← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Peratikos & Misos Developers Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1604/14, 29/1/2016

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Peratikos & Misos Developers Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1604/14, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A217 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1604/14 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων και

  1. Peratikos & Misos Developers Ltd
  2. XXXXX Μισός
  3. XXXXX Περατικός
  4. XXXXX Περαστικός
  5. XXXXX Μισός Εναγομένων Ημερομηνία: 29/01/2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Μ.Σοφοκλέους για Μάμας Χατζη Χριστοφής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 9/11/2015 για απόφαση εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 λόγω μη εμφάνισής τους στην αγωγή) Στην παρούσα αίτηση, με την οποία οι Ενάγοντες-Αιτητές αιτούνται απόφασης εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 λόγω έλλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στην αγωγή, η απαίτηση -στο βαθμό που τους αφορά- ως αναφέρεται στην παράγραφο 19.Γ. του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, έχει ως ακολούθως: «Γ. Απόφαση για το ποσό των €68.903,15 δυνάμει χρεωστικού υπολοίπου συμφωνίας δανείου ή και άλλως πως ως εις την Έκθεση Απαιτήσεως αναφέρεται πλέον τόκο επί του ποσού των €65.869,27 προς 9% από την 19/12/2013 κεφαλαιοποιημένου κάθε 6 μήνες κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους.» Επιπλέον αιτούνται «οιανδήποτε ετέρα θεραπεία» και έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. Κλητήριο Ένταλμα της Αγωγής, που καταχωρήθηκε στις 26/06/2014 επιδόθηκε στους Εναγομένους 3 και 4 κατόπιν διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 07/07/2015 στην κα XXXXX Ανδρέου Πέτρου. Συνεπώς έχει γίνει καλή και νομότυπη επίδοση με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Προς απόδειξη της υπόθεσής τους οι Ενάγοντες καταχώρησαν δύο Ένορκες Δηλώσεις, μία αρχική Ένορκη Δήλωση από την κα XXXXX Κελλίρη, ημερομηνίας 19/11/2015 και ακόμη μία Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 3/12/2015 από το ίδιο πρόσωπο. Επειδή δε το Δικαστήριο, κατόπιν και της τροποποίησης του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (160(Ι)/99) ζήτησε από τους δικηγόρους των Εναγόντων, όπως τοποθετηθούν σε σχέση με τον αιτούμενο τόκο , εφόσον διεκδικείτο και τόκος υπερημερίας, καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων, κο XXXXX Σοφοκλέους και Γραπτή Αγόρευση στις 11/12/2015, με την οποία αναπτύχθηκε η επιχειρηματολογία των Εναγόντων σε σχέση με αυτό το θέμα. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των εν λόγω Ένορκων Δηλώσεων, καθώς και τα σχετικά Τεκμήρια. Οι Ενάγοντες είναι Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία. Συμφωνήθηκε όπως παραχωρήσει στην Εναγόμενη 1 πίστωση, μέσω σχετικής συμφωνίας πίστωσης -δανείου ημερομηνίας 14/04/2008, για ποσό €70,000 (Τεκμήριο Α στην Ένορκη Δήλωση της κας Κελλίρη ημερομηνίας 19/11/2015) και τις υποχρεώσεις της εγγυήθηκαν μεταξύ άλλων και οι Εναγόμενοι 3 και 4 με σύμβαση εγγύησης που υπέγραψαν στις 28/05/2008 (Τεκμήριο Β στην Ένορκο Δήλωση της κας Κελλιρη ημερομηνίας 19/11/2015). Η εγγύησή ήταν για ποσό μέχρι €70,000, πλέον τόκους, δικηγορικά, δικαστικά και άλλα έξοδα. Η Εναγόμενη 1 δεν ανταποκρίθηκε στους όρους της σύμβασης πίστωσης (παράγραφος 8 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης της κας Κελλίρη, ημερομηνίας 3/12/2015) και η σύμβαση τερματίστηκε με επιστολή 19/12/2013, για το οποίο ενημερώθηκαν με σχετικές επιστολές 19/12/2013 τόσο ο κ. XXXXX Περατικός - Εναγόμενος 3, όσο και ο κ. Γιάννης Περατικός-Εναγόμενος
  6. Όσον αφορά την κύρια Απαίτηση των Εναγόντων, παρατηρώ ότι, σύμφωνα με τη συμφωνία δανείου 14/04/2008 (παράγραφος 2(α) αυτής), το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν σε 6,75%, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές το χρόνο. Σύμφωνα με την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 19/12/2013 αναφερόταν ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του πρωτοφειλέτη (δηλαδή της Εναγομένης 1), ύψους €65,869.27 είχε καταστεί πληρωτέο και απαιτητό. Στην κατάσταση λογαριασμού όμως, η οποία κατατέθηκε για τους Ενάγοντες, ως Τεκμήριο Ε στην Ένορκο Δήλωση της κας Κελλίρη ημερομηνίας οι Ενάγοντες, το υπόλοιπο το οποίο φαίνεται να υπήρχε τον 12/2013 (Δεν φαίνεται καθαρά η ακριβής ημερομηνία) δεν ήταν €65,869.27, αλλά μετά από κατάθεση επιταγής αρ. XXXXX46 ύψους €703.
  7. στο λογαριασμό, το ποσό των €65,869.27 μειώθηκε σε 65,165.
  8. Στον εν λόγω λογαριασμό στη συνέχεια, από ότι φαίνεται στη σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Ε στην Ένορκη Δήλωση Κελλίρη 19/11/2015), υπάρχουν οι αντίστοιχες μεταβολές, οι οποίες και καταλήγουν στην αντίστοιχη μεταβολή των υπολοίπων μέχρι τον Ιούνιο του 2014 (σημειώνω ότι οι ακριβείς ημερομηνίες δεν φαίνονται καθαρά, οπότε θα αναφέρεται μόνο ότι είναι σαφώς ευδιάκριτο): Ημερομηνία Λεπτομέρειες Χρέωση Πίστωση Υπόλοιπο 12/13 Έξοδα Τήρησης Λογαριασμού 15,00 65.180,47 12/13 Επ. Τερματισμού 120,00 65,300.47 12/13 Τόκος 3.602,68 68,903.15 06/14 Διορθ.Κεφαλαιοποίησης 3.637,51 65.265,64 06/14 Τόκος 3.637.51 68.903,15 Το ποσό που ζητείται με την αγωγή, είναι ακριβώς αυτό το ποσό που φαίνεται ως υπόλοιπο το Δεκέμβριο του 2013 αλλά και τον Ιούνιο του 2014 -παραμένει αμετάβλητο-, δηλαδή το ποσό των €68,903.
  9. Δεν φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού να αλλοιώθηκε το επιτόκιο με το οποίο υπολογιζόταν ο τόκος, οπότε με βάση το τεκμήριο της συνέχειας, θα θεωρήσω ότι ο τόκος που υπολογιζόταν ήταν βάσει του συμβατικού επιτοκίου 6,75%. Προτού προχωρήσω στο να αποφανθώ το ακριβές ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου, θα πρέπει να εξετάσω το ακριβές ύψος το επιτοκίου το οποίο δικαιούνται να αιτηθούν οι Ενάγοντες όπως προστεθεί στο βασικό ποσό της απαίτησής τους. Επειδή ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος έχει τροποποιηθεί, οφείλω να παραθέσω τα σημερινώς ισχύοντα και να ερμηνεύσω το άρθρο 3 του Νόμου ως ισχύει. Επιπλέον, επειδή υπήρξε τερματισμός της συμφωνίας εκ μέρους των Εναγόντων, οφείλω να εξετάσω τη κατάσταση πραγμάτων από πλευράς έννομων συνεπειών, ως έχει δημιουργηθεί μετά τον τερματισμό. Επιχειρηματολογώντας γραπτώς για τους Καθ'ών η Αίτηση ο κ. Σοφοκλέους, επανέλαβε την εισήγηση των Καθ'ων η Αίτηση, ότι αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι το εξ' αποφάσεως χρέος δεν θα πρέπει να βαρύνεται με τόκο προς 9%, θα πρέπει να βαρύνεται τουλάχιστον με 8,75% «δηλαδή 6,75% ως το επιτόκιο που ίσχυε κατά τη χορήγηση του επίδικου δανείου, πλέον 2% ως τόκο υπερημερίας δυνάμει της πρόσφατης τροποποίησης του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (160(Ι)/1999) (στο εξής ο 'Νόμος')» Η ερμηνεία στην οποία προβαίνει ο ίδιος σε σχέση με το άρθρο 3 του Ν. 160(Ι)/1999, είναι αυτολεξεί η ακόλουθη: «Εισηγούμαι ότι το άρθρο 3

(1)(β) του Νόμου συμπληρώνει και δεν αναιρεί το άρθρο 3
(1)(α), δηλαδή συμπληρώνει την διάταξη με βάση την οποία επιτρέπεται η επιβολή τόκου υπερημερίας μέχρι 2%. Συγκεκριμένα θεωρώ ότι η αναφορά που γίνεται στο άρθρο 3
(1)(β) σε αυξημένο τόκο υπερημερίας αφορά τόκο που υπερβαίνει το 2% που προνοεί το άρθρο 3
(1)(α). Ως εκ τούτου, είναι η θέση μου ότι σε τέτοια περίπτωση, το τραπεζικό ίδρυμα έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο επιβληθείς τόκος στη βάση επιτοκίου υπερημερίας μεγαλύτερου του 2% αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Θεωρώ ότι η επίδικη σύμβαση καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(β) του Νόμου και όχι του άρθρου 3
(1)(α), καθώς τερματίστηκε την 19/12/2013. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, εισηγούμαι ότι οι ενάγοντες δεν έχουν υποχρέωση να προφέρουν μαρτυρία σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας που επιβλήθηκε μετά την 19/12/2013, δηλαδή για συνολικό επιτόκιο που δεν υπερβαίνει το 8,75%. Ευσεβάστως εισηγούμαι ότι διαφορετική ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι το τραπεζικό ίδρυμα δεν θα δικαιούτο να επιβάλει τόκο υπερημερίας επί καθυστερημένης δόσης ή επί υπέρβασης ορίου, κάτι ασφαλώς που αντίκειται στις πρόνοιες σύμβασης που αφορά πιστωτική διευκόλυνση, τις οποίες αποδέχονται ρητά οι δανειολήπτες.» Αυτά τα ζητήματα έχουν εξεταστεί πολύ πρόσφατα από το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της Αγωγής Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας αρ. 4166/2013, Societe Generale Bank - Cyprus Limited v. Παναγιώτης Κοσιά κ.α. , όπου σε απόφασή μου ημερομηνίας 22/12/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: " Μπορεί να βρισκόμαστε σε ένα αντιπαραθετικό σύστημα δικαίου και να μην υπάρχει ενώπιόν μου υπεράσπιση, αλλά δεν μπορώ να αποδώσω θεραπεία που δεν δικαιούνται οι Ενάγοντες. Ως δικαστές έχουμε καθήκον να εφαρμόζουμε το νόμο και αυτό κάνουμε (Φυλακτού Αλέξανδρος και άλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2013)3 Α.Α.Δ. 565). Έπεται εξέταση των ζητημάτων της χρέωσης τόκου υπερημερίας σε δανειακές συμβάσεις, της απόδειξης πραγματικής ζημίας σε συνάρτηση με τον τόκο υπερημερίας που ζητείται, το πως ερμηνεύεται το άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Ζητημάτων Νόμου του 1999 (160(Ι)/1999) ως έχει σήμερα, ως και του τι ισχύει όταν τερματίζεται μία σύμβαση -όπως αναφέρεται ότι έγινε στην παρούσα υπόθεση στα πλαίσια της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο-. Το άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (160(Ι)/1999) είχε ως εξής (μέχρι το 2014 όταν και τέθηκε σε ισχύ ο Τροποποιητικός του εν λόγω Νόμου, Νόμος 141(Ι)/2014): «3.-
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- (α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχωρούν δάνειο ή άλλη πιστωτική διευκόλυνση για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη· (β) να παρέχουν σε κάθε οφειλέτη λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις ή ανάκτηση εξόδων που σχετίζονται με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση· (γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή· (δ) να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο.
(2)Οποιοσδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος αδικήματος τιμωρούμενου με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές. Μετά και τον Τροποποιητικό Νόμο 41(Ι)/2014, διαμορφώθηκε ως ακολούθως: «3.-
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- (α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη με τον οποίο συνάπτουν σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, μεταξύ άλλων, για την κατηγορία του βασικού επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη· (β) να παρέχουν σε κάθε οφειλέτη λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις ή ανάκτηση εξόδων που σχετίζονται με την πιστωτική διευκόλυνση· (γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο βασικό επιτόκιο ή αλλαγή στο χρόνο καταβολής του τόκου ή γενικά για οποιαδήποτε αλλαγή αφορά το βασικό επιτόκιο, καθώς και αλλαγή της δόσης του δανείου όταν αυτή μεταβάλλεται· (δ) να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο· (ε) να παρουσιάζουν με διαφάνεια στην ιστοσελίδα τους τη μέθοδο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου και σε περίπτωση διαφορετικών κατηγοριών βασικών επιτοκίων τη μέθοδο υπολογισμού της κάθε κατηγορίας βασικού επιτοκίου, καθώς και τις συνθήκες και παραμέτρους που συμβάλλουν στη μεταβολή των βασικών επιτοκίων· και (στ) να δηλώνουν σαφώς στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και να ενημερώνουν κάθε οφειλέτη κατά τη διαπραγμάτευση της σύμβασης και το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας, για τον τρόπο υπολογισμού του, καθώς και για τις συνθήκες παύσης χρέωσης του: Νοείται ότι δεν είναι επιτρεπτή επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων: Νοείται περαιτέρω ότι από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014 και καθόσον αφορά όλες τις εν ισχύι κατά την ημερομηνία αυτή συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης, ο οποίος υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στις δύο εκατοστιαίες μονάδες από το ύψος του συμφωνηθέντος επιτοκίου, αναφορικά με συμβάσεις πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, ο όρος στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης για τη χρέωση τόκου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων από το συμφωνηθέν επιτόκιο, καθίσταται άκυρος και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.
(2)Οποιοσδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος αδικήματος τιμωρούμενου με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.» Μετά δε και το Νόμο 66(Ι)/2015, το άρθρο 3 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, διαμορφώθηκε ως εξής κι έτσι έχει σήμερα: «3.-
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- (α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη με τον οποίο συνάπτουν σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, μεταξύ άλλων, για την κατηγορία του βασικού επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη· (β) να παρέχουν σε κάθε οφειλέτη λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις ή ανάκτηση εξόδων που σχετίζονται με την πιστωτική διευκόλυνση· (γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο βασικό επιτόκιο ή αλλαγή στο χρόνο καταβολής του τόκου ή γενικά για οποιαδήποτε αλλαγή αφορά το βασικό επιτόκιο, καθώς και αλλαγή της δόσης του δανείου όταν αυτή μεταβάλλεται· (δ) να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο· (ε) να παρουσιάζουν με διαφάνεια στην ιστοσελίδα τους τη μέθοδο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου και σε περίπτωση διαφορετικών κατηγοριών βασικών επιτοκίων τη μέθοδο υπολογισμού της κάθε κατηγορίας βασικού επιτοκίου, καθώς και τις συνθήκες και παραμέτρους που συμβάλλουν στη μεταβολή των βασικών επιτοκίων· και (στ) να δηλώνουν σαφώς στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και να ενημερώνουν κάθε οφειλέτη κατά τη διαπραγμάτευση της σύμβασης και το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας, για τον τρόπο υπολογισμού του, καθώς και για τις συνθήκες παύσης χρέωσης του. (1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.
(2)Οποιοσδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος αδικήματος τιμωρούμενου με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.» Οι εν λόγω τροποποιήσεις του Νόμου από το νομοθέτη, καθορίζουν πλέον με σαφήνεια το καθεστώς του τόκου υπερημερίας. Το ζήτημα της διεκδίκησης τόκων υπερημερίας σε δανειακές συμβάσεις με εμπλεκόμενα τραπεζικά ιδρύματα, με το πριν την οιαδήποτε σχετική πρόβλεψη νομοθετικό καθεστώς, είχε τύχει πραγμάτευσης σε διάφορες αποφάσεις (περισσότερο πρωτόδικες) με το θέμα να φαίνεται να καταλήγει όμως, μέχρι και πριν τη θέσπιση σχετικών προνοιών από το Νομοθέτη, σε επίπεδο νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο ότι μπορούσε νόμιμα να χρεώνεται τόκος υπερημερίας. Σε επίπεδο πρωτόδικων αποφάσεων, υπήρξαν κάποιες αποφάσεις αποφάσεις, όπου δεν επιδικαζόταν τόκος υπερημερίας, θεωρούμενος ως ποινική ρήτρα. Παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, EMPORIKI BANK - CYPRUS LIMITED ν. Χαράλαμπος Γεωργίου Φελλάς, Αρ. Αγωγής: 749/08 (ημερ. Απόφασης: 15/11/2012), όπου ο σήμερα Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου και τότε Α.Ε.Δ, κ. Α.Δαυίδ, ανέφερε τα ακόλουθα -πολύ ενδιαφέροντα-: «Ο τόκος υπερημερίας, ως τόκος που επιβάλλεται για σκοπούς αποζημίωσης του βλαφθέντος μέρος μίας σύμβασης, βάσιμα θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι διασυνδέεται και με τα άρθρα 73 και 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Ρητά προβλέπεται άλλωστε στο άρθρο 74
(1)του εν λόγω νόμου ότι: «ρήτρα περί καταβολής αυξημένου τόκου από της υπερημερίας δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα». Ο σεβαστός Δικαστής Πασχαλίδης, στην απόφαση του στα πλαίσια της υπόθεσης Τρύφωνος Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance Public CoLtd, Πολ. Εφ. 272/08 ημερ. 17.10.11, ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ...» Για να συμπληρώσει στη συνέχεια: «Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ενώ ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneumatic Tyre Co. Ltd. v. New Garage & Motor Co. Ltd.
(1915)A.A. 79).» Σε σχέση με την έννοια της ποινικής ρήτρας και τα αποτελέσματα της, βλ. επίσης Jeancharm Ltd ν. Barnet Football Club Ltd
(2003)EWCA Civ 58, Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1 AAΔ.500 και Ανόρθωσης ν. Απόλλων
(2002)1 ΑΑΔ 518). Στην υπόθεση Lordsvale Finance Plc v. Bank of Zambia
(1996)3 All E.R. 156, αφού γίνεται μία εκτενής αναφορά σε αγγλική νομολογία για το ζήτημα αλλά και σε νομολογία άλλων χωρών του Κοινοδικαίου και στον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή η επιδίκαση τόκου υπερημερίας, υποδεικνύεται ότι τα αυξημένα ποσοστά τόκου ή ανάλογων πληρωμών γίνονται αποδεκτά, κάτω από προϋποθέσεις πάντα, όταν αυτή η αύξηση εφαρμόζεται από την ημερομηνία της παράλειψης πληρωμής. Καταληκτικά, υποδείχθηκε στην εν λόγω απόφαση ότι ότι: «. there is every reason in principle for adopting the course which they suggest, and for confining protection of the creditor by means of designation of default interest provisions as penalties to retrospectively operating provisions. If the increased rate of interest applies only from the date of default or thereafter, there is no justification for striking down as a penalty a term providing for a modest increase in the rate. I say nothing about exceptionally large increases. In such cases it may be possible to deduce that the dominant function is in terrorem the borrower. But nobody could seriously suggest that a 1% rate increase could be such. It is, in my judgment, consistent only with an increase in the consideration for the loan by reason of the increased credit risk represented by a borrower in default.» Σε σχέση με τις αρχές που πρέπει να εφαρμόζονται και τους παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν εξετάζεται ζήτημα πρόσθεσης ή μη τόκων υπερημερίας,βλέπε επίσης Jeancharm Ltd ν. Barnet Football Club Ltd (ανωτέρω), στην οποία κρίθηκε ότι τόκος υπερημερίας 5% εβδομαδιαίως συνιστούσε ποινική ρήτρα και δεν εφαρμόστηκε. Είναι εύκολα διακριτό από την πιο πάνω νομολογία, ότι τυχόν όροι καταβολής τόκου υπερημερίας θα πρέπει να διαπιστωθεί, στη βάση πάντα μαρτυρίας η οποία θα τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ότι αποτελούν πράγματι προσπάθεια προεκτίμησης της ζημιάς που προκύπτει από την υπερημερία, ζήτημα που εξετάζεται με αναφορά στο χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και όχι της καθυστέρησης. Περαιτέρω, είναι φανερό ότι στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο σχετικός όρος για καταβολή τόκου υπερημερίας τέθηκε προς εκφοβισμό κάποιου μέρους και προς αποτροπή της παράβασης, αυτός δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι αποτελεί ποινική ρήτρα και ως τέτοια είναι ανεφάρμοστη. Επανερχόμενος στην υπό εξέταση περίπτωση δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου, η παραδοχή της μάρτυρας Αλεξανδράκη εκ μέρους της πλευράς των εναγόντων, ότι η επιβολή του τόκου υπερημερίας έγινε για να λειτουργήσει τούτο ως αποτρεπτικός παράγοντας, ως φόβητρο ουσιαστικά προς την πλευρά του εναγομένου, κατά τρόπο που θα τον ανάγκαζε να συμμορφώνεται προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Υπάρχει «ομολογία» θα τολμούσα να πω από την πλευρά των εναγόντων ότι η πρόνοια περί επιβολής τόκου υπερημερίας, στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτό ότι υπήρχε αυτή η πρόνοια στη συγκεκριμένη περίπτωση, εντάσσεται στην έννοια της ποινικής ρήτρας ως πιο πάνω αυτή έχει εξηγηθεί και ως τέτοια, με βάση τη νομολογία μας θα έπρεπε ούτως ή άλλως να αγνοηθεί και να μην εφαρμοστεί. Παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία στα πλαίσια της οποίας να αποκαλύπτεται ότι η επιβολή στη συγκεκριμένη περίπτωση τόκου υπερημερίας, αποτελεί πράγματι γνήσια προσπάθεια από την πλευρά των συμβαλλομένων να καθορίσουν, εκ των προτέρων, τη ζημιά την οποία θα υφίσταντο οι ενάγοντες ως το αθώο μέρος από την καθυστέρηση. Κάποιες αναφορές για το ζήτημα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων και της επιχειρηματολογίας του, δεν αποτελούν ασφαλώς μαρτυρία δυνάμενη να ληφθεί υπόψη προς τον σκοπό κατάδειξης ζημιών λόγω της παράβασης, ίσων με τον διεκδικούμενο τόκο υπερημερίας. Σημειώνεται επίσης ότι ο τόκος υπερημερίας όπως αυτός καθορίστηκε αρχικά και στη συνέχεια αυξήθηκε (5% από 1.2.2005), φαίνεται να είναι σε ιδιαίτερα ψηλό ποσοστό, γεγονός που από μόνο του θα ήταν δυνατό να εμποδίσει την υιοθέτηση και έγκριση του. Η ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι παράνομα και αντισυμβατικά χρεωνόταν ο λογαριασμός του στεγαστικού δανείου του εναγομένου 1 με τόκο υπερημερίας, δεν επηρεάζει βέβαια την υποχρέωση των εναγομένων για καταβολή του νόμιμα οφειλόμενου χρέους, τόκων και εξόδων που σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση των μερών είναι επιτρεπτά. Όπως άλλωστε υπεδείχθη στην υπόθεση C.Τ.A. Techno Marketing Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β) ΑΑΔ 721, στα πλαίσια της οποίας επικροτήθηκε η πρωτόδικη απόφαση για το ζήτημα, η χρέωση παράνομου τόκου δεν προσδίδει παράνομο χαρακτήρα στη σύμβαση και οι ενάγοντες δικαιούνται στο μέρος εκείνο της αξίωσης τους που ο νόμος επιτρέπει, ήτοι το κεφάλαιο και τους τόκους που έχουν υπολογιστεί σύμφωνα με το νόμο. (βλ. επίσης Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Coudounaris Ltd κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 641).» Σε επίπεδο νομολογίας, το θέμα φάνηκε να επιλύεται οριστικά, με απόφαση Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πρόσφατη υπόθεση Γεώργιος Ιωαννίδης κ.α. ν.Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) λτδ, Πολιτική Έφεση, Αρ. 1/2010, 8/7/2014 όπου κρίθηκε ότι συμφωνημένη επιβάρυνση με τόκο 3% επί του δανείου ήταν νόμιμη. Αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν ότι η συμφωνία ορθά ερμηνευόμενη δεν επέτρεπε στους Εφεσιβλήτους να χρεώνουν επιβάρυνση 3% επί του δανείου. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι μια τέτοια επιβάρυνση αντίκειται στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160(Ι)/99), καθώς και στο άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Τέλος θεωρούν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παρερμήνευσε τα αποφασισθέντα στη Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β ΑΑΔ
  1. Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων απαντάται από την ίδια τη Συμφωνία ημερ. 12.8.2004 (Τεκμήριο 3) και συγκεκριμένα από τον όρο Δ΄ ο οποίος αφορά σε «Προμήθειες/ Επιβαρύνσεις-Τραπεζικά Δικαιώματα». Η υποπαράγραφος (γ) του όρου Δ΄ προβλέπει ότι:- «(γ) Σε περίπτωση τυχόν υπερβάσεων των παραχωρηθέντων ορίων ή καθυστέρησης πληρωμής υποχρεώσεων τακτής λήξεως θα υπάρξει πρόσθετη επιβάρυνση προς 3% (Τρία τοις εκατό) το χρόνο επί του ποσού της υπέρβασης ή του ληξιπρόθεσμου ποσού.» Επομένως είναι εντελώς ανεδαφικός ο ισχυρισμός ότι οι Εφεσίβλητοι δεν είχαν εξουσία να επιβάλουν μια τέτοια χρέωση. Έχουμε επίσης μελετήσει τον ισχυρισμό ότι παρερμηνεύθηκαν τα αποφασισθέντα σην υπόθεση Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ κ.α., ανωτέρω. Είναι ορθό ότι η υπόθεση αφορά σε συνοπτική απόφαση, αλλά στις σελίδες 828-829, το Εφετείο με αναφορά στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο, εξετάζει την επιβολή πρόσθετου επιτοκίου 3% το χρόνο χωρίς να δεχθεί ότι μια τέτοια χρέωση ήταν παράνομη, εφόσον καλυπτόταν από τις μεταξύ των μερών συμφωνίες. Είναι αυτή τη δυνατότητα χρέωσης πρόσθετου επιτοκίου υπό προϋποθέσεις που ήθελε το πρωτόδικο δικαστήριο να τονίσει με την αναφορά του στην υπόθεση Νεάρχου. Εξάλλου δεν υπήρχε οτιδήποτε άλλο που να συνδέει εκείνη την υπόθεση με την παρούσα. Όμως ακόμη και κρίνοντας λανθασμένη την αναφορά του Δικαστηρίου στη Νεάρχου, με κανένα τρόπο δεν θα αλλοιώνονταν τα μεταξύ των μερών ρητώς συμφωνηθέντα. Εν πάση περιπτώσει, ανεξαρτήτως από τη Νεάρχου, απόλυτα σχετική είναι η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α., ανωτέρω, στην οποία μας παρέπεμψε η δικηγόρος των Εφεσιβλήτων.» Σε κάθε περίπτωση βέβαια, το θέμα ρυθμίζεται νομοθετικά από το άρθρο 3 (1α) και 3(1β) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/1999, ως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα. Τόκος υπερημερίας επί δανειακών συμβάσεων με τραπεζικά ιδρύματα, υπό προϋποθέσεις και κάποιους περιορισμούς που ο Νόμος θέτει, μπορεί να τίθεται. Όσον αφορά τον τρόπο απόδειξης της ζημίας σε συνάρτηση με διεκδίκηση τόκου υπερημερίας, στην αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 2250/2014 SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LIMITED ν. Γερόλεμος Καπετάνιου, , (ημερ. απόφασης 13/1/2015) η συνάδελφος Δικαστής Γ.Κυθραιώτου-Θεοδώρου,ανέφερε τα ακόλουθα, εξετάζοντας ζήτημα τόκων υπερημερίας που ζητούνταν από τους Ενάγοντες σε εκείνη την υπόθεση, στα πλαίσια Απόδειξης της υπόθεσής τους μετά από αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης από μέρους των Εναγομένων. Το σκεπτικό της είναι πολύ επιβοηθητικό για το πως πρέπει να αποδεικνύεται η ύπαρξη της ζημίας του τραπεζικού ιδρύματος σε συνάρτηση με τόκο υπερημερίας και το παραθέτουμε αυτούσιο: «Προσεγγίζοντας το καθήκον της αξιολόγησης της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί, έχω κατά νου ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα - και αφού δεν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τη αξιοπιστία του μάρτυρα - τότε αυτό που παραμένει προς εξέταση είναι το κατά πόσο η μαρτυρία είναι αρκετή για να αποδείξει την υπόθεση των Εναγόντων στο αναγκαίο επίπεδο[1]. Ενόψει του ότι η μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες παραμένει αναντίλεκτη, δεν τίθεται θέμα αξιοπιστίας των ενόρκως δηλούντων. Συνεπώς, το κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν καταφέρει να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον του Εναγόμενου εξαρτάται από το περιεχόμενο του συνόλου της μαρτυρίας και των δικογραφημένων θέσεών τους. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, έχω ικανοποιηθεί αναφορικά με την σύναψη της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 12.9.
  2. Έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι αυτή τερματίστηκε δεόντως από τους Ενάγοντες με την επιστολή ημερομηνίας 4.12.
  3. Αναφορικά με το αξιούμενο επιτόκιο ύψους 11% επί του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου, αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Η συμφωνία δανείου, προνοούσε ότι το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο προς το «βασικό επιτόκιο της Τράπεζας που επικρατεί από καιρό εις καιρό πλέον προσαύξηση 3,00% ανά έτος.» (παράγραφος ΙΙΙ
(1)της συμφωνίας δανείου). Κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας, το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων ήταν 4,5% ανά έτος και το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν σε 7,50% ανά έτος. (β) Με την αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν επιτόκιο προς 11% ετησίως επί του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου. Σημειώνω ότι από την Έκθεση Απαίτησης δεν δικογραφείται κατά πόσο η αύξηση του επιτοκίου από το συμβατικό επίπεδο στο 11% αφορά χρέωση πρόσθετου τόκου επί υπερημερίας ή αν αφορά αύξηση του επιτοκίου δυνάμει σχετικής δυνατότητας ή δικαιώματος που προνοείται στη σύμβαση. (γ) Εάν η αύξηση αυτή αφορά χρέωση αυξημένου τόκου ένεκα υπερημερίας του Εναγόμενου, τότε αυτό θα έπρεπε να είχε δικογραφηθεί συγκεκριμένα. Ο τόκος υπερημερίας (default interest) αποσκοπεί στο να αποζημιώσει το αθώο μέρος της σύμβασης σε περίπτωση παράβασης της από τον αντισυμβαλλόμενο, για την πραγματική ζημιά την οποία έχει υποστεί ο πρώτος ένεκα της υπερημερίας του δεύτερου[2]. Ως ειδική ζημιά, πρέπει επομένως να δικογραφείται ειδικά και λεπτομερώς και να αποδεικνύεται με αυστηρότητα[3]. Εάν δε διαφανεί ότι η καταβολή αυξημένου τόκου επί υπερημερίας δεν συνιστά γνήσιο υπολογισμό που να αποσκοπεί στην παροχή εύλογης αποζημίωσης για ζημιά την οποία έχει υποστεί το αθώο μέρος, τότε αυτό θα καθιστούσε την χρέωση αυξημένου τόκου επί υπερημερίας, όρο τιμωρητικό ή ποινική ρήτρα και, κατά συνέπεια, ανεφάρμοστο[4]. (δ) Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι το αξιούμενο με την αγωγή επιτόκιο του 11% επί του υπολοίπου του δανείου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως χρέωση τόκου υπερημερίας αφού κάτι τέτοιο δεν δικογραφείται. Ακόμα όμως και αν η χρέωση τόκου υπερημερίας ήταν δεόντως δικογραφημένη, οι αναφορές της ενόρκως δηλούσας στην ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 18.12.2014 αποσπάσματα της οποίας έχω παραθέσει πιο πάνω, κρίνω ότι δεν αποδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό ειδική ζημιά που υπέστησαν οι Ενάγοντες ένεκα της υπερημερίας του Εναγόμενου. Οι αναφορές στην ένορκη δήλωση είναι γενικές, χωρίς καμία συγκεκριμένη και ειδική επεξήγηση της «ζημιάς που υπόκειται η Τράπεζα από τη μη εξυπηρέτηση» του συγκεκριμένου επίδικου δανείου. Ούτε και συγκεκριμενοποιείται ο «μεγάλος αριθμός υπαλλήλων της τράπεζας που αντί να εργάζονται και να αφιερώνουν τον χρόνο τους σε παραγωγικές εργασίες. αναγκάζονται να επικοινωνούν τηλεφωνικά με πελάτες, να αποστέλλουν πληθώρα επιστολών και να παρακολουθούν σε πολύ τακτική βάση» το συγκεκριμένο μη εξυπηρετούμενο δάνειο. Να σημειώσω ότι από τη μαρτυρία προκύπτει ότι οι Ενάγοντες έχουν αποστείλει στον Εναγόμενο, δύο επιστολές σε σχέση με το επίδικο δάνειο και πιστωτική κάρτα (ημερομηνίας 30.10.2009 και 4.12.2009 αντίστοιχα) ενώ δεν έχει δοθεί καμία μαρτυρία αναφορικά με τον χρόνο που αναλώθηκε από υπαλλήλους των Εναγόντων σε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με τον Εναγόμενο ή για την παρακολούθηση των λογαριασμών της συμφωνίας δανείου του ή της πιστωτικής του κάρτας. Δεν παρέχεται επίσης καμία μαρτυρία αναφορικά με το πως το συγκεκριμένο δάνειο επηρέασε κατά τον χρόνο τερματισμού της επίδικης συμφωνίας τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των Εναγόντων. Συνεπώς, παρά το ότι η μαρτυρία είναι αναντίλεκτη, στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι αυτή δεν αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό γιατί απαιτείται επιτόκιο 11% επί του υπολοίπου του δανείου, για απόδοση εύλογης αποζημίωσης[5] για ειδική ζημιά που έχουν υποστεί οι Ενάγοντες από την παράβαση του Εναγόμενου. [1] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014, Barry White v David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστής της περιουσίας του Κωστάκη Δαβίδ Μαυρονικόλα
(2009)1 Β Α.Α.Δ.1138 [2] Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia [1996]3 All E.R.156 [3] John Brenan v Anthimos Demetriou Bonded Warehouse Ltd, Πολιτική έφεση 193/2012, ημερομηνίας 16.12.2014, Μεταξάς ν Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 Α.Α.Δ. 467, Νικολάου ν Σταυρού
(1992)1 Α.Α.Δ. 746 [4] Άρθρο 74
(1)περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia (ανωτέρω) [5] Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia (ανωτέρω)» Στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, με αρ. 1480/2013 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Fiordaliso Trading Ltd (ημερομηνία απόφασης: 28/08/2015), ο Διοικητικός Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας/Αμμοχώστου κ. Μαλαχτός, ανέφερε τα ακόλουθα, τα οποία θεωρώ πολύ επιβοηθητικά: « Αναφορικά με τον τόκο υπερημερίας η Δημητρίου ανάφερε ότι: «Κατά το χρόνο που τερματίζεται το δάνειο καθορίζεται από το τμήμα treasury και κάποια άλλα τμήματα της Τράπεζας το κόστος για το ότι το δάνειο καθίσταται ληξιπρόθεσμο. Υπήρχε κόστος ρευστότητας, υπήρχε κόστος για δάνειο που είναι ληξιπρόθεσμο, κόστος δανεισμού της Τράπεζας για να εξεύρει αυτή τη ρευστότητα την οποία έπρεπε να είχε πληρωθεί από τους πελάτες και δεν πληρώθηκε. Καθορίζεται από το credit policy της Τράπεζας ». Ανέπτυξε δηλαδή τη θεωρία του πράγματος χωρίς να δώσει μαρτυρία για το πώς η Τράπεζα κατέληξε στο 3% και όχι σε κάποιο άλλο ποσοστό μικρότερο ή μεγαλύτερο. Οι περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015 προνοούν ότι (άρθρο 3): «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιουπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά.» Το εδάφιο (1α) δεν ισχύει για την επίδικη περίπτωση όπου η σύμβαση εξέπνευσε την 30.8.2011 ή και τερματίστηκε την 30.11.2012 (άρθρο 2Β). Ισχύει το εδάφιο (1β). Μαρτυρία ότι ο τόκος υπερημερίας του 3% αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Τράπεζας δεν έχει προσαχθεί επομένως η Τράπεζα δεν δικαιούται σε οιονδήποτε τόκο υπερημερίας.» Πολύ σημαντικό επίσης, για να αποφανθώ επί των ζητημάτων που πρέπει να εξετάσω στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, είναι να ερμηνεύσω το άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης Επιτοκίου και Συναφών Ζητημάτων Νόμου, ως ισχύει σήμερα, σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας. Οι αρχές ερμηνείας νομοθετικών διατάξεων, θέτουν ως κυρίαρχη μέθοδο ερμηνείας τη γραμματική ερμηνεία, δηλαδή, οριζόμενο με απλούς και εύκολα κατανοητούς όρους, το νόημα μίας διάταξης ως αυτό εξάγεται από τη λεκτική της διατύπωση. Στην υπόθεση Θωμά Θάσος ν. Δημοκρατίας,
(1994)4 Α.Α.Δ. 1278, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Η ερμηνευτική προσπάθεια έχει σαν αφετηρία και προϋπόθεση την ύπαρξη διάταξης της οποίας η έννοια παρουσιάζεται ασαφής και αμφίβολη. Όταν όμως το κείμενο είναι σαφές κυριαρχεί η αρχή που στην αγγλική νομική ορολογία ονομάζεται "the plain meaning rule". Το δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του νόμου ούτε επιχειρεί με τα ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφώτερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμη πιο επιθυμητή από αυτή που προβλέπει η διάταξη. Τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε επέμβαση στα έργα άλλων εξουσιών. Στον Μaxwell, ανωτέρω, στη σελ.29, το θέμα τίθεται ως εξής: "Where the language is plain and admits of but one meaning, the task of interpretation can hardly be said to arise. 'The decision in this case,' said Lord Morris of Borth-yGest in a revenue case, 'calls for a full and fair application of particular statutory language to particular facts as found. The desirability or the undesirability of one conclusion as compared with another cannot furnish a guide in reaching a decision.' Where, by the use of clear and unequivocal language capable of only one meaning, anything is enacted by the legislature, it must be enforced however harsh or absurd or contrary to common sense the result may be. The interpretation of a statute is not to be collected from any notions which may be entertained by the court as to what is just and expedient: words are not to be construed, contrary to their meaning, as embracing or excluding cases merely because no good reason appears why they should not be embraced or excluded." Την αληθινή φύση της επιφύλαξης και την ερμηνευτική μέθοδο ανεύρεσης του νοήματος της εκθέτει ο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμ. 36, παράγραφος 604, σελ. 399 και 400: "A proviso prima facie excepts out of a previous enacting part of a statute something which but for the proviso would have been within the enacting part ........ a statute must, so far as possible, be construed as a whole in such a way as to give effect to all its parts, and it is doubtful whether there is now much substance in this distinction." Ακόμη τη βούληση του νομοθέτη πρέπει να την αναζητήσουμε μέσα στα όρια που διαγράφει η λεκτική- γραμματική διατύπωση του νόμου. Στην Westminster Bank Ltd. v. Zang [1966] A.C. 182 στη σελ. 222 ο Λόρδος Reid είπε: "But no principle of interpretation of statutes is more firmly settled than the rule that the Court must deduce the intention of Parliament from the words used in the Act. If those words are in any way ambiguous - if they are reasonably capable of more than one meaning or if the provision in question is contradicted by or is incompatible with any other provision in the Act, then the Court may depart from the natural meaning of the words in question; but beyond that we cannot go." Η υπόθεση Σωτηριάδης ν. Βασιλείου (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1211 απηχεί την παραπάνω θέση: "Γνώμονα για την ερμηνεία επιφύλαξης, όπως και κάθε άλλης πρόνοιας του νόμου, αποτελεί το κείμενο της." Όπως αναφέρθηκε επίσης στα πλαίσια της Αναθεωρητικής Έφεσης Kυπριανού Λοΐζος ν. Aρχής Tηλεπικοινωνιών Kύπρου (Αρ. 1),
(1998)3 Α.Α.Δ. 355: «Όμως, η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων, όπως και πρόσφατα υποδείξαμε στην Τροκκούδη v. Πέτρου κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 683 δεν καθιστά παραδεκτή, ούτε επιτρέπει απόκλιση από ρητές νομοθετικές διατάξεις. Όπως εξηγούμε στην Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86:- (σελ. 89) "Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων (teleological, purposive interpretation) επιτρέπει οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά άλλα έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Δεν δικαιολογεί όμως η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας , ούτε καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη." (Οι ίδιες αρχές υιοθετούνται στη Synek Ltd v. Republic
(1987)3 C.L.R. 162. Βλ. επίσης, την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στην Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348.)» Ως έχει το άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου μετά και την τροποποίηση που έλαβε χώρα το 2015, δεν μπορεί να υπάρξει επιβολή τόκου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων , κάτι που ισχύει από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και συναφών θεμάτων Τροποποιητικού Νόμου του
  1. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να υπολογίζεται ή να χρεώνεται τέτοιος τόκος σε προηγούμενες ημερομηνίες. Αυτό το οποίο, επιτάσσει πλέον, το εδάφιο (1β) του άρθρου 3 του Νόμου και το οποίο διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό το τι ίσχυε μετά τη σχετική τροποποίηση του Νόμου το 2014 είναι ότι πλέον: Α) Η νομοθετική επιταγή για απόδειξη πραγματικής ζημίας του πιστωτικού ιδρύματος σε συνάρτηση με τον τόκο υπερημερίας εκτείνεται σε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε πριν από την ημερομηνία ισχύος του Τροποποιητικού Νόμου του
  2. Β) Η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία απαιτεί πλέον απόδειξη του ότι αντιπροσωπεύει ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας την πραγματική ζημία του πιστωτικού ιδρύματος, όχι μόνο για ποσοστό τόκου υπερημερίας που υπερβαίνει το 2%, αλλά για οποιοδήποτε επιβληθέντα τόκο υπερημερίας. Σε αυτό καταλήγω με χρήση της γραμματικής κυρίως ερμηνείας, αφού, μετά και την τροποποίηση του 2015, δεν γίνεται σαφής αναφορά για ανάγκη για απόδειξη μόνο για συγκεκριμένο ποσοστό τόκου υπερημερίας και άνω. Ακόμη και με την τελολογική ερμηνεία ορώμενη η εν λόγω διάταξη, ως έχει σήμερα, φαίνεται ότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν να επεκταθεί η επιταγή για απόδειξη της πραγματικής ζημίας και για τόκο υπερημερίας κάτω του 2%, αφού πλέον έχει διαγραφεί η αναφορά σε αυξημένο τόκο πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων, σε δύο σημεία του άρθρου 3 που αφορούν την απόδειξη ζημίας όσο και τη διεκδίκηση αποζημιώσεων για καταβολή τόκου υπερημερίας που καταβλήθηκε αλλά δεν αποδεικνύεται ότι συναρτάται προς την πραγματική ζημία του ιδρύματος. Προχωρώ τέλος στο να εξετάσω το ποιες είναι οι συνέπειες του τερματισμού μίας σύμβασης. Όπως αναφέρεται αναλυτικά στο σύγγραμμα του Π.Γ.Πολυβίου «Το δίκαιο των Συμβάσεων»
(2014), Τόμος Β, σελ. 658-660: «
  1. Παράβαση ουσιώδους όρου και τερματισμός της σύμβασης Εκεί που ο ένας συμβαλλόμενος αρνηθεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, είτε στο σύνολό τους είτε σε κάποιο σημαντικό βαθμό τότε ο άλλος συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση και να θεωρήσει τον εαυτό του ως απαλλαγμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω υποχρεώση εκπλήρωσής της. Η ίδια αρχή ισχύει σε περιπτώσεις ουσιώδους όρου της σύμβασης ή εκεί που ο ένας συμβαλλόμενος «καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει» τη σύμβαση. Στις πιο πάνω περιπτώσεις, η σύμβαση δεν τερματίζεται από μόνη της. Το αθώο μέρος έχει το δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση, εάν έτσι επιλέξει, και να διεκδικήσει και αποζημιώσεις. Υπαλλακτικά, εάν έτσι επιθυμεί, μπορεί να συνεχίσει με τη σύμβαση και απλώς να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται όχι μόνο σε περιπτώσεις μη εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και σε υποθέσεις ουσιαστικής συμβατικής παράβασης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή περιπτώσεις ουσιώδους παράβασης ή παράβασης ουσιώδους όρου, το αθώο μέρος έχει την επιλογή είτε να τερματίσει τη σύμβαση και να αξιώσει αποζημιώσεις, είτε να συνεχίσει με τη σύμβαση και απλώς να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Σε περίπτωση που εξασκεί το δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση, η σύμβαση τερματίζεται από το χρονικό σημείο εξάσκησης του δικαιώματος, και όχι αναδρομικά. Με άλλα λόγια, η σύμβαση δεν καθίσταται άκυρη εξυπαρχής, αλλά παύει να υφίσταται από το χρονικό σημείο τερματισμού της. Το πιο πάνω σημείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Στις παλαιές Αγγλικές αποφάσεις, λόγω της χρήσης του όρου «rescission» (που σήμαινε όχι μόνο τερματισμό αλλά και ακύρωση της σύμβασης), υπήρχαν dicta τα οποία δεν διαφοροποιούσαν μεταξύ τερματισμού και ακύρωσης. Η διαφορά φυσικά είναι μεγάλη. Σε περίπτωση τερματισμού, η σύμβαση τερματίζεται από το χρονικό σημείο εξάσκησης του δικαιώματος του αθώου μέρους να τερματίσει τη σύμβαση, ενώ σε περίπτωση ακύρωσης, η σύμβαση ακυρώνεται και εξαφανίζεται εξυπαρχής. Στην υπόθεση Heyman v. Darwins Ltd, το 1942, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων καθόρισε την ορθή θέση ως ακολούθως: «To say that the contract is rescinded or has come to an end or ceased to exist may in individual cases convey the truth with sufficient accuracy, but the fuller expression that the injured party is thereby absolved from future performance of his obligations under the contract is a more exact depiction of the position. Strictly speaking, to say that on acceptance of the renunciation of a contract the contract is rescinded is incorrect. » Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, σε περίπτωση που το υπαίτιο μέρος είναι υπεύθυνο για παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης ή ουσιαστική παράβαση των συμφωνηθέντων μεταξύ των μερών, τότε το αθώο μέρος έχει την επιλογή να τερματίσει τη σύμβαση ή όχι. Εκεί που την τερματίζει, τότε οι μελλοντικές υποχρεώσεις των μερών δεν υφίστανται πλέον. Αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι οι οποιεσδήποτε συμβατικές παραβάσεις που έλαβαν χώρα μέχρι τότε, είτε από το ένα μέρος είτε από το άλλο, έχουν εξαφανισθεί, ούτε ότι δεν υπάρχει καθόλου σύμβαση (ακόμη και για το μέλλον), εφόσον η σύμβαση μπορεί να περιέχει όρους και πρόνοιες που να καθορίζουν τις χρηματικές υποχρεώσεις των μερών ή άλλα συναφή θέματα που προκύπτουν από την εξάσκηση, από το αθώο μέρος, του δικαιώματος τερματισμού που του παρέχει το δίκαιο των συμβάσεων. Κατά κύριο λόγο, η επιλογή και η εξάσκηση του δικαιώματος τερματισμού φέρνουν σε πέρας τις ουσιαστικές μελλοντικές ρήτρες ή υποχρεώσεις παροχής θεραπείας.» Συνεπώς το βασικό μου συμπέρασμα (επαναλαμβάνεται όπως αναλύθηκε πιο πάνω), είναι ότι η νομοθετική επιταγή για απόδειξη πραγματικής ζημίας του πιστωτικού ιδρύματος σε συνάρτηση με τον τόκο υπερημερίας εκτείνεται σε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε πριν από την ημερομηνία ισχύος του Τροποποιητικού Νόμου του 2015 και ότι η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία απαιτεί πλέον απόδειξη του ότι αντιπροσωπεύει ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας την πραγματική ζημία του πιστωτικού ιδρύματος, όχι μόνο για ποσοστό τόκου υπερημερίας που υπερβαίνει το 2%, αλλά για οποιοδήποτε επιβληθέντα τόκο υπερημερίας. Τίποτε δεν τέθηκε ενώπιόν μου που να αποδεικνύει ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται οποιοδήποτε τόκο με υπολογισμό υπερβαίνοντα το συμβατικό επιτόκιο του 6,75%. Το αποκρυσταλλωμένο υπόλοιπο κατά τον τερματισμό, ως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού ήταν το ποσό των €65,165.
  2. Θεωρώ ότι μπορούν να προστεθούν σε αυτό τα έξοδα τήρησης λογαριασμού (€15) και τα έξοδα της επιστολής τερματισμού (€120) ως και οι επιβληθέντες τόκοι οι οποίοι κεφαλαιοποιούνται ως το τέλος του 2013, ως αναφέρονται αυτά στην κατάσταση λογαριασμού και να υπολογιστεί το βασικό ποσό της απαίτησης στις €68,903.15 που ήταν το ποσό που ίσχυε κατά το τέλος του 2013 και που παρέμεινε αμετάβλητο στην κατάσταση. Επιπλέον κρίνω ότι πρέπει να αποδοθεί τόκος ίσος με το συμβατικό επιτόκιο 6,75% επί του εν λόγω ποσού των €68,903.15, δηλαδή ο τόκος που προβλεπόταν στη συμφωνία δανείου και που κρίνω εύλογο ότι ανταποκρίνεται στις αποζημιώσεις που δικαιούνται οι Ενάγοντες συνεπεία του τερματισμού. Έχω διεξέλθει το μαρτυρικό υλικό και κι έχω μελετήσει επίσης την γραπτή επιχειρηματολογία των Εναγόντων. Θεωρώ ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεσή τους σε σχέση με τους κύριους ισχυρισμούς τους (κυρίως για την ύπαρξη σύμβασης δανείου, σύμβασης εγγύησης, υποχρέωσης σε σχέση με το ποσό €68,903.15 που ήταν το υπόλοιπο λογαριασμού δανείου στο τέλος Δεκεμβρίου 2013). Επίσης κρίνω ότι νομίμως έχουν τερματίσει στις 19/12/2013 τη σύμβαση δανείου και το ποσό έχει καταστεί απαιτητό. Δεν θεωρώ όμως ότι δικαιούνται να λάβουν τόκο υπερημερίας επί του οφειλομένου σε αυτούς ποσού, καθότι δεν έχει αναφερθεί τίποτα σχετικό στις Ένορκες Δηλώσεις προς Απόδειξη της υπόθεσης που να συσχετίζει τόκο υπερημερίας με συγκεκριμένη ζημία του πιστωτικού ιδρύματος.Για οποιοδήποτε ποσό που ζητείται ως τόκος υπερημερίας, πρέπει να αποδεικνύεται, με θετική μαρτυρια, ότι αποτελούσε συγκεκριμένη ζημία για το πιστωτικό ίδρυμα, η οποία στην υπό εξέταση υπόθεση, θα αναμενόταν λογικά να συνδεόταν με παράβαση της σύμβασης. Αυτό δεν έλαβε χώρα. Τα όσα αφορούν το επιτόκιο και τη διπλή κεφαλαιοποίηση ετησίως, φαίνεται να συνεχίζουν να επιβιώνουν μετά και τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου, ως φαίνεται από το δικαίωμα των Εναγόντων βάσει των όρων 3 και 4 της Σύμβασης Πιστώσεως να απαιτήσει σε τερματισμό την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου πλέον τόκους. Δεν διαφεύγει βέβαια της προσοχής μου ότι σε σχέση με τους υπόλοιπους Εναγομένους εκδόθηκε ήδη απόφαση, όπου ο τόκος είναι διαφορετικός. Αυτό όμως έγινε σε άλλο χρονικό σημείο και με βάση άλλο νομοθετικό καθεστώς, ως και στα πλαίσια ξεχωριστής διαδικασίας. Το Δικαστήριο σε περιπτώσεις περισσότερων Εναγομένων, μπορεί να αποφασίσει αυτόνομα για έκαστο. Ως αναφέρθηκε στην Tράπεζα Kύπρου Δημόσια Eταιρεία Λτδ ν. Γ. K Bιονευρολογική Λτδ και Άλλων,
(2011)1 Α.Α.Δ. 234: «Έκδοση απόφασης εναντίον συνεναγομένου δεν προκαθορίζει ούτε και προαποφασίζει κατ' ανάγκη, ως το σκεπτικό της υπόθεσης Σιαμμάς εισηγείται, τη μοίρα της αξίωσης εναντίον άλλου συνεναγομένου. Η κάθε περίπτωση κρίνεται ξεχωριστά και με βάση το υλικό που ο αιτητής επιλέγει να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση αναφορικά με την εμβέλεια του πεδίου εφαρμογής των προνοιών του θ. 4 της Δ.13, οι οποίες υπενθυμίζουμε είναι πανομοιότυπες με αυτές του θ. 4 της Δ.17, παραπέμπουμε στην επεξηγηματική σημείωση του συγγράμματος Annual Practice του 1958 υπό τον τίτλο "Some Defendants not Served", σελ. 156.» Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, εκδίδω απόφαση υπέρ των Εναγόντων κι εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για ποσό €68,903.15 (ως πιο πάνω αναλύθηκε) πλέον τόκο 6.75% από τις 01/01/2014, ημερομηνία που έπεται της ημερομηνίας της τελευταίας κεφαλαιοποίησης -31/12/2013- επί του εν λόγω ποσού μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση τόκων 2 φορές ετησίως, στις 30/6 και 31/12 έκαστου έτους. Τα δικηγορικά έξοδα της υπόθεσης (στα οποία θα περιλαμβάνονται πέραν των πρώτων εξόδων της αγωγής και έξοδα της Αίτησης για υποκατάστατο επίδοση ημερομηνίας 22/06/2015), ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών-Εναγόντων κι εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα (επιδικάζεται δηλαδή ένα σετ εξόδων τόσο για τους Εναγόμενους 3 και 4 μεταξύ τους, όσο και για τους Εναγόμενους 3-4 σε συνάρτηση με τους Εναγόμενους 1,2 και 5 , εναντίον των οποίων εκδόθηκε ήδη απόφαση, όπου τα έξοδα είναι κοινά). (Υπ) ........... Ξ. Ξενοφώντος, Προσ. Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.