← Κύπρος

ΕΥΘΥΜΙΟΥ ν. ΤΤΑΝΤΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1988/2012, 29/8/2016

ΕΥΘΥΜΙΟΥ ν. ΤΤΑΝΤΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1988/2012, 29/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A248 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ξ. Ξενοφώντος, προσωρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1988/2012 Μεταξύ: XXXXX ΕΥΘΥΜΙΟΥ Ενάγουσας -και-

  1. XXXXX ΤΤΑΝΤΗΣ
  2. P.S. KIOSK LTD Εναγόμενων Ημερομηνία: 29 Αυγούστου 2016 Εμφανίσεις: Για Αιτητή - Εναγόμενο 2 κ. Ν. Δαμιανού για Δαμιανού & Λάρκου Για Καθ'ου η Αίτηση- Ενάγουσα: κα Αντιγόνη Νικηφόρου για Νέστορα Νικηφόρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση του Εναγομένου 1 για τροποποίηση της Υπεράσπισής του) Η ακρόαση της υπόθεσης ξεκίνησε στις 12/11/
  3. Ενώ βρισκόταν η υπόθεση σε αρχικό στάδιο ακρόασης, δηλαδή πριν ξεκινήσει η αντεξέταση του Μ.Ε.1, αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ότι η Εναγόμενη 2 είχε διαγραφεί από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Στις 21/4/2016, κατόπιν σχετικής δήλωσης των δικηγόρων της Ενάγουσας, η αγωγή διακόπηκε εναντίον της Εναγόμενης
  4. Ενώ η αγωγή είχε οριστεί για συνέχιση της Ακρόασης στις 27/5/2016, καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης με την οποίαν ο Εναγόμενος 1, αιτείται όπως τροποποιηθεί η Υπεράσπισή του, με την ακόλουθη προσθήκη νέας παραγράφου ως εξής: «6Α. Παρά τους πιο πάνω ισχυρισμούς της υπεράσπισης, άνευ βλάβης ή και διαζευκτικά τούτων είναι η θέση του εναγομένου 1 ότι αν εγίνετο ή γίνει δεκτή η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του ιδίου υπό της προσωπικής του ιδιότητας και της ενάγουσας (ισχυρισμό που σε κάθε περίπτωση αρνείται) τέτοια συμφωνία είναι παράνομη αφού ο εναγόμενος 1 ήταν καθόλο το σχετικό χρόνο δημόσιος υπάλληλος. Επιπλέον, υπό την ίδια επιφύλαξη, ο εναγόμενος 1 αναφέρει ότι η ενάγουσα κωλύεται ή και εμποδίζεται από προηγούμενες δηλώσεις της ή και γραπτές παραστάσεις της από του να ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 1 ήταν ενοικιαστής της ενώ επιπλέον η αξίωση ενοικίων από μέρους του θα είναι παράνομη ή και ενάντια στη δημόσια πολιτικήκαι σε κάθε περίπτωση η ενάγουσα κωλύεται ή εμποδίζεται στο να αξιώνει δήθεν οφειλόμενα ενοίκια από μέρους του (τα οποία ο εναγόμενος 1 εν πάσει περιπτώσει αρνείται). » Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση και η οποία γίνεται από τον Εναγόμενο 1, μετά από νεότερη μελέτη και συζήτηση της υπόθεσης και μετά από νομική επαναξιολόγηση των δεδομένων όπως αυτού της ιδιότητας του Εναγομένου 1 ως αστυνομικού/ δημοσίου υπαλλήλου αλλά και προφανείς παραστάσεις από μέρους της Ενάγουσας, πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους του ότι είναι αναγκαία η τροποποίηση του δικογράφου της Υπεράσπισης για καλύτερη προώθηση της υπόθεσης εκ μέρους του. Χωρίς την αιτούμενη τροποποίηση θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη αφού τα γεγονότα είναι συνυφασμένα με τα επίδικα θέματα και η τροποποίηση είναι αναγκαία για πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση όλων των ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα ή εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του δεν θα υποστεί ουσιαστική ζημία ή αδικία η πλευρά της Ενάγουσας, αφού η ακροαματική διαδικασία δεν έχει προχωρήσει πλην της ανάγνωσης μίας Γραπτής Δήλωσης και το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα της αίτησης, Από την άλλη, εάν δεν του επιτραπεί η τροποποίηση, θα υποστεί ουσιαστική ζημιά, ένεκα του ότι θα του αποστερηθεί η δυνατότητα να προωθήσει τις εν λόγω υπερασπίσεις με ενδεχόμενο να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη. Η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται καλόπιστα και δεν έχει σκοπό να επιφέρει καθυστέρηση, αλλά αντίθετα είναι αναγκαία για να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Η πλευρά της Ενάγουσας-Καθ'ης η Αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην Αίτηση με την οποία προβάλλει 19 συνολικά λόγους Ένστασης. Περιληπτικά οι λόγοι αυτοί είναι ότι η αίτηση καταχωρείται σε πολύ προχωρημένο στάδιο και υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της ότι τα γεγονότα τα οποία επιδιώκονται να προστεθούν ήταν γνωστά εκ των προτέρων στον Αιτητή και ότι δεν δίδεται σοβαρή εξήγηση για την καθυστέρηση ή επαρκής εξήγηση πότε προέκυψε η ανάγκη για την τροποποίηση, ότι η έγκριση του αιτήματος του Αιτητή θα πλήξει ανεπανόρθωτα όχι μόνο τα συμφέροντα της Ενάγουσας αλλά και της δικαιοσύνης που είναι συνυφασμένα με τη βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και τη λογική προσδοκία για τον χρόνο αποπεράτωσής της, ότι δεν έπρεπε να αναμένεται η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας για να προβεί ο Αιτητής σε νεότερη μελέτη και συζήτηση της υπόθεσης, ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους αλλά αμέλειας και δεύτερης σκέψης, ότι η Αίτηση έχει σκοπό να καθυστερήσει και να εκτροχιάσει τη διαδικασία, ότι αντιβαίνει στο άρθρο 30

(2)το Συντάγματος για διεξαγωγή της δίκης σε εύλογο χρονικό διάστημα, ότι προστίθεται νέα βάση υπεράσπισης, ότι η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν αποζημιώνεται χρηματικά, ότι η Αίτηση έχει σκοπό να πλήξει τα συμφέροντα της Καθ'ής η Αίτηση και σε κάθε περίπτωση δεν είναι καλόπιστη, ότι ο Αιτητής αποσκοπεί εφόσον άκουσε τη μαρτυρία της Ενάγουσας να επαναπροσδιορίσει τα επίδικα θέματα και να προβεί σε αναδόμηση της υπόθεσής του, ότι η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν την δικαιολογεί επαρκώς και είναι γενική, αόριστη και ασαφής, ότι η καταχώρηση της Αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας, ότι ο Ενόρκως Δηλών δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα , ότι τα αιτήματα είναι αβάσιμα αστήρικτα και αδικαιολόγητα και ότι η Αίτηση δεν στηρίζεται σε Νόμο ή Κανονισμό και στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Σε σχέση με τα ισχύοντα σε αιτήσεις παρόμοιας φύσεως, στην αρκετά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοι Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ.Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά
(1991)1 A.A.D. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής:- «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.»" Ως ιδιαίτερα τονίζεται στην Κώστας Παφίτης & Υιοι Λτδ που έχω αναφέρει ανωτέρω, η οποία είναι και σχετικά πρόσφατη, αιτήσεις για τροποποίηση υπεράσπισης δεν απορρίπτονται ένεκα της προσθήκης νέων βάσεων υπεράσπισης. Ως ανέφερε ειδικά το Δικαστήριο σε εκείνη την υπόθεση: "Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707)." Δεν είναι όμως πάντα επιτρεπτή σε ένα διάδικο η τροποποίηση του δικογράφου του. Οι περιπτώσεις όπου δεν πρέπει να επιτρέπεται τροποποίηση φαίνονται μέσα από την υπόθεση Jamal Y. Khan κ.ά. v. Δημοκρατίας του Πακιστάν κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1211, όπου αίτηση για τροποποίηση υποβλήθηκε σχεδόν προς το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας και αφού είχε ακουστεί η μαρτυρία από σημαντικούς επί της ουσίας μάρτυρες. Σε εκείνη την περίπτωση δεν επιτράπηκε η τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων και αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση για τροποποίηση υποβλήθηκε σχεδόν προς το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας και όταν ακούστηκε η μαρτυρία σημαντικών επί της ουσίας μαρτύρων. Η ανάγκη η οποία επέβαλε την υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση σαφώς οφείλεται σε σφάλμα των δικηγόρων των εφεσειόντων οι οποίοι εξ αρχής έπρεπε να γνώριζαν τη δικονομική ανάγκη για έκθεση λεπτομερειών του αλλοδαπού δικαίου το οποίο επικαλούνται και έπρεπε να αποδείξουν με σχετική μαρτυρία. Η έγκριση της αίτησης για τροποποίηση των δικογράφων κατά το στάδιο που υποβλήθηκε, στη συγκεκριμένη έκταση και μορφή αναμφιβόλως θα προκαλούσε εκτροπή της διαδικασίας από την ορθή της πορεία. Η ακρόαση της υπόθεσης επί ουσιωδών ζητημάτων θα άρχιζε σχεδόν από την αρχή με όλες τις συνεπαγόμενες δυσμενείς συνέπειες είτε αυτές αφορούν στην ανεπιθύμητη καθυστέρηση η οποία θα προέκυπτε σε μια εκκρεμούσα υπόθεση η οποία είχε αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από το 1999 και δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί η ακρόαση της είτε αφορούν στις δυσχέρειες που θα αντιμετώπιζε η πλευρά των εφεσιβλήτων εξ αιτίας της ανάγκης που θα προέκυπτε για επανακλήτευση κλπ. μαρτύρων από το εξωτερικό. Συναφής επί του προκειμένου είναι η διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι οι εφεσίβλητοι έκλεισαν την υπόθεση τους χωρίς να είχαν τεθεί στους μάρτυρες τους τα θέματα που εγείρονται με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις με αποτέλεσμα να επηρεάζονται τα δικαιώματά τους κατά τρόπο που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθούν με έξοδα. ............................... Έχουμε τη γνώμη πως η μεγάλη καθυστέρηση η οποία έχει παρατηρηθεί στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση, η φύση και η έκταση των τροποποιήσεων που ζητούνται και που ουσιαστικά συνεπάγονται επαναπροσδιορισμό των επίδικων ζητημάτων, η εκκρεμοδικία της υπόθεσης η οποία υφίσταται περισσότερο από μια δεκαετία, ο ορατός κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης, ο δυσμενής επηρεασμός δικαιωμάτων των εφεσιβλήτων συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου παραβίασης του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος λόγω της πρόσθετης καθυστέρησης που θα υπάρξει και της ανάγκης κλήτευσης και επανακλήτευσης μαρτύρων, αποφαινόμαστε ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια και δεν έδωσε άδεια για τροποποίηση.» Εξ αντιδιαστολής με την εν λόγω παρατιθέμενη απόφαση, μπορεί να διαπιστωθεί ότι η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί περίπτωση στην οποία πρέπει να επιτραπεί η αίτηση για τροποποίηση ως πιο κάτω θα εξηγηθεί. Θεωρώ ότι εφόσον βρισκόμαστε σε αρχικό στάδιο της υπόθεσης -δεν έχει ξεκινήσει η αντεξέταση του Μ.Ε.1-, παρά το ότι έχει όντως καθυστερήσει η διεκπεραίωση της υπόθεσης, λόγω του ζητήματος που προέκυψε με τη διαγραφή της Εναγομένης 2 και και παρά το ότι προκαλείται αναπόφευκτα περαιτέρω καθυστέρηση λόγω της παρούσας Αίτησης τροποποίησης, ότι δεν προκαλείται ουσιαστική αδικία στην πλευρά της Ενάγουσας, κατά τρόπο ώστε να βλάπτονται τα δικαιώματα της και να μην μπορούσε κανονικά αυτή να αποζημιωθεί υπό μορφή εξόδων για τα έξοδα που θα δημιουργηθούν από την καθυστέρηση. Επιπλέον κρίνω ότι δεν είναι νομικά αστήρικτη η Αίτηση, και ότι γίνεται από πρόσωπο που δεν γνωρίζει θετικά τα γεγονότα. Και νομική βάση παρατίθεται στην Αίτηση και η Δ.25 δίδει εξουσία τροποποίησης και ιδίως αναφέρεται και το πως προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση : μέσα από την προετοιμασία για την υπόθεση, εντοπίστηκε συγκεκριμένη υπεράσπιση, την οποίαν βεβαίως δεν αξιολογώ είτε νομικά είτε πραγματικά, αλλά θα το θεωρούσα δρακόντειο και υπέρμετρα αυστηρό να μην επέτρεπα να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Τίποτα από τα όσα προβάλλει η πλευρά της Ενάγουσας -Καθ'ης η Αίτηση ως Λόγο Ένστασης στην Τροποποίηση δεν μπορεί να υπερβεί το δικαίωμα του Εναγόμενου 1 να προβάλει μία υπεράσπιση (η οποία επαναλαμβάνω ότι θα αξιολογηθεί στο κατάλληλο στάδιο). Ως εκ των πιο πάνω η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση της Υπεράσπισης με προσθήκη νέας παραγράφου 6Α , ως ζητείται στο Αιτητικό της Αίτησης. Η τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από σήμερα και στη συνέχεια, εντός 7 ημερών από την καταχώρηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης να καταχωρηθεί τυχόν Απάντηση. Όσον αφορά τα έξοδα της Αίτησης, εφόσον καταχωρήθηκε Ένσταση και η υπόθεση οδηγήθηκε σε Ακρόαση και δημιουργήθηκαν έξοδα και σπαταλήθηκε δικαστικός χρόνος, θα διέτασσα κανονικά όπως επιδικαστούν υπέρ του Αιτητή- Εναγομένου 1 και εναντίον της Ενάγουσας-Καθ'ης η Αίτηση και όπως τα δημιουργηθέντα ένεκα της τροποποίησης - σπαταληθέντα έξοδα (thrown - away costs) εκδικαστούν υπέρ της Καθ'ης η Αίτηση -Ενάγουσας και εναντίον του Αιτητή - Εναγόμενου. Θα έπρεπε δηλαδή να αποδώσει ένα ποσό η κάθε πλευρά στην άλλη, με το ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει η Ενάγουσα στον Εναγόμενο 1 να είναι πιθανόν μεγαλύτερο από αυτό που θα της κατέβαλλε εκείνος. Ένεκα όμως του καθυστερημένου του αιτήματος για τροποποίηση, το οποίο θα μπορούσε να είχε υποβληθεί ενωρίτερα, αλλά και της περαιτέρω καθυστέρησης που προκλήθηκε στην εκδίκαση της υπόθεσης, θεωρώ δίκαιο και ορθότερο, όπως κάθε πλευρά να αναλάβει τα έξοδά της και συνεπώς δεν εκδίδω οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. ................ Ξενής Ξενοφώντος Προσωρινός Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.