← Κύπρος

ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: ΛΑΜΠΡΟΣ ΞΕΝΗ, Αίτηση Πτώχευσης Αρ.: 131/2009, 1/12/2016

ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: ΛΑΜΠΡΟΣ ΞΕΝΗ, Αίτηση Πτώχευσης Αρ.: 131/2009, 1/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A197 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση Πτώχευσης Αρ.: 131/2009 ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: ΛΑΜΠΡΟΣ ΞΕΝΗ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΑΡΝΑΚΑ ------------------- Ημερομηνία: 01/12/2016 Αίτηση επαναφοράς αίτησης για ακύρωση και/ή παραμερισμό διατάγματος παραλαβής, ημερομηνίας 07/12/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Ανδρέας Β. Χαραλάμπους Για της Καθ' ης η Αίτηση 1, Hellenic Bank Public Company Ltd: κα Γεωργία Α. Ζαχαρίου για την Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση 2, Χριστάκη Ιακωβίδη: κ. Στέλιος Βασιλακκάς για την Ε. Φλουρέντζου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex Tempore) ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

  1. Με την Αίτηση του αυτή, ο Αιτητής, αιτείται από το Δικαστήριο: «Επαναφορά (Reinstatement) της αίτησης ημερομηνίας 14/05/2015.». (ήτοι, της αίτησης δια της οποίας ζητούσε από το Δικαστήριο διάταγμα του με το οποίο να ακύρωνε ή και να παραμέριζε το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του που εξεδόθη εναντίον του την 14η/10/2009, με ισχύ από 14/12/2009). Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
  2. Η Αίτηση βασίζεται: «. στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.33 Θ. 1, Δ.48 Θ. 9 και Δ.57.».
  3. Η Αίτηση, υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του Αιτητή, ημερομηνίας 07/12/2015, τα ουσιαστικότερα σημεία της οποίας είναι τα εξής: «
  4. Στις 24-11-2015 απερρίφθη η αίτηση μου για παραμερισμό του διατάγματος Παραλαβής που εξεδόθη την 14-10-2009 με αναστολή δύο μηνών, το οποίο έληξε στις 14-12-2009 από το Ε. Δ. Λάρνακας και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας μου, μου επιδικάστηκαν και τα έξοδα διότι δεν παρευρέθηκα κατά την ημερομηνία και ώραν που ήτο ορισμένη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.
  5. Η απουσία μου οφείλετο στο ότι δεν είχα ενημέρωση από τον δικηγόρο μου ότι αποσύρθηκε και για τούτο το αληθές σας επισυνάπτω Τεκμήρια τόσο επιστολή στον δικηγόρο Τρκμήριο 1 όσο και απόδειξη παραλαβής συστημένου εγγράφου από τα Κυπριακά Ταχυδρομείο Τεκμήριο 2.». ΟΙ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΙΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 1
  6. Η Καθ' ης η Αίτηση 1, καταχώρισε ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας αριθμό λόγων για τους οποίους αυτή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Αυτοί έχουν ως εξής: «
  7. Η αίτηση είναι νοµικά και ουσιαστικά αβάσιµη.
  8. Ο αιτητής δε νοµιµοποιείται στις αιτούµενες θεραπείες.
  9. Υπάρχει δεδικασµένο.
  10. Δεν υπάρχει δυνατότητα επαναφοράς ενδιάμεσης αίτησης.
  11. Η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη.
  12. Τα γεγονότα που αναφέρονται δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούµενου διατάγµατος.
  13. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  14. Η αίτηση είναι αντικανονική και αόριστη και δεν παρουσιάζει συγκεκριμένα στοιχεία για απόδειξη των ισχυρισμών του αιτητή.
  15. Η αίτηση βασίζεται σε αναλήθειες και ανακρίβειες.
  16. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη.
  17. Η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη και ελλειπή νοµική βάση.
  18. Η ένορκη δήλωση περιέχει ψεύδη και ανακρίβειες.
  19. Η αίτηση υποβλήθηκε χωρίς να εξασφαλιστεί έγκριση εκ των προτέρων από τον Επίσημο Παραλήπτη.
  20. Ο αιτητής παραπλάνησε το Δικαστήριο.».
  21. Η Ένσταση, βασίζεται: «. στον Περί Πτωχεύσεως Νόμο Κεφ. 5, άρθρα 1, 2, 3, 3

(1)(ζ),
(3)(α) και (β) και
(7), 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11
(1),
(2), 87, 90, 93, 93
(3)και 102, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσµούς Δ.48 Θ 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9, Δ.33 Θ 1, Δ.57, στους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς άρθρα 1, 2, 3, 4, 5
(1)(δ) και 2, 7
(1)και
(2), 9, 10, 11, 16, 17, 18, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 187, 188, 190, στις συµφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος και στη σχετική Νοµολογία.».
  1. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της κας Μαρίας Μορφή, η οποία, ως δηλώνει είναι υπάλληλος της Δ. Ε. Π. Ε. που εκπροσωπεί την Καθ' ης η Αίτηση 1 σε αυτή την υπόθεση, ημερομηνίας 20/01/2016, τα ουσιαστικότερα σημεία της οποίας είναι τα εξής: «
  2. Αναφορικά µε την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση λέγω ότι όντως η αίτηση απερρίφθη για το λόγο ότι κανένας δεν εµφανίστηκε κατά την ώρα της ακρόασης.
  3. Αρνούµαι την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω η απουσία του αιτητή οφειλόταν στην αμέλεια και αδιαφορία του καθότι είχε ενηµερωθεί δεόντως από τους δικηγόρους του για την πρόθεση τους να αποσυρθούν λόγω διαφωνίας από την προηγούμενη δικάσιµο, όχι µόνο µε επιστολή. Αναφορικά µε την επιστολή που επισυνάπτει, αυτή αποτελεί προσπάθεια του να καλύψει την αµέλεια και αδιαφορία του αυτή, είναι δε φανερό από το τεκµήριο 2 ότι έγινε προσπάθεια να παραδοθεί, η οποία προσπάθεια ήταν η ενηµέρωση του από το ταχυδροµείο και ο ίδιος επέλεξε να µην το παραλάβει παρά µόνο την 30.11.2015 επί σκοπού. Λέγω δε εν πάση περιπτώσει ότι εάν ο αιτητής επεδείκνυε ενδιαφέρον για την αίτηση του θα προέβαινε σε έρευνα είτε µε τον δικηγόρο του, που όπως αναληθώς ισχυρίζεται δεν ήξερε ότι είχε αποσυρθεί ή και μέσω του Πρωτοκολλητείου και θα μάθαινε τόσο την ημερομηνία όσο και την ώρα εκδίκασης της υπόθεσης, την οποία είμαι βέβαιη ότι γνώριζε αλλά και την απόσυρση, την οποία είμαι επίσης βέβαιη ότι γνώριζε. Η στάση που επέδειξε είναι η σύνηθης στάση αδιαφορίας και ολιγωρίας που επιδεικνύει ο αιτητής όπως επέδειξε και στην αρχική αίτηση, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε διάταγμα και η εντύπωση που έχει ότι µπορεί να εκμεταλλεύεται και καταστρατηγεί τις δικαστικές διαδικασίες κατά το δοκούν.
  4. Εν πάση περιπτώσει λέγω ότι ακόµη κι αν ευσταθούσαν οι ισχυρισµοί του περί µη πληροφόρησης του και περί λάθους του δικηγόρου του, που δεν αποδέχοµαι ότι ευσταθούν, εξ όσων µε πληροφορούν οι δικηγόροι του γραφείου µας που χειρίζονται την υπόθεση, λάθος δικηγόρου δεν αποτελεί λόγο επαναφοράς, ο δε αιτητής ουδέν διάβηµα αναφέρει να έχει λάβει εναντίον του δικηγόρου του για το κατ' ισχυρισµό λάθος του, γεγονός που επιβεβαιώνει του λόγου του το αναληθές.
  5. Αναφορικά µε την επιστολή, τεκµήριο 1, αρνούµαι ότι αυτή στάληκε στο δικηγόρο του αιτητή. Λέγω δε περαιτέρω ότι η επιστολή ηµερ. 5.11.2015 στάληκε προς την Ελληνική Τράπεζα µετά την απόρριψη της αίτησης µε προηγούµενη ηµεροµηνία σε µια προσπάθεια προφανώς να δηµιουργήσει εντυπώσεις και να παραπλανήσει και απαντήθηκε στις 27.11.2015 από τον γραφείο των δικηγόρων των αιτητών . και ήταν εντελώς αχρείαστη αφού όλα όσα αναφέρει στην επιστολή είχαν τεθεί στην αίτηση που εκκρεµούσε στο Δικαστήριο και στην οποία οι καθ' ών η αίτηση είχαν καταχωρήσει ένσταση, η δε αίτηση του για ακύρωση του διατάγµατος παραλαβής είχε καταχωρηθεί από τον lούνιο του
  6. Επισυνάπτω ολόκληρη την επιστολή, ως τεκµήριο Α και την απάντηση ως τεκµήριο Β.
  7. Εν πάση περιπτώσει για τους λόγους που αναφέρουµε στην ένσταση στην αίτηση για ακύρωση του διατάγµατος παραλαβής/πτώχευσης του αιτητή, τους οποίους υιοθετώ και επαναλαμβάνω, ο αιτητής καµία πιθανότητα επιτυχίας έχει στην εν λόγω αίτηση του, η οποία και απερρίφθη.
  8. Περαιτέρω, εξ 'όσων µε συµβουλεύουν οι δικηγόροι των καθ' ών η αίτηση δεν υπάρχει δυνατότητα ή και πρόνοια για επαναφορά αποορριφθείσας ενδιάµεση αίτησης και γι' αυτό το λόγο η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
  9. Λέγω περαιτέρω ότι η αίτηση είναι αβάσιµη, τα γεγονότα που επικαλείται ο ενόρκως δηλών είναι ψευδή και παραπλανητικά, η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη καθότι προσπαθεί να ξεγελάσει το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει η αίτηση δεν µπορεί να προωθηθεί λόγω δεδικασµένου, αλλά επίσης δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων.
  10. Λέγω περαιτέρω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο ότι ενώ ο αιτητής είναι πτωχευσας, δεν έχει εξασφαλιστεί η εκ των προτέρων άδεια του Επίσημου παραλήπτη για καταχώριση της εν λόγω διαδικασίας, ο δε αιτητης με την στάση, συμπεριφορά και αδιαφορία του δημιουργεί συνέχεια έξοδα και επιβαρύνει περαιτέρω την περιουσία του.
  11. Λέγω επίσης ότι δεδοµένης της φύσης της διαδικασίας, η αίτηση έχει καταχωρηθεί µε καθυστέρηση, είναι καταχρηστική, αβάσιµη και θα πρέπει να απορριφθεί µε έξοδα υπέρ των καθ' ών η αίτηση και εναντίον του αιτητή.». Η ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 2
  12. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2, καταχώρισε και αυτός ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας και αυτός αριθμό λόγων για τους οποίους αυτή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Αυτοί έχουν ως εξής: «
  13. Η αίτηση είναι νόµω και ουσία αβάσιµη.
  14. Η αίτηση δεν πληροί της προϋποθέσεις που θέτει ο Νόµος και η Νοµολογία.
  15. Η νοµική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή πάσχει νοµικά.
  16. Η καταχώρηση της αίτησης συνιστά κατάχρηση διαδικασίας.
  17. Ο αιτητής δεν έχει λάβει άδεια είτε από το Δικαστήριο είτε από τον εκκαθαριστή προτού καταχωρήσει την παρούσα αίτηση.
  18. Η παρούσα αίτηση έγινε µε κακή πίστη και για αλλότριου; σκοπούς και είναι άδικη και καταπιεστική ως προς τα δικαιώματα του καθ' ού η αίτηση Διαχειριστή της περιουσίας κου Χρισιόκη Ιακωβίδη.
  19. Δεν είναι εύλογο και δίκαιο υπό τι περιστάσεις να διαταχθεί η επαναφορά της αίτησης.».
  20. Η Ένσταση, βασίζεται: «.στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.33 Θ.1, Θ.5, Δ.48 Θ.1-9, Δ.64 στο Άρθρο 9, Παράγραφος 4 του Κεφ.5, Άρθρο 30 του Συντάγματος, Άρθρο 6 Ευρωπαϊκής Σύµβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο δίκαιο της επιείκειας και στις Γενικές και Συµφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.».
  21. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του κ. Ευθύμιου Φλουρένταου, ο οποίος, ως δηλώνει είναι δικηγόρος στην Δ. Ε. Π. Ε. που εκπροσωπεί τον Καθ' ου η Αίτηση 2 σε αυτή την υπόθεση, ημερομηνίας 14/06/2016, τα ουσιαστικότερα σημεία της οποίας είναι τα εξής: «
  22. Το περιεχόμενο των παραγράφων 1 και 2 της Ένορκης Δήλωσης του αιτητή ηµερ. 07/12/15 είναι παραδεκτό.
  23. Το περιεχόμενο των παραγράφων 3 και 4 απορρίπτεται. Ο αιτητής ως εµφαίνεται και από το τεκµήριο 2 της Ένορκης Δήλωσης είχε ειδοποιηθεί από το Ταχυδρομείο από τις 04/11/15 ότι έπρεπε να παρουσιαστεί σε Ταχυδρομείο και να παραλάβει συστημένη επιστολή. Στις 09/11/15 έγινε και ανεπιτυχής προσπάθεια για παράδοση της διπλοσυστημένης επιστολής του Δικηγόρου Κων/νου Γρηγορίου που ενημέρωνε τον αιτητή ότι στις 17/11/15 θα έπρεπε να εμφανιζόταν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σε σχέση µε την αίτηση αρ. 131/
  24. Ο αιτητής επέλεξε να µην παραλάβει την συστημένη επιστολή γνωρίζοντας πιθανόν το περιεχόμενο αυτής. Εν πάει περιπτώσει, αµέλησε να παραλάβει την διπλοσυστημένη επιστολή και αυτή η αμέλεια του δεν του δίνει το δικαίωμα να αιτείται ως αιτείται.
  25. Επιπρόσθετα, ο αιτητής δεν αναφέρει και δεν δικαιολογεί στην ένορκη του Δήλωση γιατί δεν επικοινώνησε µε το Δικηγόρο του από τις 04/11/15 µέχρι και τις 24/11/15 και ενώ στο µμεσοδιάστημα ήτοι 17/11/15 η αίτηση 131/2009 ήταν ορισμένη.». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  26. Σύμφωνα με του κανονισμούς 1, 2, 3, 4 και 5 της Δ.33 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενοι «οι Θ. Π. Δ.»): «
  27. If on the day fixed for trial the parties do not appear when the trial is called on, upon proof that they (or the party at whose instance such day was fixed) had notice, the action υπόκειται σε απόρριψη and shall not subsequently be heard, unless upon application to the Court, the Court orders reinstatement of the action on the ground that it is equitable so to do in the circumstances of the case.
  28. If on the day fixed for trial any party fails to appear when the trial is called on, the Court shall require proof that the absent party was given notice of such day. In the absence of such proof, the Court may proceed with the trial if the presence of the absent party is not material, or may adjourn the trial and give such directions as may be necessary.
  29. If on the day fixed for trial the plaintiff appears when the trial is called on but the defendant does not, then upon proof being given of the defendant having been given notice of such day, the plaintiff may prove his claim, so far as the burden of proof lies upon him and judgment may be given accordingly.
  30. If on the day fixed for trial the defendant appears when the trial is called on but the plaintiff does not, then upon proof being given of the plaintiff having been given notice of such day, the defendant, if he has no counter-claim, shall be entitled to judgment dismissing the action, but if he has a counter-claim, then he may prove his counter-claim so far as the burden of proof lies upon him, and judgment may be given accordingly.
  31. Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  32. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά την εξέταση αιτημάτων του είδους, πρέπει, τα Δικαστήρια, με την απόφαση τους, να διασφαλίζουν από τη μια το δικαίωμα ακρόασης ενός διάδικου και από την άλλη την ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων [[i]]. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης, δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και για αυτό, αν η συμπεριφορά του αιτούντος διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί αίτημα που υποβάλλεται δυνάμει της Δ.33 κ. 5 των Θ. Π. Δ..
  33. Σε κάθε περίπτωση, η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται, μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο, όταν ο διάδικος που επιδιώκει στην σχετική διαταγή του, αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως ουσιαστικό δικαίωμα στην υπόθεση (ήτοι, απαίτησης ή υπεράσπισης, ανάλογα της περίπτωσης) [[ii]]. Τούτο, στην περίπτωση όπου η απόρριψη της αγωγής ή η έκδοση απόφασης έλαβε χώρα κατά το στάδιο της δίκης, λόγω παράλειψης του διαδίκου να παρουσιαστεί, κρίνεται και [[iii]] επί της βάσης του δικογράφου του διαδίκου στην υπόθεση, ο οποίος αιτείται δυνάμει της Δ.33, κ. 5 των Θ. Π. Δ.[[iv]]. Το κρίσιμο όμως ζήτημα σε μια τέτοια περίπτωση, δεδομένων των θέσεων της δικογραφίας και του γεγονότος ότι η υπόθεση έφθασε μέχρι και το στάδιο της δίκης με αυτό το δικογραφικό υπόβαθρο, είναι κατά πόσο η απουσία του διαδίκου υποδηλώνει εγκατάλειψη της απαίτησης ή της υπεράσπισης του, ή αδιαφορία για την προώθησή της υπόθεσης του [[v]].
  34. Η πρόνοια της Δ.33 κ. 5 των Θ. Π. Δ., προσομοιάζει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.17 κ. 10 των Θ. Π. Δ., για παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και της Δ.26 κ. 14 των Θ. Π. Δ., ένεκα παράλειψης καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης και ως εκ τούτου, καθοδήγησης μπορεί να αντληθεί από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύονται τις πρόνοιες αυτές [[vi]]. Οι πρόνοιες τους όμως δεν συνταυτίζονται και η επίκλησης τους αντί της Δ.33 κ. 5 των Θ. Π. Δ. δεν είναι ορθή [[vii]]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
  35. Η υπό κρίση Αίτηση του Αιτητή, βασίζεται ουσιαστικά στην Δ.33, κ. 1 των Θ. Π. Δ. Ικανοποιούμε ότι στην προκείμενη περίπτωση, οι Θ. Π. Δ. δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού 188 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών τυγχάνουν εφαρμογής. Τίθεται ζήτημα επαναφοράς αίτησης για ακύρωση της κήρυξης του Αιτητή σε πτώχευση, το οποίο διάβημα ρυθμίζεται ειδικά από τους Κανονισμούς 70 και 71 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, χωρίς όμως οποιαδήποτε πρόνοια περί των ζητημάτων απόρριψης της αιτήσεως που δύναται να υποβληθεί βάσει αυτών, ή και τυχόν επαναφοράς της σε μια τέτοια περίπτωση (Βλ. Μαρία Π. Λοΐζου ν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δερύνειας
(2009)1 Α.Α.Δ. 279). Ως εκ τούτου, δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού 188 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, εάν υπάρχει θεσμός που ρυθμίζει το εγειρόμενο με την αίτηση αυτή ζήτημα, δύναται να επικληθεί από τον Αιτητή προς θεμελίωση του δικαιώματος του στο αιτούμενο διάταγμα. 15. Γενικότερα, η Δ.33 των Θ. Π. Δ. προνοεί για τα της διαδικασίας της δίκης («trial»), αγωγής («action»). Και τούτο είναι ξεκάθαρο, εάν συνδυαστούν οι πρόνοιες της προαναφερόμενης Δ.33 των Θ. Π. Δ., με αυτές των Δ.30 και 31 των Θ. Π. Δ. (που αφορούν την προδικασία και τον ορισμό της δίκης). Ειδικότερα, στην Δ.31 των Θ. Π. Δ. γίνεται αναφορά για ορισμό δίκης, αγωγής («action») μετά από το κλείσιμο των δικογράφων («after the close of the pleadings»). Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμου 14/1960 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 14/1960»), «"αγωγή" σημαίνει πολιτικήν διαδικασίαν αρχομένην δια κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτον άλλον τρόπον ως καθορίζεται υπό διαδικαστικού κανονισμού ..."» (Βλ. Ιωάννης Καλαβά ν Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1997)1 Α.Α.Δ. 840). Σύμφωνα δε με την Δ. 1 κ. 2 των Θ. Π. Δ. «αγωγή» («action»), σημαίνει «civil proceeding commenced by writ or in such other manner as may be prescribed by any law or Rules of court» και «βάση» («cause»), περιλαμβάνει «. any action or other original proceeding between a plaintiff and defendant;». Στον όρο δικόγραφο, σημειώνεται, (που χρησιμοποιείται ως έχει προαναφερθεί στις Δ.30, 31 και 33 των Θ. Π. Δ.), περιλαμβάνεται κάθε είδους κλήση που εκδίδεται προς επίκληση της καθ' ύλην αρμοδιότητας αστικού Δικαστηρίου, στην οποία μνημονεύονται οι ισχυρισμοί του αιτούντος διαδίκου και τους οποίους καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει για να του αποδώσει θεραπεία, αν κρίνει ότι αυτοί θεμελιώνουν ένα τέτοιο δικαίωμα του [[viii]]. Τα οποία δικόγραφα, με την σειρά τους, ως εύκολα συνάγεται από τα προαναφερόμενα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με αγώγιμο δικαίωμα επί του οποίου ο διάδικος επικαλείται την καθ' ύλην αρμοδιότητα του αστικού Δικαστηρίου. Ως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Bank of Cyprus Ltd v Ambrosia Oils and Margarine Industry Ltd a. o.
(1986)1 CLR 190 (με αναφορά στην απόφαση του Λ. Δ. Diplock στην υπόθεση Letang v Cooper [1964] 2 AllE.R. 929), «αγώγιμο δικαίωμα» είναι μία πραγματική κατάστασης, η ύπαρξης της οποίας, δίδει το δικαίωμα σε ένα πρόσωπο να εξασφαλίσει από το Δικαστήριο θεραπεία, από ένα άλλο πρόσωπο. Ο όρος «θεραπεία», με την σειρά του, είναι τόσο ευρύς που περιλαμβάνει, οποιαδήποτε θετική επίλυση ο νόμος μπορεί να προσφέρει σε ένα πρόβλημα με την παρέμβαση του Δικαστηρίου (Βλ. επίσης και τις πρόνοιες του Άρθρου 31 του Νόμου 14/1960). Στο σύγγραμμα των έντιμων Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, σελίδες 54 έως 58, - υπό την θεματική ενότητα «Ύπαρξη Αγώγιμου Δικαιώματος»), με αναφορά στα Άρθρα 31 και 32 του Νόμου 14/1960 και παραπομπή στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Tsiaos v Kyprianou
(1982)1 CLR 839 και Re Travelwise Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 242 -, σημειώνεται από τους έντιμους Δικαστές, ότι, η άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, προσδιορίζεται στο Άρθρο 31 του Νόμου 14/1960, το οποίο προβλέπει για την παροχή θεραπείας σε σχέση με την οποιαδήποτε αξίωση στηρίζεται στον νόμο ή τις αρχές της επιείκειας. Όπως σημειώνεται περαιτέρω, δια της προαναφερόμενης πρόνοιας στο Άρθρο 31 του Νόμου 14/1960, «στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο ("legal right") είτε από το δίκαιο της επιείκειας ("equitable right"). Θα πρέπει δηλαδή ο ενάγων να ικανοποιήσει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου.». 16. Στην προκείμενη περίπτωση, είναι εμφανές, ότι, η αίτηση του Αιτητή ημερομηνίας 14/05/2015, την επαναφορά της οποίας ο Αιτητής επιδιώκει με την υπό κρίση Αίτηση στηριζόμενος στην Δ.33 κ. 1 των Θ. Π. Δ., είναι ένα διάβημα που έχει υποβληθεί στα πλαίσια της κυρίως διαδικασίας με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό (Βλ. Ανδρέας Τρύφωνος ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπρικής Λτδ κ. α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 706 και Μαχλουζαρίδης ν Ιωαννίδη κ. α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965) [[ix]]), δεν εντάσσεται στην κατηγορία του διαβήματος της «αγωγή» («action»), που προϋποθέτει «βάση» («cause») και «αγώγιμο δικαίωμα» για την παροχή «θεραπείας», κατά την έννοια του προαναφερόμενου Άρθρου 31 του Νόμου 14/1960 (και ως έχει προαναφερθεί), ώστε να μπορούσαν να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες της Δ.33 των Θ. Π. Δ. προς επαναφορά της (Βλ. Re Ζήνας Μηλιού (Αρ. 1)
(2005)1 Α.Α.Δ. 154) (σύμφωνα με το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ζήνων Χριστοδούλου ν Zendia Machinery Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 367, εάν ετύγχανε εφαρμογής η Δ.33 των Θ. Π. Δ., το Δικαστήριο, δεν θα περιόριζε την εξέταση του, μόνον επί του κ. 1 αυτής, αλλά θα επέκτεινε την εξέταση του και σε όλους του υπόλοιπους κανονισμούς της προς διαπίστωση του κατά πόσο τα γεγονότα τα οποία επικαλείται ο Αιτητής, δικαιολογούν το αίτημα του [[x]]). Με το ίδιο σκεπτικό, σημειώνεται, οι πρόνοιες της Δ.33 των Θ. Π. Δ. δεν είχαν ενεργοποιηθεί ούτε και κατά την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή ημερομηνίας 14/05/2015, την 24/11/2015. Συνεπώς, η νομική βάση του αιτήματος δεν υποστηρίζει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και συνεπώς, το πραγματικό υπόβαθρο αυτής δεν είναι καν αναγκαίο να εξεταστεί από το Δικαστήριο, που, υπό τις περιστάσεις, χωρίς άλλο απορρίπτει το αίτημα (Βλ. Dora Holdings Ltd κ. α. ν Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Αρ. 1)
(2010)1 Α.Α.Δ. 649 [[xi]] και Βερεγγάρια Παναγιώτη Παπακοκκινου κ. α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., Πολιτική Έφεση Αρ. 242/2011, 10/04/2012 [[xii]]).
  1. Παρά την προαναφερόμενη κατάληξη μου, θα εξετάσω το αίτημα και στην ουσία του. Δεν βρίσκω προοπτική επιτυχίας του διαβήματος που ο Αιτητής επιθυμεί να επαναφέρει με την υπό κρίση Αίτηση (ήτοι, της αίτησης δια της οποίας ζητούσε από το Δικαστήριο διάταγμα του με το οποίο να ακύρωνε ή και να παραμέριζε το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του που εξεδόθη εναντίον του την 14η/10/2009, με ισχύ από 14/12/2009) για τον εξής λόγο. Ο Αιτητής, προς υποστήριξη της εν λόγω αίτησης του ημερομηνίας 14/05/2015, υποστήριζε (σε ότι αφορούσε το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του), ότι «.το διάταγμα ημερομηνίας 14/09/2009, το οποίο ήταν με αναστολή 2 μηνών δεν μου επιδόθηκε ποτέ και ουδέποτε έλαβα γνώση από τον δικηγόρο μου για την ύπαρξη του, παρά την διαταγή του Δικαστηρίου για να μου επιδοθεί. Ο λόγος που εγώ δεν ενήργησα για να πληροφορηθώ το περιεχόμενο του, ήταν ότι έδωσα στον τότε δικηγόρο μου όλο το ποσό που όφειλα προς τον πιστωτή μου για να τον πληρώσει.». Τα αναφερόμενα του αυτά, καταδεικνύουν και το καταχρηστικό του αιτήματος του (και από αυτή την άποψη, ότι δεν προωθεί με την εν λόγω αίτηση του, οποιοδήποτε ουσιαστικό δικαίωμα με λογική προοπτική επιτυχίας, αλλά ως έχει προαναφερθεί, καταχράται την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου), αφού στον φάκελο της υπόθεσης, εντοπίζεται και πάλι αίτηση του με το ίδιο αντικείμενο, που είχε καταχωρηθεί 23/02/2010 και αποσύρθηκε 11/05/2010, προς υποστήριξη της οποίας, ο Αιτητής, είχε μάλιστα προβεί σε σχετική ένορκη δήλωση από την οποία διαφαίνεται ότι ήταν σε γνώση του το διάταγμα που είχε εκδοθεί εναντίον του για παραλαβή της περιουσίας του. Και άρα, ο ισχυρισμός που επιθυμεί να προωθήσει με την προαναφερόμενη Αίτηση του ημερομηνίας 14/05/2015 είναι εντελώς ανεδαφικός και το σχετικό διάβημα από αυτή την άποψη καταχρηστικό. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  2. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς, απορρίπτεται, με έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα πληρωθούν στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, δυνάμει των προνοιών του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 και των Περί Πτωχεύσεων Κανονισμών. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Phylactou ν Michael
(1982)1 CLR 204. [ii] Δέστε σχετικά τια αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Μαρία Ευαγγέλου Χριστοφόρου ν Ελένης Γεωργίου Τσαγγαρίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 162/2010, ημερομηνίας 17/12/2013, Άννα Νικολάου Χαραλάμπους ν Κ & T. Andreou Ltd κ.ά.
(2002), 1 Α.Α.Δ. 1296, Γιαννάκη Χρυσάνθου κ. α. ν Mariala Construction Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1129, Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v Titan Constructions & Engineering Company
(1961)C.L.R. 317 και Evans v Bartlam [1937] 2 All E.R. 646. [iii] Δέστε τα αναφερόμενα του έντιμου Δ. Α. Δ. Γ, Γαβριηλίδη στην ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μυριάνθη Κωνσταντίνου ν Χρυσατάλλα Ουρπάνγκοβα
(2003)1 Α.Α.Δ. 308. Αναφέρεται στην υπόθεση αυτή: «Η έφεση δεν ευσταθεί. Ο ισχυρισμός του δικηγόρου της εφεσείουσας ότι δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο στις 8.30π.μ. επειδή δεν είχε σημειώσει στο φάκελό του την ώρα της ακρόασης, για το λόγο ότι "δεν είχα ακούσει την ώρα της νέας ημερομηνίας ακρόασης" ούτε σοβαρός είναι ούτε εύλογος. Εφόσον δεν είχε ακούσει την ώρα της νέας ημερομηνίας ακρόασης, όφειλε να μεριμνήσει να την πληροφορηθεί έγκαιρα. Και όχι να περιμένει την ημέρα της ακρόασης για να επισκεφθεί, στις 11.00π.μ., το γραφείο του Δικαστή και να διερωτηθεί τι γίνεται με την υπόθεσή του. Ανεξάρτητα όμως τούτου, η εφεσείουσα απέτυχε να αποκαλύψει και εκ πρώτης όψεως καλή απαίτησή της, όπως και καλή υπεράσπισή της στην ανταπαίτηση της εφεσίβλητης. Όσον αφορά την απαίτηση, όπως ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η αναφορά της εφεσείουσας στις ζημιές που προκλήθηκαν στο ακίνητό της γινόταν κατά τόσο γενικό και αόριστο τρόπο ώστε να μην αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή απαίτηση. Όσο δε αφορά την ανταπαίτηση, όπως και πάλι ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η εφεσείουσα απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση εφόσον, ενώ από την Ανταπαίτηση προέκυπτε καθαρά ότι η εφεσίβλητη κατέβαλε στην εφεσείουσα το ποσό των ΛΚ800 ως εγγύηση, και ανταπαιτούσε να της επιστραφεί, η εφεσείουσα δεν αποκάλυπτε με καθαρότητα την υπεράσπισή της στην ανταπαίτηση. Ο ισχυρισμός που πρόβαλλε ήταν ότι δεν είχε πάρει το ποσό των ΛΚ800, αν όμως ήθελε αποδειχθεί ότι το πήρε, τότε δεν θάπρεπε να το επιστρέψει γιατί θάπρεπε να καταλογιστεί έναντι των ζημιών που προκάλεσε στο ακίνητό της η εφεσίβλητη». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Δέστε τα αναφερόμενα του έντιμου Π. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Γ, Μ. Πική στην ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ.
  1. Αναφέρεται στην υπόθεση αυτή: «Όλες οι υποθέσεις αφορούν αποφάσεις εκδοθείσες ερήμην του εναγομένου λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης Δ.17, θ.10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ή λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης ή άλλου δικογράφου, Δ.26, θ.
  2. Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν συμπυκνώνονται στις ακόλουθες προτάσεις: (α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην περίπτωση παράλειψης του εναγομένου να εμφανιστεί κατά τη δίκη, δεν εγείρεται θέμα αποκάλυψης της υπεράσπισής του εφόσον αυτή έχει καταχωριστεί. Το κρίσιμο ερώτημα στην περίπτωση εκείνη είναι κατά πόσο η απουσία του υποδηλώνει εγκατάλειψη της υπεράσπισής του ή αδιαφορία για την προώθησή της. Γύρω από αυτά τα ζητήματα περιστρέφεται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, ως αποκαλύπτει η αποδοθείσα από τα αγγλικά δικαστήρια ερμηνεία του αγγλικού θεσμού της Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος αποτέλεσε και το πρότυπο για τη διαμόρφωση της Δ.33, θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (Βλ. Οrd.36 r.33 των παλαιών αγγλικών θεσμών. The Annual Practice 1958, σελ. 831.*) Αυτό είναι λογικό εφόσον η υπεράσπιση έχει προβληθεί στην έκθεση υπεράσπισης. Τα κρίσιμα γεγονότα για τον παραμερισμό της απόφασης είναι εκείνα που άπτονται του λόγου της μη εμφάνισης του εφεσείοντος κατά τη δίκη. Στην προκείμενη υπόθεση η μαρτυρία για τα αίτια της απουσίας του εναγομένου διίσταται, και δεν υπάρχουν ευρήματα που να επιλύουν τη διαφορά. Δεν μας παρέχεται τοιουτοτρόπως η δυνατότητα διαπίστωσης των γεγονότων που περιβάλλουν την απουσία του εφεσείοντος από τη δίκη του.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Επίσης, στην υπόθεση Pechtchachanskaia κ. α. ν Esipovich, Πολιτική Έφεση Αρ. 310/10, 20/06/2014, ο έντιμος Δ. Α. Δ. Λιάτσος που έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ανέφερε εν προκειμένω τα εξής: «Στην υπό κρίση περίπτωση, θα υπομνήσουμε ότι βρισκόμαστε ενώπιον παράληψης εμφάνισης εναγομένου κατά την ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης. Συνεπώς, υπεράσπιση έχει ήδη καταχωρηθεί και, ως εκ τούτου, δεν εγείρεται και θέμα αποκάλυψής της (Παναγιώτης Ανδρέου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1596, 1599). Υπό τις συνθήκες αυτές, η επικέντρωση της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου στα όσα σχετικά με την ανάπτυξη των θέσεων υπεράσπισης καταγράφονται στην πρώτη ένορκη δήλωση προς στήριξη του αιτήματος επαναφοράς, ήταν χωρίς ουσιαστική σημασία. Η ανάλυση από το Δικαστήριο των ισχυρισμών που προέβαλλαν οι Εφεσείοντες στην υπό αναφορά ένορκο δήλωση, σε αντιπαραβολή με το περιεχόμενο της καταχωρηθείσας ήδη έκθεσης υπεράσπισης, κινείται εκτός των πλαισίων των κριτηρίων εξέτασης αιτήσεων αυτής της μορφής και πέραν των ορίων που καλύπτουν το πεδίο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αυτό το οποίο, στην ουσία, έπραξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήταν η διαπίστωση της απόδειξης των γεγονότων, που στοιχειοθετούσαν την Υπεράσπιση, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Ήταν, ούτως ή άλλως, και με όλο το σεβασμό, εσφαλμένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το βάρος για παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης βρίσκεται στους ώμους του αιτητή, ο οποίος έχει υποχρέωση να υποδεικνύει μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως ο όρος αυτός επεξηγήθηκε σε σειρά αποφάσεων με θεμελιακή την απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646. Επικεντρώθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο στις αδυναμίες που εντόπισε σχετικά με την προδικαστική ένσταση, συγκρίνοντας τις αναφορές της πρώτης ένορκης δήλωσης με τη δικογραφημένη θέση. Παρέβλεψε, όμως, τις υπόλοιπες θέσεις υπεράσπισης. Η βάση αγωγής του Εφεσίβλητου και οι αξιώσεις του εναντίον των Εφεσειόντων περιστρέφονται γύρω από ισχυρισμούς του περί πλαστογραφημένου πληρεξουσίου εγγράφου και συνακόλουθου δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Εφεσειόντων. Στην καταχωρηθείσα ήδη Υπεράσπιση, οι Εφεσείοντες, πέραν του προδικαστικού, ότι όλες οι μεταξύ των διαδίκων διαφορές είχαν διευθετηθεί στα πλαίσια άλλης αγωγής, της 3797/00, αρνούνται ότι πλαστογράφησαν οποιοδήποτε έγγραφο, όπως αρνούνται επίσης ότι ενήργησαν δόλια, καλώντας τον Εφεσίβλητο εις αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Με δεδομένη τη βάση αγωγής, η καταχωρηθείσα ήδη Υπεράσπιση ήταν αρκετή για να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, τον πρωταρχικό, δηλαδή, παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (Κωνσταντινίδη v. Hissin,
(2004)1 A.A.Δ. 1774). Παρεμπιπτόντως, σημειώνουμε ότι οι αναφορές στην πρώτη ένορκη δήλωση που σχετίζονται με το θέμα της πλαστογράφησης δεν είναι αντίθετες με το περιεχόμενο των θέσεων που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Συνιστούν λεπτομερέστερη παράθεση των ισχυρισμών των Εφεσειόντων, στην προσπάθειά τους να επιβεβαιώσουν τη γνησιότητα της Υπεράσπισής τους. Το κρίσιμο ερώτημα στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν το θέμα της αποκάλυψης της Υπεράσπισης, εφόσον αυτή είχε ήδη καταχωρηθεί. Η προσοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα έπρεπε να στραφεί αποκλειστικά στο κατά πόσο η απουσία των Εφεσειόντων υποδήλωνε εγκατάλειψη της Υπεράσπισής τους ή αδιαφορία για την προώθησή της. Συνεπώς, τα καίρια γεγονότα για τον παραμερισμό της απόφασης ήταν αυτά που αφορούσαν τον λόγο της μη εμφάνισης των Εφεσειόντων κατά τη δίκη.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [v] Βλ. Pechtchachanskaia κ. α. ν Esipovich, Πολιτική Έφεση Αρ. 310/10, 20/06/2014. [vi] Βλ. Γιαννάκη Χρυσάνθου κ. α. ν Mariala Costruction Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1129 και Eric John Wakeham v Audar Majid Bhatti κ. α., ECLI:CY:AD:2016:A255, Πολιτική Εφεση Αρ. 49/2011, 25/05/2016. [vii] Βλ. Chr. Morfou Trading Ltd v Mr Waterproof Ltd
(2007)1 Α.Α.Δ.
  1. [viii] Βλ. Judicature Act 1925, s. 225, που ορίζει ότι ο όρος «pleading», «. shall include any petition or summons and also shall include the statements in writing of the claim or demand of any plaintiff and of the defence of any defendant thereto and of the answer of the plaintiff to any set-off or counter-claim of a defendant». Βλ. επίσης και τα αναφερόμενα στο Annual Practise 1958, Τόμος 1, σελ.
  2. Βλ. περαιτέρω και το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Resola Cyprus Ltd v Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 598, ως προς τον τρόπο που ο όρος «δικόγραφο» έχει ερμηνευτεί σε ότι αφορά την εφαρμογή των προνοιών του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος για την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. [ix] Στην υπόθεση Παναγιώτα Ζηντίλη ν Αρχιμίδη Νεοκλέους κ. α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 762, το Εφετείο, ομόφωνα δια του έντιμου Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Αρτέμη, ανέφερε τα εξής σε ότι αφορά το πότε «cause or matter», συνεχίζει και με την έκδοση τελικής απόφασης του Δικαστηρίου να καθιστά αναγκαία τη διεκπεραίωση της διαδικασίας για να αποφασισθούν τελεσίδικα τα επίδικα θέματα: «Ερμηνεύοντας τις πιο πάνω πρόνοιες το Εφετείο στην Σπανού άλλως Καφφά κ.ά. ν. Καφφά
(1999)1 Α.Α.Δ. 544 στη σελίδα 548 της απόφασής του αναφέρει τα ακόλουθα: "Είναι πρόδηλο από τη Δ.12, θ.1 ότι, εφόσον επίδικο θέμα (cause or matter) είναι τέτοιας φύσεως ώστε να επιβιώνει του θανάτου του διαδίκου (δηλαδή, ουσιαστικά, δεν είναι τέτοιας προσωπικής φύσεως ώστε να εξαιρείται του γενικού κανόνα), δεν τερματίζεται (abates) λόγω του θανάτου και δεν επηρεάζεται από αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση το επίδικο θέμα, εφόσον δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις των προσωπικής φύσεως απαιτήσεων, επιβιώνει του θανάτου. Η Δ.12, θ.2 ρυθμίζει περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση, ο διαχειριστής αποβιώσαντος μπορεί να γίνει διάδικος ώστε να διεκπεραιωθεί η διαδικασία και να αποφασισθούν τα επίδικα θέματα. Και η Δ.12, θ.4 ρυθμίζει τα του διατάγματος για συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υφισταμένων διαδίκων και του καθισταμένου αναγκαίου νέου διαδίκου. Ούτε περιορίζεται η Δ.12 στο προ της αποφάσεως στάδιο. Και λογικά. Εφόσον μετά την έκδοση αποφάσεως υπάρχει δικαίωμα εφέσεως, όπως και άλλα ζητήματα, υπάρχει και "cause or matter" το οποίο συνεχίζει και το οποίο καθιστά αναγκαία τη διεκπεραίωση της διαδικασίας για να αποφασισθούν τελεσίδικα τα επίδικα θέματα, ώστε να είναι δυνατή η επίκληση της Δ.12." (Η υπογράμμιση είναι δική μας). Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του το Δικαστήριο παρέπεμψε και στην υπόθεση Salt v. Cooper [1880] 16 Ch.D. 544, C.A., όπου ο Jessel, M.R., στη σελίδα 551 αναφέρει τα ακόλουθα: "A cause is still pending even though there has been final judgment given . . . ". Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ορθή.». [x] Στην υπόθεση Ζήνων Χριστοδούλου ν Zendia Machinery Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 367, το Ανώτατο Δικαστήριο, ομόφωνα, δια του έντιμου Π. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Αρτεμίδη, ανέφερε εν προκειμένω τα εξής: «Η δικαστής εξετάζοντας την αίτηση αυτή, για επαναφορά δηλαδή της υπόθεσης για ακρόαση την έκρινε απορριπτέα. Και τούτο γιατί στους νομικούς λόγους που αναφέρονταν στην αίτηση αναγραφόταν η Δ.33, θ.4 αντί η Δ.33, θ.5 που εφαρμόζεται στην περίπτωση. Ο δικηγόρος της εφεσίβλητης δεν έφερε ένσταση στην αίτηση για επαναφορά της αγωγής. Παρ΄όλα αυτά το Δικαστήριο την απέρριψε για τον πιο πάνω λόγο. Στη βάση των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων κρίνουμε πως η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη και άδικη γιατί ουσιαστικά αποστερεί από τον εφεσείοντα το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, για τον απλό λόγο πως στην αίτηση του αναγράφηκε ο λανθασμένος αριθμός του ισχύοντος θεσμού. Τα δικαιώματα των διαδίκων κρίνονται επί της ουσίας τους όταν αυτά διατυπώνονται με σαφήνεια. Και εδώ ο εφεσείων διατύπωσε με ακρίβεια τη θεραπεία που ζητούσε. Τα δε γεγονότα που υποστήριζαν την αίτηση όπως ο ίδιος τα κατέθεσε στην ένορκη του δήλωση, ήταν αδιαμφισβήτητα. Ορθή ήταν και η στάση του δικηγόρου της εφεσίβλητης να μην φέρει ένσταση στην πρωτόδικη διαδικασία. Οι κανόνες Πολιτικής Δικονομίας υιοθετούνται για να διευκολύνεται η δικαστική διαδικασία, η οποία ρυθμίζεται από αυτούς ώστε να προχωρεί απρόσκοπτα. Δεν ερμηνεύονται, ή η νομολογία μας εφαρμόζεται, με τέτοιο τρόπο που να καταστρατηγούνται τα δικαιώματα των διαδίκων, οι οποίοι δικαιούνται σε πρόσβαση στο Δικαστήριο. Η αρχή πως στην αίτηση πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια η θεραπεία και η νομική της βάση ισχύει. Σκοπός της είναι να γνωρίζει το Δικαστήριο, αλλά και η άλλη πλευρά, το περιεχόμενο της αίτησης για να μπορεί να τοποθετηθεί. Στην περίπτωση που συζητούμε η ζητούμενη θεραπεία στην αίτηση ήταν απλή και ευκρινώς διατυπωμένη. Η αναφορά σε λανθασμένο θεσμό, αυτού του είδους, δηλαδή παραπομπής στον αριθμημένο θεσμό «4» αντί «5», θα΄πρεπε να θεωρηθεί γραφικό λάθος. Και αν ήθελε το Δικαστήριο να πάρει αυστηρότερη θέση θα μπορούσε να ζητήσει την επιτόπου διόρθωση, και να αποδεκτεί την αίτηση». [xi] Στην οποία υπόθεση Dora Holdings Ltd κ. α. ν Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Αρ. 1)
(2010)1 Α.Α.Δ. 649, το Εφετείο, ομόφωνα, δια του έντιμου Δ. Α. Δ. Κραμβή, ανέφερε τα εξής σχετικά: «Η αίτηση εφόσον αφορά πολιτική διαδικασία έπρεπε να τύχει της ανάλογης νομικής θεμελίωσης. Αντί τούτου, η νομική βάση παραπέμπει στην Ποινική Δικονομία και στους Θεσμούς Ποινικής Δικονομίας που δεν έχουν καμιά σχέση με ό,τι απαιτείται για τη σωστή νομική θεμελίωση της αίτησης. Η σχετική δικονομική διάταξη η οποία διέπει το θέμα είναι η Διαταγή 35 καν. 8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών. Οι αιτητές παρότι είχαν την ευκαιρία να ενεργήσουν δεόντως ώστε με το κατάλληλο δικονομικό μέτρο να επιδιώξουν την διόρθωση της παρατυπίας και την επανατοποθέτηση της αίτησής τους στην ορθή νομική βάση δεν το έπραξαν, παράλειψη η οποία αναπόφευκτα οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης εφόσον οι δικονομικές διατάξεις των οποίων γίνεται επίκληση δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Στην Πετρίχου v. Χατζηιωσήφ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 81, ειπώθηκαν τα εξής: "Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες."». [xii] Στην υπόθεση Βερεγγάρια Παναγιώτη Παπακοκκινου κ. α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., Πολιτική Έφεση Αρ. 242/2011, 10/04/2012, το Εφετείο, ομόφωνα δια του έντιμου Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Νικολάτου, ανέφερε τα εξής: «Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία και συμφωνούμε με τη θέση των εφεσιβλήτων-καθ΄ ων η αίτηση, ότι η νομική και δικονομική βάση της παρούσας αίτησης είναι λανθασμένη υπό την έννοια του ότι οι διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ,αλλά και οι νομικές διατάξεις στις οποίες βασίζεται η αίτηση δεν θεμελιώνουν οποιοδήποτε δικαίωμα των εφεσειουσών να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην παρούσα υπόθεση. Συναφώς παρατηρούμε ότι η Δ.48 και ειδικά οι θεσμοί στους οποίους βασίζεται η αίτηση, δεν αναφέρονται σε ζητήματα συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η Δ.34, η οποία έχει μόνον 7 κανόνες και όχι 21, όπως αναγράφεται στην αίτηση, αφορά στην καταχώρηση αποφάσεων και η Δ.35 αφορά σε εφέσεις. Τα άρθρα 31-33 του Ν 14/60 αφορούν στις εξουσίες των δικαστηρίων, μεταξύ άλλων για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων και για τόκο επί των οφειλών, ενώ το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, αφορούν στο δικαίωμα για δίκαιη δίκη. Επομένως, η παρούσα αίτηση δεν συνάδει με την πάγια θεμελιωμένη αρχή της νομολογίας μας, ότι στο σώμα μιας αίτησης και ειδικά μιας ενδιάμεσης αίτησης, θα πρέπει να αναγράφονται ρητά και συγκεκριμένα οι νομικές και δικονομικές διατάξεις στις οποίες αυτή βασίζεται.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.