Γιαννακού ν. Λοΐζου κ.α., Αρ. Αγωγής 1426/2015, 11/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ξ.Ξενοφώντος, προσ. E.Δ. Αρ. Αγωγής 1426/2015 Μεταξύ: XXXXX XXXXX Γιαννακού από Λάρνακα Ενάγοντα -και-
- XXXXX Λοΐζου
- XXXXX Ανδρέα Λοΐζου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 21/7/2015 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: Δρ. Α. Ποιητής για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση: κα Μαρία Μικελλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Aντικείμενο της Αίτησης Στις 21/7/15 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Η αξίωση του Ενάγοντα είναι, ως αναφέρεται στο ειδικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα: «Α. Μεταβίβαση των κτημάτων υπ' αριθμό τεμαχίων 499, 508, 509, 510, 511, 193, 197, 198, Φ/Σχ. 49/53 στη Χοιροκοιτία. Β. Επιστροφή του ποσού των €60,000,00 πλέον τόκο 4% από 19/01/2015 μέχρι εξοφλήσεως. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία. Δ. Όλα τα δικαστικά έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ.» Ως φαίνεται επίσης στο φάκελο της υπόθεσης, πριν την καταχώρηση της αγωγής, προηγήθηκε αίτηση για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και/ή ειδοποιήσεως του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή, η οποία και εγκρίθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 63/
- Στις 21/7/15, ημερομηνία καταχώρησης της Αγωγής, καταχωρήθηκε και μονομερής Αίτηση με την οποία ο Ενάγοντας - Αιτητής ζήτησε από το Δικαστήριο όπως εκδοθεί: «
- Διάταγμα του Δικαστηρίου εμποδίζον την εναγομένη 1, ή και τους αντιπροσώπους της ή και τους υπηρέτες της από του να μεταβιβάσει, πωλήσει, υποθηκεύσει ή άλλως επιβαρύνει ή αποξενώσει τα τεμάχια υπ' αρ. 499, 508, 509, 510, 511, 193, 197, 198, Φ/Σχ 49/53 στην Χοιροκιτία, μέχρις εκδικάσεως της παρούσης υπόθεσης.» Η Αίτηση βασίζεται το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4 - 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-4, 8, 9 και στον Νόμο 33(I)/92 άρθρα 1 - 10 (προφανώς πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους καθ' ότι ο Νόμος 33(I)92 είναι ο Περί Συντάξεων (Τροποποιητικός) Νόμος και μάλλον ο Νόμος τον οποίο θέλει να αναφερθεί η πλευρά του Ενάγοντα είναι ο Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμος 31(I)/92). Σύμφωνα με την Ένορκο δήλωση, η οποία υποστηρίζει την Αίτηση και την οποία υπογράφει ο Ενάγοντας - Αιτητής, Άντριου Τζων Γιαννακού, τα γεγονότα που την στηρίζουν έχουν περίπου ως ακολούθως: 1) Ο Ενάγων-Αιτητής, είναι κάτοικος Λονδίνου. 2) Ο δεύτερος Καθ' ου η Αίτηση είναι θείος της Καθ' ης η Αίτηση
- 3) Κατά πάντα κρίσιμο χρόνο, η Καθ' ης η Αίτηση 1 διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον Αιτητή. 4) Κατόπιν παρακλήσεων της Καθ' ης η Αίτηση 1 και ενώ ο Αιτητής και οι Καθ' ων η Αίτηση βρίσκονταν στην Κύπρο, κατέβαλε ο Αιτητής στους Καθ' ων η Αίτηση συγκεκριμένα ποσά (€25.000 με τραπεζική επιταγή Τράπεζας Κύπρου, €25.000 με πίστωση στον λογαριασμό του Καθ' ου η Αίτηση 2 από την Loyds Bank και €10.000 «ή/και το ισοδύναμο ποσό σε δολάρια σε μετρητά»), ώστε αυτοί να τα χρησιμοποιήσουν για να αγοράσουν αριθμό τεμαχίων για λογαριασμό του. 5) Η Καθ' ης η Αίτηση 1 απέκτησε το εν λόγω ακίνητο, αλλά το ενέγραψε επ' ονόματι της. 6) Οι σχέσεις του Αιτητή με την Καθ' ης η Αίτηση 1 διαλύθηκαν και ζήτησε το κτήμα «ή/και τα χρήματα» από τους Καθ' ων η Αίτηση, αλλά τίποτε δεν πλήρωσαν. 7) Ο Αιτητής υφίσταται ζημία επί του πιο πάνω ποσού ίση προς 4% από 19/1/15 μέχρι εξοφλήσεως. 8) Η Καθ' ης η Αίτηση 1 κατοικεί στο Μαϊάμι και ο Καθ' ου η Αίτηση 2 κατοικεί στο New Jersey των Ηνωμένων Πολιτειών. 9) Ο Αιτητής πληροφορήθηκε ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 προτίθετο να αποξενώσει τα τεμάχια κατά τρόπο ώστε αν κερδίσει την υπόθεση του να μην μπορεί ο Αιτητής να εισπράξει. 10) Το θέμα είναι κατά τον Αιτητή εξαιρετικά επείγον ενόψει της συμπεριφοράς των Εναγομένων και των μεγάλων ποσών. 11) Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. 12) Έχει καλή υπόθεση και αυτό τον συμβουλεύουν και οι δικηγόροι του. Στις 21/7/15 εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα ως ανωτέρω, στη βάση της εν λόγω Αίτησης και της Ένορκης Δήλωσης. Στις 21/7/15 καταχωρήθηκε επίσης Αίτηση για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή/και ειδοποιήσεως του κλητηρίου εντάλματος με αντίγραφο του διατάγματος, με αποστολή τους με διπλοασφαλισμένη επιστολή στους Εναγόμενους σε δύο διευθύνσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής κι εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Στις 19/8/15 καταχωρήθηκε Αίτηση για υποκατάστατο επίδοση της μονομερούς Αίτησης για προσωρινό διάταγμα και του προσωρινού διατάγματος δια διπλοασφαλισμένης επιστολής στην Εναγόμενη 1 κι εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Στις 25/8/15 και οι δύο Εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στην Αγωγή, χωρίς όρους ή επιφύλαξη. Στις 2/9/15 η δικηγόρος της Εναγομένης 1 - Καθ' ης η Αίτηση, ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει Ένσταση στην Αίτηση. Μετά και από άλλες εμφανίσεις καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στις 19/10/
- Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης καταχωρήθηκε εκ μέρους της Εναγομένης
- Άλλωστε το διάταγμα δεν αφορούσε τον Εναγόμενο 2, οπότε η ακρόαση της Αίτησης διεξάγεται μόνο μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1 - Καθ' ης η Αίτηση. Οι λόγοι Ένστασης που προβάλλονται από την Καθ' ης η Αίτηση είναι: «Α. Δεν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Β. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική. Γ. Δεν αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου στην εξασφάλιση του προσωρινού Διατάγματος. Δ. Δεν προκαλείται καμία αδικία στον ενάγοντα με την μη έκδοση του διατάγματος. Ε. Η αίτηση γίνεται κακόπιστα και με σκοπό την άσκηση πίεσης στην πλευρά της εναγομένης 1/καθ' ης η Αίτηση. Στ. Ο ενάγων δεν έχει καλή υπόθεση, ούτε αιτιά αγωγής, δεν αναφέρει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητα επιτυχίας και δεν υπάρχει επείγον ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εναντίον της εναγομένης και/ή δεν τηρούνται οι υπό του Νόμου προϋποθέσεις για έκδοση των διαταγμάτων. Περαιτέρω η εναγομένη 1 ουδέν ποσόν οφείλει. Ζ. Ο Ενάγων παρουσίασε ελλιπείς αναληθείς και/ή παραπλανητικούς και/ή αβάσιμους και/ή ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς για να επιτύχει την έκδοση των διαταγμάτων. Η. Αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα έχουν δραστικές συνέπειες και θα είναι καταστροφικά θα προξενήσουν ανεπανόρθωτη ζημιά στην εναγομένη
- Θ. Ο παράγοντας δυσπραγίας (hardship) με την έκδοση των διαταγμάτων θα λειτουργήσει καταλυτικά εις βάρος της εναγομένης
- Ι. Τα αιτούμενα διατάγματα ζητούν να δεσμευτεί περιουσία της εναγομένης 1/καθ' ης η Αίτηση η οποία είναι μεγαλύτερη της αξίωσης του ενάγοντα/Αιτητή. Κ. Ο Ενάγων δεν προσκόμισε μαρτυρία ως προς την αξία των κτημάτων επί των οποίων ζητά τα αιτούμενα διατάγματα.» Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του κ. ΧΧΧΧΧ Α. Λοϊζου, εκ Λάρνακος, πατέρα της Εναγομένης 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 στην Αγωγή. Τα κυριότερα μέρη της Ένορκης Δήλωσής του, παρατίθενται αμέσως πιο κάτω. Ως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και είναι σε θέση να προβεί στην Ένορκο Δήλωση. Ως περαιτέρω αναφέρει, η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση 1 βρίσκεται στο εξωτερικό και ζει και εργάζεται στο Μαϊάμι. Ο κ. Λοΐζου αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Ενόρκου Δηλώσεως που συνοδεύει την Αίτηση για το προσωρινό Διάταγμα. Υιοθετεί επίσης πλήρως τους Λόγους Ένστασης. Αρνείται ότι ο Ενάγων δικαιούται στις θεραπείες της Αίτησης του. Περαιτέρω αναφέρει ότι η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει είναι παράτυπες και αντικανονικές και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Νόμου και των Κανονισμών και/ή δεν συνάδουν με τη Νομολογία. Είναι παραδεκτό από τον Ενόρκως Δηλούντα ότι ο Άντριου Τζών Γιαννακού είναι ο Αιτητής στην Αίτηση και ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης, αλλά ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο Αιτητής έχει παραλείψει να αναφέρει τα αληθή γεγονότα και είχε αποκρύψει πολύ σημαντικά γεγονότα. Αγνοεί και συνεπώς αρνείται ότι ο Αιτητής είναι κάτοικος Λονδίνου ενώ παραδέχεται ότι ο Εναγόμενος 2 είναι θείος της Εναγομένης 1 και περαιτέρω αναφέρει ότι είναι αδελφός του. Σε σχέση με την αναφορά του Αιτητή ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον Ενάγοντα, αναφέρει ο κ. Λοΐζου ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 ήταν αρραβωνιασμένη με τον Αιτητή και συνεπώς υπήρχε ερωτική σχέση μεταξύ τους. Σε σχέση με την καταβολή ποσών για αγορά τεμαχίων στην Χοιροκιτία, αρνείται τους ισχυρισμούς του Αιτητή εκτός όπου ο ίδιος προβαίνει σε παραδοχή. Περαιτέρω ισχυρίζεται τα ακόλουθα: «Εκτός όπου κατωτέρω προβαίνω σε παραδοχή αρνούμαι την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή και καλώ τον Ενόρκως δηλούντα σε αυστηράν απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών. Η Εναγομένη 1/καθ' ης η Αίτηση ήτο αρραβωνιασμένη με τον ενάγοντα και βρίσκονταν για διακοπές στην Κύπρο. Ο Εναγόμενος 2 θείος της εναγομένης 1 ήτο ο ιδιοκτήτης των επίδικων κτημάτων τα οποία αγόρασε από εμένα πριν αρκετό χρόνο και τα οποία η εναγομένη 1/καθ' ων η Αίτηση επιθυμούσε να τα αγοράσει πίσω και εξέφρασε την επιθυμία στον εναγόμενο
- Ο Ενάγοντας και η εναγομένη 1 φιλοξενούνταν στο σπίτι του εναγομένου
- Ο ενάγοντας έμβασε στον λογαριασμό του εναγομένου 2 το ποσόν των 50.000 ευρώ ποσόν το οποίο όμως όφειλε λόγω χρέους στην εναγομένη 1/καθ' ης η Αίτηση, ποσόν το οποίο εδόθη από την εναγομένη 1/ καθ' ης η Αίτηση στον ενάγοντα όταν ζούσαν στο εξωτερικό κατά το διάστημα που ήταν αρραβωνιασμένοι. Το ποσό των 10.000 ευρώ το έδωσε η εναγομένη 1/καθ' ης η Αίτηση. Ο ενάγοντας ουδέποτε ανάφερε στον εναγόμενο 2 ότι επιθυμούσε να γραφούν επ' ονόματι του τα κτήματα. Στην μεταβίβαση των κτημάτων στο κτηματολόγιο ήταν παρών ο ενάγοντας και η οικογένεια της εναγομένης 1/καθ' ης η Αίτηση ο εναγόμενος 2 και η σύζυγος του εναγομένου 2 και η κτηματολογική λειτουργός αλλά και εκεί ουδέποτε ζήτησε να γραφεί επ' ονόματι του. Περαιτέρω απ' ότι γνωρίζω κανένα πληρεξούσιο έγγραφο έκαμε ο ενάγοντας στην εναγομένη 1/καθ' ης η Αίτηση, ή εναγόμενο 2 για μεταβίβαση των κτημάτων ως επίσης ως ανεφέρθη ανωτέρω ήταν παρών ο ίδιος στην μεταβίβαση των κτημάτων στο κτηματολόγιο. Επίσης θα ήθελα να αναφέρω ότι οι σχέσεις του ενάγοντος και εναγομένης 1/καθ' ης η Αίτηση διαλύθηκαν εξ υπαιτιότητας του ενάγοντος λόγω του ότι ο ενάγοντας κτυπούσε την εναγομένη 1/καθ' ης η Αίτηση μέχρι που η εναγομένη 1/καθ' ης η Αίτηση έλαβε ασφαλιστικά μέτρα εναντίον του ενάγοντος ως επίσης η εναγομένη 1/καθ' ης η Αίτηση κατάγγειλε τον ενάγοντα για κλοπή των χρυσαφικών αυτής αξίας περίπου 3.000 δολαρίων και επίσης κλοπή 10.000 δολαρίων τα οποία η εναγομένη 1/καθ' ης η Αίτηση εξ όσων γνωρίζω και μιλώ με την δικηγόρο της διεκδικεί τα λεφτά αυτά στην υπεράσπιση της ανταπαιτητικώς.» Παραδέχεται περαιτέρω ότι τα επίδικα ακίνητα ενεγράφησαν επ' ονόματι της Εναγομένης 1 - Καθ' ης η Αίτηση. Περαιτέρω αναφέρει ότι ο λόγος για τον οποίο διαλύθηκαν οι σχέσεις του Ενάγοντα με την Εναγόμενη ήταν καθότι άσκησε βία πάνω στην Εναγόμενη και εκείνη φοβούμενη για τη ζωή της αποτάθηκε στα Δικαστήρια της Φλώριδα και πήρε διάταγμα για ασφαλιστικά μέτρα εναντίον του Ενάγοντα και επίσης κατήγγειλε ότι ο Ενάγοντας της έκλεψε χρυσαφικά αξίας $3000 και $
- Ως αναφέρεται στην Ένορκο Δήλωση επισυνάπτεται αντίγραφο του Διατάγματος του Δικαστηρίου στη Φλώριδα ως επίσης και αναφορά στην καταγγελία για τα χρυσαφικά και για τα $
- Επιπλέον αναφέρεται από τον πατέρα της Εναγόμενης ότι ο Ενάγοντας ποτέ δεν έστειλε επιστολή ή επικοινώνησε με τους Εναγόμενους 1, 2 ζητώντας τα κτήματα ή τα χρήματα του και καλεί τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Αρνείται περαιτέρω, ότι ο Αιτητής υφίσταται ζημία επί του ποσού το οποίο κατέβαλε στους Καθ' ων η Αίτηση ίση με το 4% αυτών των ποσών από 19/1/15 μέχρι εξοφλήσεως. Παραδέχεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 κατοικεί σε συγκεκριμένη διεύθυνση στο Μαϊάμι και ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 κατοικεί σε συγκεκριμένη διεύθυνση στο New Jersey των ΗΠΑ. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι πληροφορείται ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 προτίθεται να αποξενώσει τα τεμάχια κατά τρόπο ώστε αν κερδίσει την υπόθεση του να μην μπορεί να εισπράξει, ο ενόρκως δηλών πέραν του ότι τον αρνείται αναφέρει περαιτέρω ότι ο Ενάγοντας δεν αναφέρει από πού πληροφορείται ότι η Εναγόμενη 1 προτίθεται να αποξενώσει τα εν λόγω κτήματα και παραπλανά το Δικαστήριο. Κατ' αυτόν, ο Ενάγοντας όφειλε να αποκαλύψει από πού προέρχονται οι υποτιθέμενες πληροφορίες του και ποιοι είναι αυτοί που τον ενημέρωσαν για δήθεν αποξένωση των κτημάτων. Ο λόγος που δεν κατονομάζει τα άτομα που τον πληροφόρησαν είναι γιατί δεν υπάρχουν και οι ισχυρισμοί του Αιτητή είναι αναληθείς. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 επιθυμούσε την αγορά των επίδικων κτημάτων γιατί ανήκαν στην οικογένεια και έτσι επιθυμούσε να παραμείνουν στην οικογένεια. Περαιτέρω αναφέρει τα αυτολεξεί τα ακόλουθα: «
- Αρνούμαι την παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης και περαιτέρω αναφέρω ότι κανένα επείγον δεν υπάρχει και/ή δεν μπορεί να υπάρξει καθ' ότι ο ενάγων δεν προσδιορίζει πότε έμαθε τις υποτιθέμενες πληροφορίες και/ή αν είχε η εναγομένη 1 οποιαδήποτε πρόθεση να αποξενώσει τα κτήματα που ήταν γραμμένα επ' ονόματι της θα το είχε (πράξει πράγμα που δεν το έκανε) πριν καν προβεί ο ενάγοντας στην καταχώρηση της εν λόγω αγωγής και αίτησης.
- Αρνούμαι την παράγραφο 12 της Ένορκης δήλωσης και περαιτέρω αναφέρω ότι καμία ζημιά δεν πρόκειται να υποστεί ιο ενάγοντας/Αιτητής καθότι η ακίνητη περιουσία που έχει η εναγομένη 1 επ' ονόματι της δεν έχει εκτιμηθεί από τον ενάγοντα και το ποσόν το οποίο ζητήθηκε από τον εναγόμενο 2 ήταν πολύ λιγότερο της αξίας των κτημάτων (λόγω της σχέσης που υπήρχε ανάμεσα στον εναγόμενο 2 και εναγομένη 1 και πως περιήλθεν στην κατοχή του εναγομένου 2 και ακολούθως της εναγομένης 1 και επίσης της ανάγκης να ανήκουν στην οικογένεια λόγω συναισθηματικής αξίας που επωλήθησαν και επιστράφηκαν στην εναγομένη 1) χωρίς να ζητηθεί η πραγματική αξία αυτών που ήταν κατά πολύ περισσότερη. Η Εναγομένη 1 είναι φερέγγυο άτομο δεν οφείλει κανένα ποσό στον ενάγοντα και δεν αντιμετωπίζει οικονομικό πρόβλημα και στην απίθανη περίπτωση ο ενάγων να επιτύχει στην αγωγή θα μπορεί η εναγομένη 1 να τον αποζημιώσει. Ο ενάγων δεν ισχυρίζεται ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να τον αποζημιώσει η εναγομένη 1/καθ' ης η Αίτηση και εφόσον και η εναγομένη 1 διεκδικεί ανταπαιτητικώς ένα αρκετά σεβαστό ποσό από τον ενάγοντα/Αιτητή.
- Από την παράγραφο 13 της Ένορκης δήλωσης αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι το τι έχουν συμβουλεύσει τον ενάγοντα οι δικηγόροι του και αρνούμαι ως με συμβουλεύει η δικηγόρος της εναγομένης 1/καθ' ης η Αίτηση ότι ο ενάγοντας έχει καλή υπόθεση. Θεωρώ ότι αυτό δεν είναι αρκετό που ισχυρίζεται ο ενάγοντας/Αιτητής ότι έχει καλή υπόθεση διότι ο ίδιος δεν αναφέρει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με αρκετές πιθανότητες επιτυχίας κάτι το οποίο είναι απαραίτητη προϋπόθεση στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Αντιθέτως είναι η θέση μου και της δικηγόρου της εναγομένης 1/καθ' ης η Αίτηση ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε και πιθανότητες επιτυχίας υπάρχουν στην αγωγή του ενάγοντα καθότι η εναγομένη 1/καθ' ης η Αίτηση δεν οφείλει κανένα ποσόν. Τέλος καλώ τον ενάγοντα/Αιτητή εις αυστηράν απόδειξη των ισχυρισμών του.
- Αρνούμαι την παράγραφο 14 της Ένορκης δήλωσης του ενάγοντα/Αιτητή και αιτούμαι την μη έκδοση του διατάγματος.
- Αρνούμαι κατηγορηματικά τα όσα αναφέρθησαν από τον ενάγοντα/Αιτητή και συγκεκριμένα τους ισχυρισμούς του εναντίον της εναγομένης 1 η οποία ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει κανένα ποσόν στον ενάγοντα/Αιτητή και περαιτέρω υιοθετώ τους λόγους ένστασης και ισχυρίζομαι τα ακόλουθα: Α) Σε σχέση με τον α' λόγο ένστασης δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου διότι πρέπει να συντρέχουν και οι 3 προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Β) Είναι παράτυπη και αντικανονική η Αίτηση του ενάγοντα. Γ) Ο Ενάγοντας έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα τα οποία εάν το Δικαστήριο γνώριζε αυτά δεν θα προχωρούσε στην έκδοση του διατάγματος. Δ) Ο ενάγων ούτε καλή ούτε γνήσια υπόθεση έχει ούτε πιθανότητα επιτυχίας και θα είναι αδικία για την εναγομένη 1 να δεσμευτεί η περιουσία αυτής. Ε) Ο Ενάγων κακόπιστα προχώρησε τόσον στην αγωγή και στην Αίτηση με σκοπό να εκδικηθεί την εναγομένη
- ΣΤ) Κανένα επείγον δεν υπάρχει και/ή δεν μπορεί να υπάρξει καθότι ο ενάγων δεν προσδιορίζει από πότε έμαθε ότι η εναγομένη 1 έχει πρόθεση να αποξενώσει τα κτήματα διότι έχει παρέλθει αρκετός καιρός από την αγορά των κτημάτων και η εναγομένη/καθ' ης η Αίτηση 1 δεν έκαμε οτιδήποτε για να αποξενώσει τα κτήματα. Η) Ο ενάγων έδωσε παραπλανητικές πληροφορίες και δεν προσήλθε με καθαρά χέρια αλλά απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. Θ) Οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές για την εναγομένη 1 και όχι για τον ενάγοντα. Ι) Ο παράγοντας δυσπραγίας με την έκδοση του διατάγματος θα λειτουργεί καταλυτικά εις βάρος της εναγομένης 1 αφού θα ήταν άδικο να δεσμευτεί η περιουσία της ολόκληρη. Κ) Η αξία των κτημάτων είναι κατά πολύ περισσότερη του ποσού που διεκδικά ο ενάγων ο οποίος δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας και χωρίς εκτίμηση της αξίας της περιουσίας η οποία υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ και συνεπώς ουδεμία μαρτυρία επί του αντιθέτου υπάρχει και/ή έχει προσκομιστεί από τον ενάγοντα/Αιτητή που να δικαιολογεί τους λόγους έκδοσης του διατάγματος γιατί χωρίς εκτίμηση ζητά να δεσμεύσει την περιουσία της εναγομένης 1/καθ' ων η Αίτηση. » Στα πλαίσια της Αίτησης, καταχωρήθηκαν Γραπτές Αγορεύσεις εκ μέρους των δικηγόρων των δύο μερών με τις οποίες ανέπτυξαν τις θέσεις τους. Έχω μελετήσει τις εν λόγω αγορεύσεις, οι οποίες και εκφράζουν τις θέσεις των διαδίκων και τις έχω λάβει υπόψη μου στη διαμόρφωση της κρίσης μου. Το ίδιο ισχύει και για τη λοιπή δικογραφία (Αίτηση, Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης και Ένορκες Δηλώσεις που τις στηρίζουν). Όπου το κρίνω απαραίτητο θα προβαίνω σε ειδική. Πρώτιστό μου καθήκον βεβαίως, είναι να εξετάσω κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για οριστικοποίηση του Διατάγματος που εκδόθηκε ή όχι. Β. Νομικές Αρχές Ο κ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ., στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας CGC CONSTANTINOU GENERAL CONSTRUCTION ΛΤΔ κ.α. ν. ΑΓΙΣΗΛΑΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΟΙΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 1300/13, ημερομηνία απόφασης 31/10/2013, προέβη σε εκτενή ανάλυση των αρχών που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, τις οποίες παραθέτω ως τέθηκαν από εκείνον: "Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem». Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 εδάφιο
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Σημειώνω εδώ ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής. Το άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγομένου ή σε σχέση με την οποία ο Εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι το αντικείμενο της αγωγής. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 και Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520). Συνεπώς, θα εξεταστεί η Αίτηση στα πλαίσια των άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6 στο βαθμό και σύμφωνα με τα αιτούμενα διατάγματα που σχετίζονται με αυτά και του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ΄ οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd & Another
(1982)1 C.L.R. 557) Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (Βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 132). Το Άρθρο 32 του Ν. 14/60 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ΄ αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ΄ αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Stavrinou v. Asproghenis
(1985)1 C.L.R. 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χ¨Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska A.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, PAREKO ALUMINIUM DESIGNSLTD v. MUSKITA ALUMINIUM CO. LIMITED κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, Αριστοτέλους κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280, Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 1040, Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1262, Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική ΄Εφεση 83/08, ημ. 11/5/11, Μελάνθιους v Μελάνθιου, Πολιτική Έφεση 394/08, ημ. 28/12/11 και Αποστόλου v. Ιωάννου, Πολιτική ΄Εφεσης 20/10 και 21/10 ημερομηνίας 3/4/12. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. PierisEstates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). (A) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. (Βλ. Odysseos v. Pierís Estates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557 και Πουργουρίδη κ.ά. v. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν΄ απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν΄ αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές. (Βλ. γενικά Halsbury´sLaws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και την υπόθεση Re Χ¨Κωνσταντή
(1988)1 Α.Α.Δ. 2187). Το βάρος είναι στον Αιτητή για να δικαιολογήσει τη συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση. (βλ. Αίτηση για ένταλμα Certiorari Αναφορικά με τον Αιτητή Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704 και Louis Vuitton v. Δέρμοσακ & άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο. (Βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, σελ. 267-8, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. StudioMa.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. (Βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka A.D. Πολιτική Έφεση 10042, ημερομηνίας 23.02.1999, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation, Πολιτική Έφεση 11159, ημερομηνίας 20.11.2002 και Parico Aluminium Designs Ltd v. MuskitaAluminium Co. Limited κ.α., Πολιτική Έφεση 11156, ημερομηνίας 19.12.2002). Στην υπόθεση (T.A. Micrologic Consultants Ltd) ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v.Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση (Parico Aluminium Design Ltd), ο έντιμος Δικαστής κ. Καλλής υιοθέτησε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης v. Nacantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1653, όπου λέχθηκε ότι «. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.». Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους. (Βλ. Δ.39 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd, Πολιτική Έφεση 9984, ημερομηνίας 29.10.1999. ΤΟ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ Ένα από τα θέματα που έθιξαν οι Καθ' ων η Αίτηση ήταν ότι δεν πληρείτο το κατεπείγον κατά την έκδοση του Διατάγματος. Στην υπόθεση In Re Stavros Hotel Apartment Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και στην υπόθεση In Re B.P. (Cyprus) Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864 αναφέρθηκε ότι το υπαρκτό του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6. Σχετική είναι και η υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1462. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε και επαναλήφθηκε στις υποθέσεις Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 528, Ahmad Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 606 και υπόθεση Κώστας Χ¨Γαβριήλ v. Λευκόνικο Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 606. Όταν εξετάζεται μονομερής αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής στο στάδιο εκείνο πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται μονομερώς εξέτασή της, στην απουσία δηλαδή του αντιδίκου. Στην υπόθεση RESOLA (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 598 λέχθηκαν τα εξής: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφ΄ όσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση Δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση». Στην υπόθεση Αμβροσιάδου v. Coward, Πολιτικές Εφέσεις 3/11 και 4/11 ημερομηνίας 15/1/13 το κύριο θέμα που εξετάστηκε ήταν το κατεπείγον και κατά δεύτερο, επειδή και αυτό το θέμα αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, η μη αποκάλυψη όλων των γεγονότων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίστηκε ότι το κατεπείγον, ως δικαιοδοτικός όρος, εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά του διατάγματος εξετάζεται πρώτο και ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος. Γίνεται δε ευρεία ανάλυση του θέματος του κατεπείγοντος σφαιρικά και από διάφορες όψεις. ΄Ετσι εξηγείται ότι από τη στιγμή που αναφέρεται στην ένσταση ότι δεν καταδείχθηκε το κατεπείγον το πρωτόδικο Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αυτό το θέμα πρώτα. Μια άλλη όψη είναι η δικαιολόγηση του επείγοντος σε συνάρτηση με τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης όπως προκύπτει από τα γεγονότα για έγκαιρη αντίδραση και μη ύπαρξης καθυστέρησης δράσης. Επίσης η υποχρέωση αποκάλυψης επεκτείνεται και στα γεγονότα που αφορούν το κατεπείγον." Σε σχέση με το κατεπείγον όμως, η ακύρωση διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε μονομερώς, κατόπιν σχετικής μεταγενέστερης ένστασης για το λόγο αυτό, πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο με φειδώ, κυρίως εκτός όπου δεν αποκαλύπτονται όλα τα ουσιώδη για τη διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου γεγονότα. Στην COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING AG κ.α. ν. ADEONA HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, 27/2/2015, αναφέρθηκε ότι: Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Πρέπει επίσης να είναι αναγκαίο να εκδοθεί το διάταγμα με βάση την αρχή του ισοζυγίου της ευχέρειας. Κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. ΄Οπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: "Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν΄ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρα. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί την χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και η επένδυση κεφαλαίου ήταν μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση (Copinger, παρα. 625). Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another
(1979)F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581-582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ΄status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo." Η παρούσα αίτηση όμως έχει αντικείμενο προσωρινό διάταγμα σε σχέση με ακίνητη περιουσία που είναι και το αντικείμενο της αγωγής και βασίζεται και στα άρθρα 4-9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Παρατίθενται αποσπάσματα από τα άρθρα 4-5: « 4.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικήςαπόφασης. ...................................» « ................ 5.-
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.» Παρόμοια θέματα με την παρούσα υπόθεση εξετάστηκαν και από την Π.Ε.Δ κα Λένα Δημητριάδου-Ανδρέου (τότε Α.Ε.Δ.) στην υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας BEST VIEW ADVERTISING LIMITED ν. EXECUTIVE AGGO LTD, Αρ. Αγωγής 1223/12, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2012, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να υπενθυμίσω ότι οι βασικές θεραπείες που η Ενάγουσα επιδιώκει να εξασφαλίσει με την αγωγή της είναι διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της επίδικης Συμφωνίας Πώλησης και διάταγμα που να διατάσσει την Εναγόμενη να παραδώσει και μεταβιβάσει άμεσα το κατάστημα, αντικείμενο της Συμφωνίας Πώλησης στην Ενάγουσα. Πέραν από τις πιο πάνω θεραπείες που κρίνονται, όπως ανέφερα, οι βασικές θεραπείες που η Ενάγουσα επιζητεί με την αγωγή της διεκδικείται, διαζευκτικά, η επιστροφή του καταβληθέντος από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη τιμήματος πώλησης και επιπλέον αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη η Ενάγουσα ένεκα της ισχυριζόμενης παράβασης από πλευράς της Εναγόμενης της επίδικης Συμφωνίας και διαφυγόντα κέρδη. Επανερχόμενη λοιπόν στην τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση καθόσον αφορά το Διάταγμα που επιζητείται με βάση την παράγραφο (Α) της υπό εξέταση Αίτησης διαπιστώνω ότι δεν επιδιώκεται ακριβώς η εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης με τη διαφύλαξη των δυνατοτήτων εκποίησης ακίνητης περιουσίας γενικά αλλά η διασφάλιση του ιδίου του αντικειμένου της Αγωγής ενόψει του Άρθρου 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Το γεγονός ότι υπάρχει και διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις στην παρούσα αγωγή δεν μπορεί να απομακρύνει από την ουσία του πράγματος. Είναι φανερό ότι μόνο με τη διατήρηση του αντικειμένου της παρούσας Αγωγής θα μπορούσαν να υπάρχουν δυνατότητες για μελλοντική συζήτηση τουαντικειμένου αυτού κάτι το οποίο επιδιώκεται να γίνει, όπως είναι προφανές, με την υπό κρίση Αίτηση. Στο σημείο αυτό θα παραπέμψω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ευγένιος Κίτσιου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ουρανίας Κίτσιου ν. Ανδριάνας - Ελένης Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 228 όπου η βασική αξίωση του εφεσείοντα αφορούσε την επ΄ ονόματι του εγγραφή ακινήτων ως διαχειριστή περιουσίας αποβιώσασας που ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα της εφεσίβλητης στη βάση εχθρικής κατοχής. Με μονομερή του αίτηση ζήτησε και εξασφάλισε παρεμπίπτον διάταγμα που να απαγορεύει την αποξένωση των ακινήτων που αποτελούσαν το αντικείμενο των διεκδικήσεων του. Στην εκδίκαση της υπόθεσης για προσωρινό διάταγμα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσείων είχε αποτύχει να θεμελιώσει την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32.Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχτηκε την έφεση παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και διατηρώντας σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί. Αιτιολογώντας την κατάληξη του αυτή ανέφερε τα εξής τα οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω: «Εν πάση περιπτώσει είναι προφανές πως διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως εν προκειμένω η αίτηση για το παρεμπίπτον διάταγμα δεν αποσκοπούσε ακριβώς στην εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης με τη διαφύλαξη των δυνατοτήτων εκποίησης ακίνητης περιουσίας γενικώς, αλλά στη διασφάλιση του ίδιου του αντικειμένου τηςαγωγής, ενόψει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το γεγονός ότι υπήρχε και διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις δεν μπορεί να απομακρύνει από την ουσία του πράγματος. Ο ενάγων επιδίωκε να διατηρηθεί το αντικείμενο με βάση αγωγής η οποία διατηρουμένης της δυνατότητας για μελλοντική συζήτησή της, για τις ανάγκες του θέματος, φαινόταν καλή και, κάτω από τις περιστάσεις, το παρεμπίπτον διάταγμα θα έπρεπε να είχε διατηρηθεί.» Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης είναι η θέση μου ότι τυχόν αποξένωση του καταστήματος αντικείμενο της επίδικης Συμφωνίας Πώλησης θα καταστήσει άνευ αντικειμένου τις βασικές θεραπείες που η Ενάγουσα αιτείται και επιδιώκει να εξασφαλίσει στην παρούσα αγωγή. Με άλλα λόγια σε περίπτωση που αλλάξει το υφιστάμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς σε σχέση με το επίδικο κατάστημα η Ενάγουσα δεν θα μπορεί πλέον να προωθήσει τις βασικές της θεραπείες που καταγράφονται στηναγωγή της υπό στοιχεία (Α), (Β) και (Γ) της αξίωσης της εφόσον το αντικείμενο της βάσης αγωγής θα εκλείψει και, ως απόρροια αυτού, δεν θα διατηρηθεί η δυνατότητα για μελλοντική συζήτηση των συγκεκριμένων αξιώσεων. Η ύπαρξη στην αγωγή διαζευκτικών αξιώσεων για επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος πώλησης και για αποζημιώσεις δεν μεταβάλλει την ουσία του πράγματος. Το θέμα που απομένει για απόφαση από το Δικαστήριο είναι αν πρέπει το διάταγμα να διατηρηθεί σαν θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας κατά πόσο, δηλαδή, είναι δίκαιο ή κατάλληλο υπό τις περιστάσεις.» Γ. Εφαρμογή των Νομικών Αρχών στην υπό κρίση Αίτηση Κρίνω ότι πρόκειται εδώ για αίτηση για διάταγμα με βάση το άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, αφού ζητείται δέσμευση ακινήτων που συνιστούν το αντικείμενο της αγωγής και με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Θα εξετάσω συνεπώς τις 3 βασικές προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος, αφού πρώτα αναλύσω την επιπρόσθετη προϋπόθεση του κατεπείγοντος σε σχέση με διατάγματα που εκδίδονται μονομερώς. Ξεκινώ από το στοιχείο του κατεπείγοντος. Η πρόσφατη τάση της νομολογίας δείχνει ότι με φειδώ πρέπει να ακυρώνεται το εκδοθέν διάταγμα για ένα τέτοιο λόγο, ιδιαίτερα όταν έχει γίνει πλήρης αποκάλυψη των ουσιωδών στοιχείων για τη διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου. Συνεπώς θα εξετάσω εάν έχει γίνει πλήρης αποκάλυψη όλων των ουσιωδών για τη διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου γεγονότων. Κρίνω ότι δεν υπήρξε οτιδήποτε που να έπρεπε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, έχω υπόψη μου την υπόθεση C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιϊα «ΛΕΩΝΙΚ»
(2001)1 A.A.Δ. 785, όπου αναφέρθηκε ότι: «Ορθά, νομίζουμε, είδε πως η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα "να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του" αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης. Δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Έκρινε, λοιπόν, πως δεν ικανοποιείτο αυτή η προϋπόθεση. Ο ισχυρισμός των εφεσειόντων για "πληροφορίες από έγκυρους τραπεζικούς κύκλους...σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των καθ'ων η αίτηση", ήταν αόριστος και δεν είχε αξία. Δεν αποκαλυπτόταν η πηγή των πληροφοριών και περαιτέρω "ούτε τα στοιχεία συνηγορούν ή κατατείνουν στο αληθές των πληροφοριών". Όταν, μάλιστα, φάνηκε ότι πρόσφατα είχε δανειοδοτηθεί η εταιρεία χωρίς επιβάρυνση του ακινήτου. Εντοπίστηκαν άλλα δυο προβλήματα. Το ένα ήταν πως δεν "υποστηρίχτηκε από οποιοδήποτε στοιχείο" ο ισχυρισμός πως οι εφεσίβλητοι είχαν πρόθεση να αποξενώσουν ή να επιβαρύνουν περαιτέρω το ακίνητο. Το άλλο αφορούσε στην αξία του ακινήτου. Με βάση τη μαρτυρία που προσάχθηκε αυτή ανερχόταν στις £180.000 και υπερέβαινε κατά πολύ την αξίωση των εφεσειόντων. Ακούσαμε τις δυο πλευρές και καταλήγουμε πως επιβάλλεται να παρέμβουμε. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μή μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων". Τα ίδια και στην Tσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος". Δεν χρειαζόταν δηλαδή να αποκαλυφθεί πραγματική πρόθεση αποξένωσης. Θεωρώ ότι είναι μάλλον γενική και αόριστη αναφορά του Ενάγοντα ότι πληροφορείται ότι η Καθ'ης η Αίτηση 1 προτίθεται να αποξενώσει τα τεμάχια στη Χοιροκιτία και μάλλον θα έπρεπε να αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης, εφόσον ήταν πληροφορίες από τρίτα πρόσωπα. Η παρούσα περίπτωση όμως δεν επέβαλλε κάτι τέτοιο, με βάση τα νομολογηθένα στη Phasarias ανωτέρω. Το διάταγμα συνεπώς ορθώς εξεδόθη. Ποσώ μάλλον όταν τα τεμάχια των οποίων απαγορεύθηκε η αποξένωση αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής και ζητείται η μεταβίβασή τους με το Κλητήριο Ένταλμα και την Έκθεση Απαίτησης στον Αιτητή-Ενάγοντα. Δεν κρίνω ότι μπορούσε να αποκαλυφθεί οτιδήποτε περαιτέρω και αυτό δεν έγινε. Δεν αφορά το Δικαστήριο η καταγγελία εναντίον του Αιτητή στις ΗΠΑ. Επισημαίνω εδώ ότι τα επισυνημμένα σχετικά με αυτό το ζήτημα έγγραφα στην ένορκο δήλωση δεν φαίνεται να έχουν γίνει κανονικά Τεκμήρια και να λάβουν σχετική βεβαίωση και αριθμό Τεκμηρίου. Δεν έχουν επεξηγηθεί ή αναλυθεί από τον Ενόρκως Δηλούντα, αλλά δεν φαίνεται να δείχνουν την ύπαρξη περιοριστικού διατάγματος εις βάρος του Ενάγοντα, αλλά κάποια κλήση για ακρόαση και το τελευταίο έγγραφο στη σειρά αυτή φαίνεται να είναι αίτημα για διευκρίνιση/επανεξέταση. Σε κάθε περίπτωση δεν αφορά τη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, η διαφορά των μερών και η καταγγελία εναντίον του Ενάγοντα από την Εναγόμενη. Ούτε έχουν σχέση με την έκδοση του διατάγματος οι ισχυρισμοί ότι ότι ο Ενάγοντας ποτέ δεν έστειλε επιστολή ή επικοινώνησε με τους Εναγόμενους 1, 2 Δεν αφορα επίσης σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής ήταν παρών κατά τη μεταβίβαση του ακινήτου ή άλλοι ισχυρισμοί ότι η Εναγόμενη 1 χρωστούσε στον Εναγόμενο 2, ότι η Εναγόμενη επιθυμούσε να αγοράσει τα ακίνητα που αφορά η αγωγή από το θείο της σε λιγότερη αξία και ότι ο Εναγόμενος τα είχε αγοράσει από τον πατέρα της. Αυτά, όπως άλλωστε και άλλοι -άσχετοι- με το διάταγμα που εκδόθηκε ισχυρισμοί της Εναγομένης 1 (η οικονομική κατάσταση της Εναγομένης 1, η ισχυριζόμενη ανταπαίτηση που σημειώνω ότι δεν περιλήφθηκε τελικά στην Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε μετά την Ένσταση) κ.α. θα αξιολογηθούν, εφόσον εγερθούν και προωθηθούν βεβαίως, στα πλαίσια της αγωγής και θα ήταν πρόωρο να αξιολογούνταν από τώρα. Δεν επιδικάζεται εδώ η ουσία της αγωγής, αλλά μόνο η νομιμότητα και αναγκαιότητα της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Βεβαίως είναι πρόωρο είναι να εξεταστούν ως προς την αλήθεια τους. και οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα στην Ένορκο Δήλωση που στηρίζει την αίτησή του, ότι έδωσε οδηγίες για να αγοραστούν διάφορα τεμάχια στη Χοιροκιτία για λογαριασμό του και όταν ζήτησε τα ακίνητα αυτά δεν του δόθηκαν. Είναι όμως αρκετά γεγονότα για έκδοση του διατάγματος τα όσα αναφέρει στην Ένορκο του Δήλωση και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να μεταβάλλει την κατάσταση μέσα στα όσα ισχυρίζεται ο Εναγόμενος. Το κατεπείγον εξειδικευόταν στην παράγραφο 13 της Ένορκης Δήλωσης που στήριζε την αίτηση για το διάταγμα, με την αναφορά ότι: «Το θέμα είναι εξαιρετικά επείγον εν' όψει της συμπεριφοράς των εναγομένων και των μεγάλων ποσών.». Προς το παρόν -στη βάση των ισχυρισμών του Ενάγοντα, χωρίς να κρίνονται,επαναλαμβάνω σε οποιοδήποτε επίπεδο πέραν της όψης τους -δηλαδή στη βάση ισχυριζόμενης συμπεριφοράς των Εναγομένων και μεγάλων ποσών που αφορά η αγωγή, με δεδομένα τα νομολογηθέντα στην Αdeona Holdings Ltd και τη φειδώ που πρέπει να ασκείται σε αυτό το στάδιο, το κατεπείγον πρέπει να θεωρηθεί ως έχον θεμελιωθεί και δεν υπάρχει περιθώριο να ακυρωθεί το εκδοθέν διάταγμα για αυτό το λόγο. Τα μεγάλα ποσά και η ισχυριζόμενη συμπεριφορά των Εναγομένων αναφέρθηκαν -έστω λακωνικά- στην Ένορκο Δήλωση του Ενάγοντα στη μονομερή αίτηση για έκδοση του διατάγματος. Διεφάνη επίσης -και αυτό είναι το καθοριστικό- ότι τα σχετικά ακίνητα των οποίων ζητήθηκε η απαγόρευση αποξένωσης, είναι αυτά που αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής. Συνεπώς, ότι ήταν να αποκαλυφθεί σε σχέση με αυτά απεκαλύφθη. Έχω επίσης υπόψη μου και υιοθετώ το σκεπτικό της Αγωγής 3568/2010 Ε.Δ. Λεμεσού μεταξύ των Vianova Holdings Ltd v.
- Brassolis Holdings Ltd κ.ά.,, όπου ο κ. Μαλαχτός, τότε Α.Ε.Δ., σήμερα Π.Ε.Δ., ανέφερε ότι: «Εδώ το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι συνδεδεμένο, όχι τόσο με τον χρόνο παροχής της θεραπείας όσο με την αναγκαιότητα αυτή να χορηγείτο χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Το ζήτημα δεν ήταν πως η αίτηση δεν μπορούσε να αναβληθεί για λίγες μέρες ώστε να ειδοποιηθούν οι εναγόμενοι αλλά ότι οι τελευταίοι δεν θα έπρεπε να ελάμβαναν γνώση προτού η ενάγουσα εξασφαλιστεί με την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων. Επιβαλλόταν τα εκδοθέντα διατάγματα να χορηγηθούν χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά η οποία να ειδοποιείτο για την έκδοση τους με την επίδοση τους.» Με βάση κυρίως την Adeona (βλ. πιο πάνω) κρίνω ότι δεν θα αποστώ του κανόνα που επιβάλλει το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης και να θεωρήσω ότι δεν τεκμηριώθηκε το κατεπείγον. Προχωρώ στην εξέταση στο κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όσον αφορά τις δύο πρώτες προϋποθέσεις (σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας), χωρίς βέβαια να αποφασίζω την ουσία της αγωγής, κρίνω ότι πληρούνται από τους ισχυρισμούς γεγονότων της Ένορκης Δήλωσης. Στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ.802, τονίστηκε ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της μη πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα επί του θέματος των αποφάσεων μας. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» Δεν θα αποφασίσω σε αυτό το στάδιο ποιο είναι ακριβώς το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα και το εάν ευσταθούν οι ισχυρισμοί του. Φαίνεται όμως εκ πρώτης όψεως να προκύπτουν θέματα, εάν βεβαίως αποδειχθούν τα ισχυριζόμενα γεγονότα, εξ' επαγωγής ή καταληκτικού εμπιστεύματος ή με βάση τις υποχρεώσεις αντιπροσώπου προς αντιπροσωπευόμενο (άρθρο 171 του Περί Συμβάσεων Νόμου). Παραπέμπω στα αναφερθέντα στην Πολιτική Έφεση 290/2009 Νικολέττα Ιωάννου κ.α. ν. Κυριακής Αποστόλη Σιακκαλη κ.α., , απόφαση ημερομηνίας 11/9/2013, όπου αναφερθηκε ότι: «Οπως κρίθηκε και από πρόσφατη νομολογία «έστω και αν ο τρόπος που διατυπώνονται οι θεραπείες δεν είναι ο ορθός, εν τούτοις μπορεί να χορηγηθούν αν από το όλο πνεύμα του σώματος της έκθεσης απαιτήσεως τεκμαίρεται η ορθή αξίωσή τους (C. Malathouras & Sons Ltd v. Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1233, 1240)» Φαίνεται ότι υπάρχει μαρτυρία που να στηρίζει την αξίωση του Αιτητή, χωρίς βέβαια αυτή να αξιολογείται, αλλά και συζητήσιμη υπόθεση. Χωρίς να προαποφασίζεται η τύχη της αγωγής, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι όντως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την προϋπόθεση ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα, έχοντας παραθέσει τη Phasarias ανωτέρω και υιοθετώντας το σκεπτικό της κι εφόσον η αγωγή έχει ως αντικείμενο τα ίδια τα ακίνητα που δεσμεύονται, κρίνω ότι η δέσμευσή τους ειναι απόλυτα λογική, αφού εάν τύχουν αποξένωσης, δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί η αξίωση της αγωγής. Κρινω ότι με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας και την αρχή για διατήρηση του status quo, ότι θα ήταν δικαιότερο όπως διατηρηθεί η τρέχουσα κατάσταση πραγμάτων, μέχρι εκδίκασης της αγωγής. Να παραμείνουν δηλαδή στην ιδιοκτησία και κατοχή της Εναγόμενης 1 τα ακίνητα, αλλά να μην μπορεί να υπάρξει αποξένωσή τους και να αποφευχθεί το να δημιουργηθούν άλλες έννομες σχέσεις και νέες καταστάσεις πραγμάτων. Με βάση τα ανωτέρω, το διάταγμα ημερομηνίας 21/07/2015 καθίσταται απόλυτο και οριστικοποείται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα - Αιτητή κι εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση-Εναγόμενης 1, με βάση την αρχή ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα, συνεπώς πρέπει να λογιστούν υπέρ του επιτυχόντος μέρους στην Αίτηση. Εννοείται βεβαίως ότι θα τύχουν υπολογισμού από το Πρωτοκολλητείο κι έγκρισης από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. . Υπογρ..................................... Ξενής Ξενοφώντος Προσωρινός Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο