Ιωάννης Βασιλείου προσωπικά ως κληρονόμος και/ή ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Γεωργάκη Βασίλη ή άλλως Γεώργιο Βασιλείου κ.α. ν. Ουρανία Γεωργίου Λευτέρη συζύγου του Μιχαήλ Λάμπρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1661/2010, 10/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1661/2010 Μεταξύ:
- Ιωάννης Βασιλείου προσωπικά ως κληρονόμος και/ή ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Γεωργάκη Βασίλη ή άλλως Γεώργιο Βασιλείου.
- Κωνσταντίνου Γιαννάκη Βασιλείου.
- Γεωργίου Γιαννάκη Βασιλείου αμφότεροι από τη Καλαβασό, υπό την ιδιότητα τους ως κληρονόμων του αποβιώσαντα Γεωργάκη Βασίλη άλλως Γεώργιο Βασιλείου. Εναγόντων/ Αιτητών -και-
- Ουρανία Γεωργίου Λευτέρη συζύγου του Μιχαήλ Λάμπρου.
- Ρίτας (Ρεβέκκας) Μιχάλη Λάμπρου. Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 10 Ιουνίου,2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα Ε. Ανδρέου για Αντώνης Ανδρέου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: κ. Χρ. Χ¨ Στερκώτης για Χριστόφορος Χ¨ Στερκώτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση των εναγόντων ημερ. 22/1/16 για επανακλήτευση του ΜΕ3 - ενάγοντα 1) Με την αίτηση τους ημερομηνίας 22.01.2016 οι ενάγοντες-αιτητές (στη συνέχεια «οι αιτητές») αιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπει την επανακλήτευση του ενάγοντος 1 Ιωάννη Βασιλείου, ο οποίος κατάθεσε ήδη ως μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων ως (Μ.Ε. 3) στην εν εξελίξει ακροαματική διαδικασία όπου η πλευρά των εναγόντων έκλεισε την υπόθεση της και ήδη έχουν καταθέσει για την πλευρά των εναγομένων δύο μάρτυρες, ώστε να παρουσιάσει και καταθέσει ως τεκμήρια έγγραφα-αποδείξεις που βρέθηκαν στην κατοχή του μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την πλευρά των εναγόντων. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.1, 2, 3 και 4, Δ.38 Θ.1, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο φάκελο της δικογραφίας και στα όσα έχουν προσαχθεί από τις δύο πλευρές ως μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης και στην διακριτική ευχέρεια και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Την αίτηση υποστηρίζει ο ενάγων 1 κ. Ιωάννης Βασιλείου με ένορκη δήλωση του. Δηλώνει ότι μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του και συγκεκριμένα κατά τις αρχές Ιανουαρίου υπέπεσε στην προσοχή του μία δέσμη αποδείξεων οι οποίες χρονολογούνται από το έτος 1938 μέχρι το έτος 1957, φωτοτυπία των οποίων επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του. Διαπίστωσε ότι, οι εν λόγω αποδείξεις αφορούσαν πληρωμές για τον φόρο ακίνητης περιουσίας και συγκεκριμένα του επίδικου ακινήτου με αρ. εγγραφής 1130, στην Τόχνη της Επαρχίας Λάρνακας όπως αυτό ήταν καταχωρημένο προτού εγγραφεί επ' ονόματι της εναγόμενης
- Συγκεκριμένα, οι εν λόγω αποδείξεις βρίσκονταν μέσα σε ένα κουτί το οποίο ήταν φυλαγμένο σε μια παλιά ντουλάπα που είχαν μεταφέρει στην καινούρια τους κατοικία κατά την μετακόμιση τους πριν 15 - 20 χρόνια. Η ντουλάπα αυτή ανήκε στους γονείς της συζύγου του οι οποίοι αποθήκευαν σ΄αυτή διάφορα αντικείμενα όπως ρούχα, σεντόνια κ.τ.λ. Ούτε αυτός ούτε και η γυναίκα του έψαξαν ποτέ να δουν τι άλλο περιείχε καθώς δεν την χρησιμοποιούσαν για αποθήκευση δικών τους αντικειμένων. Λόγω του ότι η γυναίκα του έχει αποβιώσει και ένεκα του γεγονότος ότι διαμένει μόνος στο σπίτι, έψαξε την εν λόγω ντουλάπα και βρήκε το κουτί το οποίο ανήκε στην οικογένεια του παππού της συζύγου του και στο οποίο εκτός από αποδείξεις νερού και αποδείξεις τερατσιών (χαρουπιών), ανακάλυψε και τις προαναφερόμενες αποδείξεις. Οι εν λόγω αποδείξεις δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του καθότι δεν γνώριζε την ύπαρξη τους και ουδέποτε θα μπορούσε να φανταστεί ή να προβλέψει ότι θα εντόπιζε στην κατοχή του έγγραφα από το
- Εκκρεμούσης της αγωγής, είχε ερευνήσει το σπίτι τους και οποιοδήποτε άλλο μέρος που πίστευε ότι θα υπήρχαν τέτοια έγγραφα αλλά επειδή ο πεθερός του δεν του ανέφερε για την ύπαρξη των εγγράφων ή την κατοχή αποδείξεων της πληρωμής φόρων, δεν γνώριζε την ύπαρξη τους. Περαιτέρω, λόγω του περιεχομένου της συγκεκριμένης ντουλάπας π.χ. λευκά είδη, δεν θα μπορούσε ποτέ να σκεφτεί πως μέσα θα φυλάσσονταν τέτοιου είδους έγγραφα. Το εν λόγω ακίνητο πάντοτε θεωρείτο ακίνητο της οικογένειας και συνεπώς ούτε ο Γιωργάκης Βασίλη ούτε ο πεθερός του αλλά ούτε και οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας είχε λόγο να τον ενημερώσει για την ύπαρξη των εγγράφων. Περαιτέρω, βεβαιώνει πως σε οιαδήποτε περίπτωση που τέτοια έγγραφα τύγχαναν της προσοχής του, προτού προσκομίσει μαρτυρία, δεν θα μπορούσε κατ' ουδένα λόγο να τα αποκρύψει ή να μην τα παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξ' όσων τον έχουν ενημερώσει οι δικηγόροι τους, τα εν λόγω έγγραφα είναι σημαντικά και η κατάθεση τους ως τεκμήρια είναι αναγκαία για τη δίκαιη έκβαση της υπόθεσης, καθότι δεικνύουν πως ο φόρος του επίδικου ακινήτου πληρωνόταν από τον Γιωργάκη Βασίλη και μετά τον θάνατο του από τον Κώστα Γιωργάκη Βασίλη, αποδεικνύοντας περίτρανα πως το επίδικο ακίνητο αποτελεί μέρος της περιουσίας του παππού της συζύγου του και ότι λανθασμένα ενεγράφη επ' ονόματι της εναγόμενης
- Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι είναι αναγκαία η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στα πλαίσια της δίκαιης δίκης και σε καμία περίπτωση δεν προορίζεται για τη συμπλήρωση κενών στη μαρτυρία. Με συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του δηλώνει περαιτέρω και συμπληρωματικά της πιο πάνω ένορκης δήλωσης ότι αρχικά ήρθαν στην κατοχή του οι αποδείξεις από το έτος 1938 μέχρι και το έτος 1957 τις οποίες και παρέδωσε άμεσα στους δικηγόρους τους και οι οποίοι προχώρησαν με την ετοιμασία της παρούσας αίτησης. Οι αποδείξεις για τις χρονολογίες από το 1958 έως το 1961 τις οποίες έχει επίσης επισυνάψει ως τεκμήριο στην αρχική του ένορκη δήλωση ανευρέθηκαν από τον ίδιο μετά την ετοιμασία της αρχικής ένορκης του δήλωσης, τις οποίες και παρέδωσε άμεσα στους δικηγόρους τους οι οποίοι όπως τον ενημερώνουν εκ παραδρομής δεν διόρθωσαν τον ισχυρισμό της αρχικής του ένορκης δήλωσης, στην οποία αναφέρεται ότι επισυνάπτονται ως τεκμήριο οι αποδείξεις για τα έτη 1938 - 1957, παρόλο που όλες οι αποδείξεις μέχρι και το 1961 είχαν επισυναφθεί ως τεκμήριο στην αρχική του ένορκη δήλωση. Όπως τον ενημερώνουν οι δικηγόροι του πρόκειται για καλόπιστο τυπογραφικό λάθος, αφού όπως διαφαίνεται από το τεκμήριο της αρχικής του ένορκης δήλωσης έχουν όντως επισυναφθεί όλες οι σχετικές αποδείξεις, για τα έτη 1938 μέχρι το 1961 και τις οποίες επιθυμεί να καταθέσει. Επαναλαμβάνει ότι εξ' όσων τον έχουν ενημερώσει οι δικηγόροι του, τα εν λόγω έγγραφα είναι σημαντικά και η κατάθεση τους ως τεκμήρια είναι αναγκαία για την δίκαιη έκβαση της υπόθεσης και ως εκ τούτου, θεωρεί ότι είναι αναγκαία η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στα πλαίσια της δίκαιης δίκης και σε καμία περίπτωση δεν προορίζεται για τη συμπλήρωση κενών στη μαρτυρία. Οι εναγόμενες - καθ΄ων η αίτηση (στη συνέχεια «οι καθ΄ων η αίτηση»), καταχώρησαν ειδοποίηση περί της προθέσεως ένστασης. Την στηρίζουν στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.30, Δ.38 Θ.1, Δ.39 Θ.1, και 2, Δ.48 Θ.1 - 4 - 9 -11, 13, Δ.64 στα άρθρα 30, 32 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ν. 39/62), στον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, άρθρο 26, στα άρθρα 30 και 169 του Συντάγματος, στο Δίκαιο της Επιείκειας, στις Αποφάσεις και Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου και στις γενικές και συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου, στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Καταγράφω στη συνέχεια αυτούσιους τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν από τις καθ΄ων η αίτηση: «
- Η αίτηση είναι αντινομική, αντικανονική, παράτυπη, άκυρη και κατά παράβαση των σχετικών θεσμών και νόμου και ή δεν δικαιολογείται με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται δυνάμει της Δ.38 Θ.1 και ή των άρθρων που αναφέρονται στο νομικό υπόβαθρο της αίτησης και ή στη νομική βάση της αίτησης και ή δεν τηρεί τις προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και είναι αντινομική.
- Οι ενάγοντες/αιτητές δεν δείχνουν λόγο και/ή την πλήρωση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την παροχή δυνατότητας επανακλήτευσης μάρτυρα του ενάγοντα Ιωάννη Βασιλείου.
- Η μαρτυρία που ο ενάγοντας-αιτητής ζητά όπως του επιτραπεί να προσκομίσει, είναι μη αποδεκτή (inadmissible).
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει επαρκή στοιχεία και/ή γεγονότα που να δικαιολογούν την επνανακλήτευση του ενάγοντα 1/αιτητή μετά από το πέρας της κατάθεσης του και ή μετά που άρχισαν οι εναγόμενοι να παρουσιάζουν την υπόθεσή τους.
- Τυχόν έγκριση της αίτησης του ενάγοντα/αιτητή θα βλάψει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα των εναγομένων 1 και 2/καθ' ων η αίτηση.
- Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση και/ή τείνει στην καθυστέρηση της διαδικασίας.
- Οι ισχυρισμοί του ενάγοντα/αιτητή είναι ατεκμηρίωτοι.
- Τα στοιχεία και ή μαρτυρία που ζητά ο αιτητής/ενάγοντας με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να τα προσαγάγει και ή να τα καταθέσει στο Δικαστήριο στη διαδικασία της μαρτυρίας του κάτι που παρέλειψε να πράξει και οι δικαιολογίες που δίνει δεν μπορούν να πείσουν.
- Δεν έχουν καταδειχθεί ειδικές περιστάσεις για την έγκριση τέτοιου αιτήματος και ή η μαρτυρία που σκοπεύεται να δοθεί δεν είναι τυπική ούτε το θέμα εγείρεται ex improviso.
- Δεν συντρέχουν λόγοι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ των αιτούμενων θεραπειών.
- Με την υποβληθείσα αίτηση μεταβάλλεται το πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας και ανατρέπεται η πορεία της διαδικασίας.
- Με την αιτούμενη αίτηση γίνεται προσπάθεια να εισαχθεί μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα ούτε έχει αποκαλυφθεί αλλά αποτελεί έλλειψη συντονισμού και καλύτερης προετοιμασίας για την παρουσίαση της υπόθεσης και όχι γεγονότα τα οποία ο ενάγων-αιτητής δεν είχε υπόψη του τη στιγμή που έδιδε μαρτυρία και γίνεται προσπάθεια για να καλυφθούν κενά στη μαρτυρία του ενάγοντα/αιτητή που μπορούσαν εύλογα να προβλεφθούν προτού δώσουν τη μαρτυρία τους οι ενάγοντες.
- Η χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών θα προκαλέσει αδικία στα συμφέροντα ή/και στην πλευρά των Εναγομένων/Καθ' ων η αίτηση.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι εναγόμενες/καθ' ων οι αίτηση ζητούν την απόρριψη της αίτησης των αιτητών με έξοδα εις βάρος των αιτητών και υπέρ των καθ' ων η αίτηση.» Την ένσταση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της η κα Άννα Προδρόμου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τις καθ΄ων η αίτηση η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης από πληροφορίες που έλαβε από τον δικηγόρο που χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση τον κ. Χρ. Χ¨ Στερκώτη και από τα έγγραφα του φακέλου και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τις καθ΄ων η αίτηση, οι οποίες βρίσκονται στο εξωτερικό και θα ήταν δύσκολο και δαπανηρό να ερχόντουσαν στην Κύπρο για να υπογράψουν την ένορκη δήλωση που θα υποστήριζε την ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως τους, όπως προβεί στην ένορκη δήλωση. Αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του κ. Ι. Βασιλείου που προβάλλει στην ένορκη δήλωση του και διαφωνεί με το περιεχόμενο της. Προβάλλει το καθυστερημένο της υποβολής της αίτησης και ενώ έχουν καταθέσει ήδη δύο μάρτυρες από πλευράς της Υπεράσπισης. Απαριθμεί τους λόγους για τους οποίους δεν θα πρέπει να επιτραπεί η επανακλήτευση του κ. Ι. Βασιλείου ως μάρτυρα για να καταθέσει έγγραφα τα οποία βρισκόντουσαν στην κατοχή του για πολλά χρόνια και τα οποία δεν μερίμνησε έγκαιρα να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο όταν έδιδε ο ίδιος μαρτυρία. Εκφράζει τη θέση ότι γι΄αυτή την ολιγωρία του θα πρέπει να υποστεί τις συνέπειες της καθώς διαφορετικά η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση θα υποστεί δυσμενή επηρεασμό, βλάβη στα συμφέροντα τους και κατάφωρη αδικία. Επαναλαμβάνει το περιεχόμενο των λόγων ένστασης και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στην αίτηση και που ζητούνται να προσκομιστούν για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχόμενου τους, είναι εξ ακοής μαρτυρία και ως εκ τούτου είναι ανεπίτρεπτη μαρτυρία. Σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος οι εναγόμενες θα στερηθούν του δικαιώματος τους στη βάση του άρθρου 26 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9 να ζητήσουν την αντεξέταση εκείνων των προσώπων που προέβησαν στις αρχικές δηλώσεις και δεν μπορούν να κλητευθούν ως μάρτυρες αφού αυτές οι αξιώσεις ανάγονται στο χρόνο 1930 και εντεύθεν. Πέραν όμως τούτου, στην παρούσα περίπτωση, τέτοια δυνατότητα έχει αποκλειστεί λόγω του χρονικού σταδίου που επιχειρείται η προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας, δηλαδή μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των εναγόντων και την έναρξη της παρουσίασης των μαρτύρων της Υπεράσπισης. Η εν λόγω μαρτυρία δεν προέκυψε κατά την παράθεση της μαρτυρίας από μέρους της υπεράσπισης ώστε να καταληφθούν οι ενάγοντες εξ απήνης ούτε και η μαρτυρία αυτή είναι σύμφωνη με δικογραφημένη θέση των εναγόντων. Αποδίδει σκοπιμότητα στην προσπάθεια των αιτητών να καταθέσει τώρα αυτά τα έγγραφα για να αποστερηθούν το δικαίωμα τους οι καθ΄ων η αίτηση να αντεξετάσουν επί του περιεχομένου τους. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με αγορεύσεις στις οποίες εξέθεσαν και υποστήριξαν τις θέσεις τους. Σε αυτές, πέραν από τα γεγονότα της υπόθεσης, γίνεται και εκτενής αναφορά σε νομολογία και αυθεντίες (γίνεται αναφορά σε αυτές στη συνέχεια στο μέρος της απόφασης που πραγματεύεται τη «Νομική Πτυχή») αλλά και σε πρωτόδικες αποφάσεις οι οποίες κατά την άποψη τους υποστηρίζουν τις θέσεις τους. Έχω ακούσει και μελετήσει με προσοχή τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων και τις αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψαν και λαμβάνονται υπόψη οι θέσεις και οι ανησυχίες της κάθε πλευράς για την πορεία της υπόθεσης ανάλογα με την απόφαση που θα εκδοθεί. Οι πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση κρίθηκαν ασφαλώς στη βάση των δικών τους, διακριτών όμως ως προς την παρούσα υπόθεση γεγονότων. Σε επιμέρους εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων θα γίνει αναφορά στα κατάλληλα σημεία όπου ασφαλώς κριθεί αναγκαίο. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση βασίζεται στην Δ.38, Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ο οποίος προνοεί τα εξής: «Κάθε μάρτυρας όταν η κύρια εξέταση του κλείσει υπόκειται σε αντεξέταση από τον αντίθετο διάδικο και σε επανεξέταση από το διάδικο που τον κάλεσε και μετά την επανεξέταση μπορεί να ερωτηθεί από το Δικαστήριο και δεν θα πρέπει να επανακλητευθεί ή ερωτηθεί περαιτέρω εκτός κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Κανναβά,
(2000)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 425 αναφέρθηκε ότι το θέμα επανακλήτευσης μάρτυρα εμπίπτει στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Διαφωτιστικές για το εύρος της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου επί του θέματος είναι οι υποθέσεις Savoullas v. Loucas,
(1979)1 CLR 336, Μιχαλάκης Κ. Δράκος Λτδ & Σία ν. Αργυρίδη,
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 162 και Παπακόκκινου κ.ά. ν. Δήμου Πάφου (Αρ.1),
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 634. Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση Savoullas v. Loucas (πιο πάνω), το Δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είτε από μόνο του είτε κατόπιν αιτήματος ενός εκ των διαδίκων, επανακλήτευσης ενός μάρτυρα για περαιτέρω εξέταση ή αντεξέταση αν και όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 10η έκδοση, παρ. 156 «μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για τον διάδικο, αυτό επιτρέπεται μόνο όταν συντρέχουν ειδικοί λόγοι». Στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια Πρακτική Προσέγγιση)» του Τ. Ηλιάδη, στη σελ. 237 διαβάζουμε τα εξής σε σχέση με τους ειδικούς λόγους, που πρέπει να συντρέχουν για να επιτραπεί η επανακλήτευση μάρτυρα: «Αν και δεν έχουν καθοριστεί ποιες είναι οι ειδικές περιπτώσεις μπορεί να λεχθεί ότι και στις πολιτικές υποθέσεις εφαρμόζονται οι αρχές που ισχύουν στις ποινικές υποθέσεις έτσι που η επανακλήτευση να μην επιτρέπεται εκτός και αν το θέμα εγείρεται ex improviso ή η μαρτυρία που θα δοθεί είναι τυπική. Όμως δεν θα επιτραπεί η επανακλήτευση μάρτυρα για να καλύψει κενά στη μαρτυρία του που μπορούσε εύλογα να προβλεφθούν προτού δώσει τη μαρτυρία του.» Άδεια για επανακλήτευση μάρτυρα μπορεί να δοθεί σε έναν διάδικο ακόμη και μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του, για να παρουσιάσει νέα μαρτυρία σε περίπτωση που εγείρεται εξ απροόπτου το θέμα στη μαρτυρία της άλλης πλευράς ή με τη συγκατάθεση των δυο πλευρών (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παρ.281, σελ. 195). Σε καμιά όμως περίπτωση δεν θα επιτραπεί η επανακλήτευση μάρτυρα για να καλύψει κενά στη μαρτυρία του που μπορούσε εύλογα να προβλεφθούν προτού δώσει τη μαρτυρία του. Όπως δε καταγράφεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές)» των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη στη σελ. 738: «Περαιτέρω, συνάγεται από το άρθρο 48 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αίτησης διαδίκου, να καλεί οποιοδήποτε πρόσωπο για να δώσει (επιπλέον) μαρτυρία στη δίκη. Σε τέτοια περίπτωση, πρέπει να παρέχεται η ευκαιρία στους διαδίκους να υποβάλλουν ερωτήσεις στον μάρτυρα υπό τύπον αντεξέτασης ειδεμή, τέτοια παράλειψη θα μπορούσε να οδηγήσει σε κακοδικία και ακύρωση της απόφασης (Αγαθοκλέους v. Χριστοδούλου
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 176).» Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Sullivan
(1923)1 K.B. 47 η οποία υιοθετήθηκε και σε Κυπριακές αποφάσεις, τονίστηκε ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να επανακαλεί μάρτυρες κατά τρόπο και υπό συνθήκες παρόμοιες με τις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται η λήψη αντικρουστικής ή απαντητικής μαρτυρίας. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Θα εξετάσω στη συνέχεια τους λόγους ένστασης όπως αυτοί έχουν καταγραφεί αυτούσιοι πιο πάνω. Εξετάζοντας τη νομική βάση στην οποία βασίζεται η αίτηση βρίσκω ότι αυτή όπως έχει καταγραφεί στην αίτηση είναι η ορθή και αυτή είναι που δίδει το δικαίωμα επανακλήτευσης ενός μάρτυρος και δεν γίνεται οποιαδήποτε περί του αντιθέτου συγκεκριμένη εισήγηση από πλευράς των καθ΄ων η αίτηση. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση όπως απαιτείται σε τέτοιας φύσης αιτήματα και επομένως εκπληρώνει τις δικονομικές προϋποθέσεις ως προς το νομότυπο της. Επομένως ο λόγος ένστασης αρ. 1 απορρίπτεται ως αόριστος και αβάσιμος. Οι ενάγοντες διά της ενόρκου δηλώσεως του κ. Ι. Βασιλείου εξηγούν τα γεγονότα και πως προέκυψε η ανάγκη σε αυτό το πράγματι προχωρημένο στάδιο να υποβληθεί η παρούσα αίτηση. Επικαλείται ειδική περίσταση που είναι η ανεύρεση, άγνωστων στους ενάγοντες μέχρι και τον Ιανουάριο εγγράφων, άμεσα όμως σχετιζομένων με τα επίδικα θέματα. Επομένως ούτε και ο λόγος ένστασης αρ. 2 έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης αρ. 3 επισημαίνεται ότι η μαρτυρία η οποία επιχειρείται να προσκομιστεί είναι σύμφωνη με την ήδη δικογραφημένη θέση των αιτητών η οποία συνοπτικά μπορεί να αποδοθεί στην επιδίωξη τους να ακυρώσουν την εγγραφή που έγινε του επίδικου ακινήτου αρχικά στην εναγόμενη 1 και στη συνέχεια την μεταβίβαση του στην εναγόμενη 2, η οποία κατ΄ισχυρισμό βασίστηκε σε λανθασμένο πιστοποιητικό κοινοτάρχη σε σχέση με το ζήτημα της κατοχής του επίδικου κτήματος. Επομένως και αυτός ο λόγος ένστασης κρίνεται ως αβάσιμος. Οι λόγοι ένστασης αρ. 4 - 7 θα πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα του τι ακριβώς επιζητείται να κατατεθεί ως μαρτυρία, η οποία σημειώνω ότι, όπως πάντοτε εξάλλου, θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο το οποίο και θα της προσδώσει την ανάλογη βαρύτητα. Οι αιτητές με την ένορκη δήλωση του κ. Ι. Βασιλείου ξεκαθαρίζουν τους λόγους που τους επέβαλαν να προβούν σε αυτό το διάβημα. Θα κατατεθούν έγγραφα τα οποία η πλευρά των εναγόντων δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να μην προσκομίσει στο Δικαστήριο όταν κατάθεταν οι μάρτυρες τους εάν ασφαλώς γνώριζαν την ύπαρξη τους. Τα έγγραφα δε αυτά συνιστούν στοιχεία τα οποία θα βοηθήσουν στην κρίση των επιδίκων θεμάτων της αγωγής. Αυτές οι αποδείξεις δεικνύουν πως ο φόρος ακίνητης περιουσίας που αφορούσε το επίδικο ακίνητο πληρωνόταν από τον Γιωργάκη Βασίλη και προέρχονται από Κυβερνητικό Τμήμα είτε αυτές αφορούν την προ της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας περίοδο είτε τη μετά την ανεξαρτησία της. Πρόκειται πράγματι περί σημαντικής μαρτυρίας η οποία θα πρέπει να αξιολογηθεί μέσα στο συνολικό πλέγμα της προσκομισθείσας μαρτυρίας η οποία αναμφίβολα σχετίζεται απόλυτα με τα υπό κρίση ζητήματα και πρόκειται για στοιχεία τα οποία θα προσμετρήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου στο κατά πόσο δηλαδή λανθασμένα ενεγράφη το επίδικο κτήμα επ' ονόματι της Εναγόμενης 1, βασιζόμενη η εγγραφή του σε λανθασμένη πληροφόρηση ή λανθασμένα στοιχεία που δόθηκαν στις αρμόδιες αρχές. Κρίνω ότι και αυτοί λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι. Οι λόγοι ένστασης αρ. 8 - 12 απαντώνται με την ένορκη δήλωση του κ. Ι. Βασιλείου, ο οποίος υποστηρίζει ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη των εν λόγω εγγράφων καθώς ήταν πάντα ξεκάθαρο και δεδομένο στην οικογένεια των εναγόντων ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκε στην οικογένεια, μέχρι περίπου τον Σεπτέμβριο του 2009, όταν αποκαλύφθηκε το τι μεσολάβησε, όπως αναφέρεται και στην παράγραφο 14 της Έκθεσης Απαιτήσεως των Εναγόντων. Προκύπτει αβίαστα από την ένορκη δήλωση του κ. Ι. Βασιλείου ότι η ανάγκη προσαγωγής αυτής της μαρτυρίας, σε αυτό το στάδιο, δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε σε απροσεξία ούτε σε αβλεψία ή κακή προετοιμασία της πλευράς των εναγόντων, όπως τους αποδίδεται, ούτε και διακρίνεται προσπάθεια κάλυψης κενών στη μαρτυρία τους. Η πλευρά των εναγομένων σε περίπτωση που επιτραπεί η επανακλήτευση του μάρτυρος θα έχει την ευκαιρία να τον αντεξετάσει και να προσαγάγει αν επιθυμεί αντικρουστική μαρτυρία σε αυτή που επιζητεί να καταθέσει ο κ. Ι. Βασιλείου. Είναι δε περαιτέρω γεγονός, και ως προς τούτο θα διαφωνήσω με τη θέση της πλευράς των καθ΄ων η αίτηση, η οποία υποστηρίζει ότι όσα επιχειρούνται να κατατεθούν ξεφεύγουν από δικογραφημένους ισχυρισμούς των αιτητών, ότι τα έγγραφα αυτά τείνουν να αποδείξουν ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί μέρος της περιουσίας του παππού της συζύγου του Ενάγοντα 1 και ότι λανθασμένα ενεγράφη επ' ονόματι της Εναγομένης 1. Επαναλαμβάνω ότι αποδείξεις πληρωμής φόρου ακίνητης περιουσίας που αφορούσαν το επίδικο ακίνητο πριν αυτό εγγραφεί επ΄ονόματι της εναγόμενης 1 είναι σημαντικό στοιχείο μαρτυρίας το οποίο ασφαλώς θα συνεκτιμηθεί μαζί με άλλα για να φανεί αν λανθασμένα το επίδικο ακίνητο ενεγράφη επ΄ονόματι της εναγόμενης 1 αυτό που επιδιώκεται δηλαδή να καταδειχθεί με την αγωγή. Ασφαλώς και εάν γνώριζε ο μάρτυς την ύπαρξη αυτών των αποδείξεων θα φρόντιζε να τα είχε παρουσιάσει εξ αρχής στα πλαίσια της παράθεσης της μαρτυρίας από πλευράς των εναγόντων. Επομένως, οι σχετικές αιτιάσεις από πλευράς των καθ΄ων η αίτηση δεν μπορούν να αντέξουν στη βάσανο της λογικής και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Δεν έχει καταδειχθεί ότι η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση, σε περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα, θα υποστεί οποιαδήποτε αδικία. Τουναντίον, το συμφέρον της δικαιοσύνης και η δίκαιη αντιμετώπιση της υπόθεσης επιβάλλει κατά την άποψη μου όπως επιτραπεί στην πλευρά των αιτητών να εισαγάγει αυτή τη μαρτυρία. Από την άλλη δεν είναι θέμα, όπως το έχει θέσει η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση στην ένορκη δήλωση της κας Α. Προδρόμου, ολιγωρίας έτσι που θα πρέπει να υποστούν τις συνέπειες της μη προσκόμισης αυτής της μαρτυρίας έγκαιρα, εφόσον το ζήτημα δεν ανάγεται σε κάποια παράλειψη τους. Επομένως ο λόγος ένστασης αρ. 13 δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Όπως ισχυρίζεται ο κ. Ι. Βασιλείου τα έγγραφα αυτά ήρθαν σε γνώση του μόλις τον Ιανουάριο του 2016 και άμεσα ετοιμάστηκε η παρούσα αίτηση και ουδεμία καθυστέρηση υπήρξε στις ενέργειες τόσο του ίδιου του ενόρκως δηλούντος όσο και των δικηγόρων τους. Δεν διακρίνεται ούτε ολιγωρία, ούτε παρελκιστική τακτική, ούτε και κακοπιστία σε αυτά. Είναι δε η θέση της πλευράς των αιτητών ότι η όποια καθυστέρηση προκλήθηκε, αυτή προήλθε από την παρελκυστική τακτική της πλευράς των καθ΄ων η αίτηση, οι οποίοι με διάφορα προσχήματα και εν τέλει με την ένσταση τους καθυστερούν τη διαδικασία και την συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας η οποία υποστηρίζει την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως επισημαίνω ότι κατ΄ισχυρισμό του κ. Ι. Βασιλείου, στον οποίον δεν μπορεί κάποιος να αντιτάξει κάτι διαφορετικό, οι εν λόγω αποδείξεις ναι μεν ήταν εντός ντουλάπας στην οικία του, η οποία όπως εξήγησε είχε μεταφερθεί από το σπίτι των πεθερικών του στο σπίτι όπου είχαν οι ίδιοι μετακομίσει πριν από 10 - 15 έτη, αλλά ο λόγος που δεν γνώριζε την ύπαρξη τους ήταν διότι πάντα ήταν δεδομένο στην οικογένεια του ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκε στην οικογένεια τους, μέχρι περίπου τον Σεπτέμβριο του 2009 όταν αποκαλύφθηκε το τι μεσολάβησε από πλευράς των Εναγόμενων, όπως αναφέρεται και στην παράγραφο 14 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων και δεν πρόκειται καθόλου για επίδειξη αμέλειας ή αβλεψίας ή κακής προετοιμασίας η μη προηγούμενη γνώση περί της ύπαρξης τους. Επισημαίνεται δε ότι τα γεγονότα αυτά συνέβησαν μετά το θάνατο των αρχικά δικαιούμενων στην εγγραφή του επίδικου ακινήτου προσώπων, τα οποία ενδεχόμενα είχαν υπόψη τους στοιχεία που αποδείκνυαν το δικαίωμα και συμφέρον τους επί του επίδικου ακινήτου. Η εξεύρεση των εν λόγω αποδείξεων που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα κρίνω ότι αποτελεί ειδική περίσταση και περίπτωση όπου αν επιτραπεί η αίτηση με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αυτή θα λειτουργήσει προς το συμφέρον της δικαιοσύνης παρά το αντίθετο. Στην υπόθεση Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Δήμου Πάφου (Αρ. 1),
(1998)1 Α.Α.Δ. 634 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η επανακλήτευση μάρτυρα ανήκει στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και με κύριο γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Δικαιολογείται μόνο αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις. Παρόμοια και στις υποθέσεις Kaya Djafer v. Payker Kaya 24 C.L.R. 63, Electricity Authority of Cyprus v. Antonis Kipparis 24 C.L.R. 121, Homeros Th. Courtis and others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Savoullas v. Loucas
(1979)1 C.L.R. 336).» Προβάλλεται από πλευράς των καθ΄ων η αίτηση ότι σε περίπτωση αποδοχής του αιτήματος θα παρεισφρήσει εξ ακοής μαρτυρίας προερχόμενη από έγγραφα τα οποία εκδόθηκαν και υπογράφτηκαν από τα πρόσωπα τα οποία προέβησαν στις αρχικές δηλώσεις, πρόσωπα τα οποία δεν μπορούν να κλητευθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για να μαρτυρήσουν γι΄αυτά. Επίσης η έλλειψη σφραγίδων επ΄αυτών και άλλων χαρακτηριστικών που θα τα καθιστούσαν δημόσια έγγραφα κατά το αποδεικτικό μας δίκαιο είναι ζητήματα τα οποία θα πρέπει να προβληματίσουν αποτρεπτικά το Δικαστήριο στο να εγκρίνει το αίτημα. Σημειώνω ότι τα έγγραφα αυτά είναι αποδείξεις εκδομένες από το αρμόδιο Τμήμα Είσπραξης Φόρων. Αυτές όπως παρουσιάζονται εκδόθηκαν από αρμόδιο κυβερνητικό τμήμα είτε αυτές εκδόθηκαν προ της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε μετά την ανεξαρτησία, στο οποίο ακολουθείται μια διαδικασία αναφορικά με τις πληρωμές φορολογιών με την έκδοση σχετικών αποδείξεων. Είναι δε αναμφισβήτητο ότι με την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας υπήρξε μια διάδοχη κατάσταση όπου η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέχθηκε το αποικιοκρατικό καθεστώς. Η παρ. 1 του Άρθρου 188 υπό τον τίτλο ¨Μεταβατικές Διατάξεις¨ του Συντάγματος μας όπως και το Άρθρο 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)είναι σχετικές διατάξεις οι οποίες υποστηρίζουν την πιο πάνω άποψη. Επομένως η πληρωμή φόρου ακινήτου περιουσίας που γινόταν δυνάμει νομοθετικής πρόνοιας που ίσχυε πριν από την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 και οι αποδείξεις που εκδίδονταν προς αυτόν τον σκοπό από αρμόδιες προς τούτο αρχές, είναι στοιχεία τα οποία είναι άμεσα σχετιζόμενα με τα επίδικα θέματα και αυτά δεν μπορούν να παραγνωριστούν και να αποκλειστεί η κατάθεση τους, συνιστούν στοιχεία μαρτυρίας σχετικής με τα επίδικα θέματα. Σε σχέση με το ζήτημα της δυνατότητας αντεξέτασης που εγείρεται στην παράγραφο 21 της Ένορκης Δήλωσης της κ. Α. Προδρόμου, η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση ασφαλώς και θα έχει τα δικαιώματα που της παρέχει η δικονομία μας και το αποδεικτικό μας δίκαιο μεταξύ αυτών και το δικαίωμα να αντεξετάσει με τη σειρά της τον Ενάγοντα 1 ενόψει του επανανοίγματος της υπόθεσης των εναγόντων και της νέας μαρτυρίας που θα προσκομίσει, έστω και αν αυτή θα μπορούσε να είναι εξ ακοής μαρτυρία η οποία σήμερα δεν αποκλείεται με βάση το αποδεικτικό μας δίκαιο εξ αυτού και μόνο του λόγου. Τα πιο πάνω απαντούν και στις αιτιάσεις που προβλήθηκαν από πλευράς των καθ΄ων η αίτηση σε σχέση με τις δυνατότητες που προσφέρουν οι πρόνοιες του Άρθρου 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Η αποδεικτική τους αξία σε κάθε περίπτωση θα αποτιμηθεί από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο. Οι σχετικές αιτιάσεις επομένως που προβλήθηκαν και για τις οποίες έγινε εκτενής αναφορά κατά το στάδιο της δευτερολογίας του κ. Χ. Χ¨ Στερκώτη δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. Ακροθιγώς θίχθηκε από πλευράς των καθ΄ων η αίτηση, επίσης κατά τη δευτερολογία του κ. Χ. Χ¨ Στερκώτη, και το ζήτημα των εγγράφων αυτών τα οποία επιχειρούνται να κατατεθούν ως έγγραφα άνω των είκοσι ετών. Για την αποδεικτική αξία αυτών των εγγράφων παραπέμπω στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη «Το Δίκαιο Της Απόδειξης», στο οποίο έγινε και πιο πάνω αναφορά στη σελ. 369 όπου διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Βάσει του άρθρου 15 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Kεφ. 9, σε οποιαδήποτε πολιτική ή ποινική διαδικασία, σε περίπτωση εγγράφου που αποδεικνύεται ή φέρεται να έχει ηλικία όχι μικρότερη των 20 ετών, υπάρχει το ίδιο τεκμήριο το οποίο θα υπήρχε πριν από την έναρξη ισχύος του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9 στις 8.08.46, για έγγραφο το οποίο αποδεικνύεται ως παρόμοιου χαρακτήρα ή που φέρεται ότι έχει ηλικία όχι μικρότερη των 30 ετών. Η ηλικία του εγγράφου συνιστά απαραίτητο στοιχείο ενεργοποίησης του άρθρου 15 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9 (Κυπριανού v. Πιλλακούρη
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1873). Τα αρχαία αυτά έγγραφα - που με βάση το άρθρο 4 του Evidence Act 1938, είναι εκείνα με ηλικία πέραν των 20 ετών (βλ. γενικώς, Ioannou and Others v Demetriou and Others (1950 -1953) 19 CLR 72) - αν αποδειχθεί ότι προέρχονται από σωστή φύλαξη, δεν χρειάζεται, γενικώς, να περιβληθούν από μαρτυρία γραφικού χαρακτήρα, υπογραφής, σφράγισης, παράδοσης ή περιεχομένου (βλ. κατ΄αναλογίαν, Χρυσοστόμου v. Χρυσοστόμου
(2003)1 (Γ) ΑΑΔ 1828, Dunn v Flood
(1883)25 Ch D 629, Hall v Ball
(1841)3 M & Gr 242, Meath v Winchester
(1836)3 Bing NC 183, R v. Farringdon
(1788)2 TR 466). Ο χρόνος υπολογισμού της ηλικίας των εν λόγω εγγράφων, αρχίζει από την ημερομηνία εκτέλεσης τους (Man v. Ricketts
(1845)7 Bear 93, Doe v. Wolley
(1826)8 B & C 22) και σε περίπτωση που αφορούν σε ακίνητη περιουσία, είναι αναγκαίο προς στοιχειοθέτηση της αξίωσης να αποδεικνύεται και η ταύτιση επί του εγγράφου, της προσδιοριζόμενης επί του εδάφους επίδικης περιουσίας (Sylvestrou and Others v. The High Council of Evcaf (1959 - 1960) 24 CLR 153)» Από τα πιο πάνω δεν διακρίνω οτιδήποτε που θα με απέτρεπε από του να αποδεχθώ τα έγγραφα αυτά ως μαρτυρία. Η επανακλήτευση ενός μάρτυρα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ευχέρεια αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και με κύριο γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στην απόφαση την οποία παρέθεσα πιο πάνω Μιχαλάκης Κ. Δράκος & Σία Λτδ ν. Αργυρίδη αναφέρθηκε ότι: «τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, όπως προσδιορίζονται από τα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης σε συσχετισμό με τη φύση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου συνθέτουν τους παράγοντες που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει απόκλιση από τα θεσμικά πλαίσια της διαδικασίας.» ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Μετά τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης και κατάλληλη περίπτωση να δοθεί η ευκαιρία στην πλευρά των αιτητών όπως παρουσιάσουν την μαρτυρία αυτή χωρίς να υπόκεινται σε καμιά βλάβη τα συμφέροντα των καθ΄ων η αίτηση εφόσον με τη χρησιμοποίηση των κατάλληλων δικονομικών και αποδεικτικών δυνατοτήτων κάθε τέτοιο ενδεχόμενο μπορεί να αποκλειστεί. Η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό Α της αίτησης. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Ως προς τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας κρίνω ότι υπάρχει καλός λόγος για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου. Κρίνω υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις συνθήκες υπό τις οποίες προέκυψε το όλο ζήτημα ότι θα ήταν δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπογρ)............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο