβαση των συμφωνηθέντων από πλευράς Ενάγουσας (που είχε συμβιβαστεί), η Ενάγουσα έχει δικαίωμα να ανακτήσει το ποσό των €2.500 που είναι το υπόλοιπο του ποσού που δεν έχει ανακτήσει από το ποσό των €5.000 που είχε προκαταβάλει στον Ενάγοντα. [Ε]. ΕΓΕΡΘΕΝΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
- Προχωρώ στην εξέταση του ακόλουθου ζητήματος που ηγέρθηκε κατά την δίκη από πλευράς Εναγομένου και αφορά το κατά πόσο η απαίτηση της Ενάγουσας που υποβάλλεται με αυτή την Αγωγή συμβιβάστηκε, ώστε αυτή να μην νομιμοποιείται στην αιτούμενη από το Δικαστήριο θεραπεία. Αποδοχή απαίτησης («submission to a claim»), διακανονισμός απαίτησης («compromise») και συμβιβασμός απαίτησης («settlement»)
- Στις περιπτώσεις όπου, οι λόγοι που δικαιολογούν την επιδίκαση από το Δικαστήριο, αποζημίωσης επανόρθωσης («restitutionary damage», «disgorgement damage»), έχουν διαπιστωθεί, θεραπεία παρ' όλα αυτά δεν αποδίδεται, εάν αποδειχθεί ότι ο απαιτητής διάδικος, έχει χάσει το δικαίωμα του σε αυτήν, λόγω διακανονισμού («compromise») της απαίτησης του, ή εάν, έχει αποδεχθεί σχετικά, πληρωμή, εις αποδοχή τέτοιου διακανονισμού της απαίτησης του («submission to a claim») (Βλ. Chitty on Contracts, Vol. 1, General Principles, παράγραφο 29-039, σελίδα 2054 και παράγραφο 29-018, σελίδες 2038 και 2039).
- Περαιτέρω, υπάρχουν και οι περιπτώσεις όπου τέτοιες απαιτήσεις, αποζημίωσης επανόρθωσης («restitutionary damage», «disgorgement damage»), έχουν συμβιβαστεί («settled»). Οι περιπτώσεις αυτές, κατατάσσονται, αναλόγως του είδους του συμβιβασμού, σε διάφορες κατηγορίες: συμβιβασμός βάσιμης απαίτησης, συμβιβασμός δια απαλλαγής, συμβιβασμός αβάσιμης ή αμφίβολης απαίτησης (βλ. Chitty on Contracts, Vol. 1, General Principles, παράγραφο 3-046, σελίδα 323)•, και ο συμβιβασμός εξαρτάται από το γεγονός της αντιπαροχής που δίδεται από τα μέρη για αυτόν.
- Με δεδομένο ότι, μετά και την εκτίμηση της μαρτυρίας (και ειδικότερα της μη αποδοχής των όσων γεγονότων ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος), ενώπιον του Δικαστηρίου απομένουν για σκοπούς αξιολόγησης, μόνο τα όσα γεγονότα είναι παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων, από τα οποία δεν είναι εφικτή η εξέτασης του κατά πόσο υπήρξε σε αυτή την υπόθεση διακανονισμός («compromise») ή συμβιβασμός («settlement») της απαίτησης της Ενάγουσας. [Ζ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αγωγή της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, για το ποσό των €2.500, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού ετησίως, από την καταχώριση αυτής της Αγωγής μέχρι εξόφλησης.
- Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, στα 3/4 του τι υπό περιστάσεις πλήρους επιτυχίας θα μπορούσαν να της είχαν επιδικαστεί (ένεκα του περιορισμού της απαίτησης της κατά το στάδιο της δίκης), όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης και την παράγραφο 2(β) της έκθεσης υπεράσπισης. [i] Βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/
- [ii] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212. [iii] Βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974. [iv] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ
- [v] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/
- [vi] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [vii] Βλ. Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, C & A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2010, ημερομηνίας 30/09/2015, Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015 και C. Roushas Trading and Development Ltd v Μιχάλη Μωσαϊκού, ECLI:CY:AD:2016:A429, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2011, ημερομηνίας 15/09/2016. [viii] Βλ. Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Αθανασίου κ. α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co Ltd v Κατωμονιάτη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ. α. ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. [ix] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [x] Βλ. Maison Jenny Ltd κ.α. ν. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1(B) A.A.Δ. 1156 και Ανδρέας Τσαγγάρη ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 472. [xi] Βλ. Kennedy Hotels Ltd v Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400, 407, Βασιλειάδης κ. α. ν Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16, 20, Ιάκωβος Κώστα Χριστοφόρου ν Αννας Χαραλάμπους Χριστοφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 33, Ανδρέας Τσαγγάρη ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 472, G. C. C. Computers Ltd ν Άννας Αλετρα κ. α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 104, St. George's Car Hire κ. α. ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ. α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 47 και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013. [xii] Στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 8η έκδοση, στην σελίδα 927, δίδεται η εξής ερμηνεία για τον νομικό όρο «αντιπαροχή που έχει πλήρως αποτύχει» («total failure of consideration»): «A contracting party can recover back money paid under a contract if there is a "total failure of consideration" i.e. if he has not got any part of what he bargained for.». Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Vol. 1, General Principles, παράγραφο 29-034, σελίδα 1421, καταγράφονται τα ακόλουθα, ως γενικές αρχές που αφορούν το συγκεκριμένο ζήτημα: "General principles. Where money has been paid under a transaction that is or becomes ineffective the payer may recover the money provided that the consideration for the payment has totally failed. . In that context failure of consideration occurs where the payer has not enjoyed the benefit of any part of what he bargained for. . The failure has to be total because the consideration is "whole and indivisible," and the courts will not divide or apportion it unless the parties have done so. This is partly because one cannot assume that all parts of the payee's performance are equally valuable and that the contract price is earned incrementally, but historically it was also because of the absence in English law of a defence of change of position until recently. Thus, any performance of the actual thing promised, as determined by the contract, is fatal to recovery under this heading». Ανάλυση, δια των προαναφερόμενων παραπομπών, που γίνεται από την απόφαση της έντιμης Ε. Δ., Χρ. Χατζηγεωργίου στην απόφαση της στην υπόθεση Marinova Iva v Χριστάκης Χριστοδούλου κ. α., Αγωγή υπ' αρ. 134/2009, 09/10/2015 στην οποία παραπέμφθηκα από τον συνήγορο της Ενάγουσας κατά την τελική του αγόρευση. [xiii] Στην υπόθεση Griffon Shipping LLC v Firodi Shipping Ltd [2013] EWHC 593 (Comm), οι σχετικές με το υπό συζήτηση ζήτημα αρχές, συνοψίστηκαν από τον Δ. Teare, ως εξής: «A deposit is different from a part-payment of the price. If the contract comes to an end by reason of the buyer's breach he must forfeit his deposit because it is paid as an earnest of his performance; see Howe v Smith
(1884)27 Ch.D
- But he may be able to recover a part-payment of the price because the price is no longer payable; see Dies v British and International Mining and Finance [1939] 1 KB
- The recoverability of the payment therefore depends upon the construction of the contract and in particular upon the purpose for which the payment is made. The question is whether the payment made by the buyer was unconditional or conditional upon performance of the contract; see Discharge for Breach: The position of instalments, deposits and other payments due before completion
(1981)97 LQR 389 by Jack Beatson (as he then was) at pp.390-391, 398-400 and 417-418, which article has been recently described by Eder J. (and I respectfully agree) as containing a most valuable analysis; see Cadogan Petroleum Holdings v Global Process Systems [2013] EWHC 214 (Comm) at paragraph 16. A clear statement of the principle that the recoverability of a payment made by the buyer depends upon whether the payment was intended to be made unconditionally or conditional upon performance of the contract is to be found, as Jack Beatson pointed out in his article, in the judgment of Dixon J. in McDonald v Dennys Lascelles Ltd.
(1933)48 CLR 457 at p.477 in the High Court of Australia, which judgment was approved by the House of Lords in Johnson v Agnew [1980] AC 367 at p.396. A part-payment of the price in a contract of sale is or can be an example of a payment made conditionally upon completion of the sale.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xiv] Για το συγκεκριμένο ζήτημα, στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Vol. 1, General Principles, παράγραφο 26-198, σελίδες 1882 και 1883, αναφέρονται τα εξής: «Return of deposit. However, a more recent Privy Council case involving a contract for the sale of land requiring a 25 per cent deposit has come closer to applying the penalty rues to a deposit. Ιn Workers Trust Merchant Bank Ltd ν Dojap Investments Ltd it was accepted that the 10 per cent deposit which is customary ίn contracts for the sale of land may be forfeited by the seller on the buyer's default, irrespective of the amount of the seller's loss. However, a larger deposit would be valid only if the seller could show that it was reasonable to demand one; and in the absence of that the whole deposit was invalid and must be repaid, subject to a cross-claim for any loss suffered by the seller. It remains to be seen whether English courts will follow the lead of the Ρrivy Council ίn treating deposits in this way, though the question is unlikely to arise in relation to contracts for the sale of land because of the English courts have a statutory power to order the return of a deposit. The approach of the Privy Council seems less than satisfactory, however. It is not a simple application of the penalty rules, since it seems that "customary" deposits cannot be challenged. It is not clear why a 10 per cent deposit does not require justification, since it does not appear to be a genuine pre-estimate of the sellers loss, nor whether similar deposits are permissible in other contexts, such as deposits given when goods are ordered. It is possible that the Privy Council assumed that all deposits other than in sales of land cases have to be "reasonable" or genuine pre-estimates of the loss, but this was not stated.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο